Πού κρυβόταν τόση σκατοψυχιά;

Σκατά και Ζάχαρη

Ποιος πολιτισμικός και κοινωνικός βόθρος άνοιξε το 2010; Πόσο φαρμάκι έκρυβε μέσα της η ελίτ του ελληνικού πολιτισμού της δεκαετίας του ’90; Πόσες εμμονές και πόση αυταρέσκεια χωρά σε ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων; Πόσο παραγωγικός είναι επιτέλους αυτός ο κοινωνικός δαρβινισμός που έχει επιβληθεί.

Ξεφτίλισαν το συνταξιούχο που αυτοκτόνησε στην πλατεία Συντάγματος. Χλεύασαν τα παιδιά που λιποθύμησαν από κακή διατροφή. Αφόδευσαν σε πιτσιρικάδες που σαπίζουν στα κρατητήρια. Αγνόησαν χιλιάδες ψυχές που στιβάζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Χειροκρότησαν κάθε κυβερνητική απόφαση που έκριναν ότι είναι αρκούντως σκληρή και διαμαρτυρήθηκαν μόνο για τις καθυστερήσεις στην επιβολή της πιο απάνθρωπης πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών. Όχι, δεν είναι ούτε εργοστασιάρχες, ούτε μεγαλοτραπεζίτες, ούτε εθνικοί εργολάβοι, ούτε καναλάρχες. Είναι άνθρωποι του πολιτισμού. Είναι η πεφωτισμένη πρωτοπορία των 90s. Είναι το πνευματικό ισοδύναμο της σκωληκοειδούς απόφυσης του Κλικ.

Αφορμή για τις παρακάτω αράδες, η αυγουστιάτικη επέλαση των ανθρωπόμορφων ανθρωποφάγων στα ιντερνετικά μιντιομάγαζα, με πεντιγκρί «Έλληνα λογοτέχνη». Εκείνου του είδους που άκμασε στη δεκαετία του ’90 γράφοντας αφόρητα αυτοαναφορικές αηδίες, για να τις διαβάζει ο ίδιος και να αυτοθαυμάζεται. Πού πούλησαν δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα σε ανθυποβαλκάνιους που ένιωσαν ότι έγιναν Ευρωπαίοι, γιατί κάτω από το ελενίτ του γκαράζ μπόρεσε επιτέλους να μπει η πολυπόθητη BMW. Δεν έχει κανένα νόημα να αραδιάσω ονόματα. Τα γνωρίζουν όλοι. Είναι συγγραφείς, ποιητές, πανεπιστημιακοί, που αλώνιζαν στους τηλεοπτικούς δέκτες και ενίοτε στα κομματικά επιτελεία. Είναι όλοι εκείνοι, που η Λένα Διβάνη (αυτο)αποκαλεί… μετριοπαθέστατα, «διανόηση».

Όταν δεν υπήρχε συστημικός κίνδυνος οι «διανοητές» μπορούσαν εύκολα να παριστάνουν τους φιλελεύθερους και να ξιφουλκούν εναντίον του συστήματος, αλλά να το εκμεταλλεύονται έμμεσα ή άμεσα για τον βιοπορισμό τους. Τη στιγμή όμως το αυτό το ίδιο σύστημα άρχισε να απειλείται, σχεδόν αυτόματα ή και συντονισμένα, συντάχθηκαν αρχικά με αποφασιστικότητα και τελικά με λύσσα δίπλα του. Με αυτόν τον τρόπο αποκαλύφθηκε ο βαθύτατος συντηρητισμός τους, αυτή η συστημική μούχλα που τους εξασφάλιζε το παντεσπάνι τους. Εκεί ήταν πάντα. Απλά δεν απειλούνταν τόσα χρόνια. Άλλωστε, οι περισσότεροι αξιοποίησαν εξαντλητικά, πολιτικό σύστημα, κόμματα και Κράτος. Είναι κρίμα να γίνουν θύματα των περικοπών του, τώρα που και οι ιδέες και οι πελάτες εξαντλούνται.

