Φωτεινή Τσαλίκογλου: Ζω σημαίνει αναζητώ μια αλήθεια

07:45, 20 Μάιος 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/129035

Ζω, σημαίνει αναζητώ μια αλήθεια και η μόνη αλήθεια, ίσως είναι αυτή που σε φέρνει κοντά στις ρωγμές της ιστορίας σου… που σου επιτρέπει  να μην λογοκρίνεις, ούτε να κοροϊδεύεις, ούτε να παραποιείς την ένταση των συναισθημάτων σου.  Αυτή την «αναμονή του αληθινού» […] Η ηθική της αναζήτησης. Αυτό δεν είναι που σου δίνει την αίσθηση ότι δεν είσαι νεκρός; Αν σταματήσει αυτή η αναζήτηση, έχεις σταματήσει να υπάρχεις. Και το όλο θέμα είναι, να μη γίνουμε μία χώρα, ήδη νεκρών […] Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το τελευταίο της βιβλίο 8 ώρες και 35 λεπτά, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Κρ.Π.: Σ’ αυτό το βιβλίο, αφηγείσαι το ταξίδι του Τζόναθαν, ο οποίος για πρώτη του φορά θα επισκεφτεί τον τόπο της καταγωγής του, και μέσα στο αεροπλάνο σκέφτεται τη ζωή του «μια ιστορία δυο τραυματισμένων μέσα του «πλασμάτων»: της οικογένειάς του και της Ελλάδας». Πώς γεννήθηκε αυτή η ιστορία;

Φ.Τσ.: Είναι παράξενο πράγμα οι ιδέες. Μοιάζει να ‘ρχονται κάποια στιγμή, αλλά μπορεί να προετοιμάζονται πολλά χρόνια πριν μέσα στο μυαλό.

Aπ’ όσα βιβλία έχω γράψει, χωρίς να έχει τίποτα το βιογραφικό με τη στενή ημερολογιακή έννοια, είναι ταυτόχρονα το πιο βιογραφικό  βιβλίο μου. Aρκεί να δεχτούμε ότι η βιογραφία δεν αφορά μόνο σε ιστορικά τεκμηριωμένα γεγονότα αλλά και σε βιωμένα γεγονότα που δεν συνέβησαν ποτέ παρα μόνο στη φαντασία μας.

Πράγματα δηλαδή που έχουμε ζήσει εκτός ημερολογίου… Bιωματικές αλήθειες… γεγονότα που ποτέ δεν συνέβησαν αλλά αξιώνουν το καθεστώς του «πραγματικού».

Κρ.Π.: Ο ήρωας του βιβλίου ξεκινά να πάει στη χώρα των προγόνων του, αλλά μοιάζει και σαν να… επιστρέφει στην Ελλάδα γι’ αυτούς και μ’ αυτούς…  Σήμερα, παρατηρούμε ότι πολλοί φεύγουν από τη χώρα μας, αλλά οι περισσότεροι, είτε φεύγουν είτε μένουν, μοιάζει επίσης, σα να κάνουν μία προσπάθεια «επιστροφής» σ’ αυτό που μπορεί να λέγεται Ελλάδα, στο παρελθόν, στις ρίζες.

Φ.Τσ.: Χιλιάδες νέα παιδιά, με προσόντα τυπικά και ουσιαστικά, (και η νεότητα είναι από μόνη της ένα προσόν) τα τελευταία δύο χρόνια, έχουν φύγει από τη χώρα, εγκατέλειψαν αυτόν τον τόπο. Θα ήθελα να ονειρεύομαι ότι αυτά τα παιδιά δεν φύγανε για να φύγουνε. Κάποτε ίσως θελήσουν να ξαναγυρίσουν. Είναι πολύ οδυνηρό, όχι να φεύγεις, αλλά να μην θες να ξαναγυρίσεις… Και επίσης είναι πολύ οδυνηρό, να νιώθεις ότι σε διώχνει η χώρα. 

Κρ.Π.: Εγώ νιώθω ότι η χώρα η ίδια φεύγει…

Φ.Τσ.: Γι αυτό σήμερα, υπάρχει αυτή η έννοια της επιστροφής… Ναι, μπορείς να επιστρέφεις και φεύγοντας. Πώς; Νομίζω είναι μια εποχή που αναζητάμε να γνωρίσουμε αυτόν τον τόπο. Κι όταν λέω να τον γνωρίσουμε, εννοώ ουσιαστικά. Γιατί μπορεί να ζεις σε μια οικογένεια και να σου είναι άγνωστη.

Πιστεύω οι κρίσεις σε παρακινούν να ψάξεις να βρεις την αλήθεια μιας καταγωγής. Που μπορεί βέβαια να είναι μια νέα επινόηση. Δεν έχει σημασία.  Σημασία έχει  να αντιπαρατεθείς με την αλήθεια της ιστορίας σου. Ποιά είναι η πατρίδα σου; Ποιοί είναι οι δικοί σου δεσμοί με αυτή τη χώρα; Πόσο σε έχουν, δίχως να το ξέρεις, σημαδέψει τραύματα του παρελθόντος; Αυτό κάνει και ο Τζόναθαν.

Σε πρώτο επίπεδο, προσπαθεί να ξεδιαλύνει τα μυστήρια με την οικογένειά του, που είναι πολύ περιπεπλεγμένα και φορτισμένα. Αλλά πίσω απ’ αυτό, υπάρχει σαν σκιά, σαν αχτίδα, σαν απειλή ή σαν υπόσχεση, η ιστορία της Ελλάδας. Όπως και πίσω από αυτή την ιστορία της Ελλάδας εμφιλοχωρεί η αναζήτηση μιας συνεχώς καταδικασμένης να μας διαφεύγει δικής μας ταυτότητας.  Το τραύμα σημαίνει πληγή στο σώμα, στη ψυχή, στην κοινωνία. Υπαρχει μια αέναη αλληλεπίδραση  ανάμεσα τους. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο.

Κρ.Π.: Ο ήρωας του βιβλίου πάντως, αγγίζει την αλήθεια, αφού έχει βιώσει πρώτα μια καταστροφή.  Σαν η απώλεια, να τον ωθεί στην αλήθεια. 

Φ.Τσ.: Προτιμώ να μιλήσω τώρα σαν αναγνώστρια: Σε αυτό το ταξίδι μέσα στο αεροπλάνο 8μιση ώρες, όσο διαρκεί η πτήση Νέα Υόρκη  – Αθήνα, αναμοχλεύεται μισός αιώνας ιστορίας. Στο μυαλό του  τραυματισμένου από την ιστορία του, Tζόναθαν, το ταξίδι αυτό λειτουργεί και  σαν μια θρηνητική διεργασία.

Για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του ο τραυματισμένος, χρειάζεται να υπάρξει μια διεργασία. Πένθους να το πούμε; Θρήνου; Χρειάζεται, δηλαδή, να έρθει σε επαφή μ’ αυτό που έχασε.  Να μην το κουκουλώσει, να μην το συγκαλύψει, να μην το μεταμφιέσει.

Αυτό είναι συνήθως πολύ οδυνηρό. Αν δεν το κάνεις όμως, παραμένεις όμηρος του τραύματος. Είσαι σαν φυλακισμένος μέσα στην καταστροφή. Εάν το κάνεις, αν καταφέρεις να επεξεργαστείς το νόημα αυτής της καταστροφής, εκεί ανοίγονται μετά, πολλές δυνατότητες μπροστά σου.

Κρ.Π.: Αυτό το καταφέρνει ο ήρωας, γι αυτό και ίσως μπορεί και επιστρέφει… 

Φ.Τσ.: Σ’ αυτή την οικογένεια, υπήρχαν ανεπούλωτα τραύματα, αλήθειες που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ο Τζόναθαν με την αδελφή του την Αμαλία, μεγάλωσαν στη Νεα Υόρκη σ’ ένα σπίτι γεμάτο μυστικά. Παιδιά αγνώστου πατρός με μια μητέρα που ‘’ξαφνικά’’ άλλαξε το όνομα της και απαγόρευσε στα παιδιά της να μιλάνε για την Ελλάδα.

