Η εποχή του θερισμού

Τώρα που οι 16χρονοι του 2008, έχουν γίνει 20χρονοι, τώρα θα θερίσετε ότι σπείρατε εκείνον τον Δεκέμβρη του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Όλοι εσείς που καταδικάζατε την βία από όπου κι αν προέρχεται. Τώρα που οι 16χρονοι έχουν περάσει στα πανεπιστήμια, πήγαν στα πρώτα party στρατολόγησης των κομμάτων, για να έχουν πρόσβαση στις σημειώσεις, μπας και περάσουν εύκολα το μάθημα για ένα πτυχίο χωρίς αντίκρισμα.

Τώρα που οι γονείς τους, ο ένας είναι άνεργος κι ο άλλος με συρρικνωμένο μισθό, τώρα που η TV σα να μη τρέχει τίποτε εξακολουθεί να πουλάει τρόπους ζωής που δεν είναι εφικτοί και το αξίωμα « καλός είναι όποιος έχει φράγκα» παραμένει αμετακίνητο σαν πρώτη μοναδική αξία στην χώρα του δίχως αύριο. Τώρα που κλείνουν τα μουσικά σχολεία και αντιμετωπίζουν τους μαθητές ως γραφικούς όταν κι αν διαμαρτυρηθούν, τώρα που η προοπτική όποιας εργασίας ανήκει στη σφαίρα του εξωπραγματικού, τώρα που πρέπει να πάρει το νέο smart phone, το αυτοκίνητο για να βγάλει γκόμενα, τα trendy ρούχα για τα trendy party γιατί μόνο αυτά προωθούνται και διαφημίζονται, τώρα αρχίζει να διαφαίνεται το μέγεθος της ευθύνης για την τερατογέννεση που κατάφερε να κάνει η γενιά των πενηντάρηδων στη νεολαία μας.

Κι αυτό κάνει όλη την κοινωνία μας το ίδιο υπεύθυνη, αν όχι περισσότερο εγκληματική, μόνο που όσοι σήμερα το πρωί δεν κυκλοφορούμε με πρησμένα από τη μπουνιά ματιά και λαιμούς με Photoshop καλυμμένους στην αγορά, δεν σημαίνει ότι είμαστε αθώοι, αλλά ότι απλά διαφεύγουμε της σύλληψης. Κι όσο αντί να νιώσουμε την ευθύνη που μας αναλογεί, ήρεμοι συνεχίζουμε την επιβίωση μας, τόσο χειρότερη κάνουμε την ώρα που θα χρειαστεί να ομολογήσουμε το πόσο και γιατί φταίμε. Κι όσο κάτι σημειώματα σαν αυτό τα αντιμετωπίζουμε ως γραφικά και μακριά από μας, τόσο η κοινωνία μας βαδίζει όλο και πιο κάτω, όλο και πιο χαμηλά, χωρίς ίχνη επανάκαψης, χωρίς ελπίδα σωτηρίας.

Ναι είναι δυσβάστακτη η εποχή του θερισμού, γιατί οι πρώτοι που θα εκπλαγούν, θα είναι οι φιλήσυχοι, οι σιωπηλοί, οι νοικοκυραίοι που ακόμη και τώρα, χωρίς ντροπή με ελαφρότητα, ομολογούν και σχολιαζουν ότι ένα παιδί 20 χρονών είναι εγκληματίας και τρομοκράτης κι αυτοί τα αθώα ανυπεράσπιστα θύματα του.

– See more at: http://www.parallaximag.gr/parallax-view/i-epohi-toy-therismoy#sthash.8c5xt4Qs.eeGPuU9U.dpuf

Διαβάστε επίσης:

Θέμα χρόνου ο θάνατος Ρωμανού αν δεν αντιδράσουμε

Σχόλιο:

Κινδυνεύει σοβαρά να πεθάνει εξαιτίας του δικαστικού συστήματος που υποστηρίζει μια κυβέρνηση που κάποιοι την στήριξαν να κυβερνάει με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου για να κάνει ότι θέλει καταπατώντας το σύνταγμα και τα κάθε λογής ανθρώπινα δικαιώματα.
Κινδυνεύει να πεθάνει μαζί με την κοινωνία που κάθεται και κοιτάει αφού πάσχει από την σοβαρή ψυχική διαταραχή που λέγεται απάθεια, και γι’ αυτό αυτοκαταργείται μέρα με τη μέρα.
Κινδυνεύει έτσι να πεθάνει κάθε έννοια δημοκρατίας και ελευθερίας που έχει απομείνει σ’ αυτή τη χώρα.
Και κινδυνεύει σοβαρά να πεθάνει και την ίδια μέρα που εκτέλεσαν -όπως ακριβώς ο Ρωμανός είπε στο δικαστήριο- τον φίλο του Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. (Όποιος γνωρίζει από αναπαράσταση ζωής και γενεογράμματα που συμπεριλαμβάνονται οι άνθρωποι που σημάδεψαν τη ζωή μας με τρόπο που την άλλαξαν, καταλαβαίνουν τι λέω).

Λοιπόν, βάζουμε πάλι ένα παιδάκι να καθαρίσει για πάρτη μας με τη ζωή του http://info-war.gr/…/%CE%B8%CE%AD%CE%BC%CE%B1-%CF%87%CF%81…/ ; Τόσο χυδαιότητα, και εξευτελισμός; Καμία ανθρωπιά, καμία αξιοπρέπεια δεν μας έμεινε; Καμία αίσθηση δημο-κρατίας; Αλληλεγγύη; Τίποτα; Τι κοινωνία ανύπαρκτη είναι αυτή στα πάντα; Τι απάθεια; Τι φρίκη; Μ’ αυτά και μ’ αυτά θα ξαναπώ το ίδιο: Ντρέπομαι που είμαι άνθρωπος σ’αυτή τη χώρα.

Απονενοημένη ζωή σε κοινή θέα

[…] Σκέφτηκε κανείς ότι οι άνθρωποι φτάνουν σε απονενοημένες πράξεις για να αναπαραστήσουν με κάποιον τρόπο τα απονενοημένα βιώματά τους (και γενικά τον ψυχικά διαταραγμένο τους κόσμο), που έμειναν ανείπωτα (χωρίς να αρθρωθούν σε λόγο – με τη λογική), ή που δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να μοιραστούν με κανέναν; Για να αναδείξουν -συνειδητά ή ασυνείδητα- σε κοινή θέα την απονενοημένη τους ζωή; […]

Όταν οι άνθρωποι στις μέρες μας γεννάνε παιδιά για να τα πετάξουν νεογέννητα και ζωντανά στον υπόνομο (όπως π.χ. έγινε πρόσφατα στο Σύδνεϋ) και η πλειοψηφία του κόσμου δεν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν σοβαρές ψυχοπαθολογίες* στα ίδια αυτά τα άτομα -εκτός των άλλων σοβαρών προβλημάτων π.χ. επιβίωσης, που μπορεί να έχουν- για να φτάσουν σε ένα τέτοιο απονενοημένο σημείο, η όποια ελπίδα βρίσκεται κι αυτή στον υπόνομο.

Δεν χρειάζεται άλλωστε να σκεφτούμε ότι ένας άνθρωπος που καλώς ή κακώς γέννησε ένα παιδί και δεν μπορεί να το μεγαλώσει (διότι η κοινωνία ακόμα βρίσκεται στο Μεσαίωνα σε ανάλογα θέματα κοινωνικής πρόνοιας) μπορεί έστω να το δώσει για υιοθεσία.

Στις ειδήσεις ακούμε να λένε: «το νεογέννητο είναι στο τάδε νοσοκομείο, πάσχει από αφυδάτωση, αλλά, κατά τα άλλα, είναι καλά στην υγεία του»! Έχετε ιδέα εσείς που λέτε ότι «χαίρει κατά τα άλλα άκρας υγείας» τι έχει πάθει ψυχικά αυτό το πλάσμα για το υπόλοιπο της ζωής του; (κι ας μην σκεφτούμε τι μπορεί να το περιμένει μέχρι να βρει αντικαταστάτες γονείς – κι αν είναι τυχερό τουλάχιστον να είναι αυτοί οι γονείς αντικαταστάτες αρκούντως ψυχικά υγιείς).

Αλλά δεν υπάρχει καμία ουσιαστική πρόληψη, καμία ενημέρωση, για τις ψυχικές παθήσεις και κατά τα άλλα περιμένουμε καλύτερο μέλλον. Ή μήπως αν έχουν χρήματα/δουλειά ανάλογοι γονείς κάνουν κάτι πολύ καλύτερο; Συνήθως γεννοβολάνε και μετά παρκάρουν τα παιδιά τους στους υπηρέτες τους για να τα μεγαλώσουν (στην καλύτερη περίπτωση).

Η κοινωνία είναι πολύ πίσω στα θέματα της ψυχικής υγείας και έχει πολύ δρόμο για να καταλάβει το μεγάλο πρόβλημα που υπάρχει στη νοοτροπία όσο και στην ασχετοσύνη για ανάλογα θέματα. Ωστόσο, μόνο όσο προχωράει τη σκέψη και την αντίληψή της η κοινωνία για την προστασία της ψυχικής υγείας (όπως και όλων των άλλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων), τόσο θα προχωράει αναγκαστικά και η πολιτική και ο πολιτισμός(ο τρόπος ζωής μας), και το αντίθετο.

Οι ψυχικές διαταραχές οργιάζουν ανά τον πλανήτη. Βία, έγκλημα, κακοποίηση, όλο και περισσότερες έρευνες τα καταδεικνύουν στην πραγματική δυσθεώρητη διάστασή τους, ξεκινώντας από όλα εκείνα που υφίστανται τα ίδια τα παιδιά.

Και πρώτα από όλους οι κυβερνώντες των κρατών που στις περισσότερες περιπτώσεις οι ίδιοι οι πολίτες τους ανέβασαν σε αυτές τις θέσεις, πάσχουν από βαριά ψυχικά νοσήματα, που συνεχίζουμε να τα ερμηνεύουμε και να τα μεταφράζουμε ως τυραννικά, φασιστικά, άδικα. Αλλά και ο φασισμός (κακοποίηση κάθε μορφής) τι είναι, αν όχι βαριά ψυχική πάθηση, κοινωνική και προσωπική;

«Κάθε βασανιστής (του εαυτού του ή των άλλων), έχει υπάρξει θύμα» λέει η Alice Miller (πόσω μάλλον εγκληματίας με οποιονδήποτε τρόπο). Θύτες ανθρώπων και κοινωνιών κάθε είδους, αντιμετωπίζονται ως τέρατα (ή ως τύραννοι…), αλλά μια κοινωνία τέρας τους γέννησε και τους ανάθρεψε, αφού δεν θέλει και δεν μπορεί τουλάχιστον να τους αντιμετωπίσει προληπτικά και θεραπευτικά.

Όταν το διαπιστώνει κάποιος μπορεί να απελπίζεται, αλλά αυτή είναι η αλήθεια.