Φτάσαμε στο σημείο λοιπόν, οπότε η αμφισβήτηση της εξουσίας να θεωρείται η κριτική στους πολιτικούς γιατί δεν είναι πιο αποφασιστικοί στην επιβολή του κοινωνικού δαρβινισμού και υπολογίζουν το πολιτικό κόστος των πράξεών τους, δηλαδή γιατί υπολογίζουν ακόμη και τις οριακά δημοκρατικές διαδικασίες. Αν αυτό ονομάζεται διανόηση σε συνεχή σύγκρουση με την εξουσία και την πολιτική και πνευματική αρτηριοσκλήρωση, τότε πράγματι ο Χίτλερ ήταν οραματιστής της παγκόσμιας ειρήνης.

Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο σε αυτήν την περίπτωση. Ούτε δα ήταν κάτι κρυφό ή μη αναμενόμενο. Ένας πανεπιστημιακός, διορισμένος σε Δ.Σ. κρατικής επιχείρησης και πέντε-έξι επιτροπές, υπάρχει περίπτωση να δαγκώσει το χέρι που τον ταΐζει; «Μα δεν πληρώνομαι», αντιτάσσουν υποκριτικά. «Το κάνω για το καλό του πολιτισμού, των γραμμάτων, της κοινωνίας, της χώρας, της ανθρωπότητας, του γνωστού και αγνώστου σύμπαντος». Φαίνεται ότι στην προεμφυλιακή Ελλάδα του 21ου αιώνα, ο αλτρουισμός περίσσεψε στη διανόηση. Αυτός θα είναι και ο λόγος που συντηρούν την ανθρωποφαγία με τόσο πάθος.

Η παρεξηγημένη σκατοψυχιά

Είναι δείγμα υγείας, κατά την άποψή μου, το ότι ακόμη και στην τούρλα του Αυγούστου, τέτοια μισαλλόδοξα, υπερσυντηρητικά, ανιστόρητα, και εν τέλει απάνθρωπα κείμενα και δηλώσεις δεν περνούν αναπάντητα. Όχι μόνο αναδεικνύονται (ως απάνθρωπα) αλλά κάποιες φορές αναγκάζουν τον ιδιοκτήτη τους να ερμηνεύσει ή και ανακαλέσει τα λεγόμενά του. Αυτό από την άλλη οδηγεί σε ένα ακόμη τραγελαφικό φαινόμενο. Υποτιθέμενοι τεχνίτες της γλώσσας, λογοτέχνες και καθηγητές Πανεπιστημίου, να προσπαθούν να πείσουν ότι είναι ανίκανοι να βάλουν τη μία λέξη πίσω από την άλλη και να φτιάξουν μία κοινώς κατανοητή πρόταση που να μην επιδέχεται άλλης ερμηνείας. Ποτέ άλλωστε τόσοι γνώστες της γλώσσας δεν αποδείχτηκαν τόσο ανίκανοι να την χρησιμοποιήσουν.

Προφανώς δεν είναι αυτή η αλήθεια. Καμία παρεξήγηση. Καμία παρερμηνεία. Ό,τι γράφουν ή λένε (ή καλύτερα, εκτοξεύουν), το εννοούν. Και εννοούν κάθε λέξη που χρησιμοποιούν. Απλώς τους είναι αδύνατο να παραδεχτούν ότι πιάστηκαν με την καρδάρα στο χέρι. Και αντ’ αυτού προσπαθούν να την περάσουν κάτω από τα μάτια μας, επιμένοντας «δεν βλέπετε καλά». Λένε ότι «όταν ανακαλύφθηκε η συγγνώμη, χάθηκε το φιλότιμο». Σωστό. Το κακό είναι ότι κάποιοι δεν έχουν ανακαλύψει ούτε τη συγγνώμη.

