Πόση ξεφτίλα ακόμη φιλοξενούν; Πόση;

Επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά: Τουλάχιστον από το 2002 οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ -και όλοι οι συνεργάτες τους- όχι μόνο γνώριζαν πολύ καλά ότι έρχεται οικονομική κατάρρευση στην Ελλάδα μετά το πλιάτσικο της Ολυμπιάδας, αλλά μάζευαν και τους οικονομολόγους από την Αμερική για να τους συμβουλευτούν πως θα επωφεληθούν οι ίδιοι.

Έτσι άρχισαν να βγάζουν και στις Ελβετικές τράπεζες τα όποια κλεμμένα άλλωστε.

Το ότι το σύστημα είχε ξεπεράσει τα όρια του και ερχόταν καλπάζοντας η κρίση το 2008(ναι, ήξεραν και την ακριβή χρονιά) ήταν πασίγνωστο στους κυβερνητικούς κύκλους όλης της υφηλίου, από τη δεκαετία του 1970 άλλωστε, μέσα από μελέτες που τις κράτησαν όλοι στα συρτάρια τους, για να μας πουν στη συνέχεια ότι η κρίση ξέσπασε εντελώς ξαφνικά ως ανεξέλεγκτο φυσικό φαινόμενο.

Τα παραπάνω είναι και αναλυτικά γραμμένα, μαζί με πολλά άλλα βέβαια, στα αποτελέσματα της «Έρευνας για την κρίση (2010-2014)» Εκδ. Κέδρος. Και θα μας πει σήμερα ο Σημίτης, ο Παπανδρέου, η Γεννηματά, ο Μητσοτάκης, και όλοι αυτοί οι αδίστακτοι, που μαζεύτηκαν με τον Ποταμίσιο, τι να κάνουμε για να σωθούμε;

Πόση ξεφτίλα ακόμη φιλοξενούν; Πόση;

Έκκληση αλληλεγγύης προς όλους τους έλληνες καλλιτέχνες

Αγαπητοί καλλιτέχνες συνεργαστείτε για μία πανελλήνια εκδήλωση/συναυλία που θα πραγματοποιηθεί συγχρόνως σ’ όλες τις περιοχές που υπάρχουν πρόσφυγες κι ο κόσμος θα φέρει φαγητό, ρούχα, παπούτσια και ότι άλλο άμεσης ανάγκης. Μέσα απ’ τα τραγούδια, τις παραστάσεις και τις ομιλίες, θα δοθεί ένα παγκόσμιο μήνυμα ειρήνης, ανθρωπιάς και αλληλεγγύης και θα βοηθηθούν έστω και ελάχιστα -κυρίως ηθικά- αυτοί οι άνθρωποι που είναι «χωρίς τόπο, χωρίς ελπίδα, και δεν θα τους κλάψει καμιά πατρίδα…»

ΥΓ. Και με αιτήματα: Να λήξει ο πόλεμος, να ανοίξουν τα σύνορα και να γίνουν δεκτοί οι πρόσφυγες σε όλα τα κράτη, να υποστηριχθεί το έργο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες «Στέγη για όλους» , και να δοθεί το Νόμπελ σε όλους εκείνους που ειρηνικά αγωνίζονται πάνω από τις δυνάμεις τους για να τιμήσουν τη ζωή που τους δόθηκε:

x-default

«Βλέπω τον λαό μου να περιφέρεται σαν καταραμένος και να του λένε : μάς είσαι πρόβλημα, φύγε. Οι Σύριοι δεν είμαστε το πρόβλημα, ας το ακούσουν αυτό. Πρόβλημα είναι αυτοί που έφεραν τον πόλεμο στη χώρα μας, που ακομα υποστηρίζουν δικτάτορες και που έρχονται σε σάς και παρουσιάζονται ως προστάτες. Δεν μπορούμε να μείνουμε εκεί και να πεθάνουμε από την πείνα και από τον πόλεμο. Οσος μορφωμένος κόσμος, στα πανεπιστήμια, φοιτητές, όσοι στέκονται αλληλέγγυοι πρέπει να το πείτε στις χώρες σας : αυτοί που μας σκοτώνουν απειλούν όλη τη δημοκρατία, παγκόσμια». Λόγια από έναν άνθρωπο που αυτή τη στιγμή δουλεύει με τραυματισμένα παιδιά στην Ιορδανία, λόγια που ακούστηκαν σήμερα δυνατά και ξεκάθαρα στο συνέδριο στο Ινστιτούτο Γκαίτε. Αυτά τα λόγια θα ήθελα να κρατήσω. Γιώργος Τυρίκος-Εργάς

«Έχω ένα όνειρο: να είμαι ασφαλής» μικρό κοριτσάκι πρόσφυγας από τη Δαμασκό

«Δεν πιστεύω στη φιλανθρωπία, πιστεύω στην αλληλεγγύη. Η φιλανθρωπία είναι κατακόρυφη, άρα είναι ντροπιαστική. Πηγαίνει από πάνω προς τα κάτω. Η αλληλεγγύη είναι οριζόντια. Σέβεται τον άλλο και μαθαίνεις από αυτόν. Έχω πολλά να μάθω από άλλους ανθρώπους». Εδουάρδο Γκαλεάνο

 

Πρόσκληση – Παρουσίαση του βιβλίου της Αλληλεγγύης

 

Το Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής, διοργανώνει παρουσίαση του βιβλίου «Έλα στη θέση μου» τη Δευτέρα  7 Μαρτίου 2016 και ώρα 7.30 στη Δημοτική βιβλιοθήκη.

