Ευρώπη: Ο ηλίθιος του Παγκόσμιου χωριού. Του Κ. Βεργόπουλου

09:12, 07 Μάιος 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/127497

Παραδειγματική η αποτυχία της Ευρώπης. Με την σημερινή πολιτική της, έχει καταντήσει «ο ηλίθιος του παγκόσμιου χωριού». Καμία άλλη περιοχή του πλανήτη δεν έχει εγκατασταθεί με δική της επιλογή τόσο βαθειά στη λιτότητα […] Αναδεικνύεται όμως σήμερα κάτι πολύ πιο ανησυχητικό: Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα […] Η κοινωνία δεν αναγνωρίζει πλέον τον εαυτό της μέσα σ’ αυτό […] Το παγόβουνο προς το οποίο με επιτάχυνση κατευθύνεται τόσο η ελληνική, όσο και το ευρωπαϊκή πολιτική, είναι η ίδια η κοινωνία.» Ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστημίου VIII του Παρισιού, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για τη «θανατηφόρα συνταγή καταστροφής» της ευρωπαϊκής οικονομίας, συμμετέχοντας στο δημόσιο διάλογο του tvxs.gr.

Κ.Β.: Έπειτα από 4 χρόνια που εφαρμόζεται η συνταγή των περικοπών δημοσίων δαπανών και των εισοδημάτων, τα αποτέλεσμα δεν είναι τα αναμενόμενα από τους εμπνευστές της συνταγής.

Αυτό διαπιστώνεται στην Ελλάδα, αλλά όχι λιγότερο στις άλλες χώρες της Ευρώπης. Ολόκληρη η Ευρώπη, εφαρμόζοντας αυτή την πολιτική, αντί να πηγαίνει καλύτερα, χειροτερεύει και στην ουσία καταποντίζεται.

Τα χρέη συνεχίζουν την ακαταμάχητη ανοδική πορεία τους, ακόμη και στη Γερμανία, τα ελλείμματα δεν συρρικνώνονται εντός των στόχων.
Οι άλλες περιοχές του κόσμου, όπως η Αμερική και η Ιαπωνία, απέχουν από την λιτότητα και αντιμετωπίζουν την κρίση με διαφορετικό τρόπο. Μόνον η Ευρώπη  παραμένει προσκολλημένη στην πεπαλαιωμένη και πολλαπλά αποτυχημένη από το παρελθόν συνταγή.

Η πολιτική αυτή υιοθετήθηκε προς στιγμήν με κάποιες θεωρητικές αναφορές καθηγητών του Χάρβαρντ, αλλά σήμερα αυτές έχουν καταπέσει, αφού αποδείχθηκε ότι οι θεωρίες τους δεν είχαν πραγματική στήριξη και η εμπειρική τεκμηρίωση δεν ήταν ακριβής, αλλά παραπειστική.

Ακόμη και οι ίδιοι σήμερα αρνούνται ότι υπέδειξαν την λιτότητα ως «μονόδρομο» για την αντιμετώπιση του χρέους, ενώ αποδέχονται τελικά την αύξηση των δημοσίων δαπανών σε επιλεκτικούς τομείς, ιδίως στις υποδομές, αφού έτσι βελτιώνεται σίγουρα η απόδοση της οικονομίας.

Όμως, το κυριότερο είναι, ότι η λιτότητα προσέκρουσε στην πραγματικότητα. Τα οικτρά εμπειρικά αποτελέσματα είναι αντίθετα των αναμενόμενων και αυτό αποτελεί μοιραίο πλήγμα στην πολιτική του «μονόδρομου».

Η Ευρώπη στο σύνολο της πλήττεται πλέον από την ύφεση. Η Ελλάδα ηγείται καταγράφοντας την βαθύτερη ύφεση στην Ευρώπη, αλλά και οι άλλες χώρες, της Γερμανίας συμπεριλαμβανομένης, ακολουθούν με διαφορά αναπνοής. Από την γενικευμένη λιτότητα, καμία χώρα δεν επωφελείται, ούτε οι εμπνευστές της. 

Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι η πτώση της οικονομίας και η επιδείνωση του κλίματος εμπιστοσύνης των επενδυτών κατά το τελευταίο τρίμηνο είναι μεγαλύτερη και ταχύτερη στη Γερμανία απ’ ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Προκύπτει τώρα πια εκ των πραγμάτων επείγουσα ανάγκη για αλλαγή πολιτικής! Δεν είναι δυνατόν μία πολιτική με την οποία το 57% των νέων στην Ελλάδα απορρίπτονται στην ανεργία, και στις άλλες χώρες 40-45%. Στη Γαλλία 40%.