Πράγμα που μας οδηγεί στα κοινωνικά δίκτυα και το ρόλο τους. Το κλαμπ των διανοητών που αλληλοκαβατζώνονται από κυβερνητική επιτροπή σε κρατικό Δ.Σ., έως και σήμερα παραμένει ερμητικά κλειστό. Δεν αρκείται όμως σε αυτό. Όντας ανέκαθεν κλειστό, αλλά χωρίς τη δυνατότητα ζύμωσης με τον πραγματικό κόσμο, η εντύπωση -σε μεγάλο βαθμό αληθής- ήταν ότι η κοινωνία μπορεί να άγεται εύκολα και εσαεί χωρίς να χρειαστεί να συγχρωτιζόμαστε με αυτήν. Τα κοινωνικά δίκτυα ανέτρεψαν αυτήν την παγιωμένη εντύπωση και -με βίαιο τρόπο- τους αποκαλύπτουν μία άλλη πραγματικότητα. Ότι δεν είναι αυθεντίες. Ότι ο λόγος τους δεν περνάει ως θέσφατο. Ότι εκτοξεύουν συχνά πηχτές ανοησίες που δεν περνούν απαρατήρητες. Για την ώρα συνεχίζουν να ζουν στη γυάλα τους, αλλά πλέον βλέπουν απ’ έξω. Βλέπουν ότι δεν μπορούν να επιβάλουν εύκολα όποια άποψη βγάζουν από την κοιλιά τους ή -ακόμη χειρότερα- τους ορίζεται να επιβάλουν. Αντιμετωπίζουν ανθρώπους που είναι εξυπνότεροι, πιο καλλιεργημένοι πνευματικά, περισσότερο γνώστες, πιο καταρτισμένοι και κυρίως πολύ πιο αξιόλογοι από αυτούς. Εκατοντάδες πολίτες της διπλανής πόρτας, κατά κόρον ψευδώνυμοι (ακριβώς γιατί είναι της «διπλανής πόρτας» και δεν έχουν την ανάγκη να αντλήσουν κύρος από την ονοματάρα τους), που παράγουν ψηφίδες ιδεών πολύ πιο προωθημένων, πολύ πιο άρτια εκπεφρασμένων, πολύ πιο σύγχρονων, και με περισσότερο ενδιαφέρον βρε αδερφέ από την ομοφοβική μπαλαφαρία της κάθε Σώτης στην Άθενς Βόις.

Οπότε χτυπάμε την ανωνυμία. Πού πας χωρίς να σε λένε Χειμωνά ή Τατσόπουλο; Πώς θα σε θυμάται η Ανθρωπότητα αν βγαίνεις με το όνομα «βυζιά μελάτα» ή «μπάμπης6789241»; Ποια κρατική επιτροπή θα σε βραβεύσει; Ποιος υπουργός θα σου σφίξει το χέρι; Ποια Σούλα Καραμπουζούκη, χήρα μεγαλοεργολάβου, θα σε συνοδεύσει σε παρουσίαση πραγματείας για την αφόρητη μυρωδιά της μασχάλης της εργατικής πλέμπας; Ναι υπάρχει και η σαβούρα ανάμεσα στους ψευδώνυμος. Ογκώδης και κραυγαλέα σαβούρα. Πώς θα ήταν δυνατόν να μην υπήρχε; Αλλά καλό θα ήταν να μην διαβάζουμε κουταμάρες περί κανιβαλισμού. Δεν κανιβαλίζεται ο ανθρωποφάγος, αγάπη μου.

Υ.Γ.1 Δεν ισοπεδώνω τους διανοητές ή τους λογοτέχνες. Είναι όμως η πικρή αλήθεια ότι η πλειονότητα των διακεκριμένων Ελλήνων των γραμμάτων και της τέχνης των 90s πρωτοστατεί, συντάσσεται ή σιωπά, σε αυτό το ανθρωποφαγικό μεταμοντέρνο think tank της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας.

