Νάνος Βαλαωρίτης: Η χώρα μας βρίσκεται ανάμεσα σε δύο συμπληγάδες

09:40, 11 Μάιος 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/128067

Η χώρα μας βρίσκεται ανάμεσα σε δύο συμπληγάδες. Η μία είναι η Γερμανία, η οποία φτάνει μέχρι εδώ με το μνημόνιο. Τώρα η Γερμανία θα τρίβει τα χέρια της, όσο βλέπει ότι γίνονται βαρβαρότητες εδώ πέρα. Διότι αυτό θέλουν για να μην πληρώσουν τις αποζημιώσεις. Να λένε: Γιατί να δώσουμε σε αυτούς τους βάρβαρους τους Έλληνες τις αποζημιώσεις; Που κάνουνε χειρότερα σήμερα, απ’ ότι κάναμε εμείς άλλοτε; […] Βρισκόμαστε λοιπόν ανάμεσα σε συμπληγάδες. Την Γερμανία από τη μια, και την Χρυσή Αυγή από την άλλη. Αν δεν καταλάβουμε ότι τη μία συμπληγάδα την τρέφει η άλλη… δεν θα βγούμε ποτέ από αυτό το αδιέξοδο […] Ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs.gr, με αφορμή την ομιλία της ομότεχνής του, για την γενική κατάσταση της χώρας, όπως ο ίδιος την βιώνει.

Κρ.Π.: Να θυμίσουμε, ότι η καταξιωμένη ποιήτρια Κική Δημουλά, είχε συνυπογράψει με άλλες 31 προσωπικότητες το κείμενο με τίτλο «Τολμήστε» προς τους πολιτικούς της χώρας, και επίσης είχε μιλήσει στην Herald Tribun για την κατάσταση στην Ελλάδα…

Ν.Β.: Ναι, κι έλεγε αυτά τα οποία γίνονται! Δεν τά ‘κρυβε. Ήταν μια αρκετά καλή δήλωση. Μου έκανε εντύπωση.

Κρ.Π.: Σχετικά με την ομιλία της, που είπε μεταξύ άλλων, ότι «Πάντως εάν πάει κανείς στην πλατεία της Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει. Στα δε παγκάκια κάθονται άνθρωποι ξένοι – πολύ φυσικό βέβαια πώς να περάσουν την ώρα τους – και παίζουν κάτι δικά τους χαρτιά και με χαρτάκια γεμίζει ο τόπος. Βεβαίως οι Κυψελιώτες έχουν εκτοπιστεί, αυτό είναι μια πραγματικότητα, βεβαίως τους αγαπάμε τους ξένους αφού φύγαν από εκεί για έλθουν και να ζήσουν να δουλέψουν αλλά κάπως πρέπει να μοιραστούν οι χώροι.», και εξαιτίας της δημιουργήθηκαν τόσες συζητήσεις, τί έχετε να πείτε;

Ν.Β.: Τώρα για… παγκάκια θα μιλάμε; Σήμερα διάβασα ένα άρθρο στην εφημερίδα για μια εξόριστη Αφγανή που ήρθε εδώ με τα τρία παιδιά της, περνώντας από το Ιράν, από βουνά, από τη Μικρά Ασία, από την Κωνσταντινούπολη, για να βρει μια καλύτερη ζωή. Και τι βρήκε;  Κάθισε σε ένα πάγκο, στο Πεδίον του Άρεως, και της επετέθησαν γυναίκες, Ελληνίδες, οι οποίες την έσπρωξαν να φύγει από τον πάγκο και άρχισαν να την ξυλοκοπάνε, και σώθηκε τρέχοντας… Θέλω να πω, τι θα γίνει; Τώρα θα αρχίσουμε να πολεμάμε για παγκάκια;

Όμως έκτοτε, διάβασα και το κείμενο της ομιλίας της Κικής Δημουλά, και το βρήκα απλώς νοσταλγικό για ένα καλύτερο παρελθόν. Αλλά διόλου ρατσιστικό. Η κατάσταση στην Κυψέλη -η δεύτερη πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή της γης μετά το Τόκιο- έχει γίνει αφόρητη στους δημόσιους χώρους, όπως μου είπε μία φίλη μου που έχει παιδιά. Πράγματι δεν βρίσκεις να κάτσεις.  Είναι θέμα του Δήμου να διαθέσει χώρους αν υπάρχουν. Αυτό εννοούσε η ποιήτρια. Έτσι το άκουσα. Άρα, πολύ κακό για το τίποτα…

Όχι, όμως, ακριβώς, γιατί το πρόβλημα των μεταναστών αφορά την Ευρώπη που δεν μας βοηθά να το λύσουμε.