Είναι ένα βιβλίο-εργαλείο, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ταξιδευτής για λογαριασμό του Δικτύου, μετά από Πανελλήνιο διαγωνισμό με θέμα την αλληλεγγύη και με σκοπό να διατίθεται από άνεργους και είναι  προϊόν συλλογικής δουλειάς και ευαισθησίας…

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν:

  1. Παπαδόπουλος Κώστας (εκδόσεις Ταξιδευτής)
  2. Πατούλη Κρυσταλία (δημοσιογράφος-σύμβουλος ανθρωπίνων σχέσεων)
  3. Σουλτάτου Πέλα (συγγραφέας)
  4. Στεφανέας Πέτρος (λέκτορας ΕΜΠ-ποιητής)

Θα διαβαστούν αποσπάσματα από  τα είκοσι διηγήματα του βιβλίου..
Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Δημήτρης Μήρτσος (από το Δίκτυο). Θα παραβρεθεί επίσης και θα μιλήσει ο Χρήστος Μπακογιάννης (άνεργος).

info: 7 Μαρτίου 2016, 7.30μμ, Δημοτική Βιβλιοθήκη Αγίας Παρασκευής – Μουσείο Αλέκου Κοντόπουλου, Αλ. Κοντόπουλου 13, Αγία Παρασκευή.

Μέσα από μια  διαδικασία που ενέπλεξε εκατοντάδες ανθρώπους, εκδόθηκε μία συλλογή που περιλαμβάνει 20 διηγήματα που διακρίθηκαν σε διαγωνισμό με θέμα την Αλληλεγγύη. Το μοναδικό αυτό βιβλίο των εκδόσεων Ταξιδευτής με τίτλο «Έλα στη θέση μου. 20 ιστορίες για την Αλληλεγγύη» προορίζεται να γίνει εργαλείο αλληλεγγύης, αφού η πώλησή του γίνεται κυρίως από ανέργους,  άστεγους και δομές αλληλεγγύης.

Δύσκολα μπορεί κανείς να περιγράψει ένα βιβλίο στο οποίο εμπλέκονται 20 συγγραφείς, έστω κι αν η θεματική είναι κοινή: η αλληλεγγύη. Το διαφορετικό ύφος του κάθε συγγραφέα αλλά και η διαφορετική προσέγγιση της έννοιας της αλληλεγγύης καθιστούν το βιβλίο ανομοιογενές. Ωστόσο, αυτό ακριβώς είναι που το κάνει συναρπαστικό.

Στις 20 ιστορίες αλληλεγγύης, οι συγγραφείς καταπιάνονται με τα διάφορα πρόσωπα της κρίσης προτείνοντας ως λύτρωση ένα δρόμο διαφορετικό από τον ατομικιστικό που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες, ένα δρόμο συλλογικό όπου το «εγώ» διαχέεται στο «εμείς», χωρίς ωστόσο το «εγώ» να χάνει την αυθυπαρξία και τη δυναμικότητά του.

Στο Έλα στη θέση μου, ο άστεγος, ο άνεργος, ο μετανάστης αλλά και ο αλληλέγγυος δεν είναι κάποιος «άλλος». Είναι αυτός ο ίδιος που όχι μόνο συνειδητοποιεί την κατάστασή του αλλά και το ρόλο που πρέπει να παίξει η αλληλεγγύη προκειμένου όχι μόνο να επιβιώσουμε αλλά και να διατηρήσουμε τα «ειδολογικά» ανθρώπινα χαρακτηριστικά μας. Έτσι, το βιβλίο αυτό εκπέμπει την ελπίδα, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς το σκοπό του.

Οι άνθρωποι του Δικτύου Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής αποφάσισαν να υπερβούν την καθημερινή κοινωνική δράση τους στη γειτονιά και να απευθυνθούν στο πανελλήνιο, προκηρύσσοντας έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό διηγήματος με θέμα την Αλληλεγγύη.

Γι’ αυτόν το σκοπό κάλεσαν το συγγραφέα Δημήτρη Νόλλα, το συγγραφέα και δημοσιογράφο Χριστόφορο Κάσδαγλη, τον Κώστα Παπαδόπουλο από τις εκδόσεις Ταξιδευτής, τη δημοσιογράφο και σύμβουλο ανθρωπίνων σχέσεων Κρυσταλία Πατούλη, τη συγγραφέα Πέλα Σουλτάτου, το συγγραφέα και λέκτορα στο ΕΜΠ Πέτρο Στεφανέα και την Τζένη Θεοφανοπούλου από το Δίκτυο, για να αποτελέσουν την κριτική επιτροπή του διαγωνισμού.

Μέσα από μια  διαδικασία που ενέπλεξε εκατοντάδες ανθρώπους, εκδόθηκε μία συλλογή που περιλαμβάνει 20 διηγήματα που διακρίθηκαν στο διαγωνισμό με θέμα την Αλληλεγγύη. Το μοναδικό αυτό βιβλίο προορίζεται να γίνει εργαλείο αλληλεγγύης, αφού η πώλησή του γίνεται κυρίως από ανέργους,  άστεγους αλλά και δομές αλληλεγγύης.