Στη Γερμανία, επίσης, η ανεργία συγκαλύπτεται με μισθούς ανάξιους λόγου, 8 ευρώ την ώρα, που δεν παίρνουν ούτε καθαρίστριες… Με αυτά τα δεδομένα, η Γερμανία δεν έχει καλή επίδοση στην απασχόληση, όταν υπάρχουν 8 εκατομμύρια άνθρωποι που αμείβονται με λιγότερο από 8 ευρώ την ώρα. Αλλά δεν έχει ικανοποιητική επίδοση ούτε στις επενδύσεις και στον σχηματισμό κεφαλαίου, που παραμένει αρνητικός, παρά τα πλεονάσματα αυτής της χώρας.

Παραδειγματική η αποτυχία της Ευρώπης. Με την σημερινή πολιτική της, έχει καταντήσει  «ο ηλίθιος του Παγκόσμιου χωριού». Καμία άλλη περιοχή του πλανήτη δεν έχει εγκατασταθεί με δική της επιλογή τόσο βαθειά στη λιτότητα.

Σήμερα, υπό το βάρος των πραγμάτων, του μεγέθους της ύφεσης και της ανεργίας, κάποια κινητικότητα αρχίζει να καταγράφεται προς την κατεύθυνση αλλαγών.

Βεβαίως, η ευρωπαϊκή πολιτική δεν αλλάζει αυτή τη στιγμή, αφού οι ευρωπαϊκές αποφάσεις είναι πάντα βραδυκίνητες και με καθυστέρηση, αλλά και διότι αυτοί που αποφασίζουν παραμένουν αλαζονικοί και αμετάπειστοι.

Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά πράγματα, εάν θα αλλάξουν, δεν θα είναι υπό την πίεση κάποιων ιδεών, αλλά υπό την αμείλικτη πίεση των πραγμάτων. Τα μέτρα λιτότητας αποτυγχάνουν, οι πολιτικοί αποτυγχάνουν, η κοινωνία ξεσηκώνεται, έστω σιωπηλά, χωρίς  να παίρνουν τον λόγο κάποια συγκεκριμένα πρόσωπα.

Κρ.Π.: Και ο… Γολγοθάς δεν έχει τέλος; Γιατί η Ελληνική κυβέρνηση υιοθετεί πλήρως την γερμανική πολιτική, την… καταδικασμένη σε αποτυχία, όπως είπατε.

Κ.Β.: Η Ελληνική κυβέρνηση, ασφαλώς. Όμως, η Ιταλική που συστάθηκε πρόσφατα,  δηλώνει διαφοροποίηση. Ο νέος πρωθυπουργός της Ιταλίας διαπιστώνει ότι με την λιτότητα η Ιταλία πεθαίνει! Εγώ σας λέω, ότι με τον παραλογισμό της λιτότητας και η Ελλάδα πεθαίνει, και η Ευρώπη πεθαίνει, και οποιαδήποτε χώρα και περιοχή επίσης πεθαίνει! Θανατηφόρο φάρμακο η λιτότητα: εξοντώνει τον ασθενή, αλλά όχι την ασθένεια.

Η λιτότητα αιτιολογείται με πρόσχημα την αποπληρωμή του χρέους. Περικόπτονται τα εισοδήματα για να πληρωθούν οι δανειστές. Όμως στην πράξη, όσο τα εισοδήματα περικόπτονται, τόσο τα χρέη αυξάνονται, αντί να μειώνονται. Αυτό συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα.

Το χρέος είναι σήμερα κατά πολύ υψηλότερο απ’ ότι ήταν πριν από 4 χρόνια, ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος. Από 115% είναι σήμερα 165%!

Το 1ο επιχείρημα λοιπόν περί μείωσης του χρέους μέσω της λιτότητας διαψεύδεται. Το 2ο επιχείρημα είναι ότι η λιτότητα επιβάλλεται για την καταπολέμηση των ελλειμμάτων.

Ωστόσο, η λιτότητα δεν καταπολεμά το έλλειμμα, αφού με αυτήν προκαλείται ύφεση και συνεπώς πτώση των δημοσίων εσόδων, ώστε τελικά το έλλειμμα δεν μειώνεται, αλλά παραμένει.

Το 3ο επιχείρημα, είναι ότι η λιτότητα επιβάλλεται για την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Ούτε αυτό επαληθεύεται. Αφού η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας προϋποθέτει μαζικές επενδύσεις. Η ανταγωνιστικότητα δεν βασίζεται στην αύξηση του χρόνου εργασίας, αλλά στην αύξηση των επενδύσεων και των καινοτομιών σε τομείς που έχουν μέλλον.

Όμως με την λιτότητα, την ύφεση και την συρρίκνωση, αποθαρρύνονται οι επενδύσεις και αποχωρούν οι επενδυτές. Επενδύσεις όχι μόνο δεν έρχονται, αλλά κι αυτές που υπήρχαν από πριν, τα μαζεύουν, τα ξηλώνουν και φεύγουν! 

