Τα ζωτικά ψεύδη στις ομάδες

[…] Πολύ συχνά τα μέλη των ομάδων κατασκευάζουν καθησυχαστικές ιστορίες για να αποφύγουν ή να αποκρύψουν μια αλήθεια που είναι οδυνηρή και μπορεί να οδηγήσει σε ψυχική ή φυσική κατάρρευση. Κάθε ζωτικό ψεύδος συνδέεται με ιστορίες που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, ενώ ασήμαντα γεγονότα αποκτούν μεγάλη διάσταση, προκειμένου να διατηρηθεί η ασφάλεια της ομάδας και η εικόνα ενός υπέροχου εαυτού που δεν κινδυνεύει από το φόβο της κατάρρευσης και θα παραμείνει όρθιος, οτιδήποτε και να συμβεί […]

«Τι είναι αυτό που συνδέει το Νορβηγό θεατρικό συγγραφέα Ερρίκο Ίψεν με τη δυναμική των ομάδων; Η έννοια του ζωτικού ψεύδους[i]. Ο Ίψεν το 1896 έγραψε το θεατρικό έργο Γιάννης Γαβριήλ Μπόργκμαν [ii], το οποίο αναφέρεται στην ιστορία ενός διευθυντή τράπεζας που καταχράστηκε τα χρήματα των καταθετών προκειμένου, όπως ο ίδιος ισχυριζόταν, να υπηρετήσει το όραμά του, που ήταν να δώσει ευτυχία στους άλλους ανθρώπους.

Ο ήρωας του Ίψεν σύντομα ανακαλύπτει τη ματαιότητα αυτής της προσπάθειας για τον ίδιο και την ασημαντότητά της για τους άλλους ανθρώπους. Φυλακίζεται, καταστρέφει τη ζωή και τη σταδιοδρομία του και, παραμένοντας επί χρόνια αποκομμένος από την πραγματικότητα, καταλήγει στην πεποίθηση ότι ο ίδιος υπηρετεί υψηλά ιδανικά, κατασκευάζοντας ζωτικά ψεύδη για τον εαυτό του και τους άλλους και αρνούμενος την ενοχή του. Ο Μπόργκμαν πιστεύει ότι το όραμα του ήταν θεόσταλτο και πως κάποιοι μοχθηροί άνθρωποι θέλησαν να τον εξοντώσουν.

Στην κοινωνική και συναισθηματική του απομόνωση συναντά έναν μουσικοσυνθέτη που, ενώ υπήρξε και ο ίδιος θύμα της απάτης του Μπόργκμαν, έχει και αυτός την ανάγκη να κατασκευάσει ζωτικά ψεύδη που θα τον βγάλουν από τη μιζέρια και τη δυστυχία που βιώνει. Τα ζωτικά αυτά ψεύδη τον βοηθούν να νιώσει σημαντικός και να αποκτήσει υπόσταση. Έτσι αναπτύσσεται μια περίεργη συμμαχία μεταξύ των δύο αυτών ανθρώπων που επιζητούν τη λύτρωσή τους, ο ένας στην ψευδαίσθηση του άλλου. Την στιγμή της αποκάλυψης, όταν ξεδιπλώνονται τα ψεύδη του παρελθόντος και αποκαλύπτονται οι αυταπάτες του μέλλοντος, το παρόν γίνεται τόσο επώδυνο που αμφισβητεί την ύπαρξή τους.

Το ζωτικό ψεύδος, δηλαδή η παραποίηση της πραγματικότητας και η αυταπάτη που το άτομο ή η ομάδα[iii] επιλέγει εξαπατώντας τον ίδιο της τον εαυτό, μπορεί να οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες όπως είναι ο φόβος της κατάρρευσης σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο αλλά και σε βαθύτερες ανάγκες ή εσωτερικευμένες αναπαραστάσεις σημαντικών προσώπων που έχουν τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία. Το φαινόμενο του ζωτικού ψεύδους που οδηγεί σε αυταπάτη αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση ενός συνδρόμου που παρατηρείται στις ομάδες και επηρεάζει την ποιότητα των σχέσεων.

