Δημιουργώντας έναν ασύμβατο βιότοπο για τον φασισμό. Της Κρυσταλίας Πατούλη

Φωτογραφία: Ermippos Ermippiou

Φωτογραφία: Ermippos Ermippiou

[…] Είναι αναγκαίο να νικήσει πάνω απ’ όλα η «κατάφαση ζωής», η τιμή υπέρ της ζωής – δημιουργώντας έναν ασύμβατο βιότοπο για τον φασισμό– που χωρίς λόγια αποτυπώνεται και στο πρόσωπο του νεαρού Αφγανού μετανάστη των φαναριών. Γιατί, ίσως, τα πραγματικά φανάρια του δρόμου που πρέπει να ακολουθήσουμε στην αντιμετώπιση αυτού του κακού, βρίσκονται στα μάτια κάποιων τέτοιων παιδιών, στα μάτια κάθε ανθρώπου που αγωνίζεται με αγάπη και αξιοπρέπεια για τη ζωή, αν και αντικρύζοντάς την κατάματα, με τον πιο σκληρό και ανηλεή τρόπο. […] 

«Το κακό -ή αλλιώς κάθε είδος και επίδεδο φασισμού- το συρρικνώνεις όταν το αγνοείς» λένε οι ανατολικές φιλοσοφίες.

Όχι, όμως, κάνοντας τα στραβά μάτια ή ότι δεν το βλέπεις, αλλά προσπαθώντας για κάτι αντίθετο από αυτό, εντελώς ασύμβατο, ώστε τελικά να το καταστήσεις τόσο αδύναμο, ως ασήμαντη μειοψηφία, χωρίς καμία πλέον λογική ύπαρξης.

Κάτι τέτοιο προϋποθέτει ό,τι κάθε άνθρωπος, και στην προσωπική του ζωή, και όχι μόνο στην κοινωνική, κάνει το ίδιο: Δεν κλείνει τα μάτια απέναντι στο κακό, αναγνωρίζει την ύπαρξή του, γι’ αυτό και κάνει τα πάντα για να ενισχύσει το αντίθετό του.

Αυτό επιβάλλει αυτογνωσία, επίγνωση, όσο και γεναιότητα: Κάθε άνθρωπος να προσπαθεί συνεχώς να αντιληφθεί μέσα και έξω του εκείνα τα στοιχεία του κακού που έχει οικειοποιηθεί και ταυτιστεί στον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς του ακόμα και προς τον ίδιο του τον εαυτό, όπως είναι η αυτοκαταστροφικότητα, η ανοχή της βίας και του όποιου φασισμού στη ζωή του, ή σε ένα ή πολλά κομμάτια του εαυτού του που στέλνει στο… πυρ το εξώτερον ή κοινώς τα απωθεί στο ασυνείδητό του για να τα προβάλει επίσης ασυνείδητα μόνο στους άλλους, ώστε κάπως έτσι, κάποτε να αποδεχτεί όσο και να διαχειριστεί αντίστοιχα αυτά τα στοιχεία του όποιου κακού μέσα του, για να επανεγγράψει πάνω σε αυτά, ή να «σπείρει» με την μέθοδο της φυσικής καλλιέργειας, νέα φυντάνια καλού, αλλά και να συνεχίσει να προστατεύει συγχρόνως τα είδη ανεπτυγμένα…

Όμως ο πόνος και ο κόπος, ακόμα και ο φόβος που χρειάζεται να αντιμετωπίσεις το κακό, ώστε να εστιάσεις στη φροντίδα και την ανάπτυξη της φυσικής καλλιέργειάς του, για να συρρικνώσεις με αυτόν τον τρόπο το κακό, είναι εκείνα που δυσκολεύουν τους ανθρώπους και τους οδηγούν εσφαλμένα στην εύκολη λύση, δηλαδή στο να θεωρούν την καταστολή του κακού -με χημικά προϊόντα για παράδειγμα στη γεωπονική- ως τη μόνη αποτελεσματική αντιμετώπισή του, με τις γνωστές παρενέργειες και επιπτώσεις σε κάθε τι καλό…  

Η καταστολή, άλλωστε, αντιμετωπίζει μόνο τα συμπτώματα του κακού, και όχι τις αιτίες του, όπως και σε κάθε ασθένεια συμβαίνει το ίδιο, όταν τα βάζουμε μόνο με το σύμπτωμά της, και επιπρόσθετα καταστρέφει και το καλό, εφόσον η ίδια η καταστολή περιέχει μέσα της το κακό, τη βία, το φασισμό.

