Σφοδρά «πυρά» από Alpha Bank κατά της απόφασης του Eurogroup

Σφοδρά “πυρά” κατά της απόφασης του Eurogroup της 15ης Μαρτίου εξαπολύει η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank.

Το πλήρες κείμενο της έκθεσης της Alpha Bank έχει ως εξής:

«Η απόφαση του Eurogroup της 15ης Μαρτίου 2013 για την υπαγωγή της Κύπρου στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), που παρέχει χρηματοδοτική ενίσχυση ύψους €10,0 δις από το EMS και από το ΔΝΤ και προβλέπει συμπληρωματική χρηματοδότηση μέσω μιας έκτακτης εισφοράς ύψους € 5,8 δισ. επί των καταθέσεων στις Κυπριακές τράπεζες, είναι αντίθετη με κάθε έννοια οικονομικής και πολιτικής λογικής.

Είναι επίσης, δραματικά άδικη για την Κύπρο, η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα λόγω των παρενεργειών της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης, αλλά κυρίως λόγω των ζημιών από το ελληνικό PSI Plus που το ίδιο το Eurogroup επέβαλε κατά κύριο λόγο στις ελληνικές και τις κυπριακές τράπεζες και της κατακρήμνισης της ελληνικής οικονομίας, στην οποία οι κυπριακές τράπεζες είχαν επεκταθεί, στην μεγαλύτερη ύφεση όλων των εποχών.

Η απόφαση είναι αντίθετη με την οικονομική λογική διότι υπονομεύει την αγορά τραπεζικών καταθέσεων και την αξιοπιστία των Κυβερνήσεων στη Ζώνη του Ευρώ και είναι βέβαιο ότι στην καλύτερη περίπτωση θα οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση του κόστους του χρήματος στο σύνολο των χωρών της ΖτΕ, ακόμη και στη Γερμανία. Στη χειρότερη περίπτωση θα αποτελέσει τον καταλύτη που θα καταστήσει δύσκολη την αντιμετώπιση μιας νέας χρηματοοικονομικής κρίσης, όπου αυτή και αν συμβεί. Οι διάφοροι εξορκισμοί ότι αυτό που έγινε στην Κύπρο δεν θα ξαναγίνει ποτέ (μα ποτέ!!) σε άλλη χώρα της Ευρώπης κρίνονται από την ανύπαρκτη πια αξιοπιστία αυτών που τους διατυπώνουν. Σημειώνεται ότι η υπονόμευση της αγοράς τραπεζικών καταθέσεων ακολουθεί την επίσης εκ βάθρων υπονόμευση της αγοράς κρατικών ομολόγων στη Ζώνη του Ευρώ με την επιβολή του ελληνικού PSI plus, το οποίο σήμερα οι ίδιοι που το επέβαλαν προσπαθούν να το εξορκίσουν επιβεβαιώνοντας ότι συνέβη μόνο μια φορά και ότι δεν θα το ξανακάνουν ποτέ (όπως και δεν το κάνουν στην περίπτωση της Κύπρου, διατηρώντας ακέραια την αξιοπιστία τους!!!).

Η απόφαση είναι αντίθετη, επίσης, με κάθε έννοια πολιτικής λογικής. Είναι εμφανές από τις δηλώσεις των ηγετών της Γερμανίας και του ΔΝΤ ότι βασική επιδίωξή τους είναι να πλήξουν καίρια την Κύπρο ως σημαντικό χρηματοοικονομικό και επιχειρηματικό κέντρο και τους καταθέτες που επέλεξαν να τοποθετήσουν τις αποταμιεύσεις τους σε μια μικρή χώρα του νότου και όχι στους δικούς τους τραπεζικούς κολοσσούς. Το δήλωσε αυτό σαφώς ο γερμανός υπουργός οικονομικών: «Όποιος επενδύει σε χώρες όπου πληρώνει λιγότερους φόρους αναλαμβάνει και τους κινδύνους», τόνισε. Ο κίνδυνος εδώ επήλθε με την υποχρέωση της Κύπρου από το Eurogroup και από το ΔΝΤ να επιβάλει φόρο 15,5% στις καταθέσεις άνω των €100 χιλ.