Το φάντασμα μιας πεθαμένης αδελφής  ενώνει, (με τον  τρόπο που  μόνο οι  νεκροί γνωρίζουν), το Μανχάταν με τη Νέα Ιωνία, και τους ουρανοξύστες με τις νεραιδοσπηλιές της Καππαδοκίας.

Ο παππούς και η γιαγιά αυτών των παιδιών, φεύγοντας από την Ελλάδα λίγο πριν τον πόλεμο, αφήνανε πίσω έναν τόπο με καταστροφές, με ξεριζωμούς, με τον εμφύλιο που θα ξέσπαγε. Κομβικά  γεγονότα που λειτουργούν ακόμα στην ελληνική κοινωνία, ως ανεπούλωτα τραύματα.

Aιμομικτικές φαντασιώσεις,  αυτοκτονίες, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, παράνομοi έρωτες σημαδεύουν τη ζωή της οικογένειας Αργυρίου. Μέσα εκεί ο Τζόναθαν πασχίζει να υπάρξει, να μάθει ποιος είναι. Στην ουσία είναι μια πορεία αυτογνωσίας που επιχειρεί ο ίδιος.

Κρ.Π.: Αλλά τελικά αφηγείσαι παράλληλα και την ιστορία της Ελλάδας. Και μιλάς μέσα σε όλα αυτά, για τα τρία συστατικά μίας ύβρις: Την αδικία, τον αποκλεισμό και τη λήθη(Μήπως δεν αποκλείσαμε από το λεξιλόγιό μας τη λέξη Ελλάδα, τόσα χρόνια, με κάποιον τρόπο; Αποφεύγοντας οτιδήποτε ελληνικό;). Όλα αυτά, ζητούν την τιμωρία και την κάθαρση. Και στην περίπτωση του Τζόναθαν, η κάθαρση έρχεται σαν δικαιοσύνη, και η δικαιοσύνη στην προκειμένη περίπτωση μοιάζει να αντικαθιστά την τιμωρία. Και δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η αλήθεια.

Φ.Τσ.: Κάθαρση είναι και το να μην φοβάσαι την ένταση των συναισθημάτων σου. Να μην υπάρχει αυτή η άμβλυνση των συναισθημάτων που σε βάζει σε μία νοικοκυρεμένη νάρκη, σ΄ένα λήθαργο τακτοποιημένης δήθεν ισορροπίας.

Η Ερασμία, η γιαγιά του Τζόναθαν λίγο πριν πεθάνει, σε βαθύ γήρας, μέσα στο ίδρυμα των ηλικιωμένων, λίγο πριν το τέλος, αποκαλύπτει, φανερώνει, στον εαυτό της και στον εγγονό της  την ανατρεπτική αλήθεια  της ιστορίας της.

Ο νεαρός ήρωας θέλει να έχει μια ευκαιρία, προτού ο ίδιος πεθάνει, προτού φτάσει σ’ αυτό το βαθύ γήρας, να έρθει κι εκείνος σε επαφή με την δική του αλήθεια. Θέλει δηλαδή να προλάβει να ζήσει προτου να πεθάνει.

Ζω, σημαίνει αναζητώ μια αλήθεια και η μόνη αλήθεια, ίσως είναι αυτή που σε φέρνει κοντά στις ρωγμές της ιστορίας σου… που σου επιτρέπει  να μην λογοκρίνεις, ούτε να κοροϊδεύεις, ούτε να παραποιείς την ένταση των συναισθημάτων σου.  Αυτή την «αναμονή του αληθινού».

Και δυστυχώς ή ευτυχώς, αυτή την αλήθεια τη μονοπωλεί η απώλεια. Ο ψυχικός πόνος έχει κοιτάσματα μιας τρομακτικής ανατρεπτικής αλήθειας. Και ο ήρωας, δεν θέλει άλλο να αποφύγει αυτόν τον πόνο.

Τελικά, να παραδεχτεί τον απαγορευμένο του έρωτα. Να δει αλλιώς την μητέρα του. Να επιχειρήσει να δει αλλιώς αυτή τη χώρα, την Ελλάδα, που στη φαντασία του είναι η εικόνα μιας συρρικνωμένης χώρας, που βυθίζεται, που καταστρέφεται, όμως εκείνος θέλει προτού προσγειωθεί το αεροπλάνο να μπορέσει να την δει κι αλλιώς αυτή τη χώρα.

Κρ.Π.: Το βιβλίο τελειώνει με τους στίχους του τραγουδιού του Μάνου Χατζηδάκι, «Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς»…

Φ.Τσ.: Υπάρχει μια συγκλονιστική  ιστορία πίσω από αυτό το τραγούδι, που την έμαθα αφού είχα ολοκληρώσει την πρώτη του γραφή. Και είναι από αυτά τα αναπάντεχα, που μπορεί να κρύβει μέσα της η λογοτεχνία, η τέχνη, η γραφή.

Όταν η μητέρα του Τζόναθαν, αποφασίζει να αλλάξει το όνομά της, γιατί δεν θέλει τίποτα να της θυμίζει την Ελλάδα, όχι γιατί δεν την θέλει, αλλά γιατί η Ελλάδα την έχει πληγώσει μέσα από τα κρυμμένα μυστικά της οικογένειάς της, διαλέγει το όνομα Λάλε Άντερσεν.

Διάλεξα τυχαία το όνομα αυτό. Χωρίς να ξέρω την ιστορία που συνδέει το Μάνο Χατζηδάκι με αυτή τη γυναίκα, τη Λάλε Άντερσεν –γιατί ήδη υπήρχε στο βιβλίο αυτό το τραγούδι του-, η οποία είχε γίνει διάσημη τραγουδώντας το «Λιλή Μαρλέν», το τραγούδι το οποίο ξημεροβραδιάζονταν στις μάχες. Και οι μεν και οι δε. Το θεωρούσαν δικό τους και οι ναζί και οι σύμμαχοι. Ήταν το αγαπημένο τους τραγούδι, ένα σπαρακτικό τραγούδι για μια γυναίκα που κάποια στιγμή χάνεται, και όλοι την ανακαλούν και την αναπολούν…

Ο ίδιος ο Χατζιδάκις έχει περιγράψει, πως δημιούργησε τη δική του εκδοχή του τραγουδιού της Λιλή Μαρλέν, έχοντας στο μυαλό του τη φωνή της Λάλε Άντερσεν, την οποία δεν την είχε είχε δει ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Κρ.Π.: … οι στίχοι του τραγουδιού αυτού, επειδή μιλάς για απώλειες, ο αγώνας να κατακτήσουμε κάτι άπιαστο, μας δίνει την δύναμη να τιμήσουμε όλα αυτά που είμαστε, και τα χάνουμε ή τα ξαναβρίσκουμε κατά καιρούς στη ζώη μας;

Φ.Τσ.: Έχω μια εμμονή με το θέμα της απώλειας. Ολο και πιο πολύ. Μέσα της κρύβονται απεριόριστα κοιτάσματα αλήθειας.

«Το βλέμμα της οδύνης μου αρέσει,
γιατί γνωρίζω ότι είναι αληθινό
Οι άνθρωποι δεν ψεύδονται στους πόνους’’,
λέει η Έμιλη Ντίκινσον

Κρ.Π.: Αυτό που μένει στο τέλος του βιβλίου, είναι τελικά η αγάπη, η συνύπαρξη, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η αλήθεια; Όλα αυτά τα ιδανικά, που μοιάζουν άπιαστα, και όπως λέει και το τραγούδι στο τέλος; Που τα «γυρεύουμε» γιατί ήσαν «ουρανός»;

Φ.Τσ.: Η αναζήτηση εννοείς, ναι. Η ηθική της αναζήτησης. Αυτό δεν είναι που σου δίνει την αίσθηση ότι δεν είσαι νεκρός; Αν σταματήσει αυτή η αναζήτηση, έχεις σταματήσει να υπάρχεις. Και το όλο θέμα είναι, να μη γίνουμε μία χώρα, ήδη νεκρών. Αυτό που είπες: «η χώρα έχει φύγει». Η χώρα που έχει φύγει, κινδυνεύει να γίνει μία χώρα ήδη νεκρών.