Ο κύριος Σαμαράς είχε πει προεκλογικά, ότι οι παιδικοί σταθμοί έχουν γεμίσει από παιδιά μεταναστών και δεν έχουν χώρο για τους Έλληνες. Και τώρα, οι Χρυσαυγίτες ανοίγουν βρεφονηπιακούς σταθμούς μόνο για Έλληνες. Μα, είμαστε καλά;

Κρ.Π.: Η κυρία Δημουλά, απάντησε ότι «θέλει να την σκοτώσει την Χρυσή Αυγή».

Ν.Β.: Και η Χρυσή Αυγή θα σκοτώσει εμάς πρώτα, πριν προλάβουμε να την σκοτώσουμε εμείς! Και πρώτα από όλα θα σκοτώσουν τον τουρισμό μας, δηλαδή τα προς το ζην, έτσι όπως φέρονται.

Πρόσφατα, σε έναν τοίχο της Λευκάδας έγραφε με μεγάλα γράμματα ότι «Η Λευκάδα δεν θέλει ξένους τουρίστες» και η υπογραφή ήταν της Χρυσής Αυγής. Εάν δεν είναι καλοδεχούμενοι οι ξένοι, θα ακυρώσουν όλες τις κρατήσεις. Αυτό είναι ένα πλήγμα άμεσο για τον τουρισμό.

Κρ.Π.: Φτάσαμε πάλι να μιλάμε για τη Χρυσή Αυγή. Το θέμα όμως, δεν είναι κυρίως τι κάνουν οι Έλληνες πολίτες, για τη χώρα τους; Τι κάνουμε εμείς για τη χώρα μας;

Ν.Β.: Μα, αν δεν πολεμάμε τη Χρυσή Αυγή, τι κάνουμε για τη χώρα μας; Είναι συνδεδεμένα αυτά. Εάν θέλουν να καταστρέψουν τον τόπο θα τους αφήσουμε; Γιατί πάνε να τον καταστρέψουν.
Και πάνε να τον καταστρέψουν πολύ έξυπνα, χρησιμοποιώντας διάφορες τάξεις ανθρώπων, οι οποίοι είτε έχουν κοπεί οι μισθοί τους, είτε είναι αστυνομικοί, είτε είναι στρατιωτικοί, είτε συνταξιούχοι, είτε οτιδήποτε, και ψηφίζουν τους ηλίθιους, οι οποίοι το μόνο που σκέφτονται είναι να καταβαραθρώσουν τη δημοκρατία στη χώρα μας με αυτούς τους υπερεθνικισμούς.

Κρ.Π..: Και όλοι οι υπόλοιποι;

Ν.Β.: Η χώρα μας βρίσκεται ανάμεσα σε δύο συμπληγάδες. Η μία είναι η Γερμανία, η οποία φτάνει μέχρι εδώ με το μνημόνιο. Τώρα η Γερμανία θα τρίβει τα χέρια της, όσο βλέπει ότι γίνονται βαρβαρότητες εδώ πέρα. Διότι αυτό θέλουν για να μην πληρώσουν τις αποζημιώσεις. Να λένε: Γιατί να δώσουμε σε αυτούς τους βάρβαρους τους Έλληνες τις αποζημιώσεις; Που κάνουνε χειρότερα σήμερα, απ’ ότι κάναμε εμείς άλλοτε;

Κρ.Π.: Δεν πρέπει όμως να θυμόμαστε και ποιοι ευθύνονται κυρίως;

Ν.Β.: Εκεί να στραφεί η οργή του Έλληνα, κι όχι να ψηφίζουν τη Χρυσή Αυγή, οι ανόητοι. Δεν πρέπει κανείς να ψηφίζει ή να στρέφει την οργή του στον λάθος φορέα, αλλά στον σωστό φορέα που είναι η Ευρώπη και αυτοί οι οποίοι την εκπροσωπούν εδώ. Να αγωνιστούμε για μια διαφορετική Ευρώπη, και όχι της οικονομικής ελίτ.