Κεφαλαιοποιώντας δε αυτές τις απειλές ο αρθογράφος του Reuters το λέει καθαρά: «Η Κύπρος πρέπει να αποδεχθεί ένα μέλλον χωρίς τους Ρώσους». Δηλαδή, θέλετε δάνειο; Διώξτε τους Ρώσους (αφού πρώτα τους κατασχέσετε το 15,5% των καταθέσεών τους). Η πολιτική αυτή είναι προφανώς πεπλανημένη διότι οδηγεί αναπόφευκτα στην υπέρμετρη αύξηση (και όχι στην επιδιωκόμενη μείωση) της πολιτικής και οικονομικής επιρροής των Ρώσων στην Κύπρο.

Τέλος, η απόφαση του Eurogroup, που απαιτεί η Κυβέρνηση της Κύπρου να επιβάλλει φόρο κατοχής επί των καταθέσεων στους πελάτες των τραπεζών της χώρας, υπό την απειλή της άτακτης χρεοκοπίας που θα έφερνε η μη παροχή της βοήθειας των € 10 δις και της διακοπής της χρηματοδότησης των τραπεζών της Κύπρου από την ΕΚΤ είναι δραματικά άδικη για την Κύπρο, καθώς συνεπάγεται ουσιαστικά την πλήρη οικονομική καταστροφή της μικρής αυτής χώρας. Οι προτάσεις που διατυπώνονται ευθέως για άμεση και βίαιη μείωση της συμβολής του χρηματοοικονομικού τομέα της Κύπρου στο ΑΕΠ στα επίπεδα του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σαφώς καταστροφικές για την Κύπρο, διότι ο χρηματοοικονομικός τομέας της Κύπρου συνδέεται άμεσα με τον τομέα παροχής επιχειρηματικών υπηρεσιών και μαζί αποτελούν ένα σημαντικό μέρος της οικονομίας της Κύπρου. Τέτοιου είδους προτάσεις ουδέποτε διατυπώθηκαν για το «άκρως ανταγωνιστικό» και «μη υπερτροφικό» τραπεζικό σύστημα άλλων Ευρωπαϊκών χωρών, που έχει περιπέσει σε τέλμα, μετά τις μαζικές επενδύσεις σε τοξικά ομόλογα και τις τεράστιες ζημιές που κατέγραψε το 2008-2009. Ένα σύστημα που δεν χρηματοδοτεί πλέον την πραγματική οικονομία στην Ευρωζώνη (ρυθμός πιστωτικής επέκτασης: -0,9%), παρά την τεράστια ρευστότητα που διοχετεύει σε αυτό η ΕΚΤ.

Η Κύπρος έχει αναδειχθεί με την αξία της σε σημαντικό χρηματοοικονομικό κέντρο στη ΝΑ Μεσόγειο εκμεταλλευόμενη την στρατηγική της θέση και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των κατοίκων της. Ως τέτοιο κέντρο έγινε αποδεκτή και η ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση αρχικά και στη Ζώνη του Ευρώ σχετικά πρόσφατα. Η ένταξη πραγματοποιήθηκε μετά από εξονυχιστικό έλεγχο του τρόπου λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος της Κύπρου και μετά από υποχρέωση της Κύπρου να προχωρήσει σε πλήρη προσαρμογή αυτού του συστήματος στο θεσμικό, νομικό και κανονιστικό πλαίσιο της Ζώνης του Ευρώ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι τράπεζές της είχαν προσελκύσει ένα σημαντικό όγκο καταθέσεων, ύψους € 70 δις περίπου, όχι μόνο από τους εγχώριους κατοίκους της Κύπρου, αλλά και από πολλές άλλες χώρες, όπως η Ρωσία, η Ουκρανία, η Ελλάδα, κ.ά. Το έκαναν αυτό σε άμεσο ανταγωνισμό με τις άλλες τράπεζες της Ζώνης του Ευρώ, λειτουργώντας στο ίδιο νόμισμα και στο ίδιο θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο με αυτές. Η προσέλκυση των καταθέσεων αυτών συνοδευόταν με προσφορά στην Κύπρο μιας μεγάλης σειράς σημαντικών επιχειρηματικών, συμβουλευτικών και άλλων υπηρεσιών από τις οποίες η Κύπρος είχε σημαντικά έσοδα (ύψους 12% του ΑΕΠ), τα οποία υπερβαίνουν ακόμη και τα έσοδα από τον εξωτερικό της τουρισμό. Οι ξένες καταθέσεις συγκεντρώθηκαν με τήρηση των οδηγιών και κανονισμών της ΕΕ και της ΖτΕ και κάτω από την εποπτεία από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η οποία λειτουργεί ως πλήρες μέλος του Ευρω-συστήματος. Τέλος, οι καταθέσεις έως € 100.000 ήταν εγγυημένες από το Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων της Κύπρου, σε εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας που επιβλήθηκε μετά την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η καίρια υπονόμευση του συστήματος εγγύησης καταθέσεων, με την εισαγωγή φόρων κατοχής επί των καταθέσεων των εγχώριων και ξένων καταθετών – κατόπιν εντολής του Eurogroup, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε ανάσχεση της βασικής λειτουργίας της οικονομίας της Κύπρου πολύ πιο εκτεταμένη από την κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας για την υλοποίηση του PSI Plus.