Πασχίζεις σήμερα να υπάρξεις. Ανεπιτυχώς, όπως όλα δείχνουν. Kαταθλίψεις, βιαιοπραγίες, αυτοκτονίες, ψυχικές διαταραχές, επιλογή του μίσους ως τρόπου ζωής και κατασκευή φανταστικών εχθρών στη θέση ενός ξένου εαυτού. Κολυμπάς με ένα τρύπιο σωσίβιο και γύρω σαν μανιασμένος ωκεανός ο θάνατος.

Ναι!  θα ήθελα όλα να ήταν αλλιώς. Γράφεις ιστορίες για να ονειρεύεσαι ότι όλα θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Όμως τίποτα δεν είναι αλλιώς κι εσύ ζεις ονειρευόμενος. Ιδού ίσως η  μεγάλη ψευδαίσθηση, σήμερα, της λογοτεχνίας.

Κρ.Π.: Γιατί μόνο η αλήθεια δίνει την πραγματική δύναμη;

Φ.Τσ.: Ακόμα κι αν είναι σαν τις Αλκυονίδες μέρες. Που ξέρεις ότι θα κρατήσουν λίγο στην καρδιά του χειμώνα.

Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς – 1943

Αγάπη μου σε γύρευα
σ’ αυγή και σε φεγγάρι
και στα ψηλά τα σύννεφα
σε γύρευα τυφλός,
μα ήρθε ο καιρός, ήρθε η βροχή
κι η δροσερή σου χάρη
αγάπη μου σε γύρεψα
γιατί ήσουν ουρανός […]

Στίχοι: Γιάγκος Αραβαντινός
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις 


8 ώρες και 35 λεπτά, Εκδόσεις Καστανιώτη

Σχετικά Άρθρα

(12/04/2013)
(21/09/2011)
(07/05/2013)
(30/04/2013)

Η κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης. Του Γιώργου Κολέμπα

06:36, 20 Μάιος 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/129030

[…] Η διεθνής και η τοπική ελίτ, στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού δε χρειάζεται πια να διατηρήσει το κοινωνικό κράτος που είχε προωθήσει η σοσιαλδημοκρατία το προηγούμενο μισό αιώνα στις αναπτυγμένες χώρες. Χρειάζεται μόνο το κατασταλτικό κράτος για να επιβάλει ένα καθεστώς αυταρχικό της ολιγαρχίας του πλούτου και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Παρεμβαίνει λοιπόν στα πλαίσια αυτού του κατασταλτικού κράτους, χωρίς να κρατάει ούτε καν τα προσχήματα, και επιβάλει στρατιωτική πειθαρχία και στις εργασιακές σχέσεις(π.χ. στη χώρα μας-«ναυαγό της καπιταλιστικής ανάπτυξης»- επιβάλει «επίταξη» των εργαζομένων στα λιμάνια, στο μετρό, και τώρα στους εκπαιδευτικούς της Μ. Εκπαίδευσης). Γράφει ο Γιώργος Κολέμπας, με αφορμή την επιστράτευση των εκπαιδευτικών της Μ.Ε. και τη μη γενόμενη απεργία μέσα στις εξετάσεις της ΟΛΜΕ. 

1)  Η κρίση του εκπαίδευτικού μηχανισμού(ε.μ.)

Στην εκπαίδευση σήμερα -αλλά και πάντα μέχρι τώρα- υπάρχει μία διαρκής και αέναη κρίση που είναι παραδεχτή από όλους, και τους ιδεολόγους του συστήματος.

Αυτή οφείλεται στις αντιφάσεις που τη διέπουν σα δομή χωρισμένη από την παραγωγική διαδικασία και την ενεργό κοινωνική ζωή. Σαν δομή που δεν ανταποκρίνεται άμεσα στις ανάγκες τους, αλλά έχει μία αναντιστοιχία, η οποία κάθε φορά χρειάζεται «ρύθμιση» για να αμβλύνεται.

Σα δομή που προωθεί το χωρισμό της πνευματικής απ’τη χειρωνακτική εργασία, που εμπεριέχει την αντίφαση μεταξύ των «κοινωνικών» και «ατομικών» αναγκών. Σαν αυταρχική διαδικασία μετάδοσης δοσμένων εκ των προτέρων γνώσεων, στην οποία πάλι δε μπορεί να γίνουν όλοι κοινωνοί μέχρι και την ανώτερη βαθμίδα.

Βέβαια οι αντιφάσεις αυτές δεν έχουν αναγκαστικά σα συνέπεια την κρίση. Απλώς είναι η βάση στην οποία στηρίζεται η αμφισβήτηση του ρόλου της εκπαίδευσης απ’τις διάφορες τάξεις του κοινωνικού σχηματισμού. Όταν και αν υπάρχει αυτή η αμφισβήτηση τότε εμφανίζεται η κρίση.

Η κρίση οξύνεται όταν η ηγεμονική κοινωνική ομάδα προσπαθεί να «ρυθμίσει» την αναντιστοιχία και τις «καθυστερήσεις» της εκπαίδευσης για να ολοκληρώνει την ιδεολογική της λειτουργία.

Αυτές οι ρυθμίσεις στρέφονται σίγουρα και ενάντια στην αναπαραγωγή συγκεκριμένων κάθε φορά στρωμάτων της κοινωνίας. Μπορούν να πετύχουν στο βαθμό που υπάρχουν πραγματικά οι δομές που τις εξασφαλίζουν και δεν είναι επινοήσεις ορισμένων επιτελείων τεχνοκρατών και στο βαθμό που τα λαϊκά αιτήματα δεν παίρνουν τον χαρακτήρα της ριζοσπαστικής αλλαγής και δεν ξεφεύγουν απ’ τα πλαίσια του «εκσυγχρονισμού» κάθε φορά.

Η κρίση μπορεί να οξυνθεί σε βαθμό που να μπλοκάρει εντελώς τη λειτουργία της, όταν η εκπαίδευση γίνει στόχος της πολιτικής παρέμβασης ενός συνολικού κινήματος των «από κάτω». Όταν οι ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις στο χώρο της, δίνουν τη δυνατότητα να προβάλουν το δικό τους όραμα για μιαν άλλη εκπαίδευση στα πλαίσια μιας άλλης κοινωνίας. Δίνουν τη δυνατότητα στο μαθητικό και φοιτητικό κίνημα να αντιταχτεί στον ευνουχισμό και την αλλοτρίωση της νέας γενιάς(ν.γ.). Σ’ ένα κίνημα εκπαιδευτικών να βοηθήσει τους δασκάλους και καθηγητές, ξεφεύγοντας απ’ τα στενά συντεχνιακά τους αιτήματα, να αμφισβητήσουν το ρόλο τους σαν από καθέδρας ζωντανών εκφραστών των κυρίαρχων αξιών και τοποτηρητών προνομίων, εντασσόμενοι στο γενικότερο κίνημα αμφισβήτησης της υπάρχουσας κοινωνίας.

Προφανώς οξύνεται ακόμη περισσότερο, όταν συνδυάζεται με γενικότερη οικονομική κρίση, όπως συμβαίνει αυτόν τον καιρό στη χώρα μας, στα πλαίσια των πολιτικών των «μνημονίων», όπου οι περικοπές για την εκπαίδευση εντάσσονται στην διαδικασία κατάρρευσης των κοινωνικών αγαθών και της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους.

Σήμερα οι εξελίξεις δεν αφήνουν περιθώριο για διαιώνιση του κυρίαρχου παραδείγματος της ανάπτυξης-κατανάλωσης- αφθονίας, που επικρατούσε τα τελευταία τριάντα χρόνια («χρυσή τριακονταετία»).

