Η εποχή του θερισμού

Τώρα που οι 16χρονοι του 2008, έχουν γίνει 20χρονοι, τώρα θα θερίσετε ότι σπείρατε εκείνον τον Δεκέμβρη του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Όλοι εσείς που καταδικάζατε την βία από όπου κι αν προέρχεται. Τώρα που οι 16χρονοι έχουν περάσει στα πανεπιστήμια, πήγαν στα πρώτα party στρατολόγησης των κομμάτων, για να έχουν πρόσβαση στις σημειώσεις, μπας και περάσουν εύκολα το μάθημα για ένα πτυχίο χωρίς αντίκρισμα.

Τώρα που οι γονείς τους, ο ένας είναι άνεργος κι ο άλλος με συρρικνωμένο μισθό, τώρα που η TV σα να μη τρέχει τίποτε εξακολουθεί να πουλάει τρόπους ζωής που δεν είναι εφικτοί και το αξίωμα « καλός είναι όποιος έχει φράγκα» παραμένει αμετακίνητο σαν πρώτη μοναδική αξία στην χώρα του δίχως αύριο. Τώρα που κλείνουν τα μουσικά σχολεία και αντιμετωπίζουν τους μαθητές ως γραφικούς όταν κι αν διαμαρτυρηθούν, τώρα που η προοπτική όποιας εργασίας ανήκει στη σφαίρα του εξωπραγματικού, τώρα που πρέπει να πάρει το νέο smart phone, το αυτοκίνητο για να βγάλει γκόμενα, τα trendy ρούχα για τα trendy party γιατί μόνο αυτά προωθούνται και διαφημίζονται, τώρα αρχίζει να διαφαίνεται το μέγεθος της ευθύνης για την τερατογέννεση που κατάφερε να κάνει η γενιά των πενηντάρηδων στη νεολαία μας.

Κι αυτό κάνει όλη την κοινωνία μας το ίδιο υπεύθυνη, αν όχι περισσότερο εγκληματική, μόνο που όσοι σήμερα το πρωί δεν κυκλοφορούμε με πρησμένα από τη μπουνιά ματιά και λαιμούς με Photoshop καλυμμένους στην αγορά, δεν σημαίνει ότι είμαστε αθώοι, αλλά ότι απλά διαφεύγουμε της σύλληψης. Κι όσο αντί να νιώσουμε την ευθύνη που μας αναλογεί, ήρεμοι συνεχίζουμε την επιβίωση μας, τόσο χειρότερη κάνουμε την ώρα που θα χρειαστεί να ομολογήσουμε το πόσο και γιατί φταίμε. Κι όσο κάτι σημειώματα σαν αυτό τα αντιμετωπίζουμε ως γραφικά και μακριά από μας, τόσο η κοινωνία μας βαδίζει όλο και πιο κάτω, όλο και πιο χαμηλά, χωρίς ίχνη επανάκαψης, χωρίς ελπίδα σωτηρίας.

Ναι είναι δυσβάστακτη η εποχή του θερισμού, γιατί οι πρώτοι που θα εκπλαγούν, θα είναι οι φιλήσυχοι, οι σιωπηλοί, οι νοικοκυραίοι που ακόμη και τώρα, χωρίς ντροπή με ελαφρότητα, ομολογούν και σχολιαζουν ότι ένα παιδί 20 χρονών είναι εγκληματίας και τρομοκράτης κι αυτοί τα αθώα ανυπεράσπιστα θύματα του.

– See more at: http://www.parallaximag.gr/parallax-view/i-epohi-toy-therismoy#sthash.8c5xt4Qs.eeGPuU9U.dpuf

Διαβάστε επίσης:

Θέμα χρόνου ο θάνατος Ρωμανού αν δεν αντιδράσουμε

Σχόλιο:

Κινδυνεύει σοβαρά να πεθάνει εξαιτίας του δικαστικού συστήματος που υποστηρίζει μια κυβέρνηση που κάποιοι την στήριξαν να κυβερνάει με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου για να κάνει ότι θέλει καταπατώντας το σύνταγμα και τα κάθε λογής ανθρώπινα δικαιώματα.
Κινδυνεύει να πεθάνει μαζί με την κοινωνία που κάθεται και κοιτάει αφού πάσχει από την σοβαρή ψυχική διαταραχή που λέγεται απάθεια, και γι’ αυτό αυτοκαταργείται μέρα με τη μέρα.
Κινδυνεύει έτσι να πεθάνει κάθε έννοια δημοκρατίας και ελευθερίας που έχει απομείνει σ’ αυτή τη χώρα.
Και κινδυνεύει σοβαρά να πεθάνει και την ίδια μέρα που εκτέλεσαν -όπως ακριβώς ο Ρωμανός είπε στο δικαστήριο- τον φίλο του Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. (Όποιος γνωρίζει από αναπαράσταση ζωής και γενεογράμματα που συμπεριλαμβάνονται οι άνθρωποι που σημάδεψαν τη ζωή μας με τρόπο που την άλλαξαν, καταλαβαίνουν τι λέω).

Λοιπόν, βάζουμε πάλι ένα παιδάκι να καθαρίσει για πάρτη μας με τη ζωή του http://info-war.gr/…/%CE%B8%CE%AD%CE%BC%CE%B1-%CF%87%CF%81…/ ; Τόσο χυδαιότητα, και εξευτελισμός; Καμία ανθρωπιά, καμία αξιοπρέπεια δεν μας έμεινε; Καμία αίσθηση δημο-κρατίας; Αλληλεγγύη; Τίποτα; Τι κοινωνία ανύπαρκτη είναι αυτή στα πάντα; Τι απάθεια; Τι φρίκη; Μ’ αυτά και μ’ αυτά θα ξαναπώ το ίδιο: Ντρέπομαι που είμαι άνθρωπος σ’αυτή τη χώρα.

Απονενοημένη ζωή σε κοινή θέα

[…] Σκέφτηκε κανείς ότι οι άνθρωποι φτάνουν σε απονενοημένες πράξεις για να αναπαραστήσουν με κάποιον τρόπο τα απονενοημένα βιώματά τους (και γενικά τον ψυχικά διαταραγμένο τους κόσμο), που έμειναν ανείπωτα (χωρίς να αρθρωθούν σε λόγο – με τη λογική), ή που δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να μοιραστούν με κανέναν; Για να αναδείξουν -συνειδητά ή ασυνείδητα- σε κοινή θέα την απονενοημένη τους ζωή; […]

Όταν οι άνθρωποι στις μέρες μας γεννάνε παιδιά για να τα πετάξουν νεογέννητα και ζωντανά στον υπόνομο (όπως π.χ. έγινε πρόσφατα στο Σύδνεϋ) και η πλειοψηφία του κόσμου δεν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν σοβαρές ψυχοπαθολογίες* στα ίδια αυτά τα άτομα -εκτός των άλλων σοβαρών προβλημάτων π.χ. επιβίωσης, που μπορεί να έχουν- για να φτάσουν σε ένα τέτοιο απονενοημένο σημείο, η όποια ελπίδα βρίσκεται κι αυτή στον υπόνομο.

Δεν χρειάζεται άλλωστε να σκεφτούμε ότι ένας άνθρωπος που καλώς ή κακώς γέννησε ένα παιδί και δεν μπορεί να το μεγαλώσει (διότι η κοινωνία ακόμα βρίσκεται στο Μεσαίωνα σε ανάλογα θέματα κοινωνικής πρόνοιας) μπορεί έστω να το δώσει για υιοθεσία.

Στις ειδήσεις ακούμε να λένε: «το νεογέννητο είναι στο τάδε νοσοκομείο, πάσχει από αφυδάτωση, αλλά, κατά τα άλλα, είναι καλά στην υγεία του»! Έχετε ιδέα εσείς που λέτε ότι «χαίρει κατά τα άλλα άκρας υγείας» τι έχει πάθει ψυχικά αυτό το πλάσμα για το υπόλοιπο της ζωής του; (κι ας μην σκεφτούμε τι μπορεί να το περιμένει μέχρι να βρει αντικαταστάτες γονείς – κι αν είναι τυχερό τουλάχιστον να είναι αυτοί οι γονείς αντικαταστάτες αρκούντως ψυχικά υγιείς).

Αλλά δεν υπάρχει καμία ουσιαστική πρόληψη, καμία ενημέρωση, για τις ψυχικές παθήσεις και κατά τα άλλα περιμένουμε καλύτερο μέλλον. Ή μήπως αν έχουν χρήματα/δουλειά ανάλογοι γονείς κάνουν κάτι πολύ καλύτερο; Συνήθως γεννοβολάνε και μετά παρκάρουν τα παιδιά τους στους υπηρέτες τους για να τα μεγαλώσουν (στην καλύτερη περίπτωση).

Η κοινωνία είναι πολύ πίσω στα θέματα της ψυχικής υγείας και έχει πολύ δρόμο για να καταλάβει το μεγάλο πρόβλημα που υπάρχει στη νοοτροπία όσο και στην ασχετοσύνη για ανάλογα θέματα. Ωστόσο, μόνο όσο προχωράει τη σκέψη και την αντίληψή της η κοινωνία για την προστασία της ψυχικής υγείας (όπως και όλων των άλλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων), τόσο θα προχωράει αναγκαστικά και η πολιτική και ο πολιτισμός(ο τρόπος ζωής μας), και το αντίθετο.

Οι ψυχικές διαταραχές οργιάζουν ανά τον πλανήτη. Βία, έγκλημα, κακοποίηση, όλο και περισσότερες έρευνες τα καταδεικνύουν στην πραγματική δυσθεώρητη διάστασή τους, ξεκινώντας από όλα εκείνα που υφίστανται τα ίδια τα παιδιά.

Και πρώτα από όλους οι κυβερνώντες των κρατών που στις περισσότερες περιπτώσεις οι ίδιοι οι πολίτες τους ανέβασαν σε αυτές τις θέσεις, πάσχουν από βαριά ψυχικά νοσήματα, που συνεχίζουμε να τα ερμηνεύουμε και να τα μεταφράζουμε ως τυραννικά, φασιστικά, άδικα. Αλλά και ο φασισμός (κακοποίηση κάθε μορφής) τι είναι, αν όχι βαριά ψυχική πάθηση, κοινωνική και προσωπική;

«Κάθε βασανιστής (του εαυτού του ή των άλλων), έχει υπάρξει θύμα» λέει η Alice Miller (πόσω μάλλον εγκληματίας με οποιονδήποτε τρόπο). Θύτες ανθρώπων και κοινωνιών κάθε είδους, αντιμετωπίζονται ως τέρατα (ή ως τύραννοι…), αλλά μια κοινωνία τέρας τους γέννησε και τους ανάθρεψε, αφού δεν θέλει και δεν μπορεί τουλάχιστον να τους αντιμετωπίσει προληπτικά και θεραπευτικά.

Όταν το διαπιστώνει κάποιος μπορεί να απελπίζεται, αλλά αυτή είναι η αλήθεια.

Οι άνθρωποι και η κοινωνία χρειάζονται την πρόληψη και την θεραπεία για τις όποιες ψυχικές διαταραχές. Όχι φυλακές, γκιλοτίνες, άσυλα και δαιμονοποίηση. Κι αν κάποιος είναι τόσο επικίνδυνος εγκληματίας που δεν μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερος, ας φτιάξουμε ανθρώπινες μονάδες ισόβιας θεραπείας, κι ας μη θεραπευτεί ποτέ ο ίδιος. Εμείς θα έχουμε όμως θεραπευτεί ως κοινωνία και θα έχουμε προχωρήσει στην ανθρώπινη διάστασή μας κοινωνικά, πολιτιστικά και πολιτικά.

Γιατί αν φτάσουμε να εμβαθύνουμε στη ψυχή (τη δική μας* και των άλλων), θα έχουμε καταφέρει σίγουρα να εμβαθύνουμε και στη ζωή.

Και μην ξεχνάμε ότι: «Αν δεν μοιράζονται τα βιώματα, χάνεται η ανθρώπινη διάσταση»: Μπορεί κάποιος να γίνει βίαιος και εγκληματίας επειδή δεν τον καταλάβαμε, δεν τον πλησιάσαμε σαν άνθρωπο για να καταλάβουμε τι ζει. Έτσι γίνεται εγκληματίας […] ένα άτομο αν δεν μπορέσει να μοιραστεί το βίωμά του, χάνει την ανθρώπινή του διάσταση και δεν μπορεί να ζήσει […] όπως είπε ο ψυχαναλυτής Κώστας Νασίκας.

Σκέφτηκε κανείς ότι οι άνθρωποι φτάνουν σε απονενοημένες πράξεις για να αναπαραστήσουν με κάποιον τρόπο τα απονενοημένα βιώματά τους (και γενικά τον ψυχικά διαταραγμένο τους κόσμο), που έμειναν ανείπωτα (χωρίς να αρθρωθούν σε λόγο – με τη λογική), ή που δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να μοιραστούν με κανέναν; Για να αναδείξουν -συνειδητά ή ασυνείδητα- σε κοινή θέα την απονενοημένη τους ζωή;

Λοιπόν, ξεκινώντας μέσα από τα ίδια μας τα σπίτια, δεν αρκεί οι γονείς να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας και να τους παρέχουμε απλά τα αναγκαία.  Χρειάζεται  να τους εμφυσούμε και αρετές όπως: την κατανόηση και τον σεβασμό για τον Άλλον, τα όρια, τη συμμετοχή στον πολιτισμό και στην εξέλιξη του είδους. Και να τους τονίζουμε ότι δεν είναι αρκετό να μην κάνουν κακές πράξεις αλλά να μην μένουν και απαθείς απέναντι σε αυτές.

Να τους τονίζουμε επίσης ότι η κακία και το έγκλημα όπως κι αν παραμορφώνονται (για τον εαυτό μας, τους άλλους και όλη την κοινωνία) είναι ψυχικές ασθένειες που προκλήθηκαν εν πολλοίς από την κοινωνία που οι ίδιοι φτιάχνουμε.

*Τη λέξη ψυχοπαθολογία ακόμα και το λεξικό του word που αυτή τη στιγμή γράφω, δεν την αναγνωρίζει στον 21ο αιώνα.

30 χρόνια Εργαστήριο Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων

164357-edas_ergastirio

30 χρόνια Εργαστήριο Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων 

Οδοιπορικό / Πρόγραμμα Διημερίδας / Εργαστήρια

Oδοιπορικό 30 χρόνων του Εργαστηρίου Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων με αφορμή τη Διημερίδα* που θα διεξαχθεί στο Pierce College στις 6&7 Δεκεμβρίου 2014 όπου εκτός των άλλων σημαντικοί για το έργο τους Έλληνες και ξένοι θεραπευτές θα δώσουν το παρόν. Δείτε το πρόγραμμα ΕΔΩ και τα παράλληλα εργαστήρια ΕΔΩ.

164357g-poster***

Επιλέξτε ένα εργαστήριο απο τη κάθε ημέρα! ΕΔΩ

Εργαστήριο 10. Τίτλος: «Αφήγηση Ζωής»
Εισηγήτρια: Κρυσταλία Πατούλη, Δημοσιογράφος, Σύμβουλος Ανθρωπίνων Σχέσεων

«Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να την διηγηθεί»  ―Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Καθώς οι λέξεις είναι το βασικό υλικό που χτίζουμε τη σχέση μας με την πραγματικότητα, η δύναμη της γραφής γίνεται ένα σημαντικό εργαλείο αυτογνωσίας και δημιουργικότητας. Κατά τη διάρκεια αυτού του  εργαστηρίου δημιουργικής γραφής, αναγνωρίζουμε πως γράφουμε όχι μόνο ό,τι γνωρίζουμε. Γράφουμε για να μάθουμε! Περισσότερα: https://afigisizois.wordpress.com/about/

Αλλος δρόμος για να περάσει η άνοιξη δεν υπάρχει. Της Ρηνιώς Παπατσαρούχα-Μίσσιου

Ο συγγραφέας Χρόνης Μίσσιος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες ενώ το 1947 είχε καταδικαστεί σε θάνατο.

Σαν σήμερα πριν από δύο χρόνια έφυγε από τη ζωή ο αντιστασιακός, αγωνιστής της Αριστεράς και συγγραφέας Χρόνης Μίσσιος. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες ενώ το 1947 είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Ο συγγραφέας τού «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» και του «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;» παρέμεινε μέχρι την τελευταία του πνοή ένα ανυπότακτο πνεύμα που ονειρευόταν την κοινωνική δικαιοσύνη.

(Το κλίμα του κειμένου που ακολουθεί οφείλεται στην υποβλητική δύναμη του βιβλίου του Στέφανου Στεφάνου «Ενας απ’ τους πολλούς της ελληνικής Αριστεράς». Το περιστατικό ανάγεται στους πρώτους μήνες του 1945, στο Σουφλί, μετά τη Βάρκιζα και πριν ξεσπάσει ο εμφύλιος.

Διαβάζω, λοιπόν, πως το κόμμα είχε δώσει εντολή στους νέους να τραγουδήσουν επονίτικα τραγούδια το βράδυ στη βόλτα, για να τσεκάρει την αντίδραση του κόσμου…)

Το Σουφλί είναι η πατρίδα μου. Εζησα εκεί ώς τα δεκαοχτώ μου χρόνια. Ξέρω τα βράδια του, τις μυρουδιές του από εποχή σε εποχή, τη «βόλτα» τα Σαββατοκύριακα και τον εμφύλιο που σημάδεψε ανεξίτηλα τα παιδικά μου χρόνια. Τραγούδησαν, λοιπόν, τα παιδιά τον ύμνο της ΕΠΟΝ:

«Εμπρός επονίτες, αδέρφια και πάλι,

πάμε και γοργά προβάλλει η αυγή…»

Το μυαλό μου ξεγλίστρησε από το βιβλίο και τα γεγονότα που περιγράφει κι από τα βάθη της μνήμης αναδύεται, χωρίς ήχο, η συνέχεια του τραγουδιού:

«…Να δείξουμε πρέπει μ’ ατέλειωτη πάλη

πως θέλουμε ‘μείς μια λεύθερη ζωή…»

Και, δεν θέλει πολλά η μνήμη, δεν θέλει πολλά η καρδιά που φουρτουνιάζει, μέσα στην αμείλικτη μοναξιά του σπιτιού μου ακούω τη φωνή μου, σιγανή διστακτική και σχεδόν παράφωνη από τη συγκίνηση, να συνεχίζει:

«…Κατακτάμε τη ζωή μας διώχνοντας το φασισμό

πρώτη είναι η φάλαγγα η δική μας στης προόδου το στρατό».

Ξαφνικά το σπίτι μου γεμίζει κόσμο. Είναι όλοι εκεί, συνωστίζονται γύρω μου. Ολοι οι αγαπημένοι μου νεκροί: γονείς κι αδέρφια, φίλοι, συγχωριανοί, γειτόνοι, ο Χρόνης κι οι Λαμπράκηδες, όλοι. Ολοι στοιχισμένοι στης «προόδου το στρατό».

Σαν ορφανά κι ανεκπλήρωτα όνειρα, μια τεράστια πορεία που η αρχή και το μέλλον της χάνονται μέσα σε πυκνή ομίχλη. Γενιές ταγμένες στην υπεράσπιση του ονείρου της κοινωνικής δικαιοσύνης που διαρκώς μετατοπίζεται, κάποτε κατακερματιζόμενο σε άπειρες παραλλαγές, κάποτε ευτελιζόμενο στα χέρια καιροσκόπων της εξουσίας. Κι ο φασισμός, πάντα εκεί υφέρπει σε όλη τη διαδρομή, ποικιλώνυμος, ποικιλότροπος.

Συλλογιέμαι πως το μόνο σίγουρο που μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιοσύνη αυτών των εραστών του ονείρου της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι εκείνη η βαθιά ηρεμία της συνείδησης που ξέρει πως έπραξε το σωστό, πως συντάχτηκε με τη σωστή μεριά και, κυρίως, πως διακινδύνευσε προσωπικά για το κοινό καλό. Αυτό ακριβώς το είδος διακινδύνευσης που εξευγενίζει τη ζωή.

Μπορεί πολλές βεβαιότητές μου να έχουν δοκιμαστεί άγρια. Μπορεί η ωριμότητα να χαρακτηρίζεται ακριβώς από αυτήν την περιστολή των βεβαιοτήτων – «έν οίδα, ότι ουδέν οίδα»! Ομως υπάρχουν ακόμα ένα δυο πράγματα που αντέχουν.

■ Πρώτον, η σκέψη πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μετρήσεις το μάκρος της σκιάς σου, το βάρος της ύπαρξής σου από αυτόν της αναμέτρησης με τις δυνάμεις εκείνες, που κάθε εποχή ματαιώνουν τη ζωή, κλέβουν τα όνειρα και ακρωτηριάζουν ό,τι καλύτερο διαθέτει ένας λαός – τα νιάτα του.

■ Κι ακόμα, αντέχει η ελπίδα για κάτι που μπορεί η βιολογική μου αντοχή να μην μου επιτρέψει να το δω. Η ελπίδα πως δεν μπορεί παρά να έρθει όπου να ‘ναι η γενιά που, αποτινάζοντας από πάνω της την κουρελαρία των δήθεν και του lifestyle που της κληροδότησαν 40 χρόνων ποικιλώνυμες εξουσίες και ιδεολογικές παραμορφώσεις, θα απαιτήσει να ξανασυναντηθεί με τις αλήθειες αυτού του τόπου. Τις αλήθειες που εξέθρεψαν έναν λαό με τέτοια ποίηση, τέτοιες μουσικές, τέτοια ιστορία.

Προσπάθειες υπονόμευσης

Δεν θα είναι εύκολο. Οχι μόνο επειδή όλα αυτά τα χρόνια έγιναν τεράστιες προσπάθειες από εχθρούς και «φίλους» να ακυρωθούν και να υπονομευθούν όλες οι περηφάνιες μας, αλλά και επειδή οι νέοι σήμερα ζουν σε έναν κόσμο πολύ πιο περίπλοκο και πιο επικίνδυνο από ό,τι οι προηγούμενες γενιές. Ομως πιστεύω στη ζωτική τους ορμή όπως δεν μπορώ παρά να «πιστεύω» στη δύναμη του ποταμού που ξεχειλίζει αναζητώντας τους πανάρχαιους δρόμους του. Μόνο που αυτή η δύναμη -κι εδώ έρχεται να δέσει η αρχή, το ξεκίνημα αυτού του κειμένου με τις αναμνήσεις και το τραγούδι «κατακτάμε τη ζωή μας διώχνοντας τον φασισμό» -αυτή η δύναμη πρέπει να μπολιαστεί με το ήθος, το κοινωνικό, δημοκρατικό ήθος της ΕΠΟΝ, που υπήρξε ο μύθος και το θάμπος των παιδικών μου χρόνων, και των Λαμπράκηδων, των οποίων υπήρξα κομμάτι της ψυχής και της σάρκας τους. Δεν υπήρξαν στον τόπο μας άλλες οργανώσεις νέων τόσο λίγο κομματικές τουλάχιστον όσον αφορά τις προθέσεις, τις πρωτοβουλίες και τις δραστηριότητές τους.

Τι θα ‘θελα, λοιπόν, να πω στους νέους στο όνομα όλων αυτών που χάθηκαν πολεμώντας τον φασισμό, ο οποίος συχνά αλλάζει πρόσωπο, παραμονεύοντας σε όλη τη διαδρομή και τις φάσεις του πολιτισμού και της ιστορίας μας;

• Να μη φοβούνται τα όνειρά τους.

• Να μην τσιγκουνεύονται την αγάπη – γιατί και η αγάπη έχει κόστος.

• Να εμπιστεύονται τη δύναμή τους, κι ακόμη να ξέρουν πως:

– Η φιλοπατρία δεν αντιστρατεύεται τον διεθνισμό, δηλαδή τη συνεργασία των λαών.

– Τον διεθνισμό τον αντιστρατεύεται η παγκοσμιοποίηση που εξαθλιώνει τους λαούς τον έναν μετά τον άλλο, προς δόξαν του κεφαλαίου και των πολυεθνικών.

– Η φιλοπατρία είναι άλλο και άλλο η πατριδοκαπηλία και ο μιλιταρισμός. Οποιος αγαπά την πατρίδα του δεν σημαίνει πως πρέπει να μισεί τις πατρίδες των άλλων ανθρώπων.

– Τέλος, πατρίδα όλων των πατρίδων είναι ο πλανήτης μας και το περιβάλλον, όπου κανένα σύνορο δεν ισχύει και όπου η ευεργεσία ή η απειλή είναι τα μόνα που ισχύουν για όλους, δικαίους και αδίκους.

Αυτά, κι ας είναι κάτι σαν ελάχιστο μνημόσυνο στη μνήμη του Χρόνη, που έφυγε πριν από δύο χρόνια, και των άλλων εραστών του ονείρου της κοινωνικής δικαιοσύνης.

http://www.efsyn.gr/arthro/allos-dromos-gia-na-perasei-i-anoixi-den-yparhei

Αλκίνοος Ιωαννίδης: Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι

[…] Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι. Σηκώνει κοροϊδία η στάση μου, το ξέρω, αλλά δεν αξίζει να ονειρευόμαστε κάτι λιγότερο […] Από εμάς πρέπει να περιμένουμε πρώτα. Από τα βιβλία που θα διαλέξουμε να διαβάσουμε, την τηλεόραση που θα σβήσουμε για να κοιταχτούμε με τους ανθρώπους μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, από τις συγνώμες που θα πούμε, από τα όπλα που ο καθένας μας θα ανακαλύψει ξεχασμένα στην ψυχή του και στην αγκαλιά του άλλου. Δε βλέπεις τι γίνεται; Όποιος βγει να μοιραστεί κάτι, πέφτουμε όλοι να τον φάμε. Υπάρχει οργή και μίσος που δεν ξέρουμε πού να διοχετεύσουμε, και τα επιστρέφουμε απλόχερα στον εαυτό μας. Αποτελούμε την ευκαιρία ώστε η επιστημονική κοινότητα να επινοήσει, μετά την οικογενειακή ή την ομαδική ψυχοθεραπεία, την εθνική ψυχοθεραπεία […]
Ο συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής Αλκίνοος Ιωαννίδης …ανοίγει τη Μικρή βαλίτσα* στην Κρυσταλία Πατούλη (*Τη νέα του δισκογραφική δουλειά μετά από πεντέμιση χρόνια)

«Και πού να πάω και πού να ‘ρθω
και πού να επιστρέψω
που ‘ναι τα ξένα μακρινά
κι είν’ τα δικά μου ξένα
και πού να επιστρέψω
[…] Μικρή βαλίτσα και βαριά
γεμάτη πέτρα κι ήλιο
είναι το εμπρός ανήλιαγο
κι είναι σκληρό το πίσω
και πού να σ’ ακουμπήσω»
Κρ.Π.: Μια «Μικρή βαλίτσα», τι, πως, και πόσα μπορεί να χωρέσει; 

Αλκ. Ι.: Μπορεί να χωρέσει τα απολύτως απαραίτητα. Αυτά που θα σε κάνουν να εξακολουθείς να βλέπεις το δικό σου πρόσωπο σε ξένο καθρέφτη. Τη μνήμη, το παρόν και την προσδοκία της μέρας που θα ‘ρθει. Μπορεί να χωρέσει δηλαδή όλα όσα μας αποτελούν στην ουσία μας.

***
Κρ.Π.: Μήπως αυτή η …μικρή βαλίτσα ήταν η αιτία που δεν έφυγες από την Ελλάδα, ενώ σου δόθηκαν τρεις ευκαιρίες τα τελευταία χρόνια -όπως έγραψες στο δίσκο;

Αλκ.Ι.: Υπήρχαν λόγοι αρκετά σοβαροί για να φύγουμε οικογενειακώς. Ο λόγος που παραμείναμε ήταν ότι, και τις τρεις φορές, ενώ ξεκινούσα με ενθουσιασμό να ψάχνω για σπίτι και σχολείο εκεί για τα παιδιά, όσο περνούσαν οι εβδομάδες βάραινα, αισθανόμουν ηττημένος και τελικά αδικαιολόγητος στο φευγιό μου.

Οι λόγοι της αναχώρησης έμοιαζαν ξαφνικά πολύ μικροί. Κι ας είναι η σύντροφός μου στην αναμονή χρόνια τώρα για μια ειδικότητα, κι ας ορμάει η μιζέρια και η αδικία του τόπου μας από κάθε χαραμάδα μες στο σπίτι, κι ας ήταν για μένα ευκαιρία να εντείνω τη μικρή παρουσία μου στην «ευρωπαϊκή αγορά», ή να κάνω παραγωγές που εδώ ούτε να τις σκεφτώ δεν δικαιούμαι.

Έβλεπα ξαφνικά πως το πιθανότερο θα ήταν να μην κάνω τίποτα το αληθινά δημιουργικό. Έβλεπα το κενό, το ενδεχόμενο της απόλυτης αποτυχίας, αφού δεν έφευγα με όνειρο αλλά με μια βαθιά αίσθηση ήττας.

Θύμιζα στον εαυτό μου πως δεν είμαι με κανέναν τρόπο ίδια περίπτωση με όσους φεύγουν επειδή εδώ είναι άνεργοι, άπραγοι, ανύπαρκτοι και δυστυχείς. Δεν ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που ο τόπος τους δεν τους έδωσε τίποτα, που δεν τους ζήτησε τίποτα, που δεν ανέδειξε τις ικανότητες ή που δεν δέχτηκε τα όσα έχουν να δώσουν.

Ανταμείφθηκα πολλαπλά από τον τόπο, σε εποχές πιο «εύκολες». Δεν αναφέρομαι στο κράτος, αλλά στους ανθρώπους του τόπου, που μου έδωσαν πολλά, και κυρίως την καλλιτεχνική και δημιουργική μου ελευθερία. Λειτουργώντας σαν καλλιτέχνης, ακόμα και μέσα στη σημερινή δυσκολία, εξακολουθώ να παίρνω πράγματα από το κοινό πρωτόγνωρα.

Όσες συναυλίες και να κάνω στο εξωτερικό, εδώ είναι το σπίτι μου, η τραγουδοποιητική μου πηγή, η δημιουργική μου ομάδα, το κοινό που καταλαβαίνω, οι ακροατές που πραγματικά αισθάνονται σε τι αναφέρομαι κάθε φορά, οι άνθρωποι που μοιραζόμαστε μια κοινή γλώσσα πέραν της γλώσσας, τα βιώματα, οι αναμνήσεις, η ζωή και οι ελπίδες μου.

Μεγάλωσα. Δεν νομίζω πως θα μπορούσα να διαχειριστώ μέσα μου μια τέτοια αλλαγή πια, εκτός και αν δεν είχα άλλη επιλογή. Είχα όμως επιλογή: να μείνω, να ζήσω και να γράψω σε μια πραγματικά ενδιαφέρουσα περίοδο.

Γιατί, όσο τραγική κι αν είναι η κατάσταση, δεν μπορείς να την πεις αδιάφορη. Παλιά γκρινιάζαμε πως πέσαμε σε αδιάφορη εποχή. Πάρε λοιπόν γκρινιάρη μιαν ενδιαφέρουσα εποχή, να δούμε τι θα κάνεις…

Ίσως με κράτησε και η ψευδαίσθηση πως είμαι χρήσιμος εδώ… Μια αυτοκολακεία χωρίς περιεχόμενο δηλαδή, αφού στην πραγματικότητα δεν σε χρειάζεται κανείς. Εσύ πάντα χρειάζεσαι τους άλλους.

Προκειμένου όμως να γλιτώσω από το ενδεχόμενο να γεράσω μαραζωμένος και ηττημένος, χωρίς τους ανθρώπους μου, καλές είναι και οι ψευδαισθήσεις.