Όσον αφορά στον ισχυρισμό ότι στο τραπεζικό σύστημα στην Κύπρου σημειώνονται ευρέως παράνομες δραστηριότητες (π.χ., ξέπλυμα μαύρου χρήματος), το ίδιο μπορεί να λεχθεί (αναπόδεικτα, ασφαλώς) και για οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση, οι όποιες παράνομες δραστηριότητες, όπου και αν λαμβάνουν χώρα, θα πρέπει να ελέγχονται συστηματικά και όταν αποδεικνύονται να επιβάλλεται η διακοπή τους με τις αυστηρότερες δυνατές ποινές. Ακόμη και με κατάσχεση των συγκεκριμένων παράνομων καταθέσεων στο σύνολό τους. Άλλωστε, ο έλεγχος των καταθέσεων ξένων κατοίκων στην Κύπρο είναι σχετικά εύκολος (με την Κύπρο να αποτελεί πλήρες μέλος της Ζώνης του Ευρώ) διότι κατά κανόνα πρόκειται για μεγάλες καταθέσεις. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η αντιμετώπιση τυχόν παράνομων δραστηριοτήτων, που ενδέχεται να συμβαίνουν στον τραπεζικό τομέα της Κύπρου και άλλων χωρών, δεν έχει καμιά σχέση με επιβολή έκτατης εισφοράς στο σύνολο των καταθέσεων μόνο στην Κύπρο, η οποία μόνο καταστροφικές επιπτώσεις μπορεί να έχει.

Από τη Γερμανία και από το ΔΝΤ υποστηρίχθηκε ότι το σύνολο των καταθέσεων που είχαν συγκεντρώσει οι κυπριακές τράπεζες το 2012 ήταν πολύ υψηλό σε σχέση με το ΑΕΠ της χώρας (400% του ΑΕΠ στο τέλος του 2012), και ότι θα έπρεπε να μειωθούν. Ωστόσο, η μέθοδος ταχείας συρρίκνωσης του τραπεζικού τομέα της Κύπρου που επιλέχθηκε από το Eurogroup και από το ΔΝΤ υπερέβη κάθε όριο αποδεκτής συμπεριφοράς μεταξύ εταίρων από οτιδήποτε άλλο έχει επιχειρηθεί έως σήμερα. Κατά την συνεδρίαση του Eurogroup της 15ης Μαρτίου 2013 οι ηγέτες της Ευρώπης και του ΔΝΤ «εξήγησαν» στην ηγεσία της Κύπρου ότι θα έπρεπε να επιβάλλει μια έκτακτη εισφορά στις καταθέσεις άνω των € 100 χιλ. ύψους € 5,8 δις και να χρησιμοποιήσει αυτό το ποσό για την ανα-κεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Εκτιμάται ότι αυτό το ποσό ισοδυναμούσε με αναγκαστική κατάσχεση του 15,5% των καταθέσεων με ονομαστική αξία άνω των € 100 χιλ. Μια τέτοια ενέργεια θα είχε ως συνέπεια την δραματική ταχεία εκροή μεγάλων καταθέσεων από τις κυπριακές τράπεζες και τον τερματισμό ενός σημαντικού μέρους της δραστηριότητας παροχής επιχειρηματικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από την Κύπρο, όπως προαναφέρθηκε. Έτσι, ο πρώτος στόχος (αυτός της δραστικής συρρίκνωσης του τραπεζικού τομέα στην Κύπρο) θα είχε επιτευχθεί. Δεδομένου δε ότι οι καταθέτες δεν είχαν καμιά δυνατότητα να αντιδράσουν (π.χ., με έγκαιρη απόσυρση των καταθέσεών τους από τις Κυπριακές τράπεζες) και ο δεύτερος στόχος, αυτός της κατάσχεσης καταθέσεων ύψους € 5,8 δις θα έχει επίσης επιτευχθεί. Πρόκειται, προφανώς, για εισηγήσεις απίστευτης ελαφρότητας και παντελούς αδιαφορίας, ή προσποιητής άγνοιας, για τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στην οικονομία της Κύπρου και στη δυνατότητά της για έξοδο από την κρίση μετά την διάπραξη τέτοιων ενεργειών.

