Το νόημα της ζωής ενάντια στους νόμους των ευρωπαίων σενγκενιστών

First-Step-in-Europe-1Οι σημαντικότεροι πόλεμοι δεν στηρίζονται στα όπλα, ούτε εξαρτώνται απ’ αυτά. Είναι εκείνοι οι αγώνες που γίνονται για την ανθρωπιά, για τη συνύπαρξη, για τη δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια.

Ένας τέτοιος αγώνας λαμβάνει χώρα στα νησιά του Αιγαίου και ίσως είναι από τους σημαντικότερους – αν όχι ο πιο σημαντικός – στην Ιστορία της ανθρωπότητας, ενάντια στους νόμους, ως άλλη Αντιγόνη, ενάντια στους νομοταγείς ευρωπαίους σενγκενιστές και όχι μόνο.

Κι ούτε το Νόμπελ, ούτε κανένα βραβείο δεν μπορεί να φτάσει το ανάστημά του. Η προσφορά των νησιωτών και των εθελοντών για τους πρόσφυγες του Αιγαίου, δεν έχει ανάγκη τα βραβεία, αλλά τα βραβεία έχουν ανάγκη αυτή την προσφορά.

Λέγεται ανθρώπινη αγκαλιά και είναι η απαρχή της ζωής, το νόημα και ο σκοπός της. Αυτό είναι η ζωή και τίποτε άλλο δεν είναι, πείτε στους σοφούς που ψάχνονται αιώνες. Μια αγκαλιά είναι η ζωή που μας χωράει όλους. Ανοίγει τα χέρια χαμογελά και περιμένει μόνο να την τιμήσουμε.

Τασούλα Βερβενιώτη: Πέρα από την «επιτάχυνση της Ιστορίας» είναι και το «βάρος» της Ιστορίας που κουβαλάμε

194457-jzusa15-0385-fig08[…] Εκτός που οι άνθρωποι θέλουνε χρόνο να αφομοιώσουν όλα αυτά τα τρομερά πράγματα που τους συμβαίνουν, πέρα δηλαδή από την «επιτάχυνση της Ιστορίας» είναι και το «βάρος» της Ιστορίας που κουβαλάμε.  Και πιο συγκεκριμένα, το τραύμα του εμφυλίου, τα δίπολα στη σκέψη και τη δράση μας. Και όσο αυτό το πράγμα δεν το λύνουμε, όσο δεν μπορεί να το διαχειριστεί η κοινωνία, και όσο δεν το αντιμετωπίζει ανοιχτά, με ειλικρίνεια, τόσο θα δυσκολευόμαστε να φτιάξουμε και μια καινούργια πρόταση ζωής […] Η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το φαινόμενο της επιτάχυνσης της Ιστορίας που συμβαίνει τα τελευταία 5 χρόνια στην Ελλάδα, συμμετέχοντας στην Έρευνα για την κρίση.

Κρ.Π.: Από το 2010 κάθε ένα χρόνο περίπου, αλλάζει η κυβέρνηση (ή η σύστασή της) στην Ελλάδα. Έχει ξανασυμβεί ιστορικά, και τι μπορεί να σημαίνει;

Τ.Β.: Από όσο ξέρω δεν έχει ξανασυμβεί. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ιστορικούς, σε περιόδους κρίσης, παρατηρείται το φαινόμενο της «επιτάχυνσης της Ιστορίας» (acceleration of History), κατά το οποίο η ταχύτητα των γεγονότων είναι πολύ μεγάλη. Γεγονότα δηλαδή που συνήθως συμβαίνουν μέσα σε πέντε ή δέκα ή είκοσι χρόνια, συμβαίνουν σε ένα, δύο ή τρία.

Ας κοιτάξουμε τι έγινε το 2015. Έχουμε δύο εκλογικές αναμετρήσεις και ένα δημοψήφισμα, τα capital controls, το 3ο μνημόνιο, μια διάσπαση στο κυβερνητικό στρατόπεδο, μια εμφανής δυστοκία να εκλέξει το κόμμα της αξιωματικής  αντιπολίτευσης αρχηγό και καπάκι σε όλα αυτά το προσφυγικό με πρωτοφανείς ροές ανθρώπων προς την Ευρώπη και καθημερινούς σχεδόν θανάτους στο Αιγαίο.

Όλα αυτά είναι πάρα πολλά! Είναι πολύ δύσκολο για τους ανθρώπους της όποιας κοινωνίας- όχι μόνο της ελληνικής- να τα εντάξουν στη συλλογιστική τους, να κατανοήσουν τη σημασία τους και να αφομοιώσουν τόσο πολλά γεγονότα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα.

Κρ.Π.: Και οι κυβερνήσεις αλλάζουν μετά από μαζικές κινητοποιήσεις-εξεγέρσεις: Αγανακτισμένοι, διαμαρτυρία για το κλείσιμο της Ερτ, κλπ.

Τ.Β.: Λόγω αυτού του γρήγορου ρυθμού των γεγονότων το κίνημα των αγανακτισμένων φαντάζει σήμερα ως μακρινό παρελθόν, παρόλο που η επίδρασή του ήταν καίρια στις μετέπειτα εξελίξεις, όπως και το κλείσιμο της ΕΡΤ αλλά και η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, θα έλεγα, το Σεπτέμβρη του 2013, ότι αποτελούν ιστορικές τομές.

Υπάρχουν λοιπόν φάσεις στην ανθρώπινη ιστορία που τα γεγονότα εξελίσσονται με πάρα πολύ μεγάλη ταχύτητα και οι αλλαγές που συντελούνται είναι πολλές και περισσότερο ευδιάκριτες στο πολιτικό επίπεδο παρά στο επίπεδο της συνειδητοποίησής τους από τους ανθρώπους, γιατί δεν έχουν το χρόνο να τις αφομοιώσουν.

Είναι αλήθεια ότι οι αλλαγές αυτές είναι πιο εύκολα μετρήσιμες στο πολιτικό επίπεδο, γιατί εύκολα αποτυπώνεται στον πολιτικό χάρτη ένα κόμμα που στις εκλογές του 2009 πήρε 42,93%, ενώ το 2015 μόνο το 4,68 των ψήφων. Οι αλλαγές όμως στο επίπεδο των νοοτροπιών, των συμπεριφορών ή των στερεοτύπων ούτε είναι εύκολα μετρήσιμες, ούτε εύκολα γίνονται.

Μπορούμε όμως να πούμε με βεβαιότητα ότι η βιαιότητα με την οποία τα «μέτρα λιτότητας» επιβλήθηκαν, διαφοροποίησε το πλαίσιο αναφοράς των ανθρώπων, τις καθημερινές τους συνήθειες, τον τρόπο που ζούσαν, δρούσαν και σκέφτονταν, με αποτέλεσμα και την αλλαγή της ταυτότητάς τους.