Οι άνθρωποι και η κοινωνία χρειάζονται την πρόληψη και την θεραπεία για τις όποιες ψυχικές διαταραχές. Όχι φυλακές, γκιλοτίνες, άσυλα και δαιμονοποίηση. Κι αν κάποιος είναι τόσο επικίνδυνος εγκληματίας που δεν μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερος, ας φτιάξουμε ανθρώπινες μονάδες ισόβιας θεραπείας, κι ας μη θεραπευτεί ποτέ ο ίδιος. Εμείς θα έχουμε όμως θεραπευτεί ως κοινωνία και θα έχουμε προχωρήσει στην ανθρώπινη διάστασή μας κοινωνικά, πολιτιστικά και πολιτικά.

Γιατί αν φτάσουμε να εμβαθύνουμε στη ψυχή (τη δική μας* και των άλλων), θα έχουμε καταφέρει σίγουρα να εμβαθύνουμε και στη ζωή.

Και μην ξεχνάμε ότι: «Αν δεν μοιράζονται τα βιώματα, χάνεται η ανθρώπινη διάσταση»: Μπορεί κάποιος να γίνει βίαιος και εγκληματίας επειδή δεν τον καταλάβαμε, δεν τον πλησιάσαμε σαν άνθρωπο για να καταλάβουμε τι ζει. Έτσι γίνεται εγκληματίας […] ένα άτομο αν δεν μπορέσει να μοιραστεί το βίωμά του, χάνει την ανθρώπινή του διάσταση και δεν μπορεί να ζήσει […] όπως είπε ο ψυχαναλυτής Κώστας Νασίκας.

Σκέφτηκε κανείς ότι οι άνθρωποι φτάνουν σε απονενοημένες πράξεις για να αναπαραστήσουν με κάποιον τρόπο τα απονενοημένα βιώματά τους (και γενικά τον ψυχικά διαταραγμένο τους κόσμο), που έμειναν ανείπωτα (χωρίς να αρθρωθούν σε λόγο – με τη λογική), ή που δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να μοιραστούν με κανέναν; Για να αναδείξουν -συνειδητά ή ασυνείδητα- σε κοινή θέα την απονενοημένη τους ζωή;

Λοιπόν, ξεκινώντας μέσα από τα ίδια μας τα σπίτια, δεν αρκεί οι γονείς να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας και να τους παρέχουμε απλά τα αναγκαία.  Χρειάζεται  να τους εμφυσούμε και αρετές όπως: την κατανόηση και τον σεβασμό για τον Άλλον, τα όρια, τη συμμετοχή στον πολιτισμό και στην εξέλιξη του είδους. Και να τους τονίζουμε ότι δεν είναι αρκετό να μην κάνουν κακές πράξεις αλλά να μην μένουν και απαθείς απέναντι σε αυτές.

Να τους τονίζουμε επίσης ότι η κακία και το έγκλημα όπως κι αν παραμορφώνονται (για τον εαυτό μας, τους άλλους και όλη την κοινωνία) είναι ψυχικές ασθένειες που προκλήθηκαν εν πολλοίς από την κοινωνία που οι ίδιοι φτιάχνουμε.

*Τη λέξη ψυχοπαθολογία ακόμα και το λεξικό του word που αυτή τη στιγμή γράφω, δεν την αναγνωρίζει στον 21ο αιώνα.

30 χρόνια Εργαστήριο Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων

164357-edas_ergastirio

30 χρόνια Εργαστήριο Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων 

Οδοιπορικό / Πρόγραμμα Διημερίδας / Εργαστήρια

Oδοιπορικό 30 χρόνων του Εργαστηρίου Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων με αφορμή τη Διημερίδα* που θα διεξαχθεί στο Pierce College στις 6&7 Δεκεμβρίου 2014 όπου εκτός των άλλων σημαντικοί για το έργο τους Έλληνες και ξένοι θεραπευτές θα δώσουν το παρόν. Δείτε το πρόγραμμα ΕΔΩ και τα παράλληλα εργαστήρια ΕΔΩ.

164357g-poster***

Επιλέξτε ένα εργαστήριο απο τη κάθε ημέρα! ΕΔΩ

Εργαστήριο 10. Τίτλος: «Αφήγηση Ζωής»
Εισηγήτρια: Κρυσταλία Πατούλη, Δημοσιογράφος, Σύμβουλος Ανθρωπίνων Σχέσεων

«Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να την διηγηθεί»  ―Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Καθώς οι λέξεις είναι το βασικό υλικό που χτίζουμε τη σχέση μας με την πραγματικότητα, η δύναμη της γραφής γίνεται ένα σημαντικό εργαλείο αυτογνωσίας και δημιουργικότητας. Κατά τη διάρκεια αυτού του  εργαστηρίου δημιουργικής γραφής, αναγνωρίζουμε πως γράφουμε όχι μόνο ό,τι γνωρίζουμε. Γράφουμε για να μάθουμε! Περισσότερα: https://afigisizois.wordpress.com/about/

Αλλος δρόμος για να περάσει η άνοιξη δεν υπάρχει. Της Ρηνιώς Παπατσαρούχα-Μίσσιου

Ο συγγραφέας Χρόνης Μίσσιος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες ενώ το 1947 είχε καταδικαστεί σε θάνατο.

Σαν σήμερα πριν από δύο χρόνια έφυγε από τη ζωή ο αντιστασιακός, αγωνιστής της Αριστεράς και συγγραφέας Χρόνης Μίσσιος. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες ενώ το 1947 είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Ο συγγραφέας τού «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» και του «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;» παρέμεινε μέχρι την τελευταία του πνοή ένα ανυπότακτο πνεύμα που ονειρευόταν την κοινωνική δικαιοσύνη.

(Το κλίμα του κειμένου που ακολουθεί οφείλεται στην υποβλητική δύναμη του βιβλίου του Στέφανου Στεφάνου «Ενας απ’ τους πολλούς της ελληνικής Αριστεράς». Το περιστατικό ανάγεται στους πρώτους μήνες του 1945, στο Σουφλί, μετά τη Βάρκιζα και πριν ξεσπάσει ο εμφύλιος.

Διαβάζω, λοιπόν, πως το κόμμα είχε δώσει εντολή στους νέους να τραγουδήσουν επονίτικα τραγούδια το βράδυ στη βόλτα, για να τσεκάρει την αντίδραση του κόσμου…)

Το Σουφλί είναι η πατρίδα μου. Εζησα εκεί ώς τα δεκαοχτώ μου χρόνια. Ξέρω τα βράδια του, τις μυρουδιές του από εποχή σε εποχή, τη «βόλτα» τα Σαββατοκύριακα και τον εμφύλιο που σημάδεψε ανεξίτηλα τα παιδικά μου χρόνια. Τραγούδησαν, λοιπόν, τα παιδιά τον ύμνο της ΕΠΟΝ:

«Εμπρός επονίτες, αδέρφια και πάλι,

πάμε και γοργά προβάλλει η αυγή…»

Το μυαλό μου ξεγλίστρησε από το βιβλίο και τα γεγονότα που περιγράφει κι από τα βάθη της μνήμης αναδύεται, χωρίς ήχο, η συνέχεια του τραγουδιού:

«…Να δείξουμε πρέπει μ’ ατέλειωτη πάλη

πως θέλουμε ‘μείς μια λεύθερη ζωή…»

Και, δεν θέλει πολλά η μνήμη, δεν θέλει πολλά η καρδιά που φουρτουνιάζει, μέσα στην αμείλικτη μοναξιά του σπιτιού μου ακούω τη φωνή μου, σιγανή διστακτική και σχεδόν παράφωνη από τη συγκίνηση, να συνεχίζει:

«…Κατακτάμε τη ζωή μας διώχνοντας το φασισμό

πρώτη είναι η φάλαγγα η δική μας στης προόδου το στρατό».

Ξαφνικά το σπίτι μου γεμίζει κόσμο. Είναι όλοι εκεί, συνωστίζονται γύρω μου. Ολοι οι αγαπημένοι μου νεκροί: γονείς κι αδέρφια, φίλοι, συγχωριανοί, γειτόνοι, ο Χρόνης κι οι Λαμπράκηδες, όλοι. Ολοι στοιχισμένοι στης «προόδου το στρατό».

Σαν ορφανά κι ανεκπλήρωτα όνειρα, μια τεράστια πορεία που η αρχή και το μέλλον της χάνονται μέσα σε πυκνή ομίχλη. Γενιές ταγμένες στην υπεράσπιση του ονείρου της κοινωνικής δικαιοσύνης που διαρκώς μετατοπίζεται, κάποτε κατακερματιζόμενο σε άπειρες παραλλαγές, κάποτε ευτελιζόμενο στα χέρια καιροσκόπων της εξουσίας. Κι ο φασισμός, πάντα εκεί υφέρπει σε όλη τη διαδρομή, ποικιλώνυμος, ποικιλότροπος.

Συλλογιέμαι πως το μόνο σίγουρο που μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιοσύνη αυτών των εραστών του ονείρου της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι εκείνη η βαθιά ηρεμία της συνείδησης που ξέρει πως έπραξε το σωστό, πως συντάχτηκε με τη σωστή μεριά και, κυρίως, πως διακινδύνευσε προσωπικά για το κοινό καλό. Αυτό ακριβώς το είδος διακινδύνευσης που εξευγενίζει τη ζωή.

Μπορεί πολλές βεβαιότητές μου να έχουν δοκιμαστεί άγρια. Μπορεί η ωριμότητα να χαρακτηρίζεται ακριβώς από αυτήν την περιστολή των βεβαιοτήτων – «έν οίδα, ότι ουδέν οίδα»! Ομως υπάρχουν ακόμα ένα δυο πράγματα που αντέχουν.

■ Πρώτον, η σκέψη πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μετρήσεις το μάκρος της σκιάς σου, το βάρος της ύπαρξής σου από αυτόν της αναμέτρησης με τις δυνάμεις εκείνες, που κάθε εποχή ματαιώνουν τη ζωή, κλέβουν τα όνειρα και ακρωτηριάζουν ό,τι καλύτερο διαθέτει ένας λαός – τα νιάτα του.

■ Κι ακόμα, αντέχει η ελπίδα για κάτι που μπορεί η βιολογική μου αντοχή να μην μου επιτρέψει να το δω. Η ελπίδα πως δεν μπορεί παρά να έρθει όπου να ‘ναι η γενιά που, αποτινάζοντας από πάνω της την κουρελαρία των δήθεν και του lifestyle που της κληροδότησαν 40 χρόνων ποικιλώνυμες εξουσίες και ιδεολογικές παραμορφώσεις, θα απαιτήσει να ξανασυναντηθεί με τις αλήθειες αυτού του τόπου. Τις αλήθειες που εξέθρεψαν έναν λαό με τέτοια ποίηση, τέτοιες μουσικές, τέτοια ιστορία.

