Ο Όρκος του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ

1. Ο επίσημος «Ορκος του Ελασίτη», καθιερωμένος με απόφαση της ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης) – «Κυβέρνησης του Βουνού», το 1944 είναι ο εξής:

«Ορκίζομαι ότι θα αγωνιστώ έως την τελευταία σταγόνα του αίματός μου

για την πλήρη απελευθέρωση, ακεραιότητα και ανεξαρτησία της πατρίδας.

Για την περιφρούρηση των συμφερόντων του ελληνικού λαού και την αποκατάσταση και κατοχύρωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του. Για τον

σκοπό αυτό θα υπακούω στις πράξεις και αποφάσεις της ΠΕΕΑ και θα εκτελώευσυνείδητα και πειθαρχικά τις εντολές και οδηγίες των ανωτέρων μου καιθα αποφεύγω κάθε πράξη που θα με ατιμάζει σαν άτομο και σαν αγωνιστή

του ελληνικού λαού».

  • (Από τα βιβλία: Σπύρου Κωτσάκη «Εισφορά» σελ. 189, και «Στ’ άρματα, Στ’ άρματα» σελ. 157).

***

2. Ο Ορκος της πρώτης αντάρτικης ομάδας στη Ρούμελη που έγραψε ο Αρης Βελουχιώτης και δόθηκε το 1942 στη Γραμμένη Οξιά είναι:

«Εγώ παιδί του ελληνικού λαού, ορκίζομαι να αγωνιστώ πιστά από τις τάξεις του ΕΛΑΣ, χύνοντας και την τελευταία ρανίδα του αίματός μου, σαν γνήσιος πατριώτης για το διώξιμο του εχθρού από τον τόπο μας, για τις ελευθερίες του λαού μας, κι ακόμα να είμαι πιστός και άγρυπνος φρουρός προστασίας στην περιουσία και το βιος του αγρότη. Δέχομαι προκαταβολικά την ποινή του θανάτου αν ατιμάσω την ιδιότητά μου ως πολεμιστής του Εθνους και του λαού και υπόσχομαι να δοξάσω και να τιμήσω το όπλο που κρατώ και να μην το παραδώσω αν δεν ξεσκλαβωθεί η Πατρίδα μου και δε γίνει ο λαός νοικοκύρης στον τόπο του».

  • (Από το βιβλίο του Γιάννη Μαρρέ).

***

3. Το 1943 από την ΚΕ του ΕΛΑΣ καθορίστηκε για τους μαχητές ο παρακάτω όρκος:

«Ορκίζομαι στον ελληνικό λαό και τη συνείδησή μου, ότι θ’ αγωνιστώ έως την τελευταία σταγόνα του αίματός μου για την πλήρη απελευθέρωση της Ελλάδος από τον ξενικό ζυγό.

Οτι θ’ αγωνιστώ για την περιφρούρηση των συμφερόντων του ελληνικού λαού και την αποκατάσταση και κατοχύρωση των ελευθεριών και όλων των κυριαρχικών δικαιωμάτων του.

Για τον σκοπό αυτό θα εκτελώ ευσυνείδητα και πειθαρχικά τις εντολές και οδηγίες των ανωτέρων οργάνων και θ’ αποφεύγω κάθε πράξη που θα με ατιμάζει σαν άτομο και σαν αγωνιστή του εργαζόμενου ελληνικού λαού».

  • Δημοσιεύτηκε στον «Απελευθερωτή», όργανο της ΚΕ του ΕΛΑΣ. Αθήνα 27 Απριλίου 1943. (Κείμενα της Εθνικής Αντίστασης Α Τόμος Σελ. 213).

***

– Οι μαχητές του ΔΣΕ ορκίζονταν στις αρχές του καταστατικού τους.

4. Ο Ορκος του μαχητή του ΔΣΕ

«Εγώ, παιδί του λαού της Ελλάδας και μαχητής του ΔΣΕ, ορκίζομαι να πολεμήσω με το όπλο στο χέρι, να χύσω το αίμα μου και να δώσω και την ίδια μου τη ζωή για να διώξω απ’ τα χώματα της Πατρίδας μου και τον τελευταίο ξένο καταχτητή. Για να εξαφανίσω κάθε ίχνος φασισμού. Για να εξασφαλίσω και να υπερασπίσω την εθνική ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Πατρίδας μου. Για να εξασφαλίσω και να υπερασπίσω τη Δημοκρατία, την τιμή, την εργασία, την περιουσία και πρόοδο του λαού μας.

Ορκίζομαι να ‘μαι καλός, γενναίος και πειθαρχικός στρατιώτης, να εκτελώ όλες τις διαταγές των ανωτέρων μου, να τηρώ όλες τις διατάξεις του κανονισμού και να κρατώ τα μυστικά του ΔΣΕ.

Ορκίζομαι να ‘μαι υπόδειγμα καλής συμπεριφοράς προς τον λαό, φορέας και εμψυχωτής στη λαϊκή ενότητα και συμφιλίωση και να αποφεύγω κάθε πράξη που θα με εκθέτει και θα με ατιμάζει σαν άτομο και μαχητή. Ιδανικό μου έχω τη λεύτερη και ισχυρή Δημοκρατική Ελλάδα και την πρόοδο και ευημερία του λαού. Και στην υπηρεσία του ιδανικού μου θέτω το όπλο μου και τη ζωή μου.

Αν ποτέ φανώ επίορκος και από κακή πρόθεση παραβώ τον όρκο μου, ας πέσει πάνω μου αμείλικτο το τιμωρό χέρι της Πατρίδας και το μίσος και η καταφρόνια του λαού μου».

  • Από το βιβλιάριο του μαχητή και αξιωματικού του ΔΣΕ.

Σημείωση .Αυτά σε αντίθεση με τον όρκο του κυβερνητικού στρατού, που συντάχθηκε στην Οθωνική περίοδο, και ορκίζεται «πίστην και αφοσίωσιν προς τον βασιλιά».

***

5. Ο όρκος του ταγματασφαλίτη

«Ορκίζομαι εις τον Θεόν τον άγιον τούτον όρκον, ότι θα υπακούω απολύτως εις τας διαταγάς του ανωτάτου αρχηγού του γερμανικού στρατού Αδόλφου Χίτλερ.

Θα εκτελώ πιστώς απάσας τας ανατεθησομένας μοι υπηρεσίας και θα υπακούω άνευ όρων εις τας διαταγάς των ανωτέρων μου.

Γνωρίζω καλώς ότι διά μιαν αντίρρησιν εναντίον των υποχρεώσεών μου, τας οποίας διά του παρόντος αναλαμβάνω, θέλω τιμωρηθή παρά των γερμανικών στρατιωτικών νόμων».

  • Από το βιβλίο του Ηλία Παπαστεργιόπουλου «Ο Μωριάς στα όπλα».

Via: rizospastis.gr/

Mύθος και κοινωνική πραγματικότητα

08:40 | 27 Ιουν. 2014
Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου

Οι καταβολές του μύθου θα πρέπει να αναζητηθούν στις προϊστορικές τροφοσυλλεκτικές-κυνηγητικές κοινωνίες και συγκεκριμένα στη σχέση του πρωτόγονου ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον.

Οι απόψεις σχετικά με την έννοια και τη σημασία του μύθου διίστανται. Από τη σκοπιά της ανθρωπολογίας, ο James Frazer (1854-1941) π.χ. αντιμετωπίζει το μύθο ως την προσπάθεια του πρωτόγονου ανθρώπου να κατανοήσει και να ερμηνεύσει το φυσικό του περιβάλλον[2].

Την ίδια περίπου άποψη εκφράζει και ο Bronislaw Malinowski (1884-1942), καθώς θεωρεί και ο ίδιος ότι ο μύθος αποτελεί την επιστήμη των πρωτόγονων κοινωνιών[3]. Στο μύθο, επισημαίνει, συνυπάρχουν ιερουργικά και πρακτικά στοιχεία, τουτέστιν η θρησκεία συναντάται με την κοινωνική πραγματικότητα της καθημερινής ζωής του πρωτόγονου ανθρώπου.

Ο Claud Levi-Strauss (1908-2009), μελετώντας τη σκέψη των λαών που δεν είχαν ανακαλύψει ακόμη τη γραφή, στη γνωστή του μελέτη «Η άγρια σκέψη» τονίζει ότι ο μύθος πρέπει να αναλυθεί γλωσσολογικά, προκειμένου να αποκαλυφθούν τόσο οι συνθήκες εμφάνισής του όσο και η λειτουργία του ως συνδετικού κρίκου μεταξύ φύσης και πολιτισμού.

Για τον ψυχαναλυτή Sigmund Freud (1856-1939) καθώς και για τον  ψυχολόγο Carl Jung(1875-1961), οι μύθοι είναι κατασκευές του ανθρώπινου υποσυνείδητου και ως τέτοιοι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Σύμφωνα με τη σύγχρονη ψυχολογία, ο μύθος  νοηματοδοτεί γεγονότα με κοινωνική σημασία, ανεξάρτητα από τα αν είναι αληθινά ή φανταστικά[4]. Ως εκ τούτου σημασία δεν έχει αν ένας μύθος εμπεριέχει αλήθειες ή όχι, αλλά το αν και σε ποιο βαθμό ένας λογικός άνθρωπος τον εκλαμβάνει ως αληθινό.

Με απλά λόγια: ένας μύθος γίνεται αληθινός για ένα πρόσωπο, εφόσον δεν αμφισβητείται η αλήθεια του γεγονότος στο οποίο ο συγκεκριμένος μύθος αναφέρεται.

Δισεκατομμύρια άνθρωποι πιστεύουν στην αλήθεια της ύπαρξης του Θεού, όχι γιατί υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία που επιβεβαιώνουν την ύπαρξή του, αλλά γιατί έτσι μπορούν πιο εύκολα να αντιμετωπίζουν τις αντιξοότητες της ζωής και πάνω απ’ όλα να συμβιβάζονται με το αναπόφευκτο του θανάτου.

Ο μύθος,  αποτελεί βασικό εργαλείο στη διαδικασία κατάκτησης της γνώσης από τον άνθρωπο και με την έννοια αυτή δεν είναι φαντασία, δηλαδή μια εξωπραγματική αφήγηση που δεν έχει σχέση με την  αλήθεια.

Οι μύθοι, λοιπόν, εκφράζουν τις εμπειρίες των ανθρώπων στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν τον κόσμο που τους περιβάλλει. Τα όρια μεταξύ μύθου και πραγματικότητας είναι ασαφή, καθότι υπάρχουν μύθοι όπου τα πρόσωπα π.χ. είναι ιστορικά, ενώ σε άλλους ανήκουν στο χώρο της φαντασίας.

Συνοπτικά, ο μύθος αποτελεί προσπάθεια ερμηνείας της σχέσης μεταξύ πρωτόγονου ανθρώπου και φυσικών δυνάμεων, συμβολικό τρόπο προσέγγισης και αντιμετώπισης των κινδύνων καθώς και καταγραφή πρώϊμων ιστορικών γεγονότων.

Υπάρχει, μάλιστα, μεγάλη ποικιλία μύθων όπως μύθοι κοσμογονικοί και κοσμολογικοί, θεογονικοί, εσχατολογικοί, σωτηριολογικοί, ιστορικοί, πολιτιστικοί κλπ., γεγονός που επιβεβαιώνει πως όλοι οι λαοί και σε όλες τις εποχές χρειάστηκαν το μύθο, στη μακροχρόνια διαδικασία εξοικείωσή τους με τον κόσμο.

Στην αρχαία Ελλάδα π.χ. ο μύθος  βοήθησε τον άνθρωπο στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει φυσικά φαινόμενα όπως οι πλημμύρες, οι σεισμοί κλπ.. Όπως σωστά  έχει επισημανθεί, οι μύθοι του Ηρακλή παραπέμπουν σε εγγειοβελτιωτικά έργα (Λερναία Ύδρα, Στυμφαλίδες Όρνιθες, Στάβλοι του Αυγεία κλπ.). ‘

Άλλωστε, σύμφωνα με το μύθο, ο Ηρακλής είναι αυτός που απελευθέρωσε τον αλυσοδεμένο στον Καύκασο Προμηθέα, ο οποίος, παραβαίνοντας τις εντολές των θεών, δώρισε τη φωτιά στον άνθρωπο, ανοίγοντάς του έτσι το δρόμο για την κατάκτηση της φύσης, γι’ αυτό και θεωρείται, δικαίως, πατέρας του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού.

Ως φιλολογικό είδος, ο μύθος αποτελεί είδος αφήγησης σχετικά με την προέλευση του ανθρώπου και τη σχέση του με κοσμολογικά και κοσμογονικά φαινόμενα, τα οποία και αποδίδει σε υπερφυσικές δυνάμεις, τις οποίες και θεοποιεί, καθότι στερούμενος γνώσης, αδυνατεί να τα συλλάβει με βάση τη λογική. Από θρησκειολογική άποψη, ο μύθος συνδέεται άμεσα με το θεϊκό στοιχείο, θεωρείται δε τόσο αληθινός όσο και ιερός.

Παρά τις  προσπάθειες αποειδωλοποίησης που καταβάλλουν τα κυρίαρχα θρησκευτικά δόγματα, ο μύθος, ακόμη και στις πιο ακραίες μορφές του, συνυφασμένος με μια ειδική εκδοχή του λόγου, παραμένει συνεκτικός κρίκος της επικρατούσας αντίληψης για τη θεϊκή προέλευση του κόσμου, καθοριστικής σημασίας για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση αλλά και με την κοινωνία.

Στην εποχή μας και ειδικότερα στις αναπτυγμένες κοινωνίες της Δύσης, ο λόγος υπό τη μορφή της γνώσης και των τεχνολογικών της εκφάνσεων, έχει κυριολεκτικά εκτοπίσει κάθε μυθικό στοιχείο με την παραδοσιακή σημασία του όρου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υφίστανται και σήμερα μύθοι αποπροσανατολιστικού και χειραγωγικού χαρακτήρα στην υπηρεσία μιας κοινωνικής πραγματικότητας υποταγμένης πλήρως στη λογική εξυπηρέτησης οικονομικών και εξουσιαστικών συμφερόντων.

Κοιτίδα του μύθου και της μυθολογίας του δυτικού πολιτισμού θεωρείται η Αρχαία Ελλάδα. Ειρήσθω εν παρόδω, η ταύτιση μύθου και μυθολογίας είναι λαθεμένη, καθώς η πρώτη έννοια υποδηλώνει αυτοδύναμη αφήγηση ενώ η δεύτερη διασύνδεση με συνεκτικό τρόπο επιμέρους μύθων με αντικείμενο την πορεία εξέλιξης και τα βιώματα ενός λαού, είτε αυτά αναφέρονται σε φανταστικά είτε σε πραγματικά γεγονότα.

Εκείνο, ωστόσο, που προέχει στην κατανόηση της σημασίας του μύθου σε όλες τις εποχές είναι ο διδακτικός του χαρακτήρας, άποψη την οποία, παρά τις επιμέρους διαφορές, ασπάσθηκε το σύνολο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Η  ελληνική μυθολογία, όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί, αποτελεί «την κρυπρογραφημένη προϊστορία των πρώτων Ελλήνων» (Ηλίας Μαριολάκος).