Η αιτία του κακού, είναι κυρίως η μη υπεράσπιση του καλού, το οποίο φρόντισαν κάποτε κάποιοι για την μεθοδευμενη ή βίαιη σύνθλιψή του.

Έργο ζωή μας, λοιπόν, η επανεπεξεργασία αυτού του φαινομένου, για τη θεραπεία του, όσο και για την πρόληψή του.

Η σύνθλιψη του καλού και η ταυτόχρονη ταύτισή του με το κακό που επιβάλλεται σύγχρονα, ώστε να μην αναλάβει κάποιος την ευθύνη του βάρους(αντιμετώπιση: πόνου, κόπου, φόβου) στη συνέχεια, της επανάστασής του για τη μεταμόρφωσή του σε καλό, είναι η κύρια αιτία.

Γι’ αυτό και το βασικό μέλημά μας, καλό θα ήταν να εστιαστεί στο να μην συνθλίβουμε το καλό, προσπαθώντας να εξοντώσουμε το κακό. Γιατί αυτό συνήθως κάνουμε.

Το κακό -ή αλλιώς ο φασισμός- δεν εξοντώνεται με άλλο ένα κακό, αλλά με την όλο μεγαλύτερη ανάπτυξη του καλού. Κι αυτό θέλει προσωπική φροντίδα και γεναιότητα από το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας που τουλάχιστον θεωρητικά είναι αντίθετη με κάθε τι κακό. Φροντίδα, για την ανάπτυξη του καλού, εκείνου που είναι εντελώς ασύμβατο με το κακό και που απλώνεται στο χώρο, αναγκάζοντάς το κακό να συρρικνωθεί, να μη βρίσκει αέρα ν’ ανασάνει, μέχρι να χαθεί στο αδιανόητο της ύπαρξής του.

Κάτι τέτοιο, όμως, δεν είναι και τόσο εύκολο, όπως αναφέρθηκε, διότι ο καθένας θα πρέπει να εργαστεί με τον εαυτό του, να τα βάλει κοινώς και με τον εαυτό του, αφού στην εποχή μας, δυστυχώς, όπως και σε παλιότερο άρθρο δόθηκε συμβολική όσο και πραγματική έμφαση: «Η πλειοψηφία γύρω μας, φασίστες είναι», λίγο ή πολύ…

Είναι αναγκαίο να νικήσει πάνω απ’ όλα η «κατάφαση ζωής», η τιμή υπέρ της ζωής – δημιουργώντας έναν ασύμβατο βιότοπο για τον φασισμό- που χωρίς λόγια αποτυπώνεται και στο πρόσωπο του νεαρού Αφγανού μετανάστη των φαναριών. Γιατί, ίσως, τα πραγματικά φανάρια του δρόμου που πρέπει να ακολουθήσουμε στην αντιμετώπιση αυτού του κακού, βρίσκονται στα μάτια κάποιων τέτοιων παιδιών, στα μάτια κάθε ανθρώπου που αγωνίζεται με αγάπη και αξιοπρέπεια για τη ζωή, αν και αντικρύζοντάς την κατάματα, με τον πιο σκληρό και ανηλεή τρόπο.

υγ. Φωτογραφία του Ermippos Ermippiou, ο οποίος έχει αναφέρει γι’ αυτήν το εξής: «Τράβηξα αυτήν την φωτογραφία του μικρού Αφγανού πρόσφυγα την άνοιξη, όταν φωτογράφιζα έναν ξενώνα μεταναστών. Μου θυμίζει έντονα μια εικόνα που είχα δει στον Άγιον Όρος, την Άκρα Ταπείνωση».

