Πρωτομαγιά και νεκροί-ές εργάτες-τριες στο Μπαγκλαντές. Του Γ. Κολέμπα

07:25, 01 Μάιος 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/127329

Στα ερείπια του κτιρίου που κατέρρευσε την περασμένη Τετάρτη στα περίχωρα της Ντάκα, βρήκαν το θάνατο τουλάχιστον 381 εργαζόμενοι. Άλλοι 279 ήταν βαριά τραυματισμένοι και 1.041 ελαφρά από τους 3.500 περίπου που βρίσκονταν στο 8όροφο κτίριο, το οποίο είχε παρουσιάσει ρήγματα από την προηγούμενη μέρα, αλλά συνέχιζαν να λειτουργούν σε αυτό 5 κλωστοϋφαντουργεία. Έπρεπε να παράγουν και να προμηθεύσουν με ρούχα φθηνά αλυσίδες μόδας στον «αναπτυγμένο κόσμο»-μεταξύ αυτών και τη γνωστή ιρλανδέζικη αλυσίδα «φτηνής μόδας» Primark

Μπορεί να είναι η χειρότερη τραγωδία στην βιομηχανική ιστορία του Μπανγκλαντές, όμως η ιστορία αρχίζει από παλιά. Από τότε που άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση.

Έτσι, πηγαίνοντας προς τα πίσω, τον περσινό Νοέμβριο ( 2012) μια πυρκαγιά σε κλωστοϋφαντουργία της ίδιας περιοχής, που προμήθευε την αμερικανική εταιρία Walmart στοίχισε τη ζωή σε 111 ανθρώπους. Τον Απρίλιο του 2005 καταρρέει πάλι ένα 9όροφο εργοστάσιο υφαντουργίας με 61 νεκρούς και κάποιες εκατοντάδες τραυματίες. Δεν υπήρχαν έξοδοι κινδύνου.

Στα περισσότερα από τα 5.000 σήμερα εργοστάσια παραγωγής εξαγωγικών προϊόντων του Μπαγκλαντές δεν υπάρχουν προδιαγραφές ασφαλείας και η μοναδική έξοδος είναι συνήθως κλειστή για να μη μπορεί κανένας να βγει ή να μπει απαρατήρητος. Συνωστισμένοι  χώροι, πλημμελής φωτισμός, πολλά και συχνά σοβαρά ατυχήματα.

Στο διάστημα 1990-2005 έχουν σκοτωθεί 356 εργάτες-εργάτριες υφαντουργίας και έχουν τραυματισθεί σοβαρά 2.500[1].

Πραγματικός πόλεμος. Από τη μια τα 2.000.000 των εργαζομένων στην υφαντουργία-που το 90% είναι γυναίκες κάτω των 25 ετών-και σκοτώνονται στη δουλειά αναγκασμένοι για 100 ώρες τη βδομάδα με μηνιαίο μισθό της πείνας.

Ο νόμιμος βασικός μισθός όπως έχει ορισθεί από το 1994: για μια βοηθό 930 τάκα το μήνα(12,4 ευρώ), για μια έμπειρη ράφτρα 1.710 τάκα(19 ευρώ). Για σύγκριση: το νοίκι ενός δωματίου κάνει 800 τάκα(9 ευρώ). Μόνο κάνοντας πολλές υπερωρίες μπορούν να συντηρηθούν οι εργάτριες και οι οικογένειές τους, για αυτό και είναι αναγκασμένα να δουλεύουν και τα παιδιά τους.

Από την άλλη οι ντόπιοι εργοστασιάρχες συνεπικουρούμενοι από τις κρατικές υπηρεσίες, τους «φίλους» τους πολιτικούς και τη κυβέρνηση της χώρας[2], γιατί η παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων είναι η κύρια βιομηχανία του Μπαγκλαντές και  φέρνει το 79% των εσόδων από τις εξαγωγές της χώρας. Αλλά όχι μόνο.