Το ελληνικό πνεύμα δεν περιορίστηκε απλά και μόνον στην καταγραφή των μυθολογικών στοιχείων. Επεξεργάστηκε με βάση τη λογική τις μυθικές παραστάσεις, πράγμα που σημαίνει πως συνέδεσε το μύθο με το λόγο, πράξη που συνέβαλε τα μέγιστα  στην εξέλιξη του ελληνικού στοχασμού, ενισχύοντας στο έπακρο τη δημιουργική του δύναμη.

Με τον τρόπο αυτό, ο μύθος, σε  συνδυασμό με το λόγο, άνοιξε τις πύλες στην ανθρώπινη γνώση, για να τη φέρει κοντά στη μοναδική αντίληψη για τους θεούς, εξανθρωπίζοντας τις συμπεριφορές τους και εξομαλύνοντας έτσι τους διαύλους επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων και θεών.

Ό,τι συμβαίνει στην ανθρώπινη κοινωνία, το συναντάει κανείς και στις σχέσεις μεταξύ των θεών καθώς και στις σχέσεις μεταξύ θεών και ανθρώπων. Δεν είναι δηλαδή τυχαίο το γεγονός της ύπαρξης μυθικών προσώπων και ηρώων γεννημένων από τη συνεύρεση θεών και ανθρώπινων υπάρξεων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει στην Αρχαία Ελλάδα η αντιπαράθεση μεταξύ ποιητών και σοφιστών από τη μια και φιλοσόφων από την άλλη σε ό,τι αφορά το ρόλο και τη σημασία του μύθου. Ενώ για τους ποιητές και για τους σοφιστές ο μύθος συνδέεται άμεσα με το λόγο και λειτουργεί ως εκ τούτου ως εργαλείο πειθούς, οι φιλόσοφοι  αρνούνται την ύπαρξη αλήθειας στο μύθο καθώς και τη σχέση του με το λόγο.

Η διαμάχη μύθου και λόγου βρήκε την φιλοσοφική της έκφραση στην αλληγορία του Σπηλαίου στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα. Ο άνθρωπος διακατέχεται από παραισθήσεις και αυταπάτες, γι’ αυτό και δεν μπορεί να γνωρίσει την αλήθεια, καθώς εκλαμβάνει τις ψευδαισθήσεις ως πραγματικότητα.

Οι στωϊκοί φιλόσοφοι πάλι εκφράζουν την άποψη πως οι μύθοι δεν έχουν κυριολεκτική σημασία. Αποτελούν αλληγορικές αφηγήσεις, χρήσιμες ωστόσο για την καθημερινότητα των ανθρώπων.

Η επίδραση των μύθων στην εξέλιξη του ανθρώπου υπήρξε  καταλυτική και μάλιστα σε μια εποχή, όταν το μοναδικό κίνητρο για δράση ήταν η ανάγκη, η οποία και διέγειρε τη φαντασία του. Η λατρεία της φύσης π.χ. λειτούργησε ως μεταφορικός ιμάντας  για την ανακάλυψη του Θείου. Μέσα από τη μυθολογία, αυτήν την πρώτη συνένωση αναζήτησης και έρευνας, ο άνθρωπος έγινε κοινωνός του σύμπαντος.

Ας έρθουμε όμως στην εποχή μας. Η έννοια του μύθου έχει απολέσει τον ηθοπλαστικό της χαρακτήρα, υποδηλώνοντας κάτι που μπορεί να είναι αλήθεια, συνήθως  όμως αποδεικνύεται ότι το συγκεκριμένο γεγονός δεν έχει καμιά σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα ή αν έχει υποκρύπτει δόλο και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια ή ότι ανταποκρίνεται μόνον κατά τι στην αλήθεια.

Στις μέρες μας κυκλοφορούν αμέτρητοι μύθοι, οι οποίοι και λειτουργούν ως μορφές «συμβολικής βίας» (Pierre Bourdieu), με σκοπό την παραπλάνηση  και χειραγώγηση των ανθρώπων και στόχο την διαστρέβλωση της αλήθειας και την απόκρυψη της πραγματικότητας στην υπηρεσία ιδίων συμφερόντων.

«Μύθος και πραγματικότητα» είναι ο συνήθης τίτλος μελετών, άρθρων και ομιλιών υποδηλώνοντας πως οι οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, πολιτιστικές κλπ. καταστάσεις που βιώνουμε δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και ως εκ τούτου εγκυμονούν κινδύνους για τους ανθρώπους.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως εμείς οι καθημερινοί άνθρωποι έχουμε απαλλαγεί από τις ψευδαισθήσεις, αρνούμενοι να δεχτούμε το ψέμα και την συνειδητή παραπλάνηση, στάση ζωής που επιτρέπει στους έχοντες και κατέχοντες να αδιαφορούν με προκλητικό τρόπο για τους «ταπεινούς και καταφρονεμένους» (Fanon) αυτού του κόσμου που δεν έχουν «μοίρα στον ήλιο» αλλά ούτε και την τύχη να παρηγορηθούν, εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στη λειτουργία του μύθου που στάθηκε συμπαραστάτης στον αγώνα του ανθρώπου για την κατάκτηση της γνώσης και γιατί όχι της ευτυχίας!

Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου

(Mύθος και κοινωνική πραγματικότητα[1])

***

[1] Εισήγηση στο 6ο Φεστιβάλ Αφήγησης Ολύμπου  στην Καλλιπεύκη Λάρισας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίαςμε θέμα «Μύθος και πραγματικότητα».

[2] James Frazer, The golden Bough, 1890

[3] Bronislaw Malinowski, Myth in primitive psychology, Norton, London 1926

[4] M. Edelman, Political language : Words that succeed and political that fail, Academic Press, New York 1977.

 

Via: http://tvxs.gr/news/politismos/mythos-kai-koinoniki-pragmatikotita-toy-zisi-d-papadimitrioy

Μίκης Θεοδωράκης: Την επανάσταση δεν την διαπραγματεύεσαι. Την κάνεις!

«Την επανάσταση δεν την διαπραγματεύεσαι. Την κάνεις! Το ίδιο και την Αντίσταση. Από τη στιγμή που η Αντίσταση κατά του Μνημονίου έγινε αντικείμενο διαπραγμάτευσης, δεν είναι πια Αντίσταση αλλά παγίδευση στην λογική του Μνημονίου συμπαρασύροντας και εκμηδενίζοντας το Μέτωπο των χθεσινών αντιμνημονιακών δυνάμεων. Έτσι οι δυνάμεις αυτές από μοχλός πίεσης μετατρέπονται σε ποσοστό εκλογικής επιρροής των παρατάξεων που στηρίχθηκαν στην αντιμνημονιακή φόρτιση ορισμένων τμημάτων του λαού (ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξάρτητοι Έλληνες), για να τα εκφυλίσουν σε εκλογικούς οπαδούς-υποστηρικτές βουλευτικών εδρών παγιδευμένων στο υπάρχον Σύστημα Εξουσίας που τις χρησιμοποιεί σαν βιτρίνα δημοκρατίας και άλλοθι στην αδιατάρακτη κατά τα άλλα και συνεχώς αυξανόμενη καταστρεπτική της πολιτική.

Πράγματι περιμένουμε να ακούσουμε σε ποια περίπτωση τα δύο «αντιμνημονιακά» κόμματα εμπόδισαν την τρικομματική κυβέρνηση-εντολοδόχο της Τρόικα να αλλοιώσει την πολιτική της και σε ποια περίπτωση κατάφεραν να αντιστρέψουν το κλίμα έστω και για ένα φιλολαϊκό μέτρο, ακόμα και το πιο ανώδυνο. Αλλά και στην περίπτωση που αποφασίσουν να υψώσουν τον τόνο μέσα στη Βουλή στοχεύοντας σε λύσεις φιλολαϊκές, με ποιο τρόπο θα τις επιβάλουν, εφ’ όσον μέσα στη Βουλή τα κουκιά είναι μετρημένα, ενώ απ’ έξω από τη Βουλή καταφέρανε το αλλοτινό ζωντανό μαζικό κίνημα διαμαρτυρίας και αντίστασης να το μεταβάλουν σε έρημο τοπίο…

Δεν κατάλαβαν ακόμα οι ηγέτες της Αριστεράς ότι χωρίς την στήριξή τους πάνω σε ένα ζωντανό μαχητικό λαϊκό κίνημα καταλήγουν να γίνουν άλλοθι δημοκρατικότητας, ιδιαίτερα στη σημερινή Βουλή, που βαρύνεται με σωρεία αντισυνταγματικών πράξεων και που ο μοναδικός της ρόλος είναι να κάνει Νόμους τις εντολές της Τρόικα και να τις ψηφίζει;

Τώρα ορισμένοι άρχισαν να συνέρχονται από τη μέθη της βουλευτικής εξουσίας και να διαπιστώνουν τη γύμνια τους μετά από την καταδίκη σε θάνατο του μαζικού αντιστασιακού κινήματος, δηλαδή του μοναδικού όπλου-στηρίγματος απέναντι στο φρούριο της συστημικής εξουσίας.

Οι περισσότεροι πάντως φαίνεται ότι εξακολουθούν να ονειρεύονται το φάντασμα της Κυβέρνησης της Αριστεράς αλλάζοντας ανενδοίαστα την λογική θέση ότι μια πραγματική Αριστερά δεν είναι δυνατόν να συνυπάρξει με μνημόνια.

Για όσες όμως δυνάμεις αντιδρούν σ’ αυτόν τον ανιστόρητο συμβιβασμό, που όχι μόνο θα γελοιοποιήσει τους ίδιους αλλά και θα έχει ολέθριες επιπτώσεις για ό,τι έχει απομείνει ακόμα από την ελληνική αριστερά, ο καιρός δουλεύει εναντίον τους. Εάν δεν αντιδράσουν γρήγορα και αποτελεσματικά, σε ένα χρόνο το πολύ ο ΣΥΡΙΖΑ θα αποτελεί ένα ακόμα κακό όνειρο για όσους πιστέψουν ότι ο αγώνας για την εκπόρθηση της κυβερνητικής εξουσίας στην Ελλάδα της Τρόικα και του Μνημονίου είναι ένας απλός εκλογικός περίπατος.

Η Σπίθα που αποφάσισε να σταθεί έξω και ενάντια στο Σύστημα, ξεκινά μια νέα πορεία απαλλαγμένη από οργανωτικές δομές έχοντας ως βάση την δοκιμασμένη ιδεολογία της με την ξεκάθαρη στρατηγική της. Αυτή τη στιγμή το κύριο πρόβλημά μας είναι η νέα τακτική που μας επιβάλλεται από τις μεγάλες και βαθειές αλλαγές στην τακτική του αντιπάλου μας, οι οποίες εν τούτοις έχουν ένα θετικό στοιχείο: δηλαδή το γεγονός ότι οι σκοποί τους φαίνονται όλο και πιο καθαρά, ειδικά ύστερα από την επίθεση στην Κύπρο. Εάν παραβάλουμε τις Τράπεζες με βομβαρδιστικά και το πιστωτικό χρήμα με βόμβες, έχουμε μια καθαρή επανάληψη της ολοκληρωτικής καταστροφής του Βελιγραδίου στα 1941 από την αεροπορία του Γ΄ Ράιχ, γιατί οι  Σόιμπλε εκείνης της εποχής θύμωσαν με τους Γιουγκοσλάβους και θέλησαν έτσι να τους τιμωρήσουν.

Αυτή η εξομοίωση των Τραπεζών, των Μνημονίων, των δόσεων και των τόκων, των ομαδικών απολύσεων και των κουρεμάτων με τα βομβαρδιστικά, τα τανκς, τις σφαίρες και τον τρόμο του Γ΄ Ράιχ πρέπει να γίνεται, έτσι ώστε ο σημερινός αόρατος πόλεμος (γιατί για πόλεμο πρόκειται και στρατιές κατοχής) να γίνεται όλο και πιο ορατός από τον λαό μας. Γιατί πιστεύω σε μεγάλο βαθμό ότι το σημερινό του μούδιασμα οφείλεται στο ότι δεν βλέπει τον ουσιαστικό χαρακτήρα μιας καθαρά πολεμικής επιχείρησης, της οποίας είναι το θύμα.

Σήμερα όλο και πιο πολλοί συνειδητοποιούν ότι ο κίνδυνος από την εισβολή των Τραπεζών είναι μεγαλύτερος από κείνον του Χίτλερ του Γ΄ Ράιχ. Τότε η διαίρεση λαών, κοινωνιών και ανθρώπων έγινε με βάση φυλετική. Τελικός στόχος υπήρξε η επικράτηση της άρειας φυλής και η μετατροπή όλων των άλλων σε ανθρώπινα υποζύγια. Ο στόχος αυτός παραμένει και σήμερα με βασικό κριτήριο τον πλούτο. Έτσι η διαίρεση θα γίνει ανάμεσα σε πλούσια κράτη-έθνη και λαούς, τους οποίους η πολιτική του «Σοκ και Δέος» θα έχει μετατρέψει σε κοινωνίες υποδεέστερες, κοινωνίες παροχής υπηρεσιών και εξυπηρετήσεων. Η χώρα μας λ.χ. μπορεί να προορίζεται να γίνει η Φλώριδα της Ευρώπης, οπότε οι κάτοικοί της είναι καταδικασμένοι να μην ξεπεράσουν από την άποψη ικανοτήτων εκείνες που χρειάζεται ένας άνθρωπος  αναγκαίος και ωφέλιμος στην υπηρεσία της βιομηχανίας του τουρισμού. Όπως γκαρσόνια, μάγειροι, σωφέρ, αχθοφόροι, υπάλληλοι ξενοδοχείων, ναυτικοί και διασκεδαστές. Αναφέρομαι σε μια αισιόδοξη πιθανότητα, δεδομένου ότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ποια σχέδια έχουν για τη μοίρα μας οι νέοι Άρχοντες.

Φαίνεται ότι οι λαοί-θύματα αυτής της επίθεσης έχουν αιφνιδιαστεί, δεδομένου ότι η παραπάνω προοπτική εξακολουθεί για τους πιο πολλούς να είναι ένα αποκύημα επιστημονικής φαντασίας. Και γι’ αυτό δεν έχει εκδηλωθεί ακόμα κάποια οργανωμένη αντίδραση. Γι’ αυτό ίσως να είμαστε οι πρώτοι που θα πρέπει να προτείνουμε τρόπους αντίστασης σ’ αυτή την εφιαλτική προοπτική, μιας και έχουμε αρχίσει να τη ζούμε στην καθημερινότητά μας. Όπως έχουμε ζήσει και τις αντιδράσεις του λαού μας, που αφού σε μια εποχή κορυφώθηκαν, ξαφνικά ξεφούσκωσαν, λες και το σύνολο του λαού μας δέχθηκε ένα τεράστιο ηλεκτροσόκ που τον παρέλυσε.