Σχετικά άρθρα – σχόλια:

«Λoύλα» είναι μόνο μία. Του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

08:04, 05 Νοε 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/142607

[…] Εάν κάτι με λυπεί στην όλη υπόθεση, η οποία κατά τα άλλα μου έφερε τόσες χαρές, δεν είναι ούτε οι αρνητικές κριτικές ούτε οι φανατικοί εχθροί που απέκτησα χάρη σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Δυστυχώς, ένα σωρό αναγνώστριες και αναγνώστες θεωρούν ότι ουδέποτε ξαναέγραψα κάτι παρόμοιο σε δύναμη και σε βάθος, κάτι που να τους αναστατώνει ή να τους σφραγίζει στον ίδιο βαθμό. Και μού ζητούν επίμονα να επαναλάβω το εγχείρημα, «να ξαναγράψω μία “Λούλα”», όπως το θέτουν. Όμως, κάτι τέτοιο, όσο και να το θέλω, είναι μάλλον αδύνατον. «Λoύλα» είναι μόνο μία[…]  Ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη, τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο– ενός από τα 24 βιβλία του, το οποίο μόλις επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Θυμάμαι ότι, πριν ακόμη συλλάβω καν την ιστορία της «Λούλας», είχα αρχίσει να δουλεύω πάνω σε μια άλλη ιστορία με τον ίδιο τίτλο, που το θέμα της ήταν και πάλι η λαγνεία.

Υποθέτω ότι ήταν η ίδια η εποχή που, σαν άλλος θεατρικός υποβολέας, μου υπέβαλε το συγκεκριμένο θέμα, η εποχή της πλασματικής ευμάρειας και του άκρατου καταναλωτισμού, στη διάρκεια της οποίας, σύμφωνα με τον Ηλία Πετρόπουλο, ζήσαμε το «θρίαμβο της πορνογραφίας».
 
Επειδή και οι δύο ιστορίες είχαν στοιχεία νουάρ ή θρίλερ, με άλλα λόγια έμοιαζαν εν μέρει με εφιάλτες, είχα φτάσει σε ένα συμπέρασμα σχετικά με το περιεχόμενό τους.

Συνήθως, το βασικό χαρακτηριστικό μιας κοινωνίας από το οποίο ωφελείται κατά κόρον, αποτελεί ταυτόχρονα και τον εφιάλτη της. Ή αλλιώς, στο βάθος η κοινωνία φοβάται ότι το μεγαλύτερό της πλεονέκτημα συνιστά ταυτόχρονα και την πιο μεγάλη απειλή. Εάν, λοιπόν, το εν λόγω χαρακτηριστικό είναι για τις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες η επιστημονική γνώση, σε χώρες όπως η Ελλάδα το ρόλο αυτόν τον παίζει η λαγνεία.

Όσο για την ανοργασμία της ηρωΐδας μου, που είναι το σταθερό της βάσανο σε όλη την έκταση του μυθιστορήματος και ο πρωταρχικός κινητήρας της αφήγησης, θεώρησα εξαρχής ότι έχει μια μεταφορική διάσταση. Μια διάσταση την οποία αναφέρω ρητά και στο γραπτό μου, κάπου κοντά στο μέσον του.

Μεταφορικά μιλώντας, κάθε κοινωνία παραδομένη στην εξουσία του χρήματος είναι ανίκανη να φτάσει σε οργασμό, δηλαδή να αισθανθεί αληθινή απόλαυση, με αποτέλεσμα το ψυχικό κενό. Επειδή, ως γνωστόν, οι σπουδαιότερες αξίες στη ζωή ―έρωτας, αγάπη, φιλία―, όταν γίνονται αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής, φθίνουν και ατροφούν μέχρι εξαφάνισης.

Είχα, επίσης, εξαρχής συνείδηση ότι θα μεταχειριζόμουν, εκτός από το ρεαλισμό, και αφηγηματικούς τρόπους από τη λογοτεχνία του φανταστικού, και κυρίως από τη λογοτεχνία τρόμου που καλλιεργεί ο αγαπημένος μου Στίβεν Κινγκ. Με τη μόνη διαφορά ότι ο Κινγκ παραμένει θεματολογικά ένας συντηρητικός συγγραφέας, αλλιώς δεν θα συγκινούσε τόσο μεγάλα πλήθη αναγνωστικού κοινού παγκοσμίως. Αντίθετα, η δική μου επιλογή ενός θέματος όπως η λαγνεία και ενός υλικού απροκάλυπτα πορνογραφικού μετέβαλε αναγκαστικά το γραπτό μου σε κάτι, εάν όχι ριζοσπαστικό, τουλάχιστον ακραίο.