Από την πλευρά τους βρίσκονται και οι «δυτικές» αλυσίδες φτηνών ρούχων που τους παραγγέλνουν τις «κολλεξιόν» τους.  Γιατί παρόλο που ρίχνουν κροκοδείλια δάκρυα για τα θύματα στο Μπαγκλαντές, ξέρουν ότι μόνο με τέτοιες συνθήκες εργασίας στα υφαντουργεία με τα οποία συνεργάζονται, μπορούν να εξασφαλίσουν τα ρούχα της φθηνής μόδας για τους «φτωχούς της Δύσης» και συνακόλουθα τα κέρδη τους.

Από αυτόν τον πόλεμο –σε ένα βαθμό και πιθανά χωρίς να το θέλουν-αποκομίζουν κάτι και οι καταναλωτές στις αναπτυγμένες χώρες. Ιδίως οι χαμηλά αμειβόμενοι «από κάτω», που μπορούν και αυτοί να «νοιώθουν ωραίοι και in», ντυμένοι με τη μόδα-ιδίως οι νέοι- παρόλο που δεν έχουν πολλά λεφτά.

Είναι από τα «καλά» που έφερε η παγκοσμιοποίηση και για αυτούς. Φθηνά καταναλωτικά προϊόντα από την Κίνα, την Ινδία, το Μπαγκλαντές κ.λπ., ώστε να μη παραπονούνται για τα χαμηλά τους εισοδήματα.

Υπάρχουν και για τη «τσέπη» τους τα αντίστοιχα αγαθά. Χάρη στο αίμα και την εκμετάλλευση των μακρινών συνανθρώπων και συναδέλφων τους εργαζομένων σε αυτές τις χώρες.  Χάρη στη «σχιζοφρένια» που ζουν συμπεριφερόμενοι διαφορετικά σαν εργαζόμενοι –που απαιτούν δίκαιες αμοιβές-και διαφορετικά σαν καταναλωτές-απαιτώντας χαμηλές τιμές στα καταναλωτικά τους είδη.

Στο Μπαγκλαντές το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων στην υφαντουργία απεργεί από την περασμένη Παρασκευή και συγκρούεται με την αστυνομία στους δρόμους.

«Αυτή η καταστροφή πρέπει να θεωρηθεί ως ένα εγερτήριο. Διότι, αν δεν αλλάξει κάτι τώρα, το σύνολο του κλάδου θα πρέπει να αμφισβητηθεί. Ζητούμε εδώ και πολλά χρόνια ένα ασφαλές εργασιακό περιβάλλον στα εργοστάσια. Αλλά δε θα αλλάξει κάτι,  αν οι διεθνείς εταιρείες, οι ίδιοι οι καταναλωτές, δεν το αποφασίσουν. Μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να είναι αποφασισμένοι για κάτι τέτοιο. Η κυβέρνηση και οι ιδιοκτήτες των εργοστασίων είναι φυσικά συνυπεύθυνοι, αλλά το μεγαλύτερο μέρος των κερδών το αποκομίζουν οι διεθνείς αλυσίδες των αγοραστών. Για αυτό είναι και οι περισσότερο υπεύθυνοι».

Που είναι τα ευρωπαϊκά συνδικάτα για παράδειγμα, μιας που έρχεται και Πρωτομαγιά, η μέρα της διεθνούς αλληλεγγύης των εργαζομένων; Ούτε μια κινητοποίηση[3].

Αυτά ενδιαφέρονται μόνο για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας στις εγχώριες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το ότι αυτές πραγματοποιούν τα μεγαλύτερα κέρδη τους από την εκμετάλλευση του «υπ ανάπτυξην» κόσμου και των εκεί συναδέλφων τους. Διαφορετικά οι εργαζόμενοι-ες στα καταστήματα της αλυσίδας Primark θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι-ες αλληλέγγυοι-ες στους εργαζόμενους-ες στο Μπαγκλαντές.

Αλλά δεν είναι μόνο οι αλυσίδες λιανικής πώλησης που θέλουν φθηνές αγορές στο Μπαγκλαντές. Είναι και ολόκληρο το σύστημα κατανάλωσης, καθώς και το γενικότερο καπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης, που εκμεταλλεύεται όχι μόνο την ανθρώπινη εργασία, αλλά και όλο το πλανητικό οικοσύστημα.