Και στα τρία επιχειρήματα ο εμπειρικός απολογισμός είναι αρνητικός: Ούτε τα χρέη μειώνονται, ούτε τα ελλείμματα μειώνονται, ούτε η ανταγωνιστικότητα βελτιώνεται! Αν έπρεπε να βρεθεί μία θανατηφόρα συνταγή, αυτή βρέθηκε, και εφαρμόζεται ως «μονόδρομος» τόσο στη χώρα μας όσο και στην Ευρώπη! Δεν υπάρχει άλλη περισσότερο θανατηφόρα.

Κρ.Π.: Ποιοι αντιδρούν σ’ αυτό το… θανατικό;

Κ.Β.: Αυτή τη στιγμή ο νέος πρωθυπουργός της Ιταλίας ταξιδεύει στην Ευρώπη, για να πείσει ότι είναι αδύνατη η μονόπλευρη και αποκλειστική εφαρμογή της.

Στη Γαλλία, καταγράφονται πιέσεις από το ίδιο το κυβερνών κόμμα. Όλες οι τάσεις τοποθετούνται εναντίον της λιτότητας. Μπορεί να έχουν διαφορές ως προς το στυλ, αλλά συμφωνούν στο ότι η πολιτική της λιτότητας είναι καταστροφική.

Ακόμα και η συντηρητική Ολλανδία, που ήταν στο πλευρό της Γερμανίας, ανέστειλε το πακέτο λιτότητας, για να μην περιέλθει σε ασφυξία η οικονομία. Η Γερμανία έχασε έτσι έναν πολύτιμο σύμμαχο.

Στην Πορτογαλία και στην Ισπανία, οι αντιδράσεις, είναι πολύ μεγάλες. Και δεν είναι μόνον όσων απολύονται και χάνουν την εργασία και το εισόδημα τους, αλλά είναι επίσης και των επιχειρήσεων, και πρώτα από όλα στην ίδια την Γερμανία.

Με την λιτότητα και την ύφεση, περιορίζονται οι εξαγωγές τους και οι πωλήσεις τους. Αποσταθεροποιούνται και υπονομεύονται τα εξωτερικά πλεονάσματα της Γερμανίας, που προέρχονται κατά τα δυο τρίτα από την Ευρωζώνη.

Κρ.Π.: Γιατί ενώ υπάρχουν αντιδράσεις, είναι σαν να πέφτουν πάνω στο… γερμανικό τείχος, σα να απευθύνονται σε έναν απόλυτο μονάρχη;

Κ.Β.: Οπωσδήποτε η δημοκρατία παραβιάζεται βάναυσα τόσο στις χώρες μέλη, όσο και στο ευρωπαϊκό σύνολο. Εκτός αυτού, η οικονομία καταστρέφεται. Όχι μόνον οι θέσεις εργασίας, αλλά και οι επιχειρήσεις. Όχι μόνο οι μικρές αλλά και οι μεγάλες.

Κρ.Π.: Και ο κόσμος έχει κουραστεί. Τίποτε δεν αλλάζει προς το καλύτερο. Σα να μην έχει καμία δύναμη και η φωνή των ανθρώπων.

Κ.Β.: Τίποτε δεν αλλάζει, μέχρι τη στιγμή που θ’ αρχίσει να αλλάζει! Κι όταν αρχίσει να αλλάζει, αυτό θα γίνει πολύ γρήγορα. Με μία ταχύτητα που θα τρίβουμε τα μάτια μας. Αυτή τη στιγμή, υπάρχει κάποια κινητικότητα στην Ευρώπη που δεν υπήρχε πριν. Τίθενται στο τραπέζι θέματα, που μέχρι πρόσφατα αγνοούντο κατά σύστημα.

Τώρα, όμως, γίνεται αντιληπτό, ότι η αμφισβήτηση δεν προέρχεται από την αντιπολίτευση, από ένα αντιπολιτευτικό σύστημα, ούτε είναι επειδή η Αριστερά αμφισβητεί τη Δεξιά. Το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο, καταστρέφεται η κοινωνία. Αυτό είναι πολύ βαρύ. Δεν είναι οι πολιτικοί που θέτουν το θέμα, αλλά οι ίδιες οι κοινωνικές δυνάμεις!

Αναδεικνύεται όμως σήμερα κάτι πολύ πιο ανησυχητικό: Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, με όλες τις πολιτικές συνιστώσες του και σε ολόκληρη την Ευρώπη, όχι μόνο την Ελλάδα αφενός και στην κοινωνία αφετέρου. Τα ευρωπαϊκά πολιτικά συστήματα κατόρθωσαν να έχουν σήμερα καταλυτικά αποξενωθεί από τις αντίστοιχες κοινωνίες τους.