Ξεκίνησα να γράφω από το σημείο που στην τυπωμένη εκδοχή είναι το δεύτερο, το μεσαίο μέρος. Και ως συνήθως κόλλησα κι άφησα το γραπτό μου στην άκρη για μήνες. Ώσπου, πηγαίνοντας διακοπές, συνέλαβα την ιδέα της συγκατοίκησης της ηρωΐδας μου με μια άλλη κοπέλα, που ψυχικά και ερωτικά βρίσκεται στον αντίποδά της. Εύθραυστη, σεμνότυφη και άπειρη η Λούλα, σκληρή, αγοραία και περπατημένη η Εύη. Η αντιπαράθεσή τους μού έλυσε τα χέρια.

Με θυμάμαι να γράφω σαν μανιακός. Αγόρασα στυλό και κόλλες χαρτί, δεν είχα μαζί μου τον υπολογιστή, και τις γέμιζα με ρυθμούς πολυβόλου. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, αφού διόρθωσα το πρώτο μέρος, ολοκλήρωσα και το δεύτερο. Οπότε και ξανακόλλησα. Μέχρι τότε νόμιζα ότι το μυθιστόρημα τελείωνε σ’ εκείνο το σημείο. Φτάνοντας όμως εκεί, συνειδητοποίησα ότι αυτό δεν ήταν, επ’ ουδενί, το τέλος. Χρειάστηκε να περάσει καιρός για να γράψω και το τρίτο μέρος.

Αν και φανταζόμουν ότι το μυθιστόρημα θα γεννούσε αντιδράσεις, ομολογώ ότι δεν μπορούσα να μαντέψω το μέγεθός τους. Σχεδόν αμέσως μόλις κυκλοφόρησε, ξέσπασαν δύο πράγματα. Αφενός η σχεδόν συντονισμένη επίθεση εναντίον του από τη συντριπτική πλειοψηφία των κριτικών λογοτεχνίας, και αφετέρου η θυελλώδης ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού. Ιδίως το τελευταίο διχάστηκε και παραμένει μέχρι σήμερα διχασμένο απέναντι στη «Λούλα», η οποία έχει πλέον αισίως φτάσει στα 19.000 τυπωμένα αντίτυπα.
 
Εάν κάτι με λυπεί στην όλη υπόθεση, η οποία κατά τα άλλα μου έφερε τόσες χαρές, δεν είναι ούτε οι αρνητικές κριτικές ούτε οι φανατικοί εχθροί που απέκτησα χάρη σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Δυστυχώς, ένα σωρό αναγνώστριες και αναγνώστες θεωρούν ότι ουδέποτε ξαναέγραψα κάτι παρόμοιο σε δύναμη και σε βάθος, κάτι που να τους αναστατώνει ή να τους σφραγίζει στον ίδιο βαθμό. Και μού ζητούν επίμονα να επαναλάβω το εγχείρημα, «να ξαναγράψω μία “Λούλα”», όπως το θέτουν. Όμως, κάτι τέτοιο, όσο και να το θέλω, είναι μάλλον αδύνατον. «Λoύλα» είναι μόνο μία.-

Εισαγωγή στη Μυθοπλασία με τον συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλο

Σε συνεργασία με τον Πολυχώρο Τέχνης Αλεξάνδρεια και στα πλαίσια του σεμιναρίου “Αφήγηση Ζωής“, ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος, εισάγει τους συμμετέχοντες «στα μυστικά της Μυθοπλασίας…», όπως εξηγεί ο ίδιος, «με την έννοια ότι η δημιουργική διαδικασία παραμένει ένα μυστήριο. Τουλάχιστον για μένα, ακόμα και μετά από δεκαεπτά δημοσιευμένα έργα μυθοπλασίας».

– Πληροφορίες: Έναρξη 11/11/2013, Πολυχώρος Τέχνης Αλεξάνδρεια, τηλ. 21 0867 3655.

Σχετικά Άρθρα

02/10/2013
30/07/2013
20/05/2013