Βρισκόμαστε λοιπόν ανάμεσα σε συμπληγάδες. Την Γερμανία από τη μια, και την Χρυσή Αυγή από την άλλη. Αν δεν καταλάβουμε ότι τη μία συμπληγάδα την τρέφει η άλλη… δεν θα βγούμε ποτέ από αυτό το αδιέξοδο.

Κρ.Π.: Και οι πνευματικοί άνθρωποι μιας χώρας, που έχουν ένα δημόσιο λόγο, θα μπορούσαν να βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Ν.Β.: Βεβαίως. Πρέπει να δείξουν θάρρος, να διαμαρτυρηθούν για ότι στραβό γίνεται. Στην Ελλάδα δεν συμφέρει να υπάρχουν αποκλειστικά συσσίτια ή αποκλειστικά… οτιδήποτε. Αυτό που συμφέρει τον κόσμο είναι να επιβιώσει η χώρα, κι όχι δηλαδή να κομματιάζουμε το πρόβλημα σε άσχετες λεπτομέρειες, τις οποίες μεγαλοποιούμε για να παρελκύσουμε την προσοχή απ’ την ουσία τελικά, και να τα βάζουμε με κάτι που είπε μια ποιήτρια ενώ τόσοι πολιτικοί λένε και κάνουν άλλα ντ’ άλλων.

Κρ.Π.: Πρέπει να ενδιαφερόμαστε για τον ποιητή, ή μόνο για το έργο του;

Ν.Β.: Τα τελευταία χρόνια υπήρξε μία θεωρία, η οποία λεγόταν «Ο θάνατος του συγγραφέα» και η οποία ακύρωνε ή εξαφάνιζε τον συγγραφέα, και κοίταζε απλώς το κείμενο. Βιογραφίες απαγορεύονταν. Το να αναφερθείς σε βιογραφία ήταν αίρεση. Πολλά χρόνια αυτό. Σχεδόν όλο το 2ο ήμισυ του 20ου αιώνα. Ήταν αυτή η θεωρία.

Αυτή η θεωρία, λοιπόν, σήμερα, έχει ανατραπεί. Έχουμε επιστρέψει στη βιογραφία και βλέπουμε παντού να βγαίνουν βιογραφίες. Διότι ο κόσμος, δεν αποτελείται μόνο από κείμενα. Αποτελείται και από ανθρώπους.

Λοιπόν, ήταν φυσικό να έρθει αυτή η αντίδραση μια μέρα και έτσι επιστρέφουμε πάλι στον άνθρωπο, ο οποίος έχει γράψει τα όποια κείμενα.
Ενδιαφέρει τελικά ο άνθρωπος. Δεν μπορείς τον άνθρωπο να τον ακυρώσεις από το έργο του. Δεν γίνεται αυτό.

Μπορείς για παράδειγμα, να αφαιρέσεις το έργο του Μαρξ από τη ζωή του; Η ζωή του ήταν και πολύ περίεργη. Ήταν πάμπτωχος, και παντρεύτηκε μία αριστοκράτισσα και είχε φίλο έναν πάμπλουτο βιομήχανο, τον Ένγκελς, ο οποίος τον συντηρούσε και του έλεγε κάθε τόσο: «Τέλειωσες επιτέλους το Κεφάλαιο;». Δεν είναι λοιπόν άσχετη η ζωή του, με όλα αυτά που έγραφε.

Και δεν είναι μόνο για τους ποιητές αυτά, αλλά και για τους θεωρητικούς και τους φιλοσόφους και τους πάντες. Ενδιαφέρουν τα πάντα.

Εκεί ζωντανεύει η εποχή και ο άνθρωπος, με έναν τρόπο απίθανο. Και ξαφνικά βρίσκεσαι δίπλα σε αυτούς, από εκεί που ήταν αποστεωμένα όντα θεωριών.

Πιστεύω, ότι πραγματικά, κυμαινόμαστε πάντα ανάμεσα σε ένα εκκρεμές, που πάει μπρος πίσω. Σε αυτό ζούμε συνέχεια. Δηλαδή, γίνεται κάτι, υπερβάλουμε και μετά ξαναγυρίζουμε στο άλλο, ως αντίδραση.

Τώρα, οι ποιητές όπως όλοι οι άνθρωποι έχουν τα κουσούρια τους. Θέλω να πω, ότι δεν πρέπει να τους στήνουμε σε ένα βάθρο και να λέμε ότι εκπροσωπούν τίποτε άλλο εκτός από τον εαυτό τους. Αυτό να λέγεται. Ούτε είναι υποχρεωτικά υπόδειγμα ήθους.