Προσπάθειες υπονόμευσης

Δεν θα είναι εύκολο. Οχι μόνο επειδή όλα αυτά τα χρόνια έγιναν τεράστιες προσπάθειες από εχθρούς και «φίλους» να ακυρωθούν και να υπονομευθούν όλες οι περηφάνιες μας, αλλά και επειδή οι νέοι σήμερα ζουν σε έναν κόσμο πολύ πιο περίπλοκο και πιο επικίνδυνο από ό,τι οι προηγούμενες γενιές. Ομως πιστεύω στη ζωτική τους ορμή όπως δεν μπορώ παρά να «πιστεύω» στη δύναμη του ποταμού που ξεχειλίζει αναζητώντας τους πανάρχαιους δρόμους του. Μόνο που αυτή η δύναμη -κι εδώ έρχεται να δέσει η αρχή, το ξεκίνημα αυτού του κειμένου με τις αναμνήσεις και το τραγούδι «κατακτάμε τη ζωή μας διώχνοντας τον φασισμό» -αυτή η δύναμη πρέπει να μπολιαστεί με το ήθος, το κοινωνικό, δημοκρατικό ήθος της ΕΠΟΝ, που υπήρξε ο μύθος και το θάμπος των παιδικών μου χρόνων, και των Λαμπράκηδων, των οποίων υπήρξα κομμάτι της ψυχής και της σάρκας τους. Δεν υπήρξαν στον τόπο μας άλλες οργανώσεις νέων τόσο λίγο κομματικές τουλάχιστον όσον αφορά τις προθέσεις, τις πρωτοβουλίες και τις δραστηριότητές τους.

Τι θα ‘θελα, λοιπόν, να πω στους νέους στο όνομα όλων αυτών που χάθηκαν πολεμώντας τον φασισμό, ο οποίος συχνά αλλάζει πρόσωπο, παραμονεύοντας σε όλη τη διαδρομή και τις φάσεις του πολιτισμού και της ιστορίας μας;

• Να μη φοβούνται τα όνειρά τους.

• Να μην τσιγκουνεύονται την αγάπη – γιατί και η αγάπη έχει κόστος.

• Να εμπιστεύονται τη δύναμή τους, κι ακόμη να ξέρουν πως:

– Η φιλοπατρία δεν αντιστρατεύεται τον διεθνισμό, δηλαδή τη συνεργασία των λαών.

– Τον διεθνισμό τον αντιστρατεύεται η παγκοσμιοποίηση που εξαθλιώνει τους λαούς τον έναν μετά τον άλλο, προς δόξαν του κεφαλαίου και των πολυεθνικών.

– Η φιλοπατρία είναι άλλο και άλλο η πατριδοκαπηλία και ο μιλιταρισμός. Οποιος αγαπά την πατρίδα του δεν σημαίνει πως πρέπει να μισεί τις πατρίδες των άλλων ανθρώπων.

– Τέλος, πατρίδα όλων των πατρίδων είναι ο πλανήτης μας και το περιβάλλον, όπου κανένα σύνορο δεν ισχύει και όπου η ευεργεσία ή η απειλή είναι τα μόνα που ισχύουν για όλους, δικαίους και αδίκους.

Αυτά, κι ας είναι κάτι σαν ελάχιστο μνημόσυνο στη μνήμη του Χρόνη, που έφυγε πριν από δύο χρόνια, και των άλλων εραστών του ονείρου της κοινωνικής δικαιοσύνης.

http://www.efsyn.gr/arthro/allos-dromos-gia-na-perasei-i-anoixi-den-yparhei

Αλκίνοος Ιωαννίδης: Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι

[…] Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι. Σηκώνει κοροϊδία η στάση μου, το ξέρω, αλλά δεν αξίζει να ονειρευόμαστε κάτι λιγότερο […] Από εμάς πρέπει να περιμένουμε πρώτα. Από τα βιβλία που θα διαλέξουμε να διαβάσουμε, την τηλεόραση που θα σβήσουμε για να κοιταχτούμε με τους ανθρώπους μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, από τις συγνώμες που θα πούμε, από τα όπλα που ο καθένας μας θα ανακαλύψει ξεχασμένα στην ψυχή του και στην αγκαλιά του άλλου. Δε βλέπεις τι γίνεται; Όποιος βγει να μοιραστεί κάτι, πέφτουμε όλοι να τον φάμε. Υπάρχει οργή και μίσος που δεν ξέρουμε πού να διοχετεύσουμε, και τα επιστρέφουμε απλόχερα στον εαυτό μας. Αποτελούμε την ευκαιρία ώστε η επιστημονική κοινότητα να επινοήσει, μετά την οικογενειακή ή την ομαδική ψυχοθεραπεία, την εθνική ψυχοθεραπεία […]
Ο συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής Αλκίνοος Ιωαννίδης …ανοίγει τη Μικρή βαλίτσα* στην Κρυσταλία Πατούλη (*Τη νέα του δισκογραφική δουλειά μετά από πεντέμιση χρόνια)

«Και πού να πάω και πού να ‘ρθω
και πού να επιστρέψω
που ‘ναι τα ξένα μακρινά
κι είν’ τα δικά μου ξένα
και πού να επιστρέψω
[…] Μικρή βαλίτσα και βαριά
γεμάτη πέτρα κι ήλιο
είναι το εμπρός ανήλιαγο
κι είναι σκληρό το πίσω
και πού να σ’ ακουμπήσω»
Κρ.Π.: Μια «Μικρή βαλίτσα», τι, πως, και πόσα μπορεί να χωρέσει; 

Αλκ. Ι.: Μπορεί να χωρέσει τα απολύτως απαραίτητα. Αυτά που θα σε κάνουν να εξακολουθείς να βλέπεις το δικό σου πρόσωπο σε ξένο καθρέφτη. Τη μνήμη, το παρόν και την προσδοκία της μέρας που θα ‘ρθει. Μπορεί να χωρέσει δηλαδή όλα όσα μας αποτελούν στην ουσία μας.

***
Κρ.Π.: Μήπως αυτή η …μικρή βαλίτσα ήταν η αιτία που δεν έφυγες από την Ελλάδα, ενώ σου δόθηκαν τρεις ευκαιρίες τα τελευταία χρόνια -όπως έγραψες στο δίσκο;

Αλκ.Ι.: Υπήρχαν λόγοι αρκετά σοβαροί για να φύγουμε οικογενειακώς. Ο λόγος που παραμείναμε ήταν ότι, και τις τρεις φορές, ενώ ξεκινούσα με ενθουσιασμό να ψάχνω για σπίτι και σχολείο εκεί για τα παιδιά, όσο περνούσαν οι εβδομάδες βάραινα, αισθανόμουν ηττημένος και τελικά αδικαιολόγητος στο φευγιό μου.

Οι λόγοι της αναχώρησης έμοιαζαν ξαφνικά πολύ μικροί. Κι ας είναι η σύντροφός μου στην αναμονή χρόνια τώρα για μια ειδικότητα, κι ας ορμάει η μιζέρια και η αδικία του τόπου μας από κάθε χαραμάδα μες στο σπίτι, κι ας ήταν για μένα ευκαιρία να εντείνω τη μικρή παρουσία μου στην «ευρωπαϊκή αγορά», ή να κάνω παραγωγές που εδώ ούτε να τις σκεφτώ δεν δικαιούμαι.

Έβλεπα ξαφνικά πως το πιθανότερο θα ήταν να μην κάνω τίποτα το αληθινά δημιουργικό. Έβλεπα το κενό, το ενδεχόμενο της απόλυτης αποτυχίας, αφού δεν έφευγα με όνειρο αλλά με μια βαθιά αίσθηση ήττας.

Θύμιζα στον εαυτό μου πως δεν είμαι με κανέναν τρόπο ίδια περίπτωση με όσους φεύγουν επειδή εδώ είναι άνεργοι, άπραγοι, ανύπαρκτοι και δυστυχείς. Δεν ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που ο τόπος τους δεν τους έδωσε τίποτα, που δεν τους ζήτησε τίποτα, που δεν ανέδειξε τις ικανότητες ή που δεν δέχτηκε τα όσα έχουν να δώσουν.

Ανταμείφθηκα πολλαπλά από τον τόπο, σε εποχές πιο «εύκολες». Δεν αναφέρομαι στο κράτος, αλλά στους ανθρώπους του τόπου, που μου έδωσαν πολλά, και κυρίως την καλλιτεχνική και δημιουργική μου ελευθερία. Λειτουργώντας σαν καλλιτέχνης, ακόμα και μέσα στη σημερινή δυσκολία, εξακολουθώ να παίρνω πράγματα από το κοινό πρωτόγνωρα.

Όσες συναυλίες και να κάνω στο εξωτερικό, εδώ είναι το σπίτι μου, η τραγουδοποιητική μου πηγή, η δημιουργική μου ομάδα, το κοινό που καταλαβαίνω, οι ακροατές που πραγματικά αισθάνονται σε τι αναφέρομαι κάθε φορά, οι άνθρωποι που μοιραζόμαστε μια κοινή γλώσσα πέραν της γλώσσας, τα βιώματα, οι αναμνήσεις, η ζωή και οι ελπίδες μου.

Μεγάλωσα. Δεν νομίζω πως θα μπορούσα να διαχειριστώ μέσα μου μια τέτοια αλλαγή πια, εκτός και αν δεν είχα άλλη επιλογή. Είχα όμως επιλογή: να μείνω, να ζήσω και να γράψω σε μια πραγματικά ενδιαφέρουσα περίοδο.

Γιατί, όσο τραγική κι αν είναι η κατάσταση, δεν μπορείς να την πεις αδιάφορη. Παλιά γκρινιάζαμε πως πέσαμε σε αδιάφορη εποχή. Πάρε λοιπόν γκρινιάρη μιαν ενδιαφέρουσα εποχή, να δούμε τι θα κάνεις…

Ίσως με κράτησε και η ψευδαίσθηση πως είμαι χρήσιμος εδώ… Μια αυτοκολακεία χωρίς περιεχόμενο δηλαδή, αφού στην πραγματικότητα δεν σε χρειάζεται κανείς. Εσύ πάντα χρειάζεσαι τους άλλους.

Προκειμένου όμως να γλιτώσω από το ενδεχόμενο να γεράσω μαραζωμένος και ηττημένος, χωρίς τους ανθρώπους μου, καλές είναι και οι ψευδαισθήσεις.

***
«Αν έχεις δόντι του φονιά και γούστα ματωμένα
αν μαύρισες τον ουρανό και θες να φας κι εμένα
μέσα στην καταιγίδα
θα γίνω αγκάθι στο λαιμό σου, σκόνη μες στο μάτι
μέσα στ’ αυτί σου ψίθυρος και σύγκρυο στην πλάτη
στη σιγουριά σου αγκίδα
Πάντα θα ξημερώνει […]»
Κρ.Π.: Το  τραγούδι «Πάντα θα ξημερώνει» το έγραψες μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Πώς;

Αλκ.Ι.: Ένιωσα τη μαυρίλα να με πνίγει από παντού. Και μαζί ένιωσα την ανάγκη να πω για τη μικρή, αγέννητη αχτίδα που στο βαθύ σκοτάδι συντηρεί την υπόσχεση μιας ολόφωτης μέρας. Να πω για τους ανθρώπους που χωρίς βία, καρφώνονται σαν ασήμαντες αγκίδες στη σκληρή φτέρνα των σίγουρων για την ανωτερότητα των απόψεών τους φονιάδων. Μια μικρή αγκίδα που ενοχλεί το στρατιωτικό, σιδερένιο βάδισμά τους, που τους αποδυναμώνει κι ας κρατάνε πολυβόλο.

Να τραγουδήσω επίσης για το πώς ένα λαϊκό, αισθαντικό παιδί, μπορεί να ζει μετά τον θάνατό του, αφού επηρεάζει ασταμάτητα τις ζωές και τις εξελίξεις γύρω μας. Με τρόπο που χιλιάδες πολιτικοί και διανοούμενοι μαζί, αδυνατούν να πράξουν. Και να κλείσω όλο αυτό με έναν θρήνο λίγων δευτερολέπτων από το κουαρτέτο εγχόρδων, μετά το τραγούδι, για το παιδί που χάθηκε και για όσους χάθηκαν με τον ίδιο τρόπο.