Ειδικά το τελευταίο το οδηγεί στα όριά του, αλλάζοντας και το κλίμα. Και αυτό φαίνεται από τώρα ειδικά στο Μπαγκλαντές, που μετατρέπεται σε μια πολυπληθή χώρα «έκτακτης ανάγκης».

Παρόλο που μέχρι πριν λίγα χρόνια ο πληθυσμός ζούσε από τη γεωργία και αλιεία(πάνω από το 70%) με αρκετές σοδειές –κυρίως ρυζιού-το χρόνο στο δέλτα 3 μεγάλων ρευμάτων νερού που έκαναν γόνιμο το έδαφος για τις καλλιέργειες, τώρα τα νερά της θάλασσας ανεβαίνουν αντίθετα στα ρεύματα αυτά, λόγω της αύξησης της έντασης των κυκλώνων και της ανόδου της στάθμης της θάλασσας.

Οι πλημμύρες παίρνουν αργά αλλά σταθερά μεγαλύτερες διαστάσεις και γίνονται πιο συχνές. Το 2004 π.χ. πλημμύρισαν τα σπίτια 34 εκατομμυρίων κατοίκων του.

Πολλοί –ιδίως ψαράδες αλλά και αγρότες-αναγκάζονται τον επόμενο χρόνο να κτίζουν τις καλύβες τους πιο μέσα στη στεριά, για να τις παρατήσουν τον μεθεπόμενο κ.ο.κ. Στο τέλος πολλοί καταλήγουν στη πρωτεύουσα Ντάκα και στα προάστιά της, μετατρέποντάς την στην πιο πυκνοκατοικημένη τερατούπολη (φέτος 15 εκατομ. κάτοικοι, βλέπε http://www.topikopoiisi.com/1/post/2013/04/-10.html) φθηνών εργατικών χεριών για τα υφαντουργεία π.χ. της περιοχής.

Και στο παράδειγμα του Μπαγκλαντές αποδεικνύεται ότι οι «πρωταίτιοι» της κλιματικής αλλαγής όχι μόνο δεν υφίστανται πρώτοι τις επιπτώσεις της, αλλά επωφελούνται κιόλας από αυτήν. Αλλά για πόσο καιρό ακόμα;

Γιώργος Κολέμπας
topikopoiisi.com

[1] Βλέπε: Πως ένα κόκκινο γιλέκο έκανε το γύρο του κόσμου, του Βόλφκανγκ Κορν, Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 89-90-91

[2] Ο ιδιοκτήτης του κτιρίου και του συμπλέγματος των υφαντουργείων- που κατέρρευσε τη περασμένη Τετάρτη- Ranas, ήταν ένας από τους ηγέτες της οργάνωσης της νεολαίας του κυβερνώντος κόμματος Awami και μπορούσε να το λειτουργεί παρά τις καταγγελίες για χρήση κατώτατης ποιότητας υλικών στην κατασκευή του κτιρίου το 2007.

[3] Μόνο στο Λονδίνο διαδήλωσαν το Σάββατο τα μέλη της οργάνωσης „War on Want“(«Πόλεμος στο Θέλω») μπροστά από τη Primark, όχι για μποϋκοτάρισμα της εταιρείας, αλλά ζητώντας της να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων. Όπως δήλωσε εκπρόσωπος της οργάνωσης: « Οι θάνατοι στο Μπαγκλαντές δεν ήταν τυχαίοι, θα μπορούσαν να αποφευχθούν, αν  η Primark αισθανόταν υπεύθυνη απέναντι στις εργάτριες αυτές. Παρόλο που η εταιρεία δίνει μεγάλο βάρος στη προβολή της σαν ο «Καθαρός» του κλάδου».