Κατ’ αρχάς βρίσκω άσχημο να κάνει κανείς καμπάνια γενικά, όπως έγινε για την Αθήνα τώρα. Το να συμμετάσχεις σε τέτοια γεγονότα, είναι κίνδυνος. Μπορεί να σου ξεφύγουν πράγματα, που κανονικά δεν θα έπρεπε.

Δεν μπορώ να την κατηγορήσω, λοιπόν τη γυναίκα, επειδή το είπε αυτό, για τους χώρους ή τους κινδύνους που μας αφορούν όλους. Εκείνο που μπορώ να πω, ίσως, είναι ότι υπάρχουν άθλιοι Έλληνες, οι οποίοι βιαιοπραγούν εναντίον δυστυχισμένων ανθρώπων που έρχονται εδώ με την ελπίδα ότι θα βρουν κάτι καλύτερο. Δεν είναι εκεί ο αγώνας. Αλλά για μια απάνθρωπη Ευρώπη που πρέπει να επανανθρωπιστεί. Όχι να αποβαρβαροποιηθεί με ακροδεξιά μορφώματα.

Γιατί φοβάμαι ότι αρχίζει να συμμετέχει σ’ αυτή την ιστορία και ο πληθυσμός. Είναι άσχημο αυτό, πολύ άσχημο. Αυτό το θέμα των μεταναστών, το οποίο δεν λύνεται διότι η Ευρώπη δεν θέλει να το λύσει, και εμείς δεν μπορούμε να το λύσουμε γιατί είμαστε φτωχή χώρα, είμαστε χρεωκοπημένοι… Δεν είναι έτσι; Λοιπόν, τι περιμένουν από εμάς; Να κατάσχουν όλα τα υπάρχοντά μας για να λύσουμε ένα κοινό ευρωπαϊκό πρόβλημα; Και ότι γι αυτό φταίνε οι μετανάστες; Όπως οι Εβραίοι για τους ναζί;

Και τέλος πάντων, θα το μάθουν ποτέ οι Ευρωπαίοι ότι είμαστε χρεοκοπημένοι; Εκεί να πάει η οργή των Ελλήνων!-

Σχετικά Άρθρα

(19/04/2013)
(28/03/2013)
(10/05/2013)
(09/05/2013)

Η αγωγή του καταπιεζόμενου. Του Πάουλο Φρέιρε

10:18, 11 Μάιος 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/128182

H αφύπνιση της κριτικής συνειδητοποίησης οδηγεί στην έκφραση της κοινωνικής δυσαρέσκειας ακριβώς γιατί αυτή ή δυσαρέσκεια είναι πραγματικό συστατικό στοιχείο μιας καταπιεστικής κατάβασης. O φόβος της ελευθερίας, για τον οποίον ο κάτοχός του δεν έχει πάντα επίγνωση, τον κάνει να βλέπει φαντάσματα. Ένα τέτοιο άτομο καταφεύγει στην επιδίωξη ασφάλειας, που την προτιμά από τούς κινδύνους της ελευθερίας. Και όπως πιστοποιεί o Χέγκελ: «Μόνο με κίνδυνο της ζωής κερδίζεται η ελευθερία… το άτομο πού δεν διακινδυνεύει τη ζωή του, αναγνωρίζεται αναμφίβολα σαν κάποιο «πρόσωπο», αλλά δεν έχει κερδίσει αυτήν την αναγνώριση σαν μια ανεξάρτητη αυτοσυνείδηση» (Georg Hegel, The Phenomenology of Mind, New York, 1967).

Οι άνθρωποι πολύ σπάνια παραδέχονται ανοιχτά ότι κατέχονται από τον φόβο της ελευθερίας, και τείνουν μάλλον να τον καμουφλάρουν  -κάποτε υποσυνείδητα-, αυτοπροβαλλόμενοι σαν υπέρμαχοι της ελευθερίας. Εμφανίζονται στον κόσμο ως οι πιο κατάλληλοι φρουροί της ελευθερίας, προσδίνοντας στις αμφιβολίες τους ένα ύφος εμβριθούς νηφαλιότητας.

Αλλά συνήθως συγχέουν την ελευθερία με τη διατήρηση του κατεστημένου, έτσι πού αν τύχει και η κριτική συνειδητοποίηση βάλει σε κίνδυνο το κατεστημένο, τότε τούς φαίνεται σα να απειλεί την ίδια την ελευθερία. 