Η νέα κατάσταση «εκτάκτου ανάγκης»( περίοδος συνεχούς κρίσης και διαρκών αναταράξεων και πιθανών κοινωνικών μετασχηματισμών), δε χρειάζεται να στηρίζεται στη συναίνεση της μεσαίας τάξης και στην ιδεολογική συμφωνία των «από κάτω». Δημιουργείται σε παγκόσμιο επίπεδο μια ατμόσφαιρα γενικευμένης κοινωνικής ανασφάλειας και παρατεταμένου φόβου, ξεκινώντας από τον αδύνατο κρίκο της Ν. Ευρώπης και ειδικότερα της Ελλάδας. Σε αυτό το περιβάλλον απαξιώνεται πλήρως μια σειρά θεμελιωδών θεσμών του κοινοβουλευτικού συστήματος και του φαντασιακού της λαϊκής κυριαρχίας.

Η διεθνής και η τοπική ελίτ, στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού δε χρειάζεται πια να διατηρήσει το κοινωνικό κράτος που είχε προωθήσει η σοσιαλδημοκρατία το προηγούμενο μισό αιώνα στις αναπτυγμένες χώρες.

Χρειάζεται μόνο το κατασταλτικό κράτος για να επιβάλει ένα καθεστώς αυταρχικό της ολιγαρχίας του πλούτου και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Παρεμβαίνει λοιπόν στα πλαίσια αυτού του κατασταλτικού κράτους, χωρίς να κρατάει ούτε καν τα προσχήματα, και επιβάλει στρατιωτική πειθαρχία και στις εργασιακές σχέσεις(π.χ. στη χώρα μας-«ναυαγό της καπιταλιστικής ανάπτυξης»- επιβάλει «επίταξη» των εργαζομένων στα λιμάνια, στο μετρό, και τώρα στους εκπαιδευτικούς της Μ. Εκπαίδευσης).

Να σταθούμε στους τελευταίους λόγω επικαιρότητας: θα χρειασθεί να αντιληφθούν ότι αναγκαστικά πλέον περνάνε στα κοινωνικά στρώματα των «αποκάτω». Δεν υπάρχει ελπίδα και για αυτούς για «ανάκαμψη» και επιστροφή στη προηγούμενη κατάσταση, όπου μπορεί οι αμοιβές τους στα πλαίσια της και πριν κουτσουρομένης δημόσιας εκπαίδευσης να ήταν χαμηλές, όμως οι περισσότεροι επωφελούνταν-λόγω φροντιστηρίων που μπορούσαν να κάνουν-από τις ιδιωτικές δαπάνες των γονιών(με τα φροντιστήρια, επίσημα και μη, υπήρχε στην ουσία σε μεγάλο βαθμό ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης).

Οι πολλοί γονείς των «αποκάτω»-γιατί οι γονείς των «αποπάνω» είναι λίγοι-δεν μπορούν πια, στα πλαίσια της φτωχοποίησής τους και της γιγαντωμένης ανεργίας, να εξασφαλίζουν τα χρήματα για τα φροντιστήρια των παιδιών τους(η ελληνική οικογένεια έκανε τα πάντα για αυτή τη λειψή έτσι και αλλιώς μόρφωση των παιδιών της τα τελευταία χρόνια, χρησιμοποιούσε μέχρι και τη σύνταξη των παππούδων-γιαγιάδων της).

Έτσι πολλοί λίγοι εκπαιδευτικοί θα μπορούν να επωφελούνται από το ιδιωτικοποιημένο κομμάτι της εκπαίδευσης. Η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών θα πρέπει να το πάρει απόφαση: ανήκει στους «αποκάτω»!!!

Μαζί με τους «αποκάτω» λοιπόν θα χρειασθεί να δώσουν λύση και στο θέμα της εκπαίδευσης. Μεταξύ των «συμπληγάδων» της δημόσιας και της ιδιωτικής εκπαίδευσης, θα πρέπει να επιλέξουν την κοινωνικοποίησή της. Να αναλάβουν πρωτοβουλίες για να γίνουν υπηρέτες της ανάγκης της κοινωνίας για παιδεία-εκπαίδευση και να μην είναι υπηρέτες ενός ε.μ. που έχει στόχο να εκπαιδεύει τη ν.γ., ώστε να είναι κομμένη και ραμμένη στα πρότυπα που τη χρειάζεται η ελίτ.

Εξάλλου όλοι οι εκπαιδευτικοί αρεσκόμαστε-υπήρξα και εγώ εκπαιδευτικός-όταν στριμωχνόμαστε από επιχειρήματα του είδους ότι είμαστε και εμείς εργαζόμενοι, να επιλέγουμε τον όρο του «εκπαιδευτικού λειτουργού», θέλοντας να τονίσουμε το σημαντικό κοινωνικό μας ρόλο. Προσφέροντας βέβαια υπηρεσίες εκπαίδευσης στην κοινωνία οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει, σαν ανταπόδοση, η κοινωνία να τους εξασφαλίσει και μια ποιοτική ζωή. Δεν χρειάζεται βέβαια αυτή η ποιότητα να ταυτίζεται με την όσο γίνεται μεγαλύτερη ατομική κατανάλωση, αλλά να στηρίζεται στην ατομική εγκράτεια και στην αφθονία των κοινωνικών αγαθών, για την ικανοποίηση των αναγκών τους.

Πρωτοβουλίες λοιπόν για να περάσει και η εκπαίδευση –όπως και η οικονομία-στα χέρια της τοπικής κάθε φορά κοινωνίας για την εκπλήρωση κοινωνικών και ατομικών αναγκών. Γιατί η παιδεία-εκπαίδευση είναι κοινωνικό αγαθό, όπως ο αέρας, το νερό ή η ενέργεια και δε μπορεί να εξασφαλίζεται μέσω της αγοράς σαν κατανάλωση. Αυτό σημαίνει ότι αυτή η προσπάθεια μπορεί να ξεκινήσει από τώρα βέβαια, αλλά θα χρειασθεί να βάλει και σαν στόχο να πετύχει σημαντικές κοινωνικές αλλαγές. Δεν μπορεί να πετύχει αυτή η προσπάθεια, αν δε συνδεθεί με τη γενικότερη προσπάθεια για να πούμε όλοι οι «αποκάτω»: «στοπ στο ολιγαρχικό καθεστώς των ελίτ του πλούτου, αυτό το καθεστώς δε μεταρρυθμίζεται πια, θα πρέπει να ξεπερασθεί».

Να περάσουμε σε μετακαπιταλιστική κοινωνία της ισοκατανομής πόρων και εξουσιών-αταξική, οικολογική, αποκεντρωμένη, αυτοδιευθυνόμενη-αποφασίζοντας το επόμενο χρονικό διάστημα να μπούμε σε μια περίοδο μετάβασης προς αυτήν, για να ολοκληρώσουμε και το συγκεκριμένο πρόταγμά της, αλλά και το σχέδιο μετάβασης, γιατί ακόμα δεν υπάρχει αυτό. Και οι εκπαιδευτικοί έχουν να παίξουν σημαντικό ρόλο για αυτή την ολοκλήρωση.

Μια παρέμβαση λοιπόν με στόχο τη μετακαπιταλιστική εκδοχή για την εκπαίδευση πρέπει να σκοπεύει όχι στις «δυσλειτουργίες» και τον «εκσυγχρονισμό» της κύρια -αυτά μπορούν να αποτελέσουν το ευνοϊκό κλίμα για μία τέτοια παρέμβαση- αλλά το μπλοκάρισμα συνολικά του σημερινού ρόλου της, σα μηχανισμού ένταξης και καταπίεσης της νεολαίας, σα μηχανισμού δημιουργίας ψεύτικης συνείδησης στη πλειοψηφία των παιδιών των εξουσιαζόμενων τάξεων. Να αναιρεί δηλαδή την αλλοτριωτική πλευρά της και να αναδείχνει την απελευθερωτική δυνατότητά της. Πρέπει να κινηθεί προς τη κατεύθυνση της εξάλειψης των δομικών αντιφάσεων που υπάρχουν στη σημερινή καπιταλιστική εκπαίδευση. Το ξεπέρασμά τους συνδέεται άμεσα με το τι είδους κοινωνία θέλουμε.