Δομές αλληλεγγύης και συλλογικότητες ανέργων και αστέγων, με τις οποίες δεν έχουμε έρθει σε επαφή και ενδιαφέρονται να διακινήσουν το βιβλίο, παρακαλούνται να έρθουν σε επαφή μαζί μας: info@diktioagiasparaskevis.gr, τηλ. 2105223260 – 6945606832.

Σταθερά σημεία πώλησης: 1) Εκδόσεις Ταξιδευτής: Βαλτετσίου 10 Αθήνα, 2) Πειραιώς 1, Ομόνοια Αθήνα, 3) Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής: Σπάρτης 1, Αγία Παρασκευή – πολιτιστικό πάρκο Σταύρος Κώτσης 4) Βιβλιοπωλείο: Ακυβέρνητες Πολιτείες, Σβώλου 28, Θες/νικη

Πληροφορίες: info@diktioagiasparaskevis.gr, τηλ. 2105223260 – 6945606832.

  • Ο τίτλος του βιβλίου επιλέχτηκε μετά από πρόταση της κ. Κρυσταλίας Πατούλη

Το τανγκό της βροχής. Του Στέλιου Βισκαδουράκη

11:02 | 29 Ιαν. 2016

[…] Άγνωστο γιατί, τόσο απλά, μ’ ένα άγγιγμα και δυο σκέψεις, τριάντα επτά χρόνια μετά από εκείνη τη μέρα στο σχολείο, η βροχή είχε αλλάξει τη διάθεσή μου, αυξάνοντας τις όποιες αντοχές μου. Ήταν σαν μια μικρή κάθαρση, μια αναπάντεχη μικρή μεταμόρφωση. Αυτή, η από ουρανού δύναμή της, μου έδωσε το έναυσμα να σταθώ. Λίγες μέρες μετά, άρχισα να γράφω […] Οι δώδεκα ιστορίες του βιβλίου εκτυλίσσονται μια βροχερή μέρα από τις 8:10 το πρωί έως τις 2:15 το μεσημέρι. Όποιον ήρωα αγγίζει η βροχή, μεταμορφώνει τις σκέψεις και τις πράξεις του προκαλώντας μια κάθαρση […] Ο κρητικός καλλιτέχνης, αρθρογράφος και συγγραφέας Στέλιος Βισκαδουράκης αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική πορεία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο– του διηγήματός του με τίτλο «Το Τανγκό της βροχής» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Η αιτία

«Η έμπνευση, η δημιουργία, δεν προκαλούνται από τον θόρυβο της κραυγής, αλλά από τον κρότο της σιωπής»

Όταν είσαι μεγαλωμένος στις πέτρινες αλάνες του ’70, οι «κατεβατές» στα χέρια σου από ξύλινο τετράγωνο χάρακα ή από τη στρογγυλή βίτσα ενός δασκάλου, δεν είναι μόνο ένα συνηθισμένο φαινόμενο, είναι και κάτι το ασήμαντο, για να μην πω, ώρες-ώρες κι αστείο.

Εκείνο όμως το πρωί του ’73, στην αυλή του σχολείου, ο δάσκαλος της άλλης, της 5ης τάξης κι όχι της δικής μου, με το μικρό μαύρο μουστακάκι που τον έκανε να μοιάζει με φιγούρα του Μποτέρο, βγαλμένο κατευθείαν από αργεντίνικη χούντα, με χτυπούσε μ’ έναν τρόπο ασυνήθιστα δυνατό, λυσσαλέο. Γονάτισα απ’ τον πόνο.

Ο Γιάννης «ο χοντρός», το άλλο παιδί που πάλευα μαζί του λίγο πριν, δεν άντεξε τις «κατεβατές» και γύρισε την πλάτη του. Έφαγε τέσσερις στη ραχοκοκαλιά από τον παχύ, τετράγωνο, διαφανή χάρακα που κυκλοφορούσε τότε στην αγορά και ήταν πολύ της μόδας. Ο χάρακας έσπασε και πετάχτηκε κάτω στα ζωγραφισμένα, μπεζ πλακάκια με τα μαύρα κι άσπρα ημικύκλια, στην είσοδο της τάξης. Την άλλη μέρα, η μάνα του Γιάννη τον γυρνούσε στη γειτονιά με σηκωμένη μπλούζα, δείχνοντας στους γείτονες τις μπλε, σαν από μαστίγιο, χαρακιές στην πλάτη του.

Ο δάσκαλος μετά ξαναγύρισε σε μένα κι άρχισε να με κτυπάει δυνατά στο πρόσωπο με τα χέρια. Οι υπόλοιποι δάσκαλοι, μαζί με τον δάσκαλο της τάξης μου, είχαν βγάλει τα κεφάλια τους, άλλοι απ’ τα παράθυρα κι άλλοι απ’ τις πόρτες των αιθουσών και κοιτούσαν σιωπηλοί, ανίκανοι, μαρμαρωμένοι και ξαφνιασμένοι απέναντι στη διαπαιδαγώγηση του συναδέλφου τους, απέναντι σε μια λύσσα που, προφανώς, όμοιά της δεν είχαν ξαναδεί.

