Σκέψεις για το Μέγαρο Μουσικής. Του Αλκίνοου Ιωαννίδη

«[…] Αν έλεγε κανείς στους κατοίκους της Γλασκώβης, της Σεούλ, του Καράκας, του Σικάγο, της Στοκχόλμης, της Αβάνας, του Παρισιού ή της Μόσχας πως το δικό τους Μέγαρο πρέπει να κλείσει, θα τον έπαιρναν με τις πέτρες αριστεροί, δεξιοί, πλούσιοι, φτωχοί, αναρχικοί και λογιστές. Εδώ, μεγάλο και σοβαρό κομμάτι της κοινωνίας σχεδόν το επιθυμεί. Και όποιος υποστηρίζει τη συνέχιση της λειτουργίας του, κινδυνεύει. Λοιπόν, την υποστηρίζω! […]  Εύχομαι λοιπόν το Μέγαρο να συνεχίσει να λειτουργεί. Για αυτό που είναι, αλλά κυρίως για αυτό που μπορεί και πρέπει να γίνει: μια προέκταση των σπιτιών μας, ένα αναπόσπαστο κομμάτι του σώματος και της ψυχής μας. Δικό μας, καθαρό, δημιουργικό, φιλόξενο, δοτικό, ζωντανό και ανοιχτό, σε μια κοινωνία όπου τα μέλη της θα αναλαμβάνουν την ευθύνη της συμμετοχής τους στον πολιτισμό, καθορίζοντάς τον. Αλλιώς, κλείσει – δεν κλείσει, μικρή σημασία θα έχει.» Του Αλκίνοου Ιωαννίδη

Αγαπητοί συμπολίτες,

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, λόγω μουσικής, αλλά και έμφυτης τσιγγανιάς, ταξίδεψα πολύ. Είχα την ευκαιρία να παίξω και να παρακολουθήσω συναυλίες σε χώρους αντίστοιχους του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Είδα στο Lincoln Center της Νέας Υόρκης τσούρμο τους φοιτητές να ακούνε Στραβίνσκι εκστατικοί. Πανκιά στο Seagate του Newcastle να βγαίνουν για διάλειμμα από κονσέρτο για πιάνο. Άνεργους με εισιτήριο διαρκείας στο Queen Elizabeth Hall του Λονδίνου. Νέους να περνάνε σαν να είναι στο σπίτι τους από τους διαδρόμους του Bozar στις Βρυξέλλες. Παππούδες και γιαγιάδες με τα εγγονάκια τους στη Φιλαρμονική του Βερολίνου ή στην Όπερα της Τυφλίδας. Παιδάκια να οργώνουν ανενόχλητα (και χωρίς κανείς να ενοχλείται) το φουαγιέ της Carl Orff Saal στο Μόναχο.

Στη διάρκεια της πολιορκίας της Αγίας Πετρούπολης από τους Ναζί, όσοι μουσικοί ήταν ακόμη ζωντανοί έπαιξαν στη Φιλαρμόνια τη συμφωνία «Λένινγκραντ» του Σοστακόβιτς. Αναμεταδόθηκε ραδιοφωνικά στο κάθε χαράκωμα του μετώπου, ανέβασε κατακόρυφα το ηθικό του Σοβιετικού στρατού και, όπως λένε, άλλαξε την έκβαση του πολέμου. Στον ίδιο χώρο μερικές δεκαετίες αργότερα, είδα έφηβο ζευγαράκι να ακούει μαγεμένο την 4η του Τσαϊκόφσκι. Εκεί, κάποια άλλη μέρα, μια καθαρίστρια με τα ρούχα της δουλειάς μού ανέλυε στο αυτί τη 2η του Προκόφιεφ.

Έζησα από κοντά την αντίσταση του προσωπικού της όπερας του Καΐρου στον θρησκευτικό φανατισμό, πέρσι, όταν αυτός κυβερνούσε. Είχαν το θάρρος να απεργήσουν μαζικά πριν τις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις και με άμεσο κίνδυνο της ζωής τους. Και έμαθα για τις όπερες άλλων χωρών που έκλεισαν συμβολικά, σε ένδειξη συμπαράστασης.

Η ουσιαστική προσφορά και η λειτουργία τέτοιων οργανισμών αναγνωρίζεται από τους πολίτες σαν πολύτιμη και αναντικατάστατη, όχι μόνο στις πρωτεύουσες, αλλά και σε μικρές πόλεις, ακόμη και σε χωριά του εξωτερικού.

Αν έλεγε κανείς στους κατοίκους της Γλασκώβης, της Σεούλ, του Καράκας, του Σικάγο, της Στοκχόλμης, της Αβάνας, του Παρισιού ή της Μόσχας πως το δικό τους Μέγαρο πρέπει να κλείσει, θα τον έπαιρναν με τις πέτρες αριστεροί, δεξιοί, πλούσιοι, φτωχοί, αναρχικοί και λογιστές. Εδώ, μεγάλο και σοβαρό κομμάτι της κοινωνίας σχεδόν το επιθυμεί. Και όποιος υποστηρίζει τη συνέχιση της λειτουργίας του, κινδυνεύει. Λοιπόν, την υποστηρίζω!

Στην εικόνα που έχει μεγάλο μέρος της κοινωνίας για το Μέγαρο, πρωταγωνιστεί για χρόνια η θείτσα με τον σωφέρ. Το λάθος όμως δεν είναι η θείτσα που είναι μέσα. Είναι ο σωφέρ που την περιμένει απ’ έξω. Είναι όσοι πολίτες ζουν σαν να μην υπάρχει αυτός ο χώρος και για αυτούς. Που, για κάποιους λόγους, δεν τον έκαναν και δικό τους. Κι ας χτίστηκε με τα χρήματά τους, μαζί με χορηγίες ιδιωτών και εταιρειών – μικρό αντίδωρο για τα όσα πήραν από τον κόσμο.

Ο χώρος αυτός ανήκει σε όλους τους κατοίκους του τόπου. Ανήκει εξίσου στον χορηγό και στον άνεργο ή στον φοιτητή, που μπορεί να παρακολουθήσει δωρεάν ή με ελάχιστο εισιτήριο σπουδαίες συναυλίες κλασικής και άλλης μουσικής, έχοντας ελεύθερη πρόσβαση σε μια ανοιχτή, σύγχρονη μουσική βιβλιοθήκη.

Το ερώτημα αν τέτοιοι χώροι ανήκουν στην ελίτ ή όχι, οι περισσότερες κοινωνίες το έχουν απαντήσει προς όφελός τους εδώ και αιώνες, από την Αναγέννηση ή τη Γαλλική Επανάσταση. Εμείς αναμασάμε με εμμονή μια σκοταδιστική, μεσαιωνική αντίληψη, βολεμένοι στην αποχή που δεν απαιτεί προσωπική και συλλογική προσπάθεια. Ο μέσος έλληνας σήμερα δε γνωρίζει ούτε ένα όνομα (για το έργο δεν συζητάμε) ενός παλιού ή σύγχρονου έλληνα κλασικού συνθέτη. Ίσως μόνο του Σκαλκώτα, ή του Ξενάκη. Μπα, ούτε κι αυτά. Πιο πολύ «σαν στο σπίτι μας» αισθανόμαστε εκεί όπου χαρτζηλικώνουμε τον μετρ για καλό τραπέζι και πληρώνουμε το φυστίκι για χαβιάρι προκειμένου να παρακολουθήσουμε ένα άθλιο πρόγραμμα (παίζω κι εγώ συχνά σε τέτοια μέρη), παρά στο Μέγαρο. Εκτός ίσως από τις λίγες φορές που παρόμοια προγράμματα παρουσιάστηκαν και στο Μέγαρο. Χωρίς φυστίκι, αλλά με ανάλογη αισθητική.