Το πρόβλημα δεν πρέπει να μπαίνει, όπως συνήθως μπαίνει, δηλαδή με τη μορφή διλήμματος: ν’ αλλάξουμε πρώτα την κοινωνία και στη συνέχεια την εκπαίδευση ή να ξεκινήσουμε πρώτα απ ‘ την εκπαίδευση. Ο ε.μ. είναι απ’ τους πιο βασικούς μηχανισμούς της υπάρχουσας κοινωνίας. Σε μια θεωρία και μια πρόταση για τη μετάβαση σε μια διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας, πρέπει να κατέχει σημαντική θέση η θεωρία για τη δομή της εκπαίδευσης σ’ αυτήν. Και όχι μόνο αυτό.

Καθώς είναι απαραίτητη η πρακτική για τη δημιουργία των σπερμάτων των δομών αυτής της κοινωνίας της μετάβασης από τώρα, έτσι είναι απαραίτητη και μια ανάλογη πρακτική για τη δημιουργία των κατευθύνσεων, που θα πάρει η εκπαίδευση από τώρα.

2) Η εκπαίδευση στα πλαίσια της μετάβασης.

Ο στρατηγικός στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η κατάργηση του σχολείου σαν «ξέχωρου σώματος», η κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και η ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή -σε ισορροπία με τη φύση – και στην παραγωγική διαδικασία, κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών.

Αυτή η κοινωνικοποίηση της παιδείας και γενικά της μάθησης θα πετύχει πλέρια σε μια κοινωνία συνειδητή σε τέτοιο βαθμό που θα είναι πραγματικά ικανή για παιδεία χωρίς να στηρίζεται στη διαμεσολάβηση του «ειδικού» δασκάλου – καθηγητή – εκπαιδευτή. Αυτό σημαίνει ότι οι αντιθέσεις σ’ αυτή την κοινωνία δε θα είναι ταξικές- ανταγωνιστικές με τη σημερινή έννοια. Θα είναι μια κοινωνία αταξική, αυτοδιευθυνόμενη σ’ όλα τα επίπεδα, που η οργάνωση της θα στηρίζεται στην κοινότητα με άμεση δημοκρατία και αυτοδιαχείριση.

Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στην περίοδο μετάβασης προς αυτή την κοινωνία. Ποιοί θα είναι οι θεσμοί στους οποίους θα στηριχτεί κατά τη περίοδο μετάβασης προς
αυτήν;

Αν θα δημιουργηθεί ο ένας ή ο άλλος θεσμός, θα εξαρτηθεί βέβαια απ’ την ίδια την πολιτική αντιπαράθεση στα πλαίσια των συνελεύσεων των κοινοτήτων. Και αποκτάει μεγάλη σημασία η πάλη γύρω απ’ την εκπαίδευση γιατί εδώ βρίσκεται ένα απ’ τα ισχυρά οχυρά της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων, που θα πρέπει να ξεπερασθεί κατά τη διάρκεια της μετάβασης, αν δεν θέλουμε να ανασυνταχθεί και να ξαναγίνει κυρίαρχη.

Στη φάση της μετάβασης, σχολείο θα χρειαστεί σίγουρα. Το τι είδους σχολείο όμως είναι αποφασιστικής σημασίας. Από μέσο αναπαραγωγής της υπάρχουσας ταξικής διαστρωμάτωσης πρέπει να γίνει  μέσο οικοδόμησης αταξικού ανθρώπου – κοινωνίας.

Έτσι η κατεύθυνση πρέπει να είναι το σπάσιμο του στεγανού του σχολείου και η μεταφορά της μάθησης και της μετάδοσης της γνώσης στους ίδιους τους τόπους δουλειάς, της ενεργού κοινωνικής και πολιτικής ζωής, καθώς και στα συστήματα αναπαραγωγής της φύσης και των άλλων μορφών ζωής και της αποκατάστασης του περιβάλλοντος. Όπως όλοι οι θεσμοί της κοινωνίας της μετάβασης, έτσι και ο θεσμός του σχολείου πρέπει να ενέχει τις συνθήκες της αυτοαναίρεσης σαν ιδιαίτερου θεσμού κάτω απ’ την οπτική του «σχολείου χωρίς σχολείο» και που θα κλιμακώνεται απ’ την κατώτερη προς την ανώτερη βαθμίδα.

Αυτό σημαίνει ότι σιγά – σιγά θα πετυχαίνεται και η εξαφάνιση της ιδιαίτερης κοινωνικής κατηγορίας του σπουδαστή – φοιτητή και θα αναδείχνεται ο εργαζόμενος – άμεσος παραγωγός που θα σπουδάζει και θα φοιτά όχι μόνο κατά τη «σχολική ηλικία», ή τις «σχολικές ώρες», αλλά σε κάθε στιγμή της ζωής του, κάτω απ’ την αρχή : «η κατάλληλη ώρα για να μάθεις κάτι, είναι όταν το χρειαστείς άμεσα»

Έτσι θα αναδείχνεται όλο και περισσότερο ο «φιλόσοφος» άμεσος παραγωγός-εργαζόμενος, για τον οποίο θα είναι ανοιχτές οι πιο πλατιές προοπτικές επιστημονικής τεχνικής και κοινωνικής μόρφωσης. Βέβαια για να μπορεί κανείς να μάθει κάτι την ώρα που το χρειάζεται πρέπει να υπάρχει δίπλα του και ο κάτοχος της ανάλογης γνώσης εκείνη τη στιγμή

Αυτός θα είναι ο εκπαιδευτής- επιστήμονας – ειδικός κ.λπ., γενικά ο φορέας της κατάλληλης εξειδικευμένης γνώσης, μαζί με όλη την αντίστοιχη και απαραίτητη υποδομή (εργαστήριο, ερευνητικό κέντρο κ.λπ.). Μ’ αυτή την έννοια όμως το κύριο χαρακτηριστικό του εκπαιδευτή κ.λπ. δεν θα είναι ο ρόλος του σαν εξειδικευμένου τέτοιου, αλλά  σαν άμεσου παραγωγού.  Θα είναι και αυτός δίπλα στους άλλους άμεσους παραγωγούς. Η σχέση εκπαιδευτού – εκπαιδευόμενων θα είναι σχέση ανταλλαγής εμπειρίας από διαφορετικά επίπεδα.

Δεν θα συνεπάγεται καμία κοινωνική ανισότητα, καμία αυταρχικότητα, καμία εμπέδωση της «αυθεντίας» του «ειδικού» καθηγητού. Οι μεν θα μαθαίνουν απ’ τους δε και ο καθένας θα κρίνεται απ’ το πρακτικό αποτέλεσμα και την κοινωνική σημασία των απόψεών του στην αντιμετώπιση των διαφόρων προβλημάτων, είτε της παραγωγής, είτε των σχέσεων με το φυσικό περιβάλλον, είτε των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων.

Σ’ έ να τέτοιο σύστημα πραγματικών σχέσεων στην παραγωγική διαδικασία και την κοινωνική ζωή, ο κοινωνικός έλεγχος απ’ τους πολίτες θα είναι δυνατός και έτσι η τάση των ειδικών στο να αναδείχνονται σε ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία με άμεσες επιπτώσεις στην πολιτική εξουσία, θα εξασθενίζει συνεχώς.