Κρ.Π.: Υπάρχουν, κινήματα και συλλογικότητες όλο και περισσότερες, αλλά και μεμονωμένα, άνθρωποι που βγαίνουν από τη λογική αυτής της πολιτικής της χρηματοπιστωτικής τυραννίας…

Κ.Β.: Η κοινωνία δεν αναγνωρίζει πλέον τον εαυτό της μέσα στο πολιτικό σύστημα, δεν αναγνωρίζει κανένα κόμμα να την αντιπροσωπεύει και κανένα πολιτικό παιχνίδι να την εκφράζει. Το παγόβουνο προς το οποίο  με επιτάχυνση κατευθύνεται τόσο η ελληνική, όσο και η ευρωπαϊκή πολιτική, είναι η ίδια η κοινωνία.

Ο κίνδυνος των ποικίλων λαϊκισμών που προκύπτουν σήμερα είναι μεγάλος, όμως ποιος άραγε ευθύνεται κατά βάση για αυτό; Όσοι ασκούν κριτική στις σημερινές ευρωπαϊκές επιλογές ή μήπως όσοι αλαζονικά τις εφαρμόζουν ως «μονόδρομο», απορρίπτοντας εκ προοιμίου κάθε διαφορετική πρόταση, ακόμη και κάθε συζήτηση;

Ο επικίνδυνος λαϊκισμός δεν προκύπτει από τα κάτω, αλλά πάντοτε εκτρέφεται από τα επάνω ως εφεδρική λύση για το σύστημα και εάν κάποιος πρέπει σήμερα να ανησυχεί περισσότερο, αυτός δεν είναι το κατεστημένο, αλλά τα σημερινά θύματα του, που κινδυνεύουν να είναι και τα αυριανά, δηλαδή ο κόσμος της εργασίας πάντα.-

Σχετικά Άρθρα

(10/02/2013)
(08/10/2012)
(10/09/2012)
(05/07/2012)

Για τις αιτίες των πραγμάτων. Του Δημήτρη Μίγγα

09:52, 07 Μάιος 2013 | tvxsteam tvxs.gr/node/127754

[…] Στα βιβλία, όπως και στη ζωή, στην αρχή σε απασχολούν η ομορφιά και η επιφάνεια (επίφαση), όσο περνούν τα χρόνια και τα νιάτα ξεθωριάζουν ψάχνεις πίσω από τις γραμμές για τις αιτίες των πραγμάτων. Σαν τα θαλασσινά νερά: Το καλοκαίρι καθρεφτίζονται τα σκάφη και οι μορφές αυτών που σκύβουν πάνω τους ακέριες, όταν όμως φουρτουνιάσουν, θρυμματίζονται οι εικόνες, ανεβαίνουν από τον πυθμένα φύκια και τα κύματα ξεβράζουν στις ακτές συντρίμμια ξεχασμένων ναυαγίων.» Ο συγγραφέας Δημήτρης Μίγγας, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs.gr, τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής –από την ιδέα μέχρι το τυπογραφείο– του τελευταίου του μυθιστορήματος: Πλωτά νησιά.

Όλα ξεκίνησαν από την αγάπη μου για τη θάλασσα. Γεννήθηκα σε έναν τόπο παραθαλάσσιο και το υγρό στοιχείο σφράγισε –θα έλεγα μούλιασε– τα παιδικά και εφηβικά χρόνια, καθώς και τα όνειρά μου. Έζησα χρόνια δίπλα της, ψάρεψα, κολύμπησα, ταξίδεψα, τη λάτρεψα και τη σέβομαι, όπως καθένας που την αγαπά και τη φοβάται.

Πλωτά Νησιά είναι ένα βιβλίο που αναφέρεται στο ταξίδι τριών φίλων από την Πύλο (κωμόπολη στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, το ιστορικό Ναβαρίνο), από την ευρύτερη περιοχή της οποίας και κατάγομαι, προς το νησιωτικό σύμπλεγμα των Στροφάδων (νότια της Ζακύνθου). Έχω πραγματοποιήσει αρκετές φορές το συγκεκριμένο ταξίδι.

Η ιδέα για τη δημιουργία αυτού του βιβλίου υπήρχε από τα μέσα της δεκαετίας του ’90· μέχρι τότε είχα εκδώσει μόνο την ποιητική μου συλλογή, και αρχικά γράφτηκε ως διήγημα. Το συμπεριέλαβα μάλιστα, με τον τίτλο Εκδρομή μαζί με άλλες δυο νουβέλες, στην πρώτη προσπάθεια που έκανα να εκδώσω τη συλλογή διηγημάτων με τίτλο: Των κεκοιμημένων.