Το Μέγαρο Μουσικής έχει “ανοίξει” πολύ – αν και όχι αρκετά – τα τελευταία χρόνια, μέσα από συνειδητές και επίπονες προσπάθειες. Το βλέπει κανείς συχνά γεμάτο από ελεύθερα (καθόλου “πρόσεχε, στο Μέγαρο είσαι”) παιδάκια. Το κοινό, σε εποχή δύσκολη, αυξάνεται ραγδαία, κυρίως από νέους. Άνθρωποι διαφορετικών “κοινωνικών στρωμάτων” και πολιτικών τοποθετήσεων το επισκέπτονται όλο και συχνότερα. Το επίπεδο των συναυλιών του δεν πέφτει, παρά την οικονομική δυσκολία. Οι περισσότερες συναυλίες είναι sold-out. Οι κήποι του γεμίζουν το καλοκαίρι από χιλιάδες έφηβους. Και το Ανοιχτό Ωδείο για παιδιά ανέργων και απόρων, φαίνεται πως τελικά θα ξεκινήσει τη λειτουργία του τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Παρ’ όλα αυτά, το στίγμα του άνδρου της μπουρζουαζίας δεν φεύγει. Γιατί άραγε;

Για πολλούς λόγους, ανάμεσά τους και αυτοί:

Ο ιδρυτής του, Χρήστος Λαμπράκης, ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές μιας εποχής που έφερε καταστροφικά αποτελέσματα. Βέβαια, οι περισσότεροι χώροι του εξωτερικού χτίστηκαν από τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων, οι παλαιότεροι από βασιλιάδες και τοπικούς άρχοντες, οι νεώτεροι από σύγχρονους άρχοντες, επιχειρηματίες και πολιτικούς, που είτε ήταν πράγματι φιλότεχνοι, είτε κάποιος σύμβουλος τούς σφύριξε κάτι για την υστεροφημία τους. Ο Λαμπράκης ήταν, ανάμεσα σε άλλα, στ’ αλήθεια φιλότεχνος. Υπήρξε καλλιτέχνης ο ίδιος στα νιάτα του, ήξερε την κλασική μουσική καλά, την αγαπούσε φανατικά, ενώ γνώριζε και την παγκόσμια μουσική παράδοση. Αντί να αγοράσει ποδοσφαιρική ομάδα, όπως οι περισσότεροι συνάδελφοί του, χρησιμοποίησε τη δύναμή του για να χτιστεί το Μέγαρο Μουσικής. Και το έχτισε όπως ο ίδιος καταλάβαινε, δυστυχώς με μάρμαρα και πολυέλαιους, ατυχώς δίπλα στην Αμερικανική πρεσβεία. Και το ονόμασε Μέγαρο, όνομα καθόλου οικείο για όσους δεν γεννηθήκαμε και δεν ζούμε σε μέγαρα. Και το έκανε εκ πρώτης όψεως αφιλόξενο και κρύο. Και μετά του πρόσθεσε άλλη μια πτέρυγα, μεγαλομανώς αμετροεπή. Πάντως, καλώς ή κακώς, το έχτισε. Με το μεράκι του και με τα χρήματα του κόσμου.

Η ανά τους αιώνες εξάρτηση της κλασικής μουσικής από τους πολιτικούς, θρησκευτικούς και οικονομικούς “προύχοντες”, αποτελεί μέρος της ιστορίας της. Προϋπέθετε πάντα μεγάλους χώρους με καλή ακουστική, ακριβά όργανα, πρόβες μεγάλου αριθμού μουσικών, δομημένη μουσική κατάρτιση, έξοδα μετακίνησης και φιλοξενίας ολόκληρων ορχηστρών, οικονομική στήριξη των συνθετών, που γράφουν συχνά ένα έργο για χρόνια. Όπως συνέβαινε τηρουμένων των αναλογιών και με το Αρχαίο Δράμα. Αυτές οι ανάγκες δεν της επέτρεψαν να αυτονομηθεί, με εξαίρεση κάποιες (λίγες) ριζοσπαστικές προσπάθειες σύγχρονων μουσικών ομάδων. Η μουσική στην οποία εγώ ανήκω, έρχεται από άλλη, πιο αυτόνομη παράδοση. Έρχεται από τους τροβαδούρους που περιόδευαν χωρίς σπόνσορα και υποτέλεια, μεταφέροντας αισθήματα, νέα, θρύλους, αντιλήψεις, όνειρα και πραγματικότητες. Κι αυτήν όμως τη βλέπουμε να έχει παραδοθεί σχεδόν αμαχητί στους κανόνες των εταιρειών, του κέρδους και της show-business εδώ και δεκαετίες. Παρ’ όλα αυτά, στη συνείδηση του ακροατή θεωρείται πιο “ελεύθερη” και πιο “δική μας”.

Δεν υπήρξε επιτυχής στρατηγική από πλευράς Μεγάρου (ας μην αναφερθώ στα υπουργεία) για τη γνωριμία του μεγάλου ελληνικού κοινού με την κλασική μουσική: Σε μια χώρα χωρίς τέτοιου είδους έντονες αναφορές, δεν έγινε μια σταδιακή μύηση του κοινού σε έναν κόσμο σπουδαίο, ούτε προέκυψε μια αβίαστη, φυσική όσμωση των ειδών. Ξεκίνησε τη λειτουργία του σε μια Ελλάδα-φούσκα, χωρίς όραμα, χωρίς αισθητική, μπερδεμένη και δυσοίωνη. Σε μια χώρα χωρίς μουσική ακαδημία, παρά τις εξαγγελίες. Όπου η παράδοση αντιμετωπιζόταν σαν μουσειακή συντήρηση και η κλασική μουσική σαν συντήρηση σκέτη. Όπου ο κάθε ανήσυχος καλλιτεχνικά άνθρωπος έμπαινε κάτω από την ταμπέλα του κουλτουριάρη. Όπου ο κάθε “λόγιος” μέτριος μουσικός σνόμπαρε ό,τι αληθινό είχε να δείξει ο τόπος (οι σπουδαίοι δεν σνόμπαραν ποτέ). Όπου το χαλαρωμένο βιμπράτο των παρηκμασμένων εγχώριων “μεγάλων φωνών”, έπινε ένα ποτήρι σαμπάνια με την αρπαχτή πρώην μεγάλων ονομάτων του εξωτερικού. Και μέσα σ’ αυτό, πραγματικά μέγιστες φωνές και μέγιστοι μαέστροι και μέγιστοι μουσικοί και μέγιστοι συνθέτες και υπεράνθρωπες προσπάθειες του προσωπικού του Μεγάρου, να χάνονται. Στιγμές ανεκτίμητης αλήθειας, πέντε νότες σαν καρφιά στο είναι σου, στιγμές έξω από τη σύμβαση, έξω από το χώρο και το χρόνο, δεν αναδείχτηκαν με τρόπο ώστε να χαραχτούν στη συλλογική μας συνείδηση. Εκεί χάθηκε ένα μεγάλο στοίχημα.