***
«Αν έχεις δόντι του φονιά και γούστα ματωμένα
αν μαύρισες τον ουρανό και θες να φας κι εμένα
μέσα στην καταιγίδα
θα γίνω αγκάθι στο λαιμό σου, σκόνη μες στο μάτι
μέσα στ’ αυτί σου ψίθυρος και σύγκρυο στην πλάτη
στη σιγουριά σου αγκίδα
Πάντα θα ξημερώνει […]»
Κρ.Π.: Το  τραγούδι «Πάντα θα ξημερώνει» το έγραψες μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Πώς;

Αλκ.Ι.: Ένιωσα τη μαυρίλα να με πνίγει από παντού. Και μαζί ένιωσα την ανάγκη να πω για τη μικρή, αγέννητη αχτίδα που στο βαθύ σκοτάδι συντηρεί την υπόσχεση μιας ολόφωτης μέρας. Να πω για τους ανθρώπους που χωρίς βία, καρφώνονται σαν ασήμαντες αγκίδες στη σκληρή φτέρνα των σίγουρων για την ανωτερότητα των απόψεών τους φονιάδων. Μια μικρή αγκίδα που ενοχλεί το στρατιωτικό, σιδερένιο βάδισμά τους, που τους αποδυναμώνει κι ας κρατάνε πολυβόλο.

Να τραγουδήσω επίσης για το πώς ένα λαϊκό, αισθαντικό παιδί, μπορεί να ζει μετά τον θάνατό του, αφού επηρεάζει ασταμάτητα τις ζωές και τις εξελίξεις γύρω μας. Με τρόπο που χιλιάδες πολιτικοί και διανοούμενοι μαζί, αδυνατούν να πράξουν. Και να κλείσω όλο αυτό με έναν θρήνο λίγων δευτερολέπτων από το κουαρτέτο εγχόρδων, μετά το τραγούδι, για το παιδί που χάθηκε και για όσους χάθηκαν με τον ίδιο τρόπο.

Κρ.Π.: «Ο δίσκος αφιερώνεται σε όσους αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και σε όσους εγκαταλείπονται από αυτόν». Με ποιόν τρόπο αλληλοσυνδέονται αυτά τα δύο; Και ποιο είναι – αν μπορούσαμε να πούμε- το χειρότερο; 

Αλκ.Ι.: Αυτά συμβαίνουν συνήθως ταυτόχρονα. Γιατί του οικονομικού προβλήματος ενός τόπου, προηγείται συνήθως ένα σύμπλεγμα άλλων προβλημάτων.

Ένας τόπος φροντίζει τους πολίτες του μέσα από την κοινωνία, μέσα από τις πολιτικές ηγεσίες του, μέσα από τις δομές του, μέσα από τις επιλογές που κάνει στη διάρκεια της ιστορίας, μέσα από την αντίληψή του για τη δικαιοσύνη, για την αξιοπρέπεια, για τον σεβασμό του πολίτη, μέσα από την αισθητική και το γενικότερο πνευματικό του επίπεδο, μέσα από την παιδεία που προσφέρει και το παράδειγμα που εκπέμπει ο λόγος και η πράξη των εκπροσώπων του.

Τότε, όποιος φεύγει, φεύγει γιατί το ποθεί η ψυχή του να ταξιδέψει και να ζήσει αλλού, ή γιατί το απαιτεί το επάγγελμα ή η μόρφωσή του, ή άλλοι δημιουργικοί, «θετικοί» ας τους πούμε, παράγοντες.

Όπως έφυγα από την Κύπρο, πριν από 25 χρόνια. Όχι εκδιωγμένος, αλλά λόγω σπουδών και με τη χαρά μιας ζωής που ανοιγόταν μπροστά μου.

Αυτός που δεν θέλει να φύγει, αλλά αναγκάζεται σε συνθήκες σχετικής ειρήνης να εγκαταλείψει τη μέχρι τώρα ζωή του, ο μετανάστης από ανάγκη δηλαδή, έχει ήδη εγκαταλειφθεί ή και ακόμα απορριφθεί από τον τόπο του, προτού φύγει, συχνά προτού καν γεννηθεί.

Κρ.Π.: Τι νέο έδωσες σ’ αυτόν το δίσκο, που δεν είχες δώσει μέχρι τώρα από τον Αλκίνοο, και τι πιθανά πήρες;

Αλκ.Ι.: Νομίζω πως για πρώτη φορά μίλησα τόσο αβίαστα και καθαρά για τα όσα με απασχολούν. Το είχα μεγάλη ανάγκη να μιλήσω καθαρά, τόσο στιχουργικά, όσο και μουσικά.

Προέκυψε ένας γυμνός δίσκος, χωρίς στολίδια, χωρίς ωραιοποιήσεις και εντυπωσιασμούς, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ένας δύσκολος στην υλοποίησή του δίσκος, άμεσος όμως στην ακρόασή του. Σκληρός στο βάθος του και ήσυχος στην επιφάνεια.

Συχνά, ένιωθα πως «σβήνω δίσκο», όχι πως «γράφω δίσκο». Έχτιζα και γκρέμιζα μεγάλα κομμάτια, λέξεις, νότες, όργανα, ήχους, χρόνους και ερμηνείες. Αφαίρεσα αρκετά ολοκληρωμένα τραγούδια από το υλικό, τραγούδια που τα δούλευα για μήνες, χωρίς να με νοιάζει αν είναι «καλά» ή «κακά», μόνο αν προσθέτουν στην αφήγηση ή όχι.

Δύσκολη διαδικασία… Αυτό κάνουμε όλοι όμως σήμερα: Κρατάμε τα άκρως απαραίτητα. Ακόμα και στις μεταξύ μας επαφές, οι περισσότεροι προτιμούμε τελευταίως να πηγαίνουμε κατ’ ευθείαν στην ουσία.

Η φλυαρία και ο χαριεντισμός της φούσκας σιγά-σιγά σβήνει. Αυτό έχω ανάγκη και από τους πολιτικούς: Αντί να φλυαρούν στομφωδώς, «κατακεραυνώνοντας» ο ένας τον άλλον, να μας πουν ήσυχα και καθαρά, μέσα στην καταιγίδα, την όποια αλήθεια τους. Χρειαζόμαστε συγκέντρωση και επικέντρωση, αλλιώς χαροπαλεύουμε μέσα στη σύγχυση, ενισχύοντάς την.

Ήταν όμως, για να επιστρέψω στην ερώτηση, μεγάλο το κέρδος για μένα από την όλη διαδικασία όσο και αν με δυσκόλεψε, γιατί αναγκάστηκα να επικεντρωθώ στην ουσία.

Είναι όπως ένας ήσυχος αναστεναγμός, ή ένα ουρλιαχτό, που για να δημιουργηθεί πρέπει να έχουν συμβεί πολλά, όταν όμως βγαίνει, τότε μπορεί να εκφράσει με απόλυτη ακρίβεια, ειλικρίνεια και βάθος, έννοιες, τις οποίες όσο και να προσπαθήσεις χρησιμοποιώντας περίτεχνα λόγια, αδυνατείς να περιγράψεις. Και για να το κάνει κανείς όλο αυτό τραγούδι, χωρίς αναστεναγμούς και ουρλιαχτά, χρειάζεται μια διαδικασία αρκετά περίπλοκη.

Κρ.Π.: Είναι από τους πρώτους δίσκους που εκφράζει στα περισσότερα τραγούδια του αυτό που ζούμε σήμερα, που τραγουδιέται το παρόν μας. Πόσο δύσκολο είναι να δοθεί η σύγχρονη πραγματικότητα μέσα από ποίηση και μουσική;

Αλκ.Ι.: Θέλει τον χρόνο της η ζωή για να γίνει τέχνη. Για να χωρέσει το μεγάλο παρόν στο μικρό μας τραγούδι, χρειάζεται χρόνος.

Το ανησυχητικό θα ήταν να βγαίναμε όλοι οι τραγουδοποιοί με το που ξεκίνησε η κρίση, μιλώντας όπως-όπως γι’ αυτήν, για να «πιάσουμε τον κόσμο». Είναι ένδειξη υγείας που άργησε αυτή η λειτουργία. Γιατί, δεν αρκεί να μεταφέρεις σε στίχους τα όσα ακούγονται στα καφενεία, ή τα όσα γράφονται στις εφημερίδες, για να εκφραστείς καλλιτεχνικά.

Πρέπει όλα αυτά, τα βιώματά σου, αυτά των συνανθρώπων σου, οι φόβοι, οι ενοχές, οι αβεβαιότητες, οι κλονισμοί σου, να μεταφραστούν σε μια γλώσσα ψυχής. Κι αυτό στους περισσότερους παίρνει χρόνο. Αλλιώς γράφουμε χρονογραφήματα, ή σχολιάζουμε έμμετρα την πραγματικότητα. Σεβαστά και αυτά, αλλά δεν είναι τραγούδια.

***
«Κανενός δεν ξεσηκώνεται η ψυχή
μα το σκυλί μου
το λέω Τσε
κι Άρη φωνάζω το υπέρβαρο γατί μου» (Στίχοι από το τραγούδι «Ο χορτάτος»).
Κρ.Π.: Αδιέξοδο;  Απογοήτευση; Πώς αντέχει κάποιος τόση …θλίψη;

Αλκ.Ι.: Οι περισσότεροι κοιτάμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και είτε τον λυπόμαστε, είτε τον σιχαινόμαστε. Παρατημένοι, πελαγωμένοι και μπερδεμένοι.

Αρκετοί από όσους στρέφονται σε κόμματα που δεν έχουν ακόμα κυβερνήσει (σίγουρα όχι όλοι, αλλά αρκετοί), το κάνουν από απελπισία, οργή και αδιέξοδο, χωρίς να αλλάζουν οι ίδιοι το αξιακό τους σύστημα, χωρίς αληθινή ελπίδα και χωρίς να κινούνται από ανάγκη για αξιοπρέπεια με επίγνωση του κόστους της. Χωρίς όραμα. Χωρίς αυτοκριτική για τις παλαιότερες επιλογές τους και την ως τώρα στάση τους. Μόλις δουν τα σκούρα (γιατί εύκολα δεν θα ‘ναι), θα ψαχτούν ξανά αλλού, οπουδήποτε. Κι εγώ μπερδεμένος είμαι, τι να πω…

Από τη μια το «Βία στη βία της εξουσίας» μου ακούγεται σαν «Νερό στο νερό της πλημμύρας» ή «Φλόγα στη φλόγα της πυρκαγιάς». Ενισχύει δηλαδή ό,τι αντιμάχεται.

Η ασχήμια δεν είναι ο τρόπος για να πολεμήσει κανείς την ασχήμια. Η οργή και η αγανάκτηση, όποτε δεν συνοδεύτηκαν από προσωπική και συλλογική καλλιέργεια, κοινό όραμα, ταυτόχρονη επίγνωση του μεγαλείου και της μικρότητάς μας και βαθιά, αληθινή αγάπη για τον άνθρωπο, έφεραν μόνο νέα καταπίεση και τραγωδίες, εξυπηρετώντας τις περισσότερες φορές, μετά από πολύ αίμα αθώων και ενόχων, όσα ξεκίνησαν να αντιπαλέψουν.

Από την άλλη, το να καθόμαστε άπραγοι, περιμένοντας τις «εξελίξεις»; Το να σιωπούμε σαν καλοχτενισμένα, φρόνιμα μαθητούδια στο κατηχητικό, περιμένοντας κάθε φορά οδηγίες, περιμένοντας να μας πούνε να πάμε να ψηφίσουμε; Κι αυτό με κάνει να αισθάνομαι άχρηστος, συνένοχος, βάρος της γης.

Και η άλλη λύση, αυτή της συλλογικής δράσης, της υγιούς προσφοράς, της αλληλεγγύης, της ανιδιοτελούς ανάμιξης με τα κοινά, να παραμένει ασύνδετη, διασπασμένη, ευάλωτη στο καπέλωμα, στην καχυποψία και στην τύχη, και παρά την αφοσίωση και τις θυσίες τόσων ανθρώπων και ομάδων να μην αποκτά συνολικό χαρακτήρα…

Και η μαυρίλα θεριεύει στην κυβέρνηση, στις τράπεζες, στις οθόνες, στους δρόμους, μέσα μας. Και πραγματικό, βαθύ, φεγγοβόλο όραμα στον καθένα μας και στην κοινωνία, πουθενά. Αυτό εκμεταλλεύονται και μας χώνουν όλο και βαθύτερα στη θανατηφόρα κακογουστιά τους οι κυβερνώντες.

Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στην όποια διεθνή συγκυρία, που, πώς τα καταφέρνουμε, πάντα εναντίον μας είναι, ή στην αλλαγή κυβέρνησης, σάμπως μπορεί κάποιος να αλλάξει τις ζωές μας χωρίς να έχει σύμμαχο τον καλύτερο εαυτό μας, ενώ ο καθένας μας παραμένει στην ουσία αυτό που ήταν. Αποκαρδιωτική η κατάσταση, πράγματι… Αλλά, τουλάχιστον την αναγνωρίζουμε πια.

Γιατί ακόμα θλιβερότερο ήταν όταν στην «καλή» εποχή δεν αναγνωρίζαμε την κατάστασή μας, πράγμα που, από αυτήν τουλάχιστον την άποψη, την καθιστούσε χειρότερη από τη σημερινή. Οπότε, περιέργως, μάλλον υπάρχει πρόοδος… Γιατί το να αναγνωρίσει κανείς την κατάστασή του είναι πάντα το πρώτο βήμα για τη βελτίωσή της. Το επόμενο βήμα πρέπει να γίνει γρήγορα, όχι όμως βιαστικά.

***
«Πού να πήγε τόση ζωή κι αυτά που ήταν να ‘ρθούνε
ούτε στο αύριο πετούν ούτε στο εδώ πατούνε» (στίχοι από το χασάπικο με τίτλο «Πού πεθαίνουν τόσα πουλιά», το πρώτο λαϊκό του δίσκου που έχει αναφορές στη λαϊκή μουσική της δεκαετίας του ’50 και του ’60)
Κρ.Π.: Ποιοί, πότε και πώς, θα απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα;

Αλκ.Ι.: Η ζωή θα απαντήσει. Τις απαντήσεις τις δίνει πάντα η ζωή. Η δική μας υποχρέωση είναι να της θέτουμε τις σωστές ερωτήσεις. Αλλιώς, οι απαντήσεις που μας δίνει δεν ανταποκρίνονται στις ερωτήσεις που της θέσαμε. Είναι παντελώς άσχετες.

Και τότε δεν υπάρχει διάλογος, γιατί η συνομιλία μας με τη ζωή αποτελεί μιαν ασυναρτησία. Τότε, εμείς και οι ζωές μας, ζούμε σαν ξένοι που δεν γνώρισαν ποτέ ο ένας τον άλλον.

Κρ.Π.: Το δεύτερο λαϊκό του δίσκου με τίτλο «Μια χούφτα γη» γράφτηκε μετά το θάνατο του Παπάζογλου και έχει αναφορές στην Εκδίκηση της γυφτιάς, και στη Σχολή της Θεσσαλονίκης;

Αλκ.Ι.: Μέσα μου, έχει ξεκάθαρη αναφορά στον Νίκο Παπάζογλου. Μου κάνει εντύπωση που πέρασε τόσο αθόρυβα το φευγιό του. Έκανε σημαντικά πράγματα με έναν τρόπο τελείως δικό του και επηρέασε, μέσα από την τσιγκούνικα μικρή δισκογραφία του, αλλά και μέσα από τις παράπλευρες δραστηριότητές του, τον δρόμο όλων μας.

Φεύγει σχετικά νέος απ’ τη ζωή ένας τέτοιος άνθρωπος, και το μελάνι που χύνεται είναι απείρως λιγότερο από αυτό για τον νέο καλοκαιρινό έρωτα της τάδε φετινής τραγουδίστριας ή τηλε-περσόνας. Δε γκρινιάζω, με πιάνουν τα γέλια, έχει και την πλάκα του όλο αυτό. Μόνο στην πλάκα μπορείς να το πάρεις, αλλιώς χάθηκες… Τέλος πάντων…

Ενώ η «Μικρή Βαλίτσα» στηρίζεται στον ήχο του κουαρτέτου εγχόρδων, υπάρχουν κάποια λαϊκότροπα τραγούδια στον δίσκο, που αναφέρονται σε διαφορετικές εποχές του λαϊκού τραγουδιού, από τα παλιά ρεμπέτικα μέχρι το νεότερο λαϊκό. Οι αναφορές δεν είναι μόνο στο ύφος, αλλά και στον χαρακτήρα των εποχών αυτών, ακόμα και σε συγκεκριμένα τραγούδια, μαζί με μια εσωτερική σύνδεση με τον σημερινό εαυτό μου.

Όταν ο σημερινός εαυτός μας απουσιάζει από τα όσα φτιάχνουμε, τότε κάνουμε απλά αναπαράσταση. Το θέμα είναι να τον εντάξεις δημιουργικά και όχι απλά κραυγαλέα.

Κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να φύγω απ’ τη χώρα, άκουγα μόνο δημοτικά και ρεμπέτικα. Αυτά θα έπαιρνα μαζί μου πρώτα, αν έφευγα. Όταν το συνειδητοποίησα, εγώ, ένας «έντεχνος τροβαδούρος» με «κλασικές ανησυχίες», ησύχασαν πολλά πράγματα μέσα μου.

Επίσης, η παρουσία τους στη «Μικρή Βαλίτσα» είναι και αποτέλεσμα της αγωνίας μου που το λαϊκό τραγούδι, από πεντακάθαρο, σπουδαίο μουσικό και ποιητικό είδος, ξέπεσε στα χέρια του λαμέ lifestyle,  της έντεχνης ανακατωσούρας, της επίδειξης ταχύτητας στο μπουζούκι, της χρήσης του απλά σαν «χρώμα» σε πιο «πειραματικές» δουλειές, της ανούσιας εκμετάλλευσής του από τρέντυ, ευχάριστα, νεο-ποπ, καλοκαιρινά εγχειρήματα και της «ωραιοποίησής» του προκειμένου να μπει στα μεγάλα σαλόνια. Μόνο σε κάποια λίγα ταπεινά ρεμπετάδικα, σε ελάχιστους καλλιτέχνες και σε κάποιες παρέες επιβιώνει η ουσία του, κι αυτή η επιβίωση κρέμεται από μια κλωστή.

Όχι πως μπορώ να βοηθήσω προσθέτοντας τρία ή τέσσερα τραγούδια στο ρεπερτόριο, αλλά το είχα προσωπική ανάγκη. Ίσως πάλι κάποιος πιτσιρικάς να ακούσει δυο νότες απ’ το τρίχορδο και να ενδιαφερθεί, να ψάξει και κάτι άλλο, παλαιότερο, να ακούσει στο κεφάλι του κάτι το αυριανό ή το παντοτινό.

Είναι απρόβλεπτοι οι πιτσιρικάδες… Πήγα δυο φορές στο παγκόσμιο φεστιβάλ των Κελτών, στη Γλασκόβη, τη μια για να παρακολουθήσω, την άλλη για να λάβω μέρος. Εκεί είδα μικρά παιδιά, Κελτάκια 10-15 χρονών, να γνωρίζουν και να συμμετέχουν με μεγάλη χαρά στην παράδοσή τους. Έπαιζαν στους δρόμους, τραγουδούσαν παντού, ανεπίσημα, παιδάκια που ήταν εξαιρετικά σύγχρονα και απόλυτα δεμένα με το παρελθόν τους.

Εκεί είδα και γνώρισα επίσης Κέλτες μπουζουξήδες, κυρίως Σκοτσέζους και Ιρλανδούς, αλλά και από άλλες χώρες. Όταν συνειδητοποίησα πόσο δημιουργικά και ελεύθερα έχουν εντάξει το μπουζούκι στην παράδοση αλλά και στη νέα δημιουργία τους, ντράπηκα που εμείς το έχουμε κάνει σημαία της παρακμής μας. Κι όταν άκουσα νέες μπάντες να εντάσσουν στους δίσκους και στις συναυλίες τους παλιά δικά τους λαϊκά τραγούδια, χωρίς καμία ενοχή και χωρίς να τα βιάζουν ώστε να ενθουσιάσουν τα πλήθη, ντράπηκα διπλά που εμείς σνομπάρουμε το είναι μας.

Κρ.Π.: Με φόντο μία κρίση ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια, τι σε κινητοποίησε περισσότερο να γράψεις και να ολοκληρώσεις αυτόν τον δίσκο με κυρίως πολιτικό ύφος;

Αλκ.Ι.: Αυτό που με κινητοποιούσε πάντα: η ανάγκη μου να μοιραστώ με την τέχνη μου και με τους συνανθρώπους μου τα όσα είμαστε και τα όσα μας συμβαίνουν, έτσι όπως τα αισθάνομαι και τα καταλαβαίνω. Έκανα αυτό που έκανα πάντοτε. Ίσως πιο καθαρά και πιο άμεσα.

Κρ.Π.: Αυτά τα χρόνια έχεις παίξει σε συναυλίες ενάντια στην εξόρυξη χρυσού στη Χαλκιδική και για συμπαράσταση κρατουμένων που βασανίστηκαν. Υπάρχουν οι φωνές τους με κάποιον τρόπο μέσα σ’ αυτήν τη «Μικρή βαλίτσα»;

Αλκ.Ι.: Ναι, θα ήταν αδύνατον να εξαιρέσω αυτές τις περιπτώσεις από τα όσα μας συμβαίνουν, άρα και από τα όσα εμπεριέχει ο δίσκος. Οι φωνές που αντιστέκονται στο σκοτάδι, όπως μπορώ να τις ακούσω ο ίδιος τουλάχιστον, είναι σίγουρα μέρος του δίσκου.

Κρ.Π.: Η «μέρα που θα ‘ρθει» πώς θα ‘θελες – και θα ’λεγες- να είναι;

Αλκ.Ι.: Μόνο την ουτοπία ονειρεύομαι. Σηκώνει κοροϊδία η στάση μου, το ξέρω, αλλά δεν αξίζει να ονειρευόμαστε κάτι λιγότερο. Μπορούμε να επιθυμούμε καλύτερη ζωή, να διεκδικούμε περισσότερα δικαιώματα, να αγωνιζόμαστε για μια βελτίωση. Όλα αυτά όμως έχουν νόημα μόνο όταν το όνειρο εκτείνεται στο άπειρο. Αν το όνειρό σου δεν είναι η απόλυτη δικαιοσύνη (είτε υπάρχει φιλοσοφικά ως έννοια, είτε όχι), δεν μπορείς να ονειρεύεσαι λίγη περισσότερη δικαιοσύνη. Μπορείς να παλεύεις για λίγη περισσότερη δικαιοσύνη, αν την ονειρεύεσαι ολόκληρη.

Στο κέντρο της ύπαρξής σου θέτεις το ολόκληρο, όχι το λίγο περισσότερο. Έτσι, μπορείς ίσως να λες πως βαδίζεις προς τη σωστή κατεύθυνση, πως βήμα-βήμα και μάχη-μάχη το πλησιάζεις, κι ας ξέρεις πως ποτέ δεν θα φτάσεις, κι ας φτάσουν άλλοι, αιώνες μετά από σένα. Κι ας μη φτάσουν ούτε κι αυτοί, δεν έχει σημασία…

Κρ.Π.: Ποιο τραγούδι σου σε δυσκόλεψε περισσότερο να γράψεις τους στίχους του, όχι από άποψη τεχνική και πρακτική, αλλά κυρίως ψυχική, και γιατί;

Αλκ.Ι.: Ήταν όλα τα τραγούδια ανοιχτά σε αλλαγές. Ακόμη και μπροστά στο μικρόφωνο άλλαζα λέξεις ή νότες. Το υλικό επέδειξε εξαιρετική ευελιξία στις αλλαγές των βιωμάτων, των αισθημάτων και των αναγκών μου.

Γενικά, δεν μου αρέσει να λέω πως βασανίστηκα να γράψω κάτι. Είναι σαν τη μάνα που κρατάει το παιδί της και παραπονιέται για το πόσο πόνεσε όταν το γεννούσε. Κι απ’ την άλλη, τραγούδια είναι… Εδώ άλλοι σκάβουν όλη μέρα.

Μπορώ πάντως να σου πω πως η δημιουργική ομάδα, οι μουσικοί και οι τεχνικοί, χρειάστηκε να δώσουν πολύ πέραν του αναμενόμενου, σε ώρες, ενέργεια, ταλέντο και γνώση. Το έδωσαν ολόψυχα, παρά την εξάντληση. Αυτό το «ολόψυχα» αποτυπώθηκε στον δίσκο και θα το θυμάμαι για πάντα.

***
«Σαν είν’ τα όνειρα μικρά
μικραίνουνε μαζί και τα τραγούδια
μικραίνει ο τόπος κι η καρδιά
[…] Μια αλυσίδα σε κρατά
και τη γυαλίζεις και την ομορφαίνεις
δένεις γραβάτα τη θηλειά
[…] Σιγανά και ταπεινά
μα όχι σκυμμένα και ταπεινωμένα
γίνε η ζωή σου που περνά»
Κρ.Π.: Είναι τόσο αυτονόητα όλα αυτά, για να φτάσει κανείς στο «Τι περιμένεις πια», δηλαδή στον τίτλο αυτού του τραγουδιού. Νιώθεις σήμερα, πως ζούμε γενικά την αμφισβήτηση του «αυτονόητου» και την ανάγκη για τον επαναπροσδιορισμό του;

Αλκ.Ι.: Το αυτονόητο αποδείχτηκε καταστροφικό. Κι αν δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι για το αδιανόητο, εύχομαι να μην παραμείνουμε στο ανόητο. Να πάμε ένα βήμα μπρος. Να πάρουμε την ευθύνη αυτού του βήματος. Με τη γνώση πως δεν θα είναι εύκολη δουλειά ο αγώνας για αξιοπρέπεια, με την επίγνωση πως δεν κάνουμε το βήμα για να βολευτούμε, αλλά για να ξεβολευτούμε δημιουργικά. Και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην εκλογική διαδικασία.

Πρέπει να γίνει μια επανατοποθέτηση της κοινωνίας, γιατί φτάσαμε στο σημείο μηδέν. Το επίπεδο ζωής, το επίπεδο σκέψης, οι αντιλήψεις, οι αξίες, η αισθητική μας, είναι όλα σε ελεύθερη πτώση. Αναγνωρίζοντας την κατάστασή μας, έχουμε πολλή δουλειά ο καθένας με τον εαυτό του και όλοι μαζί για να μπορέσουμε να σταθούμε σαν προσωπικότητες και σαν σύνολο. Χωρίς θούριους και υψωμένες γροθιές, χωρίς να μετατραπούμε από τη μια μέρα στην άλλη από βολεμένοι δανειολήπτες σε οργισμένους πλην ευκαιριακούς επαναστάτες, αλλά με μεθοδικότητα, απόφαση και κόστος, ατομικά και συλλογικά, με «αίσθημα ευθύνης», που λένε και οι πιο ανεύθυνοι πολιτικοί μας, πρέπει κάποτε να αρχίσουμε την κίνηση προς τα εμπρός. Και με τη βεβαιότητα πως, αν αποτύχουμε, το θηρίο θα επανέλθει ακόμα πιο άγριο.

Κρ.Π.: Στο τραγούδι με τίτλο «Πολιτική τοποθέτηση» κάνεις ακτινογραφία του μέσου –προοδευτικού θεωρητικά- Έλληνα – και όχι μόνο… Λες, για παράδειγμα:
«Ρεύομαι σούσι κι ονειρεύομαι επανάσταση
καλοταϊσμένος περιμένω την ανάσταση
είμαι γελοίος
[…] Μικρός ορκίστηκα τον κόσμο να αλλάξω
μα στα σαράντα μου είμαι ο κόσμος
πού να ψάξω για τον ένοχο
[…] Μεγαλουργώ στα λόγια κι από πράξη τίποτα
[…] Ρεύομαι σούσι κι ονειρεύομαι επανάσταση
Είμαι επιτάφιος, με προσπέρασε η ανάσταση
κι ελπίδα δεν έχω». 

Από πού μπορούμε να περιμένουμε, κάτι, σήμερα; 

Αλκ.Ι.: Από εμάς τους ίδιους. Από κανέναν άλλον. Γιατί, και τον πιο ικανό, τον πιο άφθαρτο να ψηφίσουμε, αν του δώσουμε να οδηγήσει έναν σμπαραλιασμένο, μπερδεμένο θίασο, μόνο εμπόδιο θα του είμαστε.

Από εμάς πρέπει να περιμένουμε πρώτα. Από τα βιβλία που θα διαλέξουμε να διαβάσουμε, την τηλεόραση που θα σβήσουμε για να κοιταχτούμε με τους ανθρώπους μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, από τις συγνώμες που θα πούμε, από τα όπλα που ο καθένας μας θα ανακαλύψει ξεχασμένα στην ψυχή του και στην αγκαλιά του άλλου. Δε βλέπεις τι γίνεται; Όποιος βγει να μοιραστεί κάτι, πέφτουμε όλοι να τον φάμε. Υπάρχει οργή και μίσος που δεν ξέρουμε πού να διοχετεύσουμε, και τα επιστρέφουμε απλόχερα στον εαυτό μας. Αποτελούμε την ευκαιρία ώστε η επιστημονική κοινότητα να επινοήσει, μετά την οικογενειακή ή την ομαδική ψυχοθεραπεία, την εθνική ψυχοθεραπεία.

Αν πρέπει να περιμένουμε κάτι, θα γεννηθεί από την ελπίδα, τη μοιρασιά, την ανεκτικότητα, την αγάπη μας για τον άνθρωπο, την αναζήτηση της ουσίας και την πίστη πως αξίζει να ζήσουμε πιο ουσιαστικά. Από τη συνείδηση πως δεν ζούμε μόνοι, ούτε σαν άτομα, ούτε σαν σύνολο, σ’ αυτόν τον πλανήτη, καθώς και από τη συνεχή αυτοκριτική μας: Ένας στίχος από το ίδιο τραγούδι, λέει «Στο διαδίκτυο απαγγέλλω το κενό μου, είμαι μεγάλος στο μικρό δωμάτιό μου». Αυτό ακριβώς κάνω λοιπόν αυτή τη στιγμή… Δε φτάνει.

Κρ.Π.: Τελικά ταξιδεύει η μικρή βαλίτσα… (με χασάπικα, ρεμπέτικα, ζεϊμπέκικα, ροκ, μπαλάντες, δημοτικά, λαϊκά, με αυτοκριτική, σάτιρα, ερωτισμό, αγάπη, κριτική, απογοήτευση, ελπίδα);

Αλκ.Ι.: Ναι, ταξιδεύει! Παίζουμε στο Γυάλινο τώρα, με τον Γιώργο Καλούδη στο τσέλο και τη λύρα, τον Φώτη Σιώτα στο βιολί και στη βιόλα, τον Δημήτρη Τσεκούρα στο κοντραμπάσο και βέβαια τον Μανόλη Πάππο στο μπουζούκι. Μετά θα πάμε στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Την Άνοιξη στην Ευρώπη, το Καλοκαίρι ποιος ξέρει…

Ξεκίνησε το ταξίδι της η Μικρή Βαλίτσα κι ευτυχώς παίρνει κι εμάς μαζί. Όχι σαν αχθοφόρους, αλλά σαν συνταξιδιώτες.