Y.Γ.2 Πιο γραφικοί, πιο γελοίοι και τελικά ακόμη πιο σκατόψυχοι, είναι εκείνοι οι δευτεροκλασάτοι σχολιαστές σε ιστοσελίδες και εφημερίδες, που νιώθουν την αδήριτη ανάγκη να δικαιολογήσουν κάθε κρετινισμό των παραπάνω «διανοητών». Πρόκειται για εκείνα τα γελοία ανθρωπάκια που προσπαθούν με κάθε τρόπο να μπουν στα σαλόνια της κυρίας Σούλας Καραμπουζούκη, χήρας μεγαλοεργολάβου, και να τα θαυμάσουν κι αυτά για το αφόρητο τίποτε που πουλάνε.

πηγή: galaxyarchis.wordpress.com

Μια «λάθος χώρα» σε έναν «λάθος κόσμο». Του Γιώργου Πήττα

07:32, 23 Αυγ 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/136401

Σε έναν κόσμο χτισμένο στα θεμέλια της ακόρεστης πλεονεξίας, σε έναν κόσμο που ενισχύει διαρκώς την ύβρη, με το περιβάλλον σε διαρκή οπισθοχώρηση από την επιθετική βαρβαρότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας, η Ελλάδα, δεν τήρησε ποτέ ή σχεδόν ποτέ ακόμα και τα προσχήματα του Καπιταλισμού ώστε κάπως, οι κάτοικοί της να μετεξελιχθούν από υπήκοοι της σε πολίτες […] Ο Γιώργος Πήττας, σύμβουλος Επικοινωνίας και αρθρογράφος, απαντά στην Κρυσταλία Πατούλη με βάση το ερώτημα «Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε;» της έρευνας για την κρίση που διεξάγεται από το 2010 και δημοσιεύεται στο tvxs.gr, όπου μέχρι στιγμής συμμετείχαν πάνω από 170 προσώπα των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών.

[…] Ψάχνουμε λοιπόν τώρα, να βρούμε τι άραγε;
Τις αιτίες ποιας κρίσης;

Της διεθνούς συστημικής κρίσης του Καπιταλισμού που έχει συμπαρασύρει τον ευρωπαϊκό νότο;

Της πλήρους αποτυχίας της Ε.Ε. που κατέστρεψε  τελείως ένα –κάποτε- σπουδαίο όραμα για την μετεξέλιξη της Ευρώπης σε μία ομοσπονδία ειρήνης, παιδείας, έρευνας, συνεργασίας και εξισορρόπησης έναντι των υπερδυνάμεων- πλέον της μίας και μοναδικής- για να καταντήσει πλέον ένα αυταρχικό φάντασμα διοικούμενο από διακοσμητικούς ακριβοπληρωμένους γραφειοκράτες που ζουν σε άλλο πλανήτη;

Ψάχνουμε άραγε να βρούμε πόσο φταίει η διεθνής συγκυρία και πόσο φταίει ο ελληνικός ατελής καπιταλισμός για το πώς «ήρθαμε μέχρι εδώ;»
Και τι να είναι άραγε αυτό το «εδώ»;

Από τη μια,  οι αμέτρητες καθημερινές τραγωδίες εκατομμυρίων ανθρώπων. Εκείνων που έχασαν τις δουλειές τους, των υπόλοιπων που τρέμουν μην βρεθούν άνεργοι, όλων όσων έχουν γίνει χαλκομανία στον τοίχο από την πίεση της αγωνίας για επιβίωση, που δεν βλέπουν κανενός είδους αύριο.

Κι’ όλα αυτά στο πολεμικό σκηνικό  καταστροφής όλων όσων, έστω υποτυπωδώς, υπήρχαν σε Παιδεία και Υγεία, σε «Κοινωνικό Κράτος». Η μία  πλευρά του «εδώ».