Το ζωτικό ψεύδος στηρίζεται σε έναν κώδικα ηθικής ο οποίος έχει διαμορφωθεί προκειμένου, φαινομενικά, να συνεισφέρει στους «σημαντικούς στόχους της ομάδας». Στην πραγματικότητα όμως εξυπηρετεί τα άτομα και τις ομάδες, ώστε να κατασκευάσουν ιστορίες μέσα από τις οποίες μπορούν να δικαιολογήσουν τη στάση και τη συμπεριφορά τους. Οι ομάδες, δηλαδή, όπως και τα άτομα τείνουν να θεωρητικοποιούν την παραποίηση της πραγματικότητας, επιλέγοντας ασυνείδητα να αναπαράγουν επιλεκτικές αναμνήσεις και γεγονότα που συνεισφέρουν σε αυτή την κατεύθυνση. Στην προσπάθειά τους να συντηρήσουν τη θετική εικόνα που ίσως είχε η ομάδα στο παρελθόν, αλλά δεν ανταποκρίνεται πια στην πραγματικότητα που βιώνει σήμερα, ενισχύουν τη συλλογική αυταπάτη (collective selfdeception).

Πολύ συχνά τα μέλη των ομάδων κατασκευάζουν καθησυχαστικές ιστορίες για να αποφύγουν ή να αποκρύψουν μια αλήθεια που είναι οδυνηρή και μπορεί να οδηγήσει σε ψυχική ή φυσική κατάρρευση. Κάθε ζωτικό ψεύδος συνδέεται με ιστορίες που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, ενώ ασήμαντα γεγονότα αποκτούν μεγάλη διάσταση, προκειμένου να διατηρηθεί η ασφάλεια της ομάδας και η εικόνα ενός υπέροχου εαυτού που δεν κινδυνεύει από το φόβο της κατάρρευσης και θα παραμείνει όρθιος, οτιδήποτε και να συμβεί.

Ο φόβος της κατάρρευσης αποτελεί κατά τον Winnicott[iv]  μια επώδυνη εμπειρία που κρύβεται βαθιά στο ασυνείδητο του ατόμου και έρχεται στην επιφάνεια κάτω από ορισμένες συνθήκες. Ενώ το «εγώ» προσπαθεί να οργανώσει άμυνες κατά της κατάρρευσης, την ίδια στιγμή τίθεται σε κίνδυνο και απειλείται με αποδιοργάνωση. Επινοεί τότε ζωτικά ψεύδη για να μπορέσει να βρει σημεία σταθερότητας και ασφάλειας.

Ο Laing[v] θεωρεί ότι το άτομο που βιώνει έντονη οντολογική ανασφάλεια προσπαθεί να επινοήσει τρόπους με τους οποίους θα καταφέρει να διατηρήσει την ταυτότητά του, τον εαυτό του και τους άλλους ζωντανούς, κατασκευάζοντας ζωτικά ψεύδη. Τα μικρά και ασήμαντα γεγονότα παίρνουν μεγάλη διάσταση στον ιδιαίτερο κόσμο που πλάθει το άτομο προκειμένου, να εδραιώσει και να διατηρήσει την υπόστασή του. Η οντολογική ανασφάλεια που βιώνει το άτομο προσομοιάζει με έναn διαρκή ψυχολογικό θάνατο.

Ο Winnicot[vi], όταν αναφέρεται στον φόβο της κατάρρευσης, στην ουσία αναφέρεται σε έναν φαινομενικό θάνατο, ο οποίος έχει βιωθεί ως εμπειρία στο παρελθόν. Αυτός είναι ένας λόγος που συχνά  για τους ανθρώπους στους οποίους έχει επέλθει ο ψυχολογικός θάνατος, η αυτοκτονία ως λύση απελπισίας φαίνεται να δίνει λύτρωση, καθώς νοιώθουν περισσότερο νεκροί παρά ζωντανοί. Στις ομάδες, στους οργανισμούς, στα κινήματα και αλλού ο φόβος της κατάρρευσης από ατομικός γίνεται συλλογικός.

Τα ζωτικά ψεύδη και η συλλογική αυταπάτη εξυπηρετούν την εσωτερική ισορροπία και συγκράτηση της ομάδας, μειώνοντας το ατομικό και συλλογικό άγχος για τη διάλυση της ομάδας. Η αυταπάτη αναπαράγεται μέσα από συγκεκριμένους μηχανισμούς και την κατασκευή μιας ψευδο-εικόνας (false image) που κατασκευάζεται ασυνείδητα, παρά το γεγονός ότι τα δεδομένα υποδεικνύουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Η άρνηση της πραγματικότητας και η άρνηση της άρνησης της πραγματικότητας ενισχύουν την αυταπάτη[vii]. Ωστόσο, το άγχος και η αίσθηση απειλής αναδύονται σε στιγμές που το άτομο και η ομάδα αδυνατούν να τις ελέγξουν.