Μέχρι σήμερα, η μοναχική προσπάθεια και η ευφάνταστη νέα δημιουργία και έκφραση σε μικρά στέκια, ομάδες και συλλογικότητες, δεν στηρίζεται από την πολιτεία. Τόσα χρόνια, αν δεν πολεμάται, αφήνεται στην τύχη της. Ιδιαίτεροι άνθρωποι απελπίζονται, κουράζονται και παραιτούνται, ανεπιθύμητοι και ηττημένοι. Κι αυτό δε βοηθά ούτε τη χώρα, ούτε το Μέγαρο. Γιατί, σε ένα χωριό ακατοίκητο και γκρεμισμένο, ένα ολοκαίνουργιο, ολόφωτο και αστραφτερό παλάτι προκαλεί γέλιο ή μίσος.
Ή και τα δύο.

Οι συναυλίες, κυρίως στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, θύμιζαν υπουργικά συμβούλια. Αλλά και σήμερα, η δημοσιότητα που δίνεται από τα ΜΜΕ για μια ομιλία ενός υπουργού ή βιομήχανου σε αίθουσα του Μεγάρου, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από μια σπουδαία συναυλία. Έτσι η εικόνα που χαράζεται στη συνείδηση του κόσμου για το Μέγαρο, καμιά σχέση δεν έχει τελικά με την τέχνη. Το βλέπει κάποιος στις ειδήσεις και σκέφτεται “Τι γυρεύω εγώ εκεί μέσα…” Κι άντε να τον πείσεις πως δεν είναι μόνο αυτό, πως κάποιοι ξημεροβραδιάζονται για να ακουστεί μια νότα καλύτερα, για να εκφραστεί μια πτυχή της ψυχής μας βαθύτερα, για μια λεπτομέρεια αδιόρατη, για μια απαραίτητη τεχνική πατέντα. Οι εργαζόμενοι εργάζονται πράγματι, σκληρά και με πάθος για τη μουσική, πολύ πέραν του ωραρίου και των τυπικών υποχρεώσεών τους. Μέσα σε όλη αυτή την καταιγίδα, μέχρι στιγμής δεν απολύθηκε κανείς. Οι μειώσεις των μισθών υπήρξαν μικρές για τους χαμηλά και μεσαία αμειβόμενους, ενώ για τους “υψηλόβαθμους” και τους διευθυντές πολύ μεγάλες, αφού πολύ μεγάλες ήταν και οι απολαβές τους στα “καλά” χρόνια. Οι θέσεις πάντως του Δ.Σ. είναι πραγματικά άμισθες: ούτε έξοδα μετακίνησης, ούτε αμοιβή για τις συνεδριάσεις, ούτε οποιαδήποτε άλλη απολαβή, πέρα από το δικαίωμα της δωρεάν στάθμευσης. Και το δικαίωμα να θεωρείσαι τσιράκι της εξουσίας και να καθυβρίζεσαι χωρίς έλεος από όσους δεν έχουν ιδέα για το τι συμβαίνει και γιατί παλεύεις. Ακούω ήδη το κράξιμο να έρχεται εκκωφαντικό και τις επιθέσεις εξευτελιστικές και στενάχωρες. Συνεχίζω:

Το Μέγαρο ήδη αλλάζει με πολύ γρήγορα βήματα. Και αυτή η αλλαγή συντελείται με πολύ κόπο, κάτω από συνθήκες εξαιρετικά δύσκολες. Η κρατική ενίσχυσή του τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί στο 1/4 και δεν εκταμιεύεται λόγω φοροτεχνικών προβλημάτων, ενώ είναι κατά 5/6 μικρότερη από αυτή αντίστοιχων οργανισμών που χρηματοδοτούνται από το ελληνικό κράτος. Και ενώ, χωρίς τους πόρους του παρελθόντος, το πρόγραμμά του παραμένει πλούσιο, ενώ τα έσοδα από τα εισιτήρια αυξάνονται, το οικονομικό βάρος των δανείων της κατασκευής του νέου κτηρίου (δάνεια που υπέγραφαν ως εγγυητές οι εκάστοτε κυβερνώντες όσο ζούσε ο Λαμπράκης) το οδηγεί στο τέλος.

Από όσα μπόρεσα να καταλάβω, και όσο μπορώ να έχω καθαρή εικόνα σαν Μέλος του Δ.Σ. τα τελευταία τρία δύσκολα χρόνια, οι επιλογές είναι οι εξής:

1. Πώληση του Μεγάρου σε ιδιώτη: Με λίγα λόγια, κάποιος να πάρει κοψοχρονιά ό,τι χτίστηκε με τα χρήματα του κόσμου. Αυτό απαλλάσσει την κυβέρνηση από το χρέος, απαλλάσσει και εμάς, την κοινωνία, από την υποχρέωση να στηρίξουμε και να βελτιώσουμε την ύπαρξη και τη λειτουργία του. Χάνει η πολιτεία ένα κτήριο ανυπολόγιστης οικονομικής αξίας και όλοι μας έναν χώρο και έναν οργανισμό μουσικής, που με όλα τα στραβά του είναι ανεκτίμητος. Δεν συμπαθώ περισσότερο το κράτος από τους ιδιώτες. Παρ’ όλα αυτά, η λύση της πώλησης μού φαίνεται άδικη, ανεπανόρθωτη, κοντόφθαλμη και καταστροφική.

2. Κλείσιμο μέχρι νεωτέρας: Προσωρινή μη-λύση, αφού έτσι όχι μόνο δεν ξεχρεώνεται το κτήριο, αλλά στερείται και των εσόδων από εισιτήρια και ενοικιάσεις αιθουσών. Οι εργαζόμενοι στο δρόμο και αυτό να ρημάζει, μέχρι να εμφανιστεί και πάλι ο τυχερός από μηχανής θεός που θα το πάρει ακόμα φτηνότερα και χωρίς υπαλλήλους. Όσοι φωνάζουν “να κλείσει!”, ή δεν το έχουν σκεφτεί καλά, ή άλλα συμφέροντα υπηρετούν. Παρ’ όλα αυτά, αν κανείς υπουργός δεν αναλάβει την ευθύνη να φέρει άμεσα το σχετικό νομοσχέδιο στη Βουλή, φοβούμενος τις συνέπειες εν όψει εκλογών, το Μέγαρο κινδυνεύει να κλείσει αναγκαστικά. Αυτή η ευθύνη θα έπρεπε να βαραίνει περισσότερο από τις χαμένες ψήφους.

3. Ανάληψη του χρέους από το κράτος, δηλαδή από τον εγγυητή των δανείων: Παίρνει τη νέα πτέρυγα (όχι την παλιά, όπως γράφτηκε) και αποκτά πλειοψηφία στο νέο Δ.Σ. των δύο κτηρίων (σήμερα πέντε μέλη εκπροσωπούν την πολιτεία και άλλα πέντε τον Σύλλογο Φίλων της Μουσικής, σε ένα ιδιότυπο ημι-κρατικό καθεστώς). Το κράτος, στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να εγγυηθεί τη λειτουργία του χώρου σαν πολιτιστικού οργανισμού και τη μη πώλησή του για μεγάλο διάστημα. Μακάρι, αν αυτή η λύση επικρατήσει, να το διαχειριστεί σωστά. Στο νέο Δ.Σ. που θα προκύψει, απελευθερωμένο σε μεγάλο βαθμό από τα τεράστια οικονομικά και κτηριακά βάρη, θα πέσει και η ευθύνη της αληθινής ενσωμάτωσης του Μεγάρου στη ζωή όλης της χώρας. Ώστε, όποτε μια καλύτερη και πιο συμμετοχική κοινωνία προκύψει, το Μέγαρο να είναι στη διάθεση των πολιτών και να μην έχει γίνει ιδιωτικό εμπορικό κέντρο ή πολυ-κινηματογράφος με χολλυγουντιανό ρεπερτόριο. Να έχει σωθεί κάτι.