Από την άλλη, η γενική εικόνα μίας κατακερματισμένης κοινωνίας που δεν μπορεί να εκφραστεί αλλιώς παρά μόνο με υστερία και επιθετικότητα, με βρισιές και αφορισμούς, με ένα σημαντικότατο κομμάτι της να «επενδύει» εκδικητική ελπίδα στην Χρυσή Αυγή.
Μόνο που, δεν φτάσαμε τώρα «εδώ».

Πάνε χρόνια που έχουμε πιάσει πάτο ή μάλλον απόπατο σε επίπεδο αξιών.
Το «γιατί φτάσαμε ως εδώ» έπρεπε να μας είχε απασχολήσει χρόνια πριν.
Όσοι το αποτόλμησαν εγκαίρως, αμέσως κατέστησαν γραφικοί και δακτυλοδεικτούμενοι.

Όταν οι πιο απροσδόκητοι άνθρωποι– δίπλα μας- μετατρέπονταν από τη μία στιγμή στην άλλη σε χρηματιστές και «ξύπνιους επενδυτές» ενώ παράλληλα ο γνωστός υπουργός με το χαμόγελο «αστραφτερά δόντια» έσπρωχνε με δηλώσεις τους Έλληνες να παίξουν τη ζωή τους στη Σοφοκλέους.

Όταν ο πανελλήνιος ψίθυρος που ανέβαινε στον καυτό αέρα εκείνου του θέρους, ήταν οι λέξεις «πούλα κι’ αγόρασε».

Όταν τα σπίτια στις πιο απίθανες περιοχές αποκτούσαν την «Φιλιππινέζα» και μια «μπεμβέ» απ’ έξω παρκαρισμένη για να βγάλει το μάτι του γείτονα.

Όταν στα χρόνια της πιο χυδαίας και κάλπικης αυτοπεποίθησης οι λίστες με τους «100 λόγους που γουστάρουμε να είμαστε Έλληνες» γινόντουσαν «best seller» με τον κάθε ένα λόγο να είναι ρεσιτάλ απερίγραπτης ηλιθιότητας και απαιδευσιάς. (Είπα να ξεχωρίσω ένα δύο «λόγους» να μεταφέρω εδώ ως παραδείγματα, αλλά χάθηκα. Και οι 100 είναι εμετικοί- γιατί σε όλους, βγαίνει κραυγαλέα η ανάγκη των νεοελλήνων στον ετεροπροσδιορισμό).

Όταν η παράνομη μετανάστευση και η αδήλωτη εργασία βόλευε στο έπακρο τα Ολυμπιακά μας μεγαλεία και κανένας δεν πρόσεχε τις αγωνίες που εκδήλωναν οι κάτοικοι σε περιοχές που έχαναν τη φυσιογνωμία τους και άλλαζαν ραγδαία όχι προς την υπέροχη διαπολιτισμική πολυχρωμία της αρμονικής συνύπαρξής αλλά προς τη βία και την εγκληματικότητα καθώς γινόντουσαν άντρο αντίπαλων συμμοριών-με τη συμμετοχή και ενθάρρυνση του ντόπιου υπόκοσμου. Οι κάτοικοι αυτοί, τότε, δεν ήσαν «ρατσιστές», ανησυχούσαν όμως και κανένας δεν άκουγε τίποτα. Παραδόθηκαν αμαχητί ως πεσκέσι, στα βρώμικα νύχια της Χ.Α.

Όταν- και αυτά είναι μη αμφισβητήσιμα στοιχεία– οτιδήποτε σχετικό με life style:  τηλεόραση, περιοδικό, φυλλάδα, στήλη, πούλαγε τρελά γιατί μία αφύσικα μεγάλη μερίδα της κοινωνίας ήθελε με λαχτάρα να βάλει το μάτι στην κλειδαρότρυπα της πόρτας που την χώριζε από τη ντόπια και ασύστολα προωθούμενη βλαχογκλαμουριά- μια δράκα ηλίθιοι και ανεγκέφαλοι που έγιναν πρότυπα.

