Στο μυαλό ενός ναυτικού και μιας ιερόδουλης

MakridFlevaAnapFinalprint-page-001Ο φυσικός καλλιεργητής και συγγραφέας Γιάννης Μακριδάκης στο νέο του βιβλίο Η Πρώτη Φλέβα, εισχωρεί στο μυαλό ενός ναυτικού και μίας ιερόδουλης, ψυχογραφώντας δύο διαφορετικούς χαρακτήρες: Τη Λόλα που βρίσκεται να δουλεύει στην Ντάπια των Χανίων από τη δεκαετία του ’60 έως και τη δεκαετία του ’80, και τον Γιώργη που ταξιδεύει την ίδια χρονική περίοδο από την Ιαπωνία μέχρι τη Βραζιλία συνάπτοντας περιστασιακές σχέσεις με ιερόδουλες.

Κι αν οι δύο αυτοί μονόλογοι ξεδιπλώνονται διαδοχικά στις σελίδες της έκδοσης ως μοναχικές εξομολογήσεις, μοιάζει σαν να συνομιλούν μεταξύ τους σε μια δική τους γλώσσα, εξιστορώντας φουρτούνες, απαγωγές, αρραβώνες, βαφτίσια, αυτοκτονίες, έρωτες, καταλήγοντας αντιμέτωποι με τον τελικό απολογισμό ολόκληρου του βίου τους.

Ο «εξομολογητής» τους μεταμορφώνοντας τον αφηγηματικό τους λόγο σε λογοτεχνία, καταφέρνει να συνδέσει εφευρετικά τα βιώματα των δύο ηρώων του με μοιραίο τρόπο, αφού η πρώτη φλέβα είναι η ανήλικη νονά που θα αλείψει με λάδι το μικρό αγόρι – το οποίο περνά μόλις λίγα χρόνια – καθορίζοντας άθελά της σαν νεράιδα το άγνωστο σενάριο της ζωής του.

Μ’ αυτήν την επινόηση ο Μακριδάκης, ενώνοντας μυστηριακά τους ήρωές του στις δύο αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος, ακροβατεί και ο ίδιος ανάμεσά τους χαράσσοντας ταυτόχρονα έναν δεύτερο διάλογο με τους αναγνώστες για το αρχαιότερο επάγγελμα σε σχέση με το επάγγελμα των ναυτικών, θέτοντας και πάλι ως ζητούμενο την συν – χώρεση της συν – ύπαρξης, όπως και στα περισσότερα λογοτεχνικά βιβλία του: τρία μυθιστορήματα και έξι νουβέλες σε σύνολο μέχρι στιγμής.

Υπό το εσωτερικό βλέμμα δύο ανθρώπων που έζησαν στο πετσί τους την πορνεία – είτε ως προσφορά, είτε ως ζήτηση – ο συγγραφέας πραγματεύεται την προσωπική όσο και την πολιτιστική διάσταση της πορνείας ενός παρελθόντος καιρού, στα βαπόρια, στα λιμάνια και στα «σπίτια», μέσα από αυτή τη διττή ιστορία που θέτει την τέχνη του λόγου σε πρώτο πρόσωπο:

Λόλα: «Ε, δεν το σκέφτηκα εγώ. Γνώρισα κάποιον. Συνήθως κάπως έτσι γίνεται. Αστυνομικός ήτανε. Έγινε, έγινε, τέλος πάντων. Το πρότεινε, δεν ήθελα, έγινε κάποια φασαρία, κάποιος εκβιασμός, έβαλε και χτυπήσανε τον γέρο μου, τον θείο μου τον Ηλία, το ‘μαθα εγώ, μου λέει θα συμβούνε χειρότερα΄και για να μη συμβούνε χειρότερα, είπα εντάξει. […]

Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καμιά κοπέλα που ήθελε να πάει να δουλέψει έτσι. Πάντα κάτι συνέβαινε. Άλλες ήτανε από αναμορφωτήρια, οι περισσότερες δηλαδή΄ άλλες ήτανε χωρίς γοενείς ή με γονείς, οι οποίοι ήτανε άσ’ τα και μην τα ρωτάς. Κάποιος βρισκότανε και γινόντανε […]

Εγώ ταξίδευα στην Αφρική, ταξίδευα στην Αυστραλία. Ο έρωτας δεν είναι μόνο σακρικός, είναι και πνευματικός. Ήτανε το μυαλό μου αλλού πάντα. Πάντα. Έλεγα άντε να τελειώσει να φύγει. Κι όλες οι γυναίκες αυτό λέγανε. Δηλαδή της δουλειάς οι γυναίκες»

Γιώργης: «Όλα τα ‘κανα με τις γυναίκες, τίποτα δεν άφηκα. […]

Τότε, άμα έπαιρνες μια κοπελιά για ένα βράδυ, μετά ήσουνα υποχρεωμένος να πηγαίνεις κάθε βράδυ μαζί της. Και λεφτά να μην είχες, σε δεχότανε, σε έπαιρνε, δε δεχότανε να πάρεις άλλη γυναίκα, δε σ’ άφηνε να πας με άλλη γυναίκα. Άμα έφευγε το βαπόρι, ερχόντανε όλες στον ντόκο με ανθοδέσμες και αποχαιρετούσανε τους ναυτικούς. Τότε, το ’61 μιλάμε, στην Ιαπωνία όλα τα κορίτσια από τα χωριά τα κατεβάζανε στα λιμάνια και τα πουλούσανε οι πατεράδες τους στα μπαρ. […]

Όπου καμπάνα και πουτάνα. Όλα τα λιμάνια γεμάτα πουτάνες. Αλλά οι πιο πολλές και οι πιο καλές ήτανε στη Βραζιλία, στην Ιαπωνία΄ αυτά ήτανε τα καλά μπάρκα για τους ναυτικούς. […]

Η κοπελιά αυτή που πήρα εκείνο το βράδυ ήτανε λοιπόν φαινόμενο και μάλιστα απίστευτο. Από τις έντεκα η ώρα περίπου μέχρι το πρωί στις πέντε την πήδηξα εννιά φορές, που είναι απίστευτο΄ όποιος θέλει το πιστεύει και όποιος θέλει δεν το πιστεύει».

Κάποιες «αναγνωστικές κρίσεις και αποκρίσεις» από την ιστοσελίδα του συγγραφέα (yiannismakridakis.gr):

Margaret: Αυτο δεν ειναι νουβέλα. Ειναι ενα ποτήρι νερο που πίνεται μονορούφι! Και σε 125 σελίδες χωράει δυο ζωές! Κι ο συγγραφέας σε πείθει οτι τις έζησε και τις δυο. Εντυπωσιακό!

Αντώνης Μουντές: Το νέο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη “Η Πρώτη Φλέβα”. Ένας ναυτικός και μια πόρνη αφηγούνται ιστορίες απ’τις ζωές τους, κι ο Γιάννης μοναδικός όπως πάντα αυθεντικός μας αφηγείται παράλληλα και την δική του ιστορία, χαρίζοντας μας απλόχερα κομμάτια της δικής του ζωής… Μια σούμα, ψωμί με λάδι, πιπεριές που καίνε, φρέσκα σπαράγγια και κουκιά… Και λίγα γιαπρακόφυλα από τον άμπελο, για δώρο… Εκεί στο Ροδώνα στο κτήμα, που η απλότητα της φύσης αγγίζει το μεγαλείο της ψυχής:

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/sto-myalo-enos-naytikoy-kai-mias-ierodoylis

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s