Αργά ή γρήγορα το θέμα θα πάει στη Βουλή. Προσφέρεται για λαϊκισμό όσο κανένα άλλο. Θα ακουστούν πολλά, σωστά και λανθασμένα, ειλικρινή και συμφεροντολογικά. Ίσως να αποκαλυφθούν πράγματα που δεν γνωρίζαμε, ίσως και να υπάρξουν εξελίξεις που θα ακυρώνουν το όποιο νόημα αυτού του μακροσκελούς κειμένου. Φοβάμαι πάντως πως στη στάση των κομμάτων δεν θα μετρήσει η μουσική ή το επίπεδο που πέφτει ασταμάτητα εδώ και χρόνια σε έναν τόπο που όλο σκοτεινιάζει. Το αν θα ταχθεί κάποιος υπέρ ή κατά της συνέχισης της λειτουργίας του, πιθανότατα δεν θα έχει να κάνει με την ουσία της υπόθεσης, όσο συχνά κι αν ακουστεί η λέξη “πολιτισμός”. Κι όμως, μακάρι για μια φορά οι πολιτικοί να σκεφτούν και να ψηφίσουν χωρίς κομματικά ή επιχειρηματικά κριτήρια, για το καλό αυτού του τόπου, αναλαμβάνοντας την ευθύνη τους απέναντι στους πολίτες, σημερινούς και μελλοντικούς.

Σε μια χώρα όπου όλα κατρακυλούν, όπου κλείνουν σχολεία, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, σπίτια και ζωές, το κλείσιμο του Μεγάρου Μουσικής μοιάζει σαν φυσικό επακόλουθο της χιονοστιβάδας που μας ισοπεδώνει. Καμιά λύση που φορτώνει έναν παραφορτωμένο λαό με επιπλέον χρέος δεν είναι καλή. Αλλά, μέσα στη δυσκολία μας, ίσως η συνέχιση και κυρίως η βελτίωση της λειτουργίας του Μεγάρου να κρατήσει λίγο φως.

Δεν έχω ταλέντο στα οικονομικά. Μπορεί να κάνω λάθος, όμως πιστεύω πως αν αυτά τα κρατικά χρήματα δεν πάνε στο Μέγαρο, με κανέναν τρόπο δεν σημαίνει πως θα πάνε στην παιδεία, στην υγεία, στην πρόνοια ή όπου αλλού. Θα μπούν πιθανότατα στη μαύρη τρύπα των «στόχων» που επιβάλλονται έξωθεν και θα χαθούν στη θολή λογιστική που μας τρώει. Μαζί, θα έχει φαγωθεί και το Μέγαρο. Η ζωή δεν θα γίνει καλύτερη, ούτε θα βγούμε από την κρίση μια ώρα αρχύτερα. Αντίθετα, όσο φτωχαίνει ο τόπος, τόσο πιο δύσκολα θα ανακάμψουμε.

Εύχομαι λοιπόν το Μέγαρο να συνεχίσει να λειτουργεί. Για αυτό που είναι, αλλά κυρίως για αυτό που μπορεί και πρέπει να γίνει: μια προέκταση των σπιτιών μας, ένα αναπόσπαστο κομμάτι του σώματος και της ψυχής μας. Δικό μας, καθαρό, δημιουργικό, φιλόξενο, δοτικό, ζωντανό και ανοιχτό, σε μια κοινωνία όπου τα μέλη της θα αναλαμβάνουν την ευθύνη της συμμετοχής τους στον πολιτισμό, καθορίζοντάς τον. Αλλιώς, κλείσει – δεν κλείσει, μικρή σημασία θα έχει.-

Alkinoos.gr

Βία και πολιτική στη μαρξιστική θεωρία. Tου Ζήση Δ. Παπαδημητρίου

09:06, 01 Μαρ 2014 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/149695

[…] Η έλλειψη ουσιαστικής πολιτικής στράτευσης ειρηνικού χαρακτήρα έχει μετατρέψει τους πολίτες αναγκαστικά σε καταναλωτές πολιτικών ειδήσεων. Έτσι, η ελληνική κοινωνία π.χ. παρουσιάζει την εικόνα  μιας κοινωνίας, φραστικά τουλάχιστον υπερπολιτικοποιημένων, ουσιαστικά ωστόσο απολιτικών όντων, τα οποία, αντί να αντισταθούν μαζικά στο σύστημα εξουσίας, καταφεύγουν στους εκάστοτε φορείς του, προκειμένου να λύσουν τα προβλήματά τους, καθιστώντας την έννοια του ενεργού πολίτη κενό γράμμα […] Η σχέση βίας και πολιτικής είναι σχέση διαλεκτική και υπόκειται στη λογική της εξέλιξης, γι΄αυτό και κάθε εποχή διαμορφώνει με το δικό της τρόπο τις συνθήκες απελευθέρωσης του ανθρώπου από τα δεσμά της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Το γεγονός ότι τα επαναστατικά κινήματα του παρελθόντος απέτυχαν, δεν σημαίνει πως η ανθρωπότητα είναι καταδικασμένη στην απραξία και την  καταστροφή, αρκεί εμείς οι άνθρωποι να συνειδητοποιήσουμε την αναγκαιότητα της συλλογικής δράσης ως μέσο απελευθέρωσης.  (Βία και πολιτική στη μαρξική θεωρία[1]  Του Ζήση Δ. Παπαδημητρίου[2])

Ο ρόλος της βίας στην ιστορία αποτελεί, ως γνωστόν, κεντρικό σημείο στην κοινωνική θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού. «Η βία», γράφει ο Κάρολος Μαρξ , «είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μέσα της μια καινούργια.  Η ίδια αποτελεί οικονομική δύναμη»[3].

Με τον ορισμό αυτό, ο Μαρξ δίνει το στίγμα της επαναστατικής βίας, την οποία και συνδέει άμεσα με την ιστορική εξέλιξη της ανθρωπότητας, τις οικονομικές σχέσεις, τις μορφές εξουσίας που αυτές συνεπάγονται και τέλος με τη διαδικασία συνειδητοποίησης των μαζών.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι στο διάλογο για το ρόλο της βίας πολλοί μελετητές, όταν παραπέμπουν στην έννοια της βίας στο Μαρξ, αποφεύγουν να αναφέρουν τη συμπληρωματική φράση «η ίδια αποτελεί οικονομική δύναμη» που εκφράζει και την πεμπτουσία της υλικής διάστασης της πολιτικής βίας, καθώς τη συνδέει με την έννοια των παραγωγικών σχέσεων και την ιδιοκτησία.