Θα ξεκινήσουμε μεθοδικά από την αρχή, όπως κάναμε από τον Δεκέμβρη του 2010. Όμως δεν θέλουμε να ξαναδημιουργηθούν αγανακτισμένα ρυάκια που τα πίνει το αποξηραμένο χώμα της ιδεολογικής φτώχειας και του πολιτικού αποπροσανατολισμού. Θέλουμε μικρούς χειμάρρους, ενημερωμένους και αποφασισμένους, που να γνωρίζουν προς τα πού βρίσκεται η κοίτη του μεγάλου ποταμού, για να σμίξουν τα νερά τους. Αντίσταση, Ανεξαρτησία, Εθνική και Λαϊκή Κυριαρχία. Έτσι ονομάζεται το Μεγάλο Ποτάμι που χύνεται στη θάλασσα της Ελευθερίας.

Και πάνω απ’ όλα ο Ελληνικός Λαός και η Ελλάδα των Αγώνων και του Πολιτισμού».

Η ομάδα αίματος των καθαρόαιμων Ελλήνων. Του Βασίλη Ραφαηλίδη

rafailides

Ο διανοητής Βασίλης Ραφαηλίδης άφησε πίσω του μια σημαντική  πνευματική παρακαταθήκη. Αιρετικός, βαθιά δημοκράτης, με πληθωρικό και ανατρεπτικό λόγο.  Στο παρακάτω άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Έθνος» το μακρινό 1987, αναλύει τις έννοιες του  έθνους, του κράτους και του ρατσισμού στην Ελλάδα.

___________________

Το κράτος σε καμιά περίπτωση δεν είναι συνώνυμο του έθνους…

ΟΛΕΣ οι συγχύσεις στην Ελλάδα ξεκινούν από την αδυναμία μας να ξεχωρίσουμε τις έννοιες «έθνος» και «κράτος», που σε καμία περίπτωση δεν είναι συνώνυμα. Η λέξη έθνος είναι σανσκριτικής καταγωγής και, στην κυριολεξία, σημαίνει «ομαιμοσύνη», δηλαδή ομοιότητα του αίματος των ανθρώπων που ανήκουν στην ίδια φυλετική ομάδα.

Είναι φανερό, όμως, πως για να διατηρήσει» την «καθαρότητα» του αίματός της μια φυλή, και συνεπώς να λειτουργήσει σαν μια ευρεία οικογένεια, όπου όλα τα μέλη της θα είναι στενοί ή μακρινοί συγγενείς, πρέπει αυτή η φυλή να είναι καταρχήν ενδογαμική, δηλαδή τα μέλη της να παντρεύονται μεταξύ τους και οι επιμειξίες με αλλόφυλους να απαγορεύονται αυστηρά. Αλλά κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μόνο σε πολύ κλειστές και πολύ πρωτόγονες κοινωνίες.

Σήμερα, πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν «καθαρές» εθνότητες, διότι δεν υπάρχουν κλειστές κοινωνίες. ΕΙΝΑΙ αυτονόητο, πως κανείς νομοθέτης εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια δε θα μπορούσε να διαφυλάξει την «καθαρότητα» του αίματος μιας φυλής. Άλλωστε, οι άνθρωποι δεν είναι άλογα ράτσας, ταγμένα στις ιπποδρομίες, ώστε να φροντίζουμε για την καθαρότητα του αίματός τους.

Και ωστόσο, δεν έλειψαν ποτέ οι μικρόνοες που αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο σαν ζώο, περιορισμένο σ’ ένα οιονεί αναπαρα­γωγικό ιπποφορβείο. Και ο ρατσισμός είναι αυτό ακριβώς: Μια μεταφυσική και αυτόχρημα παρανοϊκή πίστη στην «καθαρότητα του αίματος της φυλής» -μια καθαρότητα που εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια ανήκει στην περιοχή του μύθου.

Αυτή η ολοφάνερα ανόητη πίστη, η τόσο διαδεδομένη ωστόσο, μας κάνει να νομίζουμε πως ο «χόμο σάπιενς» έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα, προκειμένου να γίνει όντως σοφός. Και εν πάση περιπτώσει, απ’ τον «χόμο. σάπιενς» πρέπει να αποκλειστούν εξαρχής οι ρατσιστές, που εδώ σε μας πήραν το ψευδώνυμο «εθνικόφρονες».

Που σημαίνει «άνθρωποι που φρονούν – σκέφτονται – εθνικά». Αλλά για να σκέφτεσαι εθνικά πρέπει να σκέφτεσαι… αιματολογικά. Δηλαδή, πρέπει να πιστεύεις πως το αίμα σου έχει μια ειδική ποιότητα, οπωσδήποτε καλύτερη απ” την ποιότητα οποιουδήποτε άλλου που ανήκει σε άλλη… ομάδα (εθνικού) αίματος.

Ο ρατσισμός, λοιπόν, είναι φασισμός. Και ο φασισμός είναι πρωτογονισμός, ακριβώς γιατί είναι ρατσισμός. Για ράτσες μιλούν σήμερα μόνο οι ζωολόγοι, οι κτηνίατροι και οι κρετίνοι. Κάθε «εθνικόφρων» λοιπόν κρύβει μέσα του ένα φασίστα.

Φυσικά, δεν είναι καθόλου τυχαίο που τα φασιστικά καθεστώτα στηρίχτηκαν στους «εθνικόφρονες». Ούτε είναι τυχαίο ακόμα, που η εθνικοφροσύνη έχει την τάση να πυκνώνει όσο προχωρούμε προς τα δεξιά του πολιτικού φάσματος. Από δω και η λογικότατη άποψη, πως η κουταμάρα πολώνεται προς τα δεξιά – χωρίς, δυστυχώς, να είναι αποκλειστικό της προνόμιο.

Διότι υπάρχει και μια… αριστερή κουταμάρα. Αλλά τουλάχιστον αυτή δεν έχει την… αιματολο­γική καθαρότητα της δεξιάς κουταμάρας, που είναι πολύ πιο εκνευριστική και, φυσικά, πολύ πιο επικίνδυνη.

Ανάμεσα σε δύο ηλίθιους θα διάλεγα τον αριστερό ηλίθιο απ΄τον οποίο κινδυνεύω λιγότερο, παρότι η ηλιθιότητα καθαυτή είναι έτσι κι αλλιώς επικίνδυνη. Και για να μη δημιουργηθούν παρανοήσεις, πρέπει να τονίσουμε πως η ηλιθιότητα είναι ιδιότητα υπαρξιακή και υπερκομματική. Κι αλίμονο στον έξυπνο αριστερό που θα συγκρουστεί με βλάκα αριστερό. Είναι από χέρι χαμένος, γιατί η βλακεία έχει τη δύναμη να μετακινεί όρη, όπως ακριβώς και η πίστη.

ΤΟ ΕΘΝΟΣ, λοιπόν, είναι ένας αρχαϊσμός και ένας αταβισμός. Επιβιώνει ως έννοια για να δημιουργεί στα απλοϊκά μυαλά την ψευδαίσθηση της συνοχής και της συνέχειας μιας μικρής ή μεγάλης ομάδας ανθρώπων, που συνεχίζουν να πιστεύουν, γιατί έτσι θέλουν, πως ανήκουν σε μια πολύ μεγάλη οικογένεια με κοινό γε­νάρχη.

Κάποτε, ωστόσο, η έννοια της εθνότητας έπαιζε έναν πολύ σοβαρό ρόλο. Πράγματι, η οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας άρχισε με τη συσσωμάτωση των ατόμων σε ομάδες ευρύτερες της μικρής, τυπικής οικογένειας, οι οποίες αποτελούν μια ευρεία, αιματοσυγγενική οικογένεια. Τούτες οι ομάδες ανέπτυξαν έναν κοινό πολιτισμό στη βάση μιας κοινής γλώσσας.

Με τους αιώνες, η αιματοσυγγένεια, με τις συνεχείς επιμειξίες, έπαιζε ολοένα και μικρότερο ρόλο, ενώ αντίθετα τα πολιτιστικά δεδομένα, που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στο στάδιο της αιματοσυγγένειας, διατηρήθηκαν και αναπτύχθηκαν, για να αποτελέσουν στη συνέχεια, αυτά και μόνο, τα ειδικά χαρακτηριστικά μιας εθνότητας.

Μ’ άλλα λόγια, η έννοια της εθνότητας υπάρχει και σήμερα, αλλά είναι καθαρά και αποκλειστικά πολιτιστική. Συνεπώς, μέλη μιας συγκεκριμένης εθνότητας είναι άνθρωποι που έχουν ένα συγκεκριμένο κοινό πολιτισμό, που διαφέρει απ’ τον πολιτισμό μιας άλλης εθνότητας. Όμως, με την όσμωση ανάμεσα στους λαούς που επέφερε η βελτίωση και στις μέρες μας η καλπαστική ανάπτυξη των επικοινωνιών και των συγκοινωνιών, οι πολιτιστικές ιδιαιτερότητες άρχισαν να ατονούν και να τείνουν προς μια ισοπέδωση, που κανένα διοικητικό μέτρο δε θα ήταν δυνατό να την ανακόψει.

Για να περιοριστούμε στον κινηματογράφο και μόνο, σήμερα γνωρίζουμε τόσο καλά τα αμερικανικά ήθη εξαιτίας της πληθώρας των αμερικάνικων ταινιών που έχουμε δει, όσο δε γνωρίζουμε τα εγχώρια ήθη. Ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός είναι μια πραγματικότητα. Αλλά προσωπικά δε βρίσκω τίποτα το μεμπτό σ’ αυτή τη μορφή ιμπεριαλισμού, που ωστόσο ακολουθεί, όπως η ουρά το κεφάλι, τον κυρίως ειπείν ιμπεριαλισμό (τον οικονομικό).

Εφόσον, δηλαδή, η Αμερική κυριαρχεί οικονομικά στο Δυτικό κόσμο, είναι φυσικό να κυριαρχεί και πολιτιστικά. Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αναχαιτιστεί η πολιτιστική της κυριαρχία, αν προηγουμένως δεν αναχαιτιστεί η οικονομική. Τον πολιτισμό τον δημιουργούν πάντα οι οικονομικά ισχυρότεροι. Κι αυτό που λέγεται «λαϊκός πολιτισμός» αναφέρεται μόνο και αποκλειστικά σε κλειστές κοινωνικές ομάδες, κυρίως αγροτικές

Αλλά τούτη η κλειστότητα, το ξέρουμε καλά, είναι εντελώς αδύνατη σήμερα. Και μόνο η τηλεόραση είναι επαρκής παράγων για να εισβάλει ο ένας πολιτισμός μέσα στον άλλο και να δημιουργηθεί ένα αξεδιάλυτο πολιτιστικό μπέρδεμα, που στη μεταβατική περίοδο που περνάμε σήμερα μπορεί να μας ενοχλεί, αλλά τους ανθρώπους του 21ου αιώνα είναι βέβαιο πως δε θα τους ενοχλεί καθόλου.

Οι πολιτισμοί, άλλωστε, δεν είναι για να φυλακίζονται στα μουσεία, αλλά για να κυκλοφορούν, να ενοποιούνται και να δημιουργούν τη χωρίς σύνορα πανανθρώπινη κοινωνία. Το τι είδους κοινωνικό καθεστώς θα έχει αυτή η υπερεθνική κοινωνία του άμεσου μέλλοντος είναι ένα άλλο ζήτημα, που ξεπερνάει τα όρια αρμοδιότητας της επιστήμης της Εθνολογίας και μετατίθεται στην περιοχή της αρμοδιότητας των επιστημών της Κοινωνιολογίας και της Πολιτικής Οικονομίας.

ΛΟΙΠΟΝ, κάτω από συνθήκες αυξανόμενης πολιτιστικής όσμωσης, το να μιλάει κανείς για «εθνική καθα­ρότητα» ακόμα και με την ελαστική πολιτιστική έννοια είναι τόσο αστείο, όσο περίπου και το να μιλάει για «εθνική καθαρότητα» με την πανάρχαια αιματολογική έννοια. Διότι, δε σμίγουν μόνο τα αίματα, αλλά και τα ήθη, και τα έθιμα, και οι νόμοι, και οι θεσμοί και οι ιδέες.

Σήμερα, το πεδίο δράσεως, τόσο της οικονομίας όσο και των ιδεών είναι η υδρόγειος σφαίρα. Μια μέρα, τα εθνικά σύνορα θα καταρρεύσουν οπωσδήποτε, και μάλιστα χωρίς να το επιδιώξει κανείς συνειδητά. Η ανθρώπινη κοινωνία, από τότε που εμφανίστηκε, βαδίζει συνεχώς και αδιάλειπτα προς την ενοποίηση. Που δε θα ολοκληρωθεί, αν όλοι οι άνθρωποι ολόκληρης της Γης δεν αισθανθούν πως ανήκουν στην ίδια εθνότητα, δηλαδή την κοινότητα όλων των ανθρώπων, ολόκληρης της Γης.

Πρόκειται για ένα ιδανικό κοινό και στο χριστιανισμό και στο μαρξισμό και στον καπιταλισμό. Μόνο που ο καθένας τους αντιλαμβάνεται τούτη την ενότητα στη βάση μιας διαφορετικής ιδεολογίας και κοσμοθεωρίας. Και, βέβαια, αυτή η ενότητα δε θα είναι ούτε πλήρης ούτε σταθερή αν δε συντελεστεί στη βάση της οικονομικής ενότητας, που είναι η αναγκαία προϋπόθεση για κάθε άλλης μορφής ενότητα.

Ακόμα και στην πατρική οικογένεια δεν είναι δυνατό να υπάρξει ενότητα αν τη συνοχή της τη διαβρώνουν παράγοντες οικονομικής τάξεως. Ο μαρξισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια εμφατική επισήμανση της πρωταρχικότητας του οικονομικού παράγοντα στα πάντα. Και είναι κωμικό να τον αμφισβητούν άνθρωποι που ολόκληρη τη ζωή τους τη δομούν γύρω από ένα χρηματοκιβώτιο, και και μια φορά γύρω από μια και μοναδική λίρα ή από έναν κηπάκο ευτελούς αξίας.

Αν το έθνος είναι μια έννοια που ανήκει πλέον στην αρχαιολογία της σκέψης, πράγμα που δημιουργεί την ανάγκη της επικάλυψης της απ’ την πάντα δρώσα επικαιρότητα του συναισθήματος (μόνο το συναίσθημα θα δικαιολογούσε την προσκόλλησή μας στην έννοια της εθνότητας, που κατάντησε έννοια περίπου… ερωτική), η έννοια του κράτους, αντίθετα, είναι πάντα επίκαιρη και πάντα δρώσα.

Το κράτος σε καμιά περίπτωση δεν είναι συνώνυμο του έθνους. Όπως ήδη αντιληφθήκαμε, το έθνος είναι έννοια εξαιρετικά πλατιά – τόσο πλατιά που να ξεχειλώνει από παντού και κανείς να μην μπορεί να τη συμμαζέψει. Άλλωστε, κανείς μελετητής δεν κατάφερε να δώσει έναν σαφή ορισμό της έννοιας «έθνος».