Έτσι συχνά τα άτομα και οι ομάδες μέσα από μη ελέγξιμες ψυχοκοινωνικές διεργασίες μπορεί να οδηγηθούν ακόμη και σε «μη-ηθικές» αποφάσεις[viii] συντηρώντας την αυταπάτη τους, στην προσπάθεια για αυτό-συντήρηση, δηλαδή στην προσπάθεια αποφυγής του φόβου της κατάρρευσης. Σε αυτό το φαινόμενο ιδιαίτερη σημασία έχει η διαμόρφωση της «τυφλής» ομαδικής σκέψης (group think), το οποίο μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για τις ομάδες, τους οργανισμούς αλλά και τα μέλη τους.»

*Απόσπασμα από το βιβλίο Δυναμική των ομάδων και αλλαγή στους οργανισμούς του Χαράλαμπου Πουλόπουλου και της Άννας Τσιμπουκλή, Εκδόσεις Τόπος – 2016
(Δείτε επίσης: Η ανεπαρκής ηγεσία)

TVXS – Επιμέλεια: Κρυσταλία Πατούλη


Ο ρόλος της ηγεσίας, οι συγκρούσεις, η εσωστρέφεια και η παθογένεια, αλλά και θέματα που αφορούν στην εκπαίδευση, την έρευνα και την εποπτεία των ομάδων εξετάζονται σε συνάρτηση με τη δυνατότητα των πάσης φύσεως ομάδων να μετεξελιχθούν από κλειστά σε ανοικτά συστήματα.

«To βιβλίο αυτό είναι ευπρόσδεκτο την περίοδο των έντονων αναταράξεων που διανύουμε. Οικονομικές κρίσεις, θρησκευτικοί φανατισμοί, τυχοδιωκτικές γεωπολιτικές στρατηγικές, διαφθορά, εκμετάλλευση, κακομεταχείριση και υποδούλωση,  αυταρχισμός και ανευθυνότητα:  είναι πολλά τα δεινά που επηρεάζουν τους κοινωνικούς οργανισμούς και τα άτομα, και τα οποία η αυτοαποκαλούμενη Πρόοδος δεν έχει καταφέρει να  εξαλείψει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πίστη στη θετική επίδραση των επιστημονικών ανακαλύψεων και στην πρόοδο της εκπαίδευσης η οποία δεν μετριάζεται από σαφή κατανόηση των δυνάμεων της εντροπίας θα μπορούσε να θεωρηθεί αφέλεια. Γιατί, δυστυχώς, οι δυνάμεις αυτές είναι πάντα ενεργές και δρουν λιγότερο ή περισσότερο σιωπηρά,  όπως έχει αποδείξει η Ιστορία.
Σ’ αυτό ακριβώς το επίπεδο η ψυχοκοινωνική προσέγγιση, καθώς και η ψυχαναλυτική  προσφέρουν αναντικατάστατα εργαλεία κατανόησης των ομάδων και των οργανισμών, όπως πολύ σωστά υπογραμμίζουν οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου. Εξάλλου η αρμονική συνάρθρωση των δύο αυτών προσεγγίσεων επιτρέπει να αποφύγουμε τόσο την «ψυχολογικοποίηση» των κοινωνικών φαινομένων όσο και την «κοινωνιολογικοποίηση» των ψυχικών διαδικασιών.Όταν, για παράδειγμα, ο Harold Bridger,  ένας από τους ιδρυτές του Ινστιτούτου Tavistock, ακούραστα επαναλάμβανε «There is no group without a task»[Αγγλικά στο πρωτότυπο: Δεν υπάρχει ομάδα χωρίς καθήκοντα (αρμοδιότητες, στόχους)] το έκανε  σίγουρα για να δηλώσει την αντίθεσή του στην τάση να διερευνάται  μόνο η   συναισθηματική ζωή των ομάδων και των θεσμών, η οποία είναι  βεβαίως  σημαντική, αλλά πολύ συχνά ανίκανη να εξετάσει και να αμφισβητήσει το οργανωσιακό υπόστρωμα που τη δημιουργεί. Εξ ου και η ανάγκη να διερευνηθούν οι οργανωσιακοί ρόλοι, οι διαδικασίες, τα εργαλεία και οι δράσεις, και να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις τους στις παρατηρήσιμες συμπεριφορές και στην ψυχική ζωή των κοινωνικών δρώντων.