Κρ.Π.: Ο τρόπος ζωής είναι ο πολιτισμός. Άρα αυτή τη στιγμή γίνεται μια επιτάχυνση της Ιστορίας, μια επιτάχυνση και  αλλαγή του τρόπου της ζωής μας, άρα του πολιτισμού μας. Όμως, προς τα πού;

Τ.Β.: Αυτό δεν το ξέρουμε, γιατί η κατάσταση είναι ακόμα ρευστή και εκρηκτική, όπως η λάβα ενός ηφαιστείου. Αυτό που θεωρώ δεδομένο και νομίζω ότι το έχουν συνειδητοποιήσει και οι περισσότεροι, είναι ότι το κράτος έτσι όπως ήταν δομημένο πρέπει να αλλάξει. Ήταν ένα κράτος πελατειακό. Και το ασφαλιστικό σύστημα και το φορολογικό, όλα είχαν χτιστεί πάνω σε ένα πελατειακό σύστημα.

Σε αυτό το πελατειακό κράτος, κάποια κοινωνική ομάδα ή κάποιο άτομο ή κάποια μερίδα εργαζομένων, κατάφερνε ενίοτε και με διάφορους τρόπους να αποσπάσει μια ευνοϊκή ρύθμιση. Τούτη την ώρα, λόγω της κρίσης, αυτό δεν μπορεί να γίνει.

Χρειαζόμαστε για παράδειγμα ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα και ένα βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα. Αυτό όμως, είναι πάρα πολύ δύσκολο να επιτευχθεί. Όχι γιατί δεν έχουμε επιστήμονες με αίσθηση κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά γιατί είχαν ανοίξει τόσα παραθυράκια στους νόμους, που στην πραγματικότητα οποιοσδήποτε καθίσει να το φτιάξει –από τα πράγματα- θα αδικήσει κάποιους, κάποιες κοινωνικές ομάδες, που φαινομενικά δεν θα φταίνε.

Οι αγρότες έχουν κατεβάσει τα τρακτέρ τους στους δρόμους, γιατί αισθάνονται ότι αδικούνται με τη φορολογία που τους επιβάλλεται, η οποία όμως είναι μικρότερη από αυτήν που προ-πληρώνουν οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι. Η αλλαγή όμως στη φορολογία αλλάζει όλο τον τρόπο ζωής τους και αυτό δεν μπορεί να γίνει εύκολα αποδεκτό.

Στην αρχή της κρίσης, θα έλεγα, ότι ήταν πιο εμφανής η αντίθεση, φαινόταν πιο καθαρά πως η μία κοινωνική ομάδα ήταν εναντίον της άλλης, π.χ. αυτοί που ήταν στο δημόσιο εναντίον του ιδιωτικού τομέα ή το αντίθετο.

Παρόλο όμως που η κρίση όλο και βαθαίνει και διαλύει την καθημερινότητα μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων -που δεν μπορούν πια να τα βγάλουν πέρα- δεν παρατηρείται μια αντίστοιχη συσπείρωση με βάση το κοινό, το συλλογικό συμφέρον.

Κρ.Π.: Όπως π.χ. συνέβη στην Αντίσταση με το ΕΑΜ;

Τ.Β.: Το ΕΑΜ διεξήγαγε έναν εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και το κοινωνικό ζήτημα, την αλλαγή της κοινωνίας, το έθετε για μετά το τέλος του πολέμου, και σε αυτή τη βάση, ναι, είχαν συσπειρωθεί πολλοί άνθρωποι.

Στις μέρες μας όμως οι άνθρωποι συσπειρώνονται στη βάση του «να μη χάσω τα προνόμιά μου». Και μέχρι ένα σημείο έχουν δίκαιο.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι αδυνατούν να ‘συνομιλήσουν’, να συνεργαστούν με άλλες κοινωνικές ομάδες ώστε να συν-διαμορφώσουν το κοινό τους μέλλον, ένα όραμα, μια πρόταση ζωής για την μετά την κρίση εποχή.

Σίγουρα δεν είναι κάτι εύκολο ή απλό μια πρόταση για το πώς να ζούμε, για τον πολιτισμό. Ωστόσο μοιάζει να μην έχει τεθεί ακόμα στο τραπέζι, στη δημόσια συζήτηση και αναζήτηση. Γιατί, εκτός που οι άνθρωποι θέλουνε χρόνο να αφομοιώσουν όλα αυτά τα τρομερά πράγματα που τους συμβαίνουν, πέρα δηλαδή από την «επιτάχυνση της Ιστορίας» είναι και το «βάρος» της Ιστορίας που κουβαλάμε.  Και πιο συγκεκριμένα, το τραύμα του εμφυλίου, τα δίπολα στη σκέψη και τη δράση μας: οι καλοί και οι κακοί, οι δικοί μας και οι ‘άλλοι’, ο φόβος και η καχυποψία για τον ‘άλλο’, το μη δικό ‘μας’, που οδηγεί στην αδυναμία να προσπαθήσουμε να τον ακούσουμε, να συζητήσουμε, να συνεργαστούμε. Και όσο αυτό το πράγμα δεν το λύνουμε, όσο δεν μπορεί να το διαχειριστεί η κοινωνία, και όσο δεν το αντιμετωπίζει ανοιχτά, με ειλικρίνεια, τόσο θα δυσκολευόμαστε να φτιάξουμε αυτή την καινούργια πρόταση ζωής.

Έχουμε λοιπόν από τη μια μεριά την επιτάχυνση της ιστορίας και από την άλλη το βάρος της ιστορίας που μας εμποδίζει όχι μόνο να κάνουμε κριτική (γιατί αυτόματα θα περάσουμε στο στρατόπεδο των εχθρών) αλλά ούτε και αυτοκριτική (γιατί θα μας ακούσουν οι εχθροί) που εμποδίζει την επικοινωνία και τη συνεργασία.

Ακόμα και καλοπροαίρετοι άνθρωποι, εάν διατυπώσεις μια αντίθετη με αυτούς άποψη αισθάνονται ότι απειλούνται και εάν επιμείνεις σε κατατάσσουν στο στρατόπεδο των ‘άλλων’, των εχθρών. Μπορεί και να σταματήσουν να σου μιλάνε ή να θεωρήσουν ότι τους έβαλες «στο μάτι».

Η κοινωνία μας δεν ξέρει να συνεργάζεται, δεν ξέρει να συζητάει, δεν ξέρει να μιλάει ανοιχτά, ξέρει να τα λέει από πίσω ή να φωνάζει και να βρίσκει αντίπαλους, ή να είναι στο μαύρο ή να είναι στο άσπρο. Αυτός π.χ. που ήταν πριν σύντροφος γίνεται προδότης γιατί άλλαξε γνώμη.
Όλες σχεδόν οι συλλογικότητες που δημιουργήθηκαν στη διάρκεια της κρίσης και εξαιτίας της κρίσης και στις οποίες συμμετέχουν άνθρωποι με υψηλό επίπεδο κοινωνικής συνείδησης, έχουν τουλάχιστον μια διάσπαση στο ενεργητικό τους. Πολύ επώδυνη για τους περισσότερους.