Κρ.Π.: «Ο δίσκος αφιερώνεται σε όσους αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και σε όσους εγκαταλείπονται από αυτόν». Με ποιόν τρόπο αλληλοσυνδέονται αυτά τα δύο; Και ποιο είναι – αν μπορούσαμε να πούμε- το χειρότερο; 

Αλκ.Ι.: Αυτά συμβαίνουν συνήθως ταυτόχρονα. Γιατί του οικονομικού προβλήματος ενός τόπου, προηγείται συνήθως ένα σύμπλεγμα άλλων προβλημάτων.

Ένας τόπος φροντίζει τους πολίτες του μέσα από την κοινωνία, μέσα από τις πολιτικές ηγεσίες του, μέσα από τις δομές του, μέσα από τις επιλογές που κάνει στη διάρκεια της ιστορίας, μέσα από την αντίληψή του για τη δικαιοσύνη, για την αξιοπρέπεια, για τον σεβασμό του πολίτη, μέσα από την αισθητική και το γενικότερο πνευματικό του επίπεδο, μέσα από την παιδεία που προσφέρει και το παράδειγμα που εκπέμπει ο λόγος και η πράξη των εκπροσώπων του.

Τότε, όποιος φεύγει, φεύγει γιατί το ποθεί η ψυχή του να ταξιδέψει και να ζήσει αλλού, ή γιατί το απαιτεί το επάγγελμα ή η μόρφωσή του, ή άλλοι δημιουργικοί, «θετικοί» ας τους πούμε, παράγοντες.

Όπως έφυγα από την Κύπρο, πριν από 25 χρόνια. Όχι εκδιωγμένος, αλλά λόγω σπουδών και με τη χαρά μιας ζωής που ανοιγόταν μπροστά μου.

Αυτός που δεν θέλει να φύγει, αλλά αναγκάζεται σε συνθήκες σχετικής ειρήνης να εγκαταλείψει τη μέχρι τώρα ζωή του, ο μετανάστης από ανάγκη δηλαδή, έχει ήδη εγκαταλειφθεί ή και ακόμα απορριφθεί από τον τόπο του, προτού φύγει, συχνά προτού καν γεννηθεί.

Κρ.Π.: Τι νέο έδωσες σ’ αυτόν το δίσκο, που δεν είχες δώσει μέχρι τώρα από τον Αλκίνοο, και τι πιθανά πήρες;

Αλκ.Ι.: Νομίζω πως για πρώτη φορά μίλησα τόσο αβίαστα και καθαρά για τα όσα με απασχολούν. Το είχα μεγάλη ανάγκη να μιλήσω καθαρά, τόσο στιχουργικά, όσο και μουσικά.

Προέκυψε ένας γυμνός δίσκος, χωρίς στολίδια, χωρίς ωραιοποιήσεις και εντυπωσιασμούς, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ένας δύσκολος στην υλοποίησή του δίσκος, άμεσος όμως στην ακρόασή του. Σκληρός στο βάθος του και ήσυχος στην επιφάνεια.

Συχνά, ένιωθα πως «σβήνω δίσκο», όχι πως «γράφω δίσκο». Έχτιζα και γκρέμιζα μεγάλα κομμάτια, λέξεις, νότες, όργανα, ήχους, χρόνους και ερμηνείες. Αφαίρεσα αρκετά ολοκληρωμένα τραγούδια από το υλικό, τραγούδια που τα δούλευα για μήνες, χωρίς να με νοιάζει αν είναι «καλά» ή «κακά», μόνο αν προσθέτουν στην αφήγηση ή όχι.

Δύσκολη διαδικασία… Αυτό κάνουμε όλοι όμως σήμερα: Κρατάμε τα άκρως απαραίτητα. Ακόμα και στις μεταξύ μας επαφές, οι περισσότεροι προτιμούμε τελευταίως να πηγαίνουμε κατ’ ευθείαν στην ουσία.

Η φλυαρία και ο χαριεντισμός της φούσκας σιγά-σιγά σβήνει. Αυτό έχω ανάγκη και από τους πολιτικούς: Αντί να φλυαρούν στομφωδώς, «κατακεραυνώνοντας» ο ένας τον άλλον, να μας πουν ήσυχα και καθαρά, μέσα στην καταιγίδα, την όποια αλήθεια τους. Χρειαζόμαστε συγκέντρωση και επικέντρωση, αλλιώς χαροπαλεύουμε μέσα στη σύγχυση, ενισχύοντάς την.

Ήταν όμως, για να επιστρέψω στην ερώτηση, μεγάλο το κέρδος για μένα από την όλη διαδικασία όσο και αν με δυσκόλεψε, γιατί αναγκάστηκα να επικεντρωθώ στην ουσία.

Είναι όπως ένας ήσυχος αναστεναγμός, ή ένα ουρλιαχτό, που για να δημιουργηθεί πρέπει να έχουν συμβεί πολλά, όταν όμως βγαίνει, τότε μπορεί να εκφράσει με απόλυτη ακρίβεια, ειλικρίνεια και βάθος, έννοιες, τις οποίες όσο και να προσπαθήσεις χρησιμοποιώντας περίτεχνα λόγια, αδυνατείς να περιγράψεις. Και για να το κάνει κανείς όλο αυτό τραγούδι, χωρίς αναστεναγμούς και ουρλιαχτά, χρειάζεται μια διαδικασία αρκετά περίπλοκη.

Κρ.Π.: Είναι από τους πρώτους δίσκους που εκφράζει στα περισσότερα τραγούδια του αυτό που ζούμε σήμερα, που τραγουδιέται το παρόν μας. Πόσο δύσκολο είναι να δοθεί η σύγχρονη πραγματικότητα μέσα από ποίηση και μουσική;

Αλκ.Ι.: Θέλει τον χρόνο της η ζωή για να γίνει τέχνη. Για να χωρέσει το μεγάλο παρόν στο μικρό μας τραγούδι, χρειάζεται χρόνος.

Το ανησυχητικό θα ήταν να βγαίναμε όλοι οι τραγουδοποιοί με το που ξεκίνησε η κρίση, μιλώντας όπως-όπως γι’ αυτήν, για να «πιάσουμε τον κόσμο». Είναι ένδειξη υγείας που άργησε αυτή η λειτουργία. Γιατί, δεν αρκεί να μεταφέρεις σε στίχους τα όσα ακούγονται στα καφενεία, ή τα όσα γράφονται στις εφημερίδες, για να εκφραστείς καλλιτεχνικά.

Πρέπει όλα αυτά, τα βιώματά σου, αυτά των συνανθρώπων σου, οι φόβοι, οι ενοχές, οι αβεβαιότητες, οι κλονισμοί σου, να μεταφραστούν σε μια γλώσσα ψυχής. Κι αυτό στους περισσότερους παίρνει χρόνο. Αλλιώς γράφουμε χρονογραφήματα, ή σχολιάζουμε έμμετρα την πραγματικότητα. Σεβαστά και αυτά, αλλά δεν είναι τραγούδια.

***
«Κανενός δεν ξεσηκώνεται η ψυχή
μα το σκυλί μου
το λέω Τσε
κι Άρη φωνάζω το υπέρβαρο γατί μου» (Στίχοι από το τραγούδι «Ο χορτάτος»).
Κρ.Π.: Αδιέξοδο;  Απογοήτευση; Πώς αντέχει κάποιος τόση …θλίψη;

Αλκ.Ι.: Οι περισσότεροι κοιτάμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και είτε τον λυπόμαστε, είτε τον σιχαινόμαστε. Παρατημένοι, πελαγωμένοι και μπερδεμένοι.

Αρκετοί από όσους στρέφονται σε κόμματα που δεν έχουν ακόμα κυβερνήσει (σίγουρα όχι όλοι, αλλά αρκετοί), το κάνουν από απελπισία, οργή και αδιέξοδο, χωρίς να αλλάζουν οι ίδιοι το αξιακό τους σύστημα, χωρίς αληθινή ελπίδα και χωρίς να κινούνται από ανάγκη για αξιοπρέπεια με επίγνωση του κόστους της. Χωρίς όραμα. Χωρίς αυτοκριτική για τις παλαιότερες επιλογές τους και την ως τώρα στάση τους. Μόλις δουν τα σκούρα (γιατί εύκολα δεν θα ‘ναι), θα ψαχτούν ξανά αλλού, οπουδήποτε. Κι εγώ μπερδεμένος είμαι, τι να πω…

Από τη μια το «Βία στη βία της εξουσίας» μου ακούγεται σαν «Νερό στο νερό της πλημμύρας» ή «Φλόγα στη φλόγα της πυρκαγιάς». Ενισχύει δηλαδή ό,τι αντιμάχεται.

Η ασχήμια δεν είναι ο τρόπος για να πολεμήσει κανείς την ασχήμια. Η οργή και η αγανάκτηση, όποτε δεν συνοδεύτηκαν από προσωπική και συλλογική καλλιέργεια, κοινό όραμα, ταυτόχρονη επίγνωση του μεγαλείου και της μικρότητάς μας και βαθιά, αληθινή αγάπη για τον άνθρωπο, έφεραν μόνο νέα καταπίεση και τραγωδίες, εξυπηρετώντας τις περισσότερες φορές, μετά από πολύ αίμα αθώων και ενόχων, όσα ξεκίνησαν να αντιπαλέψουν.

Από την άλλη, το να καθόμαστε άπραγοι, περιμένοντας τις «εξελίξεις»; Το να σιωπούμε σαν καλοχτενισμένα, φρόνιμα μαθητούδια στο κατηχητικό, περιμένοντας κάθε φορά οδηγίες, περιμένοντας να μας πούνε να πάμε να ψηφίσουμε; Κι αυτό με κάνει να αισθάνομαι άχρηστος, συνένοχος, βάρος της γης.

Και η άλλη λύση, αυτή της συλλογικής δράσης, της υγιούς προσφοράς, της αλληλεγγύης, της ανιδιοτελούς ανάμιξης με τα κοινά, να παραμένει ασύνδετη, διασπασμένη, ευάλωτη στο καπέλωμα, στην καχυποψία και στην τύχη, και παρά την αφοσίωση και τις θυσίες τόσων ανθρώπων και ομάδων να μην αποκτά συνολικό χαρακτήρα…

Και η μαυρίλα θεριεύει στην κυβέρνηση, στις τράπεζες, στις οθόνες, στους δρόμους, μέσα μας. Και πραγματικό, βαθύ, φεγγοβόλο όραμα στον καθένα μας και στην κοινωνία, πουθενά. Αυτό εκμεταλλεύονται και μας χώνουν όλο και βαθύτερα στη θανατηφόρα κακογουστιά τους οι κυβερνώντες.

Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στην όποια διεθνή συγκυρία, που, πώς τα καταφέρνουμε, πάντα εναντίον μας είναι, ή στην αλλαγή κυβέρνησης, σάμπως μπορεί κάποιος να αλλάξει τις ζωές μας χωρίς να έχει σύμμαχο τον καλύτερο εαυτό μας, ενώ ο καθένας μας παραμένει στην ουσία αυτό που ήταν. Αποκαρδιωτική η κατάσταση, πράγματι… Αλλά, τουλάχιστον την αναγνωρίζουμε πια.