Κρ.Π.: Θα ήθελα να κλείσει αυτή η συνέντευξή σου με τον «Τιμονιέρη». Είναι αυτός που μας οδηγεί σήμερα; Εντός μας και εκτός μας; Αν και απαντάς με τους στίχους σου, θα ήθελες να πεις κάτι περισσότερο γι’ αυτόν τον σημερινό «ήρωα» της κατάντιας μας;

Αλκ.Ι.: Μας γνωρίζει απ’ έξω κι ανακατωτά, μας παίρνει πατρικά απ’ το χεράκι και μας οδηγεί στην κάθε μέρα μας. Κι εμείς τον ξέρουμε άλλο τόσο καλά. Γιατί εμείς τον φτιάξαμε, κι ας το ξεχνάμε. Δεν θα ζήσω τη μέρα που θα τον γκρεμίσουμε ήσυχα και σίγουρα από το βάθρο του, μέσα και έξω μας. Έχουμε πολύ δρόμο ως τότε. Το επόμενο -και τελευταίο- τραγούδι του δίσκου λέγεται «Η μέρα που θα ‘ρθει» και αναφέρεται στην πτώση του. Και στη γέννηση ενός νέου κύκλου. Πιστεύω πως η μέρα θα ‘ρθει. Γι’ αυτό κάνω παιδιά. Κι ας ξέρω πως, την επομένη της νέας μέρας, θα αρχίσουμε οι άνθρωποι να δημιουργούμε τον «Τιμονιέρη» απ’ την αρχή.-

Ο τιμονιέρης

Μη λες πολλά, μη θες πολλά, μην κάνεις το δικό σου
μην πας ψηλά, μη θες πολλά, μείνε στο μερτικό σου
Μείνε στο μαύρο σου κενό, στη γκρίζα σου την πόλη
μην έχεις μνήμη, μη ρωτάς, κάνε όπως κάνουν όλοι

Βολέψου αναπαυτικά κι άσε μου το τιμόνι
παντρέψου στα περιοδικά, σμίξε με την οθόνη
Μέσ’ απ’ της κάλπης τη σχισμή ξεγέννα τα παιδιά σου
κι ήσυχος κλείσ’ τα μάτια σου κι από τον κόσμο χάσου

Σου δίνω Σάββατο να βγεις στη νύχτα του άλλου κόσμου
μια Κυριακή να βαρεθείς κι αύριο ξανά δικός μου
Ζήτα μου αν θέλεις δανεικά, στέγη, τροφή κι αμάξι
δική μου η γη που σε γεννά κι η γη που θα σε θάψει

Αν μου σταθείς αντίπαλος σου εκδίδω και βιβλίο
και καπετάνιο κάμνω σε σ’ ένα μεγάλο πλοίο
Στης πλάνης σου τ’ απόνερα ελεύθερος κολύμπα
και κάθε χρόνο μια φορά σπάσ’ τα και κάν’ τα λίμπα

Είμαι η ομίχλη στο μυαλό κι ο φράχτης στην καρδιά σου
και στο πανί του ύπνου σου προβάλλω τα όνειρά σου
Είμαι εσύ κι είσαι εγώ και πώς να με νικήσεις
χωρίς εμένα δεν μπορείς να ζήσεις ή να σβήσεις

[jwplayer | file=http://www.youtube.com/watch?v=L3dU6J2isxI]

Μικρή Βαλίτσα

Στίχοι, μουσική, ενορχήστρωση: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Καλλιτεχνική παραγωγή, ηχοληψία, μίξη: Βαγγέλης Λάππας

Στο (8), στίχοι: Νίκος Γκάτσος. Στο (9), στίχοι: Άντης Ιωαννίδης
Ενορχήστρωση (4, 5, 6): Μ. Πάππος, Δ. Μυστακίδης, Α. Ιωαννίδης
Ενορχήστρωση (10): Γ. Καλούδης, Α. Ιωαννίδης

Ο δίσκος αφιερώνεται σε όσους αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και σε όσους εγκαταλείπονται από αυτόν.

1.   Πάντα θα ξημερώνει
2.   Ο χορτάτος
3.   Πολιτική τοποθέτηση
4.   Πού πεθαίνουν τόσα πουλιά
με την Ναταλία Λαμπαδάκη
5.   Μια χούφτα γη
6.   Η ωραία του χωριού
7.   Χωρισμός
8.   Χατζιδακιάς με την Μαρία Φαραντούρη
στίχοι: Νίκος Γκάτσος
9.   Η μάνα μου το Πάσχα
στίχοι: Άντης Ιωαννίδης
10. Τι περιμένεις πια
11. Μικρή βαλίτσα
12. Ο τιμονιέρης με τον Σωκράτη Μάλαμα
13. Η μέρα που θα ‘ρθει

Στίχοι των Τραγουδιών

Συνήχησαν:

Κουαρτέτο Los Tres Amigos (1, 2, 3, 7, 8, 9):
Μιλτιάδης Παπαστάμου – βιολί
Παύλος Μιχαηλίδης – βιολί
Φώτης Σιώτας – βιόλα
Γιώργος Καλούδης – τσέλο

Μανόλης Πάππος – μπουζούκι (4, 5, 6, 7, 8), μπαγλαμάς (5, 6, 7)
Χάρης Λαμπράκης – νέυ (13)
Γιώργος Καλούδης – κρητική λύρα (10), τσέλο (12, 13)
Δημήτρης Μυστακίδης – λαϊκή κιθάρα (4, 5, 6, 7)
Βαγγέλης Λάππας – κλασσική κιθάρα (2)
Δημήτρης Τσεκούρας – κοντραμπάσο (1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 12, 13)
Σωτήρης Λεμονίδης – πιάνο (3, 4, 8)
Φώτης Σιώτας – βιολί, βιόλα (12, 13)
Αλκίνοος Ιωαννίδης – κλασσική και ακουστική κιθάρα (1, 3, 7, 8, 9) κρητικό και στεριανό λαούτο (1, 10, 12)

Στην «Χατζιδακιάδα», έπαιξαν επίσης οι:
Μαριλένα Δωρή – φλάουτο
Σπύρος Τζέκος – κλαρινέτο
Σωκράτης Άνθης – τρομπέτα
Αντώνης Λαγός – κόρνο
Μιχάλης Διακογιώργης – τρίγωνο, πιατίνι

Οι ηχογραφήσεις έγιναν στο «Στούντιο Αισθητικής»
Οι πρόσθετες ηχογραφήσεις έγιναν στο «Studio Sierra» από τον Παναγιώτη Πετρονικολό και τον Βαγγέλη Λάππα
Οι μίξεις έγιναν στο «Studio Sierra»
Digital mastering: Adam Ayan, Gateway Mastering Studios, Inc.

Τεχνική επιμέλεια, βοηθός ηχολήπτη: Βασίλης Δρούγκας

Ζωγραφικό εξωφύλλου: Άντης Ιωαννίδης

Γραφιστική επιμέλεια: Άντης Ιωαννίδης, Νίκος Κυπαρίσσης
Φωτογραφία (Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου): Νικόλας Χρυσός
Φωτογραφίες με κουστούμι (Μέγαρο Μουσικής Ευβοίας): Αιμιλία Μηλού
Φωτογραφίες από το «Στούντιο Αισθητικής»: Δημήτρης Τσεκούρας, Αλκίνοος Ιωαννίδης

Executive Producer: Χρίστος Όθωνος – Roll Out Vision Services (Εκτυλισσόμενες Οραματικές Διακονίες)

Παραγωγή: Cobalt Music

Ηχογράφηση και μίξη: Μάιος – Οκτώβριος 2014
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 27 Οκτωβρίου 2014

Ευχαριστώ από καρδιάς όλους τους συντελεστές. Προσέφεραν χωρίς όρια και όρους, καθορίζοντας το αποτέλεσμα με την αισθητική, το αίσθημα, την αντοχή και τη γνώση τους.

Ευχαριστώ επίσης θερμά τους:

Παναγιώτη Πετρονικολό, Χρήστο Ζορμπά, Νίκο Καραπιπέρη, Σάιμον Χιλλ, Γιάννη Φώσκολο, Βασίλη Χριστοδούλου, Γιάννη Πασχαλίδη, Γιάννη Παρχαρίδη.

Τις «Αλουστίνες» και το «Αψέντι» στο Θησείο, την «Οδό Ονείρων» στη Χαλκίδα, το «Θέατρο Ριάλτο» στη Λεμεσό και τη μπουάτ «Απανεμιά» στην Πλάκα, όπου πρωτόπαιξα κάποια από τα τραγούδια.

Για τα όργανα που μας δάνεισαν, τους συναδέλφους: Γιάννη Σερεμέτη, Χρήστο Τόφα, Γιάννη Ζευγόλη, Πέτρο Βαρθακούρη, Νίκο Παραουλάκη, Σωτήρη Λεμονίδη, Γιώργο Μανωλάκη, Δημήτρη Βαρελόπουλο, Δημήτρη Ραπακούσιο, Βενιζέλο Λεβεντογιάννη, Μιχάλη και Ιάκωβο Μουντάκη.

Την Αγαθή Δημητρούκα για τους στίχους του Νίκου Γκάτσου στην «Χατζιδακιάδα».

Τις εκδόσεις Καστανιώτη για το απόσπασμα από τους «Άγριους ντετέκτιβ» του Ρομπέρτο Μπολάνιο, όπως και τον Γιώργο Χουρδάκη, που μου χάρισε το βιβλίο.

Οι στίχοι του πατέρα μου στο «Η μάνα μου το Πάσχα», μελοποιήθηκαν στο φοιτητικό μου δωμάτιο, στα Άνω Ιλίσια, το ‘89.

Ο «Χωρισμός» γράφτηκε στον Βύρωνα, στις αρχές της δεκαετίας του ’90.
Τα άλλα τρία λαϊκά τραγούδια γράφτηκαν το καλοκαίρι του ’13, όταν επιτέλους πήρα τρίχορδο, άσχετος, ακατάσχετος, πιθανότατα ενοχλητικός μπουζουξής παραλίας. Κάτω απ΄το ίδιο αρμυρίκι γράφτηκε και το «Τι περιμένεις πια».
Ο «Χορτάτος» γράφτηκε στην Κέρκυρα, τον Φεβρουάριο του ’11.
Η «Χατζιδακιάς» μελοποιήθηκε επίσης το ’11, για το αφιέρωμα που κάναμε με την Μαρία Φαραντούρη, τον Βασίλη Γισδάκη και τον Μίλτο Λογιάδη στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Γκάτσου.
Το «Πάντα θα ξημερώνει» γράφτηκε μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.
Η «Μικρή βαλίτσα» γράφτηκε στην Εύβοια, ο «Τιμονιέρης» και η «Πολιτική τοποθέτηση» στα Κύθηρα και «Η μέρα που θα ‘ρθει» στην Αθήνα, το 2014.

Κόντεψα να φύγω από την Ελλάδα τρεις φορές τα τελευταία χρόνια. Τι θα έβαζα σε μια μικρή αποσκευή; Τι θα κρατούσα από τον τόπο, την εποχή και τον εαυτό που θα άφηνα; Πώς συσκευάζονται ο δρόμος, ο χρόνος και ο πόνος, όσα δηλαδή κάνουν τον κάθε έναν μας αυτό που είναι; Ποια είναι τα απολύτως απαραίτητα; Αυτά που, για να χωρέσουν, πρέπει να αφαιρεθεί κάτι άλλο;
Όπως, φεύγοντας βιαστικά οι πρόσφυγες, παίρνουν μαζί τα στέφανα και τις φωτογραφίες τους, έτσι έκλεισα στη Μικρή Βαλίτσα κάποια λαϊκά τραγούδια, μαζί με εικόνες του προσώπου και του καιρού μας. Επιστρέφοντας χωρίς να έχω φύγει, την ανοίγω πάλι, για να βρω μικρά κομμάτια μνήμης, τη θολή συνείδηση της τωρινής στιγμής και την προσμονή της μέρας που θα έρθει – κι ας μην έρθει. Όλα μαζί ανάκατα, μπερδεμένα, στριμωγμένα κι ακριβά.
Αλκίνοος Ιωαννίδης

http://tvxs.gr/news/moysiki/alkinoos-ioannidis-mono-tin-oytopia-oneireyomai

Άλλο ένα «ρεπορτάζ» εμφυλιοπολεμικής νοοτροπίας και χυδαίας προπαγάνδας

Το προκλητικό και χυδαίο ρεπορτάζ του αντ1 με τον τίτλο «Αποτυχημένη πρόβα κατάληψης του Πολυτεχνείου» : εκτός του ότι διαστρέβλωσε εντελώς την πραγματικότητα από τη μια, και έκρυψε όλη την αλήθεια από την άλλη, απευθυνόταν έμμεσα ή άμεσα και:

α. στους μπαχαλάκηδες που ψάχνουν ευκαιρία να τα κάνουν λαμπόγυαλα (και όπως έχουν δείξει βίντεο στο παρελθόν ξέρουμε καλά ενίοτε ποιοι τους υποκινούν), και μάλιστα εμφανώς τους …προκαλεί… να τα ξανακάνουν, με την ευκαιριάρα της επετείου του Πολυτεχνείου, για να βγουν μετά να τα ρίξουν στην τρομοκρατία (και ενδεχομένως στα ιπτάμενα κόκκινα – πράσινα και ροζ άλογα), και να μας ζαλίσουν θρασύτατα στη συνέχεια με την απειλούμενη ηρεμία, ανάπτυξη και την περίφημη σταθερότητα της χώρας με τα 6,3 εκατομμύρια πολίτες της στη φτώχεια, κάτι το οποίο αν συμβεί θα είναι ένα επιπλέον όπλο που τους λείπει στο σημερινό χάλι – κατρακύλα τους.

β. στους γνωστούς «νοικοκυραίους» ακροδεξιούς και δεξιούς που θα νιώσουν περηφάνια για τους «λεβέντες» (θρασύδειλους μπούληδες που τα βάζουν με άοπλους)  ματατζήδες (είτε αδιαφορώντας είτε αγνοώντας αν ούρλιαζαν «γαμήστε τους» http://tvxs.gr/news/apopseis/gamiste-toys και βαράγανε με κλομπ και ρίχνανε χημικά σε ειρηνικούς άοπλους διαδηλωτές που δεν προκάλεσαν κανέναν)

γ. στους βαριά ασθενείς της απάθειας που θα συνεχίσουν να κοιμούνται ήσυχοι υπέρ του ύπνου του δικαίου αν και καθόλου …κατά του αδίκου.

Άλλο ένα «ρεπορτάζ» εμφυλιοπολεμικής νοοτροπίας που υπονοεί και εκμεταλλεύεται με το ψέμα, κατασκευάζοντας τις «ειδήσεις», τη γνωστή καραμέλα των δύο άκρων:

«Εμείς οι …δυνατοί και οι καλοί (κυβέρνηση – Φορτσάκης και ΣΙΑ) που έχουμε τον έλεγχο και την εξουσία, πολεμήσαμε και απωθήσαμε τους κακούς, κι αν γίνει στη συνέχεια μακελειό εμείς θα είμαστε όχι μόνο υπεράνω υποψίας αλλά και δικαιωμένοι εκ προοιμίου»

Ασχέτως αν δεν υπήρχε κανένα κακό να πολεμήσουν και να προλάβουν. και ασχέτως αν το κακό είναι μόνο οι ίδιοι.

Ενδεικτικό το πόσο διανοητικά ηλίθιους βλέπουν τους ανθρώπους που τους παρακολουθούν, που τους έχει καταβάλει η κρίση – εύκολα θύματα του φόβου και της τρομολαγνείας τους. Ενδεικτικό και για το πόσο τρέμουν οι ίδιοι το μέλλον που έρχεται σύντομα.

Διαβάστε επίσης: Κλίμα σύγκρουσης καλλιεργεί η κυβέρνηση με αφορμή το Πολυτεχνείο

Το ανέκδοτο του αιώνα
Η οικειοποίηση της αυθόρμητης εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ιδιαίτερα από τους Κικίλιες της όποιας δεξιάς (βλ.Κλίμα σύγκρουσης καλλιεργεί η κυβέρνηση με αφορμή το Πολυτεχνείο), που εκμεταλεύονται χυδαία τη μνήμη του, τολμώντας να την βάζουν στο μπουκωμένο στόμα τους από τα 6,3 εκατομμύρια πολίτες της χώρας που καταρρακώνονται καθημερινά από τη φτώχεια, για να μιλήσουν δήθεν για δημοκρατία και ελευθερία -που την έχουν βιάσει από τα γενοφάσκια τους- ενώ επί εποχής νέας δημοκρατίας π.χ. το ’80 δολοφονούσαν διαδηλωτές στις πορείες της 17 Νοέμβρη, είναι το ανέκδοτο του αιώνα.
Ένα μετεμφυλιακό κράτος που χτίστηκε από τους δοσίλογους και πάνω στα πτώματα των αγωνιστών της Αντίστασης και των εξορίστων, που κατά τη διάρκεια της χούντας ο λαός του σφύριζε εν πολλοίς αδιάφορα, μέσα και έξω από τη χώρα, μπορεί μόνο να επαναλαμβάνει χούντες κάθε μορφής, να εξευτελίζει και να διαστρεβλώνει τα όσα με το αίμα τους κάποιοι λίγοι κατέκτησαν στο όνομα της αξιοπρέπειας και την ηθικής ενός ολόκληρου έθνους.
Και όλα αυτά μάλιστα τα λένε και τα κάνουν στο όνομα της «δημοκρατίας» τους -όπως και οι ακροδεξιοί που την οικειοποιούνται στα έδρανα της βουλής για τους γνωστούς φασιστικούς σκοπούς τους.
Μια «δημοκρατία» που εξασφαλίζεται και συντηρείται μόνο από απανωτά μέτρα εξαθλίωσης παρέα με τους θρασύδειλους ματατζήδες που τα βάζουν με ειρηνικούς και άοπλους διαδηλωτές (που και ένας μπούλης οπλισμένος μπορεί να τα καταφέρει).
Γελάνε και οι πέτρες.

Άνοιξαν το Σάββατο οι πύλες του Πολυτεχνείο για τις εκδηλώσεις μνήμης της εξέγερσης του ’73, που θα κορυφωθούν το μεσημέρι της Δευτέρας, 17 Νοεμβρίου, με τη…
tvxs.gr

Ανωτάτη Παιδεία: Λίγο πριν τη σύγκρουση

«Το πρόβλημα όμως είναι, τώρα τι κάνουμε; Δυστυχώς ένα μας μένει, όλοι μαζί να παλέψουμε προκειμένου να απελευθερώσουμε την πρωτοβουλία όλων στον τομέα της επιστημονικής γνώσης και της εκπαίδευσης. Την πρωτοβουλία, που όπως αναφέρει και ο Αλέν Μπάντιου, συνθλίβεται από τους αφέντες του κοινωνικού συστήματος γενικά, και τους αφέντες του πανεπιστημιακού συστήματος ειδικότερα.» Μ.Δ.

Εφημερίδα “Επενδυτής”, 19 Δεκεμβρίου 1998 – Δρ Μάνος Δανέζης, Επίκουρος Καθηγητής Αστροφυσικής,Τμήμα Φυσικής-Πανεπιστημίου ΑΘηνών

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η ελληνική εκπαίδευση, όπως και η παγκόσμια, βρίσκεται σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης αξιών και ιδεών. Έτσι η εκπαιδευτική έκρηξη δεν είναι παρά η εξωτερίκευση μιας γιγαντιαίας σύγκρουσης ανάμεσα στην κοινωνική δομή που πεθαίνει και σ’ αυτή που γεννιέται. Αυτό που από χρόνια είχε επισημανθεί από τους μελετητές των εκπαιδευτικών προβλημάτων ήταν μια κατάσταση διάχυτης εξέγερσης, που σερνόταν παθητικά και εκφραζόταν μέσα από πράξεις πλήξης, δυσφορίας, ανησυχίας και αβεβαιότητας. Τα σημάδια αυτά αν και τα διακρίναμε, δεν τα μελετήσαμε, αρκούμενοι αλαζονικά να τα εξηγούμε, αναπτύσσοντας περίεργες θεωρίες περί κοινωνικού εκφυλισμού της νέας γενιάς. Ο προβληματισμός όμως των σπουδαστών ήταν και είναι πολύ σοβαρός και κεντρώνεται εκτός των άλλων και στα πιο κάτω σημεία.

  1. Όλοι αγωνιούν, αντιλαμβανόμενοι ότι το πτυχίο τους είναι ένα «χαρτί» χωρίς καμιά κοινωνική απόδοση. Πολλοί είναι εκείνοι που συνειδητοποιούν ότι, άσχετα της πανεπιστημιακής επίδοσής τους, θα αναγκαστούν για λόγους βιοπορισμού, να ασχοληθούν μετά τις σπουδές τους, με εργασίες άσχετες με το αντικείμενο της εξειδίκευσής τους. Και όσοι όμως δεν διακατέχονται από αυτή την αγωνία, είναι πεισμένοι ότι η ειδικευμένη διανοητική τους δύναμη, θα γίνει αντικείμενο μιας χωρίς όριο εκμετάλλευσης. Όλες αυτές οι αγωνίες συνοψίζονται, στα ισχυρά επαναλαμβανόμενα από τους νέους προβλήματα «εύρεσης εργασίας». Έτσι η μεγάλη μερίδα των σπουδαστών, δημιουργεί για τον εαυτό της την εικόνα του άνεργου διανοούμενου, ή του μέτριου και απροσάρμοστου στελέχους μιας βιομηχανίας, ή του αδιάφορου και ανεκπαίδευτου εκπαιδευτικού.
  2. Όσον αφορά την εκπαιδευτική διαδικασία, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι σπουδαστές θα ήθελαν ν’ αγαπήσουν αυτά που τους διδάσκονται. Όλοι περιμένουν μετά την εισαγωγή τους στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, πως θα διδάσκονταν μεθόδους αποτελεσματικού χειρισμού της σκέψης, και τη λογική της συνολικής γνώσης. Αντί γι’ αυτό όμως, αντιμετωπίζουν τον απόλυτο κατακερματισμό της γνώσης και την πλήρη στεγανοποίηση των επί μέρους γνωστικών αντικειμένων της ίδιας επιστήμης. Η γνώση εξάλλου, σύμφωνα με τη σπουδαστική άποψη, είναι δραματικά «θεωρητικοποιημένη» και καθόλου πρακτική. Έτσι διαμορφώνεται η άποψη ότι, όσα διδάσκονται δεν τους χρησιμεύουν πουθενά, αφού οι γνώσεις είναι σκόρπιες και ασύνδετες μεταξύ τους, θεωρητικές και ξεκομμένες από την καθημερινή αναγκαιότητα. Είναι γνώσεις με μόνο προορισμό τους τη λήθη. Και ποιος είναι μετά όλα αυτά ο σκοπός της εκπαίδευσης για τους σπουδαστές? Μα ασφαλώς οι εξετάσεις, το δίπλωμα. Τα Ανώτατα και Ανώτερα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα δεν αποτελούν για τους σπουδαστές, και δικαίως, χώρους καλλιέργειας και παραγωγής γνώσης και επιστήμης, αλλά απλά, χώρους «κοινωνικής διαλογής», όπου θα επιλεγούν εκείνοι που θα συμμετάσχουν στις κοινωνικές διαδικασίες, υπό όρους ευνοϊκότερους από όλους τους άλλους πολίτες.
  3. Ένα άλλο αρνητικό στοιχείο της Ανώτατης Εκπαίδευσης είναι ο εκμηδενισμός της συλλογικής δράσης, και του ομαδικού ενθουσιασμού. Οι μέθοδοι εκπαίδευσης στηρίζονται πάνω σε ένα πνεύμα στενού ατομικού ανταγωνισμού, που καλλιεργεί μια αμφίβολης ποιότητας «καπατσοσύνη», που χαρακτηρίζει το μέσο νεοέλληνα. Οι σπουδαστές θα ήθελαν πολύ να ασκούνται συλλογικά πάνω στην επιστήμη με χαρά και ελευθερία. Οι ισχυρές όμως ανάγκες της κοινωνικής επιλογής που τους επιβάλλονται, τους το απαγορεύουν αυστηρά. Είναι λυπηρό, αλλά η καταδυνάστευση είναι πιο ισχυρή από τον ενθουσιασμό.
  4. Τέλος είναι και εκείνη η κρυφή πίκρα που σιγοκαίει στην καρδιά των σπουδαστών. Η αδυναμία των πανεπιστημιακών δασκάλων τους να τους καταλάβουν. Η αδυναμία τους να σκύψουν  πάνω από τις καθημερινές αγωνίες και φόβους τους, και να μετατραπούν , από μικροί δικαστές ενός άξενου συστήματος κοινωνικής επιλογής, σε «Δασκάλους», «Οδηγητές» σκοπών και ιδεών. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι σπουδαστές καταλογίζουν κοινωνικό φόβο, σκοπιμότητα και υστεροβουλία στους «δασκάλους» τους, όταν δεν τους βρίσκουν κοντά τους σε στιγμές σημαντικές γι’ αυτούς. Φοβισμένοι όμως και υπολογιστές δάσκαλοι, δεν είναι δυνατόν να γαλουχίσουν παρά γενιές πίκρας, αντίδρασης και εκρηκτικής έκφρασης. Το πρόβλημα όμως είναι, τώρα τι κάνουμε? Δυστυχώς ένα μας μένει, όλοι μαζί να παλέψουμε προκειμένου να απελευθερώσουμε την πρωτοβουλία όλων στον τομέα της επιστημονικής γνώσης και της εκπαίδευσης. Την πρωτοβουλία, που όπως αναφέρει και ο Αλέν Μπάντιου, συνθλίβεται από τους αφέντες του κοινωνικού συστήματος γενικά, και τους αφέντες του πανεπιστημιακού συστήματος ειδικότερα.

manosdanezis.gr

Το κοινό συμφέρον των ανθρώπων στην εποχή των αδιεξόδων

TVXS Βιβλίο

07:30 | 14 Νοε. 2014

[…] Μέσα από τον ελεύθερο διάλογο, τη συλλογικότητα και τον σεβασμό της προσωπικότητας του συνομιλητή, είναι δυνατό να υλοποιηθεί το κοινό συμφέρον των ανθρώπων […] Ζ. ΠαπαδημητρίουΓ. Χατζηκωνσταντίνου
(Αντί προλόγου για το βιβλίο Στην εποχή των αδιεξόδων (κείμενα οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού), που μόλις κυκλοφόρησε από τις  Εκδόσεις Νησίδες)

«[…] Ευθύνη για το κατάντιο της χώρας μας φέρει και η περιώνυμη διανόηση, γνωστά ονόματα της οποίας μετακινούνται δίκην πολιτικών νομάδων από τον ένα κομματικό σχηματισμό στον άλλο, αναζητώντας πολιτική στέγη και φυσικά πρόσβαση στην εξουσία.

Οι άνθρωποι του πνεύματος δεν φρόντισαν, δυστυχώς, να εμπνεύσουν τους νέους μας με τα ιδανικά της Δημοκρατίας, οι οποίοι, άκριτα συχνά και με ύφος παντογνώστη, εκθειάζουν τους θιασώτες της βίας, όπως επιβεβαιώνει δυστυχώς η σχετική βέβαια, ωστόσο υφιστάμενη, απήχηση της Χρυσής Αυγής στους κόλπους της νεολαίας μας. Εν κατακλείδι, η αντιμετώπιση του φασιστικού φαινομένου απαιτεί μακροπρόθεσμα την πλήρη αναδιοργάνωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος με στόχο τη γνώση αλλά και τη διαμόρφωση κριτικής σκέψης εκ των ων ουκ άνευ, για να μπορέσουν οι Έλληνες πολίτες να προστατευτούν από τη φασιστική πανούκλα […] » Ζ. Παπαδημητρίου

» […] Η ανθρώπινη αλλοτρίωση έχει καλλιεργηθεί σε τέτοιο βαθμό, που τελικά η αντίληψη της πραγματικότητας να μη στηρίζεται πλέον στην αντικειμενική θεώρησή της, αλλά στις μυθοπλασίες και στις ψευδαισθήσεις που αριστοτεχνικά έχουν λαξευθεί από τις κυρίαρχες ελίτ των αγορών και τις μορφές συμβολικής βίας που αυτές επιστημονικά υιοθετούν και επιβάλλουν. Ο εργασιακός αυτός Μεσαίωνας, που οι άνθρωποι και κυρίως οι νέοι βιώνουν, δεν ανατρέπεται παρά μόνο με την ανάκτηση της συνείδησης ότι οι κοινωνίες είναι και πρέπει να είναι υπεράνω των αγορών και των φονταμενταλιστών υποστηρικτών τους […] » Γ. Χατζηκωνσταντίνου

***

Βιώνοντας την ταραχώδη αυτήν εποχή των διεθνών, ευρωπαϊκών και εθνικών αδιεξόδων, θεωρήσαμε ότι οτιδήποτε συμβάλλει στην καλλιέργεια του διαλόγου είναι καλό, ταυτόχρονα δε εποικοδομητικό, καθώς η διατύπωση των επιμέρους αληθειών και απόψεων, όπως και η προσπάθεια κατανόησης της πραγματικότητας, βοηθούν στο ξεπέρασμα της επικρατούσας σύγχυσης.

Βοηθούν στο ξεπέρασμα της γενικότερης «θολούρας» που οι εξελίξεις δημιούργησαν στο μυαλό των ανθρώπων, αλλά και οδηγούν σε διαφορετικές αναγνώσεις του πραγματικού, που επιτρέπουν την καταπολέμηση των μονολιθισμών και των μονοδρόμων.

Αναζητώντας την ουσία των γεγονότων και των εξελίξεων της πολύπλοκης εποχής μας και συζητώντας επί μακρόν, σκεφτήκαμε ότι είχαμε, ίσως, το χρέος, πρώτιστα απέναντι στους εαυτούς μας, να προστατέψουμε τα κείμενα που εμπεριείχαν τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μας από το εφήμερο της δημοσίευσής τους στον ημερήσιο Τύπο ή από την ολιγόλεπτη ανακοίνωσή τους σε κάποιο ακροατήριο.

Σκεφτήκαμε ότι ένα βιβλίο διατηρεί κάποια διαχρονικότητα, κι όταν αποτελεί συλλογή κειμένων, επιτρέπει τη συγκέντρωση των προβληματισμών και προσφέρει τη δυνατότητα επεξεργασίας τους από τον αναγνώστη.

Ο τελευταίος αυτός, εγκύπτοντας στα κείμενα που παρατίθενται και αναπαράγονται κατά τρόπο κεφαλαιοποιημένο και συστηματικό, θ’ αντιληφθεί τις προσεγγίσεις και τις αποκλίσεις των σκέψεών μας και θα διαμορφώσει τη δική του άποψη, σύμφωνα πάντα με τις δικές του παραδοχές.

Τούτο είναι σημαντικό στην αδιέξοδη αυτή εποχή που βιώνουμε, καθώς το επικοινωνιακό παιχνίδι των κυρίαρχων συμφερόντων και των ιδεοληψιών δεν έπαυσε ούτε στιγμή να καλλιεργεί στις συνειδήσεις των ανθρώπων μια μονοδρομική αντίληψη της πραγματικότητας, που έφτασε μέχρι την εσφαλμένη όσο και παράδοξη διατύπωση της αυταπάτης περί του
τέλους της Iστορίας.

Αποφασίσαμε, λοιπόν, να διατυπώσουμε στο βιβλίο αυτό κάποιες άλλες σκέψεις που θα αντιστρατεύονταν τον μονολιθισμό της ομοιομορφοποίησης της κοινωνικής συνείδησης.

Άλλωστε, υπήρξαμε πάντοτε βαθύτατα σκεπτικιστές απέναντι στο γεγονός ότι το σύστημα, στο σύνολο των κυρίαρχων εκφάνσεών του, έχει όχι μόνο τη δυνατότητα να ενσωματώνει τους ανθρώπους στην εξυπηρέτηση των στόχων και των σκοπών του αλλά και τις συνειδήσεις τους στην κυρίαρχη λογική.

Τα κείμενά μας διατηρούν, έτσι, ένα κριτικό περιεχόμενο απέναντι στα τεκταινόμενα του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Οι προσεγγίσεις μας, βέβαια, δεν είναι πάντοτε απολύτως ίδιες. Ο καθένας μας διατηρεί την αυτοτέλεια των απόψεών του.