Ο Μαρξ, τον οποίο επικαλούνται συχνά οι θιασώτες της ατομικής βίας, όπως πολύ σωστά παρατηρεί η Χάννα ‘Αρεντ σε δοκίμιό της για τη βία «είχε επίγνωση του ρόλου της βίας στην ιστορία, αλλά και για κείνον τούτος ο ρόλος ήταν δευτερεύων. Δεν ήταν η βία που επέφερε το τέλος της παλιάς κοινωνίας, αλλά οι εγγενείς αντιφάσεις της. Τα ξεσπάσματα της βίας προηγούντο τα της αναδύσεως μιας νέας κοινωνίας αλλά δεν την προκαλούσαν, γι΄αυτό και ο Μαρξ  τα παρουσιάζει με τις ωδίνες του τοκετού, οι οποίες προηγούνται μεν του γεγονότος της οργανικής γεννήσεως, αλλά φυσικά δεν το προκαλούν. Με το ίδιο πνεύμα θεωρούσε το κράτος ως εργαλείο βίας στα χέρια της άρχουσας τάξης. Αλλά η πραγματική δύναμη της άρχουσας τάξης  δεν συνίστατο ούτε στηριζόταν στη βία. Οριζόταν από τον ρόλο που έπαιζε η άρχουσα τάξη στην κοινωνία ή ακριβέστερα από τον ρόλο της στη διαδικασία παραγωγής»[4].

Ορισμένοι, προκειμένου να  δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα της ένοπλης σύγκρουσης με το πολιτικό σύστημα, επικαλούνται τη γνωστή ρήση του Μαρξ ότι «το όπλο της κριτικής δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κριτική των όπλων» ή ακόμη και την άποψη του Μάο Τσε Τουνγκ ότι «η δύναμη απορρέει από την κάννη ενός όπλου», όμως οι απόψεις αυτές αποτελούν περισσότερο υπενθυμίσεις ότι το κεφαλαιοκρατικό σύστημα δεν σκοπεύει να παραιτηθεί εθελοντικά από την εξουσία και πως θα χρησιμοποιήσει με κάθε τρόπο τους μηχανισμούς καταστολής που διαθέτει, είτε με τη μορφή της αστυνομίας και του στρατού, είτε με τον αποκλεισμό των μαζών από τη συμμετοχή στην κατανομή του κοινωνικού πλούτου.

Η άποψη του Μαρξ πως «το κλειδί της ιστορίας είναι ο συντηρητισμός των μαζών» υποδηλώνει πως οι μάζες ήταν, είναι και θα είναι το υποκείμενο της ιστορίας, εφόσον βέβαια αποκτήσουν συνείδηση της δύναμής τους.

Με την έννοια αυτή, η λογική της ατομικής βίας στην πολιτική είναι ξένη προς τη μαρξική σκέψη που έχει ως αρχή και τέλος τον άνθρωπο, τον πνευματικά, πολιτικά και κοινωνικά χειραφετημένο άνθρωπο.

Αν αυτή χρησιμοποιείται από την πλευρά των καταπιεσμένων ως μέσο απελευθέρωσης, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η άρχουσα τάξη κάθε άλλο παρά διατεθημένη είναι να εγκαταλείψει την εξουσία ειρηνικά, πράγμα που εξαναγκάζει τους εξεγερμένους να κάνουν χρήση της βίας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την υφιστάμενη βία της εξουσίας.

Στο πνεύμα αυτό κινείται και η Χάννα Άρεντ, την οποία δεν θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει ως οπαδό της μαρξικής αντίληψης για την ιστορία. Γράφει, λοιπόν, σχετικά με την ατομική βία: «Οι πολιτικές δολοφονίες πέρα από κάποιες πράξεις τρομοκρατίας εναντίον μεμονωμένων ατόμων, που διαπράχθηκαν από μικρές ομάδες αναρχικών, αποτελούσαν κυρίως προνόμιο της Δεξιάς, ενώ οι οργανωμένες ένοπλες εξεγέρσεις παρέμειναν ειδικότητα των στρατιωτικών»[5].

Ήδη ο Φρειδερίκος Ένγκελς τόνιζε ότι «όλες οι συνομωσίες δεν είναι μόνον άχρηστες αλλά και επιζήμιες… Οι επαναστάσεις δεν γίνονται εκ προθέσεως και αυθαίρετα… ‘Ηταν παντού και πάντοτε το αναγκαίο αποτέλεσμα συγκυριών εντελώς ανεξάρτητων από τη θέληση και την  καθοδήγηση συγκεκριμένων κομμάτων και ολόκληρων τάξεων»[6]. Επισημαίνει, με άλλα λόγια, τον αυθορμητισμό των μαζών, όταν οι ίδιες συνειδητοποιήσουν, μέσω της συγκρότησης συλλογικής συνείδησης, την αναγκαιότητα της κοινωνικής αλλαγής.

Ο Λέων Τρότσκι, μια από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του επαναστατικού κινήματος της Ρωσίας, αναφερόμενος στην τρομοκρατία ως μορφή πολιτικής βίας, γράφει: «Ο λόγος για τον οποίο είμαστε εναντίον της τρομοκρατικής βίας είναι ότι περιορίζει την πολιτική συνείδηση των μαζών. Οι τελευταίες εθίζονται έτσι στην  αδυναμία τους να εναποθέτουν τις ελπίδες τους μόνον σε έναν μεγάλο εκδικητή και ελευθερωτή, που  θα έρθει κάποια μέρα για να τις σώσει»[7].

Tην ίδια περίπου άποψη διατύπωσε και ο Τheodor W. Adorno για τη σχέση φασισμού και αυταρχικής προσωπικότητας[8]. Πρόκειται για την ταύτιση ανθρώπων με την ισχυρή προσωπικότητα η οποία και θα βγάλει γι΄ αυτούς «τα κάστανα από τη φωτιά».

Η κοινωνική απελευθέρωση ωστόσο δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί με τη χρήση  βίας, ακόμη κι αν αυτή είναι αποτελεσματική σε ό,τι αφορά την εξόντωση  βασικών φορέων του συστήματος εξουσίας. Η επανάσταση ως κοινωνική και πολιτική πράξη προϋποθέτει την παραγωγή συλλογικής συνείδησης σε μαζικό επίπεδο.

Η ιστορία απέδειξε πως η κατάληψη της εξουσίας από επαναστατικές πρωτοπορίες, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες και τα ιδεολογικά πιστεύω των πρωταγωνιστών, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην εμφάνιση νέων εξουσιαστικών δομών σε βάρος του ίδιου του ιστορικού υποκειμένου και τέλος στην προσωποποίηση της εξουσίας. Αρκεί να θυμηθούμε την πορεία καθώς και το τραγικό τέλος της Ρωσικής Επανάστασης!

Ως γνωστόν, οι κοινωνίες μας εδραιώνουν το θετικο-δικαιϊκό τους σύστημα στην «καθολική νομιμοποιητική ισχύ του κράτους». Σύμφωνα με αυτήν την αρχή «το σύγχρονο κράτος ως γενική πολιτική μορφή της κοινωνίας των πολιτών αποτελεί το μοναδικό ιστορικο-κοινωνικό υποκείμενο δικαίου, στο οποίο ο άνθρωπος, σε κάποια στιγμή της ιστορίας του, εκχωρεί το δικαίωμα της τιμωρίας και το αποκλειστικό δικαίωμα της άσκησης βίας. Πίσω όμως από αυτή την όψη της πραγματικότητας που αναδεικνύει τους κοινούς έννομους σκοπούς, υπάρχει η άλλη όψη της πραγματικότητας, που αποκαλύπτει τον συγκρουσιακό χαρακτήρα του συστήματος παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης»[9].

Στον ταξικό  δηλαδή χαρακτήρα του κράτους και στην αναγκαιότητα αναίρεσης των ηθικών και δικαιϊκών σκοπών του αναφέρεται συνήθως η λογική της εξέγερσης καθώς και η λογική της τρομοκρατικής πράξης[10].

Στην εποχή μας η προβληματική της βίας στην πολιτική είναι αλληλένδετη με τις επιλογές, τις αποφάσεις και τον έλεγχο που ασκούν διεθνώς οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους του ΝΑΤΟ.