Τους κοίταξα όσο δυνατότερα μπορούσα, μήπως κατάφερνα να ενεργοποιήσω, με την παιδική αγωνία και την αδυναμία μου μπροστά σ’ αυτήν την ξαφνική βία, τη δύναμη του πολιτισμού των ποιητών, των συγγραφέων και των ηρώων που μας δίδασκαν με στόμφο, σαν θεωρία, κάποια πρωινά. Απ’ τη σιωπή τους κατάλαβα ότι η μετατροπή της θεωρίας σε πράξη είναι κάτι δύσκολο και πρέπει κάποιος να διαθέτει κότσια και γρήγορα αντανακλαστικά.

Χωρίς καμιά ελπίδα απ’ τους μεγάλους, μες στον πόνο μου, κοίταξα προς τους συμμαθητές μου ψάχνοντας μια σανίδα σωτηρίας στις κοινές, ήσυχες, περασμένες στιγμές μας και στο βλέμμα τους. Μερικές συμμαθήτριες έκλαψαν κι ο κολλητός μου φίλος κρατούσε το στόμα του.

Έκλαψα, γιατί άλλο δεν μπορούσα να κάνω. Μάζεψα όση δύναμη είχα, τράβηξα απότομα το χέρι μου από το δυνατό κράτημα του δασκάλου κι έτρεξα απεγνωσμένα προς την αυλή και τους δυο μεγάλους πράσινους φοίνικες, γράφοντας από εκείνη τη στιγμή στα παλιά μου τα παπούτσια ό,τι είχε σχέση με δασκάλους, σχολεία και μαθήματα.

Η πραγματική μου επιθυμία ήταν να παραμείνω έξω, στην αυλή του σχολείου μέχρι το τέλος του έτους. Νοερά, παρέμεινα. Κι αυτό γιατί είδα καθαρά, με το μάτι του παιδιού, κάτι που δεν μπόρεσα ποτέ να δεχτώ ούτε μπορούσα τότε να στηρίξω, να αναλύσω μα, πάνω απ’ όλα, να εκφράσω. Απλά τότε το έβλεπα, το ήξερα, όπως το ήξεραν και οι υπόλοιποι παιδαγωγοί, που στάθηκαν σιωπηλοί μπροστά σε τούτη τη σκηνή και έπρεπε απλά εγώ, ως αδύναμος, να το υποστώ.

Ο δάσκαλος-τιμωρός, εκείνη τη στιγμή δεν χτυπούσε μανιωδώς εμένα και τον συμμαθητή μου, που παλεύαμε στην αυλή ενώ είχε χτυπήσει το κουδούνι για την είσοδο μας στην τάξη. Κάτι που γίνεται δεκάδες χρόνια σε κάθε τόπο, από χιλιάδες παιδιά. Κάτω από τη μάσκα και την κάλυψη του παιδαγωγού, εκείνη την ώρα πάνω μου και στον συμμαθητή μου, εκτόνωνε τις προσωπικές αποτυχίες του. Τη γυναίκα του που δεν έκανε καλά, τα παιδιά του που δεν όριζε, τα οικονομικά προβλήματά του, τη δουλειά του που δεν απολάμβανε, τον ίδιο του τον εαυτό.

Το μεσημέρι, έφυγα αποσβολωμένος, περπατώντας στους άδειους δρόμους του ΄73. Έβρεχε. Κατά έναν περίεργο τρόπο, περπάτησα και δεν ξέρω πως, αλλά βρέθηκα σπίτι μου. Τώρα, έχω την αίσθηση ότι για πρώτη φορά σκεφτόμουν πού αληθινά βρισκόμουν, σε τι κόσμο, σε ποια αλήθεια και σε ποια επικινδυνότητα.

Από τη μια στιγμή στην άλλη, μια αθωότητα είχε τρέξει μακριά μου. Λες κι είχα μεγαλώσει απότομα. Όλα ήταν πιθανά να μου τύχουν. Είχα την εντύπωση μιας πρωτοεμφανιζόμενης αόριστης απειλής κι ενός φόβου.

Έφτασα στην πόρτα μου. Δεν μπήκα μέσα, έκατσα στο σκαλοπάτι. Δεν ήθελα να με δει η μάνα μου, δεν έφταιγε κι εκείνη, είχα αόρατη πληγή πάνω μου, μέσα μου. Η βροχή είχε δυναμώσει, είχα βραχεί. Έμεινα καθισμένος, αμίλητος, να προστατευτώ κάτω από την πόρτα και το λαμαρινένιο, βρεγμένο περβάζι.

Κάποια στιγμή, σήκωσα το κεφάλι ψηλά και το κοίταξα. Είδα μια σταγόνα να κρέμεται στην άκρη του. Μεγάλη σταγόνα, οβάλ σχήμα. Κάνει να πέσει, αγωνιά, κρέμεται, διστάζει, σφίγγει τη λαμαρίνα. Εκείνο που παρατήρησα ήταν η μοναξιά της. Μου θύμισε κάτι. Υπήρχαν κι άλλες σταγόνες, μα εκείνη ήταν μεγαλύτερη. Μάκραινε, μάκραινε, χαλώντας το σχήμα της. Στο τέλος δεν άντεξε, άφησε το περβάζι κι άρχισε να πέφτει αργά.