Υποστηρίχθηκε, τέλος, ότι η Κύπρος θα πρέπει να κατασχέσει τα € 5,8 δις από τις καταθέσεις, για να αποφύγει να εγγράψει το ποσό αυτό στο δημόσιο χρέος της, καθιστώντας έτσι το τελευταίο βιώσιμο. Εδώ έχουμε και πάλι άρωμα Ελλάδος, ως εάν η Τρόικα, που ώθησε την Ελλάδα σε μεγάλη και συνεχή ύφεση, να μην έμαθε τίποτα από τις ασκήσεις βιωσιμότητας του χρέους που χρησιμοποιήθηκαν ως Δούρειος Ίππος για να δοθεί ένα μάθημα σωφροσύνης στους ευρωπαίους τραπεζίτες, που όμως είχε παράπλευρες απώλειες μιας και οδήγησε σε σημαντικές απώλειες κεφαλαίων στις ελληνικές τράπεζες, και δυστυχώς και τις κυπριακές που είχαν έκθεση σε ελληνικό επενδυτικό κίνδυνο. Είναι απορίας άξιον πως δεν γίνεται αντιληπτό ότι τυχόν επιβολή του φόρου στις καταθέσεις μπορεί να δημιουργήσει ένα χρηματοδοτικό άνοιγμα υπέρμετρου μεγέθους το οποίο μόνο με δανεισμό και με αύξηση του εξωτερικού χρέους της χώρας, ή με δραστική περικοπή των εγχώριων πιστώσεων, θα μπορούσε ποτέ να καλυφθεί. Επίσης, ο συνεπαγόμενος δραστικός περιορισμός της πιστωτικής επέκτασης στην εγχώρια οικονομία και η κατακόρυφη πτώση των καθαρών εισπράξεων της χώρας από το εξωτερικό από επιχειρηματικές και χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, θα οδηγούσαν σε πολύ μεγαλύτερη και πολύχρονη πτώση του ΑΕΠ (πολύ μεγαλύτερη από αυτή που συνέβη στην Ελλάδα με τη χρήση ανάλογων πρακτικών) που θα καθιστούσαν με βεβαιότητα το δημόσιο χρέος της Κύπρου μη βιώσιμο. Αντίθετα, η εξασφάλιση των € 5,8 δις με δανεισμό μπορεί μεν να οδηγούσε το δημόσιο χρέος της χώρας στο 160% του ΑΕΠ το 2013, αλλά με διατήρηση της ακεραιότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας, η ανάκαμψη του ΑΕΠ θα μπορούσε να είναι άμεση (από το 2014). Με την συμβολή δε και των δυνατοτήτων που προσφέρει η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων της χώρας, το χρέος θα μπορούσε με βεβαιότητα να μειωθεί σε επίπεδα κάτω του 100% του ΑΕΠ το 2020.

Αντίθετα με ό,τι επιδιώκεται με την επιβολή του μέτρου που αφορά στις τραπεζικές καταθέσεις που επέλεξε το Eurogroup, η επερχόμενη αποδόμηση του χρηματοοικονομικού συστήματος οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη μη βιωσιμότητα του χρέους της Κύπρου, και αποτελεί μια ακόμη απόδειξη της εφαρμογής του ρητού ότι ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις.