Πώς θα ήταν δυνατό να οριστούν με σαφήνεια τα συναισθήματα; Η έκφραση, για παράδειγμα, «αγαπώ την Ελλάδα» (νοούμενη ως έθνος) δεν έχει μεγαλύτερη αξία από την έκφραση «αγαπώ τη Μαρία». Και οι δύο εκφράσεις είναι το ίδιο δυσπερίγραπτες λο­γικά, γιατί είναι το ίδιο συναισθηματικές.

Και επειδή κάτι πρέπει ν’ αγαπάει κανείς σε τούτο τον κόσμο, όταν δεν είναι σε θέση να αγαπήσει τις γυναίκες (και οι γυναίκες τους άντρες) καταλήγει τελικά ν’ αγαπήσει μέχρι παραφροσύνης… τη σημαία, το στέμμα και άλλα τέτοια φετίχ, αποδεικνυόμενος γνήσιος ειδωλολάτρης. Παρά ταύτα, έχει την αξίωση να τον αντιμετωπίζουμε ως πολιτισμένο άνθρωπο. Ε, όχι. Πάει πολύ. Είναι τόσο βάρβαρος, όσο και ο Αφρικανός αν­θρωποφάγος.

Γιατί, αν δεν ήταν ανθρωποφάγος δε θα επιθυμούσε να «φάει τον εχθρό», ή να τον «πετάξει στη θάλασσα» (δηλαδή να τον πνίξει σαν γατί) ή να του «πιει το αίμα» σαν βρικόλακας. Ας το καταλάβουμε καλά: Ο εθνικισμός είναι πρωτογονισμός και βαρβαρότητα, κυρίως όταν ο «εθνικόφρων» είναι τόσο βλαξ, που να μην μπορεί να καταλάβει πως πίσω απ’ αυτό τον πρωτόγονο συναισθηματισμό κρύβονται τα πεζά σχέδια τον οικονομικά ισχυρών.

Η ομηρική λέξη κράτος, λοιπόν, σημαίνει στην κυριολεξία ισχύς, δύναμη, εξουσία, βία, κυριαρχία. (Η λέξη παράγεται απ» το ρήμα κρατώ που σημαίνει είμαι ισχυρός, είμαι δυνατός, είναι κυρίαρχος.) Αν το έθνος είναι έννοια συναισθηματική, που έγινε τέτοια από εκπεσμό του αρχικού φυλετικού και στη συνέχεια του πολιτιστικού της περιεχομένου, το κράτος είναι έννοια λογική μέχρι παραλογισμού.

Τίποτε δεν είναι πιο υπαρκτό, πιο βασανιστικό και πιο καταπιεστικό απ’ το σύγχρονο κράτος, σ’ όλες του τις μορφές. Σε τελική ανάλυση, κράτος είναι οι νόμοι του κράτους, οι χωροφύλακες του κράτους, οι δεσμοφύλακες του κράτους. Και οι… παπάδες του κράτους, στην περίπτωση που οι παπάδες πλην της πνευματικής θέλουν να ασκούν και κοσμική εξουσία, καλή ώρα σαν τους δικούς μας δεσποτάδες, που ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται απ’ τό πνεύμα και ολοένα και περισσότερο πλησιάζουν το… οινόπνευμα. (Το καλό κρασί θέλει και καλό φαΐ, λέει ο λαός.)

Παρόλο που το κράτος στηρίζεται συναισθηματικά στο έθνος, στις περιπτώσεις εκείνες που, όπως εδώ, δεν μπορεί να στηριχτεί σ’ αυτό ούτε φυλετικά ούτε πολιτιστικά, αδιαφορεί πλήρως για το έθνος. Και μη μου πείτε πως οι υδροκέφαλοι «κρατικοί λειτουργοί» εδώ στην Ελλάδα των Ελλήνων κομπιναδόρων πιστεύουν έστω και μια λέξη απ’ αυτά, που λένε στους εκφωνούμενους κατά τις εθνικές επετείους λόγους.

Πρόκειται, απλώς, για λόγια παχιά που απευθύνονται σε εγκέφαλους αδύνατους. Και καμιά φορά, πρόκειται για λόγια παχιά που κυοφορούνται σε εγκέφαλους αδύνατους και απευθύνονται σε εγκέφαλους το ίδιο αδύνατους. (Είναι η περίπτωση των «εθνικών» άλογων λόγων του Γ. Παπαδόπουλου και των περί αυτόν κρετίνων.).

ΚΑΠΟΥ, λοιπόν, τα πράγματα έχουν μπλέξει επικίνδυνα. Τόσο που εδώ στην Ελλάδα να μην ξέρουμε πια που σταματάει το κράτος και που αρχίζει το έθνος – και αντίστροφα. Έτσι, τα κρατικά τα βαφτίζουμε εθνικά, ενώ τα εθνικά δεν είναι παρά κρατικά. Κουλουβά­χατα, κατά το δη λεγόμενο. Μ’ άλλα λόγια, ακόμα δεν καταλάβαμε πως Έλληνας, έτσι πεζά, είναι ο καθένας που έχει την ελληνική υπηκοότητα, που υπακούει, δηλαδή, στους νόμους του ελληνικού κράτους, άσχετα απ’ τη φυλετική του προέλευση.

Εντούτοις θέλουμε τους Έλληνες να υπακού­ουν και στους «νόμους του αίματος», ως γνήσιοι Αφρικανοί. Και παρά ταύτα δε μας πετούν με τις κλωτσιές απ’ την ΕΟΚ, κι απ’ όπου αλλού υπάρχουν πολιτισμένοι άνθρωποι.

Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο επίμοχθο και σχολαστικά τεκμηριωμένο έργο του «Επί της δομής του Νεοελληνικού Κράτους» (έκδοση του συγγραφέα) λέει: «Η συνεπής επιδίωξη της θρησκευτικής κλειστότητας στην τουρκοκρατία, ενώ διατήρησε την εθνική συνείδηση μεγάλων τμημάτων του ανά την Μικρά Ασία ελληνισμού, επί των Βαλκανίων επέφερε ένα αξεδιάλυτο συνειδησιακό μείγμα μεταξύ Ελλήνων, Σλάβων, Βλάχων, Αλβανών», κλπ.

Και συνεχίζει: «Η κατάσταση του νεοελληνικού εθνισμού των πρώτων επαναστατικών χρόνων ήταν η συνειδησιακή πολλαπλότητα διαφόρων τμημάτων του ελληνισμού και συνεπώς η μη ύπαρξη συγκεκριμένης ιδεολογίας». Και διερωτάται ευλόγως: «Ποια εξωτερική πολιτική μπορεί να έχει μια χώρα μειονοτήτων;». Και διευκρινίζει αλλού: «Οι πολιτικοί δε δημιουργούν Ιστορία. Απλώς την υπηρετούν».

Εδώ όμως, ούτε ο λαός δημιουργεί ενσυνείδητα Ιστορία. Διότι υπηρετεί τους πολιτικούς και όχι τον εαυτό του. Και η νεοελληνική Ιστορία δεν υπακούει σε καμιά πρόθεση. Απλώς, αναφύεται τυχαία και αναγκαία, όπως το χορταράκι στους αγρούς. Η νεοελληνική Ιστορία είναι… αγροτική ιστορία στην πιο απόλυτη κυριολεξία.

Via: http://theinsider.gr/

Δεν υπάρχει άλλη ελπίδα σωτηρίας για την ανθρωπότητα…

09:35 | 22 Ιουν. 2014
Φώτης Τερζάκης

[…] Άλλη δικαιοσύνη σήμερα δεν υπάρχει στην οποία μπορούν οι λαοί να προσφύγουν:  σε τέτοιες στιγμές το επαναστατικό δίκαιο έχει τον λόγο. Το δυστύχημα είναι όμως ότι οι άνθρωποι δεν στρέφουν τη βία τους στην πηγή της βίας που δέχονται! […] Θα πρέπει να ξεπεραστούν παλιές σεκταριστικές αντιπαραθέσεις και να γίνει απερίφραστος ο κοινός στόχος: η ανάσχεση του παγκόσμιου καπιταλισμού. Δεν υπάρχει άλλη ελπίδα σωτηρίας για την ανθρωπότητα (και τη φύση) […] Ο συγγραφέας, δοκιμιογράφος και συντονιστής της Εταιρείας Διαπολιτισμικών Σπουδών Φώτης Τερζάκης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών και το βιβλίο του Ο αναρχισμός στον κομμουνισμό (Εκδόσεις Πανοπτικόν), συμμετέχοντας στην έρευνα για τις αιτίες και τις λύσεις της κρίσης.

Κρ.Π.: Στα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών με την άνοδο της Ακροδεξιάς, βλέπουμε ότι ο κόσμος προσφεύγει όλο και περισσότερο σε λογικές αυτοδικίας (προφανώς δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στην κρατική Δικαιοσύνη) όσο και εθνικισμού (προφανώς τίθεται το θέμα εθνικής ανεξαρτησίας – κυριαρχίας). Πώς ερμηνεύετε αυτές τις στάσεις;

Φ.Τ.: Δεν ξέρω αν έχω απάντηση, γιατί και μένα με βασανίζει το θέμα. Σίγουρα υπάρχει μια συνιστώσα άκρως ανορθολογική στις αντιδράσεις του κόσμου. Και αυτή φοβάμαι ότι είναι θέμα αρμοδιότητος ψυχιάτρου, περισσότερο, παρά πολιτικής ανάλυσης. Παρ’ όλ’ αυτά υπάρχει και μία ορθολογική διάσταση την οποία τουλάχιστον μπορούμε να επισημάνουμε.

Αυτό που θα έλεγα είναι ότι η Ακροδεξιά κατάφερε να καρπωθεί τις δικαιολογημένες αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι στην απειλή που είναι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωζώνη, η οποία όπως ξέρουμε είναι μια δύναμη καταστροφής των αδύναμων οικονομιών και υπαγωγής των χωρών της περιφέρειας σε ένα είδος δικτατορίας του κεφαλαίου.

Από τη στιγμή που η Αριστερά δεν βρήκε τρόπο να ενσωματώσει και να αξιοποιήσει αυτό το αίσθημα φόβου και δίκαιης αγανάκτησης, όσο δηλαδή υπεκφεύγει να υποδείξει απερίφραστα την «Ευρώπη» ως τον υπ’ αριθμόν ένα εχθρό των ευρωπαϊκών λαών,  αφήνει τις μάζες στο έλεος της Ακροδεξιάς. Αυτό είναι ένα πράγμα που όντως εμπίπτει στην πολιτική ανάλυση.

Κρ.Π.: Βλέπουμε όμως ότι «στις παράλογες καταστάσεις οι παράλογες αντιδράσεις είναι φυσιολογικές» και πολλοί ψηφοφόροι στην όποια μορφή βίας απαντούν με περισσότερη επιθετική βία. Αυτός είναι άλλωστε και ο φασισμός…

Φ.Τ.: Θα σας πω κάτι επ’ αυτού που νομίζω ότι πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν. Η βία δεν είναι εξ ορισμού ανορθολογική. Το να αντιδράσει κάποιος με βία στην ίδια την πηγή τής βίας που του ασκείται θα ήταν μάλλον ορθολογικό.

Το ανορθολογικό είναι ότι κατευθύνει αυτή τη βία όχι στην πηγή των πραγματικών του δεινών, αλλά στον πιο ανίσχυρο. Βρίσκει δηλαδή αποδιοπομπαίους τράγους. Αυτό είναι το άκρως ανορθολογικό και επικίνδυνο.

Και συνεχίζουμε να βλέπουμε τις μάζες να αντιδρούν με αυτόν τον τρόπο, όπως αντέδρασαν τη δεκαετία του ’30· δεν είναι σε θέση να δουν ποια είναι η πραγματική απειλή και στοχοποιούν τους ακόμη πιο εξαθλιωμένους, τους ακόμη πιο αδύναμους από τις ίδιες, επειδή ακριβώς είναι του χεριού τους… Αυτό είναι τρομακτικό. Αυτό είναι το τρομακτικό!

Κρ.Π.: Μα οι κοινωνίες που αναζητούν για τη λύση των προβλημάτων τους αποδιοπομπαίους τράγους δεν είναι οι πολιτιστικά υπανάπτυκτες; Γυρίζουμε συνεχώς πίσω στην ιστορία;

Φ.Τ.: Και όμως είναι κοινωνίες τεχνολογικά υπερανεπτυγμένες και υπερεξορθολογισμένες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι ανεπτυγμένες απ’ όλες τις απόψεις.

Αυτού του είδους η τεχνολογική και παραγωγική ανάπτυξη δεν συμβαδίζει καθόλου κατ’ ανάγκη με την ηθική ή την πνευματική, όπως λέμε, ανάπτυξη. Μερικές φορές, ή συνήθως, βαδίζουν αντιστρόφως ανάλογα! Και πολύ φοβάμαι ότι αυτό είναι το ζοφερό δίδαγμα της νεωτερικότητας (με την αμφίσημη έννοια που την περιέγραψε ο Max Weber).

Βλέπουμε δηλαδή την τεχνολογική ανάπτυξη και τη ραγδαία αύξηση του ανθρώπινου πλούτου (που αντί να μειώνει την απληστία, παραδόξως την αυξάνει εκθετικά) να συμβαδίζουν με μια εφιαλτική παλινδρόμηση στη βαρβαρότητα: αυτό ακριβώς δεν διδάσκει η ιστορία του εικοστού αιώνα;

Κρ.Π.: Και πού πρέπει να εστιάσουν οι άνθρωποι για να μη… γυρίσουν στις σπηλιές;

Φ.Τ.: Όπως ήδη είπα, εάν απαντήσουμε με βία (υπό την έννοια της άμυνας) σε εκείνον ο οποίος μας επιτίθεται πραγματικά, αυτό είναι λογικό και δίκαιο. Και όπως είπατε, άλλη δικαιοσύνη σήμερα δεν υπάρχει στην οποία μπορούν οι λαοί να προσφύγουν:  σε τέτοιες στιγμές το επαναστατικό δίκαιο έχει τον λόγο.

Το δυστύχημα είναι όμως ότι οι άνθρωποι δεν στρέφουν τη βία τους στην πηγή της βίας που δέχονται! Διότι η πηγή της βίας που δέχονται είναι, σε τελευταία ανάλυση,  τα συνασπισμένα κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα που διοικούν τον κόσμο μας.