Σιωπή. Μουσική μοναξιά μιας κάθετης πορείας και προσμονή για μια σύγκρουση. Κατάλαβα ότι αν έσκαγε, θα διαλυόταν στο τσιμέντο της αυλής και θα χανόταν, ασήμαντη, χωρίς σχήμα ανάμεσα στις άλλες σταγόνες.

Άπλωσα το χέρι. Χτύπησε πάνω του, στάθηκε όρθια κι απλώθηκε αργά στη στεγνή παλάμη μου. Δεν της φαινόταν, αλλά χάνοντας το σχήμα της και παίρνοντας το σχήμα του χεριού μου, είδα ότι έκρυβε περισσότερο νερό τ’ ουρανού απ’ ότι έδειχνε. Την κοίταξα, την έσφιξα, σήκωσα το χέρι και την πασάλειψα στο πρόσωπό μου.

Αργά, στάθηκα όρθιος. Κάτι είχε γίνει. Ένιωθα πιο σίγουρος και δεν είχα καταλάβει γιατί. Μπήκα στο σπίτι. Δεν είπα τίποτα στη μάνα μου. Της το είπα την άλλη μέρα το μεσημέρι. Ο πατέρας αφηνίασε κι αν η ψυχή της μάνας δεν ήταν κρύσταλλο και τέμπλο εκκλησιάς μαζί, η εξέλιξη για τον δασκαλάκο θα ήταν δύσκολη. Εκείνη, μόνο ένα γράμμα έστειλε ένα πρωί στο γραφείο του, σε άσπρο χαρτί, με δυο σκαλιστές λέξεις πάνω του.

Η αφορμή

Το «Τανγκό της Βροχής» το ξεκίνησα πριν πέντε χρόνια, το 2010. Ήμουν 47 ετών. Μια Τετάρτη πρωί, έβρεχε. Καθόμουν στο σαλόνι μου κοιτώντας έξω, λίγο βαρύς, στενοχωρημένος από ένα πρόβλημα, όχι συνηθισμένο, που με λύγιζε και με ψιλοράγιζε. Κοιτούσα τις σταγόνες που έσκαγαν στα πλακάκια του μπαλκονιού μου, λες και τα ανασήκωναν ελαφρά.

Σήκωσα το κεφάλι μου κι είδα δυο σύννεφα στον ουρανό. Τα κτυπούσε ένας κρυμμένος εναπομείνας ήλιος. Πάλευε μαζί τους. Είχαν πάρει ουράνιες φωτεινές αποχρώσεις. Έμοιαζαν σφιχταγκαλιασμένα και μες στην κίνηση της μικρής καταιγίδας, χόρευαν ένα ουράνιο τανγκό.

Σηκώθηκα, άνοιξα την μπαλκονόπορτα, βγήκα έξω και στάθηκα κάτω απ’ το τσιμεντένιο περβάζι του μπαλκονιού. Σταγόνες κρέμονταν στην άκρη του. Πέφταν. Άπλωσα το χέρι μου έξω στη βροχή. Μερικές κτύπησαν πάνω του. Είπα να τις απλώσω στο πρόσωπό μου, δεν το ΄κανα. Με το άγγιγμά τους, μια σκέψη με χρώμα που κόντραρε το γκρίζο τ’ ουρανού, κύλησε μπρος μου. Ένιωσα καλύτερα.

Ήταν σαν μια στιγμιαία αυτοσυγκέντρωση, μικρή άσκηση ουράνιας ηρεμίας κι ανεπαίσθητη μεταμόρφωση. Πήρα μια καθαρή υγρή αναπνοή και δυο δυνάμεις. Πίσω απ’ τα σύννεφα, συνέχισε να κρύβεται ο ήλιος.

Άγνωστο γιατί, τόσο απλά, μ’ ένα άγγιγμα και δυο σκέψεις, τριάντα επτά χρόνια μετά από εκείνη τη μέρα στο σχολείο, η βροχή είχε αλλάξει τη διάθεσή μου, αυξάνοντας τις όποιες αντοχές μου. Ήταν σαν μια μικρή κάθαρση, μια αναπάντεχη μικρή μεταμόρφωση. Αυτή, η από ουρανού δύναμή της, μου έδωσε το έναυσμα να σταθώ. Λίγες μέρες μετά, άρχισα να γράφω.

Το βιβλίο

«Μια βροχή, μια μαγική βροχή είναι έτοιμη να πέσει πάνω σε μια ξύλινη πόλη, να λειάνει τις γωνίες της και να μαλακώσει τις ψυχές της. Δίπλα της, στο βουνό του Δία που την κοιτά αιώνια, ο Διάβολος συναντά έναν καλόγερο και τον προειδοποιεί: «Ετούτη η βροχή, κάθε σταγόνα της, εμπεριέχει τον ίδιο τον Θεό και μια ψυχή. Φτάνει να σας αγγίξει στο πρόσωπο για ν’ αλλάξει τις ζωές σας».