Γιατί ακόμα θλιβερότερο ήταν όταν στην «καλή» εποχή δεν αναγνωρίζαμε την κατάστασή μας, πράγμα που, από αυτήν τουλάχιστον την άποψη, την καθιστούσε χειρότερη από τη σημερινή. Οπότε, περιέργως, μάλλον υπάρχει πρόοδος… Γιατί το να αναγνωρίσει κανείς την κατάστασή του είναι πάντα το πρώτο βήμα για τη βελτίωσή της. Το επόμενο βήμα πρέπει να γίνει γρήγορα, όχι όμως βιαστικά.

***
«Πού να πήγε τόση ζωή κι αυτά που ήταν να ‘ρθούνε
ούτε στο αύριο πετούν ούτε στο εδώ πατούνε» (στίχοι από το χασάπικο με τίτλο «Πού πεθαίνουν τόσα πουλιά», το πρώτο λαϊκό του δίσκου που έχει αναφορές στη λαϊκή μουσική της δεκαετίας του ’50 και του ’60)
Κρ.Π.: Ποιοί, πότε και πώς, θα απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα;

Αλκ.Ι.: Η ζωή θα απαντήσει. Τις απαντήσεις τις δίνει πάντα η ζωή. Η δική μας υποχρέωση είναι να της θέτουμε τις σωστές ερωτήσεις. Αλλιώς, οι απαντήσεις που μας δίνει δεν ανταποκρίνονται στις ερωτήσεις που της θέσαμε. Είναι παντελώς άσχετες.

Και τότε δεν υπάρχει διάλογος, γιατί η συνομιλία μας με τη ζωή αποτελεί μιαν ασυναρτησία. Τότε, εμείς και οι ζωές μας, ζούμε σαν ξένοι που δεν γνώρισαν ποτέ ο ένας τον άλλον.

Κρ.Π.: Το δεύτερο λαϊκό του δίσκου με τίτλο «Μια χούφτα γη» γράφτηκε μετά το θάνατο του Παπάζογλου και έχει αναφορές στην Εκδίκηση της γυφτιάς, και στη Σχολή της Θεσσαλονίκης;

Αλκ.Ι.: Μέσα μου, έχει ξεκάθαρη αναφορά στον Νίκο Παπάζογλου. Μου κάνει εντύπωση που πέρασε τόσο αθόρυβα το φευγιό του. Έκανε σημαντικά πράγματα με έναν τρόπο τελείως δικό του και επηρέασε, μέσα από την τσιγκούνικα μικρή δισκογραφία του, αλλά και μέσα από τις παράπλευρες δραστηριότητές του, τον δρόμο όλων μας.

Φεύγει σχετικά νέος απ’ τη ζωή ένας τέτοιος άνθρωπος, και το μελάνι που χύνεται είναι απείρως λιγότερο από αυτό για τον νέο καλοκαιρινό έρωτα της τάδε φετινής τραγουδίστριας ή τηλε-περσόνας. Δε γκρινιάζω, με πιάνουν τα γέλια, έχει και την πλάκα του όλο αυτό. Μόνο στην πλάκα μπορείς να το πάρεις, αλλιώς χάθηκες… Τέλος πάντων…

Ενώ η «Μικρή Βαλίτσα» στηρίζεται στον ήχο του κουαρτέτου εγχόρδων, υπάρχουν κάποια λαϊκότροπα τραγούδια στον δίσκο, που αναφέρονται σε διαφορετικές εποχές του λαϊκού τραγουδιού, από τα παλιά ρεμπέτικα μέχρι το νεότερο λαϊκό. Οι αναφορές δεν είναι μόνο στο ύφος, αλλά και στον χαρακτήρα των εποχών αυτών, ακόμα και σε συγκεκριμένα τραγούδια, μαζί με μια εσωτερική σύνδεση με τον σημερινό εαυτό μου.

Όταν ο σημερινός εαυτός μας απουσιάζει από τα όσα φτιάχνουμε, τότε κάνουμε απλά αναπαράσταση. Το θέμα είναι να τον εντάξεις δημιουργικά και όχι απλά κραυγαλέα.

Κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να φύγω απ’ τη χώρα, άκουγα μόνο δημοτικά και ρεμπέτικα. Αυτά θα έπαιρνα μαζί μου πρώτα, αν έφευγα. Όταν το συνειδητοποίησα, εγώ, ένας «έντεχνος τροβαδούρος» με «κλασικές ανησυχίες», ησύχασαν πολλά πράγματα μέσα μου.

Επίσης, η παρουσία τους στη «Μικρή Βαλίτσα» είναι και αποτέλεσμα της αγωνίας μου που το λαϊκό τραγούδι, από πεντακάθαρο, σπουδαίο μουσικό και ποιητικό είδος, ξέπεσε στα χέρια του λαμέ lifestyle,  της έντεχνης ανακατωσούρας, της επίδειξης ταχύτητας στο μπουζούκι, της χρήσης του απλά σαν «χρώμα» σε πιο «πειραματικές» δουλειές, της ανούσιας εκμετάλλευσής του από τρέντυ, ευχάριστα, νεο-ποπ, καλοκαιρινά εγχειρήματα και της «ωραιοποίησής» του προκειμένου να μπει στα μεγάλα σαλόνια. Μόνο σε κάποια λίγα ταπεινά ρεμπετάδικα, σε ελάχιστους καλλιτέχνες και σε κάποιες παρέες επιβιώνει η ουσία του, κι αυτή η επιβίωση κρέμεται από μια κλωστή.

Όχι πως μπορώ να βοηθήσω προσθέτοντας τρία ή τέσσερα τραγούδια στο ρεπερτόριο, αλλά το είχα προσωπική ανάγκη. Ίσως πάλι κάποιος πιτσιρικάς να ακούσει δυο νότες απ’ το τρίχορδο και να ενδιαφερθεί, να ψάξει και κάτι άλλο, παλαιότερο, να ακούσει στο κεφάλι του κάτι το αυριανό ή το παντοτινό.

Είναι απρόβλεπτοι οι πιτσιρικάδες… Πήγα δυο φορές στο παγκόσμιο φεστιβάλ των Κελτών, στη Γλασκόβη, τη μια για να παρακολουθήσω, την άλλη για να λάβω μέρος. Εκεί είδα μικρά παιδιά, Κελτάκια 10-15 χρονών, να γνωρίζουν και να συμμετέχουν με μεγάλη χαρά στην παράδοσή τους. Έπαιζαν στους δρόμους, τραγουδούσαν παντού, ανεπίσημα, παιδάκια που ήταν εξαιρετικά σύγχρονα και απόλυτα δεμένα με το παρελθόν τους.

Εκεί είδα και γνώρισα επίσης Κέλτες μπουζουξήδες, κυρίως Σκοτσέζους και Ιρλανδούς, αλλά και από άλλες χώρες. Όταν συνειδητοποίησα πόσο δημιουργικά και ελεύθερα έχουν εντάξει το μπουζούκι στην παράδοση αλλά και στη νέα δημιουργία τους, ντράπηκα που εμείς το έχουμε κάνει σημαία της παρακμής μας. Κι όταν άκουσα νέες μπάντες να εντάσσουν στους δίσκους και στις συναυλίες τους παλιά δικά τους λαϊκά τραγούδια, χωρίς καμία ενοχή και χωρίς να τα βιάζουν ώστε να ενθουσιάσουν τα πλήθη, ντράπηκα διπλά που εμείς σνομπάρουμε το είναι μας.

Κρ.Π.: Με φόντο μία κρίση ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια, τι σε κινητοποίησε περισσότερο να γράψεις και να ολοκληρώσεις αυτόν τον δίσκο με κυρίως πολιτικό ύφος;

Αλκ.Ι.: Αυτό που με κινητοποιούσε πάντα: η ανάγκη μου να μοιραστώ με την τέχνη μου και με τους συνανθρώπους μου τα όσα είμαστε και τα όσα μας συμβαίνουν, έτσι όπως τα αισθάνομαι και τα καταλαβαίνω. Έκανα αυτό που έκανα πάντοτε. Ίσως πιο καθαρά και πιο άμεσα.

Κρ.Π.: Αυτά τα χρόνια έχεις παίξει σε συναυλίες ενάντια στην εξόρυξη χρυσού στη Χαλκιδική και για συμπαράσταση κρατουμένων που βασανίστηκαν. Υπάρχουν οι φωνές τους με κάποιον τρόπο μέσα σ’ αυτήν τη «Μικρή βαλίτσα»;

Αλκ.Ι.: Ναι, θα ήταν αδύνατον να εξαιρέσω αυτές τις περιπτώσεις από τα όσα μας συμβαίνουν, άρα και από τα όσα εμπεριέχει ο δίσκος. Οι φωνές που αντιστέκονται στο σκοτάδι, όπως μπορώ να τις ακούσω ο ίδιος τουλάχιστον, είναι σίγουρα μέρος του δίσκου.

Κρ.Π.: Η «μέρα που θα ‘ρθει» πώς θα ‘θελες – και θα ’λεγες- να είναι;

Αλκ.Ι.: Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι. Σηκώνει κοροϊδία η στάση μου, το ξέρω, αλλά δεν αξίζει να ονειρευόμαστε κάτι λιγότερο. Μπορούμε να επιθυμούμε καλύτερη ζωή, να διεκδικούμε περισσότερα δικαιώματα, να αγωνιζόμαστε για μια βελτίωση. Όλα αυτά όμως έχουν νόημα μόνο όταν το όνειρο εκτείνεται στο άπειρο. Αν το όνειρό σου δεν είναι η απόλυτη δικαιοσύνη (είτε υπάρχει φιλοσοφικά ως έννοια, είτε όχι), δεν μπορείς να ονειρεύεσαι λίγη περισσότερη δικαιοσύνη. Μπορείς να παλεύεις για λίγη περισσότερη δικαιοσύνη, αν την ονειρεύεσαι ολόκληρη.

Στο κέντρο της ύπαρξής σου θέτεις το ολόκληρο, όχι το λίγο περισσότερο. Έτσι, μπορείς ίσως να λες πως βαδίζεις προς τη σωστή κατεύθυνση, πως βήμα-βήμα και μάχη-μάχη το πλησιάζεις, κι ας ξέρεις πως ποτέ δεν θα φτάσεις, κι ας φτάσουν άλλοι, αιώνες μετά από σένα. Κι ας μη φτάσουν ούτε κι αυτοί, δεν έχει σημασία…

Κρ.Π.: Ποιο τραγούδι σου σε δυσκόλεψε περισσότερο να γράψεις τους στίχους του, όχι από άποψη τεχνική και πρακτική, αλλά κυρίως ψυχική, και γιατί;

Αλκ.Ι.: Ήταν όλα τα τραγούδια ανοιχτά σε αλλαγές. Ακόμη και μπροστά στο μικρόφωνο άλλαζα λέξεις ή νότες. Το υλικό επέδειξε εξαιρετική ευελιξία στις αλλαγές των βιωμάτων, των αισθημάτων και των αναγκών μου.