Αλλά όχι μόνο αυτό. Σ’ ένα τέτοιο σύστημα, θα μπορεί η κοινωνία να γίνεται συλλογικός κάτοχος κοινωνικά χρήσιμης γνώσης κι όχι άχρηστης ή επικίνδυνης για αυτήν, πράγμα που συμβαίνει σήμερα σε μεγάλο ποσοστό, με τις εφαρμοζόμενες τεχνολογίες.

Ο εκπαιδευόμενος θα αποχτάει γνώσεις όχι πια με το σκεφτικό ότι μπορεί κάποτε να του χρειαστούν. Ο εκπαιδευτής – ειδικός θα αισθάνεται και ο ίδιος δημιουργός και συμμέτοχος κι όχι απλός «μεταδότης» γνώσεων. Έτσι η σημερινή διάσπαση της πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας σιγά – σιγά θα αμβλύνεται.

Τα παραπάνω ανταποκρίνονται περισσότερο στην ανώτερη βαθμίδα της εκπαίδευσης, που όπως γίνεται αντιληπτό θα είναι συνεχής και έξω απ’ ένα θεσμό τύπου Πανεπιστημίου. Όμως για τη ν.γ, που ακόμα δεν μπορεί να είναι άμεσος παραγωγός, θα ήταν απαραίτητο ένας ξέχωρος εκπαιδευτικός μηχανισμός με ένα πρόγραμμα σπουδών που θα οργάνωνε φυσικά έκτος των άλλων και τη συμμετοχή της ν. γ. στην ενεργό κοινωνική και οικονομική ζωή.

Η κοινωνικοποίηση-τοπικοποίηση  της εκπαίδευσης κατά τη μετάβαση θα συνδέεται με το βαθμό κοινωνικοποίησης-τοπικοποίησης της οικονομίας της μετάβασης. Με το βαθμό εφαρμογής της άμεσης δημοκρατίας στην κοινωνική και πολιτική καθημερινότητα των πολιτών. Με το βαθμό ανάπτυξης της αυτοοργάνωσης, της αυτοδιαχείρησης και της αυτοδιακυβέρνησης σε όλα τα επίπεδα. Με το βαθμό ανάπτυξης και διαμόρφωσης του απαιτούμενου για όλα αυτά νέου ανθρωπολογικού τύπου.

Τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση από τώρα, μπορεί να τα κάνει ένα κίνημα χειραφετητικής εκπαίδευσης από εκπαιδευτικούς-μαθητές-φοιτητές, που θα συνδεθούν με τα ήδη υπάρχοντα εγχειρήματα της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, με τις ήδη υπάρχουσες αμεσοδημοκρατικές κοινότητες-συλλογικότητες, δρώντα κοινωνικά-οικολογικά δίκτυα, συνελεύσεις κ.λπ., ώστε να αποτελούν αυτά ήδη μέρος του «πεδίου» εκπαίδευσης.

Που θα μετατρέπουν σιγά-σιγά το υπάρχον σχολείο σε χώρο άσκησης στην αυτοδιαχείρηση και τον αυτοκαθορισμό με την σχολική κοινότητα( μαθητές, καθηγητές-δάσκαλοι, γονείς) να αποφασίζει για τα σημαντικά της σχολικής ζωής. Το ίδιο και με την πανεπιστημιακή κοινότητα για την πανεπιστημιακή ζωή και τις σπουδές.-

Περισσότερα για την κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης δείτε τα κείμενα http://www.topikopoiisi.com/2/post/2012/09/17.html και http://www.topikopoiisi.com/2/post/2013/04/33.html.
Περισσότερα για την κοινωνικοποιημένη οικονομία στο: http://www.topikopoiisi.com/4/post/2012/09/1.html

Γιώργος Κολέμπας

Σχετικά Άρθρα

(26/11/2012)
(22/11/2012)
(06/11/2012)
(06/09/2012)

«Η σημερινή κρίση είναι προάγγελος του τέλους της ελληνικής κοινωνίας»

Στις κορυφαίες πολιτειακές θέσεις αναδεικνύονται είτε πολιτικά νεκροί είτε παραταξιακά σκουπίδια… – Σήμερα τα σημεία σύγκλισης της Αριστεράς και της Δεξιάς είναι πολύ περισσότερα από αυτά που τις χωρίζουν

Συνέντευξη στον ΓΙΩΡΓΟ ΚΙΟΥΣΗ

Ο γνωστός πανεπιστημιακός και συγγραφέας μιλάει για την εγκλωβισμένη Αριστερά και τη σύγκλισή της με τη Δεξιά, για το «νεκρόφιλο» πολιτικό σύστημα και το κράτος, με τα αστικά παράσιτα που σιτίζει, ως υπαιτίους λόγους της ελληνικής κακοδαιμονίας

«Η Αριστερά βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Εχασε το παλαιό ιδεολογικό της στίγμα, που αναγόταν στη διαχείριση της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, και παλινδρομεί ανάμεσα σε ένα παρελθόν που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και στο διαγκωνισμό της με τις δυνάμεις του κρατικού ή του πλανητικού φιλελευθερισμού, ως προς το ποιος είναι ο πιο αποτελεσματικός διαχειριστής του συστήματος. Εάν θέλει να επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο, μία επιλογή έχει μόνο. Να προτάξει τη ριζική μεταβολή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής με τη μεταβολή της κοινωνίας των πολιτών σε πολιτειακό εταίρο, αντί να επιδιώκει το ρόλο του καθοδηγητή της. Να υπερβεί τη λογική της διαμεσολάβησης και να εναγκαλιστεί το πολιτικό πρόταγμα της αντιπροσώπευσης». Για το ρόλο της Αριστεράς, το «νεκρόφιλο» πολιτικό σύστημα, το κράτος ως υπαίτιο της ελληνικής κακοδαιμονίας, μιλάει στην «Κ.Ε.» ο Γιώργος Κοντογιώργης, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

* «Των Ελλήνων οι κοινότητες», για να θυμηθούμε και το σχολικό εγχειρίδιο της Ιστορίας μας…

– Η ερώτηση, όπως διατυπώνεται, αγγίζει την καρδιά του ελληνικού προβλήματος. Τι ήταν ο ελληνικός κόσμος πριν από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους; Οι καθεστωτικοί διανοούμενοι, που διακινούν μηρυκαστικά τη δυτικοευρωπαϊκή δικαιοταξία, διδάσκουν ότι ο ελληνισμός ήταν ένα απλό προσάρτημά της, μια περιφέρεια, κάτι σαν τις τριτοκοσμικές χώρες σήμερα σε σχέση με τη δυτική πρωτοπορία. Η προσέγγιση αυτή, πέραν του ότι είναι ανιστορική και στρεβλωτική του ιστορικού γεγονότος, περιέχει εντέλει μια βαθιά ιδεολογική στόχευση: τη δικαιολόγηση της μετέπειτα ηγεμονίας της δυτικής Ευρώπης, τον θεμελιωδώς μη δημοκρατικό χαρακτήρα της νεοτερικής πολιτείας και, για τα καθ’ ημάς, την απόκρυψη του γεγονότος ότι στο όνομα του εξευρωπαϊσμού κληθήκαμε να οπισθοδρομήσουμε ολοκληρωτικά, στις απαρχές της ελληνικής ιστορίας, στην προ-σολώνεια εποχή.