Οι δώδεκα ιστορίες του βιβλίου εκτυλίσσονται μια βροχερή μέρα από τις 8:10 το πρωί έως τις 2:15 το μεσημέρι. Όποιον ήρωα αγγίζει η βροχή, μεταμορφώνει τις σκέψεις και τις πράξεις του προκαλώντας μια κάθαρση.

Δίπλα από την πόλη, στο βουνό του Δία που την κοιτά αιώνια, ο διάβολος συναντά έναν καλόγερο. Ένας κωφός πιανίστας παίζει τη μουσική του καθοδηγούμενος από βρόχινες σταγόνες, ένας φούρναρης μάχεται μια πόρνη, ένας γερο-Ινδός διδάσκει ένα παιδί, ένα αυτιστικό κορίτσι συναντά τη ντίβα Μαρία Κάλλας, μια μάγισσα «κερνά» μια συνάντηση σε μια νεαρή γυναίκα με τον νεκρό άνδρα της, ένας φωτογράφος απαθανατίζει μια εγκυμονούσα Μόνα Λίζα, ένας σχιζοφρενής χορευτής χορεύει ένα μαγικό τανγκό με τη βροχή. Η έκβαση και το τέλος αυτών και των άλλων ιστοριών, καθορίζονται από το άγγιγμα μιας σταγόνας βροχής στα πρόσωπα των ανθρώπων.

Πρέπει να πω ότι το βιβλίο πραγματεύεται θέματα διαχρονικά όπως η φιλία, η συντροφικότητα, ο θάνατος, η αρρώστια, ο έρωτας αλλά και εξίσου το επίκαιρο θέμα των οικονομικών μεταναστών.

Πιστεύω ότι τα αίτια και οι αφορμές για ένα βιβλίο μπορεί να είναι πολλές, συνειδητές ή ασυνείδητες.  Ίσως παρατηρηθεί ότι πάντα επιδιώκω ένα δίδαγμα, που σαν βάση έχει το συναίσθημα. Φυσικά, είναι η προσωπική μου άποψη. Έχω την αίσθηση ότι, χωρίς την επιδίωξη ενός διδάγματος, κάπου χάνεται το ερέθισμα της γραφής.

Συγχρόνως, βέβαια, είναι και μια μορφή αυτοψυχανάλυσης και διερεύνησης, τόσο των δικών μου απόψεων όσο και των άλλων ανθρώπων. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι στο χέρι του αναγνώστη να κρίνει και να ερμηνεύσει με τον δικό του τρόπο και τη δική του άποψη, τις ιστορίες του βιβλίου.

 «Οι τελευταίες σταγόνες της βροχής ακουγόταν σαν αποχαιρετισμός. Σαν το τέλος μιας μουσικής κι ενός παθιασμένου χορού. Του φάνηκε ότι η βροχή χόρευε τα τελευταία βήματα ενός αιώνιου πάθους, με παρτενέρ της ανθρώπους πολλούς, διαφορετικούς, μα τόσο ίσους».


(2015) Το τανγκό της βροχής, διήγημα του Στέλιου Βισκαδουράκη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης (σελ. 245)

«Ένας κωφός πιανίστας παίζει τη μουσική του, καθοδηγούμενος από βρόχινες σταγόνες στη γυμνή πλάτη του. Ένας φούρναρης μάχεται μια πόρνη, παλιό απωθημένο του. Ένας γέρο-Ινδός διδάσκει ένα παιδί. Ένα αυτιστικό κορίτσι συναντά τη ντίβα Μαρία Κάλλας. Μια μάγισσα «κερνά» μια συνάντηση σε μια νεαρή γυναίκα με το νεκρό άνδρα της. Ένας φωτογράφος απαθανατίζει μια εγκυμονούσα Μόνα Λίζα. Ένας σχιζοφρενής χορευτής αγκαλιάζει τη βροχή και χορεύει μαζί της ένα μαγικό τανγκό.

Η έκβαση και το τέλος αυτών κι άλλων ιστοριών καθορίζονται από το άγγιγμα μιας σταγόνας βροχής στα πρόσωπα των ανθρώπων.
Γιατί, ετούτη η βροχή, είναι μια αιωνιότητα σε μια στιγμή η μια στιγμή σε μια αιωνιότητα.
Δηλαδή, είμαστε εγώ, εσύ… Δηλαδή, είμαστε Εμείς…»

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/biblio/tangko-tis-broxis

Παν+τέλος

2013051510283550_0

Το φαινόμενο Παντελής Παντελίδης, δεν έγινε τυχαία λαϊκό είδωλο. Κατάφερε να εκφράσει με τον δικό του τρόπο πολλούς νέους, όταν δεν υπήρχε κανείς σύγχρονός τους να το καταφέρει.

Και τους εξέφρασε, όχι απαραίτητα με το γενικό νόημα των στίχων του, αλλά κυρίως με τη στάση της ζωής του: Ένας άνθρωπος που άφησε το Ναυτικό και το Δημόσιο, για να κυνηγήσει το όνειρό του, για να είναι –κι όχι μόνο να κάνει- αυτό που αγαπάει, με κάθε ρίσκο, και τα κατάφερε.