Δεν είναι δυνατόν, τονίζει ο Νόαμ Τσόμσκι, να αντιμετωπίσουμε την τρομοκρατία των αδυνάτων κατά των ισχυρών χωρίς να αντιμετωπίσουμε «την ανομολόγητη αλλά πολύ σκληρότερη  τρομοκρατία των ισχυρών κατά των αδυνάτων»[11]. Ωχριά η βία των τρομοκρατών μπροστά στη βία υπό τη μορφή της «οικονομικής δύναμης» των ισχυρών αυτού του κόσμου που καταδικάζει εκατομμύρια ανθρώπων στη φτώχεια, την εξαθλίωση και τo θάνατο.

Όπως ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα έτσι και τα μέσα δεν αγιάζουν το σκοπό. Η χρήση βίας ως μέσο για την επίτευξη πολιτικών στόχων, εκθέτει τους ίδιους τους πολιτικούς στόχους.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε περιπτώσεις που οι καταπιεσμένοι «δεν έχουν να χάσουν τίποτα… παρά μόνον τις αλυσίδες τους»[12], και τέτοιες περιπτώσεις υπήρξαν και συνεχίζουν να υπάρχουν  και στην εποχή μας πολλές, προσφεύγουν δικαίως, ενόψει της υπεροχής του αντιπάλου, στη χρήση βίας, όπως π.χ. στην περίπτωση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων.

Η απόφασή τους αυτή νομιμοποιείται πολιτικά, καθότι είναι τα ίδια τα καταπιεστικά καθεστώτα που επιλέγουν και επιβάλλουν τη λογική της βίας.

Στις μέρες μας, η βία στη διεθνή πολιτική εφαρμόζεται κυρίως από το ΝΑΤΟ στο όνομα δήθεν του εκδημοκρατισμού δικτατορικών καθεστώτων, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για την εξυπηρέτηση γεωστρατηγικών, γεωπολιτικών και φυσικά γεωοικονομικών συμφερόντων.

Ως αντίπαλο δέος, η βία έχει προσλάβει το χαρακτήρα της τρομοκρατικής πράξης, όπως αποδεικνύουν τα γεγονότα στις εμπόλεμες περιοχές του πλανήτη μας με εκατοντάδες νεκρούς, με κυρίαρχη τη θρησκευτική φονταμενταλιστική βία.

Τέτοιου είδους πράξεις, όσο κατανοητές κι αν είναι για συναισθηματικούς κυρίως λόγους, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να αποτελέσουν την ultima ratio ενός λαού που αγωνίζεται για την επιβίωσή του, σχετίζονται με θρησκευτικούς ολοκληρωτισμούς, τα συμφέροντα των οποίων και εξυπηρετούν.

Αναφερόμενος στα εκατομμύρια των οικονομικών και πολιτικών προσφύγων που «αισθάνονται ότι έχουν παραμείνει πολίτες δεύτερης κατηγορίας ανάμεσα στους οικοδεσπότες τους», ο Αμερικανός καθηγητής του Χάρβαρντ  Stanley Hoffmann  γράφει  στη μελέτη του «Χάος και βία»: «Όπως οι κοσμικές ιδεολογίες του 19ου και του 20ου αιώνα», η φονταμενταλιστική βία « προσφέρει στους απόβλητους, στους ταπεινωμένους και στους οργισμένους ένα ποτήρι αιματηρής εκδίκησης και μια υπόσχεση ανταμοιβής μετά θάνατον»[13].

Κάποτε αναγνωρίζαμε, χωρίς περιστροφές, την  αναγκαιότητα της ένοπλης βίας των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων του Τρίτου Κόσμου, προκειμένου να απαλλαγούν από τα αποικιοκρατικά και ιμπεριαλιστικά καθεστώτα της Δύσης, σήμερα διαπιστώνουμε, δυστυχώς, πως, αντί της ελευθερίας και της οικονομικής ευημερίας των λαών, έφεραν στην εξουσία δικτατορικά καθεστώτα, καταργώντας κάθε έννοια δικαιοσύνης. Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών στον αραβικό κόσμο  αλλά και σε ασιατικές χώρες όπως το Αφγανιστάν, το Ιράκ κλπ. επιβεβαιώνουν περίτρανα «του λόγου το ασφαλές»!

Η βία στην πολιτική εκφράζει περισσότερο την άρνηση μιας παρούσας κατάστασης και δεν μπορεί να υποκαταστήσει σε καμιά περίπτωση την υλική δύναμη τής πολιτικά και κοινωνικά συνειδητοποιημένης μάζας. Το ερώτημα είναι, αν και σε ποιο βαθμό τα κοινωνικά κινήματα μπορούν να αντιμετωπίσουν την αλαζονεία των ισχυρών του κόσμου, δρομολογώντας νέες εξελίξεις ικανές να αποτρέψουν το νέο κύμα βαρβαρότητας που απειλεί τον ήδη ταλαιπωρημένο πλανήτη μας.

Οι τρομοκρατικές οργανώσεις, όσο κι αν διατείνονται ότι αποτελούν την πρωτοπορία του αγωνιζόμενου λαού, υπηρετούν σε τελευταία ανάλυση, ανεξάρτητα από τα θεωρητικά και  ιδεολογικά τους προτάγματα και τις προθέσεις τους, συνειδητά η ασυνείδητα τη λογική του κατεστημένου, στο βαθμό που λειτουργούν ως άλλοθι για την περαιτέρω ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους σε βάρος των ατομικών ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, νομιμοποιώντας τους συγχρόνως στη συνείδηση των πολιτών.

Δεν λείπουν βέβαια και οι περιπτώσεις διείσδυσης των μυστικών υπηρεσιών στις τρομοκρατικές οργανώσεις και η εργαλειοποίησή τους για την επίτευξη πολιτικών στόχων του ντόπιου ή/και του διεθνούς κατεστημένου, όπως π.χ. στην περίπτωση των «Κόκκινων Ταξιαρχιών» στην Ιταλία, τη δεκαετία του ΄70, οι οποίες δολοφόνησαν τον πρωθυπουργό της χώρας Άλντο Μόρο, τορπιλίζοντας έτσι την επικείμενη, γνωστή ως «Ιστορικό Συμβιβασμό» συμφωνία μεταξύ του Χριστανοδημοκρατικού Κόμματος του Μόρο και του Κομμουνιστικού Κόμματος υπό τον Μπερλιγκουέρ, ιστορική συμφωνία που θα άλλαζε ενδεχομένως την πορεία των πολιτικών εξελίξεων, τουλάχιστον στην Ευρώπη, και ειδικότερα τις σχέσεις Σοβιετικής Ένωσης και ευρωπαϊκών χωρών, πολιτική εξέλιξη που οι ΗΠΑ απεύχονταν, καθώς είχαν δρομολογήσει ήδη τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία και επήλθε, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρξαν οι γνωστές αδυναμίες του σοβιετικού καθεστώτος, οι οποίες και επέσπευσαν τελικά την πτώση!

Όπως διαπιστώνουμε, με αφορμή την πάταξη της τρομοκρατίας υπονομεύονται βασικές αρχές ακόμη και αυτού του αστικού κράτους δικαίου, όπως π.χ. στην περίπτωση δημοσιοποίησης των καταθέσεων των συλληφθέντων, εξέλιξη που εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους σε ό,τι αφορά το μέλλον των κοινωνιών μας. Αξίζει να επισημανθεί το γεγονός της ανεξέλεγκτης παρακολούθησης των κυβερνήσεων των καπιταλιστικών κρατών μεταξύ τους με τη χρήση υψηλής τεχνολογίας ενόψει των αδιεξόδων που δημιουργεί η παρούσα κρίση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού συστήματος.