Πριν από την Επανάσταση

* Θέλετε να γίνετε πιο συγκεκριμένος;

– Ο ελληνισμός πριν από την Επανάσταση εξακολουθούσε να είναι δομημένος με όρους κοσμοσυστήματος, του οποίου η ιδιοσυστασία αναγόταν στην ιστορική του μήτρα, δηλαδή στη σταθερά της ανθρωποκεντρικής οικουμένης, που είχε ως θεμέλια κοινωνία την πόλη/κοινό. Αυτό που αποκαλούμε κοινότητες σήμερα είναι η μεθερμήνευση της εφαρμογής του κοινού στην πέραν των Αλπεων Εσπερία, δηλαδή στο φεουδαλικό πεδίο, όπου μετακενώθηκε ολόκληρο το θεσμικό και πραγματολογικό περιβάλλον του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Με αυτό ως όχημα ξεκίνησε η Αναγέννηση και με αυτό πορεύτηκε η δυτική Ευρώπη έως το τέλος περίπου του 19ου αιώνα. Στην ιταλική χερσόνησο, όπου η μετακένωση αυτή υπήρξε άμεση, δημιουργήθηκαν οι πόλεις κατά το παράδειγμα των ελληνικών πόλεων/κοινών της βυζαντινής εποχής. Το ενδιαφέρον της επισήμανσης αυτής έγκειται στο ότι ο ελληνικός κόσμος όχι μόνο δεν διήλθε από τη φεουδαρχία, αλλά ότι βίωνε κατά τρόπο αδιάλειπτο, μέχρι τέλους, στο εσωτερικό των κοινών, πολιτειακά συστήματα που ανάγονται στις ιστορικές τους καταβολές: τη δημοκρατική αυτοκυβέρνηση κ.λπ. Ακόμη και η οθωμανική δεσποτεία σεβάστηκε την ανθρωποκεντρική ιδιαιτερότητα του ελληνικού κόσμου, διότι είχε συμφέρον γι’ αυτό. Ωστε η μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας δεν έγινε, όπως στη Δύση -και στον κόσμο-, από τη φεουδαρχία στον ανθρωποκεντρισμό, αλλά από το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας σε εκείνο της μεγάλης κλίμακας.

* Τι σημαίνει αυτό για την εξέλιξη του ελληνικού κόσμου; Και ποιος το κατήργησε;

– Η κατάργησή του σήμανε την ολοκληρωτική επάνοδο της ελληνικής κοινωνίας στις ανθρωποκεντρικές απαρχές του ελληνικού κόσμου. Ο εξευρωπαϊσμός σήμανε την αναγκαστική εναρμόνιση της ελληνικής κοινωνίας με το βηματισμό της υπόλοιπης Ευρώπης. Ετσι, από το Σύνταγμα της δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης του Ρήγα και εκείνα της Επανάστασης, ή την προεδρική διακυβέρνηση του Καποδίστρια, οδηγηθήκαμε στη βαυαρική απολυταρχία. Η μοίρα του προ-εθνοκρατικού ελληνικού κόσμου διαγράφηκε με την αποτυχία της Επανάστασης και την ολοκληρωτική εξάρτησή του από τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής απολυταρχίας. Την κατάργηση πάντως του συστήματος των κοινών την επέβαλαν οι Βαυαροί στο όνομα του εξευρωπαϊσμού. Οπως διατείνονται οι ίδιοι στο σκεπτικό τους, η δημοκρατία καλλιεργεί τα ταπεινά ένστικτα της κοινωνίας, δεν είναι συμβατή με την έννοια της προόδου που διδάσκει η ευρωπαϊκή νεοτερικότητα. Η μετα-φεουδαλική Ευρώπη δεν μπορούσε να διανοηθεί τη μεταφορά στο επίπεδο της νέας θεμέλιας κοινωνίας -του κράτους-έθνους- του πολιτειακού παραδείγματος της πόλης/κοινού.

* Ορισμένα παραδείγματα αυτής της εξέλιξης;

– Εχει ενδιαφέρον να προσέξουμε πως ό,τι θεωρήθηκε έκτοτε ως μη προσήκον με την έννοια της προόδου, και απερρίφθη ή συνοδεύτηκε με τη μομφή του οπισθοδρομικού, ήρθε η Ευρώπη να το υιοθετήσει έναν έως ενάμιση αιώνα αργότερα. Ιδού ορισμένα παραδείγματα: αξιώθηκε από τον Καποδίστρια να εισαχθεί η τιμοκρατική ψήφος, για να προσομοιάσουμε στην Ευρώπη. Ο κυβερνήτης αντέτεινε ότι η καθολική ψήφος αποτελεί ιστορικό κεκτημένο του Ελληνα. Η καθολική ψήφος καθιερώθηκε στην Ευρώπη μόλις την παραμονή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ελληνική κοινωνία γνώρισε εξαρχής τα διαστρωματικά και όχι τα ταξικά κόμματα. Τα ταξικά κόμματα εμφανίζονται σε περιόδους μετάβασης, όπως από τη φεουδαλική στην ανθρωποκεντρική κοινωνία. Η ελληνική κοινωνία βίωνε ακόμη τότε το σύστημα της εταιρικής οικονομίας, που προσεγγίζει την εργασία όχι ως μια εξωθεσμική παράμετρο, αλλά ως συμμέτοχο του οικονομικού συστήματος.

Πολιτική ατομικότητα

* Η κοινωνία της μη εξαρτημένης εργασίας;

– Αποτελεί άγνωστο τόπο και σήμερα στον κόσμο της νεοτερικότητας. Τέλος, η ελληνική κοινωνία διέθετε μια εξαιρετική πολιτική ανάπτυξη, που αναγόταν στο γεγονός της θεσμισμένης παρουσίας της στην πολιτεία, μέσα στα κοινά. Η ανάπτυξη αυτή υποδεικνύει μια συμπεριφορά πολιτικής ατομικότητας, εν αντιθέσει προς τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, που βίωναν την πολιτική συμπεριφορά ως άμορφη μάζα. Η πολιτική ατομικότητα λειτουργεί θεσμικά μέσα στην αντιπροσωπευτική ή τη δημοκρατική πολιτεία. Η πολιτική μάζα κατηχείται και καθοδηγείται από δυνάμεις που λειτουργούν ως ενδιάμεσοι μεταξύ ιδιωτικής κοινωνίας και πολιτείας. Περιττεύει να πω ότι τα προτάγματα της προεπαναστατικής περιόδου, που ήταν αυτοφυή, θα χρειαστούν πολλές δεκαετίες ακόμη για να τα προσεγγίσει ο νεοτερικός άνθρωπος.

* Αυτό τι σημαίνει για την ελληνική κοινωνία του κράτους-έθνους;

– Εδώ βρίσκεται η βάση του νεοελληνικού προβλήματος. Πρώτον, το νεοελληνικό κράτος συγκροτήθηκε σε μια από τις πιο καθυστερημένες, την εποχή εκείνη, περιοχές του ελληνισμού και εντελώς κατεστραμμένη από τον πόλεμο. Δεύτερον, το κράτος αυτό δεσμεύτηκε από τις Δυνάμεις δίκην προτεκτοράτου. Τρίτον, καταργώντας τη θεσμισμένη συλλογικότητα της ελληνικής κοινωνίας, ξέμεινε στον Ελληνα η νοοτροπία της πολιτικής ατομικότητας. Ετσι, ενώ πριν το πρόβλημά του επιδίωκε να το επιλύσει στη «μάζωξη» του κοινού, τώρα όφειλε να προστρέξει στον πολιτικό, που οικειοποιήθηκε την πολιτική αρμοδιότητα. Εφεξής εκαλείτο να διαπραγματευτεί την ψήφο του. Η πολιτική ανάπτυξη λειτούργησε στο νέο περιβάλλον ως εφαλτήριο για να μεταβληθεί ο πολίτης σε πελάτη, το πολιτικό σύστημα σε ακραιφνώς πελατειακό. Οι πολιτικές, με τη σειρά τους, έπαψαν να αναφέρονται στη συλλογικότητα, έγιναν όχημα αποδόμησης της κοινωνικής συλλογικότητας. Τέταρτον, η πολιτική τάξη χρησιμοποίησε το πρόταγμα της εθνικής ολοκλήρωσης ως πρόσχημα για εσωτερικούς λόγους.