Τους εξέφρασε το πείσμα για ζωή, για πάθος, για συναίσθημα, για όνειρα, για ελπίδα. Κατάφερε να τους νιώσει και να τους πείσει ότι «γίνεται». Ό,τι κι αν θελήσουν, γίνεται, γίνεται, γίνεται. Και μάλιστα χωρίς πλάτες. Γίνεται μ’ αξιοπρέπεια, γίνεται με περηφάνια, γίνεται με γενναιοδωρία.

Και τους εξέφρασε, ακόμα, γιατί αν αυτοί οι ίδιοι στίχοι του δεν περιέκλειαν κάποιο τεράστιο βαθύ νόημα, περιέκλειαν πάντα μια αλήθεια.

Χρόνια τώρα ασχολούμαι με αυτή την αλήθεια, και υποστηρίζω την αυτοβιογραφική φωνή του κάθε ανθρώπου είτε είναι καλλιτέχνης (μεγάλος ή μικρός), είτε είναι ένας απλός άνθρωπος που θέλει να εκφραστεί και κυρίως να μοιραστεί τα βιώματά του. Κι αν δεν το κάνει ο ίδιος, θα το κάνει κάποια στιγμή κάποιος καλλιτέχνης γι΄ αυτόν.

Αυτό έκανε κι ο τριανταδυάχρονος Παντέλος. Μιλούσε ειλικρινά, με την ψυχή του για κάποια από εκείνα που ήθελαν να πουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Καθημερινά, απλά πράγματα της ζωής, έρωτες ή πίκρες, που άφηναν την λοβοτομημένη πραγματικότητα της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα και παντού, απ’ έξω.

Κι αν δεν ήταν Καβάφης, ήταν όμως άνθρωπος. Γιατί δυστυχώς έχει γεμίσει ο τόπος καλλιτέχνες που έχουν χάσει την ανθρώπινη διάσταση, κι έχουν κρατήσει μόνο την καλλιτεχνική τους φόρμα. Αόρατοι δημιουργούν, αόρατοι ζουν, αόρατοι σιωπούν, ενώ γύρω μας όλα ουρλιάζουν.

Οι νέοι πάντα κρατάνε ορατά ακόμα μέσα τους τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους, γι’ αυτό ίσως και ψάχνουν εκείνους τους καλλιτέχνες που θα τα αναδείξουν, θα τα δικαιώσουν.

Όταν ήμασταν κάποιοι από εμάς κάποτε νέοι, υπήρχαν καλλιτέχνες πάρα πολύ καλοί, και πάντα θα υπάρχουν, αθάνατοι, που τιμούσαν το ανθρώπινο γένος, το βίο και την πολιτεία μας μέσα από την τέχνη τους, κυρίως όμως καλλιτέχνες που έρχονταν από το παρελθόν.

Γι’ αυτό ψάχναμε να βρούμε και τους σύγχρονούς μας να μιλήσουν, όχι μόνο γενικά για τα ανθρώπινα, ή και για πάνω από αυτά, αλλά για μας τους ίδιους, για τη γενιά μας, γι’ αυτά που εμείς ζούσαμε, μόνο εμείς.

Έτσι θα ψάχνουν πάντα οι νέοι κάποιους «δικούς» τους να μιλήσουν για όσα ζουν, να τους ανακηρύξουν δικούς τους, όχι μόνο για τους στίχους και τη μουσική τους αλλά κυρίως για το παράδειγμα της ζωής τους.

Αυτό δεν το καταλαβαίνουν πολλοί νέοι καλλιτέχνες. Ότι δεν φτάνει η φωνή, δεν φτάνει ο στίχος και η μουσική, δεν φτάνει η τέχνη. Είναι πιο σημαντικός ο τρόπος ζωής του κάθε καλλιτέχνη, το ήθος και το ύφος του, η αυθεντικότητα και αυτό που εκπέμπει στον κόσμο, που μέσα από τη «φωνή» του έρχεται στο φως. Είναι το ίδιο το φως που εκπέμπει. Η τέχνη είναι ένα όχημα. Το θέμα είναι ποιος και πως το καβαλάει.

Και το όποιο φως αυτού του παιδιού, όσο κι αν δεν ήταν για πολλούς ορατό, τώρα που έσβησε με αυτόν τον τραγικά εκκωφαντικό τρόπο, έγινε αντιληπτό.

Όσο για τα βουνά τα λουλούδια, σήμερα θα χαίρονται όσοι πρόλαβαν να τον ράνουν, και καθόλου δεν τους φαίνεται υπερβολή. Γιατί όλα αυτά ξέρουν όλοι οι απλοί άνθρωποι ότι κάτι συμβολίζουν. Και το ίδιο εύχομαι να κάνουν κι αύριο στην κηδεία του, μαζί με ένα τραγούδι του.

Μου είχαν πει κάποτε, πως όταν ο Μητροπάνος τελείωνε το πρόγραμμά του, έφευγε και πήγαινε ξημερώματα στα σκυλάδικα της Εθνικής οδού. Γιατί να είχε αυτή την ανάγκη ένας τόσο μεγάλος λαϊκός καλλιτέχνης; Τι είχε να του πει ή να του δώσει, ένα σκυλάδικο με κυρίως άγνωστους διασκεδαστές, άραγε; Ας αναρωτηθούμε.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την παιδεία μας, για τον πολιτισμό μας, για το πόσο η μουσική ενώνει ή χωρίζει τους ανθρώπους, τους πάει μπροστά ή τους κρατάει πίσω. Μα πάνω από όλα θα πρέπει να μιλήσουμε για το ότι η τέχνη μας αρέσει δεν μας αρέσει εκφράζει τα πρόσωπά μας στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Κι αυτά τα πρόσωπα δεν είναι μονοδιάστατα. Τα συνθέτει ένα μεγάλο πασλ από αντιφατικά και ξεχωριστά ή άγνωστα κομμάτια. Γι’ αυτό λίγος σεβασμός στη διαφορετικότητα, όσο και στο άγνωστο.