Κρ.Π.: Δηλαδή βλέπεις ένα κομμάτι της κοινωνίας το οποίο τα δίνει όλα και ξαφνικά κι αυτό το κομμάτι υστερεί στο θέμα «συνεργάζομαι», «προσπαθώ να κατανοήσω τι μου λέει ο άλλος»;

Τ.Β.: Ναι, υπάρχει μια δυσκολία επικοινωνίας και θεωρώ ότι αυτή η δυσκολία έχει σχέση και με τον εμφύλιο, έχει σχέση με το ότι φτιάξαμε δίπολα μέσα στη σκέψη μας, ο δικός και ο άλλος, ο κακός και ο καλός.

Θεωρώ ότι εξαιτίας του εμφυλίου και αυτού του διχασμού της κοινωνίας η Αριστερά δεν μπόρεσε ποτέ να ανεχτεί την αντιπολίτευση, τον άλλο λόγο, δεν μπόρεσε να δεχτεί κριτική, και να κάνει αυτοκριτική. Να μιλήσει καθαρά: τι έκανε λάθος, τι σωστό, τι πρέπει να κάνουμε παρακάτω, τέτοια πράγματα.

Η  κοινωνία έζησε πολλές δεκαετίες διχασμένη και η κοινωνική μνήμη της ήταν διχασμένη, με αποτέλεσμα να διαμορφωθούν νοοτροπίες και συμπεριφορές οι οποίες μεταβιβάστηκαν και στις επόμενες γενιές. Επιπλέον, το ελληνικό κράτος ποτέ δεν ήταν φιλικό προς τους πολίτες, κυρίως προς αυτούς που δεν θεωρούσε ‘δικούς του’. Για μεγάλο διάστημα οι αριστεροί ήταν πολίτες β’ κατηγορίας.

Αξίζει όμως να σημειώσουμε ότι οι συλλογικότητες της αριστεράς που διαμορφώθηκαν σε μια άλλη εποχή κρίσης, τη δεκαετία του ‘40, είχαν να αντιμετωπίσουν έναν εξωτερικό εχθρό. Η συσπείρωση επιτυγχανόταν λόγω της ύπαρξης του εχθρού. Και είχαν τη μορφή της πυραμίδας: κάποιοι –λίγοι- αποφάσιζαν και κάποιοι –πολλοί- εκτελούσαν τις αποφάσεις

Η σημερινή κοινωνία είναι διαφορετική και δεν μπορεί να παράγει τέτοιου είδους σχήματα. Ωστόσο αναπαράγει παρόμοιες συμπεριφορές. Όποιος διαφωνεί –σε αρκετές περιπτώσεις- θεωρείται ότι υποστηρίζει τον εχθρό, ότι είναι προδότης. Γι’ αυτό και οι διαφορετικές απόψεις που υπάρχουν δεν μπορούν να συνομιλήσουν μεταξύ τους. Δεν υπάρχει διάλογος ή δυνατότητα συνεργασίας.

Η κρίση όμως επιβάλει επιτακτικά να διαμορφωθεί μια άλλη πρόταση ζωής. Αυτό μας λείπει, μια άλλη πρόταση ζωής η οποία πάει μαζί με την αλλαγή της κοινωνίας, του κράτους, των θεσμών, των δομών.

Προϋπόθεση να επιτευχθεί θεωρώ ότι είναι να φτιαχτεί ένα άλλο αφήγημα για το παρελθόν, που θα αφορά τόσο το αρχαίο (τους ένδοξους προγόνους μας) όσο και το πιο πρόσφατο (τους ήρωες – μάρτυρες). Πρόκειται για μια διαδικασία κοινωνικής ενηλικίωσης –ίσως μακρόχρονη- που θα επιτρέψει στην κοινωνία να διαμορφώσει τη νέα πρόταση ζωής της.

Δεν μπορώ να αρνηθώ ότι σε κρίσιμες στιγμές κάποιοι άνθρωποι ήταν έτοιμοι να δώσουν ή έδωσαν και τη ζωή τους γιατί πίστευαν ότι έτσι η κοινωνία θα προχωρήσει, θα γίνει σωστότερη, δικαιότερη. Αυτό αξίζει να το θυμόμαστε και αξίζει να μνημονεύουμε αυτούς τους ανθρώπους.
Το αρνητικό στην περίπτωση αυτή είναι η θυματοποίηση. Το να εμφανίζεται κάποιος ως θύμα ή ως εκπρόσωπος των θυμάτων, σημαίνει ότι αυτός θεωρεί ότι δεν φταίει, ότι αρνείται κάθε ευθύνη. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι ταυτόχρονα θύτες και θύματα και πρέπει να αναλαμβάνουν τις ευθύνες που τους αναλογούν.

Και δεν νομίζω ότι η Δεξιά είναι έξω από το τραύμα του εμφυλίου, ή ότι βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση, γιατί αυτή έφτιαξε το πελατειακό κράτος και εν μέρει είναι ακόμα δικό της. Η κρίση όμως δεν της επιτρέπει να χρησιμοποιήσει τους μηχανισμούς του, όπως πριν.

Δυσκολεύτηκαν πολύ να εκλέξουν  πρόεδρο. Και τόσους μήνες δεν είχαμε αξιωματική αντιπολίτευση, που για μία δημοκρατία είναι πολύ ουσιαστικό. Και από ότι έγραφαν τα ρεπορτάζ απειλήθηκε και εκεί να γίνει διάσπαση. Ο νέος πρόεδρος, παρόλο που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις πάει πολύ καλά, θα αντιμετωπίσει προβλήματα μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Από εκεί θα κριθεί.

Κρ.Π.: Σήμερα γίνονται πολλές κινητοποιήσεις των αγροτών και έχουν στηθεί μπλόκα σε όλη τη χώρα. Τι έχεις να πεις;

Τ.Β.: Δεν είμαι δημοσιογράφος, ούτε συνδικαλίστρια, ούτε οικονομολόγος. Εάν κατάλαβα καλά όμως υπάρχει μια αδυναμία να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο αιτημάτων, μια πρόταση, και υπολογίζουν να το κάνουν την Τρίτη που θα έχουν γενική συνέλευση, ώστε να πάνε να μιλήσουν στη συνέχεια με τον πρωθυπουργό. Ελπίζω να τα καταφέρουν.