Κρ.Π.: Ναι, αλλά γι’ αυτό π.χ. οι της Χρυσής Αυγής θέλουν να πάρουν την εξουσία, γιατί ––όπως λένε τουλάχιστον–– δεν θέλουν υποτίθεται να «βαρέσουν» μόνο τους αδύναμους αλλά και αυτούς που έχουν την εξουσία και τη δύναμη…

Φ.Τ.: Πρέπει να είναι κάποιος εντελώς ξεμωραμένος για να παίρνει τοις μετρητοίς αυτή τη ρητορεία. Ας σκεφτούμε ποιος δημιούργησε τη Χρυσή Αυγή, ποιος τη στήριξε και την ενδυνάμωσε, ποιος την τροφοδοτεί συνεχώς, φανερά και υπόγεια…

Και αυτό θα μας οδηγήσει από τις ψυχοπαθητικές προσωπικότητες της Χρυσής Αυγής στα πραγματικά κέντρα εξουσίας κατ’ εντολή των οποίων αυτές ενεργούν, εν επιγνώσει τους ή όχι: δηλαδή, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα αμφιβάλλει κανείς ότι είναι δημιούργημα της θεσμικής δεξιάς; Της Νέας Δημοκρατίας και των παραφυάδων της;

Κρ.Π.: Δηλαδή και του ΠΑΣΟΚ;

Φ.Τ.: Ασφαλώς και του ΠΑΣΟΚ. Όταν λέμε «η Νέα Δημοκρατία και οι παραφυάδες της» συμπεριλαμβάνουμε αναπόφευκτα πλέον και το ΠΑΣΟΚ… Χωρίς αυτούς λοιπόν δεν θα υπήρχε η Χρυσή Αυγή, τουλάχιστον με τη μορφή που την ξέρουμε.

Αυτοί κατ’ αρχάς υπέθαλψαν μέσα στις δικές τους κομματικές και εκλογικές δυνάμεις όλο τον μετεμφυλιακό ακροδεξιό χώρο, εμφορούμενον από μια δολοφονική αντικομμουνιστική ιδεολογία. Αυτοί επάνδρωσαν τα σώματα ασφαλείας με ανθρώπους από τον χώρο αυτόν. Αυτοί έδωσαν το πράσινο φως στις συμμορίες να χτυπάνε μετανάστες και να τρομοκρατούν, σαν αντίβαρο στις ενδεχόμενες κοινωνικές διεκδικήσεις και σαν απειλή βέβαια προς την Αριστερά.

Και αυτή η στήριξη έδωσε στις ακροδεξιές συμμορίες την αίσθηση ότι είναι κράτος εν κράτει και δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα…

Είδατε ότι όταν αναγκάστηκε (όχι βέβαια από δική της προαίρεση) η κυβέρνηση να τους διώξει ποινικά,  αμέσως ανέστειλαν την εγκληματική δράση τους, τουλάχιστον στον δρόμο. Έπαψαν να σκοτώνουν και να μαχαιρώνουν. Διότι αυτά τα θρασύδειλα υποκείμενα δρουν μόνο εφόσον νιώθουν ότι «τους παίρνει»!

Κρ.Π.: Από τη στιγμή όμως που συνεχίζουν να τους ψηφίζουν (με την κρυφή ψήφο τους) ακόμη και μετά απ’ όλα αυτά, πάει να πει ότι οραματίζονται…

Φ.Τ.: Όσα είπα παραπάνω ισχύουν για τον πραγματικό πυρήνα της ρατσιστικής Ακροδεξιάς. Θα ήταν λάθος όμως να πιστέψουμε πως ισχύουν για όλους τους ψηφοφόρους της.

Εδώ θεωρώ ότι γίνεται μια σοβαρή σύγχυση. Ένα μεγάλο μέρος αυτών των ψηφοφόρων πιστεύω ότι τους ψηφίζει ελαφρά τη καρδία, χωρίς να καταλαβαίνει τί κάνει, μόνο και μόνο επειδή του υπόσχονται κάποιου είδους εναντίωση στο «σύστημα», θολά και αόριστα, χωρίς την παραμικρή επίγνωση του για πιο σύστημα μιλούν και τί είδους εναντίωση.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι οι τρομαγμένοι από τις πραγματικές συνέπειες τους «εκσυγχρονισμού» και της παγκοσμιοποίησης, όπως εκφράζεται ειδικά μέσ’ από την ένταξη στην Ευρωζώνη, και αναζητούν ένα είδος αντίδρασης αλλά ασαφώς και σε πλήρη σύγχυση.

Κρ.Π.: …και με μια νοοτροπία κοκκινοσκουφίτσας που περιμένει τον… κυνηγό να τη σώσει από το στόμα του λύκου;

Φ.Τ.: Κάπως έτσι… Κάποιον ο οποίος να βρίζει το «σύστημα» γενικά, να υπόσχεται κρεμάλες και εκτελέσεις χωρίς κανένα πολιτικό κριτήριο και ανεξάρτητα από οιοδήποτε πρόγραμμα κοινωνικής ανόρθωσης.

Μια μορφή ανώδυνης εκτόνωσης μιας εκρηκτικά συσσωρευόμενης δυσαρέσκειας – και αυτή η εκτόνωση βεβαίως βολεύει το πολιτικό σύστημα, τους κρατούντες, γι’ αυτό και την στηρίζουν με όλους τους δυνατούς τρόπους.

Κρ.Π.: Μια αντίδραση σαν το παιδάκι που έχει πάρει ματαίωση από τη δασκάλα του στο σχολείο, και γυρίζει στο σπίτι του, κλείνεται στο δωμάτιο του, σπάει τα παιχνίδια του, δεν διαβάζει, δεν μιλάει σε κανέναν, δεν τρώει, δημιουργώντας ένα ντόμινο ματαιώσεων;

Φ.Τ.: Απολύτως σωστό. Είναι μια εντελώς ανώριμη, παιδική αντίδραση, μια παλινδρομημένη αντίδραση, θα λέγαμε, που δυστυχώς χαρακτηρίζει ένα μεγάλο ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού.

Και υπάρχουν δύο όψεις σε αυτό το θέμα. Υπάρχει αυτή η παράλογη και παθολογική αντίδραση μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού, αλλά υπάρχει και ο ανορθολογισμός της κυρίαρχης πολιτικής, που αδυνατεί να δώσει βιώσιμες απαντήσεις.

Και βεβαίως, από την άλλη πλευρά, μιας Αριστεράς η οποία δεν μπορεί να συγκροτήσει ένα πειστικό ιδίωμα εναντίωσης…

Κρ.Π.: Την οποία έβγαλαν πρώτη οι Έλληνες στις Ευρωεκλογές, αλλά όχι με παραπάνω ψήφους από την συγκυβέρνηση (ώστε να την απονομιμοποιήσουν)…

Φ.Τ.: Την έβγαλαν πρώτη αλλά με δισταγμούς, εύλογους εν μέρει· και παρεμπιπτόντως παρατηρούσα το εξής που νομίζω πως είναι διδακτικό: σε αυτές τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε μεν την προήγηση, αλλά σε απόλυτα νούμερα έχασε γύρω στους 140.000 ψήφους σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές.

Και πού πήγαν αυτές οι ψήφοι; Πήγαν σε μικρά αριστερά κόμματα! Δεν του έφυγαν προς τα δεξιά αλλά προς τ’ αριστερά: και αυτό πρέπει να είναι το μεγάλο εκλογικό μάθημα του ΣΥΡΙΖΑ, πιστεύω.

Εκείνο που απαιτείται είναι να χαράξει μια πιο αναμφίλογη αριστερή πολιτική. Και το «αριστερή πολιτική» αυτή τη στιγμή έχει ως επίκεντρο το τί θα κάνει όχι μόνο με το Μνημόνιο, όχι μόνο με το χρέος, αλλά και με την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση: εδώ παίζεται το μεγάλο παιχνίδι, κι εδώ παίζεται η σωτηρία και η καταστροφή.

Όχι ότι υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, βέβαια. Δεν προσφέρονται ούτε εύκολες απαντήσεις ούτε ασφαλείς στρατηγικές· χρειάζεται πάντως μια πειστική και μακρόπνοη στρατηγική ταξικού χαρακτήρα η οποία να καταδεικνύει μια βασική πρόθεση: και η πρόθεση θα πρέπει να είναι η εναντίωση στην υπάρχουσα Ευρωπαϊκή Ένωση. Με ποιόν τρόπο, μέσα από ποιες συμμαχίες, αξιοποιώντας ποιες εναλλακτικές είναι ζητήματα που θα πρέπει να αρθρωθούν μεθοδικά εν συνεχεία.

Μια ορθώς εννοούμενη Αριστερά θα πρέπει να προσανατολίζεται όχι σε μια λογική κυβερνητισμού αλλά σε μια λογική ενδυνάμωσης των κοινωνικών κινημάτων.

Βεβαίως τα κοινωνικά κινήματα δεν δημιουργούνται εκ των άνω, αλλά δεδομένου ότι αυτή τη στιγμή οι κινηματικές δυνάμεις στη χώρα μας ––όπως άλλωστε και σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, αν όχι στον κόσμο–– είναι σε εμβρυώδη κατάσταση, απαιτείται μεθοδική υποκίνηση και προστασία· και όπου εμφανίζονται τέτοιες, χρειάζονται συμπαράσταση, ενθάρρυνση, πράγμα που θα έπρεπε να είναι ο προγραμματικός στόχος μιας καλώς εννοούμενης Αριστεράς.

Διότι μόνο σε μια βάση ισχυρών κοινωνικών κινημάτων θα μπορούσε να κυβερνήσει μια Αριστερά και να επιβάλλει ένα αριστερό κυβερνητικό πρόγραμμα ενάντια σε λυσσαλέα συμφέροντα που θα βρει απέναντί της. Χωρίς μια τέτοια βάση θα βηματίζει στο κενό και θα βρίσκεται διαρκώς όμηρος δυνάμεων τις οποίες δεν μπορεί να ελέγξει.

Είναι προς το δικό της συμφέρον, πρώτα πρώτα, να υπάρχουν ισχυρά και αυτόνομα κοινωνικά κινήματα. Πρώτιστο μέλημά της, λοιπόν, θα ήταν να στηρίξει τέτοια κινήματα και να βοηθήσει να ενισχυθούν.

Κρ.Π.: Και φυσικά δεν μπορεί να δημιουργηθεί κάποιο γνήσιο κίνημα εκ των άνω, αλλά μπορεί να εμπνευστεί… Πού είναι αυτή η έμπνευση; Ποιος μιλά για μια διαμαρτυρία διαρκείας όπως αυτήν ακριβώς που κάνουν οι καθαρίστριες, οι οποίες κάποιες μέρες πριν την απόφαση του Άρειου Πάγου και άλλη μια επίθεση από τα ΜΑΤ, αντιμετώπισαν όπως λέχθηκε φασιστικές προκλήσεις από Χρυσαυγίτες και εκείνη τη στιγμή έτυχε να έχουν δίπλα τους μόνο 15 άτομα, παρόλο που τις στηρίζουν αριστερά κόμματα;

Φ.Τ.: Η γενική απεργία διαρκείας είναι ένα πανίσχυρο όπλο. Χρειάζεται να το θυμίσω; Διαμαρτυρίες, καταλήψεις, απεργίες, ομάδες λαϊκής περιφρούρησης, μια ισχυρή κινηματική αλυσίδα που το ένα κομμάτι τροφοδοτεί το άλλο και ορθώνει ένα τοίχος απέναντι στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα: αυτό είναι το καθήκον μιας πραγματικής Αριστεράς.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να κατανοηθεί; Απεναντίας, βλέπει κανείς γραφειοκρατικές συμπεριφορές κι έναν κυβερνητισμό του χειρίστου είδους…

Κρ.Π.: Πρόσφατα ο Περικλής Κοροβέσης ανέφερε πως «με αυστηρούς κοινωνιολογικούς όρους έχουμε μια κυβέρνηση φασίζουσα, κάτι που ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τους διανοούμενους που διαθέτει, δεν εννοεί να το καταλάβει». Και ο Ευτύχης Μπιτσάκης επίσης ανέφερε ότι το πρόταγμα σήμερα διαμορφώνεται ως «Κομμουνισμός ή βαρβαρότητα». Εσείς τί θα λέγατε;

Φ.Τ.: Δεν χρειάζεται να του δώσουμε συνθηματολογική διατύπωση. Καταλαβαίνουμε όλοι τί ακριβώς εννοούμε, και σημασία έχει να εξηγηθεί κατά το περιεχόμενό του.

Σήμερα απαιτείται, απέναντι στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται το παγκόσμιο τοπίο, μια συσπείρωση όλων των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων.

Θα πρέπει να ξεπεραστούν παλιές σεκταριστικές αντιπαραθέσεις και να γίνει απερίφραστος ο κοινός στόχος: η ανάσχεση του παγκόσμιου καπιταλισμού. Δεν υπάρχει άλλη ελπίδα σωτηρίας για την ανθρωπότητα (και τη φύση)…

Κρ.Π.: Αντίθετα, επειδή πολλοί λένε πως σήμερα ο εχθρός δεν είναι τόσο ορατός, όπως ήταν παλιά: ποιός είναι ο εχθρός σήμερα;

Φ.Τ.: Ο εχθρός είναι οι κολοσσιαίες εταιρείες και το διεθνές χρηματοπιστωτικό καρτέλ, με όλη την ιεραρχία των εκτελεστικών τους οργάνων και των πολιτικών τους υποστηρικτών.

Ο συνασπισμός αυτών των δύο διαμορφώνει μια παγκόσμια υπερεξουσία, επανδρώνεται από μικρά και μεγάλα στελέχη κι ελέγχει όλες τις μεγάλες κυβερνήσεις, οι οποίες ελέγχουν πολλές μικρότερες. Δεν είναι και τόσο αόρατο το παγκόσμιο σύστημα εξουσίας.

Όσον αφορά εμάς εδώ στην Ελλάδα, ας πούμε, έχει συγκεκριμένες αλυσώσεις, αρθρώνεται σε διαδοχικούς κρίκους που είναι σαφώς ορατοί. Ο πρώτος κρίκος που έχουμε απέναντί μας είναι το ελληνικό πολιτικό σύστημα, η ελληνική κυβέρνηση και τα κόμματα που το στηρίζουν.

Πίσω από αυτό είναι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, η δικτατορία των Βρυξελλών, και πιο πίσω το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό κεφάλαιο και τα μεγάλα εταιρικά συμφέροντα που διαπλέκονται μαζί του. Αυτός είναι ο εχθρός.

Ξεκινάς αναγνωρίζοντας τον πιο κοντινό και προχωρείς στην επόμενη βαθμίδα: και ο πιο κοντινός είναι οι ελληνικές κυβερνήσεις και τα ταξικά συμφέροντα που εκπροσωπούν, δηλαδή το ελληνικό κράτος και οι διαχειριστές τους.

Αυτός είναι ο εχθρός της ελληνικής κοινωνίας, και όλες οι αριστερές ή αντικαπιταλιστικές δυνάμεις πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να τον καταποντίσουν.-


Ο αναρχισμός στον κομμουνισμό, Φώτης Τερζάκης, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2014

[…] Tο αναρχικό αίτημα είναι το κομμουνιστικό αίτημα της απελευθέρωσης όλης της δυναστευόμενης ανθρωπότητας (και της φύσης) από τη μάστιγα της κυριαρχίας-εκμετάλλευσης, που στην πράξη σημαίνει: αποεμπορευματοποίηση της εργασίας και της φύσης και συλλογικός έλεγχος των όρων ζωής των ανθρώπινων κοινοτήτων. Τίποτα λιγότερο δεν έχουμε ν’ αντιτάξουμε στον πόλεμο που έχει εξαπολύσει αυτή τη στιγμή ο παγκόσμιος καπιταλισμός ενάντια στην ανθρωπότητα.