Όταν, ποτέ εξ όσων θυμάμαι, δεν έγινε καμία μα καμία απολύτως διαμαρτυρία για ποιοτικά αιτήματα-όλα ήταν πάντα εξαντλημένα σε ποσοτικά ζητήματα με συνδικαλιστικές ηγεσίες τύπου Φωτόπουλου και Κολλά.

Όταν, ποτέ εξ’ όσων θυμάμαι, η ΟΛΜΕ δεν διεκδίκησε- για παράδειγμα- την ολοκληρωτική μεταρρύθμιση, ας μην πω συνολικά της Παιδείας, ας αναφέρω μόνο την ακαδημαϊκή αναβάθμιση της Ιστορίας ώστε να απαλλαχθεί το πιο σημαντικό μάθημα για την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, από την οποιαδήποτε προπαγάνδα της οποιασδήποτε πλευράς και να γίνει, όπως συμβαίνει αλλού, εργαλείο που εκπαιδεύει τους νέους ανθρώπους στην αναζήτηση πολλαπλών και αντίθετων ιστορικών πηγών και στον διάλογο για το κάθε κεφάλαιο.

Έναν διάλογο στον οποίο ο κάθε μαθητής έχει καταλήξει σε κάποιο βαθμό σε ένα συμπέρασμα και έρχεται να το στηρίξει με τεκμηρίωση, έναντι των συμπερασμάτων που έχουν φέρει οι άλλοι. Δυστυχώς, το μόνο που ενδιέφερε και την ΟΛΜΕ είναι η αντικατάσταση των υπαρχόντων εικονισμάτων με κάποια άλλα.

Θα μπορούσα να γράφω συνέχεια και ασταμάτητα.

Όμως, «εδώ φτάσαμε» πριν και όχι τώρα ή τα τελευταία χρόνια.

Οι αιτίες, πάνε βαθύτατα στο χρόνο, στην στρεβλότητα με την οποία χτίστηκε το κράτος εξ αρχής, στην Παιδεία που ποτέ ή σχεδόν ποτέ δεν  υπηρέτησε την ανάγκη δημιουργίας πολιτών με αυτοπεποίθηση. Θα αναρωτηθεί ίσως κάποιος και εύλογα.

Καλά… Αν όλα αυτά ήταν «αλλιώς» πάλι δεν θα χτύπαγε η οικονομική κρίση;
Η απάντηση είναι νομίζω σχετικά απλή.

Αν όλα αυτά ήταν «αλλιώς» αν ήταν τοποθετημένα σε ορθολογικές βάσεις, τότε πιθανότατα να μην είχαμε το (με ελάχιστες εξαιρέσεις) άθλιο πολιτικό προσωπικό που έχουμε.

Ίσως η κοινωνία να είχε διαφορετικά αντανακλαστικά έναντι της πλήρους και κατακερματισμένης αφασίας που μας χαρακτηρίζει μέσα στην οποία την συμπεριφορά μας κανοναρχεί η αρχή του «ο σώζων εαυτόν…». Ίσως, τα ελάχιστα σπαράγματα ουσιαστικής αλληλεγγύης που-πάλι καλά- υπάρχουν, να ήταν πολύ πιο εξαπλωμένα και μέρος μίας κοινωνικής κουλτούρας μακριά από την κομματική και ιδεολογική εκμετάλλευση.

Και σίγουρα, σε κάποιον καλύτερο βαθμό, θα διαθέταμε ως κοινωνία μια κάποια «πνευματική ηγεσία» και όχι μια θλιβερή μάζα υπερφίαλων επηρμένων διανοουμένων που ξοδεύουν τον χρόνο τους ανταλλάσσοντας αμοιβαία συγχαρητήρια ή τον αντίποδα της, που σπεύδει να ταυτιστεί με τις κανιβαλικές φωνασκίες των σχολιαστών στα κοινωνικά δίκτυα, προκειμένου να αποκτήσει ή να διευρύνει το ακροατήριό της ή και να παίξει τον φύλαρχο.