Έστειλα τα κείμενα σε αρκετούς εκδότες. Απορρίφθηκαν. Ένας, ωστόσο, από αυτούς, που δεν υπάρχει πια ανάμεσά μας, είχε την καλοσύνη να συνοδεύσει την απάντησή του με μια εκτενή επιστολή. Εκεί εκτιμούσε πως το πρώτο από τα διηγήματα ήταν αρκετά καλό, χαρακτήριζε το δεύτερο αδύναμο και σημείωνε για το τρίτο πως ασφυκτιά μέσα στα στενά πλαίσια ενός διηγήματος.

Με προβλημάτισαν οι συμβουλές του. Τελικά κράτησα το πρώτο στην οριστική έκδοση Των κεκοιμημένων, έριξα στο βάθος του συρταριού μου το δεύτερο και κράτησα το τελευταίο, την Εκδρομή, για να το δουλέψω συστηματικά στο μέλλον.

Έτσι ξεκίνησε το ταξίδι μου προς τα Πλωτά Νησιά, που δεν είναι άλλα από τις Στροφάδες νήσους ή κοινώς Στροφάδια. Σύμφωνα με τις εγκυκλοπαίδειες πρόκειται για μικρά νησιά απομονωμένα, ακατοίκητα, νότια της Ζακύνθου, τριάντα περίπου μίλια ανοιχτά από τις δυτικές ακτές της Πελοποννήσου.

Το μεγαλύτερο ονομάζεται Μεγάλο Στροφάδι ή Σταμφάνη και το μικρότερο Μικρό Στροφάδι, Άρπυια, Αρπίνα ή Αρπνιά. Οι αρχαίοι τα ονόμαζαν Πλωτά Νησιά, επειδή, λόγω του χαμηλού υψομέτρου, από μακριά φαίνονται σαν να επιπλέουν. Νησιά επίπεδα με πλούσια βλάστηση.

Τα μοναδικά κτίσματα είναι μια βυζαντινή μονή (που φροντίζει πια ένας, μοναχικός, καλόγερος) κτισμένη τον 13ο αιώνα στο ανατολικό μέρος του Μεγάλου νησιού και από το 1829 ο φάρος στο δυτικό ακρωτήριο, 38,7 μέτρα πάνω από την επιφάνεια του νερού.

Σε όλα μου τα βιβλία πασχίζω να συνταιριάξω τη φαντασία με την πραγματικότητα, το όνειρο με την κανονική ζωή, τη ζωή με το θάνατο. Προσπαθώ γράφοντας να τοποθετήσω τον πήχη ψηλά και μετά επιχειρώ να τον ξεπεράσω.

Σίγουρα δεν το κατορθώνω πάντα, ωστόσο μια τέτοια μείξη και συνύπαρξη αντιθέτων καταστάσεων είναι εφικτή στη λογοτεχνία και ίσως αυτό την καθιστά ελκυστική στον αναγνώστη.

Στα Πλωτά Νησιά θέλησα να φέρω σε αντιπαράθεση την πραγματικότητα που βιώνουν οι ήρωες στη καθημερινότητά τους με την μυθιστορηματική πραγματικότητα.

Κατά κανόνα οι συγγραφείς μεταφέρουν στα γραφτά τους μια εμπειρία μεταπλάθοντας γεγονότα ιστορικά, πραγματικά ή φανταστικά.

Ωστόσο κάποιος από τους ήρωες του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, αφού πρώτα εκδώσει ένα λογοτεχνικό βιβλίο, στο οποίο περιγράφει το θαλασσινό ταξίδι τριών ανδρών από το Ναβαρίνο προς το νησιωτικό σύμπλεγμα των Στροφάδων, προσπαθεί έπειτα να προσαρμόσει την πραγματικότητα στα μέτρα των κειμένων του. Οργανώνει, λοιπόν, μια νυχτερινή κρουαζιέρα με τον ίδιο προορισμό και συνοδούς δυο αδελφικούς φίλους του.

Η εξιστόρηση της εκδρομής με τη βοήθεια των λογοτεχνικών υπερβάσεων και τεχνικών απέχει προφανώς από την εμπειρία που βιώνουν. Η ανάγνωση του βιβλίου όμως (μέσα στη νύχτα και στη θάλασσα) επηρεάζει τους ανυποψίαστους συνταξιδιώτες, ειδικά μάλιστα, όταν διαπιστώνουν κοινά στοιχεία με τους αντίστοιχους χαρακτήρες των κειμένων και συνειδητοποιούν ότι ο φίλος τους συγγραφέας επιδιώκει να τους αποσπάσει από τον αισθητό κόσμο παρασύροντάς τους με την τέχνη του.

Στο τέλος του ταξιδιού αποβιβάζονται στη στεριά, ωστόσο σταδιακά διαπιστώνουν πως δεν πρόκειται ακριβώς για τον τόπο που θυμούνταν από προηγούμενες επισκέψεις και προσδοκούσαν να αντικρίσουν. Ξεμπαρκάρουν σε ένα νησί που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και την λογοτεχνική αναπαράστασή της, παλινδρομούν από το παρόν στο παρελθόν και από τον ρεαλισμό στο όνειρο.

