Κώστας Βεργόπουλος: Οι Αγανακτισμένοι κατέβασαν την πολιτική στην κοινωνία

07:17 | 03 Ιουλ. 2014
Κρυσταλία Πατούλη
————————————–

Οπωσδήποτε οι Αγανακτισμένοι έφεραν ένα κοσμοϊστορικό αποτέλεσμα. Αφ’ ενός επέσπευσαν την κατάρρευση κοινωνικής αξιοπιστίας του δικομματικού πολιτικού συστήματος και αφ’ετερου μετατόπισαν την αμφισβήτηση από το πολιτικό πεδίο στο κοινωνικό. Έβγαλαν την κοινωνική αμφισβήτηση από το μονοπώλιο των αριστερών πολιτικών κομμάτων, τη μετέτρεψαν σε ευρύτερο κοινωνικό διακύβευμα, και κατέβασαν την πολιτική στην κοινωνία…» Ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο VIII του Παρισιού, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή την επέτειο της εξέγερσης των Αγανακτισμένων στην Ελλάδα, συμμετέχοντας στην Έρευνα για τις αιτίες και τις λύσεις της κρίσης.

«…Οπωσδήποτε επίσης, ανέδειξαν το ότι δεν προωθούν τα κόμματα τις κοινωνικές διεργασίες, αλλά το αντίθετο: τα κόμματα προσπαθούν να επωφεληθούν απο τις κοινωνικές διεργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη. Δεν «γέννησαν» αυτές για παράδειγμα την ΧΑ -όπως λέγεται από κάποιους- αλλά η τελευταία επωφελήθηκε από τις αδυναμίες των άλλων πολιτικών χώρων να συμβαδίσουν με την αυξανόμενη κοινωνική αμφισβήτηση και να αντλήσουν οφέλη απ’ αυτήν.

Μεχρι το 2011, η άρχουσα τάξη ενοχοποιούσε με επιτυχία τις αρχόμενες τάξεις για τις δικές της αστοχίες. Οι θύτες ενοχοποιούσαν τα θυματά τους.

Όμως έκτοτε, έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση και τα θύματα απελευθερώνονται απο την κυρίαρχη ιδεολογία, συνειδητοποιούν ότι δεν ευθύνονται αυτά για τις επιλογές των κυβερνώντων, ότι έχουν δικαιώματα που δεν μπορούν να πετιούνται στα άχρηστα, με κανένα απολύτως πρόσχημα.

Παρόμοιες συνθήκες με τις ελληνικές και με την επιχείρηση της άρχουσας τάξης να επιρρίψει το κόστος της αποτυχίας της στις αρχόμενες τάξεις, δημιούργησαν και το φαινόμενο των Podemos στην Ισπανία.

Με την διαφορά ότι στην Ελλάδα, ο Σύριζα έχει φροντίσει από την αρχή της προηγούμενης δεκαετίας να συμπεριλάβει στους κόλπους του μεγάλο μέρος απο τα κοινωνικά κινήματα της νέας αμφισβήτησης, ενώ στην Ισπανία αυτά παραμένουν ακόμη εκτός της Ενωμένης Αριστεράς, παρ’όλο που συνεργάζονται θεματικά με αυτήν και έχουν ζητήσει πρόσφατα να ενταχθούν στην αυτή κοινοβουλευτική ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Σήμερα, φαίνεται οτι η ευρωπαϊκη Αριστερά αποτελεί μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης του, σε αντίθεση με την ελληνική περίπτωση, που εν μέρει ξεπερνά τις ευρωπαϊκές αδυναμίες.

Το ζήτημα εντοπίζεται στο πόσο επιφυλακτική ή όχι είναι η Αριστερά έναντι των κοινωνικών κινημάτων. Όταν αυτά προβάλλουν την ανάγκη «σωτηρίας της χώρας» και η Αριστερά αντιπροβάλλει την δική της ανάγκη για ενότητα «όλων των αριστερών δυνάμεων», τότε είναι προφανές ότι δεν ομιλούν όλοι την ίδια γλώσσα.

Σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι πρόβλημα προγράμματος, αλλά διαπιστώνεται έλλειμμα κατανόησης των πολιτικών σχηματισμών έναντι των νέων κοινωνικών αιτημάτων.