(Αδύνατο σε αυτό το σημείο να μην σταματήσω για λίγο το γράψιμο. Θυμήθηκα τον Χρόνη Μίσσιο. Πόσο μα πόσο μου λείπει η δική του κατασταλαγμένη και κατακτημένη ποιότητα. Η νηφάλια και κυρίως γόνιμη διαχείριση της οργής του. Η έως τα τρίσβαθα ανθρώπινη ματιά του –για μένα τόσο λυτρωτική και τόσο απελευθερωμένα ιδεολογική.)

Πασχίζω αγαπητοί αναγνώστες εδώ και μισή ώρα να κλείσω το κείμενο κοιτάζοντας σαν υπνωτισμένος το αδήριτο ερώτημα «Τι πρέπει να κάνουμε;» και έχω κυριολεκτικά μπλοκάρει.

  • Πως αντιστρέφει κανείς μια στρεβλότητα τόσων πολλών χρόνων;
  • Πως μια κοινωνία επιδιώκει να απαλλαγεί από την θανατηφόρα οικονομική κρίση και ταυτόχρονα επιδιώκει να πάει παρακάτω, μπροστά, να ανασυνταχθεί αξιακά και όχι να επιστρέψει εκεί που νόμιζε πως τάχα «όλα ήταν καλά»;
  • Πως απαλλάσσεται από τα ψευδεπίγραφα μεγαλεία και την εθνική κομπορρημοσύνη ενώ παράλληλα ψάχνει για ένα κομμάτι ψωμί;

Επειδή σε όλα αυτά η απάντηση δεν είναι «ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός»  – όχι γιατί δεν είναι έτσι στην πραγματικότητα– αλλά γιατί δεν είναι αυτό το ζητούμενο της πλειοψηφίας αυτή τη στιγμή, επειδή αυτά που κυριολεκτικά επείγουν πια είναι τα στοιχειώδη, η απάντηση είναι –ιδανικά η παρακάτω- συνδυασμένη με κάποια ερωτήματα. Κατά τη γνώμη μου βεβαίως, πάντα.

1. η σαρωτική ανατροπή της σημερινής κυβέρνησης, η ακύρωση της εξοντωτικής πολιτικής της, η αποκατάσταση των θεμελιωδών αξιών στις εργασιακές σχέσεις και,
2. η ωρίμανση του ΣΥΡΙΖΑ και η ρήξη του με όλες τις παραδοσιακές νεοελληνικές παθογένειες που έχουν φωλιάσει στους κόλπους του.

Το ΚΚΕ:  Στο χαιρετισμό της Κεντρικής Επιτροπής προς «την εργατική τάξη, την αγροτιά και όλο το λαό» που δημοσιεύθηκε πρωτοσέλιδα στο Νο 1 τεύχος του Ριζοσπάστη της περιόδου που ξεκίνησε στις 25 Νοεμβρίου 1974 γράφει κατά λέξη στην εισαγωγή:

«Το ΚΚΕ θα κάνει ό,τι μπορεί για να συσπειρωθούν όλες οι προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις γύρω από ένα πρόγραμμα κοινής δράσης για τον εκδημοκρατισμό της χώρας»

Στη συνέχεια, αναλύει τα βασικά σημεία του προγράμματος που βεβαίως εστιάζονται σε ζητήματα εκείνης της εποχής.