Βεβαίως, λύσεις εκτός Ευρωζώνης δεν αποτελούν λύσεις για την Κύπρο. Ήδη η οικονομία της Κύπρου αιμορραγεί με τις τράπεζες κλειστές για πολλές ημέρες. Εκείνοι δε που προκάλεσαν αυτή την απίστευτη διαταραχή στην οικονομία της Κύπρου, και που καθυστέρησαν στη λήψη των αναγκαίων αποφάσεων, προειδοποιούν τώρα εκ του ασφαλούς για τις εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες μιας άτακτης χρεοκοπίας. Εκείνο που θα έπρεπε να είναι αδιαπραγμάτευτο είναι η εξασφάλιση της ακεραιότητας και της αποτελεσματικής λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας. Αν υπήρχαν δυνατότητες βελτίωσης της λειτουργίας αυτού του συστήματος στα πλαίσια της εφαρμογής του αυστηρού θεσμικού και κανονιστικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτές θα έπρεπε να εφαρμοστούν στο ακέραιο. Για παράδειγμα, η πολιτική επιτοκίων καταθέσεων των Κυπριακών Τραπεζών θα μπορούσε να βελτιωθεί και αυτή η πρακτική θα μπορούσε να καταστεί αξιόπιστος μηχανισμός αποφυγής της μη βιώσιμης αύξησής τους.

Μάλιστα, η μείωση των επιτοκίων που απολαμβάνει ο καταθέτης θα μπορούσε να επιβληθεί (ή θα μπορούσε να είχε επιβληθεί και στο παρελθόν) στις τράπεζες με αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των τόκων αυτών των καταθέσεων. Οι πολιτικές αυτές, που εφαρμόζονται ήδη σε χώρες της ΝΑ Ασίας αποθαρρύνουν την υπέρμετρη αύξηση των ξένων καταθέσεων, χωρίς να υπονομεύουν τους βασικούς θεσμούς λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος. Όσον αφορά στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, αυτή θα μπορούσε να γίνει με προσφυγή σε επενδυτικά κεφάλαια από την Κύπρο και από το εξωτερικό και με τη συμβολή του Ταμείου Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας. Οι όποιες διεργασίες θα έπρεπε να υλοποιηθούν εντός του Ευρώ και σε συνεργασία με το Eurogroup και με το ΔΝΤ.

Ωστόσο, το Eurogroup και το ΔΝΤ φαίνεται να θεωρούν αδιαπραγμάτευτη την επιβολή έκτακτης εισφοράς στις μεγάλες καταθέσεις. Δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν ότι η πρότασή τους για κατάσχεση καταθέσεων και για βέβαιη ανάσχεση της λειτουργίας του Κυπριακού χρηματοοικονομικού συστήματος ήταν ατυχής και επικίνδυνη για την Κύπρο, για την Ευρώπη και την παγκόσμια οικονομία. Σε μια τέτοια περίπτωση θεωρούμε ότι η Κύπρος δεν έχει άλλη διέξοδο παρά να αποδεχθεί το πακέτο διάσωσης, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλισθεί ότι ο μηχανισμός έκτακτης ρευστότητας (ELA) της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει, για όσο χρόνο είναι απαραίτητο, μια ενδεχόμενη φυγή καταθέσεων μόλις ξανανοίξουν οι τράπεζες στην Κύπρο ώστε να μην υπάρξει χαοτική ανάκληση δανείων και κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος. Αυτό μάλλον διασφαλίζεται εφόσον ό,τι τελικώς αποφασισθεί θα έχει και την έγκριση της Ευρωζώνης. Έτσι, όσες καταθέσεις φύγουν θα αντικατασταθούν με χρηματοδότηση ELA και το τραπεζικό σύστημα θα διαπραγματευθεί με το Ευρωσύστημα τη σταδιακή μείωση τα επόμενα χρόνια της εξάρτησής του από τον ELA μέσω σταδιακής απομόχλευσης χορηγήσεων, όπως γίνεται και στην Ελλάδα. Ήδη, η ΕΚΤ απειλεί να σταματήσει τη χρηματοδότηση των κυπριακών τραπεζών μετά την Δευτέρα, 25η Μαρτίου, εφόσον δεν υιοθετηθεί το πρόγραμμα διάσωσης.