Ως απλή πολίτης, θα ήθελα να είναι περισσότερο ειλικρινείς. Δεν θα υποστηρίξω ότι η παραοικονομία είναι κάτι πολύ κακό, γιατί τίποτα δεν είναι ούτε εντελώς μαύρο, ούτε εντελώς άσπρο: η παραοικονομία βλάπτει σε μεγάλο βαθμό την πραγματική οικονομία, αλλά και χωρίς αυτήν θα είχαμε μεγαλύτερη φτώχεια και μεγαλύτερη πείνα –ίσως και θανάτους- εξαιτίας της κρίσης. Η κοινωνία βρίσκεται σε μια δύσκολη καμπή και οι επιλογές που θα κάνει θα επηρεάσουν άμεσα το μέλλον της. Καλή μας συνέχεια, λοιπόν.


Τασούλα Βερβενιώτη είναι ιστορικός και η ερευνητική της δραστηριότητα επικεντρώνεται στην κοινωνική ιστορία της δεκαετίας 1940-1950. Σπούδασε στο Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Aθηνών και έκανε το Διδακτορικό της στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με θέμα τη συμμετοχή των γυναικών στην Εαμική Αντίσταση. Η δουλειά αυτή εκδόθηκε το 1994 και επανεκδόθηκε το 2013 (Η γυναίκα της αντίστασης, Κουκκίδα). Το βιβλίο της Διπλό βιβλίο. Η αφήγηση της Σταματίας Μπαρμπάτση. Η ιστορική ανάγνωση τιμήθηκε το βραβείο Μαρτυρίας – Χρονικού 2004. Έχει πάρει μέρος σε πολλά συνέδρια και έχει γράψει πλήθος άρθρων σε συλλογικούς τόμους και ιστορικά περιοδικά στα ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Η πρόσφατη ιστορική της έρευνα αφορά τον ελληνικό εμφύλιο. Από το 2011 πρωτοστατεί στο Κίνημα της Προφορικής Ιστορίας στην Ελλάδα, οργανώνοντας σεμινάρια και ιδρύοντας Ομάδες Προφορικής Ιστορίας (ΟΠΙ) ο αριθμός των οποίων αυξάνεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς.

Δημοσιεύτηκε: http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/t-berbenioti-pera-apo-tin-epitaxynsi-tis-istorias-einai-kai-baros-tis-istorias-p

Διονύσης Χαριτόπουλος: Το Λιμάνι του Πειραιά ήταν η πύλη της Ελλάδας

14866_1_0«Το Λιμάνι του Πειραιά ήταν η πύλη της Ελλάδας  για ταξιδιώτες και εμπορεύματα και από τα μεγαλύτερα σε κίνηση και πιο φημισμένα του κόσμου΄ μα δεν θυμίζει καθόλου τα άλλα μεγάλα λιμάνια με τη σκυθρωπή βιομηχανική όψη, τα απομονωμένα από τη ζωή της πόλης»

Το Εκ Πειραιώς του ερευνητή και συγγραφέα Διονύση Χαριτόπουλου, σαν ένα λογοτεχνικό ντοκιμαντέρ αφηγείται την ιστορία του Πειραιά από το 1955 έως το 1967 και κατά συνέπεια το στίγμα του στη σύγχρονη ιστορία όλης της Ελλάδας, με τα μάτια ενός παιδιού που μεγαλώνει γύρω από το λιμάνι του. Στις μέρες μας που το λιμάνι του Πειραιά -ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης- ξεπουλιέται «μπιρ παρά» σε ξένους, ίσως αυτό το βιβλίο αποκτά μία επιπλέον αξία και σημασία.

Επιμέλεια Κρυσταλία Πατούλη

«Το λιμάνι είναι ο κοσμοπολίτης κάθε χώρας. Ο ψυχισμός των ανθρώπων που ζουν γύρω από τα μεγάλα λιμάνια του κόσμου, Μπουένος Άιρες, Μασαλία, Πειραιά, Νάπολη, διαφέρει αισθητά από των κατοίκων της ενδοχώρας΄ σαν να ξέρουν κάτι που οι άλλοι αγνοούν. Ίσως επειδή το καθημερινό νταραβέρι με τον έξω κόσμο τους κάνει πιο ανοιχτόμυαλους, ξυράφια, καθώς βλέπουν, ακούνε και γνωρίζουν πρώτοι όσα στις παραμέσα πόλεις θα μάθουν αργότερα ή και ποτέ στη ζωή τους»

Ο Χαριτόπουλος, γέννημα θρέμμα της πόλης, δίνει μυθιστορηματικά την ανθρωπογεωγραφία του Πειραιά αυτής της περιόδου και αποτυπώνει την ψυχή του μεγάλου λιμανιού, την ταυτότητα της κάθε συνοικίας και γειτονιάς, τους χαρακτήρες των γνωστών και άγνωστων πρωταγωνιστών της πόλης, των καθημερινών ανθρώπων, όλων αυτών που σημάδεψαν την ιστορία της.

«Στον αέρα βουίζει ένας αχταρμάς διαλέκτων από όλη τη χώρα΄ άντε να συνεννοηθούν μεταξύ τους Συμιακοί, Χιώτες, Τσιριγώτες, Κρητικοί, Πειραιώτες, καθένας φωνάζει και βρίζει στη γλώσσα του και όποιος καταλάβει κατάλαβε, βάρδα μην μπλέξουν και με τους λιμανίσιους ρεμπεσκέδες και αρχίσουν τη δική τους σολομωνική»

Όπως εξομολογείται στην προμετωπίδα του βιβλίου:

«Όλα μπορείς να τα κάνεις στον Πειραιά, όλα εκτός από το να κάνεις το ζόρικο. Δεν υπήρξε πιο άγρια πόλη για πενήντα εξήντα χρόνια πριν τον δεύτερο Πόλεμο΄ τα γκαγκστεριλίκια, τα πιστολίδια, τα μπουνίδια και τα μαχαιρώματα που βλέπουμε στις ταινίες, εκείνη την εποχή στον Πειραιά συνέβαιναν στην πραγματικότητα΄ όλοι κουβάλαγαν πιστόλι αν ήθελαν τη ζωή τους, ακόμα και οι νοικοκυραίοι κοιμόντουσαν με το όπλο κάτω από το μαξιλάρι, και τις νύχτες ξέσπαγαν αληθινές μάχες μεταξύ συμμοριών, νταήδων, λαθρεμπόρων, σωματέμπορων ενώ η αστυνομία μέτραγε ανήμπορη κάθε νύχτα “άνω των τριάντα πυροβολισμών ανά πέντε λεπτά”».

Το «παιδί» του Εκ Πειραιώς, γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά, δούλεψε σε πολλές χειρονακτικές δουλειές του λιμανιού και διηγείται τα όσα είδε, έμαθε και βίωσε.

«Πήρε το χαρτί και ανοίχτηκε στον κόσμο σαν οπλισμένος ανάμεσα σε άοπλους, αλλά χωρίς να το δείχνει».