Αναρωτιέμαι: Το ΚΚΕ σήμερα δεν διακρίνει πως υπάρχουν ακόμα κρισιμότεροι λόγοι για την «συσπείρωση όλων των προοδευτικών και δημοκρατικών δυνάμεων γύρω από ένα πρόγραμμα κοινής δράσης»;

Δεν αντιλαμβάνονται οι εν Περισσώ την πολλαπλασιαστική φορά που θα αποκτούσε η κοινωνία αν έβαζε στην άκρη κάποιες «αρχές» προκειμένου να συσπειρωθούν «όλες οι προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις» ; Το ερώτημα είναι αμείλικτο:

Είτε περιμένει το ΚΚΕ την «δευτέρα παρουσία» κατά την οποία θα ωριμάσουν οι συνθήκες για την λαϊκή εξουσία (προφανώς μέσα από την πλήρη εξαθλίωση των πάντων)   είτε, απλά ενδιαφέρεται  μόνο για την θεσούλα του στο πολιτικό θέατρο, τελευταία γωνία στον εξώστη πίσω από την κολώνα.

Εκτός, αν περιμένει τον ΣΥΡΙΖΑ να έρθει στα πράγματα, να τον βοηθήσει φιλότιμα να αποτύχει, για να έρθει στην διακυβέρνηση πλέον η ακροδεξιά με την Χ.Α. στο επίκεντρο, να οδηγηθούν τα πράγματα στο αίμα και τον εμφύλιο, και αναδυθεί από τα ερείπια της χώρας το Κόμμα ως «τη γνήσια λαϊκή αντιφασιστική και αντιιμπεριαλιστική δύναμη». Μια νίκη του λαού, χωρίς λαό. 

3. Αλήθεια. Στην Ελλάδα των σχεδόν δύο εκατομμυρίων ανέργων είναι τόσο ακατόρθωτο να εμπνεύσει κάποιος τους 500.000 από αυτούς ώστε να συγκεντρωθούν ειρηνικά στο Σύνταγμα να κάτσουν κάτω και να μη φύγουν ποτέ μέχρι να προκηρυχθούν εκλογές;

Είτε δεν υπάρχει ούτε ψήγμα πειστικής ηγεσίας, είτε το διαίρει και βασίλευε μας έχει νικήσει κατά κράτος.

Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν;

  • Να μην ξεχάσουμε ποτέ στο μέλλον τα τραύματα που χαράζει η κρίση πάνω μας.
  • Να απομονώσουμε την έπαρση όπου αυτή φυτρώνει με αυθάδεια.
  • Να μεταγγίσουμε την αλληλεγγύη στο αίμα μας για να γίνει μέρος του dna μας και όχι αντανακλαστικό έκτακτης ανάγκης.
  • Να χαμηλώσουμε τους τόνους μεταξύ μας μήπως και έτσι δυναμώσει η κραυγή εναντίον τους.
  • Να μάθουμε –ξανά- να ακούμε τους άλλους και όχι μόνο εκείνους με τους οποίους βολικά ταυτιζόμαστε.
  • Να βάλουμε τον εαυτό μας –όχι τον εαυτούλη μας- στο κέντρο. Δηλαδή, τον Άνθρωπο μήπως αρχίσουμε να δημιουργούμε έτσι τα υλικά για να υπάρξει ξανά Κοινωνία.
  • Να διεκδικήσουμε με πείσμα και επιμονή, Παιδεία. Για να πάψουμε κάποτε να είμαστε η «κοινωνία» που ζει πριονίζοντας τα πόδια όσων ξεχωρίζουν και η κοινωνία που κυβερνιέται από τους χείριστους, από θλιβερά ανθρωπάκια που αντάλλαξαν τα πόδια τους με τα πόδια της καρέκλας τους.

Να γίνουμε δηλαδή, ο κάθε ένας απαιτητικός από τον εαυτό του  μήπως καταφέρουμε να σηκώσουμε τον πήχη για το αύριο που λέμε πως ζητάμε.  Πάνω από όλα, αυτή την ώρα, πρέπει να στηρίξουμε ο ένας τον άλλο και να συνειδητοποιήσουμε το απύθμενο βάθος της ύβρεως που συντελείται πάνω μας.-

Σχετικά Άρθρα

20/12/2011
07/10/2011
04/08/2013