Είναι, όμως, προσεγγίσεις που επιχειρούν ν’ αναδείξουν το ιδανικό της ελευθερίας, της οικουμενικότητας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της δημοκρατίας και πάνω απ’ όλα του ανθρώπινου αυτοπροσδιορισμού στην υπηρεσία ενός οικονομικού συστήματος που θα εξυπηρετεί και θα ικανοποιεί τις ανθρώπινες ανάγκες.

Για μας, η κοινωνία είναι υπεράνω των αγορών και όχι βέβαια το αντίθετο. Για μας, έχει σημασία η αυτογνωσία των πολιτών και η συλλογική τους συνείδηση. Για μας, έχει σημασία ο κυρίαρχος πολίτης να μην αποτελεί άδειο κέλυφος. Για μας, ό,τι κατακτάται με τη βία αναπαράγει βίαια συστήματα, αντίθετα προς τα συμφέροντα των λαών.

Είμαστε της άποψης ότι, μέσα από τον ελεύθερο διάλογο, τη συλλογικότητα και τον σεβασμό της προσωπικότητας του συνομιλητή, είναι δυνατό να υλοποιηθεί το κοινό συμφέρον των ανθρώπων.

Ευχαριστούμε όλους εσάς που θα προβληματιστείτε μαζί μας, αφιερώνοντας μέρος του πολύτιμου χρόνου σας στα κείμενά μας.-

Ζήσης ΠαπαδημητρίουΓιώργος Χατζηκωνσταντίνου, Στην εποχή των αδιεξόδων. Κείμενα οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού, Εκδόσεις Νησίδες– 2014

Αποφασίσαμε να παρουσιάσουμε τους προβληματισμούς μας σ’ αυτόν τον ενιαίο συλλογικό τόμο κειμένων. Βιώνοντας την ταραχώδη αυτήν εποχή των διεθνών, ευρωπαϊκών και εθνικών αδιεξόδων, θεωρήσαμε ότι οτιδήποτε συμβάλλει στην καλλιέργεια του διαλόγου είναι καλό, ταυτόχρονα δε εποικοδομητικό, καθώς η διατύπωση των επιμέρους αληθειών και απόψεων, όπως και η προσπάθεια κατανόησης της πραγματικότητας, βοηθούν στο ξεπέρασμα της επικρατούσας σύγχυσης.

Βοηθούν στο ξεπέρασμα της γενικότερης «θολούρας» που οι εξελίξεις δημιούργησαν στο μυαλό των ανθρώπων, αλλά και οδηγούν σε διαφορετικές αναγνώσεις του πραγματικού, που επιτρέπουν την καταπολέμηση των μονολιθισμών και των μονοδρόμων.

Αναζητώντας την ουσία των γεγονότων και των εξελίξεων της πολύπλοκης εποχής μας και συζητώντας επί μακρόν, σκεφτήκαμε ότι είχαμε, ίσως, το χρέος, πρώτιστα απέναντι στους εαυτούς μας, να προστατέψουμε τα κείμενα που εμπεριείχαν τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μας από το εφήμερο της δημοσίευσής τους στον ημερήσιο Τύπο ή από την ολιγόλεπτη ανακοίνωσή τους σε κάποιο ακροατήριο. Σκεφτήκαμε ότι ένα βιβλίο διατηρεί κάποια διαχρονικότητα, κι όταν αποτελεί συλλογή κειμένων, επιτρέπει τη συγκέντρωση των προβληματισμών και προσφέρει τη δυνατότητα επεξεργασίας τους από τον αναγνώστη.

***

Ο ομότιμος καθηγητής Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου γεννήθηκε το 1939 στους Γόννους της Λάρισας. Σπούδασε αρχικά ηλεκ- τρολόγος μηχανικός στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (Technische Universität) και στη συνέχεια Κοινωνιολογία στο Τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπι- στημίου του Αμβούργου.

Υπήρξε ερευνητής στον τομέα της τεχνολογίας στο διεθνούς φήμης Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας του Johann Wolfgang von Goethe Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης του Μάιν, γνωστό και ως «Κριτική Σχολή της Φρανκφούρτης», με επίκεντρο τη μετάβαση από τη συμβατική στην ηλεκτρονική τεχνολογία και τις επιπτώσεις της στην οργάνωση και στις συνθήκες εργασίας στη γερμανική βιομηχανία (χαλυβουργία, αυτοκινητοβιομηχανία, βιομηχανία κατασκευής εργαλειομηχανών και ηλεκτρικών συσκευών) καθώς και στο τραπεζικό σύστημα. Παράλληλα, δίδαξε για δέκα χρόνια Βιομηχανική Κοινωνιολογία στο Τμήμα Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης (1975-1985).

Από το χειμερινό εξάμηνο του 1985 μέχρι και τη συνταξιοδότησή του τον Αύγουστο του 2006 υπήρξε καθηγητής Γενικής και Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Προπτυχιακό και της Πολιτικής Επιστήμης στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών του Τμήματος Νομικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Χρημάτισε επίσης επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο TOHOKU της Ιαπωνίας (1992), προσκεκλημένος από την Japan Society for the Promotion of Science (Ιαπωνική Εταιρεία για την Προώθηση των Επιστημών), στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1993-1996) καθώς και στο Τμήμα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Ανάπτυξης (Δ..Ο.Σ.Α.) του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης στην Κομοτηνή (1999-2006).

Έχει πλούσιο συγγραφικό έργο στα ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά. Μεταφράσεις έργων κυκλοφόρησαν επίσης στα ιταλικά και ιαπωνικά. Κυριότερα έργα του: Computer und Arbeitsprozess (Ηλεκτρονικοί υπολογιστές και διαδικασία εργασίας), Campus Verlag, Frankfurt am Main/ New York 1978, Anthropocentric Production Systems in Greece. The Case of the Textile and Clothing Industry (Ανθρωποκεντρικά Συστήματα Παρα- γωγής στην Ελλάδα. Η περίπτωση της Κλωστοϋφαντουργίας και Ένδυσης), Commission of the European Communities, Forcasting and Assesment in Science and Technology, Vol. 17, Brussels 1991, Κοινωνιολογικά Ανάλεκτα. Όψεις της σύγχρο- νης βιομηχανικής κοινωνίας, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1996, Ο Ευρωπαϊκός Ρατσισμός. Εισαγωγή στο φυλετικό μίσος. Ιστορική, κοινωνιολογική και πολιτική μελέτη, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000, Μεταμοντέρνα Αδιέξο- δα, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2002, Παρεμβάσεις, εκδ. Νέοι Ορίζοντες, Θεσσαλονίκη 2006, Στον Αστερισμό της Αβεβαιότητας, εκδ. Θερμαϊκός, Θεσσαλονίκη 2012, Να εμποδίσουμε την καταστροφή. Μανιφέστο για μία Ευρώπη της ισότητας (σε συνεργασία με τον Καρλ Χάιντς Ροτ), εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2013.

***

Ο Καθηγητής Γεώργιοςς Θ. Χατζηκωνσταντίνου, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το έτος 1946. Σπούδασε οικονομικές και πολιτι- κές επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τις μεταπτυχιακές του σπουδές τις πραγματοποίησε στο Παρίσι, με υποτροφία της Γαλλικής Κυβέρνησης. Στο Πανεπιστήμιο PARIS I- PANTHEON-SORBONNE κατάκτησε το Diplome d’ Études Superieures στην οικονομική ανάλυση και στη συνέχεια το Doctorat d’ État με βαθμό «Άριστα».

Το έτος 1975 διορίσθηκε βοηθός στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Α.Π.Θ., όπου, ανερχόμενος στις βαθμίδες της πανεπιστημιακής ιεραρχίας, εργάστηκε έως το έτος 1995. Το έτος αυτό ψηφίστηκε ομόφωνα Αναπληρωτής Καθηγητής της Οικονομικής Θεωρίας στη Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης και εγκαταστάθηκε στην Κομοτηνή.

Το έτος 1999 ψηφίστηκε ομόφωνα Καθηγητής Α΄βαθμίδας, και με απόφαση της Πρυτανείας του Δ.Π.Θ. ίδρυσε τότε το Τμήμα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Ανάπτυξης (Δ.Ο.Σ.Α.), στο οποίο μετατάχθηκε και διατέλεσε Πρόεδρος του (1999-2005). Δίδαξε και ως Επισκέπτης Καθηγητής στο Τμήμα Δημοσιογραφίας του Α.Π.Θ. (1995-1998), στο Τμήμα Οικονομικής του I.F.T.- PARIS I – UNIVERSITÉ LOUIS PASTEUR DE STRASBOURG (1993-1998) και ως Καθηγητής σε Μεταπτυχιακό επίπεδο στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Α.Π.Θ.(Οικονομική Συστημάτων και Οικονομική Περιβάλλοντος) και στην Πολυτεχνική Σχολή του Α.Π.Θ. (Οικονομική Περιβάλλοντος). Στο Παρίσι, στη Λίλλη, στη Λιέγη, στη Μασσαλία, στηΤαργκόβιστε της Ρουμα- νίας, έδωσε πλήθος διαλέξεων σε μεταπτυχιακούς φοιτητές.

Διατέλεσε Αντιπρύτανης του Δ.Π.Θ. (2003-2005). Στις 17/12/07 ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτωρ (Doctor Honoris Causa) του Πανεπιστημίου VALAHIA της Ρουμανίας. Κατά τα έτη 2002-2005 διατέλεσε τακτικό μέλος της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού. Τα έτη 2003-2004 διατέλεσε Πρόεδρος της HELEXPO A.E. και κατά τα έτη 2010-2012 υπήρξε Πρόεδρος του Κέντρου Διαφύλαξης Αγιορείτικης Κληρονομιάς. Το έτος 2010 συνταξιοδοτήθηκε, ενώ με το σύστημα opengov ανακηρύχθηκε Γενικός Γραμματέας και ανέλαβε καθήκο- ντα στην τότε Γενική Γραμματεία Μακεδονίας-Θράκης (σήμερα Υπουργείο Μακ.-Θρακ) (2009-2012). Από τη θέση αυτήν πα- ραιτήθηκε τον Ιούνιο του 2012.

Σήμερα είναι Πρόεδρος της Εταιρείας Οικονομολόγων Θεσσα- λονίκης και μέλος Επιστημονικών Οργανώσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει δώσει διαλέξεις σε πολλά μέρη της Ευρώπης και έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 20 βιβλία και πάνω από 200 άρθρα στην ελληνική, γαλλική και αγγλική γλώσσα.

Τίτλοι ορισμένων βιβλίων του είναι: L’ inflation structurelle et l’ évolution du système économique (Thèse d’ État, εκδ. Παρατηρητής 1982), Οικονομικά Συστήματα και Συστημική Σκέψη (εκδ. Σάκκουλα 1985), Αρχές Οικονομικής (εκδ. Ζυγός 2003), Στα δεσμά του μυθοποιημένου οικονομικού παραδείγματος (εκδ. Ελληνικά Γράμματα 1998), Αναζητώντας και Διαπιστώνοντας (εκδ. Παπάζογλου 2002), Ενάντια στην πανουργία του λόγου (εκδ. Επίκεντρο 2006), Το οικονομικό Σύστημα και η εξέλιξή του (εκδ Κρητική 2009), Επί τον τύπο των ήλων (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης 2010).


http://tvxs.gr/news/biblio/koino-symferon-ton-anthropon-stin-epoxi-ton-adieksodon

Χαράλαμπος Πουλόπουλος: Όπως και στην Κατοχή, σήμερα οι άνθρωποι φοβούνται

07:12 | 12 Νοε. 2014
Χαράλαμπος Πουλόπουλος

Όπως και στην Κατοχή, σήμερα οι άνθρωποι φοβούνται. Και εκείνοι που τώρα είναι κλεισμένοι και άπραγοι στα σπίτια τους γιατί αισθάνονται ότι δεν υπάρχει διέξοδος, μοιάζουν με τους ανθρώπους που ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους την περίοδο της Κατοχής γιατί φοβόντουσαν μην σκοτωθούν. Στην Κατοχή, όμως, αυτοί που έβγαιναν από τα σπίτια τους και έμπαιναν στην Αντίσταση, είχαν χαμηλότερα επίπεδα φόβου από εκείνους που κλείνονταν και δεν συμμετείχαν σ’ αυτήν, παρά το γεγονός ότι έβαζαν σε μεγαλύτερο κίνδυνο τη ζωή τους. Τι τους κρατούσε και τους έδινε δύναμη; Η αλληλεγγύη. Το ότι πολεμούσαν για ένα σκοπό […] Ο Αναπληρωτής Καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Χαράλαμπος Πουλόπουλος, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για την κρίση, τον φόβο και τη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, αλλά και την κοινωνική αλληλεγγύη και δικαιοσύνη, με αφορμή το νέο του βιβλίο.


Κρ.Π.: Το βιβλίο Κρίση, φόβος και διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής είναι μια πολιτική, ιστορική, κοινωνική, αλλά και επιστημονικά τεκμηριωμένη ματιά στις επιπτώσεις που είχε η λιτότητα στη ζωή των πολιτών, με έμφαση στη κοινωνική συνοχή. Τι σε οδήγησε να το γράψεις;

Χ.Π.: Τα τελευταία χρόνια, από τότε που ξέσπασε στην Ελλάδα η κρίση, άρχισα να βλέπω φίλους και γνωστούς κάτω από μεγάλη πίεση, επειδή έχαναν τη δουλειά τους ή το εισόδημά τους μετά τις απανωτές μειώσεις μισθών. Έβλεπα ανθρώπους να αγωνίζονται και να αγωνιούν για το πώς θα ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ή σε πολύ βασικές ανάγκες, πρωταρχικές για την επιβίωσή τους.

Συγχρόνως έβλεπα τους ίδιους ανθρώπους που μας είχαν οδηγήσει στην κρίση να εμφανίζονται ως σωτήρες, όπως και τους μηχανισμούς κατασκευής ενόχων και ενοχών, εργαλεία πολιτικού φόβου που πλήττουν την κοινωνική συνοχή.

Από την άλλη έβλεπα τα στοιχεία για τις επιπτώσεις της κρίσης στην ψυχική και σωματική υγεία αλλά και τα ποσοστά αύξησης των αυτοκτονιών, της φτώχειας και της αδυναμίας των ενηλίκων για αξιοπρεπή διαβίωση, όπως και των εγκαταλελειμμένων παιδιών από τις οικογένειες που πλέον δεν είναι σε θέση να τα αναθρέψουν.

Ξεκίνησα να γράφω σε επιστημονικά περιοδικά, εφημερίδες και ιστοσελίδες, ορισμένες φορές αρκετά θυμωμένα, προκειμένου να βρω μια ισορροπία. Ένιωθα ότι έπρεπε να ακουστεί η φωνή μου. Δεν ήθελα να σιωπήσω, γιατί με τη σιωπή αυτή η κατάσταση με βάραινε ακόμη περισσότερο.

Πριν από ένα χρόνο, όταν πήγα στο Πανεπιστήμιο για να διδάξω και ανέλαβα ένα μάθημα για τις επιπτώσεις της κρίσης στην κοινωνία, ένιωσα επιτακτική την ανάγκη να γράψω και ένα βιβλίο γι’ αυτό το θέμα.

Στην αρχή νόμιζα πώς ήξερα προς ποια κατεύθυνση έπρεπε να κινηθεί η ανάλυσή μου. Στην πορεία, όμως, συγκεντρώνοντας και τις έρευνες για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, κατάλαβα ότι το κυρίαρχο και κοινό στοιχείο σε καταστάσεις ανάλογες με αυτή που ζούμε σήμερα στη χώρα μας είναι αυτή η αίσθηση του φόβου.

Δεν είναι μόνο οι ορατές και μετρήσιμες επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην κοινωνία –που είναι ούτως ή άλλως οδυνηρές σε πολλούς τομείς, στην ψυχική και σωματική υγεία, στη διατροφή, στη στέγαση, κ.λπ.  Αυτό που κυριαρχεί και διαποτίζει την ελληνική κοινωνία είναι η αίσθηση του φόβου, της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας για την επόμενη μέρα.

Ο φόβος και η ανασφάλεια του ενός εκατομμυρίου τουλάχιστον ανθρώπων που έχουν χάσει τη δουλειά τους, η αβεβαιότητα όσων εργάζονται με δραστικά μειωμένες αποδοχές, μην μπορώντας  να καλύψουν τα βασικά τους έξοδα και χωρίς να γνωρίζουν αν θα έχουν δουλειά την επόμενη μέρα.

Διδάσκοντας στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο, είδα τους απόφοιτους κοινωνικούς λειτουργούς, που δουλειά τους θα ήταν να στηρίζουν τους πιο ευάλωτους σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, να αναζητούν και οι ίδιοι εις μάτην μια θέση στην αγορά εργασίας, εξαιτίας της συνεχούς συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους, ή να εργάζονται σε προσωρινές θέσεις με εξαντλητικά ωράρια και πολύ χαμηλό μισθό που δεν τους εξασφάλιζε ούτε τα στοιχειώδη.

Σε αυτούς τους προσωπικούς φόβους που έχουμε πλέον όλοι οι εργαζόμενοι, την αγωνία της επιβίωσης και το φόβο απώλειας της εργασίας και της οικονομικής θέσης, προστίθεται και ο φόβος απώλειας της αξιοπρέπειας.

Γιατί η δουλειά μας σχετίζεται με την αξιοπρέπειά μας. Όταν χάνω τη δουλειά μου, πλήττεται και η ταυτότητά μου. Θέλει πολύ μεγάλη δύναμη για να μπορέσω να κρατηθώ. Και πολλές φορές αυτός ο φόβος της οικονομικής και κοινωνικής θέσης, μπορεί να συνδέεται και με το φόβο της κατάρρευσης.

Άρα ο φόβος είναι γενικός και μας αφορά όλους, είτε γιατί ήδη υφιστάμεθα τις συνέπειες της κρίσης είτε γιατί νιώθουμε την απειλή ότι, σύντομα, αυτό που βλέπουμε γύρω μας θα το ζήσουμε και εμείς.

Επιπλέον, όλο αυτό το διάστημα, έβλεπα σε πολλούς ανθρώπους να αναδύονται και οι φόβοι απέναντι στους άλλους. Περιστατικά επιθετικότητας ή βίας απέναντι σε ανθρώπους διαφορετικούς, ξένους ή πιο αδύναμους κοινωνικά και προσωπικά, από πολίτες οι οποίοι, αδυνατώντας να επεξεργαστούν αυτό που συμβαίνει, εκδήλωναν με βίαιο τρόπο την επιθετικότητά τους. Αυτή είναι η περίπτωση των ρατσιστικών επιθέσεων που εκδηλώθηκαν όλο αυτό το διάστημα.

Έτσι τα τελευταία χρόνια ως κοινωνία συνδιαλεγόμαστε με τους φόβους. Φόβους προσωπικούς, συλλογικούς φόβους και πολιτικούς.

Πολιτικούς φόβους, μάλιστα, που κατασκευάζονται  συστηματικά  τα τελευταία χρόνια, καθώς η άσκηση της πολιτικής δομείται γύρω από την «παραγωγή» φόβων και την «προστασία» από αυτούς.

Για παράδειγμα ο φόβος της χρεωκοπίας, ο φόβος της πείνας, ο φόβος για τους ξένους, ο φόβος για τους οροθετικούς, ο φόβος για τους εξαρτημένους από ναρκωτικά. Οι πολιτικοί έχουν μεταμορφωθεί σε διαχειριστές φόβων, κατασκευασμένων ή υπαρκτών και ανύπαρκτων.

Οι σκέψεις αυτές με έκαναν να γράψω ένα βιβλίο για τις επιπτώσεις της κρίσης και για το πώς η κρίση συνδέεται με το φόβο, αλλά και για το τι θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνει από και πέρα.

Κρ.Π.: Και πώς έφτασες να εστιάσεις στην απουσία της κοινωνικής συνοχής, μέσα από όλα αυτά; Δηλαδή να την αναδείξεις ως το σημαντικότερο θέμα;

Χ.Π.: Γιατί η κοινωνική συνοχή αφορά τη σχέση μεταξύ των ανθρώπων ή μεταξύ των ομάδων σε μια κοινωνία. Είναι η ποιότητα των σχέσεων. Κοινωνική συνοχή σημαίνει, πώς αντιλαμβάνομαι τον άλλον, πώς συνδέομαι με τον άλλον, πώς μοιράζομαι τα βιώματά μου μαζί του.

Όταν υπάρχει ο φόβος και όταν συμβαίνουν μια σειρά από αρνητικά γεγονότα στην κοινωνία, αυτή η συνοχή διαταράσσεται. Και ποια ήταν αυτά τα γεγονότα; Δεν ήταν μόνο οι επιπτώσεις της κρίσης. Ήταν περισσότερο η διαχείριση αυτών των επιπτώσεων. Ήταν η γενική πολιτική λιτότητας που επιλέχθηκε και κυρίως η πολιτική των περικοπών ειδικά για τις κοινωνικές δαπάνες. Με άλλα λόγια το δίχτυ κοινωνικής προστασίας άρχισε να σπάει.

Το δίχτυ κοινωνικής προστασίας είναι αυτό που ονομάζουμε κοινωνικό κράτος. Τα επιδόματα όπου μπορεί να στηριχτεί κάποιος σε αυτή τη δύσκολη περίοδο, η εξασφάλιση  στέγης και τροφής, η πρόσβαση στην υγεία, στην εκπαίδευση, στην κοινωνική φροντίδα κ.λπ.  Ενώ λοιπόν υπάρχει ανεργία και οι ανάγκες των πολιτών αυξάνονται, ταυτόχρονα καταρρέει και το κοινωνικό κράτος.

Επίσης μεγάλο πλήγμα δέχτηκαν οι εργαζόμενοι μέσα από τις αλλαγές στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.  Στο  όνομα της κρίσης ο καθένας έγινε έρμαιο ατομικών συμβάσεων και συμφωνιών.

Αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με το θυμό και τον φόβο για τους Άλλους, οδηγεί στη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής. Σε αυτές τις συνθήκες, ωστόσο, εμφανίζονται κάποιοι να επιδιώκουν μια ψεύτικη συνοχή μέσα στην κοινωνία, επινοώντας αποδιοπομπαίους τράγους.

Αυτό έγινε, όπως είπαμε, με τους μετανάστες, με τους εξαρτημένους. με τους οροθετικούς και αύριο μπορεί να γίνει με τους άνεργους και τους φτωχούς.
Είναι σημαντικό όμως να αντιληφθούμε ότι η κοινωνική συνοχή έχει διαρραγεί όχι τόσο λόγω της κρίσης, όσο λόγω της πολιτικής στρατηγικής που ακολουθήθηκε για τη διαχείρισή της.

Κρ.Π.: Πριν από την κρίση υπήρχε κοινωνική συνοχή; Επίσης στην Κατοχή που οι άνθρωποι οργανώθηκαν και έδρασαν με γνώμονα την αλληλεγγύη, είχαν να αντιμετωπίσουν έναν εξωτερικό εχθρό, ενώ σήμερα ο εχθρός μοιάζει να τον βλέπουν οι Έλληνες κυρίως στο εσωτερικό; Συνδέεται με την απουσία κοινωνικής συνοχής κάτι τέτοιο;

Χ.Π.: Δεν μπορούμε να πούμε ότι πριν από την κρίση ήταν ισχυρή η κοινωνική συνοχή, αλλά εδώ έχουμε δύο φόβους:

Έναν φόβο που έρχεται απ’ έξω και είναι ο φόβος των αγορών, δηλαδή οι απρόσωπες αλλά και υπαρκτές αγορές, που μπορεί να μας οδηγήσουν σε χρεωκοπία.
Και έχουμε και «κινδύνους» που έρχονται από το εσωτερικό, προσωποποιούνται και συνδέονται με ανθρώπους όπως είπαμε άστεγους, μετανάστες, άρρωστους ψυχικά ή σωματικά, οροθετικούς, και γενικά ανθρώπους που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που συνθέτουν την ζωή τους.

Επιπλέον έχουμε έναν συλλογικό φόβο που προέρχεται από την Κατοχή, που είναι η πείνα, και είναι καταγεγραμμένος σε αυτό που λέμε συλλογική μνήμη. Πολλοί άνθρωποι φοβούνται μην τους συμβεί κάτι τέτοιο.

Όταν έχουμε εικόνες από ανθρώπους που ψάχνουν στα σκουπίδια για φαγητό, που κάνουν ουρές στα συσσίτια, που κοιμούνται σε παγκάκια και πεζοδρόμια, ενώ  συγχρόνως πολλαπλασιάζονται τα ενεχυροδανειστήρια, έρχονται στην επιφάνεια εικόνες της Κατοχής.

Όπως και στην Κατοχή, σήμερα οι άνθρωποι φοβούνται. Και εκείνοι που τώρα είναι κλεισμένοι και άπραγοι στα σπίτια τους γιατί αισθάνονται ότι δεν υπάρχει διέξοδος, μοιάζουν με τους ανθρώπους που ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους την περίοδο της Κατοχής γιατί φοβόντουσαν μην σκοτωθούν.

Στην Κατοχή, όμως, αυτοί που έβγαιναν από τα σπίτια τους και έμπαιναν στην Αντίσταση, είχαν χαμηλότερα επίπεδα φόβου από εκείνους που κλείνονταν και δεν συμμετείχαν σ’ αυτήν, παρά το γεγονός ότι έβαζαν σε μεγαλύτερο κίνδυνο τη ζωή τους.

Τι τους κρατούσε και τους έδινε δύναμη; Η αλληλεγγύη. Το ότι πολεμούσαν για ένα σκοπό.

Εδώ, σήμερα, βλέπουμε τα τελευταία χρόνια περιορισμό της συλλογικής δράσης και της αλληλεγγύης και αύξηση της αβεβαιότητας και του φόβου. Αυτό μπορεί κυρίως να σχετίζεται με τα απανωτά χτυπήματα που έχουν δεχτεί οι άνθρωποι.

Υπάρχει μία έννοια –που την καταγράφω στο βιβλίο- η οποία λέγεται εσωτερικευμένη καταπίεση. Κάποιος που έχει βιώσει ένα σοκ, μετά από ένα γεγονός που είναι τραυματικό γι’ αυτόν, μπορεί να αισθάνεται φόβο, ντροπή, ενοχή, αυτό-υποτίμηση, μπορεί να αισθάνεται ότι δεν αξίζει, και ουσιαστικά παραμένει κλεισμένος στον εαυτό του και αδρανεί.

Αυτό είναι που έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια. Οι Έλληνες έχουν υποστεί απανωτά σοκ. Στην εργασία, στη φορολογία κ.λπ. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που μπορούσαν να προβλέψουν τι θα συμβεί τα επόμενα χρόνια από το 2009 και μετά. Θεωρούσαμε ότι ήταν μια παροδική κατάσταση -τουλάχιστον έτσι μας έλεγαν- και ότι θα βγούμε πολύ σύντομα από αυτήν. Ο Καραμανλής μίλαγε για «δύο χρόνια θυσίες» και ο Παπανδρέου έλεγε «λεφτά υπάρχουν».

Μετά από αυτά τα απανωτά σοκ, με τις στρατιές ανέργων που δημιουργήθηκαν μέσα σε 5 χρόνια –από το 7,7%  που ήταν η ανεργία το 2008 στο 27% το 2014. Με ένα εκατομμύριο ανέργους και 6,3 εκατομμύρια στα όρια ή κάτω από τα όρια της φτώχειας, πού βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή;

Επειδή δεν υπάρχει διέξοδος, ή φαίνεται να μην υπάρχει διέξοδος, και οι άνθρωποι νιώθουν απομονωμένοι, έχουν φτάσει στο σημείο να δέχονται άκριτα αυτά τους λέει ο θύτης!

Μοιάζει λίγο με το σύνδρομο της Στοκχόλμης. Δηλαδή, με την κατάσταση όπου  ένας απαγωγέας απομονώνει κάποιον/α για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, κακοποιώντας τον και στερώντας του την ελευθερία του.  Μετά από καιρό  με ό,τι και να δώσει στον όμηρο, που του το έχει ήδη στερήσει, τον κάνει να αισθάνεται ευγνωμοσύνη. Φτάσαμε λοιπόν σε ένα σημείο, μετά από τόσα χρόνια, τα ψίχουλα που μας προσφέρουν να τα εισπράττουμε ως μεγάλη προσφορά των θυτών.

Και εμφανίζονται οι ίδιοι άνθρωποι που μας οδήγησαν στην κρίση, οι θύτες, ως οι σωτήρες μας, αυτοί που θα μας βγάλουν από αυτήν, σε επίπεδο τουλάχιστον πολιτικής.

Για αυτό χρειάζεται κριτική στάση απέναντι σε αυτά που μας σερβίρονται ως μονόδρομος τα τελευταία χρόνια. Διότι, ακόμη και η διάσωση ή η επιτυχία της Ελλάδας, θα συνοδεύεται από εκατομμύρια θύματα.

Αυτός ήταν ο λόγος που έγραψα κι αυτό το βιβλίο.

Κρ.Π.: Πρέπει να σκουντάμε ο ένας τον άλλον για να μην παγώσουμε και …πεθάνουμε, από το χιόνι (μέτρα, φόβοι, απειλές) που πέφτει συνεχώς πάνω μας, όπως στα Όνειρα του Κουροσάβα; 

Χ.Π. Αυτό είναι σίγουρο. Κι αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να μπορέσουμε να βγούμε έξω, να μην μένουμε παθητικοί αποδέκτες της πληροφόρησης που σερβίρεται από την τηλεόραση, δέσμιοι της άποψης ότι δεν υπάρχει λύση, διότι ακόμα κι όταν φαίνεται ότι δεν υπάρχει λύση θα πρέπει να κινητοποιηθούμε και να την ανακαλύψουμε.

Λύση σίγουρα υπάρχει και δεν πρέπει να αφηνόμαστε ή να «αποκοιμιόμαστε», γιατί, μην ξεχνάμε, πολλές φορές τα μέτρα περνιούνται όταν εμείς «κοιμόμαστε» ή όταν κοιτάζουμε κάπου αλλού.

Χρειάζεται να έχουμε μία θετική στάση απέναντι στα πράγματα. Είναι θα έλεγα μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους της Ιστορίας αυτής της χώρας, που μας βάζει να αναλογιστούμε ποιοι ευθύνονται και πώς φτάσαμε σε αυτή την κατάσταση.

Εργαζόμενοι με προσόντα που έκαναν καλά τη δουλειά τους βρέθηκαν χωρίς δουλειά. Την  ίδια στιγμή αναπαράγονται στερεότυπα που λένε ότι οι Έλληνες είναι τεμπέληδες, ενώ από έρευνες έχει γίνει γνωστό ότι οι Έλληνες είναι από τους πιο παραγωγικούς λαούς στον ιδιωτικό τομέα και εργάζονται περισσότερο και από τους Γερμανούς!

Άρα αυτή η αντίληψη τού «μαζί τα φάγαμε» δημιουργεί μία ενοχή που δεν μας επιτρέπει να αντιδράσουμε.

Το θέμα λοιπόν είναι να ξεχωρίσουμε ποιοι ευθύνονται γι’ αυτήν την κατάσταση. Εκείνοι που κερδοσκοπούσαν και πριν από την κρίση συνεχίζουν να κερδίζουν και μέσα στην κρίση. Η διαφορά είναι ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού έχει βρεθεί στο στόχαστρο, έχει βρεθεί σε μία κατάσταση μόνιμου και αυξανόμενου φόβου, που χρειάζεται να αντιμετωπιστεί από εμάς τους ίδιους, και όχι με λύσεις που θα έρθουν από επάνω.

Η σωτηρία δεν μπορεί να έρθει από τα πάνω. Μπορεί να έρθει από μικρές συλλογικότητες, από μικρές ή μεγάλες προσπάθειες, από συλλογική δράση και κοινωνική αλληλεγγύη. Η κοινωνική αλληλεγγύη είναι το κλειδί για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης.