Γενικά, δεν μου αρέσει να λέω πως βασανίστηκα να γράψω κάτι. Είναι σαν τη μάνα που κρατάει το παιδί της και παραπονιέται για το πόσο πόνεσε όταν το γεννούσε. Κι απ’ την άλλη, τραγούδια είναι… Εδώ άλλοι σκάβουν όλη μέρα.

Μπορώ πάντως να σου πω πως η δημιουργική ομάδα, οι μουσικοί και οι τεχνικοί, χρειάστηκε να δώσουν πολύ πέραν του αναμενόμενου, σε ώρες, ενέργεια, ταλέντο και γνώση. Το έδωσαν ολόψυχα, παρά την εξάντληση. Αυτό το «ολόψυχα» αποτυπώθηκε στον δίσκο και θα το θυμάμαι για πάντα.

***
«Σαν είν’ τα όνειρα μικρά
μικραίνουνε μαζί και τα τραγούδια
μικραίνει ο τόπος κι η καρδιά
[…] Μια αλυσίδα σε κρατά
και τη γυαλίζεις και την ομορφαίνεις
δένεις γραβάτα τη θηλειά
[…] Σιγανά και ταπεινά
μα όχι σκυμμένα και ταπεινωμένα
γίνε η ζωή σου που περνά»
Κρ.Π.: Είναι τόσο αυτονόητα όλα αυτά, για να φτάσει κανείς στο «Τι περιμένεις πια», δηλαδή στον τίτλο αυτού του τραγουδιού. Νιώθεις σήμερα, πως ζούμε γενικά την αμφισβήτηση του «αυτονόητου» και την ανάγκη για τον επαναπροσδιορισμό του;

Αλκ.Ι.: Το αυτονόητο αποδείχτηκε καταστροφικό. Κι αν δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι για το αδιανόητο, εύχομαι να μην παραμείνουμε στο ανόητο. Να πάμε ένα βήμα μπρος. Να πάρουμε την ευθύνη αυτού του βήματος. Με τη γνώση πως δεν θα είναι εύκολη δουλειά ο αγώνας για αξιοπρέπεια, με την επίγνωση πως δεν κάνουμε το βήμα για να βολευτούμε, αλλά για να ξεβολευτούμε δημιουργικά. Και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην εκλογική διαδικασία.

Πρέπει να γίνει μια επανατοποθέτηση της κοινωνίας, γιατί φτάσαμε στο σημείο μηδέν. Το επίπεδο ζωής, το επίπεδο σκέψης, οι αντιλήψεις, οι αξίες, η αισθητική μας, είναι όλα σε ελεύθερη πτώση. Αναγνωρίζοντας την κατάστασή μας, έχουμε πολλή δουλειά ο καθένας με τον εαυτό του και όλοι μαζί για να μπορέσουμε να σταθούμε σαν προσωπικότητες και σαν σύνολο. Χωρίς θούριους και υψωμένες γροθιές, χωρίς να μετατραπούμε από τη μια μέρα στην άλλη από βολεμένοι δανειολήπτες σε οργισμένους πλην ευκαιριακούς επαναστάτες, αλλά με μεθοδικότητα, απόφαση και κόστος, ατομικά και συλλογικά, με «αίσθημα ευθύνης», που λένε και οι πιο ανεύθυνοι πολιτικοί μας, πρέπει κάποτε να αρχίσουμε την κίνηση προς τα εμπρός. Και με τη βεβαιότητα πως, αν αποτύχουμε, το θηρίο θα επανέλθει ακόμα πιο άγριο.

Κρ.Π.: Στο τραγούδι με τίτλο «Πολιτική τοποθέτηση» κάνεις ακτινογραφία του μέσου –προοδευτικού θεωρητικά- Έλληνα – και όχι μόνο… Λες, για παράδειγμα:
«Ρεύομαι σούσι κι ονειρεύομαι επανάσταση
καλοταϊσμένος περιμένω την ανάσταση
είμαι γελοίος
[…] Μικρός ορκίστηκα τον κόσμο να αλλάξω
μα στα σαράντα μου είμαι ο κόσμος
πού να ψάξω για τον ένοχο
[…] Μεγαλουργώ στα λόγια κι από πράξη τίποτα
[…] Ρεύομαι σούσι κι ονειρεύομαι επανάσταση
Είμαι επιτάφιος, με προσπέρασε η ανάσταση
κι ελπίδα δεν έχω». 

Από πού μπορούμε να περιμένουμε, κάτι, σήμερα; 

Αλκ.Ι.: Από εμάς τους ίδιους. Από κανέναν άλλον. Γιατί, και τον πιο ικανό, τον πιο άφθαρτο να ψηφίσουμε, αν του δώσουμε να οδηγήσει έναν σμπαραλιασμένο, μπερδεμένο θίασο, μόνο εμπόδιο θα του είμαστε.

Από εμάς πρέπει να περιμένουμε πρώτα. Από τα βιβλία που θα διαλέξουμε να διαβάσουμε, την τηλεόραση που θα σβήσουμε για να κοιταχτούμε με τους ανθρώπους μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, από τις συγνώμες που θα πούμε, από τα όπλα που ο καθένας μας θα ανακαλύψει ξεχασμένα στην ψυχή του και στην αγκαλιά του άλλου. Δε βλέπεις τι γίνεται; Όποιος βγει να μοιραστεί κάτι, πέφτουμε όλοι να τον φάμε. Υπάρχει οργή και μίσος που δεν ξέρουμε πού να διοχετεύσουμε, και τα επιστρέφουμε απλόχερα στον εαυτό μας. Αποτελούμε την ευκαιρία ώστε η επιστημονική κοινότητα να επινοήσει, μετά την οικογενειακή ή την ομαδική ψυχοθεραπεία, την εθνική ψυχοθεραπεία.

Αν πρέπει να περιμένουμε κάτι, θα γεννηθεί από την ελπίδα, τη μοιρασιά, την ανεκτικότητα, την αγάπη μας για τον άνθρωπο, την αναζήτηση της ουσίας και την πίστη πως αξίζει να ζήσουμε πιο ουσιαστικά. Από τη συνείδηση πως δεν ζούμε μόνοι, ούτε σαν άτομα, ούτε σαν σύνολο, σ’ αυτόν τον πλανήτη, καθώς και από τη συνεχή αυτοκριτική μας: Ένας στίχος από το ίδιο τραγούδι, λέει «Στο διαδίκτυο απαγγέλλω το κενό μου, είμαι μεγάλος στο μικρό δωμάτιό μου». Αυτό ακριβώς κάνω λοιπόν αυτή τη στιγμή… Δε φτάνει.

Κρ.Π.: Τελικά ταξιδεύει η μικρή βαλίτσα… (με χασάπικα, ρεμπέτικα, ζεϊμπέκικα, ροκ, μπαλάντες, δημοτικά, λαϊκά, με αυτοκριτική, σάτιρα, ερωτισμό, αγάπη, κριτική, απογοήτευση, ελπίδα);

Αλκ.Ι.: Ναι, ταξιδεύει! Παίζουμε στο Γυάλινο τώρα, με τον Γιώργο Καλούδη στο τσέλο και τη λύρα, τον Φώτη Σιώτα στο βιολί και στη βιόλα, τον Δημήτρη Τσεκούρα στο κοντραμπάσο και βέβαια τον Μανόλη Πάππο στο μπουζούκι. Μετά θα πάμε στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Την Άνοιξη στην Ευρώπη, το Καλοκαίρι ποιος ξέρει…

Ξεκίνησε το ταξίδι της η Μικρή Βαλίτσα κι ευτυχώς παίρνει κι εμάς μαζί. Όχι σαν αχθοφόρους, αλλά σαν συνταξιδιώτες.

Κρ.Π.: Θα ήθελα να κλείσει αυτή η συνέντευξή σου με τον «Τιμονιέρη». Είναι αυτός που μας οδηγεί σήμερα; Εντός μας και εκτός μας; Αν και απαντάς με τους στίχους σου, θα ήθελες να πεις κάτι περισσότερο γι’ αυτόν τον σημερινό «ήρωα» της κατάντιας μας;

Αλκ.Ι.: Μας γνωρίζει απ’ έξω κι ανακατωτά, μας παίρνει πατρικά απ’ το χεράκι και μας οδηγεί στην κάθε μέρα μας. Κι εμείς τον ξέρουμε άλλο τόσο καλά. Γιατί εμείς τον φτιάξαμε, κι ας το ξεχνάμε. Δεν θα ζήσω τη μέρα που θα τον γκρεμίσουμε ήσυχα και σίγουρα από το βάθρο του, μέσα και έξω μας. Έχουμε πολύ δρόμο ως τότε. Το επόμενο -και τελευταίο- τραγούδι του δίσκου λέγεται «Η μέρα που θα ‘ρθει» και αναφέρεται στην πτώση του. Και στη γέννηση ενός νέου κύκλου. Πιστεύω πως η μέρα θα ‘ρθει. Γι’ αυτό κάνω παιδιά. Κι ας ξέρω πως, την επομένη της νέας μέρας, θα αρχίσουμε οι άνθρωποι να δημιουργούμε τον «Τιμονιέρη» απ’ την αρχή.-

Ο τιμονιέρης

Μη λες πολλά, μη θες πολλά, μην κάνεις το δικό σου
μην πας ψηλά, μη θες πολλά, μείνε στο μερτικό σου
Μείνε στο μαύρο σου κενό, στη γκρίζα σου την πόλη
μην έχεις μνήμη, μη ρωτάς, κάνε όπως κάνουν όλοι

Βολέψου αναπαυτικά κι άσε μου το τιμόνι
παντρέψου στα περιοδικά, σμίξε με την οθόνη
Μέσ’ απ’ της κάλπης τη σχισμή ξεγέννα τα παιδιά σου
κι ήσυχος κλείσ’ τα μάτια σου κι από τον κόσμο χάσου

Σου δίνω Σάββατο να βγεις στη νύχτα του άλλου κόσμου
μια Κυριακή να βαρεθείς κι αύριο ξανά δικός μου
Ζήτα μου αν θέλεις δανεικά, στέγη, τροφή κι αμάξι
δική μου η γη που σε γεννά κι η γη που θα σε θάψει

Αν μου σταθείς αντίπαλος σου εκδίδω και βιβλίο
και καπετάνιο κάμνω σε σ’ ένα μεγάλο πλοίο
Στης πλάνης σου τ’ απόνερα ελεύθερος κολύμπα
και κάθε χρόνο μια φορά σπάσ’ τα και κάν’ τα λίμπα

Είμαι η ομίχλη στο μυαλό κι ο φράχτης στην καρδιά σου
και στο πανί του ύπνου σου προβάλλω τα όνειρά σου
Είμαι εσύ κι είσαι εγώ και πώς να με νικήσεις
χωρίς εμένα δεν μπορείς να ζήσεις ή να σβήσεις

[jwplayer | file=http://www.youtube.com/watch?v=L3dU6J2isxI]

Μικρή Βαλίτσα

Στίχοι, μουσική, ενορχήστρωση: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Καλλιτεχνική παραγωγή, ηχοληψία, μίξη: Βαγγέλης Λάππας

Στο (8), στίχοι: Νίκος Γκάτσος. Στο (9), στίχοι: Άντης Ιωαννίδης
Ενορχήστρωση (4, 5, 6): Μ. Πάππος, Δ. Μυστακίδης, Α. Ιωαννίδης
Ενορχήστρωση (10): Γ. Καλούδης, Α. Ιωαννίδης

Ο δίσκος αφιερώνεται σε όσους αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και σε όσους εγκαταλείπονται από αυτόν.