Γιατί οι διεργασίες της επιρροής-εξάρτησης, της συμμόρφωσης, της εθελοντικής δουλείας ή, αντιθέτως, της αυτονομίας, της καινοτομίας και της κοινωνικής ευθύνης πάντοτε εξαρτώνται, τουλάχιστον εν μέρει, από τα συμφραζόμενα που τις δημιουργούν.

Το ίδιο ισχύει για τους μηχανισμούς του ασυνειδήτου –προβολική ταύτιση, απώθηση, εκλογίκευση, αρνητικές συμφωνίες, ομαδική ψευδαίσθηση, άγχος κατακερματισμού και εγκατάλειψης– που σπανίως προκύπτουν εν κενώ. Ο εντοπισμός τους εξάλλου αντιμετωπίζεται πάντα με επιφυλάξεις στο κοινωνικό πεδίο, στο μέτρο που ο αναλυτής αυτών των φαινομένων δεν μπορεί να καυχηθεί για την αντικειμενική και αποστασιοποιημένη μελέτη τους, εφόσον αυτή παραμένει ανίκανη να συλλάβει τις πραγματικές δυνάμεις της ζωής (και της καταστροφής) στην καρδιά των ενδο-ανθρωπίνων διεργασιών.

Από αυτή προφανώς τη θέση εκκινώντας, ο Kurt Lewin υποστήριξε ότι «για να καταλάβουμε μια πραγματικότητα, πρέπει να δοκιμάσουμε να την αλλάξουμε», ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στη συμμετοχική έρευνα-δράση και στην κοινωνική στράτευση των ερευνητών του πεδίου.

Αντιλαμβάνομαι ότι σ’ αυτό το πνεύμα επίσης ο Χαράλαμπος Πουλόπουλος και η Άννα Τσιμπουκλή έχουν συμβάλει καθοριστικά και με διορατικότητα στην περιπέτεια των θεραπευτικών κοινοτήτων του ΚΕΘΕΑ – που θεωρούνται από τις πλέον πρωτότυπες σε όλο τον κόσμο. Έχουν εφαρμόσει σε αυτές σε όλη την Ελλάδα μαζί με ικανές ομάδες συνεργατών τη γνώση και την κλινική τους εμπειρία, πραγματοποιώντας έτσι, εδώ και μερικές δεκαετίες, ένα κοινωνικό πείραμα του οποίου το κύρος και ο ανθρωπισμός μπορούν να αποτελέσουν σχολή.

Είναι επομένως σε θέση να  παρουσιάσουν θεωρίες  που συνεχίζουν να εμπνέουν τη δράση και τον προβληματισμό τους και που κάνουν πράξη τον αφορισμό του Lewin ότι «τίποτα δεν είναι πιο πρακτικό από μια καλή θεωρία».

Η έγνοια να συνδυαστεί η αποτελεσματικότητα, θεραπευτική στην περίπτωσή τους, με μια δημοκρατική λειτουργία δεν είναι αυτονόητη -το αποδεικνύει με το παράδειγμα της  η πολιτική σκηνή. Τα ηθικά διακυβεύματα  είναι πάντα παρόντα  και μπορεί να οδηγούν είτε σε ολισθήματα προς τον ολοκληρωτισμό  ή, αντιθέτως, σε καινοτομίες και στην πιο γόνιμη προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη.

Η ψυχοκοινωνική οπτική  που υιοθετούν οι συγγραφείς, εκθέτοντας  στο βιβλίο αυτό τις πολυάριθμες πτυχές της με παιδαγωγικό τρόπο, έχει στόχο να συμβάλει στη δημοκρατική ανάπτυξη μέσα από μια πολυμορφία περιοχών ρύθμισης, διαβούλευσης και δημιουργικότητας, που οι εκπρόσωποί της επιχειρούν να εφαρμόσουν σε οργανισμούς και ιδρύματα.

Πρόκειται επομένως για ένα πολύτιμο έργο που θα μπορέσει να διαφωτίσει όλους όσοι αναζητούν όχι μόνον να κατανοήσουν τις πηγές της κοινωνικής ζωής αλλά και να εμπλακούν σ’ αυτήν προκειμένου να καλλιεργηθεί μια ζωτικότητα ωφέλιμη σε όλους, ώστε να γίνουν πραγματικότητα κάποιες ουτοπίες …δίχως αυταπάτες.»