Via: http://tvxs.gr/news/ti-na-kanoyme/f-terzakis-se-tetoies-stigmes-epanastatiko-dikaio-exei-ton-logo

Κ. Χρυσόγονος: Η κοινωνία ολόκληρη πρέπει να αποφασίσει να κινηθεί

 

09:09 | 21 Ιουν. 2014

[…] μια και ξεκινήσαμε με την αυτοδικία- στα κοινωνικά προβλήματα, δεν μπορούν να υπάρχουν παρά κοινωνικές, δηλαδή συλλογικές απαντήσεις. Οι ατομικές απαντήσεις, είτε πρόκειται για άσκηση ατομικής βίας σε επίπεδο αυτοδικίας, είτε για οτιδήποτε άλλο, δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικές, ούτε είναι ο σωστός δρόμος. […] Η κοινωνία ολόκληρη πρέπει να αποφασίσει να κινηθεί. Και όταν το αποφασίσει θα το κάνει κιόλας χωρίς την ανάγκη υποκινητών». Ο Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ και Ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κώστας Χρυσόγονος, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών αλλά και του βιβλίου του Η καταστρατήγηση του συντάγματος στην εποχή των μνημονίων (Εκδόσεις Λιβάνη), συμμετέχοντας στην Έρευνα για τις αιτίες και τις λύσεις της κρίσης.

Κρ.Π.: Βλέπουμε ότι στην Ευρώπη αυξάνεται η Ακροδεξιά, δηλαδή –εκτός των άλλων- η νοοτροπία κυρίως της αυτοδικίας, όπως και ο εθνικισμός, που εκφράζονται πλέον και εκλογικά.

Κ.Χρ.: Η εμφάνιση κομμάτων τα οποία λειτουργούν ταυτόχρονα και με λογικές παρακρατικής οργάνωσης, οφείλεται κατά ένα μέρος στο γεγονός ότι το κράτος δυσλειτουργεί. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τη Δικαιοσύνη αλλά επίσης και γενικότερα τον κρατικό μηχανισμό.

Η υποκατάσταση των νεοζαστικών συμμοριών σε ρόλο διωκτικού μηχανισμού, σχετίζεται προφανώς και με τη δυσλειτουργία των κρατικών διωκτικών μηχανισμών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πλαίσιο των μνημονιακών περικοπών τα μέσα κίνησης που διαθέτει η ΕΛ.ΑΣ έχουν περιοριστεί τόσο, ώστε π.χ. το αστυνομικό τμήμα Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης το οποίο καλύπτει έναν πληθυσμό περίπου 100 χιλιάδων κατοίκων, διέθετε κάποια στιγμή ένα και μόνο όχημα!

Έχω πάντως την αίσθηση ότι η άνοδος της ναζιστικής Ακροδεξιάς στην Ελλάδα, έχει και άλλες διαστάσεις.

Δηλαδή, η λειτουργία της Χρυσής Αυγής ως παρακρατικού μηχανισμού ίσως αυξάνει την εκλογική της επιρροή σε κάποιες ομάδες ή μερίδες ψηφοφόρων, αλλά το κύριο πρόβλημα δεν βρίσκεται εκεί.

Το κύριο πρόβλημα βρίσκεται στην οργανωμένη και συνολική απόπειρα βίαιης φτωχοποίησης της ελληνικής κοινωνίας, η οποία συντελείται μέσω των μνημονιακών προγραμμάτων, και η οποία οδηγεί στην εξαθλίωση μεγάλο μέρος μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων που για ιστορικούς ή ιδεολογικούς λόγους είναι αδύνατον να ριζοσπαστικοποιηθούν προς τα αριστερά.

Συνεπώς, η μόνη ιδεολογική διέξοδος που τους μένει είναι η ριζοσπαστικοποίηση προς την Άκρα Δεξιά και μάλιστα με την ιδιαζόντως απεχθή μορφή του νεοναζισμού.

Σε συνδυασμό με αυτό βέβαια, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι ειδικά στην Ελλάδα, υπάρχουν παθολογικά φαινόμενα στη συγκρότηση και την συμπεριφορά της πολιτικής τάξης, δηλαδή της τάξης των επαγγελματιών πολιτικών που στελεχώνουν τα κόμματα εξουσίας, με εμφανή την οικογενειοκρατία, την ευρεία διαφθορά, και άλλα.

Αυτά, ενισχύουν την αρχική ώθηση που προέρχεται από την εξαθλίωση συγκεκριμένων κοινωνικών στρωμάτων.

Συγκριτικά πάντως με άλλες κοινωνίες που βρέθηκαν σε παρόμοια θέση, έστω και υπό διαφορετικές συνθήκες, όπως ήταν η Γερμανία την εποχή της Βαϊμάρης, το νεοναζιστικό φαινόμενο στην Ελλάδα της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, συγκροτείται προς το παρόν σε χαμηλότερα επίπεδα.

Ακόμα και το 9,4 της ΧΑ στις τελευταίες Ευρωεκλογές, είναι πολύ χαμηλότερο από το 44% του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος στις εκλογές του 1933…

Κρ.Π.: …κι απ’ την άλλη, πρώτο ένα αριστερό κόμμα, επίσης.

Κ.Χρ.: Δηλαδή, η ριζοσπαστικοποίηση στην Ελλάδα εκφράζεται προς τα αριστερά, βασικά, δεν εκφράζεται προς την Άκρα Δεξιά.

Κρ.Π.: Επειδή, πολλοί λένε μα δεν είναι όλοι φασίστες αυτοί που ψηφίζουν Χρυσή Αυγή και συγχρόνως βλέπουμε πολύ κόσμο να την ψηφίζει επειδή δεν έχει εμπιστοσύνη στην Δικαιοσύνη του κράτους, τι θα λέγατε γι’ αυτή τη μερίδα των ψηφοφόρων;

Κ.Χρ.: Όπως προκύπτει από επιστημονικά δεδομένα, και ιδίως από το πρόσφατο συλλογικό έργο 2012: ο διπλός εκλογικός σεισμός, με επιμέλεια των καθηγητών Γιάννη Βούλγαρη και Ηλία Νικολακόπουλου, οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής εμφανίζουν την χαμηλότερη ιδεολογική και πολιτική ταύτιση με το κόμμα που ψήφισαν σε σχέση με τους ψηφοφόρους οποιουδήποτε άλλου κόμματος στην Ελλάδα.

Αυτό μας αφήνει τα περιθώρια να αισιοδοξούμε, ότι εφόσον ανατραπούν οι μνημονιακές πολιτικές της βίαιης πτωχοποίησης και εφόσον παράλληλα το κράτος μπορέσει να λειτουργήσει αποδοτικότερα σε όλα τα επίπεδα, το νεοναζιστικό φαινόμενο θα συρρικνωθεί με την ίδια ταχύτητα με την οποία διογκώθηκε.

Κρ.Π.: Από την άλλη όμως βλέπουμε πως δεν είναι και πάρα πολλοί εκείνοι που συμπεριφέρονται κοινωνικά με αριστερή ιδεολογία; Δηλαδή, οι καθαρίστριες που κάνουν καθιστική διαμαρτυρία εδώ και έναν μήνα, κάποιες μέρες πριν την απόφαση του Άρειου Πάγου και άλλη μια επίθεση από τα ΜΑΤ,  αντιμετώπισαν όπως λέχτηκε φασιστικές προκλήσεις από Χρυσαυγίτες, αλλά εκείνη τη στιγμή έτυχε να έχουν δίπλα τους μόνο κάπου 15 άτομα, παρόλο που τις στηρίζουν αριστερά κόμματα…

Κ.Χρ.: Ιστορικά διαπιστώνουμε ότι οι κοινωνίες που εμφανίζουν ισχυρότερη δυναμική ανατροπών κάθε είδους είναι κοινωνίες με ανοδική δημογραφική δυναμική.

Οι νέοι αποτελούν πάντα καλύτερη «πρώτη ύλη» για επαναστάσεις απ’ ότι οι ηλικιωμένοι. Η ελληνική κοινωνία εδώ και αρκετές δεκαετίες βρίσκεται σε καθοδική δημογραφική δυναμική με το μέσο όρο ηλικίας να ανεβαίνει διαρκώς.

Αυτό σημαίνει ότι για την ελληνική κοινωνία το σημείο βρασμού είναι υψηλότερο απ’ ότι σε άλλες, αλλά δεν σημαίνει ότι ένα τέτοιο σημείο δεν υπάρχει καθόλου. Απλώς δεν το έχουμε φτάσει ακόμα.

Κρ.Π.: Βέβαια οι νέοι δημιουργούν επαναστατικά κινήματα… Αλλά δεν υπάρχει προς το παρόν και κάποιο ανάλογο κίνημα των νέων.

Κ.Χρ.: Ο νέος ξεσηκώνεται πιο γρήγορα από τον ενήλικα και δη τον ηλικιωμένο. Κάποια στιγμή όμως όσο πιο βαθιά θα μπαίνει το μαχαίρι της εξαθλίωσης, θα σηκωθούν ακόμα και οι παππούδες και θα βγουν στους δρόμους.

Κρ.Π.: Μέχρι τότε ο ΣΥΡΙΖΑ τι θα κάνει σε σχέση με την πίεση στην συγκυβέρνηση για να λειτουργήσει η Δικαιοσύνη (εκτός των άλλων και για τους πολιτικούς, με το πόθεν έσχες που μάλλον έχει ξεχαστεί); Και για το ότι καταστρατηγείται καθημερινά το Σύνταγμα με τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, ή με αποφάσεις σαν αυτήν του Άρειου Πάγου που δικαίωσε το υπουργείο για τις απολύσεις των καθαριστριών; Και πώς θα επικοινωνήσει με πολίτες που αντί να προσφεύγουν σε αντίστοιχους αγώνες, προσφεύγουν σε παραλογισμούς αυτοδικίας, εθνικισμού και φασισμού;

Κ.Χρ.: Φοβάμαι ότι σε σύνθετα κοινωνικά προβλήματα δεν υπάρχουν μονολεκτικές απαντήσεις. Εκείνο που χρειάζεται να κατακτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο σε συγκεκριμένη μερίδα ψηφοφόρων, αλλά σε σχέση με το εκλογικό σώμα γενικά, είναι ένα υψηλότερο επίπεδο αξιοπιστίας.

Και προϋπόθεση για να συμβεί αυτό, είναι να κατακτήσει ως κόμμα, ανώτερα επίπεδα συλλογικής έκφρασης και λειτουργίας, από αυτά στα οποία έχει φτάσει μέχρι σήμερα.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι εντελώς διαφορετικές οι ευθύνες ενός κόμματος που διεκδικεί την διακυβέρνηση από τις ευθύνες ενός σχήματος διαμαρτυρίας. Η μετάλλαξη αυτή μπορεί να είναι δύσκολη αλλά πρέπει να γίνει σε σύντομο χρόνο έτσι ώστε να μπορέσουμε να σταθούμε στο ύψος των ιστορικών αναγκών και προκλήσεων.

Κρ.Π.: Αν βρισκόσαστε σε ένα ακροατήριο με ψηφοφόρους που ριζοσπαστικοποιούνται όπως είπατε προς την Ακροδεξιά, τι θα τους λέγατε;

Κ.Χρ.: Θα τους έλεγα ότι ο ναζισμός και ο φασισμός όπου έχουν επικρατήσει και έχουν εφαρμοστεί οδήγησαν τις κοινωνίες σε τραγικές καταστροφές.

Είδαμε τι έκανε ο ναζισμός στη Γερμανία, πώς την παρέλαβε ο Χίτλερ και πως την παρέδωσε. Είδαμε τι έκανε η στρατιωτική δικτατορία στην Ελλάδα, πώς την πήρε και πως την παρέδωσε, και όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και τον Κυπριακό ελληνισμό.

Είναι φανερό, ότι αυτή η επιλογή είναι η λάθος επιλογή.

Κρ.Π.: Ναι, αυτοί βέβαια επιμένουν –παρόλες τις αντενδείξεις και τις αποδείξεις- ότι δεν έχουν καμία σχέση με τον ναζισμό…

Κ.Χρ.: Αρκεί να δει κανείς τους λόγους του Χίτλερ, και να τους συγκρίνει με το ύφος και την εκφορά του λόγου του Νίκου Μιχαλολιάκου κατά τη διαδικασία άρσης της ασυλίας του, για να καταλάβει.

Κρ.Π.: Και πώς μπορεί κάποιος να βοηθήσει ώστε οι ψηφοφόροι που δεν εκφράζονται από τη φασιστική ιδεολογία αλλά ψηφίζουν Χ.Α. να καταλάβουν ότι η Δικαιοσύνη και η Δημοκρατία, δεν μπορεί να επανέλθει με φασιστικές πρακτικές, δηλαδή με την… ομοιοπαθητική; Διότι απέναντι στις φασιστικές πρακτικές του κράτους, κάποιοι αντιδρούν περισσότερο φασιστικά… 

Κ.Χρ.: Ακριβώς έτσι είναι. Αλλά άμεση απάντηση δεν υπάρχει δυστυχώς.

Σίγουρα όμως δεν είναι λύση να υποταχθείς στην μνημονιακή συγκυβέρνηση, ούτε να πας στους ναζιστές –εγκληματίες.

Κρ.Π.: Δεν θα πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να μιλήσει με πιο απλά λόγια για το τι έχει σκοπό έχει σε σχέση με την Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία, όπως και με τους πολιτικούς που έχουν ευθύνες;

Κ.Χρ.: Συμφωνώ. Πρέπει να κατακτήσουμε ανώτερα επίπεδα συλλογικής έκφρασης και λειτουργίας.

Γιατί το θέμα είναι ότι δίνουμε απαντήσεις, μεν, αλλά που δεν εντάσσονται σε έναν κοινό παρανομαστή και αυτό μειώνει και την δική μας αξιοπιστία.

Προφανώς πρέπει να υπάρχει καταστολή του εγκλήματος, μέσα στα πλαίσια και τις διαδικασίες που προβλέπει το ποινικό δίκαιο, με σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και με διαδικασίες δικαστικές οι οποίες θα είναι λειτουργικές και έγκαιρες από άποψη χρόνου.

Το γιατί δεν υπάρχει αυτό στη χώρα μας, σχετίζεται με τη γενικότερη δυσλειτουργία του κράτους, η οποία προϋπήρχε σε έναν βαθμό των μνημονίων και επιτάθηκε με τα μνημόνια, δεδομένου ότι έλειψαν πλέον και τα υλικά μέσα, πέραν της κακής οργάνωσης.