Όλα όσα αναφέρονται στο μυθιστόρημα: πορεία, αγκυροβόλια, ξέρες, ψαρότοποι, φάρος, κτίσματα των νησιών, ο μοναχικός καλόγερος είναι πραγματικά. Επάνω στον ρεαλιστικό καμβά προστέθηκε η μυθοπλασία.

Το βιβλίο αυτό με απασχολούσε κατά περιόδους από το 1998 μέχρι το 2012. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων βέβαια γράφτηκαν και εκδόθηκαν και τα υπόλοιπα βιβλία μου, ωστόσο, κάθε φορά που κάποιο από εκείνα έφτανε σε αδιέξοδο ή ολοκληρωνόταν, ταξίδευα στα Πλωτά Νησιά μου.

Το προηγούμενο μου μυθιστόρημα, Τηλέμαχου Οδύσσεια, εκδόθηκε το 2007, έπειτα ακολούθησε ένα μεγάλο διάστημα συγγραφικής απορίας και παρασύρθηκα –εξαιτίας υποκειμενικών αδυναμιών και αντικειμενικών καταστάσεων– στη δίνη της απογοήτευσης και της παραίτησης. Συμβιβάστηκα τότε με την ιδέα πως το ταξίδι μου στο χώρο της λογοτεχνίας ενδεχομένως να είχε τελειώσει.

Μόλις όμως κύλησαν κάποιοι μήνες αποχής από τη διαδικασία της γραφής, ένιωθα σαν ακρωτηριασμένος, μισερός άνθρωπος. Διαπίστωσα σταδιακά πως δε θα μπορούσα να ζήσω ισορροπημένα δίχως να γράφω και επέστρεψα στα Νησιά μου. Συνειδητοποίησα πως οι ώρες της δημιουργίας σε αποζημιώνουν προκαταβολικά και δεν τις ανταλλάσσω με τίποτα.

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα γραμμένο δεκατέσσερις φορές. Σε κάθε εκδοχή προσέθετα ή αφαιρούσα κεφάλαια, αρχικά μεγάλωνε και προς το τέλος μίκραινε, αναδιέτασσα την ύλη, απομάκρυνα με πόνο ψυχής επεισόδια που αγαπούσα και τους είχα αφιερώσει πολλές ώρες, αλλά δεν βοηθούσαν στην εξέλιξη του μύθου, ενσωμάτωνα όση πείρα είχα αποκτήσει από τα υπόλοιπα κείμενά μου και κάποτε ένιωσα πως έχει, τουλάχιστον κατά την κρίση μου, ολοκληρωθεί.

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι οι συγγραφείς, όσα βιβλία και να εκδώσουν, γράφουν πάντα την ίδια ιστορία σε διαφορετικές εκδοχές. Κατασκευάζουν το σύμπαν τους για να επιβιώσουν ως γραφιάδες. Ένα θαλασσινό ταξίδι (στην συγκεκριμένη περίπτωση), η επιστροφή, ο έρωτας, ένας πρόωρα χαμένος σύντροφος της εφηβείας (ο οποίος ενδεχομένως να μην έζησε ποτέ) που όμως απομακρύνεται κρατώντας πεισματικά τα χρόνια της αθωότητας τα οποία δεν είναι πάντα άδολα.

Σε κάθε εκδοχή γράφοντας αναμετρώνται με τα πράγματα (γεγονότα, καταστάσεις, πάθη) από διαφορετικό οπτικό και χρονικό σημείο και νιώθουν την ανάγκη να αποκαλύψουν κάτι που η αφέλειά τους να το αποκρύψουν τους απέτρεπε στο παρελθόν από το να μοχθήσουν αναζητώντας τα όρια της όποιας τέχνης είχαν κατακτήσει. Περνούν τα χρόνια κι οι διαθέσιμες σελίδες λιγοστεύουν.

Τα περιθώρια στενεύουν και οι λέξεις αντιστέκονται. Δεν θα υπάρξουν πολλές ανέφελες μέρες και τα επόμενα βιβλία αμφίβολα και άδηλα. Και τότε συνειδητοποιούν ότι το αψεγάδιαστο κείμενο, που προσδοκούσαν πως θα δικαιώσει αυτούς και τις κατά καιρούς επιλογές τους, απομακρύνεται, αποτραβιέται όπως ο θαλασσινός ορίζοντας, όταν πλέει κάποιος μεσοπέλαγα..