Λοιπόν, Παντέλο. Έσπασε άγρια στα δύο το μπρελόκ σου, χώρισε βίαια το παν από το τέλος. Κρίμα, μεγάλο κρίμα, για ένα τόσο ζωντανό και νέο παιδί. Καλό σου ταξίδι, και να ξέρεις ότι πήραμε κάποιοι ένα μήνυμα. Ότι το παν …γίνεται, με αγάπη, με πάθος, με ειλικρίνεια, με γενναιότητα. Το παν γίνεται αν δεν προδώσουμε τα όνειρά μας. Το πήραμε το μήνυμα γι’ αυτό δεν θα σε ξεχάσουμε. Ήταν η αλήθεια σου που μας βοήθησε να το καταλάβουμε, ακόμα κι αν την άφησες να την δούμε ως έναν βαθμό, όσο πρόλαβες. Για φαντάσου αν…

Κρυσταλία Πατούλη

ΥΓ1. Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένεια και στους οικείους του και καλή τους δύναμη. Και περαστικά γρήγορα στα δυο κορίτσια.

ΥΓ2. Το μήνυμα από τη ζωή σου. Γιατί το μήνυμα από το θάνατό σου, θα το πάρουμε μετά τα πορίσματα των ερευνών…  και τις καταθέσεις.

ImageHandler.ashx

ΥΓ.3: (21/2/16). Όταν συνεργάστηκε ο Μητροπάνος με την Πέγκυ Ζήνα, είχα φρίξει. Φυσικά δεν είχα πάει να τον δω και να τον ακούσω και δεν του το συγχώρεσα ποτέ. Μέχρι σήμερα, που κάτι επιτέλους κατάλαβα, και που είδα όλον αυτόν τον ρατσισμό απέναντι σε έναν νεκρό, που ακόμα δεν τον είχαν θάψει. Υπάρχουν ένα κάρο έντεχνα σκουπίδια, κλασσικά λαϊκά, ροκ, και ότι άλλο είδος θέλετε βάλτε μέσα ελληνικό ή ξένο, ακόμα και ρεμπέτικα σκουπίδια, αλλά μας φταίνε μόνο τα σκυλάδικα και τα καψουροτράγουδα που τα αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι, όπως και όσους τα υπηρετούν. Καλά κάνουμε και σιχαινόμαστε τους μπράβους της νύχτας, τη μαφία, και ότι είναι από πίσω τους. Καλά κάνουμε και σιχαινόμαστε όσους τα εκμεταλλεύονται. Αλλά να έχουμε τόσο κόμπλεξ απέναντι σε ένα νέο παιδί, που έτσι όπως ήξερε, μπορούσε και ήθελε εκφράστηκε, και χωρίς πλάτες έγινε ότι έγινε, και μάλιστα να κάνουμε επίθεση έμμεσα ή άμεσα τη στιγμή που μόλις έχει σκοτωθεί, είναι έως και παθογένεια. Αν έχουμε τα κότσια ας καθίσουμε να σκεφτούμε γιατί τόσος κόσμος ακούει αυτα τα τραγούδια. Τι θέλει να πει ένας απλοίκός στίχος τους, που βγάζουμε φλύκταινες κάποιοι από εμάς όταν τον ακούμε, όπως για παράδειγμα «Μα για φαντάσου όλα τα ρούχα μου/ Να λείπουν απ’ τα σχοινιά σου…» και γιατί κάνει τόσο πολύ κόσμο να συγκινείται; Ακόμα και όσοι κρύβονται πίσω από την βαριά κουλτούρα και τον Ουμπέρτο έκο, λίγο καταλαβαίνουν. Το φαινόμενο Παντελίδη, και κάθε τέτοιο φαινόμενο, δεν είναι τόσο απλοϊκό όσο φαίνεται. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, ακόμα για να καταλάβουμε. Και δεν μιλάω έξω από το χορό, διότι υπήρξα και 20 χρόνια περιστασιακά -από επιλογή- στο τραγούδι, υπηρετώντας τα απέναντι είδη μουσικής από αυτό που ανήκε ο συγκεκριμένος. Ας καθίσουν οι κοινωνιολόγοι να ασχοληθούν, αλλά είναι έως και ηλιθιοτητα να υποτιμάμε τα φαινόμενα και τα γεγονότα. Ότι συμβαίνει κάτι δείχνει κάτι καθρεφτίζει. Αν δεν θέλουμε να το δούμε και να το κατανοήσουμε, αυτό ακριβώς μας πάει πίσω, και όχι αυτό που συμβαίνει μπροστά μας και ουρλιάζει να το δούμε εμείς οι κουλτουριάρηδες τυφλοί.