Αλλά –και μια και ξεκινήσαμε με την αυτοδικία- στα κοινωνικά προβλήματα, δεν μπορούν να υπάρχουν παρά κοινωνικές, δηλαδή συλλογικές απαντήσεις. Οι ατομικές απαντήσεις, είτε πρόκειται για άσκηση ατομικής βίας σε επίπεδο αυτοδικίας, είτε για οτιδήποτε άλλο, δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικές, ούτε είναι ο σωστός δρόμος.

Κρ.Π.: Είναι ο νόμος της ζούγκλας… Παρεμπιπτόντως, δεν θα έπρεπε να έχει γίνει μία καθολική και διαρκή καθιστική διαμαρτυρία των πάντων, ανάλογη με αυτή που κάνουν οι καθαρίστριες, για την απονομιμοποίηση αυτής της κυβέρνησης;

Κ.Χρ.: Συμφωνώ, αλλά αυτό δεν μπορεί να το επιβάλει κάποιο κόμμα. Αυτό θα το κάνει η κοινωνία μόνη της. Το 2011 πχ. τους Αγανακτισμένους δεν τους έβγαλε κανένα κόμμα, βγήκαν μόνοι τους.

Κρ.Π.: Ναι, αλλά δεν αξιοποιήθηκε κι όλος αυτός ο κόσμος, όπως έγινε με τους Podemos στην Ισπανία. Δεν κατάφεραν να οργανωθούν σε ένα κίνημα με συνέχεια.

Κ.Χρ.: Όταν η κοινωνία είναι ώριμη, θα διαμαρτυρηθεί με τον πιο έντονο τρόπο. Και πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα συμβεί.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στηρίζει τα μαζικά κινήματα και γενικότερα κάθε λαϊκή εκδήλωση η οποία, μέσα σε ειρηνικά  πλαίσια, εκφράζει την κοινωνική αντίθεση προς τις ασκούμενες πολιτικές εξαθλίωσης.

Η κοινωνία ολόκληρη πρέπει να αποφασίσει να κινηθεί. Και όταν το αποφασίσει θα το κάνει κιόλας χωρίς την ανάγκη υποκινητών.-


Η καταστρατήγηση του συντάγματος στην εποχή των μνημονίων, Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2013

«Το καθεστώς της χρεοκρατίας δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο. Το ερώτημα είναι αν μετά την κατάρρευσή του θα ακολουθήσει ένας βαθύς και ουσιαστικός εκδημοκρατισμός της ελληνικής πολιτείας ή αντίθετα η οπισθοδρόμηση προς ακόμη πιο απροσχημάτιστες μορφές αυταρχισμού.» Κ.Χ.

via: http://tvxs.gr/news/ti-na-kanoyme/k-xrysogonos-i-koinonia-olokliri-prepei-na-apofasisei-na-kinithei


Δείτε επίσης:

Κώστας Χρυσόγονος: Υπάρχει συστηματική καταστρατήγηση του Συντάγματος


 

Η ακροδεξιά στην Ελλάδα δεν έπεσε από τον ουρανό

07:31 | 19 Ιουν. 2014
Άννα Φραγκουδάκη

[…] Στην Ελλάδα πράγματι η ακροδεξιά είναι τελείως περιθωριακή και ασήμαντη έως το 2007 που μπαίνει το ΛαΟΣ στη Βουλή. Ωστόσο δεν έπεσε από τον ουρανό. Είναι πολλά τα δεδομένα που στηρίζουν τη συστηματική από τη δεκαετία του 1990 καλλιέργεια ανοχής απέναντι στους εκπροσώπους και στο λόγο της ακροδεξιάς από τα ΜΜΕ και ιδίως την τηλεόραση, τη γενικότερη ανεπαρκή ιδεολογική αντίσταση της κοινωνίας και την απουσία κριτικής και γενικότερα ιδεολογικής αντιπαράθεσης με τον ακροδεξιό λόγο από τους εκπροσώπους των κομμάτων εξουσίας και μάλιστα του ΠαΣοΚ ως σοσιαλιστικού κόμματος […]
Η Κοινωνιολόγος της Εκπαίδευσης και Ομότιμη Καθηγήτρια του Παν/μίου Αθηνών  Άννα Φραγκουδάκη, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη τη δημιουργική πορεία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια), συμμετέχοντας στην Έρευνα για τις αιτίες και τις λύσεις της κρίσης.

Η αφορμή για να γράψω αυτό το βιβλίο ήταν η απρόσμενη άνοδος της ακροδεξιάς, με την είσοδο δύο ακραίων κομμάτων στη Βουλή, το ΛαΟΣ και τη Χρυσή Αυγή, το δεύτερο μάλιστα ανοιχτά φιλοναζιστικό και με τους εκπροσώπους του κατηγορούμενους για πλήθος κακουργήματα.

Το αίτιο ήταν η ιστορική και κοινωνική γνώση των μεγάλων κοινωνικών κινδύνων που εγκυμονεί η διάδοση των ακροδεξιών ιδεών, παράλληλα με την ανοχή που επί χρόνια εμφανίζει η ελληνική κοινωνία απέναντι σε αυτές τις ιδέες. Με άλλα λόγια, η ακροδεξιά στην Ελλάδα δεν έπεσε από τον ουρανό.

Χαρακτηριστικό δεδομένο είναι ότι άργησε να εμφανιστεί σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της ΕΕ, όπου από τη δεκαετία του 1990 ακροδεξιά κόμματα μπαίνουν στα ευρωπαϊκά κοινοβούλια, ακόμα και σε δημοκρατίες όπου αυτό φαινόταν αδύνατο, π.χ. στη Σουηδία.

Την απουσία ακροδεξιάς την επεσήμαναν μάλιστα μελέτες για το ακροδεξιό φαινόμενο στην Ευρώπη, που διαπίστωναν ότι εξαιρούνται τρεις χώρες η Ισπανία, η Πορτογαλλία και η Ελλάδα και ερμήνευαν την απουσία ακροδεξιάς με το πολιτικό τους παρελθόν.

Οι πολίτες, γράφουν οι μελέτες, ταυτίζουν τις θέσεις και τον πολιτικό λόγο των ακροδεξιών κομμάτων με το έλλειμμα δημοκρατίας που έζησαν έως σχετικά πρόσφατα και τους βλέπουν σαν γραφικές περιπτώσεις νοσταλγών των δικτατορικών καθεστώτων.

Στην Ελλάδα πράγματι η ακροδεξιά είναι τελείως περιθωριακή και ασήμαντη έως το 2007 που μπαίνει το ΛαΟΣ στη Βουλή. Ωστόσο δεν έπεσε από τον ουρανό. Είναι πολλά τα δεδομένα που στηρίζουν τη συστηματική από τη δεκαετία του 1990 καλλιέργεια ανοχής απέναντι στους εκπροσώπους και στο λόγο της ακροδεξιάς από τα ΜΜΕ και ιδίως την τηλεόραση, τη γενικότερη ανεπαρκή ιδεολογική αντίσταση της κοινωνίας και την απουσία κριτικής και γενικότερα ιδεολογικής αντιπαράθεσης με τον ακροδεξιό λόγο από τους εκπροσώπους των κομμάτων εξουσίας και μάλιστα του ΠαΣοΚ ως σοσιαλιστικού κόμματος.

Οι εκπρόσωποι της ακροδεξιάς έχουν επί χρόνια μεγάλη προβολή, όχι μόνο σε περιθωριακά κανάλια ή ακροδεξιές εφημερίδες, αλλά και σε τηλεοπτικούς σταθμούς με μεγάλο κοινό, ακόμα και στην κρατική τηλεόραση και από γνωστούς δημοσιογράφους.

Καλούνται συστηματικά στην τηλεόραση ως συνομιλητές και μάλιστα σε εκπομπές που αφορούν «εθνικά» θέματα, ενώ οι εκπρόσωποι των δημοκρατικών κομμάτων δεν αρνούνται να γίνουν συνομιλητές τους.

Έτσι άτομα με τελείως περιθωριακή παρουσία στην πολιτική σκηνή αποχτούν σιγά σιγά πανελλήνια αναγνωρισιμότητα, πράγμα που με τον καιρό αναμφίβολα ευνόησε την είσοδό τους στη Βουλή.

Τα ΜΜΕ λοιπόν ευνόησαν την ακροδεξιά, ενώ οι εκπρόσωποι των δημοκρατικών κομμάτων δεν αναγνώρισαν εγκαίρως τον κίνδυνο που εγκυμονεί ο λόγος των ηγετών της ακροδεξιάς με τα κηρύγματα πατριδοκαπηλίας, ρατσισμού και μισαλλοδοξίας.

Αντίθετα μάλιστα, αρκετοί άρχισαν να κλίνουν προς τις θέσεις που εμφανίζονταν να αντλούν ψήφους υπέρ της ακροδεξιάς.

Επιπλέον, μέρος των διανοουμένων επί χρόνια καλλιέργησε το συντηρητισμό με την ανοχή σε έναν εθνικισμό ξεπερασμένο, πατριδοκαπηλικό, αντιευρωπαϊκό και απομονωτικό που καλλιέργησε ευρύτατα το μύθο των κινδύνων που απειλούν το ελληνικό έθνος.

Το ακροδεξιό φαινόμενο την εποχή μας δεν είναι ελληνικό αλλά ευρωπαϊκό. Έχει σε όλες σχεδόν τις χώρες αίτια κοινά.

Τα κυριότερα αίτια, εκτός από την πρόσφατη οικονομική κρίση που τα επιδείνωσε, είναι η μείωση και σταδιακή άρση εμπιστοσύνης στα κόμματα που εναλλάσσονταν στην εξουσία στην Ευρώπη από το 1945, το μεταναστευτικό πρόβλημα, η παγκοσμιοποίηση και η κρίση των ιδεών που ακολούθησε την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων, με μεταξύ άλλων συνέπεια να θολώσει τα ιδεολογικά όρια ανάμεσα στα δεξιά και τα αριστερά, γεννώντας μείγματα και ιδεολογικές μεταλλάξεις, με αποτέλεσμα μεγάλη σύγχυση.

Στην Ελλάδα το φαινόμενο σχετίζεται επιπλέον με μια βαθιά κρίση της εθνικής ταυτότητας που προκάλεσε η συμμετοχή στην ΕΕ, εξαιτίας μεταξύ άλλων της εθνικής ιδεολογίας που αναπαράγουν οι θεσμοί και ιδίως το σχολείο, μιας εθνικής ιδεολογίας ανεπίκαιρης και βλαβερής.

Το βιβλίο διαγράφει την πορεία των εθνικών ιδεών από τη δεκαετία του 1980 έως το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Αναδεικνύει τις εξελίξεις που επί 35 χρόνια θεμελίωσαν με σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις τη δημοκρατική κοινωνία.

Αναδεικνύει επίσης μια παράλληλη με τις δημοκρατικές εξελίξεις πορεία, κατά την οποία η ελληνική κοινωνία σταδιακά εγκλωβίζεται σε έναν εθνικισμό παραδοσιακό και ανεπίκαιρο, φανατικό, ξενοφοβικό και αντιευρωπαϊκό, άρα γενικότερα καταστροφικό για τα εθνικά συμφέροντα.

Αυτή η σταδιακή πορεία προς έναν νέο συντηρητισμό, θα οδηγήσει διανοουμένους από όλο το πολιτικό φάσμα στην κατασκευή ενός ιδεολογήματος περί κινδύνων αλλοίωσης και εξαφάνισης που απειλούν το ελληνικό έθνος, φαινόμενο που θα καλλιεργήσει κοινωνική δεκτικότητα στις ιδέες της ακροδεξιάς και θα ευνοήσει η παρέμβαση του θεσμού της Εκκλησίας στο πεδίο της πολιτικής.

Αυτή η πορεία προς έναν νέο συντηρητισμό, μια καινούρια εθνικοφροσύνη είναι προϊόν κρίσης της εθνικής ταυτότητας.

Το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου στηρίζεται σε ανάλυση ερευνητικών δεδομένων και υποστηρίζει ότι η επίσημη εθνική ιδεολογία που καλλιεργούν οι θεσμοί και ιδίως το σχολείο είναι βαθιά αλλοιωτική της εθνικής αυτογνωσίας. Αναπαράγει το κεντροευρωπαϊκό στερεότυπο του κλασικού ρατσισμού και έτσι καλλιεργεί μια εθνική ταυτότητα εύθραυστη, αμφίθυμη και ανασφαλή.

Η επίσημη ιδεολογία και τα σχολικά βιβλία παρουσιάζουν το ελληνικό έθνος σαν οντότητα φυσική και περίπου αιώνια. Αναπαράγοντας την εθνική ιδεολογία του 19ου αιώνα, τα σχολικά βιβλία αξιολογούν τον «ευρωπαϊκό πολιτισμό» σαν τον «ανώτερο» στη γη.

Καθώς όμως το ευρωκεντρικό στερεότυπο του ρατσισμού είναι ταξινομία που αποδίδει «κατωτερότητα» σε όλους τους λαούς και πολιτισμούς της «ανατολής» και του «νότου», η αποδοχή και αναπαραγωγή του στερεοτύπου από την εθνική ιδεολογία εγκλωβίζουν την εθνική ταυτότητα σε αυτή την «κατωτερότητα».

Στη συνέχεια για να αποκαταστήσει η αφήγηση περί ελληνικού έθνους την εθνική ανωτερότητα, καταφεύγουν τα σχολικά βιβλία στο μύθο ότι οι Έλληνες «διατήρησαν» τα «εθνικά» τους χαρακτηριστικά ίδια και αναλλοίωτα από την πιο μακρινή αρχαιότητα.

Η έμμεση αυτή άρνηση των επιδράσεων επαναλαμβάνεται με πλήθος τρόπους, πληροφορίες και αποσιωπήσεις, ώστε στην ερευνητική ερώτηση ποιες είναι οι επιδράσεις στον ελληνικό πολιτισμό, τα σχολικά βιβλία απαντούν, είναι επιδράσεις από την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και το Διαφωτισμό, που και αυτός βασική του πηγή έχει τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.

Είναι ήδη φανερό ότι η μυθική απουσία επιδράσεων αφορά τους πολιτισμούς που το κεντροευρωπαϊκό στερεότυπο του ρατσισμού ταξινομεί «κατώτερους».

Ο μύθος αυτός όμως παράγει μια γιγάντια αντίφαση με την πολιτισμική πραγματικότητα. Είναι πολλές οι επιδράσεις, οθωμανικές, σλαβικές, μεσανατολίτικες, σεφαρδίτικες, αραβικές, ιταλικές, για να περιοριστούμε στις πιο παλιές και πιο έντονες, που επιπλέον είναι αισθητές παντού στη χώρα και αναγνωρίζονται από όλους ανεξαιρέτως.

Άρα τι κάνει η επίσημη εθνική ιδεολογία; Ισχυριζόμενη ότι οι μόνες επιδράσεις που «διατηρούνται» επί αιώνες προέρχονται από την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και το Διαφωτισμό, κρύβει με ένα προσωπείο αρχαίου κάλλους το πραγματικό και «κατώτερο» εθνικό μας πρόσωπο. Άρα καλλιεργεί μια εύθραυστη, αμφίθυμη και ανασφαλή εθνική ταυτότητα.