Στα βιβλία, όπως και στη ζωή, στην αρχή σε απασχολούν η ομορφιά και η επιφάνεια (επίφαση), όσο περνούν τα χρόνια και τα νιάτα ξεθωριάζουν ψάχνεις πίσω από τις γραμμές για τις αιτίες των πραγμάτων. Σαν τα θαλασσινά νερά: Το καλοκαίρι καθρεφτίζονται τα σκάφη και οι μορφές αυτών που σκύβουν πάνω τους ακέριες, όταν όμως φουρτουνιάσουν, θρυμματίζονται οι εικόνες, ανεβαίνουν από τον πυθμένα φύκια και τα κύματα ξεβράζουν στις ακτές συντρίμμια ξεχασμένων ναυαγίων.-

info
To τελευταίο μυθιστόρημα του Δημήτρη Μίγγα, τα Πλωτά Νησιά (2012) κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Πρόκειται για το 7ο βιβλίο του.

Έχουν προηγηθεί: η ποιητική συλλογή Αγκαλιάζεις τον άνθρωπο αν αγγίξεις τη θάλασσα (1995), από τις εκδόσεις Εντευκτηρίου, η συλλογή διηγημάτων Των κεκοιμημένων (1999) και το μυθιστόρημα Σπάνια χιονίζει στα νησιά (2001) από τις εκδόσεις Πόλις. η συλλογή διηγημάτων Της Σαλονίκης μοναχά… (2003) και τα μυθιστορήματα Στα ψέματα παίζαμε! (2005) και Τηλέμαχου Οδύσσεια (2007) από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Σχετικά Άρθρα

(23/03/2013)
(07/12/2012)
(06/12/2012)
(12/04/2013)

Μανώλης Γλέζος: «Όσα η Γερμανία οφείλει ακόμα και σήμερα στη χώρα μου»

Greek-Parliament-to-decide-on-the-new-bailout-deal

Άρθρο στη γερμανική εφημερίδα: DieWelt

*

«Τον προσεχή Σεπτέμβριο κλείνω τα 91. Αρχίζω να γράφω αυτό το κείμενο 72 χρόνια ακριβώς από τη μέρα που είδα τους Γερμανούς, πάνοπλους, με μοτοσυκλέτες και αυτοκίνητα, να μπαίνουν στην Αθήνα.

 Ήταν 27 Απριλίου του 1941.

Οι περισσότεροι από τους αναγνώστες της εφημερίδας ήταν τότε αγέννητοι.

 Όμως εγώ ήμουν ήδη 19 χρόνων.

 Δεν έχω καιρό, λοιπόν, ούτε για ψέματα ούτε για μισές αλήθειες.

Θα ήθελα να σας είχα κοντά μου, έναν-έναν, να σας μιλήσω γι’ αυτά που έζησα, που άκουσα, που είδα. Θα αρκεστώ, ωστόσο, να μοιραστώ από εδώ, μαζί σας , μόνο κάποια από αυτά.

 Μετά, ίσως μπορούμε να κοιταχτούμε αναμεταξύ μας με διαφορετικό βλέμμα…

Α. Η Μάχη της Κρήτης. Για τη Μάχη της Κρήτης έχουν γράψει πολλοί.

 Είναι εύκολο να βρείτε σε βιβλία Ιστορίας τι έγινε. Θα διαβάσετε για άντρες,

 γυναίκες και παιδιά που, με τσουγκράνες και ραβδιά για όπλα, υπερασπίστηκαν  τη γη τους και τη γη των προγόνων τους.

Απέναντί τους είχαν τον καλύτερο στρατό του κόσμου, τη Βέρμαχτ.

 Και ο ουρανός έβρεχε αδιάκοπα αλεξιπτωτιστές…

Όταν η Μάχη τέλειωσε, ο στρατός είχε νικήσει. Μα οι γυναίκες των ηττημένων

 που είχαν χάσει παιδιά, αδέρφια, πατεράδες ή συζύγους, κατέβηκαν στο γιαλό,  σκαρφάλωσαν στα βουνά και, όπου βρήκαν νεκρό σώμα εχθρού, το τίμησαν:  το έπλυναν και το έθαψαν, όπως του έπρεπε.

Ο νεκρός δεν ήταν πια εχθρός.

Ήταν ο άταφος αδελφός.

Κι αυτές ήταν οι εγγονές της Αντιγόνης, που έκαναν το χρέος τους απέναντι στους νεκρούς.

Την ίδια ώρα, οι νικητές έμπαιναν στην Κάνδανο. Στην περιοχή γύρω από το χωριό  είχαν χάσει 27 άντρες. Και τότε, ΩΣ ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ, πήραν μια πρωτοφανή

 ‒ακόμα και για καιρό πολέμου‒ απόφαση: σκότωσαν όσους από τους κατοίκους βρήκαν  και ξεθεμέλιωσαν το χωριό. Φεύγοντας, περήφανοι για το έργο τους, άφησαν  και σχετικές πινακίδες! Αναζητήστε τις στο διαδίκτυο…

Β. Καισαριανή, 10 Μάη 1944. Οι Ναζί εκτελούν τον 19χρονο αδελφό μου.