«Ότι έκανε στο δημοτικό όταν σήκωνε χέρι ο δάσκαλος και μετά οι καθηγητές στο γυμνάσιο θα κάνει και στις δουλειές που πιάνει΄ στο πρώτο αγρίεμα του αφεντικού, στην πρώτη βλαστήμια του μάστορα θα ανοίγει την πόρτα και θα φεύγει και δεν θα γυρνάει ούτε για να πάρει τα μεροκάματα που δούλεψε».

Τι σηματοδότησε τον πειραιώτικό πολιτισμό – τρόπο ζωής, με βάση το Λιμάνι του; Η Τρούμπα, οι πρόσφυγες, οι ρεμπέτες, η φτώχεια, οι αγωνιστές του; 

«Στην Κατοχή οι Κοκκινιώτες δεν ήταν από αυτούς που κάθονται με σταυρωμένα χέρια, απόδειξαν ότι το λέει η καρδιά τους χτυπώντας τους ταγματασφαλίτες και τους Γερμανούς στα γεμάτα μα λίγο πριν την Απελευθέρωση το πλήρωσαν με το μεγάλο γερμανικό μπλόκο στις 17 Αυγούστου 1944»

«Όταν μπαίνεις στην Κοκκινιά είναι σαν να περνάς το κατώφλι χρωματιστής ζωγραφιάς από παιδικό χέρι και ξαφνικά βρίσκεσαι σε μια πεντακάθαρη ασπρισμένη αυλή, με ανάκατα μικρά προχειροφτιαγμένα σπιτάκια από ανόμοια υλικά»

«Οι Παπαστράτοι […] ξεκίνησαν το δώρο των εορτών προπολεμικά δίνοντας κάθε Χριστούγεννα από ένα μηνιάτικο».

Πάρα πολλές εκφράσεις και λέξεις που λέμε σήμερα είναι γεννημένες στους δρόμους του Πειραιά σηματοδοτώντας και τον πολιτισμό που μετέδωσαν με κάποιον τρόπο στους μεταγενέστερους.

«Όταν ο Γενίτσαρης τραγούδαγε, «εγώ μάγκας φαινόμουνα να γίνω από μικράκι / αντί σκολειό μου πήγαινα μεσ’ του Καραϊσκάκη», δεν εννοούσε το γήπεδο αλλά την πλατεία, που είχε γίνει παράδεισος για το ρεμπέτικο ασκέρι, τους μάγκες, τους λαθρέμπορους, τους γλετζέδες, τα κορίτσια της δουλειάς και το σκυλολόι του Λιμανιού»

«Χρόνια μες στημ Ντρούμπα / μαγκίτης κι αλανιάρης».

«Η Τρούμπα είναι η “κάσμπα” του Πειραιά». «ήταν όπως τότε και τώρα, τα αρχαία πονηρά σπίτια ιδιοκτησίας αξιοσέβαστων Αθηναίων επιχειρηματιών με κορίτσια και αγόρια που τα γλένταγαν ξένοι και ντόπιοι ναυτικοί, αχθοφόροι, τραπεζίτες και έμποροι».

«Όλοι σχεδόν οι τραυματισμοί και οι φόνοι κοριτσιών (της Τρούμπας) γίνονται για να παρατήσουν τη δουλειά κι όχι για να τη συνεχίσουν από το σόι τους που ντροπιάζεται ή από ερωτιάρηδες που θέλουν ντε και καλά να τις σώσουν».

«Ο μάγκας ήταν δηλωμένος αντιεξουσιαστής. Απείρως πιο αυθεντικός και γνήσιος από θεωρητικούς τραχανάδες, λιμαδόρους, μουσάτους, νούμερα, τρελαμένους, αντισυμβατικούς, κουβεντιαστούς, αφού ολόκληρη η ζωή του μάγκα είναι διαρκής σύγκρουση με την εξουσία, ένα μεγαλοπρεπές «άντε και γαμηθείτε» στην αδικία, στην ανισότητα και στον κούφιο καθωσπερπισμό αλλά, επειδή δεν ονειρεύεται να σώσει τον κόσμο ούτε έχει τίποτα να προτείνει στους υπόλοιπους, τη δική του παντιέρα σηκώνει στο τρίτο υπόγειο της κοινωνίας που ζει αποτραβηγμένος και μοναχικός σαν να έχει κρεμασμένη πάνω του πινακίδα “μην ενοχλείτε” και για να την αγνοήσεις θα πρέπει να έχεις σοβαρό λόγο αλλιώς θα υπάρξουν συνέπειες».

«Ο Ολυμπιακός είναι η μαγκιά και το νταηλίκι του Πειραιά»

«Τα λίκνα της παλιάς μαγκιάς του Πειραιά ήταν τα αμαρτωλά στέκια της Λεύκας, οι τεκέδες της Δραπετσώνας και οι σπηλιές της Πειραϊκής».

Το βιβλίο διαπερνούν μοναδικά δοσμένες χαρακτηριστικές εικόνες του Πειραιά, κυρίως μέσα από τα μάτια του ήρωα του βιβλίου, «του παιδιού», και γίνονται φανερά τα έντονα προσωπικά βιώματα του συγγραφέα αλλά και μια μεγάλη αρχειακή έρευνα, χάρη στην οποία ο αναγνώστης θα βρει πληροφορίες και γεγονότα ελάχιστα ή και καθόλου γνωστά.
 
«Στη Δραπετσώνα οι τεκέδες ήταν πάντα αβέρτα […] Στη Δραπετσώνα άναψαν τα φώτα του ρεμπέτικου […] Στη Δραπετσώνα δε φυτρώνει τίποτα.
Αν βάλεις στο χώμα μια ρίζα λουλούδι ή δεντράκι, σε λίγες ημέρες κιτρινίζει και ξεραίνεται΄ ο μολυσμένος αέρας δεν το αφήνει να ανθίσει και λες δεν γίνεται να ζήσουν εδώ άνθρωποι ή αυτοί θα φύγουν ή τα εργοστάσια, μέχρι και οι Άθλιοι του Ουγκό θα δραπέτευαν, μα οι πρόσφυγες δεν έχουν πια πού αλλού να πάνε
[…] Μπουκάρουν κάθε τόσο οι μπάτσοι με συνεργεία κατεδάφισης […] Ιδίως από το καλοκαίρι του 1960 η Μάχη της Παράγκας θα φουντώσει με συνεχείς επιδρομές μπάτσων και τους ξεριζωμένους να υπερασπίζονται τα καλύβια τους σαν παλάτια΄ […] Στις 14 Νοεμβρίου 1960 θα γίνει το μεγάλο ντου. Όπως σε στρατιωτική επιχείρηση, πάνω από χίλιοι διακόσιοι μπάτσοι με τα ματσούκια στα χέρια και το λουρί του πηλήκιου περασμένο σφιχτά κάτω από το σαγόνι, θα περικυκλώσουν τον συνοικισμό και βάζοντας μπροστά σαν τανκς τις μπουλντόζες και τους εκσκαφείς θα κάνουν την τελική έφοδο.