1.   Πάντα θα ξημερώνει
2.   Ο χορτάτος
3.   Πολιτική τοποθέτηση
4.   Πού πεθαίνουν τόσα πουλιά
με την Ναταλία Λαμπαδάκη
5.   Μια χούφτα γη
6.   Η ωραία του χωριού
7.   Χωρισμός
8.   Χατζιδακιάς με την Μαρία Φαραντούρη
στίχοι: Νίκος Γκάτσος
9.   Η μάνα μου το Πάσχα
στίχοι: Άντης Ιωαννίδης
10. Τι περιμένεις πια
11. Μικρή βαλίτσα
12. Ο τιμονιέρης με τον Σωκράτη Μάλαμα
13. Η μέρα που θα ‘ρθει

Στίχοι των Τραγουδιών

Συνήχησαν:

Κουαρτέτο Los Tres Amigos (1, 2, 3, 7, 8, 9):
Μιλτιάδης Παπαστάμου – βιολί
Παύλος Μιχαηλίδης – βιολί
Φώτης Σιώτας – βιόλα
Γιώργος Καλούδης – τσέλο

Μανόλης Πάππος – μπουζούκι (4, 5, 6, 7, 8), μπαγλαμάς (5, 6, 7)
Χάρης Λαμπράκης – νέυ (13)
Γιώργος Καλούδης – κρητική λύρα (10), τσέλο (12, 13)
Δημήτρης Μυστακίδης – λαϊκή κιθάρα (4, 5, 6, 7)
Βαγγέλης Λάππας – κλασσική κιθάρα (2)
Δημήτρης Τσεκούρας – κοντραμπάσο (1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 12, 13)
Σωτήρης Λεμονίδης – πιάνο (3, 4, 8)
Φώτης Σιώτας – βιολί, βιόλα (12, 13)
Αλκίνοος Ιωαννίδης – κλασσική και ακουστική κιθάρα (1, 3, 7, 8, 9) κρητικό και στεριανό λαούτο (1, 10, 12)

Στην «Χατζιδακιάδα», έπαιξαν επίσης οι:
Μαριλένα Δωρή – φλάουτο
Σπύρος Τζέκος – κλαρινέτο
Σωκράτης Άνθης – τρομπέτα
Αντώνης Λαγός – κόρνο
Μιχάλης Διακογιώργης – τρίγωνο, πιατίνι

Οι ηχογραφήσεις έγιναν στο «Στούντιο Αισθητικής»
Οι πρόσθετες ηχογραφήσεις έγιναν στο «Studio Sierra» από τον Παναγιώτη Πετρονικολό και τον Βαγγέλη Λάππα
Οι μίξεις έγιναν στο «Studio Sierra»
Digital mastering: Adam Ayan, Gateway Mastering Studios, Inc.

Τεχνική επιμέλεια, βοηθός ηχολήπτη: Βασίλης Δρούγκας

Ζωγραφικό εξωφύλλου: Άντης Ιωαννίδης

Γραφιστική επιμέλεια: Άντης Ιωαννίδης, Νίκος Κυπαρίσσης
Φωτογραφία (Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου): Νικόλας Χρυσός
Φωτογραφίες με κουστούμι (Μέγαρο Μουσικής Ευβοίας): Αιμιλία Μηλού
Φωτογραφίες από το «Στούντιο Αισθητικής»: Δημήτρης Τσεκούρας, Αλκίνοος Ιωαννίδης

Executive Producer: Χρίστος Όθωνος – Roll Out Vision Services (Εκτυλισσόμενες Οραματικές Διακονίες)

Παραγωγή: Cobalt Music

Ηχογράφηση και μίξη: Μάιος – Οκτώβριος 2014
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 27 Οκτωβρίου 2014

Ευχαριστώ από καρδιάς όλους τους συντελεστές. Προσέφεραν χωρίς όρια και όρους, καθορίζοντας το αποτέλεσμα με την αισθητική, το αίσθημα, την αντοχή και τη γνώση τους.

Ευχαριστώ επίσης θερμά τους:

Παναγιώτη Πετρονικολό, Χρήστο Ζορμπά, Νίκο Καραπιπέρη, Σάιμον Χιλλ, Γιάννη Φώσκολο, Βασίλη Χριστοδούλου, Γιάννη Πασχαλίδη, Γιάννη Παρχαρίδη.

Τις «Αλουστίνες» και το «Αψέντι» στο Θησείο, την «Οδό Ονείρων» στη Χαλκίδα, το «Θέατρο Ριάλτο» στη Λεμεσό και τη μπουάτ «Απανεμιά» στην Πλάκα, όπου πρωτόπαιξα κάποια από τα τραγούδια.

Για τα όργανα που μας δάνεισαν, τους συναδέλφους: Γιάννη Σερεμέτη, Χρήστο Τόφα, Γιάννη Ζευγόλη, Πέτρο Βαρθακούρη, Νίκο Παραουλάκη, Σωτήρη Λεμονίδη, Γιώργο Μανωλάκη, Δημήτρη Βαρελόπουλο, Δημήτρη Ραπακούσιο, Βενιζέλο Λεβεντογιάννη, Μιχάλη και Ιάκωβο Μουντάκη.

Την Αγαθή Δημητρούκα για τους στίχους του Νίκου Γκάτσου στην «Χατζιδακιάδα».

Τις εκδόσεις Καστανιώτη για το απόσπασμα από τους «Άγριους ντετέκτιβ» του Ρομπέρτο Μπολάνιο, όπως και τον Γιώργο Χουρδάκη, που μου χάρισε το βιβλίο.

Οι στίχοι του πατέρα μου στο «Η μάνα μου το Πάσχα», μελοποιήθηκαν στο φοιτητικό μου δωμάτιο, στα Άνω Ιλίσια, το ‘89.

Ο «Χωρισμός» γράφτηκε στον Βύρωνα, στις αρχές της δεκαετίας του ’90.
Τα άλλα τρία λαϊκά τραγούδια γράφτηκαν το καλοκαίρι του ’13, όταν επιτέλους πήρα τρίχορδο, άσχετος, ακατάσχετος, πιθανότατα ενοχλητικός μπουζουξής παραλίας. Κάτω απ΄το ίδιο αρμυρίκι γράφτηκε και το «Τι περιμένεις πια».
Ο «Χορτάτος» γράφτηκε στην Κέρκυρα, τον Φεβρουάριο του ’11.
Η «Χατζιδακιάς» μελοποιήθηκε επίσης το ’11, για το αφιέρωμα που κάναμε με την Μαρία Φαραντούρη, τον Βασίλη Γισδάκη και τον Μίλτο Λογιάδη στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Γκάτσου.
Το «Πάντα θα ξημερώνει» γράφτηκε μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.
Η «Μικρή βαλίτσα» γράφτηκε στην Εύβοια, ο «Τιμονιέρης» και η «Πολιτική τοποθέτηση» στα Κύθηρα και «Η μέρα που θα ‘ρθει» στην Αθήνα, το 2014.

Κόντεψα να φύγω από την Ελλάδα τρεις φορές τα τελευταία χρόνια. Τι θα έβαζα σε μια μικρή αποσκευή; Τι θα κρατούσα από τον τόπο, την εποχή και τον εαυτό που θα άφηνα; Πώς συσκευάζονται ο δρόμος, ο χρόνος και ο πόνος, όσα δηλαδή κάνουν τον κάθε έναν μας αυτό που είναι; Ποια είναι τα απολύτως απαραίτητα; Αυτά που, για να χωρέσουν, πρέπει να αφαιρεθεί κάτι άλλο;
Όπως, φεύγοντας βιαστικά οι πρόσφυγες, παίρνουν μαζί τα στέφανα και τις φωτογραφίες τους, έτσι έκλεισα στη Μικρή Βαλίτσα κάποια λαϊκά τραγούδια, μαζί με εικόνες του προσώπου και του καιρού μας. Επιστρέφοντας χωρίς να έχω φύγει, την ανοίγω πάλι, για να βρω μικρά κομμάτια μνήμης, τη θολή συνείδηση της τωρινής στιγμής και την προσμονή της μέρας που θα έρθει – κι ας μην έρθει. Όλα μαζί ανάκατα, μπερδεμένα, στριμωγμένα κι ακριβά.
Αλκίνοος Ιωαννίδης

http://tvxs.gr/news/moysiki/alkinoos-ioannidis-mono-tin-oytopia-oneireyomai

Άλλο ένα «ρεπορτάζ» εμφυλιοπολεμικής νοοτροπίας και χυδαίας προπαγάνδας

Το προκλητικό και χυδαίο ρεπορτάζ του αντ1 με τον τίτλο «Αποτυχημένη πρόβα κατάληψης του Πολυτεχνείου» : εκτός του ότι διαστρέβλωσε εντελώς την πραγματικότητα από τη μια, και έκρυψε όλη την αλήθεια από την άλλη, απευθυνόταν έμμεσα ή άμεσα και:

α. στους μπαχαλάκηδες που ψάχνουν ευκαιρία να τα κάνουν λαμπόγυαλα (και όπως έχουν δείξει βίντεο στο παρελθόν ξέρουμε καλά ενίοτε ποιοι τους υποκινούν), και μάλιστα εμφανώς τους …προκαλεί… να τα ξανακάνουν, με την ευκαιριάρα της επετείου του Πολυτεχνείου, για να βγουν μετά να τα ρίξουν στην τρομοκρατία (και ενδεχομένως στα ιπτάμενα κόκκινα – πράσινα και ροζ άλογα), και να μας ζαλίσουν θρασύτατα στη συνέχεια με την απειλούμενη ηρεμία, ανάπτυξη και την περίφημη σταθερότητα της χώρας με τα 6,3 εκατομμύρια πολίτες της στη φτώχεια, κάτι το οποίο αν συμβεί θα είναι ένα επιπλέον όπλο που τους λείπει στο σημερινό χάλι – κατρακύλα τους.

β. στους γνωστούς «νοικοκυραίους» ακροδεξιούς και δεξιούς που θα νιώσουν περηφάνια για τους «λεβέντες» (θρασύδειλους μπούληδες που τα βάζουν με άοπλους)  ματατζήδες (είτε αδιαφορώντας είτε αγνοώντας αν ούρλιαζαν «γαμήστε τους» http://tvxs.gr/news/apopseis/gamiste-toys και βαράγανε με κλομπ και ρίχνανε χημικά σε ειρηνικούς άοπλους διαδηλωτές που δεν προκάλεσαν κανέναν)

γ. στους βαριά ασθενείς της απάθειας που θα συνεχίσουν να κοιμούνται ήσυχοι υπέρ του ύπνου του δικαίου αν και καθόλου …κατά του αδίκου.