Σχετικά Άρθρα

(26/11/2012)
(22/11/2012)
(06/11/2012)
(06/09/2012)

Εργατική Πρωτομαγιά: Back to the future! Του Θεόδωρου Κουτρούκη

07:20, 01 Μάιος 2013 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/127384

Ποιος θυμάται την Πρωτομαγιά του 2010; Παρά το μούδιασμα που είχε προκαλέσει το πρωθυπουργικό διάγγελμα του Καστελόριζου, με το οποίο η χώρα έμπαινε στον αστερισμό του Μνημονίου, λίγοι ακόμη υποψιαζόταν τι θα ακολουθούσε.

Τα εργατικά συνδικάτα γιόρταζαν την 1η Μαΐου και είχαν κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένα: είχαν περάσει λιγότεροι από 8 μήνες από τότε που το πολιτικό κόμμα, που τους παραχώρησε τα περισσότερα δικαιώματα και προνόμια μετά τη μεταπολίτευση, είχε κερδίσει τις εκλογές με ένα συντριπτικό ποσοστό. Δυστυχώς οι ελπίδες ότι το ίδιο σκηνικό θα επαναληφθεί ή, έστω, θα διατηρηθεί αποδείχτηκαν φρούδες.

Τα Μνημόνια συνοδεύτηκαν από ένα μείγμα πολιτικής που κλόνισε συθέμελα τις εργασιακές σχέσεις και καθημερινά εγκαθιδρύει ένα άκρως απορυθμισμένο τοπίο. Μυριάδες εργαζόμενοι είδαν τα δικαιώματα τους να καταστρατηγούνται συστηματικά στη χοάνη μιας αγοράς που χαρακτηρίζεται από δυσθεώρητη ανεργία και επιδημικής έκτασης αδήλωτη εργασία.

Η ποιότητα των όποιων θέσεων εργασίας που δημιουργούνται σε αυτό το καθεστώς συνήθως είναι πολύ χαμηλή, οι σχέσεις απασχόλησης επιμερίζονται σε πολλαπλού τύπου συμβάσεις, ενώ η ανασφάλεια των εργαζομένων επιτείνεται.

Σε αυτό το ζοφερό τοπίο οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δείχνουν μια άνευ προηγουμένου αμηχανία, που θυμίζει την κατάρρευση των κραταιών συνδικάτων στις χώρες του «εφαρμοσμένου σοσιαλισμού» μετά το 1989. Εθισμένα στο ρόλο τους ως γραφειοκρατικού μηχανισμού διαμεσολάβησης ανάμεσα στους μισθωτούς και την κρατική/(μονο)κομματική  εξουσία, τα «κόκκινα συνδικάτα» κατέρρευσαν εν ριπή οφθαλμού, καθώς είχαν προ πολλού αποποιηθεί το ρόλο τους ως πολιορκητικού κριού για την διεκδίκηση εργασιακών δικαιωμάτων.

Η ιστορία φαίνεται -τηρουμένων των αναλογιών- πως επαναλαμβάνεται. Μέσα στην πλημμυρίδα της φιλοσυνδικαλιστικής νομοθεσίας στη δεκαετία του ’80 και της αυξημένης πρόσβασης σε κρατικά και κοινοτικά κονδύλια μετά το 1990 τα ελληνικά συνδικάτα μετατράπηκαν βαθμιαία σε μηχανισμό διαμεσολάβησης.

Πολλοί από τους πρωταγωνιστές τους πέταξαν το αμπέχωνο και το ζιβάγκο χάριν της γραβάτας και διεκδίκησαν με επιτυχία ένα νέο ρόλο:

συμμετοχή σε διοικητικά συμβούλια και επιτροπές που εξασφάλιζαν δύναμη επιρροής και οικονομική αποζημίωση, μεσολάβηση μεταξύ διοίκησης και (φίλα προσκείμενου) εργαζόμενου για την προώθηση του υπηρεσιακού ρουσφετιού (μετάθεση, καλύτερο ωράριο κ.α.), διανομή δελτίων κοινωνικού τουρισμού, προσφορά σε επιλεγμένους εργαζόμενους προγραμμάτων κατάρτισης, συμμετοχή σε συνέδρια εξωτερικού με αξιοζήλευτες συνθήκες διαμονής, ανταλλαγή μικρο-εξυπηρέτησεων με την ψήφο σε εκλογικές αναμετρήσεις για τις διοικήσεις των σωματείων η την τοπική αυτοδιοίκηση και καμία φορά για το κοινοβούλιο.