Στις παράγκες θα βαρέσει συναγερμός.

Αλλά τότε θα βγουν μπροστά οι γυναίκες να προστατέψουν τα νοικοκυριά τους από το ρήμαγμα και τους άντρες τους από τη μανία των εισβολέων΄ μούνταραν ίσα πάνω στους μπάτσους, τους έγδερναν τα μούτρα με τα νύχια, τους βάραγαν με ξύλα και πέτρες, τις έβλεπες και τρόμαζες που βρήκαν το κουράγιο. Το μακελειό θα κρατήσει ώρες, μα στάθηκε αδύνατο να νικήσει το μπατσαριό τις λέαινες […] Και ξαφνικά μια βδομάδα μετά έσκασε η “Δραπετσώνα”, τραγούδι και σημαία των κατατρεγμένων της χώρας, με έναν τραγουδιστή που λίγοι είχαν ακουστά. Τα τζουκμπόξ στα ουζάδικα, στα καφενεία και στα σφαιριστήρια από το Πέραμα ως την Αγια – Σοφιά, τα Καμίνια και την Κοκκινιά θρηνούσαν με τη φωνή του: “Μ’ αίμα χτισμένο κάθε πέτρα και καημός / κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός”, να μιλάει για το σπίτι τους, για τη δική τους μαύρη μοίρα, “εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί”, για τη “Δραπετσώνα” του καθενός ξεχωριστά.

Ποιος είναι αυτός ρε;

Στο σινάφι του κανείς δεν το περίμενε από τον Γρηγόρη, μπορεί να γρατζούναγε το μπουζουκάκι, να είχε γράψει κάτι τραγουδάκια αλλά για τραγουδιστή δεν τον έκοβαν, η φωνή του ξένιζε, δεν ανήκε πουθενά, δεν είχε ξανακουστεί κάτι παρόμοιο, γι’ αυτό του κόλλαγαν, “άσ’ το, δεν κάνεις”, πολλοί χόλιασαν και πολλές κακίες ξεστόμισαν, ο Καζαντζίδης με την παρέα του γέλαγαν όταν τον άκουσαν στον Επιτάφιο, του είχε επιτρέψει να πει σε δεύτερη εκτέλεση το κινηματογραφικό “Γαρίφαλο στ’αυτί” αλλά ως εκεί τον είχε, όχι για παραπάνω΄μα, επειδή και ο Χατζιδάκις ήταν μεγάλος, ήρθε μετά και προσκύνησε και του έδωσε το πανάκριβο “Είμαι αητός χωρίς φτερά” και ο Γρηγόρης το έστειλε στον ουρανό, δεν κράτησε κακία σε κανέναν, ούτε στους ποιητές που θα τραγουδήσει και δεν κατάλαβαν ποτέ τον θησαυρό που αξιώθηκαν, ήταν πολύ λαϊκός για τα γούστα τους, πολύ λούμπεν για κάποιους γραμματιζούμενους που τα ξέρουν όλα.

Α ρε Γρηγόρη δεν σε ήθελε κανείς.
Ας είναι καλά ο Μίκης, ο μόνος που σε πίστεψε και σε δώρισε σ’ εμάς να σε έχουμε κορόνα και καμάρι μας»

Το «Εκ Πειραιώς», όπως είναι ο τίτλος, φιλοδοξεί να γίνει βιβλίο αναφοράς για το μεγάλο λιμάνι και να αγαπηθεί από όλους τους Έλληνες, καθώς αποτυπώνει με τον μοναδικό τρόπο του Χαριτόπουλου μια από τις πιο σημαντικές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

«Οι επιβάτες σε άτακτα μπουλούκια σπρώχνουν και σπρώχνονται να μπουν πρώτοι, σέρνουν τα πιτσιρίκια και τα κοπανάνε χωρίς λόγο, χάνει η μάνα το παιδί και ο άντρας τη γυναίκα καθώς ορμάνε με φόρα να πιάσουν θέση στους ξύλινους πάγκους και με την ίδια φόρα πετιούνται έξω όλοι μαζί βρίζοντας μόλις ανακαλύψουν ότι διάβασαν λάθος τον προορισμό που είναι γραμμένος στον μαυροπίνακα με κιμωλία, σέρνουν μπόγους, καλάθια, νταμιζάνες με κρασί, τσάντες με φαγώσιμα, ζωντανά κοτόπουλα και περιστέρια, δίχτυα με ψώνια, τυλιγμένες κουβέρνες για ξάπλα κάτω από τα δέντρα, ξεσπάνε στους γύφτους με τα χαλιά και τα γουδιά που απλώνουν την αρίδα τους όπου γουστάρουν, τσιρίζουν οι από μέσα στους απέξω να βιαστούν μη φύγει το “παπόρι”»
 
«Στην Κοκκινιά τα μπουζούκια παίζουν εντός έδρας.

Σε αυτές τις γειτονιές γεννήθηκαν τα τραγούδια τους και, πριν πλακώσουν οι παραλήδες του Πειραιά και της Αθήνας, οι οργανοπαίχτες και οι τραγουδιστές ήταν ίδιο με τους μεροκαματιάρηδες που έρχονταν να τους ακούσουν. Ήταν λες και οι πάνω στο πάλκο κάνουν βαθιά εξομολόγηση στους κάτω και αυτοί μπαίνουν αμέσως στο νόημα και συμπάσχουν ή θυμούνται τα δικά τους’  υπήρχε μυστική συνεννόηση στον πόνο, στη φτώχεια, στον έρωτα, στην προδοσία, στην προσφυγιά, στην ξενιτιά, στον νταλγκά, στο μαράζι και όποιος ήθελε να μεταλάβει έπρεπε να ξεχάσει τα λούσα και τις κορδέλες των κοσμικών μαγαζιών και να κατέβει εδώ.