Το έλλειμμα «προγράμματος» της Αριστεράς δεν είναι τόσο καθοριστικό, όσο το άνοιγμα προς την κοινωνία, προς τις θεμιτές και νόμιμες προσδοκίες της, η ανοικτή γραμμή μόνιμης επικοινωνίας και ανταλλαγών με αυτήν. Η από κοινού αναδιαμόρφωση των προϋποθέσεων της επιτυχίας.

Η κοινωνία δεν διακρίνεται ανάμεσα σε «συνειδητοποιημένους» πολίτες πρώτης κατηγορίας και «ασυνειδητοποίητους» δεύτερης, με το αξίωμα ότι οι πρώτοι έχουν αποστολή να «καθοδηγούν» τους δεύτερους. Οι πολίτες δεν έχουν καμιά υποχρέωση να είναι μαρξιστές ούτε αριστεροί. Η κοινωνία δεν έχει υποχρέωση να μελετά τον μαρξισμό, αλλά ο μαρξισμός την κοινωνία.

Στην πραγματικότητα, οι απλοί άνθρωποι δημιουργούν ιστορικές καταστάσεις, συχνά απροσδόκητες, που οι «συνειδητοποιημένοι» οφείλουν να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους, αντί να προσπαθούν να τις εντάξουν στην δική τους κατανοητικότητα ή να τις απορρίψουν εκτός αυτής.

Το κίνημα των αγανακτισμένων ξεκίνησε από την Ισπανία στις 15 Μάη του 2011 με καταλήψεις των πλατειών και ακολούθησε πολύ σύντομα στην Ελλάδα.

Παρόμοια φαινόμενα επεκτάθηκαν και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, ακόμη και στις ΗΠΑ, όπως το Occupy Wall Street.

Ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό σκηνικό έχει αρχίσει να διαμορφώνεται με τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης και τα Φόρα των κοινωνικών κινημάτων, από την εποχή του Σηάτλ και του Πόρτο Αλέγκρε.

Κάποιοι πιστεύουν ότι αυτά δεν οδηγούν πουθενά και ότι έχουν πλέον ξεφουσκώσει. Εξ αρχής συνάντησαν κάποια δυσπιστία από πλευράς και των παραδοσιακών κομμάτων της Αριστεράς, στο μέτρο που στις συνελεύσεις των αγανακτισμένων μετείχαν άνθρωποι «παντός είδους» και οπωσδήποτε υπήρχε πολλές φορές κάποιο γενικό «μπάχαλο»: χωρίς οργάνωση, χωρίς στελέχωση και ιεραρχία, χωρίς συγκεκριμένη ιδεολογία και φυσικά χωρίς ολοκληρωμένο πρόγραμμα.

Συνελεύσεις ανοιχτές σε όλους τους ανέμους και εκτός ελέγχου. Πως να μην ανησυχήσουν αυτοί που φιλοδοξούν να ελέγχουν τα πάντα; Ωστόσο, η εμπειρία από το ιστορικό παρελθόν δείχνει ότι σε κάθε φάση ιστορικής επιτάχυνσης παρατηρούνται αυτά ακριβώς τα φαινόμενα.

Οι συνελεύσεις παρόμοιου τύπου αποτέλεσαν πράξεις αυθόρμητης αντίστασης της κοινωνίας στην τρέχουσα ολομέτωπη και χωρίς όρια επίθεση της ολιγαρχίας του μεγάλου χρήματος. Η κοινωνία εναντίον της ολιγαρχίας.


Η άνοδος των κινημάτων συνδέθηκε με την επιταχυνόμενη αναξιοπιστία, αποδόμηση και κατάρρευση των πολιτικών συστημάτων.

Τα δικομματικά συστήματα, που εγκαινιάστηκαν με την Μεταπολίτευση στην Ελλάδα από το 1974 και στην Ισπανία από το 1978, σήμερα έχουν καταπέσει.

Στη θέση τους δεν αναδύονται εναλλακτικές διορθωτικές μορφές, αλλά τα κινήματα αναδεικνύουν νέα κοινωνικά αιτήματα.