Ή «Αγωγή του καταπιεζόμενου» δεν είναι προϊόν απλής μελέτης και στοχασμού, αλλά έχει τις ρίζες της σε συγκεκριμένες καταστάσεις και περιγράφει τις αντιδράσεις των εργαζομένων (των πόλεων και των χωριών) καθώς και των μικροαστών, πού έχω παρατηρήσει άμεσα ή έμμεσα στη διάρκεια της εκπαιδευτικής μου δράσης. […]

Είναι ενδεχόμενο το βιβλίο αυτό να προκαλέσει αρνητικές αντιδράσεις σε μερικούς αναγνώστες. ‘Ορισμένοι θα θεωρήσουν τη θέση πού παίρνω στο πρόβλημα της απελευθέρωσης του ανθρώπου ως καθαρά Ιδεαλιστική, ή μπορούν να θεωρήσουν τις συζητήσεις γύρω από το θέμα της οντολογικής αποστολής, της αγάπης, του διαλόγου, της ελπίδας, της ταπεινοφροσύνης και της συμπάθειας, ως αντιδραστικά φληναφήματα.

Άλλοι πάλι δεν θα (ή δεν θα θελήσουν να) παραδεχτούν την καταγγελία μου εναντίον μιας κατάστασης καταπίεσης πού ευνοεί τούς καταπιεστές.

Κατά συνέπεια, η ομολογουμένως δοκιμαστική αυτή εργασία θα ικανοποιήσει τούς ριζοσπάστες. Είμαι βέβαιος πώς οι Χριστιανοί και οι Μαρξιστές, αν και μπορεί να διαφωνούν μαζί μου σε μερικές ή και σ’ όλες τις απόψεις του βιβλίου, θα το διαβάσουν ως το τέλος.

Ο αναγνώστης όμως πού ακολουθεί δογματικά κλειστές και «ανορθόλογες» θέσεις, θα αποκρούσει το διάλογο, πού ελπίζω ν’ ανοίξει το βιβλίο μου.

Ο σεκταρισμός όταν τροφοδοτείται από φανατισμό πάντα ακρωτηριάζει, ευνουχίζει.  Η ριζοσπαστικότητα, ή ενισχυμένη με κριτική διάνοια, είναι πάντα δημιουργική. Ό σεκταρισμός μυθοποιεί, και γι’ αυτό αλλοτριώνει.  Ή ριζοσπαστικότητα είναι κριτική, και γι’ αυτό απελευθερώνει. Συνεπάγεται αυξημένες ευθύνες για τη θέση πού έχεις εκλέξει, και έτσι μεγαλύτερη δέσμευση στην προσπάθεια να μετασχηματίσεις τη συγκεκριμένη και αντικειμενική πραγματικότητα.

Αντίθετα, ο σεκταρισμός επειδή μυθοποιεί και προβάλλει το παράλογο, μετατρέπει την πραγματικότητα σε μια πλαστή (και επομένως άνάλλαγη) «πραγματικότητα».
 
Ό σεκταρισμός παντού είναι ένα εμπόδιο στην απελευθέρωση του ανθρώπου. Η δεξιά του πτέρυγα δεν προκαλεί πάντοτε, δυστυχώς, το αντίθετό της: τη ριζοσπαστικότητα του επαναστάτη. Όχι σπάνια, οι ίδιοι οι επαναστάτες γίνονται αντιδραστικοί πέφτοντας στον σεκταρισμό, στην προσπάθειά τους ν’ αντιμετωπίσουν τούς σεκταριστές της Δεξιάς.

‘Ωστόσο, αύτη ή πιθανότητα δεν θα πρέπει, να οδηγήσει τον ριζοσπάστη να γίνει ένα άβουλο πιόνι των κορυφών. Από τη στιγμή πού θα μπει στη διαδικασία της απελευθέρωσης δεν μπορεί να παραμένει απαθής μπροστά στη βία του δυνάστη.

Εξάλλου, ό ριζοσπάστης δεν είναι ποτέ υποκειμενιστής. Γι’ αυτόν το υποκείμενο υπάρχει μόνο σε σχέση με το αντικείμενο (τη συγκεκριμένη πραγματικότητα πού καλείται να αναλύσει). Έτσι, υποκειμενικότητα και αντικειμενικότητα συνάπτονται σε μια διαλεκτική ενότητα και παράγουν τη γνώση πού βρίσκεται σε άμεση σχέση με τη δράση, και αντίστροφα.