Όμως οι παραλήδες έγιναν πολλοί και, αντί να αλλάξουν τρόπο αυτοί που έρχονται εδώ, άλλαξε το μαγαζί΄ μπήκαν καλύτερα τραπεζομάντιλα και σερβίτσια, οι σερβιτόροι φόρεσαν λευκό σακάκι, μαύρο παντελόνι και παπιγιόν, στο μενού προστέθηκαν τα “ευγενή ποτά” κουαντρό, φρούμελ, τσέρι, μπανάνα, βερμούτ και πίπερμαν για τις λουσάτες κυρίες και αρκετά αργότερα ουίσκι με φρούτα ή ξηρούς καρπούς για τους κυρίους που σπάνε με το τσιγάρο τα μπαλόνια που πουλάνε τα κορίτσια του μαγαζιού, και κατά το 1963-1964 θα τους πιάσει η λύσσα να παρασταίνουν τους μάγκες που άφηναν σεμνά και πένθιμα να πέσει να σπάσει το άδειο πιάτο ή το ποτήρι τους:

“Οι καημοί που κάθε μέρα μας κουράζουνε / να διαλύσουν σαν τα πιάτα που θα σπάσουνε”, φρούμαξαν οι νέου τύπου ντερβίσηδες και άρχισαν να σπάνε επιδεικτικά ποτήρια, πιάτα και μπουκάλια, να καίνε τα χιλιάρικα, το τραπεζομάντιλο, τη γραβάτα, το σκαάκι τους, να αναποδογυρίζουν τα τραπέζια ή να ανεβάζουν πάνω την γκόμενα να κουνηθεί για να δούνε όλοι τι ουρί περπατάει και η κατάληξη θα είναι σε μερικά χρόνοια αυτοί οι κώλοι με λεφτά να καταντήσουν τα μπουζουξίδικα κέντρα πολυτελείας γι’ αυτούς και τους ομοίους τους, ο κοσμάκης να μείνει αναγκαστικά έξω και οι μάγκες να τα αποστρέφονται, και εξαιτίας των πελατών τους να τα λένε “κωλάδικα”».

*Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα: Διαδρομή 1947-1967, του Διονύση Χαριτόπουλου, Εκ Πειραιώς, Εκδόσεις Τόπος – 2012

Δεκαπέντε χρόνια μετά τη μνημειώδη βιογραφία του Βελουχιώτη, με τον τίτλο «Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων», που έχει υπερβεί θεαματικά κάθε ρεκόρ πωλήσεων στο είδος της ο Διονύσης Χαριτόπουλος επανήλθε με αυτό το μυθιστόρημα σε άλλη μια μεγάλη του αγάπη: τον Πειραιά.

 

 

Η έρευνα για την Κρίση 2010 – 2014 _ Από τον Κώστα Τραχανά

Αναρτήθηκε στις:13-01-16 17:20

Κρυσταλία Πατούλη
Εκδόσεις Κέδρος 2015 – σελ. 470

Το βιβλίο αυτό ξεκίνησε με μία σειρά συνεντεύξεων, από την σύμβουλο Ψυχικής Υγείας και δημοσιογράφο Κρυσταλία Πατούλη, με βάση το ερώτημα: «Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τι πρέπει να κάνουμε;». Στο ερώτημα αυτό απάντησαν 180 άνθρωποι των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών.

Από τον Αύγουστο του 2015 ξεκίνησε η συγγραφέας να επικοινωνεί με φορείς, συλλόγους και εκδοτικούς οίκους, για να έρθει σε επαφή με πρόσωπα από όλους τους χώρους της διανόησης, με διαφορετικές ιδιότητες, εργασία ή τόπο διαμονής στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Στόχος της ήταν η προσπάθεια επικοινωνίας, διαλόγου, συνεργασίας, επίγνωσης, αλλά και εύρεσης λύσεων (των συμπτωμάτων και ιδίως των προβλημάτων της κρίσης) μέσω του λεγόμενου brainstorming, που είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος επίλυσης προβλημάτων, αλλά και της έκφρασης θέσεων-που είναι η αρχή του περάσματος σε πράξη- όπως π.χ. να υπάρξει μία σύνθεση των προτάσεων κοινής αποδοχής, βάσει των αιτιών και του« τι κάνουμε;». Διαμορφώθηκαν τελικά 16 θεματικές ενότητες των συνεντεύξεων.

Το βιβλίο κλείνει με τον Επίλογο -μεταφρασμένο στα γαλλικά και αγγλικά- που περιέχει την ενδεικτική σύνοψη των αποτελεσμάτων της έρευνας.

Η δημοσιογράφος-συγγραφέας Κρυσταλία Πατούλη εύχεται αυτή η προσπάθεια να βοηθήσει έστω στο ελάχιστο για την επίγνωση των αιτιών της κρίσης-άρα την αποφυγή όσο και την πρόληψη τους στο μέλλον-και την αναζήτηση μιας νέας κοινωνίας ενεργών όσο και συνειδητοποιημένων πολιτών, που θα φέρουν εις πέρας αυτό το τι «πρέπει να κάνουμε;» -άρα την θεραπεία της και την έξοδό μας ανεπιστρεπτί από αυτήν-, υπενθυμίζοντας μέσω όλων αυτών των συμπερασμάτων την ανάγκη για «επανεκκίνηση» του πολιτισμού και συνεπώς του τρόπου της ζωής μας.

Τα έσοδα του βιβλίου θα διατεθούν συμβολικά στη Μέριμνα, που αντιμετωπίζει τις απώλειες στη ζωή των παιδιών και των οικογενειών τους και στο ΚΕΘΕΑ (Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων).

Παρουσιάζουμε κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου:

«Η κατηγορία πολίτης αντικαταστάθηκε από την κατηγορία καταναλωτής» (Χαϊνης Δ. Αποστολάκης).

«Η Ελλάδα θέλησε με ένα άλμα να περάσει από το μόχθο στην κατανάλωση» (Β. Καραποστόλης).

«Την Κρίση την προκάλεσε ο ασύδοτος χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός και η Ελλάδα μπήκε σε αυτόν το χορό, μετά την είσοδο στο ευρώ» (Β. Ραπτόπουλος).

«Η Κρίση στην Ελλάδα προήλθε από το ότι η οικονομία της Ελλάδας στο όνομα της εξωστρέφειας, ανοίχτηκε στα πιο τυχοδιωκτικά και κερδοσκοπικά συμφέροντα που έχει γεννήσει η αγορά. Το αποτέλεσμα ήταν η λεηλασία της από μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία» (Δ. Καζάκης).

«Ο ανεξέλεγκτος δανεισμός, η συνεχής αύξηση των εισαγωγών με ταυτόχρονη μείωση των εξαγωγών, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές, η διόγκωση του δημόσιου τομέα, οι υπερβολικές μισθολογικές απαιτήσεις ορισμένων επαγγελματικών ομάδων, η διαφθορά και η φοροδιαφυγή δημιούργησαν σταδιακά ένα τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα, οδηγώντας το κράτος σε όλο και περισσότερο δανεισμό και τελικά σε ένα εξαιρετικά μεγάλο δημόσιο χρέος» (Χ. Πουλόπουλος).

«Ο δανεισμός που κρατάει από τα γεννοφάσκια του ελληνικού κράτους» (Μ. Κουμανταρέας).

«Το ζήτημα είναι ότι οι τράπεζες πήραν τα χρήματα που τους έδωσε το κράτος, αλλά από αυτά που δεν είχε! Συνεπώς τα πήραν από τον φορολογούμενο, ο λαός δηλαδή έσωσε τις ιδιωτικές τράπεζες από τη χρεοκοπία, προσφέροντάς τους δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ, πράγμα που προκάλεσε μεγαλύτερο έλλειμμα στο κράτος» (Κ. Βεργόπουλος).