Εξ αρχής, τα νέα κινήματα αποφεύγουν τον «οργανωτικισμό», τον «οικονομισμό» και τον «ταξισμό» της παραδοσιακής Αριστεράς, προβάλλουν την έννοια της «λαϊκής ενότητας» προς αντιμετώπιση της νεοφιλελεύθερης εφόδου: «πραγματική δημοκρατία» και «κοινωνική δικαιοσύνη» για όλους τους πολίτες.

Υπερβαίνουν το οικονομικό αδιέξοδο αποδίδοντας έμφαση στην «ταπείνωση» που υφίσταται σήμερα ο πολίτης και στην ανάγκη του για στοιχειώδη «ανθρώπινη αξιοπρέπεια».

Όταν οι καθαρίστριες απολύονται, αυτό δεν συνιστά μόνον «ταξικό» πρόβλημα, αλλά ταυτόχρονα και ευρύτερο πρόβλημα του συνόλου της κοινωνίας.

Αποτέλεσμα της νέας πνοής είναι η άνθιση λαϊκών συνελεύσεων αλληλεγγύης στις συνοικίες της πρωτεύουσας και στις επαρχίες, με πρωτοβουλία και συμμετοχή των απλών πολιτών, ανεξάρτητα από ιδεολογίες και κομματικές προτιμήσεις.


Κάποιοι εφεκτικοί, δύσπιστοι και αμετάπειστοι, οι ίδιοι πάντα, προεξοφλούν ότι αυτού του τύπου τα κινήματα έχουν πλέον εξαντλήσει τα όρια τους, επικαλούμενοι γι’ αυτό την έλλειψη οργάνωσης, ιδεολογίας, προγράμματος.

Ωστόσο, φαίνεται ότι ο κύκλος τους, αντί να κλείνει, ανοίγει και διευρύνεται, αν κρίνουμε από την πρόσφατη και δριμύτερη επανεμφάνιση τους στην Ισπανία με το κίνημα των Podemos.

Όσο ο πολιτικός χώρος σύρεται στα ερείπια και κατοικείται από φαντάσματα του παρελθόντος, είτε οργανώσεις είτε ιδεολογίες, το έδαφος θα είναι γόνιμο για να αναπτύσσονται παρόμοια κινήματα που θα διεκδικούν την «επανίδρυση» της κοινωνίας σε νέες βάσεις.


Παράλληλα, όσο τα κινήματα αυτά επανέρχονται στο προσκήνιο, τόσο περισσότερες ασάφειες θα προσδιορίζονται.

Εκτός από το ζήτημα της «πραγματικής δημοκρατίας», που παραμένει φυσικά καίριο, στην Ισπανία οι Podemos διεκδικούν την συγκρότηση «νέας κοινωνικής συμμαχίας» με στόχο την ενίσχυση των «οινωνικών δικαιωμάτων» των πολιτών και την προάσπιση των δημοσίων υπηρεσιών, των δημοσίων και κοινωνικών αγαθών.

Το μέσο προς επίτευξη των στόχων είναι η κινητοποίηση της κοινωνίας «από τα κάτω», οι «ρήξεις» με το μέχρι σήμερα ισχύον σύστημα και οπωσδήποτε πάντα υπο την σημαία της «κοινωνικής δικαιοσύνης».

Με την επιμονή τους στην αντιπαράθεση ανάμεσα στην «λαϊκή ενότητα» και στην «ολιγαρχία», τα κινήματα δείχνουν ότι εμπνέονται απο τα ριζοσπαστικά κινήματα της Λατινικής Αμερικής, είτε του παρελθόντος, είτε του παρόντος, όπως στην Βενεζουέλα, την Βολιβία, τον Ισημερινό.


Ωστόσο, εξ’ αιτίας αυτού, εκτίθενται στο στίγμα του «λαϊκισμού», τόσο απο την συντηρητική όσο και από την αριστερή πλευρά.