Άλλο ένα «ρεπορτάζ» εμφυλιοπολεμικής νοοτροπίας που υπονοεί και εκμεταλλεύεται με το ψέμα, κατασκευάζοντας τις «ειδήσεις», τη γνωστή καραμέλα των δύο άκρων:

«Εμείς οι …δυνατοί και οι καλοί (κυβέρνηση – Φορτσάκης και ΣΙΑ) που έχουμε τον έλεγχο και την εξουσία, πολεμήσαμε και απωθήσαμε τους κακούς, κι αν γίνει στη συνέχεια μακελειό εμείς θα είμαστε όχι μόνο υπεράνω υποψίας αλλά και δικαιωμένοι εκ προοιμίου»

Ασχέτως αν δεν υπήρχε κανένα κακό να πολεμήσουν και να προλάβουν. και ασχέτως αν το κακό είναι μόνο οι ίδιοι.

Ενδεικτικό το πόσο διανοητικά ηλίθιους βλέπουν τους ανθρώπους που τους παρακολουθούν, που τους έχει καταβάλει η κρίση – εύκολα θύματα του φόβου και της τρομολαγνείας τους. Ενδεικτικό και για το πόσο τρέμουν οι ίδιοι το μέλλον που έρχεται σύντομα.

Διαβάστε επίσης: Κλίμα σύγκρουσης καλλιεργεί η κυβέρνηση με αφορμή το Πολυτεχνείο

Το ανέκδοτο του αιώνα
Η οικειοποίηση της αυθόρμητης εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ιδιαίτερα από τους Κικίλιες της όποιας δεξιάς (βλ.Κλίμα σύγκρουσης καλλιεργεί η κυβέρνηση με αφορμή το Πολυτεχνείο), που εκμεταλεύονται χυδαία τη μνήμη του, τολμώντας να την βάζουν στο μπουκωμένο στόμα τους από τα 6,3 εκατομμύρια πολίτες της χώρας που καταρρακώνονται καθημερινά από τη φτώχεια, για να μιλήσουν δήθεν για δημοκρατία και ελευθερία -που την έχουν βιάσει από τα γενοφάσκια τους- ενώ επί εποχής νέας δημοκρατίας π.χ. το ’80 δολοφονούσαν διαδηλωτές στις πορείες της 17 Νοέμβρη, είναι το ανέκδοτο του αιώνα.
Ένα μετεμφυλιακό κράτος που χτίστηκε από τους δοσίλογους και πάνω στα πτώματα των αγωνιστών της Αντίστασης και των εξορίστων, που κατά τη διάρκεια της χούντας ο λαός του σφύριζε εν πολλοίς αδιάφορα, μέσα και έξω από τη χώρα, μπορεί μόνο να επαναλαμβάνει χούντες κάθε μορφής, να εξευτελίζει και να διαστρεβλώνει τα όσα με το αίμα τους κάποιοι λίγοι κατέκτησαν στο όνομα της αξιοπρέπειας και την ηθικής ενός ολόκληρου έθνους.
Και όλα αυτά μάλιστα τα λένε και τα κάνουν στο όνομα της «δημοκρατίας» τους -όπως και οι ακροδεξιοί που την οικειοποιούνται στα έδρανα της βουλής για τους γνωστούς φασιστικούς σκοπούς τους.
Μια «δημοκρατία» που εξασφαλίζεται και συντηρείται μόνο από απανωτά μέτρα εξαθλίωσης παρέα με τους θρασύδειλους ματατζήδες που τα βάζουν με ειρηνικούς και άοπλους διαδηλωτές (που και ένας μπούλης οπλισμένος μπορεί να τα καταφέρει).
Γελάνε και οι πέτρες.

Άνοιξαν το Σάββατο οι πύλες του Πολυτεχνείο για τις εκδηλώσεις μνήμης της εξέγερσης του ’73, που θα κορυφωθούν το μεσημέρι της Δευτέρας, 17 Νοεμβρίου, με τη…
tvxs.gr

Ανωτάτη Παιδεία: Λίγο πριν τη σύγκρουση

«Το πρόβλημα όμως είναι, τώρα τι κάνουμε; Δυστυχώς ένα μας μένει, όλοι μαζί να παλέψουμε προκειμένου να απελευθερώσουμε την πρωτοβουλία όλων στον τομέα της επιστημονικής γνώσης και της εκπαίδευσης. Την πρωτοβουλία, που όπως αναφέρει και ο Αλέν Μπάντιου, συνθλίβεται από τους αφέντες του κοινωνικού συστήματος γενικά, και τους αφέντες του πανεπιστημιακού συστήματος ειδικότερα.» Μ.Δ.

Εφημερίδα “Επενδυτής”, 19 Δεκεμβρίου 1998 – Δρ Μάνος Δανέζης, Επίκουρος Καθηγητής Αστροφυσικής,Τμήμα Φυσικής-Πανεπιστημίου ΑΘηνών

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η ελληνική εκπαίδευση, όπως και η παγκόσμια, βρίσκεται σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης αξιών και ιδεών. Έτσι η εκπαιδευτική έκρηξη δεν είναι παρά η εξωτερίκευση μιας γιγαντιαίας σύγκρουσης ανάμεσα στην κοινωνική δομή που πεθαίνει και σ’ αυτή που γεννιέται. Αυτό που από χρόνια είχε επισημανθεί από τους μελετητές των εκπαιδευτικών προβλημάτων ήταν μια κατάσταση διάχυτης εξέγερσης, που σερνόταν παθητικά και εκφραζόταν μέσα από πράξεις πλήξης, δυσφορίας, ανησυχίας και αβεβαιότητας. Τα σημάδια αυτά αν και τα διακρίναμε, δεν τα μελετήσαμε, αρκούμενοι αλαζονικά να τα εξηγούμε, αναπτύσσοντας περίεργες θεωρίες περί κοινωνικού εκφυλισμού της νέας γενιάς. Ο προβληματισμός όμως των σπουδαστών ήταν και είναι πολύ σοβαρός και κεντρώνεται εκτός των άλλων και στα πιο κάτω σημεία.

  1. Όλοι αγωνιούν, αντιλαμβανόμενοι ότι το πτυχίο τους είναι ένα «χαρτί» χωρίς καμιά κοινωνική απόδοση. Πολλοί είναι εκείνοι που συνειδητοποιούν ότι, άσχετα της πανεπιστημιακής επίδοσής τους, θα αναγκαστούν για λόγους βιοπορισμού, να ασχοληθούν μετά τις σπουδές τους, με εργασίες άσχετες με το αντικείμενο της εξειδίκευσής τους. Και όσοι όμως δεν διακατέχονται από αυτή την αγωνία, είναι πεισμένοι ότι η ειδικευμένη διανοητική τους δύναμη, θα γίνει αντικείμενο μιας χωρίς όριο εκμετάλλευσης. Όλες αυτές οι αγωνίες συνοψίζονται, στα ισχυρά επαναλαμβανόμενα από τους νέους προβλήματα «εύρεσης εργασίας». Έτσι η μεγάλη μερίδα των σπουδαστών, δημιουργεί για τον εαυτό της την εικόνα του άνεργου διανοούμενου, ή του μέτριου και απροσάρμοστου στελέχους μιας βιομηχανίας, ή του αδιάφορου και ανεκπαίδευτου εκπαιδευτικού.
  2. Όσον αφορά την εκπαιδευτική διαδικασία, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι σπουδαστές θα ήθελαν ν’ αγαπήσουν αυτά που τους διδάσκονται. Όλοι περιμένουν μετά την εισαγωγή τους στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, πως θα διδάσκονταν μεθόδους αποτελεσματικού χειρισμού της σκέψης, και τη λογική της συνολικής γνώσης. Αντί γι’ αυτό όμως, αντιμετωπίζουν τον απόλυτο κατακερματισμό της γνώσης και την πλήρη στεγανοποίηση των επί μέρους γνωστικών αντικειμένων της ίδιας επιστήμης. Η γνώση εξάλλου, σύμφωνα με τη σπουδαστική άποψη, είναι δραματικά «θεωρητικοποιημένη» και καθόλου πρακτική. Έτσι διαμορφώνεται η άποψη ότι, όσα διδάσκονται δεν τους χρησιμεύουν πουθενά, αφού οι γνώσεις είναι σκόρπιες και ασύνδετες μεταξύ τους, θεωρητικές και ξεκομμένες από την καθημερινή αναγκαιότητα. Είναι γνώσεις με μόνο προορισμό τους τη λήθη. Και ποιος είναι μετά όλα αυτά ο σκοπός της εκπαίδευσης για τους σπουδαστές? Μα ασφαλώς οι εξετάσεις, το δίπλωμα. Τα Ανώτατα και Ανώτερα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα δεν αποτελούν για τους σπουδαστές, και δικαίως, χώρους καλλιέργειας και παραγωγής γνώσης και επιστήμης, αλλά απλά, χώρους «κοινωνικής διαλογής», όπου θα επιλεγούν εκείνοι που θα συμμετάσχουν στις κοινωνικές διαδικασίες, υπό όρους ευνοϊκότερους από όλους τους άλλους πολίτες.
  3. Ένα άλλο αρνητικό στοιχείο της Ανώτατης Εκπαίδευσης είναι ο εκμηδενισμός της συλλογικής δράσης, και του ομαδικού ενθουσιασμού. Οι μέθοδοι εκπαίδευσης στηρίζονται πάνω σε ένα πνεύμα στενού ατομικού ανταγωνισμού, που καλλιεργεί μια αμφίβολης ποιότητας «καπατσοσύνη», που χαρακτηρίζει το μέσο νεοέλληνα. Οι σπουδαστές θα ήθελαν πολύ να ασκούνται συλλογικά πάνω στην επιστήμη με χαρά και ελευθερία. Οι ισχυρές όμως ανάγκες της κοινωνικής επιλογής που τους επιβάλλονται, τους το απαγορεύουν αυστηρά. Είναι λυπηρό, αλλά η καταδυνάστευση είναι πιο ισχυρή από τον ενθουσιασμό.
  4. Τέλος είναι και εκείνη η κρυφή πίκρα που σιγοκαίει στην καρδιά των σπουδαστών. Η αδυναμία των πανεπιστημιακών δασκάλων τους να τους καταλάβουν. Η αδυναμία τους να σκύψουν  πάνω από τις καθημερινές αγωνίες και φόβους τους, και να μετατραπούν , από μικροί δικαστές ενός άξενου συστήματος κοινωνικής επιλογής, σε «Δασκάλους», «Οδηγητές» σκοπών και ιδεών. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι σπουδαστές καταλογίζουν κοινωνικό φόβο, σκοπιμότητα και υστεροβουλία στους «δασκάλους» τους, όταν δεν τους βρίσκουν κοντά τους σε στιγμές σημαντικές γι’ αυτούς. Φοβισμένοι όμως και υπολογιστές δάσκαλοι, δεν είναι δυνατόν να γαλουχίσουν παρά γενιές πίκρας, αντίδρασης και εκρηκτικής έκφρασης. Το πρόβλημα όμως είναι, τώρα τι κάνουμε? Δυστυχώς ένα μας μένει, όλοι μαζί να παλέψουμε προκειμένου να απελευθερώσουμε την πρωτοβουλία όλων στον τομέα της επιστημονικής γνώσης και της εκπαίδευσης. Την πρωτοβουλία, που όπως αναφέρει και ο Αλέν Μπάντιου, συνθλίβεται από τους αφέντες του κοινωνικού συστήματος γενικά, και τους αφέντες του πανεπιστημιακού συστήματος ειδικότερα.

manosdanezis.gr