 Αν είχε ζήσει, θα γινόταν δάσκαλος. Μαζί του εκτελούν άλλους ογδόντα έναν άντρες και δέκα γυναίκες.

 Στον ίδιο τόπο, εννιά μέρες νωρίτερα, τη μέρα της Πρωτομαγιάς, είχαν εκτελέσει διακόσιους  ακόμα Έλληνες πατριώτες.

Γ. Αμέσως μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, ξεκίνησα αγώνα για να επιστρέψει η Γερμανία στην Ελλάδα  όσα της όφειλε. Τα γνωρίζετε. Πρόκειται για το αναγκαστικό δάνειο, τις αποζημιώσεις για τις  καταστροφές στις υποδομές της χώρας και τους αρχαιολογικούς θησαυρούς.

Μάλιστα, το 1995, είχα την ευκαιρία να εκθέσω το όλο ζήτημα στο γερμανικό λαό, τόσο μέσα από τις σελίδες  της εφημερίδας DieZeit, όσο και σε μια αλησμόνητη εκδήλωση στο Ανόβερο.

Αν το πέρασμα των χρόνων ακύρωνε αρχές και αξίες, αν μετέβαλλε το ΗΘΟΣ των ανθρώπων, τότε οι τραγωδίες του Σοφοκλή, του Αισχύλου ή του Ευριπίδη δεν θα έλεγαν σήμερα τίποτα σε κανέναν.

Υπάρχουν όμως μερικά πράγματα που δεν μπαγιατεύουν, που δεν παραγράφονται, που δεν γερνούν καν.

Και το δίκαιο είναι ένα από αυτά.

Αν σήμερα, με όλο το βάρος των 90 χρόνων μου, συνεχίζω αυτόν τον αγώνα, είναι γιατί θεωρώ δίκαιο και για τη Γερμανία και για την Ελλάδα να επιστρέψει η πρώτη όσα οφείλει στη δεύτερη.

Και προσέξτε κάτι. Δεν θα με ακούσετε ποτέ να μιλάω για ΕΚΔΙΚΗΣΗ.

Εμείς, που χάσαμε αγαπημένους ανθρώπους, δεν νιώθουμε μίσοςγια τον γερμανικό λαό και δεν  επιζητούμε εκδίκηση. ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ να το κάνουμε. Όσοι βγήκαμε ζωντανοί από τον πόλεμο, είχαμε χρέος να ζήσουμε και για λογαριασμό των νεκρών μας. Να αγαπήσουμε για κείνους, να χορέψουμε για κείνους, να κολυμπήσουμε στη θάλασσα για κείνους.

Μάθαμε, έτσι, να εκτιμάμε και να αγαπάμε τη ζωή. Και το μίσος σε εμποδίζει να αγαπήσεις τη ζωή.

Στα χρόνια μετά τον πόλεμο, γνώρισα πολλούς Γερμανούς. Χαίρομαι βαθιά όποτε μου δίνεται η ευκαιρία  να τους συναντήσω και οι συζητήσεις μαζί τους είναι πάντα καλή τροφή για σκέψη.

Όλοι αυτοί, αφού άκουσαν με προσοχή τα επιχειρήματά μου, συμφώνησαν για το δίκαιο των αιτημάτων της Ελλάδας. Έτσι, στάθηκαν επανειλημμένα στο πλευρό μου, βοηθώντας με να επικοινωνήσω με τον γερμανικό λαό. Αλλά δεν αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για τη στάση τους. Αισθάνομαι φιλία για τους ίδιους. Κι αυτό είναι πολύ πιο πολύτιμο, πολύ πιο ακατάλυτο, πολύ πιο ανθρώπινο, πολύ πιο ισότιμο.

Κάθε σπιθαμή ευρωπαϊκού εδάφους είναι ποτισμένη με αίμα.

Πληρώσαμε πολύ ακριβά τις θεωρίες των ανωτέρων φυλών και των εθνικών κρατών.

Χρειαζόμαστε μια Ευρώπη της ειρήνης, της αλληλεγγύης, της ισότητας και της αλληλοκατανόησης.

 Και η αναγνώριση των όσων η Γερμανία οφείλει στην Ελλάδα εξυπηρετεί απολύτως αυτήν την Ευρώπη.

Αυτή η Ευρώπη, άλλωστε, θα άρεσε και στον Σίλλερ και στον Γκαίτε και στον Μπρεχτ.-«

Αθήνα, 1η Μάη 2013

Διαβάστε επίσης:

Μανώλης Γλέζος: “Απαιτούμε και αξιώνουμε να μας δώσουν οι Γερμανοί αυτά που μας οφείλουνε”