Ο Περονισμός δεν ήταν η παράταξη του «λαϊκισμού» και της «δικαιοσύνης»; Παρόμοια δεν ήταν και αυτή του Ούγκο Τσάβες; Του Έβο Μοράλες; Του Ραφαέλ Κορρέα; Όμως ίσως η οξυμένη κοινωνική πόλωση στην εποχή της νεοφιλελεύθερης επίθεσης να ευθύνεται για την εγκατάσταση στην Ευρώπη κοινωνικού πεδίου λατινο-αμερικάνικου τύπου.

Το γεγονός είναι ότι οι εκκλήσεις για κοινωνική και λαϊκή ενότητα, για αντίσταση ενάντια στην ολιγαρχία, βρίσκουν σήμερα αύξουσα απήχηση στην πράξη, ενώ οι θεωρητικές ενστάσεις και αντιρρήσεις αποβαίνουν όλο και λιγότερο κατανοητές από τις κοινωνικές πλειοψηφίες.

Άλλωστε, είναι επίσης γεγονός πως όποια μορφή κινητοποιήσεων κατορθώνει να αποσπά υποστήριξη από πολλές πλευρές της κοινωνίας τίθεται αμέσως υπό την κατηγορία ότι είναι «πολυσυλλεκτική» και κατά συνέπεια «λαϊκίστικη».

Όμως, είναι επίσης γεγονός ότι οι ρήξεις με το παρελθόν, τα μεγάλα και ιστορικά βήματα κοινωνικής προόδου έχουν πάντοτε πραγματοποιηθεί με ευρύτερες κοινωνικές και δημοκρατικές συμμαχίες και όχι από ένα μόνον τμήμα της.

Και στην Ελλάδα, όσο ο Σύριζα αποκτά ευρύτερη απήχηση, τόσο περισσότερο εκτίθεται και αυτός στην ανησυχία του «λαϊκισμού».

Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε το συμπέρασμα θα είναι όχι μόνον πως η ευρύτερη απήχηση προϋποθέτει τον «λαϊκισμό», αλλά και το αντίστροφο: ότι ο «λαϊκισμός» συνδέεται με την ευρύτερη απήχηση και επιτυχία. Ίσως αληθεύει η ρήση ότι ο αντιλαϊκισμός δεν είναι παρά η ανώτερη μορφή του λαϊκισμού.

Ο πρόσφατα εκλιπών Αργεντίνος μελετητής Ερνέστο Λακλάου, ενώ είχε ξεκινήσει ως απαιτητικός κριτικός του λαϊκισμού στη χώρα του, είχε καταλήξει στη συνέχεια σε αυτό το συμπέρασμα.

Και στην εποχή μας, όσο οι χώρες καταποντίζονται και απειλούνται με αφανισμό, αυτό θα συνεπάγεται ότι μοιραία και αναπόφευκτα θα τις στοιχειώνει το σύγχρονο φάντασμα της «πολυσυλλεκτικής δράσης».

Το πρόβλημα με τις πλατείες και τους αγανακτισμένους δεν είναι πίσω μας, αλλά μπροστά μας. Με την αφύπνιση τους, κλείνει και ο κύκλος της «φωτισμένης», αλλά «λαοφοβικής» Αριστεράς.

Κι αν ισχύει η ρήση του Ζιζέκ ότι σήμερα η Αριστερά αποτελεί την έσχατη ελπίδα της αστικής κοινωνίας, περισσότερη σημασία έχει το ουσιαστικό «κοινωνία», παρά το επίθετο «αστική».

Όταν η αστική τάξη φθάνει σε τέτοιο βαθμό εκφυλισμού, ώστε να υπονομεύει μόνη της τα θεμέλια της κοινωνίας από την οποία αναδεικνύεται η ίδια ως άρχουσα, τότε πράγματι οι αρχόμενες ταξεις αναλαμβάνουν το έργο της διάσωσης της κοινωνίας, της μεταρρύθμισης και προσαρμογής της στα νέα δεδομένα.

Και φυσικά, δεν θα είναι σήμερα η πρώτη φορά στην ιστορία που οι κοινωνίες διασώζονται από τα κάτω, παρά την αυτοκαταστροφική εμμονή και το αδιέξοδο των από τα επάνω. Αυτό είναι το μήνυμα που εκπέμπουν οι πλατείες και οι αγανακτισμένοι σε αναζήτηση πολιτικού αποδέκτη.-»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s