Από την άλλη μεριά, ο σεκταριστής οποιασδήποτε απόχρωσης, τυφλωμένος από τον παραλογισμό του, δεν είναι σε θέση να συλλάβει τη δυναμική της πραγματικότητας — ή τη συλλαμβάνει εσφαλμένη. Κι αv κάποτε σκέφτεται διαλεκτικά, ακολουθεί μια «τιθασευμένη διαλεκτική».

Ο δεξιός σεκταριστής (τον όποιο έχω ήδη ονομάσει «γεννημένο σεκταριστή»), προσπαθεί να επιβραδύνει το ρυθμό της Ιστορικής πορείας, να «τιθασεύσει» το χρόνο και έτσι να τιθασεύσει τον άνθρωπο. Ο αριστεριστής πού κατάληξε σεκταριστής ξεστρατίζει ολότελα όταν επιχειρεί να ερμηνεύσει την πραγματικότητα και την Ιστορία διαλεκτικά, και πέφτει σε ουσιαστικά μοιρολατρικές θέσεις.

Ο δεξιός σεκταριστής διαφέρει από τον αντίποδα του, τον αριστερό σεκταριστή, σε τούτο: ενώ ό πρώτος προσπαθεί να τιθασεύσει το παρόν ελπίζοντας ότι το μέλλον θα αναπαραγάγει το τιθασευμένο παρόν, ο δεύτερος θεωρεί το μέλλον προκαθορισμένο — ένα είδος αδήριτου πεπρωμένου, τύχης ή μοίρας.

Για τον δεξιό σεκταριστή το «σήμερα», δεμένο με το παρελθόν, είναι κάτι το δοσμένο και αμετάβλητο. Για τον αριστερό σεκταριστή, το «αύριο» είναι θεσπισμένο προκαταβολικά, είναι προκαθορισμένο. «Έτσι, και ό δεξιός σεκταριστής και ο αριστερός είναι και οι δύο αντιδραστικοί, γιατί ξεκινώντας και οι δυό από λαθεμένες απόψεις για την Ιστορία, αναπτύσσουν και οι δυό μορφές δράσης πού αρνιούνται την ελευθερία.

Το γεγονός όμως, ότι ό πρώτος ονειρεύεται ένα «νοικοκυρεμένο» παρόν και ό δεύτερος ένα προκαθορισμένο μέλλον, δεν σημαίνει ότι σταυρώνουν τα χέρια τους και μεταβάλλονται σε απλούς παρατηρητές — περιμένοντας, ό πρώτος να συνεχιστεί το παρόν και ό δεύτερος να έρθει το ήδη « γνωστό » μέλλον. ‘Αντίθετα, και οι δυό κλείνονται μέσα σε «κύκλους βεβαιότητας» από τούς όποιους δεν μπορούν να ξεφύγουν, και από κει  φτιάχνουν και οι δυό τη δική τους αλήθεια .

Η αλήθεια αυτή δεν έχει καμιά σχέση με την αλήθεια εκείνων πού αγωνίζονται να οικοδομήσουν το μέλλον, διατρέχοντας τούς κινδύνους πού συνεπάγεται αύτη ή οικοδόμηση. Ούτε πρόκειται για την αλήθεια των ανθρώπων πού παλεύουν πλάι-πλάι, και μαθαίνουν μαζί πώς θα χτίσουν τούτο το μέλλον — πού δεν είναι κάτι το δοσμένο, αλλά είναι κάτι πού θα πρέπει αυτοί να δημιουργήσουν.

Και οι δεξιοί και οι αριστεροί σεκταριστές μεταχειρίζονται την Ιστορία σαν να ‘ναι Ιδιοκτησία τους, και καταλήγουν να αποξενωθούν από το λαό, πράγμα πού είναι ένας άλλος τρόπος εναντίωσης προς το λαό.

Ενώ ό δεξιός σεκταριστής (ό γεννημένος σεκταριστής), κλεισμένος μέσα στην αλήθεια του, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εκπληρώνει τον φυσικό του ρόλο, ο αριστερός πού γίνεται σεκταριστής και άκαμπτος, αρνιέται την ίδια τη φύση του. Ό καθένας τους περιχαρακώνεται μέσα στη δική «του» αλήθεια και αισθάνεται να απειλείται όταν αυτή ή αλήθεια αμφισβητείται.