«Έτσι, τη λεηλασία του Τρίτου Κόσμου διαδέχτηκε η λεηλασία του δημόσιου τομέα στις ίδιες χώρες της Δύσης, στις οποίες ο δημόσιος τομέας ήταν πλούσιος: ανακατασκευή των συνοικιών, ιδιωτικοποίηση της υγείας, της πρόνοιας, της παιδείας. Οι διαδικασίες αυτές, που ονομάστηκαν εξορθολογισμός και εκσυγχρονισμός, συνοδεύτηκαν με πρόγραμμα λιτότητας, που στην ουσία συνίσταται στη μείωση των μισθών, άρα στην κατάργηση της ομοιοστασίας και στην εξόντωση των αδυνάτων στρωμάτων, στη βιοεξουσία, όπως την ονόμασε ο Φουκώ» (Σ. Δημητρίου).

«Ζούμε πλέον μέσα σε νομότυπα Άουσβιτς» (Δ. Πουλικάκης).

«Όταν οι βασικές αρχές χάνονται, χάνονται τα πάντα!» (Γ. Μπεχράκης).

«Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από την Ελλάδα: ο Έλληνας» (Χ. Βλαβιανός).

«Το τεράστιο έλλειμμα παιδείας, που έχει η αυτή η ελληνική κοινωνία!» (Π. Μάρκαρης).

«Να στηρίξουμε ο ένας τον άλλο και να συνειδητοποιήσουμε το απύθμενο βάθος της ύβρεως, που συντελείται πάνω μας» (Γ. Πήττας).

«Δεν είμαστε ελεύθεροι όταν φοβόμαστε» (Τ. Βερβενιώτη).

«Για μια άλλη πολιτεία μεταξύ ουρανού και γης» (Τ. Ρόμβος).

«Προτείνω βίαιη εκτόπιση του ντόπιου πληθυσμού και την κάθοδο νέων Δωριέων. Αυτή η παραδεισένια χώρα δεν αξίζει στους κατοίκους της» (Α. Σφακιανάκης).

Η Κρυσταλία Πατούλη γεννήθηκε στον Πειραιά και κατάγεται από το Ρέθυμνο. Σπούδασε ψυχολογία και ειδικεύτηκε στη Συστημική Συμβουλευτική όπως και στην πρόληψη ναρκωτικών (ΘΗΣΕΑΣ, ΚΕΘΕΑ, 18Άνω). Από το 1990 έως σήμερα, εργάζεται κυρίως ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στα ΜΜΕ. Από το 2010 παραδίδει το βιωματικόν σεμινάριο γραφής «Αφήγηση ζωής».

Κώστας Τραχανάς

http://www.maxitisartas.gr/single_page.php?catid=&id=18

17/1/16 – Σεμινάριο Αφήγηση Ζωής στο Εργαστήριο Σκέψης με ελεύθερη είσοδο

cropped-dsc_3700.jpgΤην Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016, 6μμ – 9μμ, θα πραγματοποιηθεί το εισαγωγικό μάθημα του σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής με ελεύθερη είσοδο, στο Εργαστήριο Σκέψης, Μιαούλη 23, Ψυρρή.

Καθώς οι λέξεις είναι το βασικό υλικό που χτίζουμε τη σχέση μας με την πραγματικότητα, η δύναμη της γραφής γίνεται ένα σημαντικό εργαλείο έκφρασης, επικοινωνίας, αυτογνωσίας, προσωπικής ανάπτυξης και δημιουργικότητας.

Μέσω της αφήγησης κατασκευάζουμε, ανακατασκευάζουμε και με κάποιους τρόπους επινοούμε συνεχώς το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον.

«Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να την διηγηθεί» Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές

Το βιωματικό σεμινάριο γραφής “Αφήγηση Ζωής” της δημοσιογράφου και συμβούλου ανθρωπίνων σχέσεων Κρυσταλίας Πατούλη, διανύει τον 7o χρόνο του με πολλές συνεργασίες και εκδηλώσεις στο ενεργητικό του.  Περισσότερες πληροφορίες: https://afigisizois.wordpress.com/about/


Info: Εργαστήριο Σκέψης, Κυριακή 17/01/2016, 6μμ-9μμ, Μιαούλη 23 (απέναντι από τον ηλεκτρικό σταθμό του τραίνου στο Μοναστηράκι), 1ος όροφος, Ψυρρή – Αθήνα.

Επικοινωνία – Δηλώσεις συμμετοχής: cpatouli@yahoo.gr, 6944203863.

Η πρόσκληση στο φ/β εδώ

«Κι όχι να πεις πως σήμερα δεν κουβεντιάζουν οι άνθρωποι –λόγια, άλλο τίποτα, άφθονα λόγια– μα δε συνομιλούν, δε λένε τίποτα δικό τους, προσωπικό, ιδιωτικό, ιδιαίτερο (και γι’ αυτό καθολικό), μόνο λόγια, ξένα, μηχανικά, δημοσιογραφικά, γενικού ενδιαφέροντος, μεγάλοι τίτλοι εφημερίδων, γιατί, πράγματι, ξεφυλλίζουν πολλές εφημερίδες διαβάζοντας μόνον τα κεφαλαία γράμματα και τα εγκλήματα και τις αυτοκτονίες, ακούν επίσης τις ειδήσεις των 9 ή και των 12 απ’ την τηλεόραση (έγχρωμη τώρα) – άνθρωποι επαρκώς ενημερώμενοι, πολύ π α ρ ό ν τ ε ς (εδώ και σήμερα), κι εντελώς α π ό ν τ ε ς απ’ τον εαυτό τους, απ’ το παρελθόν τους, το μέλλον τους και, φυσικά, απ’ το παρόν τους, μακριά απ’ τους άλλους…» Γιάννης Ρίτσος

«Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός – που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου». Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει· να γιατί πρέπει να γράφουμε […] Κι ότι δεν υπάρχει χρυσόμαλλο δέρας είναι ψέματα· ο καθένας από μας είναι το χρυσόμαλλο δέρας του εαυτού του» Οδυσσέας Ελύτης.

«Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως όταν ο άνθρωπος ξανακαταχτήσει την ανθρωπιά του, όταν ξαναρχίσει να δημιουργεί ανθρώπινο πολιτισμό, να γράφει πια την ιστορία κάθετα, όχι για λαούς και για μάζες, αλλά για τον Παύλο, για τη Ρηνιώ, για την Ελένη, για το μαστρο-Στέφανο… τότε μονάχα οι άνθρωποι θα ξέρουν τι κοστίζει η ιστορία, τι κοστίζει η συμμετοχή» Χρόνης Μίσσιος