Σε αντίθεση με άλλες εποχές, όταν η εξουσία ήταν προσωποποιημένη, ταυτίζονταν δηλαδή στη συνείδηση του λαού με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, όπως π.χ.  αυτό του μονάρχη, η εξόντωση του οποίου θα μπορούσε να λειτουργήσει συμβολικά, δρομολογώντας πιθανές πολιτικές εξελίξεις, στις οργανωμένες κοινωνίες, όπως οι δικές μας, η ατομική βία είναι όχι μόνον αναποτελεσματική αλλά και αδιέξοδη, δεδομένου ότι κανείς στους κόλπους του συστήματος δεν είναι αναντικατάστατος, όσο ψηλά και αν βρίσκεται στην ιεραρχία του συστήματος.

‘Ετσι, η ατομική βία που ασκούν οι τρομοκρατικές οργανώσεις, αφαιρώντας τη ζωή συγκεκριμένων ατόμων, είναι όχι μόνον ηθικά καταδικαστέα αλλά και πολιτικά αντεπαναστατική. Η τρομοκρατική βία δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να υποκαταστήσει την επαναστατική πράξη των συνειδητοποιημένων μαζών και με την έννοια αυτή δεν νομιμοποιείται πολιτικά.

Πολύ περισσότερο σήμερα που η δύναμη του συστήματος δεν συνίσταται τόσο στην ύπαρξη κατασταλτικών μηχανισμών όσο στις διάφορες  μορφές «συμβολικής βίας» (Πιερ Μπουρντιέ), όπως π.χ. ο καταναλωτισμός, η μόδα και πάνω απ΄ όλα τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας γενικά και η τηλεόραση ειδικότερα που αποτελεί και το πλέον αποτελεσματικό μέσον συνειδητής χειραγώγησης και ενσωμάτωσης των μαζών στη λογική του συστήματος.

Συμβολική βία είναι η βία που δεν γίνεται αντιληπτή από εκείνον στον οποίο ασκείται, δεν είναι εξωγενής σε σχέση με το υποκείμενο, είναι εσωτερικευμένος τρόπος συμπεριφοράς και με την  έννοια αυτή ιδιαίτερα αποτελεσματική. Πρόκειται, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Pierre Bourdieu, για  βία που «ασκείται σε καθημερινή βάση, εκ του προχείρου, μέσα στις οικογένειες, στα εργοστάσια, στα εργαστήρια, στα αστυνομικά τμήματα, στις φυλακές, ακόμη και στα νοσοκομεία ή στα σχολεία, και η οποία είναι το προϊόν της ΄αδρανούς΄ βίας των οικονομικών και κοινωνικών δομών και των αμείλικτων μηχανισμών που συμβάλλουν στην αναπαραγωγή τους»[14].

Η αντιμετώπιση αυτού του είδους πολιτικής χειραγώγησης των μαζών είναι πράγματι ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς είναι συνυφασμένη με την καθημερινότητα και τις τηλεκατευθυνόμενες κοινωνικές σχέσεις και συνήθειες των ανθρώπων μέσω του συστήματος εμπορευματοποίησης των ισχυρών.

Αν και δεν υπάρχουν δοκιμασμένες συνταγές, σημαντική στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να αποδειχθεί η πρωτοποριακή παρέμβαση της κριτικά σκεπτόμενης διανόησης σε όλα τα επίπεδα της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής, ενισχύοντας έτσι υφιστάμενες αντικειμενικά τάσεις αντίστασης των μαζών και συμβάλλοντας έτσι στη διαδικασία συγκρότησης συλλογικής συνείδησης.

Προέχει, λοιπόν, η ενίσχυση του υφιστάμενου κοινωνικού κινήματος ενάντια στον πόλεμο, τη φτώχεια και την καταπίεση των λαών, όποιες και αν είναι οι ιδεολογικές και οργανωτικές του αδυναμίες, οι οποίες και θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μέσω της πολιτικής συνειδητοποίησης των μαζών, βασική προϋπόθεση για την απελευθέρωση των ανθρώπων της εργασίας από τη  ιδεολογική και πολιτιστική ηγεμονία της άρχουσας τάξης, θέση την οποία πρόβαλε και υποστήριξε με πάθος ο μεγάλος Ιταλός θεωρητικός  Α. Gramsci.

Tο κοινωνικό κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση που καταδικάζει δισεκατομμύρια ανθρώπους στην πείνα, την πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική εξαθλίωση, θα μπορούσε να αποτελέσει πόλο συσπείρωσης για την καταπολέμηση των ανισοτήτων τόσο μεταξύ των διαφόρων χωρών όσο και στο εσωτερικό της κάθε χώρας.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της παγκοσμιοποίησης είναι η συγκέντρωση του κοινωνικού πλούτου στα χέρια ολίγων με κυρίαρχο πλέον το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τουτέστιν τις τράπεζες και το κερδοσκοπικό κεφάλαιο.

Η χειραφέτηση των κοινωνιών μας, όσο και αν μια τέτοια άποψη αντηχεί ουτοπική, προϋποθέτει την επαναδιατύπωση της επαναστατικής θεωρίας με βάση τα σημερινά δεδομένα, με στόχο την άμεση δημοκρατία, όχι βέβαια ως ρομαντική επίκληση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και έκφραση ανέξοδων αντικαπιταλιστικών βερμπαλισμών αλλά ως βασική αρχή κοινωνικής οργάνωσης με στόχο την απελευθέρωση του ανθρώπου, αλλάζοντας πρωτίστως τις υλικές συνθήκες αναπαραγωγής που καθορίζουν σε τελευταία ανάλυση την πορεία της ανθρωπότητας.

Στα μέσα του 19ου αιώνα, στο επίκεντρο της μαρξικής επαναστατικής θεωρίας ήταν η ανερχόμενη εργατική τάξη, το βιομηχανικό προλεταριάτο, το οποίο, κατά το Μαρξ, στη μετάβασή του από «τάξη καθευατή» σε «τάξη για τον εαυτό της», αποκτά συνείδηση της ιστορικής του αποστολής και λειτουργεί ως ολότητα διαμορφώνοντας έτσι τις συνθήκες για την ανατροπή του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, προκειμένου η ανθρωπότητα στο σύνολό της να περάσει από την  εποχή της αναγκαιότητας στην εποχή της ελευθερίας.

Με βάση τα σημερινά δεδομένα, η έννοια του ιστορικού υποκειμένου  θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί, καθότι τόσο οι οργανωτικές και τεχνολογικές συνθήκες εργασίας όσο και η σύνθεση της εργατικής τάξης έχουν υποστεί ριζικές αλλαγές.

Το κλασικό ιστορικό υποκείμενο της παραδοσιακής Αριστεράς, η βιομηχανική εργατική τάξη, έχει εξαφανιστεί ως ηγετική πρωτοποριακή δύναμη, αποτελεί πλέον ένα νέο πολυσχιδές σύμπηγμα εξαρτημένων σχέσεων απασχόλησης, στις οποίες συνδυάζονται τα πιο διαφορετικά χρονικά καθεστώτα, τεχνικές εκμετάλλευσης και μορφές αμοιβής.