Έτσι, ο καθένας τους το καθετί πού δεν είναι ή αλήθεια του το θεωρεί ψέμα. Και όπως μου είπε κάποτε ό δημοσιογράφος Mar do Moreira Alves, «και oι δύο πάσχουν από έλλειψη αμφιβολίας».

Ο ριζοσπάστης, ό ταγμένος στην απελευθέρωση του ανθρώπου, δεν γίνεται δέσμιος ενός «κύκλου βεβαιότητας», πού μέσα της φυλακίζει κι αυτός την πραγματικότητα. Αντίθετα, όσο περισσότερο ριζοσπάστης είναι, τόσο περισσότερο μπαίνει μέσα στην πραγματικότητα και έτσι, γνωρίζοντάς την καλύτερα, μπορεί να την αλλάξει καλύτερα. 

Δεν φοβάται να αντιπαραβάλει, να ακούσει τη γνώμη των άλλων, να δει τον κόσμο δίχως πέπλα.

Δεν φοβάται την επαφή με τούς ανθρώπους, ούτε τον διάλογο μαζί τους. 

Δεν θεωρεί την Ιστορία ή τούς ανθρώπους ιδιοκτησία του. Ούτε τον εαυτό τον ελευθερωτή των καταπιεσμένων.

Αλλά αναλαμβάνει τις ευθύνες του, παρεμβαίνοντας στην Ιστορική πορεία και αγωνίζεται στο πλευρό των δυναστευομένων.

Ή αγωγή του καταπιεζόμενου, είναι έργο του κάθε ριζοσπάστη. Ένα τέτοιο έργο δεν μπορούν να το φέρουν σε πέρας οι σεκταριστές.

θα χαρώ, αν ανάμεσα στους αναγνώστες αυτής της μελέτης βρεθούν κι εκείνοι πού θα έχουν αρκετό κριτικό πνεύμα για να διορθώσουν λάθη και παρανοήσεις, να βαθύνουν τα θετικά σημεία και να τονίσουν πλευρές πού δεν έχω αντιληφθεί.

Μπορεί να υπάρξουν και μερικοί πού θα αμφισβητήσουν το δικαίωμά μου να εξετάζω θέματα επαναστατικής πολιτιστικής δράσης, κάτι δηλαδή για το όποιο δεν έχω συγκεκριμένη πείρα.

‘Ωστόσο, το γεγονός ότι δεν έχω πάρει προσωπικά μέρος σε επαναστατική δράση δεν με αποκλείει από το να στοχάζομαι γι’ αυτή. ‘Επιπλέον, από την πείρα μου σαν λαϊκού παιδαγωγού, πού χρησιμοποιούσα στη δουλειά μου τον διάλογο και τον προβληματισμό, έχω συγκεντρώσει ένα σχετικά πλούσιο υλικό, πού μού επιτρέπει να ριψοκινδυνεύσω να διατυπώσω τις θέσεις πού περιέχονται σε τούτη την εργασία.

‘Από όλα όσα ακολουθούν, ελπίζω να αντέξουν: ή εμπιστοσύνη μου στο λαό, και ή πίστη μου στον άνθρωπο και στη δημιουργία ενός κόσμου πού θα ‘ναι πιο εύκολο να τον αγαπάς.

*Πρόλογος του Πάουλο Φρέιρε από το βιβλίο του Η αγωγή του καταπιεζόμενου (1977), Κέδρος – Ράππα, Μετάφραση: Γιάννης Κρητικός

Ο Paulo Freire υπήρξε παιδαγωγός με οικουμενική αναγνώριση που έζησε στη Βραζιλία. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες και έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες εκδόσεις. Οι ιδέες και οι απόψεις του έχουν επηρεάσει την παιδαγωγική επιστήμη σε όλο τον κόσμο.
Το βιβλίο του «Η αγωγή του καταπιεζόμενου» είναι αφιερωμένο από τον ίδιο: «Στους καταπιεζόμενους και σ’ όσους συμπάσχουν και αγωνίζονται μαζί τους».

Διαβάστε ολόκληρο το βιβλίο ΕΔΩ

Σχετικά Άρθρα

(07/05/2013)
(03/05/2013)
(02/05/2013)
(30/04/2013)