Όπως τεκμηριώνει η μεγάλη βιβλιογραφία για τις ρατσιστικές ιδεολογίες και τις διακρίσεις, ο ρατσισμός γεννάει ρατσισμό. Αναπαράγοντας το ευρωκεντρικό στερεότυπο του ρατσισμού περί ευρωπαϊκής «ανωτερότητας», η επίσημη εθνική ιδεολογία υποτιμάει και υποβιβάζει την ελληνική εθνική ταυτότητα.

Το στίγμα της «κατωτερότητας» δεν αναιρείται από το μύθο της απουσίας ανατολικών, δηλαδή «κατώτερων» επιδράσεων, αντίθετα ισχυροποιείται από την ολοφάνερη ύπαρξη αυτών των επιδράσεων. Και το στίγμα της «κατωτερότητας» είναι από μόνο του γενεσιουργό του ρατσισμού και των διακρίσεων.

Την ιδεολογία της ακροδεξιάς τόσο παντού όσο και στην Ελλάδα συνθέτουν ο φανατικός εθνικισμός, ο αυταρχισμός, ο μιλιταρισμός, ο αντισημιτισμός, η ξενοφοβία, οι διακρίσεις και ο ρατσισμός.

Βασικό ιδεολόγημα της ακροδεξιάς παντού όπως και στην Ελλάδα είναι η πολιτισμική «καθαρότητα». Το ιδεολόγημα περί «καθαρότητας» στηρίζει ένα αποτρόπαιο αίτημα «αποκατάστασης» της «καθαρότητας», όπως το διατύπωσε ο ναζισμός, με στόχο να εξαφανιστούν οι διαφορές. Το αίτημα να εξαφανιστούν οι διαφορές καταλήγει στην πολιτική επιδίωξη να εξαφανιστούν οι «διαφορετικές» ανθρώπινες ομάδες.

Η υποτίμηση της εθνικής ταυτότητας γεννάει ρατσισμό και ο ρατσισμός νομιμοποιεί τις ακροδεξιές ιδέες.

Ένα ισχυρό παράδειγμα είναι ο αντισημιτισμός. Υπάρχουν δύο αντίθετα μεταξύ τους φαινόμενα. Είναι πολύ διαδεδομένος στην ελληνική κοινωνία, ενώ συγχρόνως πλήθος δεδομένα τεκμηριώνουν ότι αν έθετε μια έρευνα το ερώτημα, εάν είναι ο αντισημιτισμός διαδεδομένος στον ελληνικό λαό, θα ήταν συντριπτικά τα ποσοστά των αρνητικών απαντήσεων.

Το πόσο είναι διαδεδομένος το τεκμηριώνει μια πρόσφατη μεγάλη έρευνα για τον αντισημιτισμό στον κόσμο. Έγινε σε 102 χώρες από μια αμερικανική ΜΚΟ, την Antidefamation League και τα αποτελέσματα αναρτήθηκαν στον ιστότοπό της στις 15 Μαΐου φέτος.

Τα ψηλότερα ποσοστά εμφανίζονται, όπως είναι κατανοητό, στον αραβικό και ισλαμικό ιδίως κόσμο, με ψηλότερο στη μέση Ανατολή και ύστερα τη βόρειο Αφρική.

Στην Ευρώπη, τα ψηλότερα ποσοστά εμφανίζονται στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και κυμαίνονται από το ψηλότερο 45% στην Πολωνία και το χαμηλότερο 13% στην Τσεχία, ενώ στη δυτική Ευρώπη κυμαίνονται από το ψηλότερο 37% στη Γαλλία και το χαμηλότερο 4% στη Σουηδία.

Στην Ελλάδα ο αντισημιτισμός εμφανίζεται εντυπωσιακά ψηλότερος από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, ψηλότερος ακόμα και από το Ιράν και φτάνει στο υπερβολικό ποσοστό 69%, πράγμα που σημαίνει ότι εφτά στους δέκα Έλληνες έχουν αντισημιτικές πεποιθήσεις.

Παράλληλα είναι ελληνική ιδιαιτερότητα να μην είναι ο αντισημιτισμός αναγνωρίσιμος. Αντίθετα με αλλού εμφανίζεται σε κοινωνικές ομάδες με πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις θεωρητικά αντίπαλες με τα στερεότυπα, τις διακρίσεις, τις φυλετικές θεωρίες και τους ρατσισμούς.

Εμφανίζεται σε κοινωνικές ομάδες που ταυτίζονται με τα αριστερά κόμματα και αυτοαναγνωρίζονται μαχητές ενάντια στις διακρίσεις και τους ρατσισμούς.

Σε ψηλά ποσοστά οι έλληνες πολίτες δεν ταυτίζουν τις αντισημιτικές απόψεις και θέσεις με το ρατσισμό, τις διακρίσεις και τις ακροδεξιές ιδεολογίες. Η αντίφαση είναι μεγάλη, εκφράζουν αντισημιτικά στερεότυπα, ενίοτε κραυγαλέα και παράλληλα πιστεύουν ότι δεν είναι ρατσιστές ούτε αντισημίτες.

Τα παραδείγματα είναι πολλά. Θα περιοριστώ σε ένα βαριά συμβολικό, τις σχετικές δημόσιες δηλώσεις του μεγάλου και αγαπητού από όλους συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Το Μάιο του 2011, γεμάτη από ειλικρινή οργή για τους «συκοφάντες» που τον αποκαλούν αντισημίτη, γράφει με φορτισμένο ύφος ότι «μισεί» το «Φασισμό – Ναζισμό – Εθνικισμό – Αντικομμουνισμό και Αντισημιτισμό» κι ακόμα: «ματώσαμε για… τις ιδέες μας, έτσι έχουμε το δικαίωμα να ισχυριζόμαστε ότι αναδειχθήκαμε μεταξύ των πρωτεργατών στην υπεράσπιση των θυμάτων του Φασισμού και Αντισημιτισμού».

Στη συνέχεια, σε κραυγαλέα αντίφαση με αυτές τις φράσεις, καταλήγει ως εξής: «ο Σιωνισμός […] χρησιμοποιεί σαν άλλοθι το Ολοκαύτωμα για πράξεις καθαρά αντιδραστικού χαρακτήρα, όπως είναι η κρατική πολιτική του Ισραήλ και ο ρόλος παραγόντων του Εβραιοαμερικανικού λόμπυ στη διαμόρφωση της ιμπεριαλιστικής πολιτικής των ΗΠΑ. Έτσι κάθε κριτική χαρακτηρίζεται έντεχνα αντισημιτισμός […] Επειδή είμαι από εκείνους που δεν με σταματά τίποτα προκειμένου να πω την αλήθεια […] οι αντίπαλοί μου […] με μειώνουν ως άνθρωπο και ως συνθέτη. Κυρίως ως συνθέτη, γιατί οι Σιωνιστές ελέγχουν σε ποσοστό 99% τη μουσική ζωή της Οικουμένης».

Για να ερμηνευτεί αυτό το με την πρώτη ματιά αξιοπερίεργο φαινόμενο, να εκφράζονται τόσο κραυγαλέα αντισημιτικά στερεότυπα και συγχρόνως ο πομπός τους να μην έχει καθόλου συνείδηση, θα πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην υποτιμημένη εθνική ταυτότητα και το ρατσισμό που γεννάει ρατσισμό.

Ερευνητικά δεδομένα για το ρατσισμό στην ελληνική κοινωνία δείχνουν ότι οι έλληνες πολίτες δεν εμφανίζονται χωρίς ευαισθησία στο θέμα του ρατσισμού και των διακρίσεων.

Ακόμα και εκείνοι που διατυπώνουν ανοιχτά ρατσιστικές θέσεις, τις αναγνωρίζουν και κάνουν απόπειρες αποποίησης του στίγματος ότι είναι ρατσιστές, δηλαδή τουλάχιστον σχεδόν όλοι αναγνωρίζουν το ρατσισμό και το μεγαλύτερο ποσοστό αρνείται να ταυτιστεί μαζί του. Τον αναγνωρίζουν με εξαίρεση τον αντισημιτισμό, αλλά όχι μόνο.

Υπάρχει άλλη μία εξαίρεση που αποκαλύπτει μια μεγάλη παρανόηση, πλατιά διαδεδομένη για το τι είναι ρατσισμός.

Σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα, οι Έλληνες αναγνωρίζουν το ρατσισμό αλλά μόνο όταν αφορά τους λαούς εκείνους που ο ρατσισμός θεωρεί «κατώτερους». Δηλαδή τον αναγνωρίζουν άμεσα σε κάθε υποτιμητική φράση που αφορά π.χ. τους Αλβανούς και άλλους υποτιθέμενους κατώτερους, δεν τον αναγνωρίζουν όμως καθόλου σε εξίσου υποτιμητικές φράσεις που αφορούν π.χ. τους Άγγλους ή τους Γερμανούς, δηλαδή τους υποτιθέμενους ανώτερους.

Σαν να μην ήταν ο ρατσισμός στερεοτυπική γενίκευση που αποδίδει μειωτικά χαρακτηριστικά σε μιαν οποιαδήποτε ανθρώπινη ομάδα. Σαν να ήταν δημόσια αναγνώριση μιας εξ αντικειμένου κατωτερότητας, μιας ήδη δοσμένης κατώτερης ύπαρξης.

Εδώ αποχτάει νόημα η αλλιώς ακατανόητη μη αναγνώριση του αντισημιτισμού. Ο αντισημιτισμός συνοψίζεται σε μια σειρά στερεότυπα που εμπνέουν μίσος, καθώς περιγράφουν τους Εβραίους γενικά σαν ένα κακό, επικίνδυνο για τα άλλα έθνη αποδίδοντάς τους την ευθύνη για όλα τα δεινά του κόσμου.

Στην Ελλάδα η πιο ακραία και παραληρηματική σχεδόν μορφή αυτού του μίσους με αναφορά στον κίνδυνο που αποτελεί «ο διεθνής σιωνισμός» για «το ελληνικό έθνος» ανήκει στη Χρυσή Αυγή.

Ο κίνδυνος, κατά τους φιλοναζιστές της ΧΑ, πηγάζει από μια περιγραφή του, που παρουσιάζει τον «διεθνή σιωνισμό» να κατέχει μια υπερδύναμη πλανητικής έκτασης και εμβέλειας, τελείως αστήριχτη στα αντικειμενικά δεδομένα και τη στοιχειώδη λογική.

Περιγράφεται το μυθικό θηρίο, ο «διεθνής σιωνισμός» να κατέχει τον έλεγχο της παγκόσμιας οικονομίας, τον έλεγχο της κυβέρνησης των ΗΠΑ, του διεθνούς χρηματιστηριακού κεφαλαίου, των ΜΜΕ όλης της οικουμένης…

Αν τώρα συνδέσουμε τα παραπάνω με το πώς αντιλαμβάνεται μεγάλο μέρος των Ελλήνων το ρατσισμό, σαν την υποτίμηση εκείνων που είναι εξ αντικειμένου, φτωχοί, περιθωριοποιημένοι και ιδίως ανίσχυροι, ερμηνεύεται γιατί ο αντισημιτισμός είναι μη αναγνωρίσιμος. Αφορά μια ανθρώπινη ομάδα που το μίσος εναντίον της τροφοδοτεί μια γιγάντια διαστρέβλωση, καθώς παρουσιάζει τα μέλη της να κατέχουν μια φαντασιακή και παγκόσμια υπερδύναμη που ελέγχει το σύνολο του πλανήτη.

Συνοψίζοντας, το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου είναι η ανάλυση που αναδεικνύει ότι οι θεσμοί και ιδίως το εκπαιδευτικό σύστημα, καθηλωμένο σε μια ανεπίκαιρη εθνική ιδεολογία άλλων εποχών, διαμορφώνουν μια  εθνική ταυτότητα εύθραυστη, αμφίθυμη και ανασφαλή.

Τεκμηριώνει ότι αυτό το ιδεολογικό υπόβαθρο παραφθείρει την εθνική αυτογνωσία, καλλιεργεί ανοχή στις ακροδεξιές ιδεολογίες και, με την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης που είχε οδυνηρές συνέπειες, έπαιξε έντονα αρνητικούς ρόλους σε όλα τα πεδία ιδίως της αντιπολίτευσης ενάντια στη «μνημονιακή πολιτική».

Οδήγησε να μεταμφιεστεί η όλη αντιπολίτευση απέναντι στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης από πολιτική σύγκρουση σε «εθνική» υπόθεση ανάμεσα σε Έλληνες και «ξένους». Καλλιέργησε έναν άκριτο και φανατικό εθνικισμό, με συνέπεια η πολιτική σύγκρουση ιδεών για όλα τα διακυβεύματα τα σχετικά με την κρίση, με την ΕΕ και με την παγκοσμιοποίηση να μεταμφιεστεί από πολιτική σύγκρουση σε αντιπαράθεση ανάμεσα σε «πατριώτες» και «προδότες».

Με άλλα λόγια, η αντιπολίτευση απέναντι στη διαχείριση της οικονομικής κρίσης και στη διαπραγμάτευση με την ΕΕ θα ονομαστεί αντιπαράθεση για την εθνική «ανεξαρτησία». Αυτό θα αλλοιώσει την πολιτική μάχη, θα εμποδίσει την αποτελεσματική διαχείριση της κρίσης και των διαπραγματεύσεων, αλλά θα εμποδίσει εξίσου και την αποτελεσματική αντιπολίτευση.

Τέλος, όπως αναλύεται στο βιβλίο, θα οδηγήσει σε μια ευρύτερη κρίση των κοινοβουλευτικών θεσμών και της δημοκρατίας, φαινόμενο που μεταξύ άλλων εξίσου σοβαρών αρνητικών επιπτώσεων λειτουργεί καλλιεργώντας συναίνεση στην ακροδεξιά.-«

Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς, Άννα Φραγκουδάκη, Αλεξάνδρεια, 2013

Η Άννα Φραγκουδάκη είναι καθηγήτρια κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έζησε στη Γαλλία, 1964-1976, όπου σπούδασε κοινωνιολογία και ειδικεύθηκε στην κοινωνιολογία της παιδείας.

Είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Rene Descartes – Paris V (1975, τμήμα επιστημών της εκπαίδευσης) και υφηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (1978, Φιλοσοφική Σχολή). Έχει διευθύνει έρευνες με αντικείμενο τα περιεχόμενα των σχολικών εγχειριδίων, τον εθνοκεντρισμό του εκπαιδευτικού συστήματος, τις κοινωνικές ανισότητες στην εκπαίδευση.

Οι κύριες δημοσιεύσεις της αφορούν τις κοινωνικές ανισότητες, τις διακρίσεις με βάση το φύλο και την κουλτούρα, την ιστορική διγλωσσία και την κοινωνική της λειτουργία, την ανάλυση των σχολικών βιβλίων, τον εθνοκεντρισμό και το ρατσισμό στην εκπαίδευση.


http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/anna-fragkoydaki-i-akrodeksia-stin-ellada-den-epese-apo-ton-oyrano