Σε πολλές περιπτώσεις, ο ρόλος των συνδικαλιστικών στελεχών παρέκκλινε: αντί να προασπίζονται τα δικαιώματα του αδυνάτου, αμύνονταν των προνομιών του «δικτυωμένου».

Αυτές ακριβώς οι επιλογές του συνδικαλισμού που είχαν ήδη εξατομικεύσει πολλούς εργατικούς αγώνες και είχαν αποδεχτεί ή έστω ανεχτεί τις διαιρέσεις του εργατικού δυναμικού σε πολλές ταχύτητες (παλαιοί vs νέοι ασφαλισμένοι, νεοεισερχόμενοι outsiders vs insiders της αγοράς εργασίας) έστρωσαν το χαλί στην αποστροφή των μισθωτών σε κάθε συλλογικότητα. Επομένως, ο ατοµικισµός, η (αυτό)δυσφήµηση της συνδικαλιστικής δράσης, η γραφειοκρατική στάση και η διαφθορά διέβρωσαν αυτούς τους πολυσήμαντους θεσμούς έκφρασης των εργαζομένων.

Τα συνδικάτα στάθηκαν αδύναμα να διαπραγματευτούν τις αλλαγές, να διαμορφώσουν νέους όρους αλληλεγγύης με τα διάσπαρτα συμφέροντα του κατακερματισμένου εργατικού δυναμικού, να ευθυγραμμιστούν με τους νέους κοινωνικούς κινδύνους και να εγκαταλείψουν την εστίαση στην μηχανιστική διατήρηση των εργασιακών στερεοτύπων, που συνάδουν με παρωχημένα πρότυπα παραγωγικής διαδικασίας.

Η αντανακλαστική αντίδραση στην κρίση με την προσέγγιση «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», δεν μπορεί να λύσει μακροπρόθεσμα το πρόβλημα. Αν οι νέες ευέλικτες εργασιακές σχέσεις συνεχίσουν να εγκλωβίζονται στη μέγγενη της εξατομίκευσης, αν η επισφαλής εργασία παραμείνει εκτός του βεληνεκούς του παραδοσιακού εργατικού δικαίου κι αν δεν αφυπνισθούν τα εργατικά συνδικάτα, οι έλληνες μισθωτοί θα βιώσουν ένα σεληνιακό τοπίο απασχόλησης, που θα θυμίζει λιγότερο τις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας και περισσότερο το ασιατικό μοντέλο ανάπτυξης και απασχόλησης.

Υπάρχει ελπίδα; Η απάντηση θα μπορούσε να είναι υπό όρους καταφατική, αν θυμηθούμε την ιστορία της εργατικής πρωτομαγιάς. Οι πρωταγωνιστές των πρώιμων συνδικαλιστικών αγώνων δρούσαν σε ένα πολύ σκληρό τοπίο εξαντλητικής εκμετάλλευσης και εκτεταμένης αυθαιρεσίας και ανομίας -που θύμιζε «Μανωλάδα»- και ρίσκαραν πολλά: την θέση εργασίας, τη σωματική ακεραιότητα, ακόμη και τη ζωή τους.

Αγωνιζόταν για το συμφέρον του συνόλου των μισθωτών, προωθούσαν την εμπέδωση της συλλογικότητας, διέθεταν αυταπάρνηση και γνώριζαν ότι η έκβαση ενός εργατικού αγώνα δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Πολύ φοβούμαι πως ανήμερα της Πρωτομαγιάς η μοναδική ελπίδα για την αναβίωση των συλλογικών εργατικών αγώνων βρίσκεται πίσω στο μέλλον!-

Σχετικά Άρθρα

(04/12/2012)
(29/06/2012)
(01/05/2013)
(01/05/2013)