Κρ.Π.: Και πώς μπορεί να δημιουργηθεί η κοινωνική αλληλεγγύη; Αναφέρεσαι το βιβλίο;

Χ.Π.: Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αφορά την κοινωνική αλληλεγγύη, η οποία δεν είναι φιλανθρωπία. Η φιλανθρωπία βασίζεται στον οίκτο,  σε μια άνιση σχέση ανάμεσα στον δυνατό, τον ισχυρό που προσφέρει βοήθεια και  στον αδύναμο που την εισπράττει.

Η κοινωνική αλληλεγγύη είναι μια ισότιμη σχέση, και σχετίζεται με την κοινωνική δικαιοσύνη. Είμαι αλληλέγγυος, σημαίνει ότι δεν ψάχνω να βρω δουλειά για τον εαυτό μου εις βάρος κάποιου άλλου, αλλά  ότι προσπαθώ μαζί με τους άλλους να κάνουμε κάτι καλύτερο για όλους. Αυτό είναι ένα από τα νέα και θετικά στοιχεία που μπορεί να φέρει η κρίση.

Επίσης στο βιβλίο αναλύεται η έννοια της συνηγορίας, δηλαδή της προάσπισης των κοινωνικών δικαιωμάτων, διότι βλέπουμε σήμερα να παραβιάζονται πολιτικά, κοινωνικά, εργασιακά δικαιώματα και χρειάζεται να σκεφτούμε ποιος είναι ο ρόλος μας στην προάσπιση των δικαιωμάτων και ιδίως των ομάδων που είναι οι πιο αδύναμες; Πώς μπορούμε να σταθούμε δίπλα τους και όχι απέναντί τους στοχοποιώντας τους.

Ωστόσο δεν προτείνω συγκεκριμένα μοντέλα ως λύση. Αυτό που ξέρω είναι ότι η  διερεύνηση των αιτιών, η κριτική ανάλυση αυτού που συμβαίνει, η μαχητική στάση απέναντι στα τεκταινόμενα, η αλληλεγγύη και η κοινωνική δικαιοσύνη είναι έννοιες που χρειάζεται να τις κάνουμε πράξη, όσο αδύναμοι κι αν αισθανόμαστε.

Κρ.Π.: Δηλαδή με έναν τρόπο να προτάξουμε όσο γίνεται το φως απέναντι από το σκοτάδι; Διότι βλέπουμε να γυρίζουμε εργασιακά, κοινωνικά, πολιτικά, ασφαλιστικά, οικονομικά, σχετικά και με τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και όχι μόνο, σε άλλες …σκοτεινές εποχές του παρελθόντος, σα να γυρίζει πίσω η ιστορία;

Χ.Π.: Γυρίζει η ιστορία πίσω, αλλά θα το πω λίγο διαφορετικά. Βλέπουμε ότι αυτή τη στιγμή να γυρίζουμε στον 18ο και στον 19ο αιώνα, κυρίως στον τομέα της κοινωνικής φροντίδας. Κλείνουν, δηλαδή, για παράδειγμα τα δημόσια ψυχιατρεία, που μπορεί να θεωρούνται από κάποιους το όνειδος για την Ελλάδα. Από την άλλη κατηγορούνται οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις που ασχολούνται με την ψυχιατρική μεταρρύθμιση ως διεφθαρμένες που σπαταλούν το δημόσιο χρήμα. Ετσι οι άνθρωποι που έχουν ανάγκη βρίσκονται στο κενό.

Βλέπουμε ότι ενώ οξύνονται τα προβλήματα, αυξάνονται οι επιχείρησεις – σκούπα, και πλήθος ανθρώπων οδογείται στα κέντρα κράτησης. Αυτό τι μας θυμίζει; Μας θυμίζει τα άσυλα του 18ου και του 19ου αιώνα, όπου είχαν μικροπαραβάτες, ανθρώπους με προβλήματα ψυχικής υγείας κ.λπ.

Όταν καταργούνται οι δομές της κοινωνικής φροντίδας και οι άνθρωποι που τις έχουν ανάγκη στοιβάζονται σε χωματερές πάμε δύο αιώνες πίσω.

Υπάρχει μία φράση στο βιβλίο του Σαρτρ «Κεκλεισμένων των θυρών», που λέει ότι «Η κόλασή μας είναι οι άλλοι», ότι ο καθένας μας δηλαδή είναι ο δήμιος του άλλου. Αυτό ακριβώς είναι που επιχειρούν να μας κάνουν να πιστέψουμε.

Όμως, θα πω κάτι που είπε η οκτάχρονη κόρη μου, ότι η κρίση και ο φόβος που μοιάζουν με σκοτάδι έχουν έναν εχθρό, την ελπίδα. Άρα αυτό που χρειάζεται να αναζητήσουμε είναι την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, και για μας και για τους νέους ανθρώπους που αυτή τη στιγμή είναι κι αυτοί τα θύματα της κατάστασης.

Την ελπίδα για μια καλύτερη κοινωνία με τις αξίες της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης, τις οποίες τις θεωρώ βασικές για τη λειτουργικότητα και τη συνοχή μιας κοινωνίας.

Κρ.Π.: Η παιδική κατασκευή του εξωφύλλου παραπέμπει στην έννοια της κοινωνικής συνοχής; 

Χ.Π.: Είναι μια κατασκευή με ξύσματα από μπογιές και μολύβια που έχουν κολληθεί πάνω σε ένα μουσαμά και σχηματίζουν μια καρδιά, που συμβολίζει την ενότητα, την αγάπη, την ευαλωτότητα -γιατί αυτή η κατασκευή είναι εύκολο να σπάσει- και έχει φτιαχτεί από κάτι που θεωρείται άχρηστο, που το πετάμε, αλλά που από αυτό δημιουργήθηκε κάτι όμορφο.

Κάποιος μπορεί να δει την αλληλεγγύη, την κοινωνική συνοχή, την ενότητα, αυτό το νιάξιμο στις σχέσεις που μπορεί όμως να διαρραγεί, και έχει γίνει από ανθρώπους που σήμερα μπορεί να θεωρούνται παρίες ή σκουπίδια της κοινωνίας, ωστόσο δημιουργούν κάτι όμορφο και αισιόδοξο όταν ενωθούν.-

Κρίση, φόβος και διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, Χαράλαμπος Πουλόπουλος, Εκδόσεις Τόπος

Ο Δρ. Χαράλαμπος Πουλόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής Εργασίας στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.

Είναι κοινωνικός λειτουργός, διδάκτορας του Πανεπιστημίου Bradford της Αγγλίας. Δραστηριοποιείται στον τομέα αντιμετώπισης των εξαρτήσεων από το 1983 και διατέλεσε διευθυντής του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ) την περίοδο 1995-2013, και είναι πρόεδρος της  Επιστημονικής και Συμβουλευτικής Επιτροπής της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Θεραπευτικών Κοινοτήτων (WFTC).

Επίσης, είναι επιστημονικός συνεργάτης στο  διεθνές μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών για τις εξαρτήσεις που συνδιοργανώνεται από το King’s College του Λονδίνου, το Πανεπιστήμιο της Αδελαΐδας της  Αυστραλίας και το Πανεπιστήμιο Virginia Commonwealth των ΗΠΑ.

Έχει συγγράψει τα βιβλία: Εξαρτήσεις: Οι θεραπευτικές κοινότητες και Κοινωνική εργασία και εξαρτήσεις: Οι κοινότητες της αλλαγής.

http://tvxs.gr/news/biblio/x-poylopoylos-opos-kai-stin-katoxi-simera-oi-anthropoi-foboyntai

Δημήτρης Μαμάκος: Δεν έχει ο κόσμος αδιέξοδα. Γιατί δεν έχει όρια.


10:42 | 11 Νοε. 2014
Δημήτρης Μαμάκος
[…] Το νομαδικόν είναι ο καρπός της μεγάλης μου επιθυμίας να σταθώ δίπλα σε εκείνην ή εκείνον που ζει την ασφυξία των αδιεξόδων και να τους πω: “Είναι μόνο ένα όνειρο. Δεν έχει ο κόσμος αδιέξοδα. Γιατί δεν έχει όρια. Κοίταξέ τον […] Ο Γιουνγκ είχε πει ότι η Ευρώπη κατέκτησε τον κόσμο κι έχασε την ψυχή της. Όσο συντομότερα δούμε την αλήθεια αυτής της πρότασης, τόσο γρηγορότερα θ’ αρχίσουμε να αναζητάμε την χαμένη μας ψυχή […] Ο συγγραφέας Δημήτρης Μαμάκος αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική πορεία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου του Νομαδικόν, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία.

«Η συγγραφή του “νομαδικόν” προέκυψε ως ανάγκη περισσότερο, παρά ως ιδέα. Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης συναντά ένα, αναφορικό στην ανάγκη αυτή, εισαγωγικό σημείωμα:

“Για χρόνια είχα την αίσθηση ότι «κάτι δεν πάει καλά». Αργότερα πίστεψα πως είχα φτάσει σε αδιέξοδο. Έπειτα έφυγα. Και άρχισα να γράφω αυτό που θα ήθελα να έχω –αλλά δεν είχα– στα χέρια μου, όταν αντιμετώπιζα το αδιέξοδο. Αυτό είναι το ημερολόγιο του ταξιδιού μου, των ανακαλύψεών μου. Μέχρι την επόμενη αναθεώρηση της ιδέας μου για τα πράγματα, αυτή είναι η απάντησή μου στα αδιέξοδα…”

Το νομαδικόν είναι ο καρπός της μεγάλης μου επιθυμίας να σταθώ δίπλα σε εκείνην ή εκείνον που ζει την ασφυξία των αδιεξόδων και να τους πω: “Είναι μόνο ένα όνειρο. Δεν έχει ο κόσμος αδιέξοδα. Γιατί δεν έχει όρια. Κοίταξέ τον”. Είναι μία επιθυμία που έχει τις ρίζες της στους μήνες και τα χρόνια που βυθιζόμουν όλο και πιο βαθιά στο δικό μου αδιέξοδο. Και τι δεν θα ‘δινα, τότε, για να μην ήμουν μόνος απέναντι στον μόνιμο εφιάλτη της ασφυξίας; Όμως τα όνειρα έτσι είναι: τα βλέπουμε πάντα μόνοι.

Πως έφτασα όμως ως εκεί; Μέχρι τον Μάρτη του 2009 και για τα προηγούμενα οκτώ χρόνια, ήμουν στον κόσμο του εμπορίου και των επιχειρήσεων. Στα 32 μου, είχα μία ανώνυμη εμπορική εταιρεία και μεγάλη συμμετοχή σε ένα εμπορικό κατάστημα. Ήμουν πετυχημένος, οικονομικά ανεξάρτητος, αλλά σε καμία περίπτωση ευτυχισμένος -κι αυτό ερχόταν σε αντίθεση με όλες τις υποσχέσεις που με είχαν αναθρέψει. Θυμάμαι τις απαιτήσεις και την πίεση να με κτυπούν αλύπητα, δίχως παύση.

Η επιθετικότητα, ο εγωισμός και ο ανταγωνισμός των ανθρώπων, στην αρένα του εμπορίου και των συναλλαγών, παίρνουν την χειρότερη μορφή τους -τα προσχήματα χάνονται. Οι χειρότερες πτυχές της ανθρώπινης φύσης είναι στοιχεία που η αγορά τα ευλογεί, τα θεωρεί “ποιότητες”, τ’ αγκαλιάζει και τα μεγαλώνει σαν παιδιά της.

Όμως ο αυτουργός ήμουν πάντοτε εγώ· που στον βωμό της αναγνώρισης και της ύλης, θυσίαζα καθημερινά κομμάτι-κομμάτι την ψυχή μου.

Έβλεπα την ενέργειά μου να χάνεται μέρα με την ημέρα, την προσωπική μου ζωή και το σώμα μου να αρρωσταίνουν. Ήθελα να φύγω, να τ’ αφήσω όλα πίσω μου, αλλά ήμουν δεμένος από παντού. Ένιωθα ότι ζω το απόλυτο “αδιέξοδο”. Το αίσθημα της ασφυξίας, που όταν κάθεται για καιρό σε μια ψυχή, μεταλλάσσεται, παίρνει μια μορφή ακόμα πιο τρομερή, ακόμα πιο σκοτεινή, ακόμα πιο αβάσταχτη, γίνεται… το κενό. Μία σαρωτική, αλάνθαστη στέρηση όλων των πραγμάτων του κόσμου από το πρότερο νόημά τους.

Κατάθλιψη. Ίσως ο μεγαλύτερος φόβος που έχω νιώσει -λυτρωτής, ελευθερωτής, αυτός μ’ έσπρωξε κι έκανα το βήμα στο κενό· μία κίνηση πέρα από κάθε λογική: ένα πρωί, αντί να πάω στο γραφείο, έμεινα σπίτι. Το ίδιο και το επόμενο πρωί και όλα όσα ακολούθησαν. Έτσι απλά.

Κι έπειτα, σε πείσμα κάθε λογικής, αντί να έρθω αντιμέτωπος με την ελεύθερη πτώση στο κενό και με τα σκοτεινά του ερέβη, τότε εντελώς απροσδόκητα, μια διαδοχή γεγονότων που έμοιαζαν να έχουν μεταφυσική προέλευση ρύθμισαν τέλεια όλα τα ζητήματα που προέκυψαν από την ξαφνική μου απομάκρυνση. Ζητήματα που εγώ και ο ορθολογισμός μου είχαμε επανειλημμένως επεξεργαστεί όλο το προηγούμενο διάστημα, χωρίς να μπορούμε να τους βρούμε μία -έστω- φανταστική λύση.

Τον επόμενο Οκτώβρη, κι έπειτα από ένα μεθυσμένο από τις συνεχείς φροντίδες εκείνης της “μεταφυσικής” αγκάλης καλοκαίρι, ακολούθησα το μεγάλο μου όνειρο. Έβγαλα ένα εισιτήριο δίχως επιστροφή για το Κατμαντού του Νεπάλ, πήρα μαζί μου όσα πράγματα χώρεσαν σε ένα σακίδιο και πέταξα για το εξωτικό άγνωστο.

Άλλο ένα βήμα στο κενό. Η μεγάλη περιπέτεια της ζωής μου. Το ταξίδι που μετασχημάτισε το DNA μου για πάντα.

Το νομαδικόν είναι το ημερολόγιο εκείνου του ταξιδιού· του μετασχηματισμού, της ψυχολογικής μετάβασης από την χώρα του αδιεξόδου στην άμεση εμπειρία ενός κόσμου-παραδείσου, που έχει για θεμέλιο το άπειρο των πιθανοτήτων και των εναλλακτικών.

Το νομαδικόν μιλάει για ένα ταξίδι, που αν δεν το είχα ζήσει, δεν θα το είχα ποτέ φανταστεί. Για έναν κόσμο θαυμάτων, μαγείας και έμπνευσης, που ο ανθρώπινος παράγοντάς του συνίσταται από όλους αυτούς που δεν γνωρίζουν σύνορα και που έχουν διαλέξει να μην μείνουν στην αφήγηση του κόσμου που κληρονόμησαν, αλλά ν’ αναζητήσουν την εκδοχή που θα τους δείξουν τα δικά τους μάτια.

Ποτέ πριν δεν είχα κρατήσει ημερολόγιο, ποτέ πριν δεν είχα ξαναγράψει. Στο ταξίδι ένιωσα την ανάγκη· ήταν ο τρόπος που βρήκα για να αφομοιώνω καλύτερα τις εμπειρίες. Να τις κάνω πιο κατανοητές, να τις φέρω πιο κοντά στο -μέχρι τότε- μέτρο μου για το “πραγματικό”.

Όσο προχωρούσε το ταξίδι, άρχισα να καταγράφω ό,τι μου έκανε εντύπωση. Πολιτισμικές εκπλήξεις, συναντήσεις, γεγονότα, παρατηρήσεις, σκέψεις. Έγραφα ό,τι χωρούσε στο χαρτί -η καταγραφή μίας και μόνης μέρας στο Νεπάλ ή την Ινδία θα μπορούσε να γεμίσει ένα ολόκληρο ημερολόγιο σαν αυτό που είχα μαζί μου.

Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, έφερα μαζί μου και την ανάγκη να μοιραστώ τις εμπειρίες μου, τις ανακαλύψεις μου. Κάπως έτσι γράφτηκε το νομαδικόν, με τέτοια κίνητρα ξεπεράστηκαν οι ανασταλτικές σκέψεις τύπου: “χάνεις τον καιρό σου, δεν έχεις ιδέα από γράψιμο, χάνεις τον καιρό σου για ένα σκουπίδι”.

Επί δυόμιση χρόνια οι τέτοιου τύπου σκέψεις εμφανίζονταν πάνω από το πληκτρολόγιο, σχεδόν καθημερινά, κάποιες φορές επαναλαμβανόμενα μέσα στην μέρα, και κάθε φορά έτσι έφευγαν, διωγμένες από την λαχτάρα μου να σας μιλήσω και να σας πω γι αυτά που είδα. Ξεπεράστηκαν από την πίστη μου για το ότι το θέμα που πραγματεύομαι είναι το απολύτως επίκαιρο:

Η επιδημία που φέρνει όλο και περισσότερους καθημερινούς ανθρώπους να τοποθετούν τους εαυτούς τους σε “αδιέξοδη” θέση.

Ήθελα να μιλήσω μαζί τους, να τους πω για όλα αυτά που είδα και να τους βεβαιώσω ότι ο κόσμος δεν είναι έτσι όπως φαντάζει όταν τον κοιτάζουμε, τις νύχτες, στα χαμηλά ταβάνια των σύγχρονων διαμερισμάτων μας. Αυτή είναι μόνο μία προβολή της πιο νοσηρής πτυχής της φαντασίας μας, των περιορισμών που εμείς βάζουμε στην εικόνα μας για τον κόσμο και των φόβων μας.

Ο Γιουνγκ είχε πει ότι η Ευρώπη κατέκτησε τον κόσμο κι έχασε την ψυχή της. Όσο συντομότερα δούμε την αλήθεια αυτής της πρότασης, τόσο γρηγορότερα θ’ αρχίσουμε να αναζητάμε την χαμένη μας ψυχή. Και τότε ίσως αρχίσουμε να βλέπουμε, τις νύχτες, όμορφα όνειρα αντί για το χαμηλό ταβάνι.-»


Δημήτρης Μαμάκος, Νομαδικόν, (Εκδόσεις Εστία – 3η έκδοση)
Το 30% των εσόδων του συγγραφέα από την παρούσα έκδοση θα δωρίζονται στον Σύλλογο Φίλων της Παιδαγωγικής Waldorf

Ο Δημήτρης Μαμάκος γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα. Σπούδασε μαθηματικά στην ίδια πόλη και δραστηριοποιήθηκε στον χώρο του εμπορίου και των επιχειρήσεων. Το 2009 τα άφησε όλα πίσω του και ταξίδεψε στην Νότια Ασία. Το ημερολόγιο της περιπλάνησής του εκδόθηκε με τον τίτλο νομαδικόν: ημερολόγιο δρόμου (2012: 1&2η αυτό-έκδοση, 2014: Εστία 3η έκδοση). Τα τελευταία χρόνια, ασχολείται με την φυσική καλλιέργεια της ελιάς, τους χειμερινούς μήνες. Τον υπόλοιπο καιρό, ταξιδεύει, ερευνά και γράφει.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

“Ώρα μετά, τα χρώματα άρχισαν ν’ αλλάζουν· ξημέρωνε. Τα μάζεψα, τράβηξα για την καλύβα, ξάπλωσα κι είδα τ’ όνειρο ξανά. Τελειώνει πάντα αλλιώς, μα ξεκινάει ίδια.

Ένας σκύλος σε μπαλκόνι πολυκατοικίας. Του πέφτουν οι τρίχες κι έχει κοιλιά. Στη γαβάθα του έχει πάντα σκυλοτροφή που την καταβροχθίζει βουλιμικά. Τρώει, κι όσο τρώει, ηρεμεί. Όταν δεν τρώει, κοιτάζει ανάμεσα απ’ τα κάγκελα και μελαγχολεί. Όταν δεν τρώει ή δεν μελαγχολεί, κοιμάται. Όταν δεν τρώει, δεν μελαγχολεί και δεν κοιμάται… φοβάται.

Ξαφνικά –είναι πολύ τρελό αυτό το όνειρο– ένα πρωινό, σηκώνεται στα δύο πόδια, κατεβάζει το χερούλι της πόρτας και γίνεται καπνός. Βγαίνει στο δρόμο και τρέχει, δεν έχει ιδέα για πού. Βρίσκει ένα πάρκο. Τρέχει στο χορτάρι, μυρίζει τα λουλούδια και τσαλαβουτάει στη λάσπη. Κάτι του τρελαίνει το μυαλό: τρέχει, δίχως το σφίξιμο γύρω απ’ το λαιμό. Το σούρουπο μπλέκει μ’ ένα τσούρμο αλήτες κι αυτοί τον βάζουνε στα κόλπα: αδέσποτοι έρωτες και κόκαλα βγαλμένα από το χώμα. Πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος; Πόσο μικρό το μπαλκόνι;

Κάποιες μέρες βρίσκει να φάει, κάποιες όχι. Μέσα στον πρώτο μήνα, τη χάνει την κοιλιά. Το σκυλίσιο κορμί, άμαθο στην κακουχία, δεν αντέχει, και λυγίζει. Αρρωσταίνει βαριά στα πρώτα κρύα και πεθαίνει σε μια γωνιά του δρόμου. Τις τελευταίες ώρες, δεν είχε παρά μία μνήμη μόνο. Εκείνο το πρωινό στο πάρκο. Αυτή τη θεϊκή στιγμή, που για πρώτη φορά κατούρησε όταν του ’ρθε. Όχι στην πρωινή τη βόλτα, μήτε στη βραδινή. Όταν του ’ρθε.”

Τσόμσκι – Ποιος είναι ο «ύποπτος» ρόλος των διανοούμενων στην κοινωνία;

Noam-ChomskyΕίστε ένας σημαντικός διανοητής της εποχής μας, ένα είδος αιώνιου αντιρρησία. Θα μπορούσαμε επίσης να πούμε ότι προσφέρετε «μαθήματα διανοητικής αυτοπροστασίας», ότι δίνετε τα κλειδιά που μας επιτρέπουν να προφυλαχθούμε από κάθε χειραγώγηση…

Νόαμ Τσόμσκι: Είναι ένα καθήκον που εναπόκειται στον καθένα.

Στην πραγματικότητα, ο ρόλος των διανοουμένων -κι αυτό ισχύει εδώ και χιλιάδες χρόνια- συνίσταται στο να κάνουν ό,τι πρέπει ώστε οι άνθρωποι να παραμένουν παθητικοί, υπάκουοι, αστοιχείωτοι και προγραμματισμένοι. Ο Ραλφ Ουάλντο Έμερσον, ο μεγάλος Αμερικανός συγγραφέας και φιλόσοφος του δεκάτου ενάτου αιώνα, όταν σχολίαζε τα εκπαιδευτικά προγράμματα είχε πει: «Πρέπει να εκπαιδεύσουμε το λαό έτσι ώστε να μη μας αρπάξει απ’ το λαιμό». Με άλλα λόγια πρέπει να τον καταστήσουμε τόσο παθητικό που δεν θα στραφεί εναντίον μας. Κι αυτός βασικά είναι ο ρόλος των διανοουμένων σε πολλούς τομείς. Φυσικά, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Αλλά, γενικά, η παρατήρηση παραμένει έγκυρη.

Διαβάζοντάς σας, ανακαλύπτουμε ότι αγωνίζεστε εναντίον αυτού που ονομάζετε «κατασκευή συναίνεσης». Οι διανοούμενοι χρησιμεύουν και σ’αυτό;

Η έκφραση «κατασκευάζω συναίνεση» δεν είναι δική μου. Τη δανείστηκα από τον Ουόλτερ Λίπμαν, την πιο διακεκριμένη προσωπικότητα της αμερικανικής δημοσιογραφίας του εικοστού αιώνα, που ήταν κι αυτός ένα προοδευτικό πνεύμα. Από τη δεκαετία του 1920, επέστησε την προσοχή στη σημασία των τεχνικών που χρησιμοποιεί η προπαγάνδα για τον έλεγχο των μαζών και την κατασκευή συναίνεσης. Οι μηχανισμοί της δημοκρατίας που εφαρμόζουμε είναι σαφείς: Η χώρα πρέπει να κυβερνάται από «υπεύθυνους» πολίτες, μια πρωτοπορία —κάτι που μας θυμίζει το λενινισμό- κι οι υπόλοιποι πρέπει απλώς να κάθονται φρόνιμα. Γι’ αυτό, πρέπει να ελέγχονται οι σκέψεις τους και να τους ομαδοποιούμε σαν στρατιώτες. Παρεμπιπτόντως, αυτοί ακριβώς είναι οι όροι που χρησιμοποίησε ένας άλλος σημαντικός προοδευτικός διανοητής, ο Έντουαρντ Μπερνέις, ένας από τους ιδρυτές της τεράστιας βιομηχανίας των δημοσίων σχέσεων που, όπως ο Αίπμαν, συμμετείχε στην επίσημη μηχανή προπαγάνδας του Γοΰντροου Ουίλσον.

Από εκεί άντλησαν πολλές από τις ιδέες τους για την ανάγκη «ελέγχου της κοινής γνώμης» και για να εξασφαλίσουν ότι οι πολίτες θα μένουν μακριά από τη δημόσια ζωή. Αυτά τα θέματα είχαν καταστεί θεμελιώδη στη Μεγάλη Βρετανία και στις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1920.

Γιατί ειδικά σ’ αυτές τις δυο χώρες;

Ήταν βιομηχανικές κοινωνίες, όπου υπήρχε πολύ μεγαλύτερη ελευθερία. Όσο περισσότερο απελευθερώνεται μια κοινωνία, τόσο πιο δύσκολο είναι να γίνει χρήση βίας και τόσο περισσότερη ενέργεια χρειάζεται να ξοδευτεί για να ελέγχονται οι απόψεις και η συμπεριφορά. Δεν είναι τυχαίο που η βιομηχανία της προπαγάνδας γεννήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία και στις ΗΠΑ.

noam-chmoskyΤα ολοκληρωτικά καθεστώτα -ιδιαίτερα η ναζιστικη Γερμανία με τον Γιόζεφ Γκέμπελς- είχαν κι αυτά σνμμετάσχει έντονα στην ανάπτυξη της βιομηχανίας της προπαγάνδας, όμως υπάρχει η αίσθηση ότι τα περιλαμβάνετε λιγότερο στις αναλύσεις σας…

Σωστά και υπάρχουν σημαντικές αιτίες γι’ αυτά. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι περισσότερο διαφανή, ερμηνεύονται πιο εύκολα και, τελικά, είναι λιγότερο ενδιαφέροντα. Επιπλέον, δεν έχουν ανάγκη να είναι πολύ αποτελεσματικά, γιατί κρατουν πάντα σε εφεδρεία τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τον καταναγκασμό και το φόβο. Εξάλλου, οι μελέτες που έχω διαβάσει δείχνουν ότι είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματικά. Κι ακόμη, αναπτύχθηκαν αργότερα, υιοθετώντας καμιά φορά το μοντέλο δυτικών κρατών.

Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, πρώτα οι Βρετανοί κι υστέρα οι Αμερικανοί δημιούργησαν σημαντικά όργανα κυβερνητικής προπαγάνδας: το βρετανικό υπουργείο Πληροφοριών και την Επιτροπή για τη Δημόσια Ενημέρωση του Γούντροου Ουίλσον. Φυσικά, ο στόχος της Μεγάλης Βρετανίας ήταν να πείσει τις ΗΠΑ να μπουν στον πόλεμο. Η προπαγάνδα της απευθυνόταν κυρίως στους Αμερικανούς διανοουμένους και εκπλήρωσε το σκοπό της απόλυτα.

Στη συνέχεια, σπουδαίοι προοδευτικοί διανοούμενοι αλλη-λοσυγχαίρονταν για το ρόλο που είχαν παίξει προς αυτή την κατεύθυνση. Ήταν η πρώτη φορά στην Ιστορία, έγραφαν, που ένας πόλεμος ξεκίνησε όχι από τα στρατιωτικά ή τα οικονομικά συμφέροντα, αλλά από «τους έξυπνους ανθρώπους του έθνους», οι οποίοι, συχνά, το μόνο που έκαναν ήταν να επαναλαμβάνουν τα παραμυθία των βρετανικών υπηρεσιών προπαγάνδας. Εκείνη την εποχή, ο αμερικανικός λαός ήταν αντίθετος με την είσοδο των ΗΠΑ σ’ έναν ευρωπαϊκό πόλεμο. Το όργανο προπαγάνδας του Ουίλσον πέτυχε να μετατρέψει ένα λαό βασικά ειρηνόφιλο σε μια ορδή φανατικών κατά της Γερμανίας. Αυτό το αποτέλεσμα έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση στους Αμερικανούς διανοούμενους, αλλά και στον επιχειρηματικό κόσμο. Η βιομηχανία των δημοσίων σχέσεων γεννήθηκε κυρίως από αυτές τις επιτυχίες στον έλεγχο των ιδεών και της συμπεριφοράς από την προπαγάνδα, όπως το έλεγαν φωναχτά εκείνη την εποχή. Μόνο στη δεκαετία του 1930, ο όρος θα πέσει σε δυσμένεια και σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως όταν αναφερόμαστε σε εχθρούς.

Αυτή η προπαγάνδα δεν εξαπάτησε μόνο τους Αμερικανούς. Οι Γερμανοί τη χρησιμοποίησαν σε μεγάλο βαθμό…

Οι Γερμανοί υπερεθνικόφρονες εντυπωσιάστηκαν κι αυτοί πολύ. Εκτιμώντας προφανώς ότι η αγγλοαμερικανική προπαγάνδα -που ξεπερνούσε κατά πολύ αυτή της Γερμανίας σε εύρος και σε παραποίηση- ήταν ένας από τους κύριους παράγοντες της νίκης των συμμαχικών δυνάμεων, ο Χίτλερ ορκίστηκε ότι την επόμενη φορά η Γερμανία θα κατόρθωνε ν’ ανταποδώσει τα ίδια. Γνωρίζουμε τι συνέβη. Οι μπολσεβίκοι, επίσης, εντυπωσιάστηκαν από τα κατορθώματα της προπαγάνδας των δημοκρατικών χωρών και επιχείρησαν να ε-μπνευσθούν από αυτά, αλλά χωρίς μεγάλη επιτυχία. Η προπαγάνδα τους ήταν πολύ άτεχνη.

Θέλω να το τονίσω για άλλη μια φορά: όταν οι κοινωνίες εκδημοκρατίζονται, όταν ο καταναγκασμός παύει να είναι εύκολα χρησιμοποιούμενο όργανο ελέγχου και περιθωριοποίησης τότε, πολύ φυσικά, οι εκλεκτοί στρέφονται στην προπαγάνδα. Πρόκειται για ένα φαινόμενο, όχι απλώς φυσικό, αλλά και απολύτως συνειδητό, που έχει αναλυθεί ευρέως σε επιστημονικές και άλλες εργασίες που εκθειάζουν τη χρήση της προπαγάνδας.

Οι μεγάλες εταιρείες δημοσίων σχέσεων, διαφήμισης, γραφικών τεχνών, κινηματογράφου, τηλεόρασης… έχουν σαν πρωταρχική λειτουργία τον έλεγχο του νου. Πρέπει να δημιουργήσουν «τεχνητές ανάγκες», έτσι ώστε οι άνθρωποι να αφοσιώνονται στην ικανοποίησή τους, καθένας από την πλευρά του, απομονωμένοι μεταξύ τους. Οι διευθυντές αυτών των επιχειρήσεων έχουν μια πολύ πραγματιστική προσέγγιση: «Πρέπει να προσανατολίσουμε τον κόσμο προς τα επιπόλαια πράγματα της ζωής, όπως η κατανάλωση». Πρέπει να δημιουργηθουν τεχνητά τείχη, να κλειστεί ο κόσμος εκεί μέσα και να απομονωθεί ο ένας απ’ τον άλλο.

Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι πολύ καινούριο, είτε πρόκειται για τα μέσα ενημέρωσης είτε για τη διαφήμιση ή τις τέχνες. Αυτό που είναι καινούριο είναι η κλίμακα εφαρμογής του στις μέρες μας. Προηγουμένως, αυτός ο ρόλος είχε ανατεθεί στους διανοουμένους, στους κατόχους της γνώσης.

noam-chmosky2Και στους ιερείς;

Ναι, ο Μέγας Ιεροεξεταστής του Ντοστογιέφσκι έδωσε ένα υπέροχο λογοτεχνικό παράδειγμα. Αυτό το ξαναβρίσκουμε στη Βίβλο, όπου ο «προφήτης» ουσιαστικά υποδεικνύει τον «διανοούμενο».

Τι εννοείτε ακριβώς με τον όρο «διανοούμενος»;

Αφορά μάλλον μια στάση, παρά μια κατηγορία ανθρώπων: αυτή που συνίσταται στην πληροφόρηση, τη σοβαρή σκέψη πάνω στα ανθρώπινα, τη σαφή έκφραση της αντίληψης και τη διορατικότητα.

Γνωρίζω ανθρώπους που δεν έχουν καμιά σχολική παιδεία αλλά είναι, τουλάχιστον στα μάτια μου, αξιοθαύμαστοι διανοούμενοι. Και γνωρίζω σεβάσμιους πανεπιστημιακούς και συγγραφείς που απέχουν πολύ από το να ανταποκριθούν σ’ αυτό το ιδανικό.

Οι «αναγνωρισμένοι διανοούμενοι» είναι ένα διαφορετικό ζήτημα. Με αυτόν τον όρο, εννοώ εκείνους που, μέσα στο δικό τους σύστημα εξουσίας, έχουν τιμηθεί με τον τίτλο των «υπεύθυνων διανοουμένων», εξάλλου έτσι ακριβώς χαρακτηρίζουν τον εαυτό τους στη Δύση. Καμιά φορά, τους αποκαλούν «τεχνοκράτες διανοούμενους», για να τους ξεχωρίσουν από τους «ανατρεπτικούς διανοούμενους» που σπείρουν την αναστάτωση και είναι «ανεύθυνοι».

Όταν μιλάμε για εχθρικές χώρες, γίνεται μια ανατροπή αξιών: καταγγέλλουμε τους τεχνοκράτες διανοουμένους, τους οποίους θεωρούμε «κομισάριους» και «γραφειοκράτες» και τιμούμε τους ανατρεπτικούς διανοουμένους, τους διαφωνούντες, που είναι περιφρονημένοι και κατατρεγμένοι στην ίδια τους τη χώρα.

Τέτοιες διακρίσεις υπήρχαν από την αρχαιότητα. Για παράδειγμα, στη Βίβλο υπάρχει μια αρκετά ασαφής εβραϊκή λέξη: νάμηι. Στη Δύση, μεταφράστηκε ως «προφήτης». Στην πραγματικότητα, υποδηλώνει το διανοούμενο. Εκείνοι που αποκαλούνταν προφήτες επιδίδονταν σε πολιτικές αναλύσεις και εκφωνούσαν κρίσεις σχετικές με την ηθική. Την εποχή της Βίβλου, ήταν μισητοί και περιφρονημένοι. Τους έριχναν στη φυλακή ή τους έστελναν στην έρημο, γιατί διαφωνούσαν. Αρκετούς αιώνες αργότερα, αναγνωρίστηκαν οι αρετές τους και τους θεώρησαν προφήτες.

Εκείνη την εποχή τιμούσαν τους κόλακες και τους υποκριτές κι όχι αυτούς που θα τιμούσαν πολύ αργότερα σαν αληθινούς προφήτες. Στον εικοστό αιώνα, υπάρχει το γένος των διανοουμένων που φυλακίστηκαν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής και που δολοφονήθηκαν στην αμερικανική σφαίρα επιρροής. Για παράδειγμα, η περίπτωση των έξι Ιησουιτών από το Σαλβαδόρ που δεν γνωρίζει κανείς στην Ευρώπη γιατί σκοτώθηκαν από κομάντος εκπαιδευμένους από τους Αμερικανούς* κι αυτό βέβαια δεν είναι έγκλημα. Έχουν περάσει ακριβώς δέκα χρόνια από τότε και μόλις που θα βρείτε λίγες λέξεις στον Τύπο γι’ αυτούς τους φόνους. Είναι σκάνδαλο. Αλλά έτσι συνέβαινε πάντα στην Ιστορία.

Μπορείτε να ξαναμιλήσετε γι’ αυτούς τους χρόνους;

Στις 16 Νοεμβρίου 1989, έγινε μια φοβερή σφαγή στο Σαλβαδόρ. Ανάμεσα στα θύματα υπήρχαν έξι σπουδαίοι Λατινοαμερικάνοι διανοούμενοι, ένας από τους οποίους διεύθυνε το κυριότερο πανεπιστήμιο της χώρας.

Εκτελέστηκαν εξ επαφής από επίλεκτους κομάντος εκπαιδευμένους από τον αμερικανικό στρατό. Αυτοί οι μισθοφόροι κομάντος (της ταξιαρχίας Ατλακάτλ) αποτελούσαν μια ιδιαζόντως βίαιη συνισταμένη των δυνάμεων που έφεραν την ευθύνη για πάρα πολλές σφαγές στη χώρα, ειδικά για το φόνο του αρχιεπισκόπου Ρομέρο και για τη σφαγή δεκάδων χιλιάδων χωρικών.

Όταν έξι σπουδαίοι Λατινοαμερικάνοι διανοούμενοι δολοφονούνται από στρατιώτες εκπαιδευμένους από τους Αμερικανούς, είναι καταπληκτικό το να διαπιστώνεις πόσο αυτό δεν ενδιαφέρει κανέναν. Αντίθετα, αν ο Βάκλαβ Χάβελ μπει στη φυλακή, τότε όλος ο κόσμος ξεσηκώνεται.

Όμως κι ο Χάβελ πέρασε τέσσερα χρόνια στη φυλακή για τις ιδέες του!

Προφανώς ήταν σκάνδαλο και οι μεγάλες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στις οποίες συμμετείχαμε όλοι οι Δυτικοί ήταν απολύτως δικαιολογημένες. Όμως, η μεταχείριση των διανοουμένων μέσα στην αμερικανική σφαίρα επιρροής είναι πολύ χειρότερη από εκείνη που τους επιφύλασσε η μετασταλινική Ρωσία. Μα οι Ευρωπαίοι αδιαφορούν γι’ αυτό.

Λίγο μετά το φόνο αυτών των διανοουμένων του Σαλβαδόρ, ο Βάκλαβ Χάβελ ήρθε στις ΗΠΑ και μίλησε στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία που συγκεντρώθηκαν στο Κογκρέσο. Επευφημήθηκε από τους γερουσιαστές και τους βουλευτές τους οποίους αποκάλεσε αγωνιστές της ελευθερίας. Σε όλα τα μέσα ενημέρωσης, οι σχολιαστές ριγούσαν από θαυμασμό, «Ζονμε σε μια ρομαντική εποχή», έγραψε ο Άντονι Λιουις στους New York Tims, εκφράζοντας έτσι την κοινή γνώμη. Οι αρθρογράφοι του εγχώριου Τύπου αναρωτιόνταν γιατί οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν να παρουσιάσουν τόσο αξιοπρόσεκτες προσωπικότητες, έτοιμες να μας καλύψουν με εγκώμια, ενώ μόλις είχαμε σκοτώσει έξι σπουδαίους διανοουμένους, χωρίς να λογαριάσουμε και χιλιάδες άλλους ανθρώπους. Ζούμε σ’ ένα σουρεαλιστικό κόσμο!

Φανταστείτε ότι στρατιώτες εκπαιδευμένοι από τους Ρώσους σκοτώνουν έξι Τσέχους διανοουμένους, μεταξύ αυτών και τον Χάβελ, και ότι μετά από μερικές εβδομάδες, ένας κομουνιστής από το Σαλβαδόρ πάει στη Ρωσία, μιλάει στη Δουμά και επευφημείται ζωηρά όταν συγχαίρει τους βουλευτές, που παραληρούν από ενθουσιασμό, για το ρόλο τους στην υπεράσπιση της ελευθερίας!

0 αμερικανικός Τύπος μίλησε γι αυτό;

Ένας φίλος μου έκανε μια έρευνα μέσω μιας βάσης δεδομένων, για να δει τι είχαν πει τα μέσα ενημέρωσης με την ευκαιρία της δεκάτης επετείου του φόνου αυτών των έξι Ιησουιτών, το 1999. Τα ονόματά τους δεν είχαν καν αναφερθεί στον αμερικανικό Τύπο. Γνώριζε ο κόσμος τα ονόματα αυτών των διανοουμένων, είχε διαβάσει τίποτα για το φόνο τους; Όχι. Αντίθετα, μπορούν να αναφέρουν ονομαστικά τους διαφωνουντες της Ανατολικής Ευρώπης; Σίγουρα ναι.

Οι θαρραλέοι διαφωνούντες θα πρέπει να τιμουνται, είτε είναι θύματα μιας αμείλικτης καταπίεσης μέσα στη σφαίρα επιρροής των εχθρών μας είτε δολοφονούνται κτηνωδώς μέσα στην αμερικανική σφαίρα επιρροής. Το ίδιο συνέβη στη Γαλλία με την υπόθεση Ντρέιφους. Σήμερα, λέμε πως οι διανοούμενοι υποστήριξαν τον Ζολά, μα, στην πραγματικότητα, εκείνη την εποχή η πλειονότητά τους υποστήριζε την κυβέρνηση.

Λέτε συχνά πως ο ρόλος των διανοουμένων έπρεπε να είναι η έκφραση της αλήθειας. Πως ορίζετε την αλήθεια;

Πάρτε αυτό το βιβλίο: Είναι πάνω στον καναπέ. Είναι λοιπόν αλήθεια αν πούμε ότι αυτό το βιβλίο είναι πάνω στον καναπέ. Αυτή είναι η αλήθεια. Μια δήλωση είναι αληθινή όταν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Οι αληθινές δηλώσεις δεν διαμορφώνονται εύκολα, αλλά αυτό είναι ένα άλλο πρόβλημα. Όταν προσεγγίζετε μια ακριβή ερμηνεία, προσεγγίζετε την αλήθεια.

251681

 

 

 

 

 

 

Από το βιβλίο του Νόαμ  Τσόμσκι Δύο ώρες διαύγειας‘, εκδόσεις Λιβάνη – 2006, μετάφραση: Αργύρης Αργύρογλου

Συνομιλίες του Νόαμ Τσόμσκι με τον Ντενί Ρομπέρ και τη Βερόνικα Ζαράχοβιτς: Σιένα, 22 Νοεμβρίου 1999 (συμπληρωματικά κείμενα μέσω e-mail Παρίσι – Βοστόνη)

Μια μοναχική αλλά τολμηρή φωνή αντιμέτωπη με την τεράστια δύναμη των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τις αλλεπάλληλες ψεύτικες δηλώσεις ουδετερότητας και τις απίστευτες πληροφορίες που κυκλοφορούν: η φωνή του Νόαμ Τσόμσκι. Σε ηλικία 78 ετών, είναι ένα μνημείο αντικουλτούρας. Από τον πόλεμο του Βιετνάμ, αυτός ο ριζοσπάστης διανοητής καταδικάζει την οργάνωση του κόσμου προς όφελος των οικονομικών ολιγαρχιών.
Σ’ αυτές τις ελεύθερες, παράδοξες και αιχμηρές συζητήσεις, ο Νόαμ Τσόμσκι αποκρυπτογραφεί τους μηχανισμούς της κοινωνίας της αγοράς, την αόρατη οικονομία, την κατασκευή συναίνεσης, τα κέντρα εξουσίας…
Πίσω από τη φαινομενική ουδετερότητα του συστήματος των μέσων μαζικής ενημέρωσης κρύβονται προϋποθέσεις που καταρρέουν όταν απογυμνωθούν. Γι’ αυτό ο Νόαμ Τσόμσκι παραμένει αναντικατάστατος: αυτές οι «Δυο ώρες διαύγειας» προσφέρουν ένα υπέροχο αντίδοτο στις ψεύτικες ενδείξεις.

antikleidi.com

Νίκος Παπαχριστόπουλος: Κάνουμε έργο ό,τι δεν απωθούμε;

11:17 | 09 Νοε. 2014
Νίκος Παπαχριστόπουλος

[…] Tο ασυνείδητο διαθέτει τέτοια δύναμη, από την οποία δεν μπορεί εν συνεχεία να ξεφύγει καμία συνειδητή απόπειρα αναχαίτισης ή περιορισμού του. Όσο και να προσπαθεί κάποιος να ξεγελάσει το ασυνείδητο, όπως επίσης να το καλλιεργήσει κατά τρόπο επιτηδευμένο, είναι αδύνατο να το καταφέρει […] Κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από την παιδική του ηλικία. Η παιδική ηλικία είναι τροφή, τροφή ανεξάντλητη. […] Για να φτάσει κάποιος να αρνηθεί τα βιώματα της παιδικής του ηλικίας σημαίνει ότι τα βιώματα αυτά ήσαν πολύ ισχυρά, άρα σημαίνει έναν πολύ υψηλό βαθμό απώθησης. […] O ψυχολόγος-ψυχαναλυτής και πανεπιστημιακός Νίκος Παπαχριστόπουλος, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη ξεκινώντας από το ερώτημα «κάνουμε έργο ό,τι δεν απωθούμε;».


Κρ.Π.: Στο βιβλίο Ψυχανάλυση και γραφή, που θα επανακυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Opportuna, γράφεις πως «Κάνουμε έργο ό,τι δεν απωθούμε». Θα ήθελες να το εξηγήσεις περισσότερο;

Ν.Π.: Μια ανάλογη πρακτική αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο μηχανισμό στην ψυχανάλυση, τον μηχανισμό της μετουσίωσης, τον οποίο ανέδειξε ο Φρόυντ από τα πρώτα του κείμενα. Προσπάθησε να προβεί σε μία τριμερή ταξινόμηση της διοχέτευσης, όπως ακριβώς το είπε ο ίδιος, της «μη ομαλής ιδιοσυστασιακής προδιάθεσης».

Με απλά λόγια, ο Φρόυντ ανέδειξε πως όταν υφίσταται μία δυσλειτουργική κατάσταση εντός του ψυχισμού, υπάρχουν τρεις δυνατότητες διαχείρισης για αυτόν που την υφίσταται:

Α. Η πρώτη είναι να την απωθήσει. Με αυτόν τον τρόπο σχηματίζεται η νεύρωση.

Β. Η δεύτερη είναι να την διατηρήσει αυτούσια, οπότε προκύπτει η βάση της διαστροφής.

Γ. Και ο τρίτος δρόμος είναι η μετουσίωση: να την διοχετεύσει, να την εκφράσει στο έργο του, υπό μία πολιτισμικώς ανεκτή μορφή.

Όλα αυτά όμως στον Φρόυντ δεν είναι στεγανά. Πρόκειται για μία σχηματοποίηση προκειμένου να τοποθετήσει τις ψυχικές λειτουργίες σε έναν άξονα.

Δεν σημαίνει δηλαδή ότι ένα έργο τέχνης δεν περιέχει στοιχεία απώθησης ούτε και στοιχεία διαστροφής.

Κρ.Π.: Δηλαδή, ναι μεν σε ένα έργο εκφράζονται στοιχεία που είχαν μέχρι εκείνη τη στιγμή απωθηθεί, αλλά δεν πάει να πει ότι ο δημιουργός του έχει συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε απωθήσει. Γι’ αυτό και το έργο είναι πιο μπροστά από τον κάθε δημιουργό όπως λέγεται. Δηλαδή το κάθε έργο μπορεί να έχει στοιχεία μη συνειδητά (απωθημένα), αλλά το γεγονός ότι τα έχει εκφράσει στο έργο του μετουσιώνοντάς τα, είναι ένα στοιχείο που κάνει το έργο πιο …προχωρημένο -όπως λέμε- από τον ίδιο. Αυτό το γεγονός της μετουσίωσης, σε τι μπορεί ή όχι να βοηθά τον ίδιο τον δημιουργό;

Ν.Π.: Ένα παράδειγμα, είναι η μελέτη της Μαρίας Βοναπάρτη για τον Έντγκαρ Πόε. Η Βοναπάρτη προσπάθησε να εφαρμόσει αυτήν την τριμερή ταξινόμηση του Φρόυντ, να προβεί δηλαδή σε μια μορφή εφαρμοσμένης ψυχανάλυσης, πράγμα το οποίο δεν υιοθετείται σήμερα, κυρίως από την λακανική ψυχανάλυση.

Διότι η διαφορά του Λακάν από τον Φρόυντ ως προς την ερμηνεία της τέχνης είναι ότι, κατά κάποιον τρόπο, ο Φρόυντ ανίχνευσε την ψυχοπαθολογία του δημιουργού στο ίδιο του το έργο, ενώ ο Λακάν μίλησε για το έργο ως δημιουργία εκ του μηδενός, ως «ex nixilo» δημιουργία, η οποία έχει τη δική της αυτοτέλεια.

Η Βοναπάρτη προσπάθησε να εφαρμόσει αυτή την ταξινόμηση στο έργο του Πόε, και κατέληξε στα εξής:

Αν ο Πόε δεν είχε καταφέρει να δώσει διέξοδο εντός του έργου του σε όλες αυτές τις αδιέξοδες τάσεις της παιδικής του ηλικίας θα είχε καταλήξει ή στη φυλακή ή στο άσυλο.

Εν ολίγοις, η μετουσίωση απετέλεσε έναν εξισορροπητικό μηχανισμό προσαρμογής στην πραγματικότητα.

Πέρα όμως από την στυγνή αυτήν ψυχαναλυτική ερμηνεία της Βοναπάρτη, η οποία κατ’ ουσίαν κινείται σε έναν πανψυχαναλυτισμό θα το έλεγα εγώ, τα πάντα δηλαδή ανάγονται και σε μία ψυχαναλυτική έννοια, πολλές από τις επισημάνσεις της μπορούμε να τις αντιληφθούμε στο έργο του Πόε.

Απλώς,  δεν μπορούμε να αναγάγουμε  το έργο τέχνης σε αποκλειστικό εργαλείο ερμηνείας του ψυχισμού του δημιουργού.

Κρ.Π.: Δεν είναι με άλλα λόγια μόνο το έργο ενός δημιουργού που μπορεί να τον βοηθήσει αν έχει κάποια προβλήματα.

Ν.Π.: Εάν υιοθετήσουμε την δομική διάκριση της ψυχικής δυσφορίας, μεταξύ νεύρωσης, ψύχωσης, και διαστροφής, μπορούμε σχηματικά να διατυπώσουμε το εξής ερώτημα:

Εάν στη νεύρωση ο ασθενής έχει επαφή με την πραγματικότητα ενώ στην ψύχωση όχι, τι γίνεται στον ενδιάμεσο χώρο, κυρίως σε περιπτώσεις μη εκπεφρασμένης ψύχωσης, πώς καταφέρνει δηλαδή ο δημιουργός να εξισορροπεί σε αυτό το όριο πριν την έκλυση της ασθένειάς του;
Και σε αυτό το έργο τέχνης έχει παίξει καταλυτικό ρόλο, αρκετές φορές.

Κρ.Π.: Πολλοί καλλιτέχνες φοβούνται ότι η αυτογνωσία –με την έννοια της συνειδητότητας- θα επηρεάσει αρνητικά το ταλέντο τους. Είναι αλήθεια ή μύθος;

Ν.Π.: Αν υιοθετήσουμε και πάλι τους όρους της ψυχανάλυσης, η έννοια της δημιουργικότητας κινείται στο όριο μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου. Κατά κάποια έννοια δεν μπορεί να καλλιεργηθεί σκοπίμως αλλά ούτε και να αποφευχθεί σκοπίμως σε σχέση με δεδομένες καταστάσεις.

Είναι μία διαδικασία η οποία διαμορφώνεται στην παιδική ηλικία και αναπαράγεται καθ’ όλη την εκτύλιξη του βίου.

Ένα ασυνείδητο βίωμα, μία ξεχασμένη στιγμή της παιδικής ηλικίας, ένας αντικατοπτρισμός των αισθήσεων, για παράδειγμα μία ανεπαίσθητη οσμή και μόνο, δύναται να λειτουργήσει ως απωθημένη εστία δημιουργικότητας.

Εν ολίγοις το ασυνείδητο διαθέτει τέτοια δύναμη, από την οποία δεν μπορεί εν συνεχεία να ξεφύγει καμία συνειδητή απόπειρα αναχαίτισης ή περιορισμού του.   Όσο και να προσπαθεί κάποιος να ξεγελάσει το ασυνείδητο αυτό, όπως επίσης να το καλλιεργήσει κατά τρόπο επιτηδευμένο, είναι αδύνατο να το καταφέρει.

Κρ.Π.: Όταν ένας άνθρωπος κάνει ψυχανάλυση υπάρχει περίπτωση να επηρεαστεί αρνητικά το ταλέντο του; Ή ακόμα χειρότερα, υπάρχει περίπτωση να χάσει κάποιος το ταλέντο του;

Ν.Π.: Όχι. Γιατί διαφορετικά θα εκλαμβάναμε και την τέχνη ως μέσο θεραπείας, δυναμένη, με την κατάλληλη παρέμβαση, να διοχετευθεί προς συγκεκριμένες οδούς, συλλογισμός ευτελής. Εξάλλου ο ίδιος ο Φρόυντ θεωρεί ότι το ταλέντο και εν πάση περιπτώσει η ευφυΐα σε σχέση με τη δημιουργικότητα είναι κάτι το ανερμήνευτο.

Και όχι επίσης, διότι θα μπαίναμε σε μία νομοτελειακή λογική, πως τα πάντα είναι αναγώγιμα το ένα στο άλλο, το αιτιατό στο ένα και μοναδικό αίτιό του.

Κρ.Π.: Τα συναισθήματα που έχει κάποιος άνθρωπος για κάποια παιδικά του βιώματα, μπορούν να αλλοιωθούν κατά τη διάρκεια μίας ψυχοθεραπείας, π.χ. της ψυχανάλυσης; Ανεξάρτητα δηλαδή πώς μπορεί να διαχειριστεί κάποιος διαφορετικά κατά τη διάρκεια της ζωής του τα συναισθήματά του, αυτά δεν μπορούν να αλλοιωθούν. Μόνο ο τρόπος διαχείρισής τους μπορεί να αλλάξει. Είτε μέσω του έργου του, είτε μέσω των σχέσεών του, κλπ. Σωστά;

Ν.Π.: Αυτό που μπορεί να αλλάξει κανείς είναι η κατά καιρούς στάση του απέναντι σε κάποιο βίωμα. Τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο το βίωμα και τα συναισθήματα που το ακολουθούν θα προσαρμοστούν κάθε φορά στις νέες ανάγκες του, στις νέες συνθήκες του βίου του.

Και εδώ θεωρώ ότι χρειάζεται να επισημανθεί μια διττή ψευδαίσθηση:

Πρώτον ότι η τέχνη θεραπεύει και δεύτερον ότι για την δημιουργία ενός έργου τέχνης είναι προαπαιτούμενο ένα τραύμα.

Αυτό το οποίο περιέγραψε ο Φρόυντ ως μετουσίωση αναφέρεται σε μία ικανότητα. Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να μετατρέψουν τα βιώματά τους σε τέχνη.

Τούτο προϋποθέτει μία υψηλή δυνατότητα προσαρμογής στις πολιτισμικές συνθήκες μιας εποχής. Πώς θα μπορέσουν δηλαδή ορισμένοι να ενσωματώσουν αυτές τις πολιτισμικές συνθήκες εντός του ψυχισμού τους, έστω και υπερβαίνοντάς τες, ώστε αυτό που οι ίδιοι εκφράζουν ως υποκειμενικό βίωμα να έχει και μια δυνατότητα καθολικής μετάδοσης, διοχέτευσης στον Άλλον.

Εν ολίγοις πώς θα μπορέσουν, με βάση το προσωπικό τους βίωμα, να δημιουργήσουν έναν συλλογικό χώρο στον οποίο θα βρει έκφραση και το βίωμα των υπολοίπων. Πώς θα αναγάγουν το προσωπικό τους βίωμα σε καθολικό βίωμα.

Αυτό σημαίνει πρωτίστως μετουσίωση: ένα προσωπικό βίωμα μετατρέπεται σε αισθητικό αποτέλεσμα και αποκτά νόημα, αξία για τους υπολοίπους.

Επ’ αυτού διακρίνεται και ο δημιουργικός «δημιουργός» από κάποιον άλλον ο οποίος απλώς συγγράφει ή ζωγραφίζει το βίωμά του και έχει αξία κυρίως μόνο για τον ίδιο.

Κρ.Π.: Τι είναι η έμπνευση, και τι το ταλέντο; Μπορεί να εξηγηθεί το πώς αναπτύσσεται; Πολλοί καλλιτέχνες, θεωρούν ότι η έμπνευση είναι κάτι που προέρχεται από τον Θεό, όπως και το ταλέντο. Τι θα έλεγες;

Ν.Π.: Αρχικά, η ψυχανάλυση η ίδια είναι μία νομοτελειακή «επιστήμη». Με την έννοια ότι, στο ερμηνειοκρατικό της σύμπαν την θέση του αγνώστου (Θεός) μπορεί να την καταλάβει το ασυνείδητο.

Εάν προσφύγουμε επ’ αυτού και πάλι στον Φρόυντ και την τριμερή ταξινόμησή του μεταξύ συνειδητού, προσυνειδητού και ασυνείδητου, θα μπορούσαμε να αποδώσουμε σχηματικά και την σχέση δημιουργίας-πηγής εμπνεύσεως:

Μία ενεστώσα εμπειρία δύναται να ανασύρει, τρόπον τινά, μία απωθημένη εμπειρία από το παρελθόν· το ασυνείδητο δηλαδή, μέσω του προσυνειδητού να γίνει συνειδητό, και να μεταβιβασθεί στο έργο τέχνης χωρίς κατ’ ουσίαν ο ίδιος ο δημιουργός να γνωρίζει την πηγή της προέλευσής του.

Οπότε, ακόμη και αυτό το οποίο θεωρούμε άγνωστο, έρχεται να ανακαλέσει κάτι ήδη γνωστό σε εμάς. Απλώς, δεν γνωρίζουμε περί της προέλευσής του. Η πηγή της προέλευσής του ενδέχεται να ανασύρεται στην επιφάνεια μέσω ενός άλλου γεγονότος, εντελώς τυχαίου, με τρόπο καλυμμένο, ο οποίος δεν γίνεται αντιληπτός συνειδητά.

Κρ.Π.: Συμβαίνει κάτι σαν …σκυταλοδρομία; Το  ένα φέρνει το άλλο, δηλαδή;

Ν.Π.: Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Πρόκειται για μία διαδικασία ατέρμονης μετάθεσης.
Άρα η έννοια του αγνώστου (του Θεού) και του απροσπέλαστου δεν υπάρχει στην τέχνη:

Απλώς επ’ αυτού μπορούμε να μιλήσουμε μονάχα με εικασίες. Η θεμελιακή αντίφαση, το πρωταρχικό κενό της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Κρ.Π.: Δηλαδή, μπορούμε αν ψάξουμε, και αν έχουμε την ανάλογη γνώση για έναν καλλιτέχνη, να βρούμε από πού προήλθε η έμπνευσή του; 

Ν.Π.: Αν και θεωρητικά μπορούμε μέσω της ψυχανάλυσης να εικοτολογήσουμε περί της εστίας έμπνευσης ενός δημιουργού, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτα για το ταλέντο του. Απλώς καλούμαστε εκ των υστέρων να προβούμε σε μία ερμηνεία με βάση αυτά που ξέρουμε και μόνο, ως κριτές, ως τρίτοι, προβάλλοντας συνεπώς επ’ αυτού και τις δικές μας συνειδητές ή και ασυνείδητες επιδιώξεις.

Κρ.Π.: Οπότε θα λέγαμε ότι οι κάθε είδους ερμηνείες για το ταλέντο κάποιου αφορούν περισσότερο εκείνους που τις κάνουν παρά τον ίδιο;

Ν.Π.: Και ο ίδιος ο Φρόυντ, στην ερμηνεία της τέχνης και των δημιουργών, προσπάθησε να εφαρμόσει το δικό του ερμηνευτικό σύστημα και μόνο.

Κρ.Π.: Πάνω στο θέμα της δημιουργικότητας τι έχεις να πεις;

Ν.Π.: Έμπνευση, δημιουργικότητα, ταλέντο, κλπ. όλες αυτές οι έννοιες είναι αφαιρετικές κατασκευές, ένας τρόπος για να μιλάμε.

Οι δημιουργοί αναφέρουν συχνά το εξής: Ξεκινάω και δεν ξέρω που θα με βγάλει. Ποτέ δεν ξέρω εκ των προτέρων, με κάθε ακρίβεια, τι τελικά θα γράψω, τι τελικά θα ζωγραφίσω.

Πέρα από αυτή την ασυνείδητη νομοτέλειά του, το έργο τέχνης διαφεύγει οποιασδήποτε πρόθεσης του δημιουργού να το κατευθύνει αλλά και οποιασδήποτε απόπειρας κατόπιν ερμηνείας του από τον κριτικό.

Είναι αυτό το λευκό χαρτί, με τον οποίο έρχεται αντιμέτωπος κάθε φορά ο συγγραφέας, ή ο ζωγράφος, ακόμη και ο εν γένει στοχαστής, το οποίο ακυρώνει οποιαδήποτε εκ των προτέρων πρόθεση να αποδώσει ένα συγκεκριμένο νόημα στα πράγματα.

Στον χώρο της τέχνης, όπως το ανέλυσε ο Λακάν, υπάρχει ένα ρήγμα, μία οπή, στην οποία δεν χωράει καμία απόπειρα ασφαλούς ερμηνείας, όπως και καμία δυνατότητα για τον ίδιο τον δημιουργό να δώσει μια συγκεκριμένη μορφή στην πρόθεσή του.

Τι καλούμεθα ως εκ τούτου να φτιάξουμε εμείς ως ερμηνευτές; Απλώς, ένα δικό μας έργο επί του έργου, ένα δημιούργημα επί του ιδίου του δημιουργού. Να ξαναφτιάξουμε ένα κείμενο, δικό μας.

Επί παραδείγματι, ο ερμηνευτής του Πόε φιλοδοξεί, έστω και ασυνείδητα, να φτιάξει ένα κείμενο ή ένα έργο δυνάμενο να εμπεριέχει κάτι από την αίγλη του κειμένου του ιδίου του Πόε, την ένδοξη πλευρά του ασυνειδήτου του.

Φιλοδοξεί ασυνείδητα να πάρει ένα κομμάτι από αυτήν την ασυνείδητη αξία την οποία έχει ο ίδιος ο Πόε για όλους τους άλλους.

Κρ.Π.: Ο Φράνσις Μπέικον είχε πει ότι «όλοι εν δυνάμει μπορούν να δημιουργήσουν τέχνη». Τι θα έλεγες;

Ν.Π.: Η τέχνη προκρίνει μια αμφίδρομη διαδρομή. Περιλαμβάνει εκείνον ο οποίος δημιουργεί αλλά και εκείνον ο οποίος όπως ανέφερα εισπράττει και ερμηνεύει τη δημιουργία.