Αυτό το νέο «Πολυσύμπαν» των εργαζόμενων τάξεων και στρωμάτων διευρύνεται διαρκώς, αγκαλιάζοντας ολοένα και περισσότερες κοινωνικές δυνάμεις.

Από τη  μια μεριά, προς τα κάτω, συνορεύει με τη νέα μαζική φτώχεια, η οποία περιλαμβάνει κατεστραμμένα εργατικά νοικοκυριά, μόνιμα ανέργους, απαξιωμένους ειδικευμένους, φτωχούς ηλικιωμένους που συντηρούνται με κοινωνικά επιδόματα και μετανάστες, από την άλλη, στην ανώτερη κλίμακα, τοποθετούνται οι σημερινοί εργάτες της γνώσης με επισφαλείς θέσεις εργασίας, οι επιστήμονες, οι εκπαιδευτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι καλλιτέχνες κλπ..[15]

Όλοι μαζί συγκροτούν μια νέα πρωτόγνωρη κοινωνική δύναμη, η οποία, στο βαθμό που αποκτήσει συλλογική συνείδηση, είναι δυνατόν να ανατρέψει τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα.

Στις αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες, με κυρίαρχο πλέον το χρηματιστικό κεφάλαιο σε βάρος της πραγματικής οικονομίας, η βία στην πολιτική προσλαμβάνει πλέον το χαρακτήρα της χειραγώγησης των μαζών, ενσωματώνοντας τες στο πνεύμα της καταναλωτικής κοινωνίας με στόχο τη  προώθηση του άκρατου ατομικισμού και την εμπορευματοποίηση των συνειδήσεων.

Ενώ σε παγκόσμια κλίμακα το σύστημα εξουσίας συνεχίζει να χρησιμοποιεί την ένοπλη βία, στο εσωτερικό των αναπτυγμένων χωρών επικεντρώνει το ενδιαφέρον του πρωτίστως στην ιδεολογική χειραγώγηση των μαζών, εμποδίζοντας έτσι τη συγκρότηση συλλογικής συνείδησης.

Η ειρηνική κάθοδος στους δρόμους εκατομμυρίων ανθρώπων είναι η μορφή βίας που απεύχεται το σύστημα, γιατί είναι η μοναδική  δύναμη που μπορεί να αμφισβητήσει αποτελεσματικά τις δομές εξουσίας.

Η έλλειψη ουσιαστικής πολιτικής στράτευσης ειρηνικού χαρακτήρα έχει μετατρέψει τους πολίτες αναγκαστικά σε καταναλωτές πολιτικών ειδήσεων. Έτσι, η ελληνική κοινωνία π.χ. παρουσιάζει την εικόνα  μιας κοινωνίας, φραστικά τουλάχιστον υπερπολιτικοποιημένων, ουσιαστικά ωστόσο απολιτικών όντων, τα οποία, αντί να αντισταθούν μαζικά στο σύστημα εξουσίας, καταφεύγουν στους εκάστοτε φορείς του, προκειμένου να λύσουν τα προβλήματά τους, καθιστώντας την έννοια του ενεργού πολίτη κενό γράμμα[16].

Η σχέση βίας και πολιτικής είναι σχέση διαλεκτική και υπόκειται στη λογική της εξέλιξης, γι΄αυτό και κάθε εποχή διαμορφώνει με το δικό της τρόπο τις συνθήκες απελευθέρωσης του ανθρώπου από τα δεσμά της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Το γεγονός ότι τα επαναστατικά κινήματα του παρελθόντος απέτυχαν, δεν σημαίνει πως η ανθρωπότητα είναι καταδικασμένη στην απραξία και την  καταστροφή, αρκεί εμείς οι άνθρωποι να συνειδητοποιήσουμε την αναγκαιότητα της συλλογικής δράσης ως μέσο απελευθέρωσης.

Διαβάστε επίσης στο tvxs:

[1] Η εισήγηση στηρίζεται στην επεξεργασία και διεύρυνση κειμένου του συγγραφέα που δημοσιεύτηκε με τον τίτλο «Πολιτική τρομοκρατία και κοινωνικά κινήματα» στο : Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου, Παρεμβάσεις, εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 45-52.

[2] Ο Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου είναι ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Νομικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

[3] Βλ.Karl Marx, Das Kapital, Marx-Engels Werke Band 23 , Dietz Verlag, Berlin (Ost), 1968, σελ. 779.

[4] Arendt, Hannah, „Περί βίας», εισαγωγή-μετάφραση Νικολαίδου-Κυριανίδου, Βάνα,  εκδ, Αλεξάνδρεια,
Αθήνα 2000, σελ. 24.

[5] Στο ίδιο

[6] Αναφέρεται από την Hannah Arendt, στο ίδιο.

[7] Leon Trotzki, „Der  Zerfall des Terrorismus“,  στο : Fetscher, Iring Rohmoser, G., Analysen zum Terrorismus. 1. Ideologien und Strategien, Westdeutscher Verlag, 1981, σελ. 20.

[8] Βλ. σχετικά Theodor W. Adorno, Studien zum autoritären Charakter, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main 1980, ιδιαίτερα σελ. 322 κ.ε..

[9] Βλ. Βαγγέλης Πίσσιας, Εισαγωγή στο : Balencie Jean-Mark/De la Grange Arnaud, «Εξεγερμένοι Κόσμοι. Αντάρτικο, Μιλίτσιες, Τρομοκρατικές Ομάδες,. Εγκυκλοπαίδεια των πρωταγωνιστών, των συγκρούσεων και της πολιτικής βίας», Εισαγωγή-Επιμέλεια Β. Πίσσιας, μετάφραση Μαλαφέκα Μαρίκα, Τυπωθήτω-Γιώργος Δάρδανος, Αθήνα 2003, σελ. 26 κ.ε..

[10] Σχετικά με την έννοια της τρομοκρατίας, βλ. το εμπεριστατωμένο άρθρο της Συμεωνίδου-Καστανίδου Ελισάβετ, «Ο  ορισμός της τρομοκρατίας», Ποινική Δικαιοσύνη, τεύχος 1(2002), σελ. 59-70.

[11] Βλ. Νόαμ Τσόμσκι, Εξουσία και τρομοκρατία, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2003, σελ. 9.

[12] Karl Marx/Engels, Friedrich, Manifest der ´kommunistischen Partei, Marx/Engels Werke, Band 4, Dietz Verlag, Berlin (Ost) 19 71, σελ. 493.

[13] Βλ. Stanley Hoffmann, Χάος και βία. Η παγκοσμιοποίηση, τα καταρρέοντα κράτη, η τρομοκρατία και η αμερικανική εξωτερική πολιτική, μετάφραση Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2011, σελ. 65.

[14] Βλ. Pierre Bourdieu, νόστιμον ήμαρ, Οκτώβριος 1996, επιμ.-πρόλογος Ν. Παναγιωτόπουλου, Ινστιτούτο του Βιβλίου Α.  Καρδαμίτσα, σελ. 136.

[15] Βλ. σχετικά Καρλ Χάιντς Ροτ/Ζήσης Παπαδημητρίου,  Να εμποδίσουμε την καταστροφή. Μανιφέστο για μια Ευρώπη της ισότητας, εκδ, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2013, σελ. 83 κ.ε..

[16] Βλ. Ζήσης Δ. Παπαδημητρίου, Παρεμβάσεις, εκδ.  Σύγχρονοι Ορίζοντες, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 148.

Σχετικά Άρθρα

11/12/2012