Ήδη, υπό την πίεση των γεγονότων, και της μη έλευσης του «ξανθού γένους», η Κύπρος προσπαθεί να διαμορφώσει μια αντιπρόταση στην απόφαση του Eurogroup με βασικούς πυλώνες: α) Την εξυγίανση της τραπέζης CPB (πρώην Λαϊκής), με τον διαχωρισμό της σε «καλή» και «κακή» τράπεζα, όπου στην «κακή» τράπεζα μεταφέρονται όλα τα επισφαλή δάνεια και οι καταθέσεις άνω των €100.000, όπου οι καταθέτες θα αποζημιωθούν απ’ ότι προκύψει από την εκκαθάριση των δανείων. Το ανωτέρω μέτρο μειώνει τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης κατά € 2 δισ. β) Την σύσταση ενός Επενδυτικού Ταμείου Αλληλεγγύης, σε μια προσπάθεια να εξευρεθεί το υπόλοιπο ποσό για την κάλυψη των € 5,8 δισ. με τη μεταφορά στο ταμείο αυτό των πλεονασμάτων των ασφαλιστικών ταμείων, της περιουσίας της Εκκλησίας της Κύπρου, των αποθεμάτων σε χρυσό κ.ο.κ. στη βάση ανταποδοτικών ενεχύρων που θα στηρίζονται στα έσοδα από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων από το 2019 και μετά, και, γ) την εισαγωγή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων ώστε να μετριασθεί η εκροή καταθέσεων που αναμένεται μόλις ξανανοίξουν οι τράπεζες, σε συνδυασμό με τη λειτουργία του μηχανισμού έκτακτης χρηματοδότησης (ELA) από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στο πλαίσιο λειτουργίας του Ευρωσυστήματος.

Για την Ελλάδα, το κύριο συμπέρασμα που προκύπτει από τα ανωτέρω είναι η απόλυτη ανάγκη που έχει η χώρα μας για την ταχύτερη δυνατή έξοδο από την εφαρμογή πολιτικών που είναι εξαιρετικά οδυνηρές για την πορεία της οικονομίας της και για την ευημερία των πολιτών της. Χάρις στην πιστή εφαρμογή των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής και μεταρρυθμίσεων, η Ελλάδα είναι σήμερα σε πολύ καλύτερη ανταγωνιστική θέση για να επιτύχει την ανάκαμψη της οικονομίας της και την απεξάρτηση από τους δανειστές της πολύ ταχύτερα από άλλες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου – με τη συνέχιση της εφαρμογής των πολιτικών επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων στη γενική κυβέρνηση και επίσης πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας. Αντίθετα, όψιμες φωνές που με αναπτερωμένο ηθικό από τα γεγονότα της Κύπρου προτείνουν αλλαγή πολιτικής για κατάργηση των προγραμμάτων προσαρμογής και για επιστροφή στο αλήστου μνήμης παρελθόν, στην ουσία δεν προτείνουν τίποτα άλλο από την έξοδο από το Ευρώ, που συνεπάγεται υπερπληθωρισμό και κατάρρευση της οικονομίας.

Όσον αφορά στο κούρεμα των καταθέσεων ως μέτρου κάλυψης χρηματοδοτικών αναγκών σε προγράμματα αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών, ελπίζουμε να μην φτάσουμε στο σημείο η αποταμίευση των πολιτών να γίνεται από εδώ και εμπρός σε ντενεκέδες με λάδι. Η απόφαση του Eurogroup της 15ης Μαρτίου 2013 ανοίγει νέους δρόμους στην αποταμιευτική συμπεριφορά. Μας γυρίζει πίσω στα χρόνια του πολέμου όπου, λόγω του υπερπληθωρισμού, η αποταμίευση για επιβίωση γινόταν σε λάδι, στάρι και σταφίδες. Για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο, η αποταμίευση στην Ελλάδα έπαιρνε την μορφή τοποθετήσεων σε ακίνητα, χρυσές λίρες και καταθέσεις στο εξωτερικό. Μόλις η Ελλάδα εισήλθε στην Ευρωζώνη, πιστέψαμε όλοι ότι οι αποταμιεύσεις μας μπορούν πλέον να γίνονται και στο εθνικό νόμισμα, το Ευρώ. Όλα αυτά, όμως, ανατρέπονται τώρα. Από αλλού, βεβαίως, το περιμέναμε και από αλλού μας ήλθε. Μετά απ’ ότι έγινε στην Κύπρο, οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα που ασπάζονται την επιβολή φόρου όχι μόνο στην ακίνητη, αλλά και στην κινητή, περιουσία, θα πρέπει τώρα μοιραία να επανεξετάσουν τη θέση τους».

Πηγή:www.capital.gr