Όλοι μεν μπορούν να δημιουργήσουν τέχνη, το θέμα όμως είναι πώς θα δημιουργήσουν αποδέκτες και ερμηνευτές της τέχνης τους.

Και η ιδιαιτερότητα σπουδαίων δημιουργών, πέρα από εκείνους οι οποίοι λειτουργούν ως μαζικά καταναλωτικά πρότυπα, έγκειται στο ότι το έργο τους έχει καταστεί αντικείμενο αποδοχής, έχει γίνει δηλαδή αποδεκτό από τους υπολοίπους, λίγους ή και πολλούς.

Κρ.Π.: Πώς η δημιουργικότητα (και εν δυνάμει η τέχνη) μπορεί να επηρεάσει την ζωή του ανθρώπου, βοηθώντας τον να εκφράσει, να αξιοποιήσει αλλά και να αναπτύξει τις δεξιότητες της ζωής του (άρα τη συναισθηματική του νοημοσύνη);

Ν.Π.: Κάποιος ο οποίος μπορεί να δημιουργήσει μέσω της τέχνης μπορεί να δημιουργήσει και γενικότερα. Η τέχνη όμως δεν μπορεί να θεραπεύσει τον ίδιο τον δημιουργό εάν δεν συγκλίνουν ως προς τούτο ευρύτερες κοινωνικές και κυρίως υποκειμενικές συνθήκες.

Κρ.Π.: Μπορεί να μην θεραπεύσει, ή να μην «σώσει» τελικά, τον ίδιο τον δημιουργό η τέχνη του, αλλά π.χ. ο Κώστας Μουρσελάς έχει πει: «Η τέχνη θα μας σώσει». Μπορεί να θεραπεύσει, δηλαδή να σώσει, η τέχνη τους αποδέκτες της;

Ν.Π.: Αν το δεις συνολικά, ως πολιτισμικό επίτευγμα, ή ως τρόπο οργάνωσης της ανθρώπινης σκέψης, σαφώς και καταλήγουμε εκεί. Με την έννοια ότι η τέχνη εμπεριέχει όλες αυτές τις κανονικότητες τις οποίες χρειάζεται κάποιος όχι απλώς για να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα αλλά να την προσαρμόσει στα μέτρα του.

Η τέχνη οδηγεί πέρα από την στείρα σκέψη. Και στείρα σκέψη σημαίνει αναπαράγω μηχανικά οτιδήποτε μου δίδεται. Στην τέχνη δεν μπορείς να αναπαραγάγεις απλώς και μόνον. Είσαι αναγκασμένος να επινοήσεις. Αυτή είναι η διαφορά από οτιδήποτε δεν είναι τέχνη.

Κρ.Π.: Για παράδειγμα όταν κάποιος διαβάζει ένα μυθιστόρημα, πρέπει να βιώσει, να φτιάξει εικόνες, να σκηνοθετήσει μια ιστορία, να νιώσει τα συναισθήματα, κλπ.

Ν.Π.: Και να γίνει ένας εν δυνάμει δημιουργός κι αυτός, με έναν άλλο τρόπο, για όλες αυτές τις εικόνες τις οποίες συνέλαβε. Μπορεί να τις διοχετεύσει με έναν άλλο τρόπο στο δημιούργημά του. Και να γίνει πλέον κτήμα του, μία βιωμένη εμπειρία.

Κρ.Π.: Ο Όσκαρ Γουάιλντ είχε πει πως ό,τι αξίζει να μάθουμε, δυστυχώς δεν μαθαίνεται. Δηλαδή δεν φτάνει η γνώση. Μόνο με το βίωμα μπορούμε να μάθουμε κάτι ή να αλλάξουμε κάτι. Τι θα έλεγες, επίσης;

Ν.Π.: Αυτό ακριβώς φαντάζομαι σημαίνει ότι μόνο με την τέχνη θα αλλάξουν τα πράγματα. Πώς θα ξεφύγεις δηλαδή από την παγίδα της ορθολογικής γνώσης ως μοναδικής μορφής παρέμβασης στην πραγματικότητα, χωρίς ωστόσο να πέσεις στην παγίδα της μεταφυσικής. Η τέχνη εμπεριέχει ταυτόχρονα το μεταφυσικό και το ορθολογικό.

Κρ.Π.: Πάντως, είναι ένα βίωμα η τέχνη;

Ν.Π.: Κάποιος άνθρωπος ο οποίος δεν έχει βίωμα δεν μπορεί να δημιουργήσει κάτι το οποίο σχετίζεται με αυτόν τον ίδιο. Δεν μπορεί κανείς να οικειοποιηθεί τα βιώματα του άλλου.

Κρ.Π.: Η Άλις Μίλερ έχει πει: «Κατά τη γνώμη μου, αν δεν έχουμε συνείδηση τι μας συνέβη κατά τα πρώτα στάδια της ζωής μας, όλη η υπόθεση του πολιτισμού δεν είναι παρά μια φάρσα. Οι συγγραφείς θέλουν να γράφουν καλή λογοτεχνία, αλλά ΔΕΝ αναζητούν την ασυνείδητη πηγή της δημιουργικότητάς τους, την έντονη επιθυμία τους για έκφραση και επικοινωνία. Οι περισσότεροι φοβούνται μήπως χάσουν την ικανότητά τους. Παρόμοιο φόβο διακρίνω και σε πολλούς ζωγράφους, ακόμα και σε αυτούς που (κατά τη γνώμη μου) στους πίνακές τους εκφράζουν σαφώς τους ασυνείδητους φόβους τους, όπως παραδείγματος χάρη στον Φράνσις Μπέικον, στον Ιερώνυμο Μπος, στον Σαλβαδόρ Νταλί και σε πολλούς ακόμα σουρεαλιστές. Με το έργο τους επιζητούν βέβαια την επικοινωνία, αλλά σε ένα επίπεδο που να υπηρετεί την άρνηση των εμπειριών της παιδικής ηλικίας – και αυτήν την κατάσταση την ονομάζουν τέχνη.» Πώς θα το σχολίαζες;

Ν.Π.: Κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από την παιδική του ηλικία. Η παιδική ηλικία είναι τροφή, τροφή ανεξάντλητη. Και πιθανότητα οι καλλιτέχνες έχουν συνείδηση, σε πολύ μεγάλο βαθμό, για το τι τους συνέβη, όχι κατ’ ανάγκην τραυματικό. Απλώς, ίσως μέσα από το έργο τέχνης αυτή την συνείδηση προσπαθούν να την αποκρύψουν.

Για ποιον λόγο άραγε αρνούνται; Μήπως η απόπειρα άρνηση μίας εμπειρίας σημαίνει και την κατίσχυση της εμπειρίας αυτής; Ότι έχει γίνει κάτι ήδη δηλαδή, για να το αρνηθείς μετά. Για να φτάσει κάποιος να αρνηθεί τα βιώματα της παιδικής του ηλικίας σημαίνει ότι τα βιώματα αυτά ήσαν πολύ ισχυρά, άρα σημαίνει έναν πολύ υψηλό βαθμό απώθησης.-

Ο Νίκος Παπαχριστόπουλος είναι ψυχολόγος-ψυχαναλυτής. Σπούδασε ψυχολογία (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Φιλοσοφία (Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών), Κοινωνιολογία (Πάντειο Πανεπιστήμιο). Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην ψυχανάλυση (Paris VIII-Saint Denis), στην ψυχοπαθολογία (Paris VII-Denis Diderot), στη σημειολογία και τη λογοτεχνική θεωρία (Paris VII-Denis Diderot), στην ιστορία (Paris I-Pantheon-Sorbonne). Έχει συγγράψει, μεταφράσει και επιμεληθεί συγγράμματα για την ψυχανάλυση. Διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εργάζεται ως ψυχαναλυτής στην Πάτρα και στην Αθήνα.

Εργογραφία

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

Μεταφράσεις

Via: http://tvxs.gr/news/politismos/kanoyme-ergo-oti-den-apothoyme

Στην Αθήνα υπάρχει μια βιβλιοθήκη που δανείζεσαι ανθρώπους αντί για βιβλία

[…] Στη Ζωντανή Βιβλιοθήκη συναντάμε ανθρώπους, τα λεγόμενα ζωντανά βιβλία, που αφηγούνται την ιστορία τους και μπαίνουν σε έναν δημιουργικό διάλογο με τον εκάστοτε αναγνώστη. Πρόκειται για ανθρώπους που ακόμη και στις σύγχρονες κοινωνίες θεωρούνται -και τις περισσότερες φορές, πράγματι είναι- περιθωριοποιημένοι. Μετανάστες, πρόσφυγες, ομοφυλόφιλοι, τρανς, οροθετικοί, κωφοί, άνθρωποι με αναπηρία ή ψυχικές νόσους και κάποιες περιθωριοποιημένες κατηγορίες επαγγελματιών […] 

Η Ζωντανή Βιβλιοθήκη αντιστρέφει την ιδέα μιας παραδοσιακής βιβλιοθήκης και μας φέρνει σε επαφή με τις «γκρίζες ζώνες» της ελληνικής κοινωνίας.

Υπάρχει μια βιβλιοθήκη στην οποία δεν βρίσκουμε τα παραδοσιακά βιβλία που περιμένουμε, μετακινείται διαρκώς και κυρίως, είναι διαδραστική. Στη Ζωντανή Βιβλιοθήκη συναντάμε ανθρώπους, τα λεγόμενα ζωντανά βιβλία, που αφηγούνται την ιστορία τους και μπαίνουν σε έναν δημιουργικό διάλογο με τον εκάστοτε αναγνώστη.

Πρόκειται για ανθρώπους που ακόμη και στις σύγχρονες κοινωνίες θεωρούνται -και τις περισσότερες φορές, πράγματι είναι- περιθωριοποιημένοι. Μετανάστες, πρόσφυγες, ομοφυλόφιλοι, τρανς, οροθετικοί, κωφοί, άνθρωποι με αναπηρία ή ψυχικές νόσους και κάποιες περιθωριοποιημένες κατηγορίες επαγγελματιών.


Η Ζωή, ένα εκ των ιδρυτικών μελών της Ζωντανής Βιβλιοθήκης στην Ελλάδα, εξηγεί πώς προέκυψε η ανάγκη να δημιουργηθεί αυτή η κοινότητα, αλλά και πώς λειτουργεί. «Αυτή τη στιγμή υπάρχουν περισσότερες από 300 Ζωντανές Βιβλιοθήκες σ’ όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα ξεκινήσαμε το 2009. Τέσσερις άνθρωποι συντονιστήκαμε για να δουλέψουμε γι’ αυτό το σκοπό και πλέον, είμαστε πάνω από πενήντα.

Έχουμε κάνει μέχρι τώρα δεκαεπτά Ζωντανές Βιβλιοθήκες και ταυτόχρονα είμαστε υπεύθυνοι μιας κοινότητας που είναι πίσω από τις εκδηλώσεις της.

Πριν από πέντε χρόνια, όταν δεν είχε έρθει ακόμη η κρίση, αλλά τη βλέπαμε να έρχεται, είπαμε και οι τέσσερις άνθρωποι που το ξεκινήσαμε, ότι είτε μιλάμε για ρατσιστική βία εντείνεται, είτε πρόκειται για κάτι που βράζει από κάτω, δεν μας αρέσει.

Ως πολίτες, βρήκαμε μια μεθοδολογία που μπορεί να ενώσει πράγματα και  ανθρώπους. Η γοητεία του από ένα σημείο και μετά  δεν είναι μόνο η ενέργεια που παίρνει κάποιος από τις εκδηλώσεις της Ζωντανής Βιβλιοθήκης, που είναι πολύ δυνατές ενεργειακά, όσο ότι για πρώτη, ίσως, φορά συντάχθηκαν πολλές διακριτές ομάδες για να βρουν αυτό που τους ενώνει και να δουλέψουν μαζί.

Ήταν, και είναι ακόμη, πάρα πολύ δύσκολο και δεν ξέρω αν θα γίνει ποτέ εύκολο».

Την Κυριακή 9 Νοεμβρίου, στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ημέρας κατά του Φασισμού και του Αντισημιτισμού, θα διεξαχθεί μία ακόμη Ζωντανή Βιβλιοθήκη στο 2ο Πρότυπο Πειραματικό  ΓΕΛ Αθήνας.

«Οι εκδηλώσεις διεξάγονται περίπου κάθε δύο-τρεις μήνες και όλο τον υπόλοιπο χρόνο προετοιμαζόμαστε, εκπαιδεύουμε καινούργια βιβλία, καινούργιους εθελοντές, αναζητούμε καινούργιους χώρους, γιατί έχει μεγάλη σημασία.

Έχουμε περιορισμό, γιατί δεν πάμε σε χώρους που δεν είναι προσβάσιμοι σε άτομα με αναπηρία. Έχουμε, ωστόσο, ομάδα εργασίας στην κοινότητά μας με στόχο ν’ αναζητεί χώρους. Άλλες φορές, μας ενδιαφέρει ένα σημείο, μια γειτονιά, που κάτι γίνεται και πάμε.

Έχουμε κάνει Ζωντανές Βιβλιοθήκες σε πολύ διαφορετικά σημεία, σε χώρους πολιτισμού, όπως το Μουσείο Μπενάκη, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, στο Σταθμό Λαρίσης και σε σημεία που οι κάτοικοι έχουν πάρει τη γειτονιά στα χέρια τους, όπως είναι η κατάληψη στο Βοτανικό Κήπο στην Πετρούπολη, ή στην κατάληψη των πολιτών στη Λαμπηδόνα, στο Βύρωνα.

Έχουμε κάνει δύο Ζωντανές Βιβλιοθήκες στα πλαίσια του Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ, αλλά και στα πλαίσια ενός ελληνοτουρκικού φεστιβάλ στον Ωρωπό. Είναι πολλά και περίεργα τα μέρη που πάμε».

HLG_3481
Η βασική ιδέα αυτής της δράσης γεννήθηκε αρκετά χρόνια νωρίτερα και μάλιστα, εκτός συνόρων. «Στην Ευρώπη ξεκίνησε ως ιδέα το 2000. Ήταν μια ομάδα τεσσάρων εφήβων, εκ των οποίων ο ένας δέχτηκε ρατσιστική επίθεση σ’ ένα κλαμπ, επειδή -εμφανισιακά- έμοιαζε μουσουλμάνος.

Τα παιδιά αυτά προσπάθησαν να βρουν έναν τρόπο που να φέρνει τον κόσμο κοντά, να μπορεί να συζητάει για τις διακρίσεις που ζουν πολλές ομάδες πληθυσμού, βασιζόμενοι στην ιδέα ότι πολλές φορές η άγνοια οδηγεί στο ρατσισμό, γεννά ρατσισμό κι ότι όταν οι άνθρωποι κάθονται μαζί και συζητούν γι’ αυτό, οι αποστάσεις μικραίνουν.

Για πρώτη φορά έγινε μια μεγάλη Ζωντανή Βιβλιοθήκη το 2001 στο Φεστιβάλ Roskilde, ένα μεγάλο ροκ φεστιβάλ, με 80 και πλέον βιβλία και πάρα πολλούς αναγνώστες. Από ‘κει και πέρα αυτή η ιδέα πήρε το δρόμο της».

Πέραν των ζωντανών βιβλίων, που η αρχική ομάδα βρήκε σιγά-σιγά προτείνοντας σε γνωστούς τους να συμμετάσχουν, υπάρχουν και οι εθελοντές βιβλιοθηκονόμοι. Έχουν έναν κομβικής σημασίας ρόλο, καθώς είναι οι κατάλληλοι για να λύσουν οποιαδήποτε απορία των αναγνωστών, τους οδηγούν στο βιβλίο που έχουν επιλέξει, το οποίο μπορούν να διαβάσουν ταυτόχρονα μέχρι τρεις αναγνώστες και με χρονικό όριο τα είκοσι λεπτά. Στις περιπτώσεις που χρειάζεται διερμηνεία, ο χρόνος επιμηκύνεται λίγο.
«Το βιβλίο έχει το δικαίωμα να διακόψει την ανάγνωση αν αισθάνεται ότι είναι κακοποιητική και αφού λήξει η διαδικασία, ζητάμε από τους αναγνώστες να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο-αξιολόγηση, να μας πουν τη γνώμη τους για να πάει η διαδικασία λίγο παρακάτω.
Χρειάζεται, ως ζωντανό βιβλίο, να κάνεις κάποια πράγματα και κυρίως, να ακούς, όχι τόσο να μιλάς. Να μιλάς με σοφία και δικαιωματικά γι’ αυτό που σου συμβαίνει, αλλά το σημαντικότερο είναι να μπορείς ν’ ακούς, γιατί δεν πρόκειται για μια ομιλία, είναι μια συζήτηση, ένας δημοκρατικός διάλογος στον οποίο ο αναγνώστης θα μπορέσει να σου πει τις ενστάσεις του και θα πρέπει να μπορείς ν’ αφουγκραστείς τις ανάγκες του ανθρώπου που έχεις απέναντί σου. Κι είναι πολύ δύσκολο».
Μια από τις παράλληλες δράσεις της Ζωντανής Βιβλιοθήκης είναι η εκστρατεία ευαισθητοποίησης απέναντι στη ρατσιστική βία, που περιλαμβάνει οδηγό για το πώς μπορούν να αντιδράσουν οι πολίτες, με τον τίτλο «Αν όχι εσύ, ποιος;»
HLG_3479
Ποιες λοιπόν είναι οι προϋποθέσεις για να συμμετάσχει κάποιος στη Ζωντανή Βιβλιοθήκη;
«Ζητάμε από τους ανθρώπους που θα έρθουν στην κοινότητά μας να έχουν σεβασμό κι η αγάπη για όλες τις διακριτές ομάδες, δεν μας αρέσουν οι δογματισμοί, οι άνθρωποι που μπαίνοντας σε μια ομάδα θα προσπαθήσουν να κάνουν τους αρχηγούς. Ζητάμε να αποδέχονται τα άλλα μέλη της ομάδας και να μην τα θέτουν σε κίνδυνο».
«Η συγκεκριμένη δράση», όπως τονίζει η Ζωή, «στοχεύει σ’ ένα γενικό πληθυσμό που διερωτάται, αμφισβητεί και δεν ξέρει πού να πατήσει. Η δική μας πρόταση αφορά αυτό τον κόσμο που είναι και η πλειοψηφία. Άλλες φορές, ξέρεις και δεν θέλεις να το δεχτείς, άλλες φορές, όμως, δεν ξέρεις.

Κάποιοι άνθρωποι είναι μια γκρίζα περιοχή του κόσμου σου που δεν θέλεις ν’ αγγίξεις. Εμείς σου δίνουμε τη δυνατότητα να κάτσεις απέναντι σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο με σάρκα και οστά και η γκρίζα περιοχή να πάρει χρώμα. Μας ενδιαφέρει να συμμετέχουμε σ’ έναν πολιτισμό που προωθεί την ποικιλομορφία, τη δυνατότητα όλων των ανθρώπων, ταυτοτήτων, μορφών, απεικονίσεων, να έχουν φωνή, λόγο, ύπαρξη, δικαιώματα, θεσμικά και ατομικά. Είναι αρκετά δύσκολο, αλλά γι’ αυτό παλεύουμε».-

Στην επόμενη σελίδα η μαρτυρία της Μαριάννας, του «ζωντανού βιβλίου» που πάσχει από συναισθηματική ψύχωση διπολικού τύπου. via: http://popaganda.gr/zontani-vivliothiki/ 


Η μητέρα οργάνωση που ξεκίνησε από τη Δανία http://www.humanlibrary.org/ . 4 ;έφηβοι υπερασπίστηκαν έναν φίλο τους που υπέστη ρατσιστική επίθεση και έτσι γεννήθηκε η ιδέα.
Στην Ελλάδα υπάρχουν δύο Βιβλιοθήκες. Υπάρχει και η Ανθρώπινη Βιβλιοθήκη, Human Library. Μία από τις δράσεις της ήταν στο Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ το περασμένο καλοκαίρι. Η μητέρα οργάνωση είναι η Human Library στη Δανία.

Ράμφος και σαπίλα

06:55 | 06 Νοε. 2014

Κάθε φορά που τελειώνει μια Εποχή τα σημάδια είναι τα ίδια.

Ανικανοποίητοι, πλήρεις απωθημένων, κομπλεξικοί εκφραστές της, οι οποίοι νιώθουν ότι δεν έχουν πολύ χρόνο για να επιτύχουν την πολυπόθητή τους αναγνώριση και να κατευνάσουν κάπως την λιμασμένη ματαιοδοξία τους, δρουν σε δύο επίπεδα ταυτοχρόνως:

Κάποιοι αυτοδιαφημίζονται και αλληλογλύφονται επί σκηνών, στηλών εφημερίδων και τηλεοπτικών παραθύρων, παρουσιαζόμενοι ως φιλόσοφοι, ευέλπιδες ή έμπειροι πολιτικοί, ωραίοι, σωτήρες, εγγυητές της σταθερότητας και μοναδικοί φορείς της ελπίδας για το μέλλον ενώ την ίδια στιγμή δεν είναι τίποτε παραπάνω από μπάζα πια, αδρανή υλικά, ψυχικά και πνευματικά που οδεύουν ολοταχώς προς την αδρανοποίηση και της ύλης τους σφραγίζοντας την αλλαγή αυτή της Εποχής τους.

Κάποιοι άλλοι, της ιδίας συνομοταξίας και την ίδια απολύτως χρονική και ποιοτική περίοδο του βίου τους διανύοντες, επιδίδονται με μανία στο κυνήγι και στην κατασυκοφάντηση των νέων ανθρώπων, της νέας γενιάς, δηλαδή της νέας Εποχής, που νομοτελειακά έρχεται να αντικαταστήσει την δική τους και νιώθουν την καυτή της ανάσα απειλητική να τους ακουμπά στην πλάτη, που, αν και σάπια, όπως όλο το σύστημα εντός τους και γύρω τους, διαθέτει ακόμη κάποιους νευρώνες και διεγείρεται, κυρίως εξ ενστίκτου αυτοσυντήρησης, το οποίο λειτουργεί ως την τελευταία ώρα βεβαίως και μάλιστα όσο πλησιάζει αυτή, τόσο αυτό  εκφράζεται πιο βίαια, πιο κυνικά, πιο ηλιθιωδώς επικίνδυνα.

Τα στερνά τιμούν τα πρώτα, λέει η λαϊκή σοφία εννοώντας φυσικά ότι ο άνθρωπος όσο γερνάει και οδεύει προς την απόσυρση από τον ενεργό βίο, τότε δείχνει το ποιόν του. Η στερνή του συμπεριφορά θα τιμήσει ή όχι τα προηγούμενα χρόνια του. Το αν και κατά πόσο θα ανοίγει δρόμους, θα σέβεται και θα ενθαρρύνει τους νέους, το αν και κατά πόσο δεν θα φέρεται κομπλεξικά απέναντί τους, το αν και κατά πόσο θα έχει συνείδηση της θέσης και της πορείας του, δεν θα αυτοχρίζεται, αυτοδιαφημίζεται, αυτοπροβάλλεται και τελικά αυτογελοιποιείται.

Τον τελευταίο αυτόν καιρό βλέπουμε σε πλήρη έξαρση τα φαινόμενα αυτά, την πολύ έντονη δράση δηλαδή γηραιών και προς απόσυρση ανθρώπων που μας πετούν κατάμουτρα τον ανικανοποίητο εγωισμό τους, την υπέρμετρη ματαιοδοξία τους, την κυνικότητα της προθανάτιας αίσθησης που τους κατατρώει και συνειδητοποιούν ότι δεν ισχύει η βεβαιότητα με την οποίαν ζούσαν τόσα χρόνια, ότι αυτοί οι ίδιοι είναι το παν και ότι μετά από μετά το τέλος τους το προσωπικό, τελειώνει και ο κόσμος.

Φορτσάρουν με τεντωμένα τα ράμφη τους και εκφράζουν απόλυτα ολόκληρη τη σαπίλα που πεθαίνει επιτέλους.

yiannismakridakis.gr

Τέλος Εποχής Νο2

Το ότι τελειώνει βεβαίως μια εποχή δεν σημαίνει ότι έρχεται μια άλλη καλύτερη. Συνήθως χειρότερες έρχονται.

Στην Ελλάδα, την εποχή που τελείωσε πριν μερικά χρόνια με γενικευμένες εξεγέρσεις, την διαδέχτηκε η παρούσα, πολύ χειρότερη σε όρους ζωής και πολιτικής, πολύ πιο μαύρη, πολύ πιο κοντά στον μεσαίωνα από ποτέ. Η επερχόμενη εποχή όμως φοβάμαι ότι θα είναι ακόμη χειρότερη.

Διότι η ανθρωπότητα, πόσω μάλλον η ελληνική κοινωνία είναι ακόμη πολύ μακριά από την συνειδητότητα παρ’ όλη την επανάσταση που έχει λάβει χώρα στις συνειδήσεις ενός μεγάλου ποσοστού μελών της τα τελευταία χρόνια της οικονομικής ανέχειας.

Η κρίσιμη μάζα όμως, όπως είναι εύκολα αντιληπτό, δεν αποτελεί ακόμη ορμητικό ρεύμα κι έτσι δεν είναι ικανή να αλλάξει τη ρότα, να αμφισβητήσει εκ βάθρων το σύστημα.

Μια κοινωνία όπως η ελληνική, η οποία αντιπροσωπεύεται και εκφράζεται από μία πολιτική παλέτα, κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική, προσκολλημένη απόλυτα στο πιο παρωχημένο και αποδεδειγμένα καταστροφικό σύστημα, αυτό του καταναλωτισμού και των αγορών, το οποίον ακολουθεί πράττοντας την μέγιστη των ύβρεων όλος ο δυτικός “πολιτισμός”, δεν είναι δυνατό να οδηγηθεί σύντομα προς κάποιο φωτεινό μονοπάτι.

Φυσικά οι ιδιοτελείς που ονομάζονται παραδοσιακά δεξιοί, ακροδεξιοί και τώρα σε νέα βερσιόν απολιτίκ αλλά φυσικά εμπλουτίζουν σε μεγάλο ποσοστό πλέον και τον χώρο της αριστεράς δεν είναι εύκολο να απαρνηθούν το είναι τους τον τεχνητό εαυτό τους και να εξελιχθούν προς την συνειδητότητα διότι εκτός από συναισθηματικά ανάπηροι οι περισσότεροι είναι και ανίκανοι πλέον να σκεφτούν διότι έχουν τυφλωθεί και ευνουχιστεί εκπαιδευόμενοι και εξειδικευόμενοι ως γρανάζια του συστήματος που ενσαρκώνουν.

Οι άλλοι, οι πιο ανιδιοτελείς και πιο ανήσυχοι είναι στην πλειονότητά τους κι αυτοί, δυστυχώς, πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Διότι έχουν να κάνουν update τουλάχιστον από την εποχή του Λένιν, άλλοι δε βρίσκονται ακόμη στην εποχή του Μαρξ. Ενώ έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε, τα τελευταία πενήντα των οποίων ως σίφουνας και ως ερπύστρια πάνω από την ζωή στον πλανήτη, η σύγχρονη αριστερά μιλάει ακόμη με όρους χρηματοοικονομικούς, θεωρεί δηλαδή το σύστημα αυτό ως πραγματικότητα, δεν το αμφισβητεί και δεν έχει να προτείνει τίποτε περισσότερο από μια δικαιότερη μοιρασιά του πλούτου δηλαδή του παραγόμενου χρήματος, ψελλίζοντας μονάχα κάτι περί “περιβάλλοντος”, περί αειφόρου ανάπτυξης και λοιπά οπισθοδρομικά και άψυχα κι αυτά, έτσι, διότι το επιβάλλει η εποχή.

Αν πεις π.χ. σε έναν “αριστερό” ότι η ανακύκλωση είναι μια άχρηστη και περιβαλλοντικά επιβαρυντική διαδικασία διότι δαπανά-σπαταλά ενέργεια δηλαδή φυσικούς πόρους για να μετατρέψει άχρηστα αντικείμενα σε άλλα άχρηστα αντικείμενα και ότι η μόνη επιλογή για την ανθρωπότητα είναι η μη παραγωγή άλλων απορριμμάτων πλέον, κάτι που επιτυγχάνεται μόνο με την αλλαγή τρόπου ζωής και την στροφή προς τον αντικαταναλωτισμό, την μη αγορά και χρήση συσκευασιών, την διατροφή με φυσικές τροφές και όχι με επεξεργασμένα και μαζικά παρασκευασμένα τρόφιμα, τότε ο αριστερός αυτός σε κοιτάζει λοξά και σε κατατάσσει στους αναχωρητές τουλάχιστον, στους μη ρεαλιστές, διότι απλά θεωρεί ρεαλισμό το σύστημα το τεχνητό κι όχι το αυθύπαρκτο. Για τους άλλους, τους ιδιοτελείς, είπα εξαρχής, δεν σηκώνει ούτε να σκεφτούμε οτιδήποτε αφού ενσαρκώνουν την κατάντια της ανθρωπότητας.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει σε όλα τα θέματα, στα οποία η φυσική ζωή προσφέρει μια πολύ πιο προχωρημένη οπτική από ό,τι η καταναλωτική διαβίωση.

Ένας άνθρωπος που βρίσκεται κοντά στο κέντρο του, που είναι γειωμένος και συνειδητό φυσικό ον δεν μπορεί παρά να απελπίζεται όταν διαπιστώνει πως είναι αναγκασμένος να ζει ανάμεσα σε συστημικούς καταναλωτές όλου του πολιτικού φάσματος, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν συναισθάνονται ούτε σκέφτονται, ούτε καν γνωρίζουν οι περισσότεροι από αυτούς την φυσική τους υπόσταση, τους φυσικούς πόρους και τις συνέπειες της καθημερινής τους διαβίωσης στο ίδιο τους το Είναι.

Δυστυχώς λοιπόν, παρόλο που ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιούνται αυτή την καταλυτική εποχή, είναι σχεδόν απίθανο να δούμε καλύτερες και ανθρωπινότερες, φυσικότερες μέρες στο διάστημα του βραχέως φυσικού μας βίου. Τουλάχιστον θα φύγουμε από τη ζωή, όσοι από εμάς έχουν νιώσει και έχουν αλλάξει ρότα συρρικνώνοντας μέχρις εξαφανίσεως το περιβαλλοντικό τους ίχνος επί της γης, με την ψευδαίσθηση ότι θα έχουν γίνει οδηγοί για κάποιους άλλους ανθρώπους στο εγγύς και απώτερο μέλλον.

yiannismakridakis.gr

Τασούλα Βερβενιώτη: Πριν τις πολιτικές εξελίξεις θα προηγηθούν οι νέες …μουσικές

10:00 | 04 Νοε. 2014
Τασούλα Βερβενιώτη
[…] Ο κρατικός μηχανισμός και γενικότερα οι κοινωνικοί θεσμοί δεν είναι εύκολο να αλλάξουν, να ανασχηματιστούν, ακόμα και εάν γίνει «επανάσταση». Οι άνθρωποι μπορούν όμως να τους δώσουν ένα άλλο περιεχόμενο. Η ενέργεια του Δήμαρχου Χαλανδρίου να ακουστούν τραγούδια της εαμικής αντίστασης στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα […] Βρισκόμαστε σε μια περίοδο μετάβασης, όπως και τότε. Το προς τα πού θα εξελιχτεί το παρακάτω θα αποδειχτεί στην πράξη. Θεωρητικά οι εξελίξεις ξεκινούν αργά και στη συνέχεια παίρνουν τη μορφή χιονοστιβάδας. Θα τις καταλάβουμε ή μάλλον θα τις ακούσουμε πρώτα, γιατί πριν τις πολιτικές εξελίξεις θα προηγηθούν οι νέες …μουσικές […] Η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στο Χαλάνδρι υπό τον ήχο της μουσικής του ύμνου του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο).