Gilles AMADO
Ομότιμος καθηγητής Ψυχοκοινωνιολογίας στο HEC Paris, Ιδρυτικό Μέλος της Διεθνούς Εταιρείας για την Ψυχαναλυτική Μελέτη Οργανισμών (International Society for the Psychoanalytic Study of Organizations, ISPSO) και του Διεθνούς Κέντρου για την Έρευνα, την Εκπαίδευση και την Παρέμβαση στην Ψυχοκοινωνιολογία (Centre International pour la Recherche, la Formation et l’Intervention en Psychosociologie, CIRFIP).

Ο Χαράλαμπος Πουλόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής Εργασίας στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Ξεκίνησε να εργάζεται στον τομέα αντιμετώπισης της τοξικοεξάρτησης το 1983  και διετέλεσε διευθυντής του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ) από το 1995 έως το 2013. Συμμετείχε στο σχεδιασμό και στην ανάπτυξη των Ελληνικών Θεραπευτικών Κοινοτήτων για εξαρτημένους από ψυχοτρόπες ουσίες και στην ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης και κοινωνικής επανένταξης. Διετέλεσε για περισσότερο από μια δεκαετία Πρόεδρος της Επιτροπής Επιστημονικής και Επαγγελματικής Συμβουλευτικής της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Θεραπευτικών Κοινοτήτων (WFTC). Έχει συγγράψει τα βιβλία Εξαρτήσεις: Θεραπευτικές Κοινότητες (2005), Κοινωνική Εργασία και Εξαρτήσεις: Οι κοινότητες της αλλαγής (2011) και Κρίση, Φόβος και Διάρρηξη της Κοινωνικής Συνοχής (2014). Τα επιστημονικά και ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στην θεραπεία και πρόληψη των εξαρτήσεων, στην δυναμική των ομάδων, την εποπτεία και συμβουλευτική οργανισμών, με έμφαση στη διεργασία της αλλαγής και στην αντιμετώπιση των κρίσεων.


H Άννα Τσιμπουκλή είναι Εκπαιδευτική Ψυχολόγος, Υπεύθυνη του Τομέα Εκπαίδευσης του ΚΕΘΕΑ και συνεργάτης του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, ως διδάσκουσα στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Εκπαίδευση Ενηλίκων. Ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στο Institute of Education του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και τη μετά-διδακτορική της έρευνα στο Institute of  Psychiatry, King’s College, Είναι ιδρυτικό μέλος της Επιστημονικής Ένωσης Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Έχει εκπαιδεύσει στελέχη φορέων ψυχικής υγείας, εκπαιδευτές ενηλίκων, συνδικαλιστικά στελέχη, φοιτητές κ.α. στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Είναι συγγραφέας των εγχειριδίων Δυναμική Ομάδας και Επικοινωνία στην Εκπαίδευση Ενηλίκων (2012) και Διεργασία Ομάδας-Εκπαίδευση και Υποστήριξη Κοινωνικά Ευπαθών Ομάδων (2007). Έχει επίσης δημοσιεύσει σχετικά κείμενα για την εκπαίδευση, τους οργανισμούς και τη δυναμική των ομάδων σε επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.


Παραπομπές:

[i] Trivers R (2000). The elements of a scientific theory of self-deception.Ann N Y Acad Sci., 907:114-31.

[ii] Ερρίκος Ίψεν (2014) Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν. Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός
[iii] Baumeister, Roy F.; Hastings, Stephen Pennebaker, James W. (Ed); Paez, Dario (Ed); (1997). Distortions of collective memory: How groups flatter and deceive themselves. Rimé, Bernard (Ed), Collective memory of political events: Social psychological perspectives. Hillsdale, NJ, England: Lawrence Erlbaum Associates Inc., pp. 277-293.
[iv] Winnicott, Donald W., (1896-1971). Φόβος κατάρρευσης / Donald W. Winnicott · μετάφραση. Πάνος Αλούπης. – 1η έκδ. – Αθήνα : Άγρα
[v] Laing, Roland (2004) Ο διχασμένος εαυτός. Εκδόσεις Καστανιώτη
[vi]  Όπως (σημ. iv)
[vii] Trivers, R. (2000). The Elements of a Scientific Theory of Self-Deception. http://roberttrivers.com/Publications_files/Trivers2000.pdf

[viii] Ann E. Tenbrunsel & David M. Messick (2004) Ethical Fading: The Role of Self-Deception in Unethical Behavior, Social Justice Research, Vol. 17, No. 2, June 2004



Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/ta-zotika-pseydi-stis-omades

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s