* Τη θέλησε πραγματικά;

– Ποτέ. Γι’ αυτό και την υπονόμευσε συστηματικά. Και τούτο διότι γνώριζε καλά ότι εάν το ελληνικό κράτος περιελάμβανε στο έδαφός του μείζονες αστικές περιοχές, άρα και την ελληνική αστική τάξη, η θέση της θα άρμοζε σ’ εκείνη του προέδρου ορεινής κοινότητας. Στην καλύτερη περίπτωση, η πολιτική εξουσία θα αποκτούσε έναν ισχυρό συνέταιρο στην άσκηση της εξουσίας. Στο όνομα της Μεγάλης Ιδέας, η «αυτόχθων» πολιτική τάξη κατέστρεψε τον ελληνισμό. Η κοινωνία που διέθετε αστική τάξη αδιάλειπτα, από την αρχαιότητα, κατέληξε να επιτρέψει στους κόλπους της μόνο ορισμένα αστικά παράσιτα, που σιτίζονταν βασικά από το κράτος. Η δαιμονοποίηση της όποιας αυτόνομης επιχειρηματικότητας εγγράφεται στη λογική αυτή. Αρκεί να αναλογιστούμε τι ήταν τότε ο ελληνισμός, υπό συνθήκες εθνικής κατοχής, και τι αντιπροσωπεύει σήμερα. Η σημερινή κρίση είναι η τελευταία μιας αλυσίδας καταστροφών, που προαναγγέλλει το τέλος της ελληνικής κοινωνίας.

Οι καθεστωτικές ελίτ

* Να συναγάγουμε ότι το κράτος και όχι η κοινωνία είναι υπαίτιο της ελληνικής κακοδαιμονίας;

– Προφανώς δεν άλλαξε το DNA του Ελληνα με την είσοδό του στο κράτος-έθνος. Το κράτος που εννοεί να ενσαρκώνει το πολιτικό σύστημα, προσιδιάζει σε μια κοινωνία που μόλις εξέρχεται από τη φεουδαρχία. Οχι όμως σε μια βαθιά ανθρωποκεντρική κοινωνία. Οι στρεβλώσεις που επισημαίνονται οφείλονται ακριβώς στο αναντίστοιχο του προ-πολιτικού (προ-αντιπροσωπευτικού και προ-δημοκρατικού) κράτους με την προσιδιάζουσα στη δημοκρατία ή, κατ’ ελάχιστον, στην αντιπροσώπευση πολιτική ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά, οι καθεστωτικές και βαθιά αντιδραστικές ελίτ, με προέχουσα τη διανόηση, προκειμένου να υποστηρίξουν το διακύβευμα του κράτους, έριξαν όλο τους το βάρος στην ενοχοποίηση της κοινωνίας και του παρελθόντος της. Η άποψη αυτή, όπως προείπα, είναι εξ ολοκλήρου ανιστορική και περιέχει ιδεολογικό δόλο, αν όχι βαθιά άγνοια.

* Υστερα από περίπου δύο αιώνες, πώς γίνεται να εξακολουθεί να επηρεάζει τα πράγματα το κληρονομημένο παρελθόν;

– Μα διότι τίποτε δεν άλλαξε στο μεταξύ. Το πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να είναι δομημένο έτσι ώστε να υπηρετεί αποκλειστικά την πελατειακή αποδόμηση της κοινωνικής συλλογικότητας, να δίνει προτεραιότητα στην ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού, να είναι ολοσχερώς αποκομμένο από το εθνικό γίγνεσθαι. Η περίοδος της μεταπολίτευσης μπορεί να οριστεί ως η ολοκληρωτική επαναφορά στο πλέον απεχθές καθεστώς της φαυλοκρατίας του 19ου αιώνα. Η συμπεριφορά της πολιτικής τάξης, το κράτος στο σύνολό του, λειτουργεί στη λογική των επάλληλων κύκλων ολιγαρχικών συμμοριών που λυμαίνονται το δημόσιο αγαθό, με κορυφαίο ενορχηστρωτή τη Βουλή, δηλαδή τους φορείς της κομματοκρατίας.

* Η ελληνική κρίση δεν είναι απλώς πολιτική…

– Εχει αποκλειστικά εσωτερικά αίτια. Η δυτική κρίση εξέθεσε την κομματοκρατία, η οποία, όπως γνωρίζουμε, προτίμησε να θέσει τη χώρα σε καθεστώς εξωτερικής κατοχής, προκειμένου να διατηρήσει τα κεκτημένα της. Εχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι μέχρι σήμερα δεν άγγιξε καν τους πυλώνες της καταστροφής, δηλαδή τον εαυτό της, ως πολιτικό σύστημα, τη δημόσια διοίκηση και τη νομοθεσία, που οικοδομεί τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Εννοεί να διαχειριστεί την κρίση χωρίς να επιδείξει καν την ελάχιστη αλληλεγγύη προς τη χειμαζόμενη κοινωνία.

* Το διακύβευμα επομένως είναι η υπέρβαση της κομματοκρατίας;

– Σαφώς ναι. Ομως η υπέρβασή της δεν θα γίνει διατηρώντας ανάλλακτο το παρόν πολιτικό σύστημα. Και τούτο διότι το πολιτικό σύστημα αποτελεί την πρωτογενή αιτία της κομματοκρατίας. Θέλω να πω ότι το τέλος της κομματοκρατίας θα επέλθει με την αντιπροσωπευτική μετεξέλιξη του πολιτικού συστήματος. Με τη θεσμισμένη επανείσοδο της κοινωνίας των πολιτών στην πολιτεία.

* Εχετε ισχυριστεί ότι το πολιτικό σύστημα είναι «νεκρόφιλο»…

– Βεβαίως, για να αναδείξω το γεγονός ότι στις κορυφαίες θέσεις αναδεικνύονται είτε οι πολιτικά νεκροί (λ.χ. στην προεδρία) είτε τα παραταξιακά σκουπίδια. Είναι τυχαίο ότι όλες σχεδόν οι ηγεσίες και οι κορυφαίοι των κομμάτων προέρχονται από την πλέον απεχθή πλευρά της λεηλατικής κομματοκρατίας, τις φοιτητικές παρατάξεις; Αναλογιζόμαστε άραγε τι διδάχτηκαν εκεί οι άνθρωποι αυτοί; Αν όχι, ας διερωτηθούμε γιατί το πολιτικό αυτό σύστημα δεν παράγει ουδέ καν φιλοδοξία υστεροφημίας.

* Και ο ρόλος της Αριστεράς;

– Η Αριστερά βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Εχασε το παλαιό ιδεολογικό της στίγμα, που αναγόταν στη διαχείριση της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, και παλινδρομεί ανάμεσα σε ένα παρελθόν που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και στο διαγκωνισμό της με τις δυνάμεις του κρατικού ή του πλανητικού φιλελευθερισμού, ως προς το ποιος είναι ο πιο αποτελεσματικός διαχειριστής του συστήματος. Ποτέ στο παρελθόν η Αριστερά δεν είχε τόσο λίγα να πει για το παρόν και το μέλλον του κοινωνικού ανθρώπου. Δεν εξέπεσε στα μάτια της κοινωνίας επειδή η τελευταία έγινε συντηρητική, όπως λέγεται συχνά, αλλά διότι δεν αναγνωρίζει καμία διαφορά στον πολιτικό της λόγο ή στις συμπεριφορές της. Σήμερα τα σημεία της σύγκλισης της Αριστεράς και της Δεξιάς είναι πολύ περισσότερα από αυτά που τις χωρίζουν.

Η Αριστερά σε σταυροδρόμι

* Τι επιλογές έχει;

– Εάν η Αριστερά θέλει να επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο, μία επιλογή έχει μόνο. Να προτάξει τη ριζική μεταβολή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής με τη μεταβολή της κοινωνίας των πολιτών σε πολιτειακό εταίρο, αντί να επιδιώκει το ρόλο του καθοδηγητή της. Να υπερβεί τη λογική της διαμεσολάβησης και να εναγκαλιστεί το πολιτικό πρόταγμα της αντιπροσώπευσης. Να αξιώσει την πολιτειακή θέσμιση και, συνακόλουθα, τη χειραφέτηση, αντί για τη χειραγώγηση της κοινωνίας.

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.interviews&id=364473