Κρ.Π.: Με αφορμή την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 1940 στο Χαλάνδρι υπό τον ήχο της μουσικής του ύμνου του ΕΑΜ, γιατί τόσα χρόνια, πιστεύεις, κανένας Δήμος -ούτε από τους αριστερούς και προοδευτικούς- δεν σκέφτηκε να κάνει το ίδιο; Και επίσης, εφόσον γίνονται ακόμα μαθητικές παρελάσεις, για ποιό λόγο δεν έχει αλλάξει το …πρωτόκολλο τόσα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, ώστε να προσκαλούνται στους επισήμους προσωπικότητες που αγωνίστηκαν στην Αντίσταση, όπως π.χ. ο Μανώλης Γλέζος;

Τ.Β.: Είναι αλήθεια ότι ο κρατικός μηχανισμός και γενικότερα οι κοινωνικοί θεσμοί δεν είναι εύκολο να αλλάξουν, να ανασχηματιστούν, ακόμα και εάν γίνει «επανάσταση». Οι άνθρωποι μπορούν όμως να τους δώσουν ένα άλλο περιεχόμενο. Η ενέργεια του Δήμαρχου Χαλανδρίου να ακουστούν τραγούδια της εαμικής αντίστασης στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι εδώ και χρόνια γίνεται μια κριτική για τις παρελάσεις –κυρίως τις σχολικές. Η κριτική γίνεται από μαθητές και καθηγητές και το κεντρικό ερώτημα είναι τι νόημα έχει να παρελαύνουν με στρατιωτικό βήμα οι μαθητές στις αρχές του 21ου αιώνα;

Η κοινωνία προσπαθεί να εξακολουθήσει το δρόμο της, αυτόν που ήξερε, ενώ τα πάντα είναι διαφορετικά. Στην πράξη όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει. Γι’ αυτό μέσα σε εποχές κρίσεων δεν δημιουργούνται μόνο νέες μορφές οργάνωσης αλλά παράγονται και νέες ιδέες, νέες κατευθύνσεις όσον αφορά το χειρισμό της καθημερινότητας αλλά και των επίσημων τελετών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται κατά τη γνώμη μου και η απόφαση του Δήμαρχου Χαλανδρίου.

Οι άνθρωποι παράγουν γεγονότα, εξελίξεις, αλλαγές, μέσα σε συγκριμένα ιστορικά πλαίσια. Θεωρώ ότι ζούμε σε μια εποχή κρίσης, ανάλογη με αυτήν της δεκαετίας του 1940, με τους τρεις πολέμους της (Αλβανικό, Κατοχή- Αντίσταση, Εμφύλιο). Θα προσπαθήσω λοιπόν αρχικά να απαντήσω με βάση τις γνώσεις που έχουμε από τη μέχρι τώρα έρευνα για αυτήν τη δεκαετία.

Το κύριο χαρακτηριστικό των περιόδων κρίσης είναι τα πολλά και πολυσχιδή (πολλών ειδών) γεγονότα που βαραίνουν τη ζωή των ανθρώπων.
Οι οικονομικές επιπτώσεις, που είναι οι πιο εμφανείς, έχουν επιπτώσεις και στην καθημερινότητα των ανθρώπων και στην ψυχολογία τους. Αλλάζει το πλαίσιο αναφοράς τους και οι σταθερές πάνω στις οποίες στήριζαν την καθημερινότητά τους.

Οι νέοι δεν έχουν τη δυνατότητα να προγραμματίσουν τη ζωή τους, να σπουδάσουν, να παντρευτούν, να κάνουν παιδιά, γιατί η ανεργία κρέμεται σαν δαμόκλεια σπάθη πάνω από το κεφάλι τους. Οι ηλικιωμένοι βλέπουν το όραμα που είχαν για τα γερατειά τους, τη σύνταξη ή τα ταξίδια που είχαν ονειρευτεί να κάνουν μετά το τέλος της «καριέρας» τους να είναι απραγματοποίητα.

Το πιο μεγάλο βάρος ίσως φέρουν (και συνήθως παραλείπουμε να το θέσουμε) όσοι βρίσκονται ανάμεσα στα νιάτα και τα γηρατειά τους. Εάν χάσουν τη δουλειά τους είναι σχεδόν ανέφικτο να βρουν άλλη και όσοι ακόμα δουλεύουν δεν ξέρουν εάν και πότε θα μπορέσουν να πάρουν μια σύνταξη.

Το βασικό αίσθημα που κατέχει το κοινωνικό σώμα είναι η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα για το μέλλον. Και το κράτος και οι θεσμοί του πλήττονται από την κρίση. βρίσκονται σε κατάρρευση. Το σύστημα δεν λειτουργεί. Είτε αυτό αφορά την εκπαίδευση, είτε την πρόνοια, είτε την υγεία.

Κοινωνικό κενό όμως δεν μπορεί να υπάρξει. Τη θέση των κρατικών μηχανισμών/ θεσμών αντικαθιστούν οι συλλογικότητες.

Οργανώνονται ομάδες αλληλεγγύης για την πρόνοια, στις γειτονιές, που μοιράζουν τρόφιμα, οργανώνονται κοινωνικά ιατρεία για την υγεία και κάποιοι φορείς οργανώνουν μαθήματα υποστήριξης των μαθητών που τους βοηθούν στα μαθήματα του σχολείου. Αυτό συνέβη και στην Κατοχή (στο τομέα της Πρόνοιας και της περίθαλψης έδρασε η οργάνωση Εθνική Αλληλεγγύη) και σήμερα που η κοινωνία βρίσκεται σε μια περίοδο κρίσης αναπτύχθηκε το κίνημα «χωρίς μεσάζοντες», δομές αλληλεγγύης και κοινωνικά ιατρεία.

Αυτά τα νέα κοινωνικά μορφώματα παράγουν νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης με την συμμετοχή των «απλών» ανθρώπων. Με λίγα λόγια η κοινωνία αλλάζει συνολικά, παράλληλα με τις αλλαγές που γίνονται στη ζωή των ανθρώπων. Δημιουργούνται νέες ταυτότητες, γιατί ο καθένας θέτει στον εαυτό του το ερώτημα «ποιος είμαι;» ή «ποίοι είμαστε και που πάμε».

Η διαδικασία αυτή απαιτεί το χρόνο της. Δεν γίνεται από τη μια μέσα στην άλλη, γιατί είναι δύσκολο για τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν τις αλλαγές, να αφομοιώσουν το καινούριο που γεννιέται, επειδή ζουν μέσα σε αυτές.

Κρ.Π.: Οι αλλαγές που γίνονται όμως, γενικά, βλέπουμε να έχουν πάντα προοδευτικό πρόσημο;

Τ.Β.: Όχι βέβαια. Οι έχοντες την εξουσία που έχουν και το μεγαλύτερο συμφέρον να διατηρηθεί αλώβητο το σύστημα επιδίδονται στον αυταρχισμό. Όσο περισσότερο το κράτος αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς τους πολίτες του τόσο πιο πολύ καταφεύγει σε μεθόδους αυταρχικές.

Είδαμε πρόσφατα ότι ο πρύτανης και τα μέλη της συγκλήτου δεν μπορούσαν να συνομιλήσουν με τους φοιτητές τους και κάλεσαν τις δυνάμεις καταστολής, δημόσιες και ιδιωτικές, για να μπορέσει να συνεδριάσει η σύγκλητος. Σε τελική ανάλυση έγινε το οξύμωρο: ο πρύτανης προσπάθησε να «περιφρουρήσει» το πανεπιστήμιο από τους φοιτητές του, φέρνοντας «εξωτερικούς φρουρούς» και απειλώντας τους «κακούς» ενοίκους του, τους «κακούς» φοιτητές.

Οι φοιτητές όμως αποτελούν μια κοινωνικά προνομιούχα ομάδα που στην πορεία της ζωής τους θα στελεχώσουν τον κρατικό μηχανισμό. Με λίγα λόγια σε περιόδους κρίσης δημιουργούνται μέσα στην κοινωνία αντίρροπες δυνάμεις, που έχουν διαφορετικούς στόχους όσον αφορά το «παρακάτω», το προς τα πού θα πορευτεί η κοινωνία.

Κρ.Π.: Τα σχολικά βιβλία μιλάνε για το ΕΑΜ την ΕΠΟΝ και τον ΕΛΑΣ, και αν ναι, από πότε; Διότι όσο θυμάμαι από τα μαθητικά μου χρόνια, μέχρι το 1982 η σύγχρονη ελληνική ιστορία σταματούσε στο Αλβανικό… Και αν ρωτήσουμε σήμερα π.χ. τους τριαντάρηδες το πιθανότερο είναι να μην ξέρουν τι ήταν το ΕΑΜ και γενικά την ιστορία της Εθνικής Αντίστασης.

Τ.Β.: Το γεγονός ότι δεν ξέρουν όλα αυτά έχει να κάνει και με την απαξίωση του σχολείου και τον απαρχαιωμένο τρόπο λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος. Πάντως από το 1982 που αναγνωρίστηκε η Εαμική Αντίσταση ως Εθνική Αντίσταση, τουλάχιστον στο βιβλίο της Γ΄ Λυκείου υπήρχε σχετικό κεφάλαιο, αλλά συνήθως δεν προλάβαιναν να το διδάξουν.

Υπάρχει επίσης και η σχολική γιορτή που γίνεται την παραμονή της 28ης Οκτωβρίου. Στη γιορτή αυτή δίνουν τους επαίνους στους «καλούς» μαθητές και δειλά στην αρχή και στη συνέχεια με μεγαλύτερη τόλμη κάποιοι δάσκαλοι/ καθηγητές συνδύαζαν την 28η Οκτωβρίου 1940 (την έναρξη του πολέμου κατά των δυνάμεων του Άξονα) με τη δημιουργία του αντιστασιακού κινήματος στη διάρκεια της Κατοχής.

Καλούσαν σε κάποια σχολεία σχολεία αγωνιστές να μιλήσουν στα παιδιά για τη δράση τους στην Αντίσταση ή/και συμπεριλάμβαναν ποιήματα και τραγούδια της περιόδου στη γιορτή. Η διαδικασία αυτή όμως γινόταν στον κλειστό χώρο του σχολείου, στην αίθουσα τελετών.

Στο δημόσιο χώρο επιτρεπόταν στους αντιστασιακούς συλλόγους να καταθέτουν στεφάνι στη διάρκεια της δημόσιας τελετής του γιορτασμού της 28ης Οκτωβρίου που γίνεται στην κεντρική πλατεία του κάθε Δήμου και ίσως να εκφωνούν και κάποιο μικρό λόγο.

Η ενέργεια του δήμαρχου Χαλανδρίου στηριζόταν λοιπόν σε ήδη υπάρχουσες «κατακτήσεις». Η κρίση όμως επιτάχυνε τις εξελίξεις. Ο δήμαρχος πήρε την πρωτοβουλία και άλλαξε το πρωτόκολλο σε ένα σημείο.

Κρ.Π.: Νομίζεις ότι η γενιά της Εθνικής Αντίστασης έχει τιμηθεί όπως πραγματικά της αξίζει στην Ελλάδα; Παράλληλα, όπως έχεις αναφέρει σε παλιότερη συνέντευξη, δεν γιορτάζουμε την ημέρα της απελευθέρωσης μας, αλλά την ημέρα που ξεκίνησε ο πόλεμος. Υπάρχει σύνδεση;

Τ.Β.: Το «όπως πραγματικά της αξίζει» είναι σχετικό σε μια κοινωνία που έχει ζήσει μέσα στον 20ο αιώνα δύο εμφύλιους: αναφέρομαι στον «εθνικό διχασμό» ανάμεσα στους βενιζελικούς και τους βασιλικούς στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και στην τρίχρονη ένοπλη σύγκρουση, τον ελληνικό εμφύλιο (1946-49). Εξάλλου το τραύμα του εμφυλίου όπως και άλλες φορές έχουμε πει καθόρισε και τη συλλογική/κοινωνική μνήμη της Αντίστασης, γιατί υπήρξε η βαριά κληρονομιά της.

Έτσι και αλλιώς όμως η πορεία μιας κοινωνίας δεν είναι στατική, αλλά δυναμική. Σε περιόδους κρίσης μάλιστα, επειδή επιταχύνονται οι αλλαγές στις ζωές των ανθρώπων επιταχύνονται και οι κοινωνικές εξελίξεις. Γίνονται πιο σαφείς οι κοινωνικές αναδιαρθρώσεις που ήδη επωάζονταν στην προηγούμενη φάση της «ευμάρειας».

Κρ.Π.: Ο Δήμαρχος του Χαλανδρίου, ανέφερε σχετικά: «Εμείς ασχοληθήκαμε μόνο με το νόημα αυτής της μέρας. Είμαστε η μόνη χώρα που οι δωσίλογοι στελέχωσαν το κράτος κι οι αγωνιστές σέρνονταν σε φυλακές κι εξορίες». Τι θα σχολίαζες;

Τ.Β.: Η ενέργεια του Δημάρχου Χαλανδρίου έχει να κάνει και με τον τρόπο που εκλέχτηκε, τις  κοινωνικές ομάδες που στήριξαν στην εκλογή του. Φαίνεται ότι δεν ανήκουν στον «παλιό» και ξεπερασμένο πελατειακό σύστημα, το οποίο όμως εξακολουθεί να ηγεμονεύει παρόλο που εμποδίζει / έχει γίνει τροχοπέδη για να προχωρήσει η κοινωνία παρακάτω.

Το πελατειακό κράτος μετά τον πόλεμο στηρίχτηκε και παγιώθηκε στο κράτος των «εθνικοφρόνων» που μετά την ήττα της αριστεράς στον εμφύλιο έστειλε στις φυλακές και στις εξορίες και ακόμα χειρότερα υποχρέωσε το πιο προοδευτικό κομμάτι της κοινωνίας να υπογράψει «δηλώσεις» μετανοίας για την αντιστασιακή του δράση.

Αυτοί που είχαν οραματιστεί μια «άλλη» μια πιο δίκαιη κοινωνία έγιναν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Δεν είχαν ίδια δικαιώματα με τους «άλλους». Αξίζει να θυμηθούμε ότι όταν το 1961 έγινε η προσπάθεια να γιορταστεί η «ενωμένη εθνική αντίσταση» στο Γοργοπόταμο (25 Νοεμβρίου) είχαμε και νεκρούς.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση οι αντιρρήσεις προέκυψαν γιατί το εαμικό τραγούδι ακούστηκε στη διάρκεια της μαθητικής, με στρατιωτικό βήμα, παρέλασης.

Εκεί τα αντανακλαστικά της «παλιάς» διαιρεμένης λόγω του εμφυλίου και του ψυχρού πολέμου ελληνικής κοινωνίας ήρθαν στην επιφάνεια και ανατάραξαν τα νερά. Αυτό το τμήμα της κοινωνίας ήταν που αντέδρασε στην πρακτική του Δημάρχου, στην «τιμή» που έκανε στην εαμική αντίσταση.

Η ενέργεια του δήμαρχου πήγε ένα βήμα παραπέρα από την καθιερωμένη τελετή. Ο Δήμαρχος δεν κατάργησε τη μαθητική παρέλαση, αλλά την μετάλλαξε. Η πράξη του έχει πολλές ομοιότητες με την τρόπο που το αντιστασιακό κίνημα και ιδίως το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) χειρίστηκε το θέμα των «πατροπαράδοτων»/ παραδοσιακών θεσμών στη διάρκεια της Κατοχής (1941-44). (*Διαβάστε στο τέλος την ανταπόκριση από μια αντιστασιακή εφημερίδα για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου του 1944, στην Ελεύθερη Ελλάδα).

Το ΕΑΜ δεν κατάργησε τις δοξολογίες στην εκκλησία και τις παρελάσεις, αλλά τις έκανε «δικές» του. Τις ενσωμάτωσε και τους έδωσε το δικό του νόημα. Εξάλλου, στο Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, δίπλα στον Άρη, το Σαράφη και το Σαμαρινιώτη λειτουργούσε και το «Γραφείον Πνευματικού Αρχηγού» από όπου ο Μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ έστελνε τις εγκυκλίους του.

Και στην περίπτωση της τελετής στο Χαλάνδρι ο δήμαρχος δεν κατάργησε το θεσμό της μαθητικής παρέλασης αλλά της πρόσθεσε και ένα άλλο νόημα, όπως έκανε και το ΕΑΜ.

Βρισκόμαστε σε μια περίοδο μετάβασης, όπως και τότε. Το προς τα πού θα εξελιχτεί το παρακάτω θα αποδειχτεί στην πράξη. Θεωρητικά οι εξελίξεις ξεκινούν αργά και στη συνέχεια παίρνουν τη μορφή χιονοστιβάδας. Θα τις καταλάβουμε ή μάλλον θα τις ακούσουμε πρώτα, γιατί πριν τις πολιτικές εξελίξεις θα προηγηθούν οι νέες …μουσικές.-

*Η γιορτή της 25ης Μάρτη

ΜΕ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΕΙΑ, ΕΠΙΒΛΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟ ΓΙΟΡΤΑΣΤΗΚΕ Σ’ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΔΥΤ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ 25ης ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ, ΟΙ ΕΚΦΩΝΗΘΕΝΤΕΣ ΛΟΓΟΙ, ΟΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΛΠ.

Πήρε μέρος και αντιπροσωπεία του Γιουγκοσλαβικού Λαικού Στρατού


Με συμμετοχή όλων των κατοίκων της κωμόπολης και των στρατιωτικών σχηματισμών γιορτάστηκε σε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού η επέτειος της Εθνικής μας γιορτής. Την ανατολή της μεγάλης μέρας χαιρέτησε η υποδειγματική ομάδα ΕΠΟΝ της Μεραρχίας μας με τη μουσική. Ο βορηάς σκορπούσε σ’ όλη την κωμόπολη τα αντάρτικα τραγούδια και το θούριο του Ρήγα, που σκορπούσαν ρίγη συγκίνησης. Η Ελληνική σημαία κυμάτιζε σ’ όλα τα σπίτια. […]

Η δοξολογία
Η εκκλησία ήτο γεμάτη κόσμο. ‘Εξω της εκκλησίας ήταν παραταγμένα τα στρατιωτικά τμήματα με τη σημαία. Το τμήμα των ανταρτισσών είχε παραταχθεί για ν’ αποδώσει τιμές στους επίσημους. Στις 9.25 έφθασε στην εκκλησία η Συμμαχική Στρατιωτ. Αποστολή μ’ επικεφαλής τον ‘Αγγλο συν/ρχη Κριστ και τον αντιπρόσωπον της Αμερικής κ. Ουάιτνς, οι οποίοι την προηγούμενη μέρα είχαν φθάσει στην έδρα της Μεραρχίας. Στις 9.30 ακριβώς η σάλπιγγα ανήγγειλε την άφιξη του Στρατηγείου της Μεραρχίας μας και τα παρατεταγμένα τμήματα παρουσιάζουν όπλα. […] Στο δεξιό είχε καταλάβει θέση το Επαρχιακό Συμβούλιο, οι οικογένειες των θυμάτων πολέμου, οι τραυματίες, η Λαική Επιτροπή, οι άλλες επιτροπές, αντιπροσωπεία του ΕΑΜ, της ΕΑ, διάφορα σωματεία και το ΚΚΕ.
Κατανυκτικώτατα εψάλη η δοξολογία και είχε αποκορυφωθεί η συγκίνηση, όταν ο ιερέας δεήθηκε υπέρ του Ελληνικού Λαικού Απελευθερωτικού Στρατού.

Στο Ηρώων
Μετά τη δοξολογία κατευθύνθηκαν στο Ηρώων της κωμόπολης. […] Κι ενώ όλων τα δάκρυα μόλις συγκρατούνταν ακούονταν επιβλητικώτατα ο Εθνικός μας ‘Υμνος, που εψάλλετο στην αρχή από την ομάδα ΕΠΟΝ θηλέων κι ύστερα απ’ όλα τα στόματα.

Η συγκέντρωση και οι λόγοι
Σε λίγο όλες οι αρχές έλαβαν θέση σε εξέδρα μέσα στην πλατεία της κωμόπολης, […] Μίλησαν αντιπρόσωποι της Λαικής Επιτροπής, του ΕΑΜ, αντιπρόσωπος της Μεραρχίας και μια αντάρτισσα. […]

Οι σύμμαχοι
Μίλησε ο Συνταγματάρχης Κριστ […] ‘Υστερα μίλησε ο Αμερικανός αντιπρόσωπος […]

Η δεξίωση
‘Εγινε δεξίωση αμέσως ύστερα στα γραφεία της Λαικής Επιτροπής και του Λαικού Δικαστηρίου […]

Η παρέλαση
Μπροστά απ’ τους επισήμους και το λαό παρέλασαν πρώτα το τμήμα των ανταρτισσών κατά τριάδας με επικεφαλής τη σημαία. Φρενίτις ενθουσιασμού υποδέχθηκε τις αντάρτισσές μας, που με το όπλο επ’ ώμου παρήλασαν με ωραίο, επιβλητικό παράστημα και με την αποφασιστικότητα ζωγραφισμένη στα πρόσωπα. ‘Υστερα έρχονται οι συμπαθείς μας αντάρτες του Λόχου Στρατηγείου […] Οι ζητωκραυγές υπέρ του ΕΛΑΣ πνίγονται μέσα σε λυγμούς συγκίνησης. Στιγμές ασύλληπτου μεγαλείου. Και παρελαύνει η θρυλική μας υποδειγματική ομάδα της ΕΠΟΝ και ο ηρωικός εφεδρικός ΕΛΑΣ […] Στόλισε την παρέλαση τμήμα της ΕΠΟΝ Θηλέων με γραφικότατες εγχώριες ενδυμασίες.
Το απόγευμα έγινε χορός στην πλατεία και το βράδυ δόθηκε θεατρική παράσταση. Επίσης η Μεραρχία παρέθεσε δείπνο […] μέσα σε ατμόσφαιρα εγκάρδιας φιλίας. Τη νύχτα έγινε λαμπαδηφορία.

Στα Συντάγματά μας
Μας τηλεγραφούν απ’ όλα τα Συν/τα της Μεραρχίας μας, 17, 28 και 53 πως γιορτάστηκε πανηγυρικώτατα και μ’ ενθουσιασμό και με συμμετοχή όλων των κατοίκων η επέτειος της Εθνικής μας γιορτής. ‘Εγιναν δοξολογίες, παρελάσεις, θεατρικές παραστάσεις. Στο 27 το προσωπικό του Συνεργείου Τύπου έπαιξε με καταπληκτική επιτυχία το έργο: «Μάρτυρες κι εκδικητές». Μίλησε επίσης στο 27 το καμάρι του Συν/τος, ο Μπαρμπαθανάσης, που με λίγα απλά και συγκινητικά λόγια σκόρπισε ακράτητο ενθουσιασμό στο ακροατήριο.

Σμόλικας, ΙΧ Μεραρχία ΕΛΑΣ, φ. 13, 30-3-44.

Ποιος είναι αυτός που θα αξιωθεί να ζήσει… «Δυο φορές Άνοιξη»;

14:58 | 01 Νοε. 2014
Μάνος Κοντολέων

[…] Η ίδια η ζωή ακολουθεί δρόμους επανάληψης. Η Άνοιξη έρχεται και επανέρχεται…Και τελικά ποιος είναι αυτός που θα αξιωθεί να ζήσει… «Δυο φορές Άνοιξη»; […] Ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων, αφηγείται τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο – του τελευταίου του μυθιστορήματος που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη.

«Συνήθως γράφω τα βιβλία μου ξεκινώντας από κάποιο γεγονός ή κάποιο πρόσωπο που θα αποτελέσει τη βάση του έργου μου.
Στη συνέχεια αποφασίζω για το πως θα αρχίσω την εξιστόρηση και σχεδιάζω σε γενικές γραμμές το τέλος.
Και κατόπιν,  από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, ολοκληρώνεται το έργο.

Μα με το τελευταίο μου αυτό μυθιστόρημα, δεν γράφτηκε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο.
Αντίθετα πρώτα κατασκεύασα όλο τον βασικό σκελετό   των γεγονότων, ολοκλήρωσα σχεδόν πλήρως τους κεντρικούς χαρακτήρες και μετά πλέον ξεκίνησα τη γραφή.

Με αυτόν τον τρόπο δουλεύοντας είχα μεγαλύτερη δυνατότητα να μορφοποιήσω το έργο μου πάνω στους τρεις βασικούς άξονες που ήθελα να αναφερθώ.
Αυτοί οι άξονες υπάρχουν σχεδόν σε όλα μου τα βιβλία. Αποτελούν βασικά ζητήματα προβληματισμών μου. Αλλά ποτέ άλλοτε δεν συνυπήρξαν ισότιμα.

Α. Ο έρωτας

Σχεδόν σε όλα μου τα έργα με απασχολεί ο τρόπος που εκφράζουν οι άνθρωποι τη σχέση τους με το ερωτικό ένστιχτο. Πόσο τους απογειώνει ή τους καταθλίβει, αν τους κάνει ευτυχισμένους ή δυστυχισμένους, αν έχουν πληγωθεί ή αν πληγώσανε, αν ξεγελαστήκανε ή όχι. Αν οι επιθυμίες τους ανθίσανε ή εν τέλει μαραθήκαν.

Β. Η πατρότητα

Ενώ η έννοια και η φύση της μητρότητας είναι απ΄ όλους μας παραδεχτή και κατά κάποιον τρόπο όλοι έχουμε την ίδια άποψη για το περιεχόμενο και την ουσία της, δεν συμβαίνει το ίδιο με την πατρότητα.

Ποιος είναι ο πατέρας; Αυτός που καθορίζεται από τη Φύση ή αυτός που ορίζεται με κοινωνικά κριτήρια. Πόσο ο πατέρας, ως ενσυνείδητο ον, αναλαμβάνει τις ευθύνες της πράξης του από την πρώτη στιγμή;

Όλοι μας αποδεχόμαστε πως η γυναίκα είναι αυτή που δίνει τη ζωή. Αλλά σε μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, η ηρωίδα όταν ο άντρας τής αναγνωρίζει αυτήν την ικανότητα, εκείνη του απαντά πως «οι άντρες προσφέρουν τον θάνατο, άρα την αιώνια ζωή» .
Με δυο λόγια, πόσο βαθιά μπορεί να φτάσει η πατρότητα;

Γ. Λογοτεχνία για πολλούς

Υπάρχει καλή και κακή λογοτεχνία; Και αν ναι, τότε είναι απαραίτητο η καλή να απευθύνεται σε λίγους και η κακή σε πολλούς;
Μπορεί να υπάρξει καλή λογοτεχνία που συνάμα να αγγίζει τα ενδιαφέροντα μεγάλου αριθμού αναγνωστών;
Σε αυτά τα ερωτήματα ψάχνω συνέχεια για απαντήσεις.

Προσωπικά θεωρώ πως δεν υπάρχει κακή λογοτεχνία. Η λογοτεχνία (ως Τέχνη του Λόγου) μόνο καλή μπορεί να είναι. Διαφορετικά δεν έχουμε λογοτεχνία, αλλά αφήγηση γεγονότων.

Και με τίποτε δεν μπορώ να αποδεχτώ πως η ικανή και αναγκαία συνθήκη για να θεωρηθεί ένα μυθιστόρημα καλό είναι τα να γίνεται κατανοητό μόνο από λίγους και δυσνόητο από τους πολλούς. Αυτή τη σκέψη την αποδεικνύουν τα μεγάλα κλασικά έργα.

Πάνω, λοιπόν, σε αυτούς τους τρεις άξονες αποφάσισα να στήσω την πλοκή, αλλά και την ουσία του «Δυο φορές Άνοιξη».

Θέλησα τα πρόσωπα του έργου μου να είναι καθημερινοί άνθρωποι, με όλα τα καθημερινά πάθη τους και όλες τις καθημερινές όμορφες ή όχι  στιγμές τους. Και μέσα από αυτά τα καθημερινά τους λάθη να οδηγηθούν σε μια στιγμή όπου όλα θα φωτίζονται με ένα άλλο φως.

Μια ιστορία που δείχνει να αφορά μια γυναίκα –τη γυναίκα του διπλανού διαμερίσματος και ένα άντρα –τον άντρα που ίσως να δουλεύει στο διπλανό γραφείο.
Μέσα στην κοινή ζωή τους θα περάσει ως διάτων αστέρας ένας άλλος άνθρωπος που θα έχει όλα όσα οι ίδιοι δεν διαθέτουν. Αλλά που μπορεί να ήθελαν να τα διέθεταν και να τολμούσαν να τα πράξουν. Την ίδια στιγμή που κι εκείνος, ο άλλος,  ίσως να θωρακίζεται πίσω από την μοναδικότητά του, για να αποφύγει τη δέσμευση μιας σχέσης, μα έτσι και να χάνει και τις αντίστοιχες προεκτάσεις της.

Αλλά η ίδια η ζωή ακολουθεί δρόμους επανάληψης. Η Άνοιξη έρχεται και επανέρχεται…
Και τελικά ποιος είναι αυτός που θα αξιωθεί να ζήσει… «Δυο φορές Άνοιξη»;
Ο συμβατικός Δημήτρης, ο εκκεντρικός Μανουήλ ή η διχασμένη Ανθή;

Κάπως έτσι ξεκίνησε και κάπως έτσι τελείωσε το μυθιστόρημα αυτό.
Το ξεκίνησα μόλις άρχιζε μια νέα χρονιά, στο σπίτι μου στην Κηφισιά και το ολοκλήρωσα καθώς υποδεχόμουνα το Φθινόπωρο στο Πήλιο, στο χωριό που μου αρέσει να ξεφεύγω από την δική μου καθημερινότητα.

Τώρα πλέον το μυθιστόρημα αυτό είναι για μένα παρελθόν.
Μα δίπλα μου ήρθαν να κατοικήσουν  οι ήρωές του και τους βλέπω να συνομιλούν με τα άλλα πρόσωπα που κατά καιρούς σχεδίασα για να ζούνε μέσα σε όσα εγώ –όπως κάθε συγγραφέας- ονειρεύεται και σχεδιάζει.-»

Μάνος Κοντολέων, Δυο φορές Άνοιξη, Εκδόσεις Πατάκη – 2014

Σπουδαστές ήταν η Aνθή και ο Δηµήτρης, όταν γνωριστήκανε, ερωτευθήκανε και, προτού καν κλείσουνε τα είκοσί τους χρόνια, παντρευτήκανε. Η Ανθή είχε µείνει έγκυος. Το πρώτο παιδί γρήγορα θα το ακολουθήσει ένα δεύτερο. Κι ενώ ο Δηµήτρης ανέρχεται επαγγελµατικά, η Ανθή αισθάνεται -και είναι- εγκλωβισµένη σε µια ζωή οικογενειακής ρουτίνας. Η εισβολή στην καθηµερινότητά της του γοητευτικού φωτογράφου Μανουήλ θα της φανερώσει το τι σηµαίνει να σε ερωτεύονται µε πάθος, αλλά και το τι η ίδια είναι ικανή να δηµιουργήσει. Μα όταν ο Μανουήλ θα της προτείνει να τον ακολουθήσει, εκείνη θα προτιµήσει να µείνει κοντά στον άντρα και στα δυο αγόρια της. Όµως η ίδια η ζωή έχει διαφορετικά αποφασίσει. Ένα τρίτο παιδί έρχεται – κορίτσι αυτή τη φορά. Κι έτσι εκείνο που κάποιος σχεδιάζει δε σηµαίνει πως είναι και αυτό που θα συµβεί. Η Ανθή θα πρέπει να αντιµετωπίσει τις επιθυµίες της – κι αυτές που αργοσβήνουνε κι όσες ζητάνε να ανθοφορήσουν.

http://tvxs.gr/news/biblio/poios-einai-aytos-poy-tha-aksiothei-na-zisei%E2%80%A6-dyo-fores-anoiksi