Τα τυπικά χαρακτηριστικά του πρωτο-φασισμού. Toυ Ουμπέρτο Έκο

Παρά την ασάφεια αυτή, νομίζω πως μπορούμε να σκιαγραφήσουμε έναν κατάλογο χαρακτηριστικών τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά αυτού που ονομάζω «πρωτοφασισμό», ή «αρχέγονο φασισμό». Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να οργανωθούν σε ένα ενιαίο σύστημα· πολλά απ’ αυτά αλληλοαναιρούνται, και είναι επίσης αντιπροσωπευτικά και άλλων μορφών δεσποτισμού ή φανατισμού. Η παρουσία ενός και μόνο απ’ αυτά, όμως, αρκεί για να επιτρέψει στο φασισμό να συμπτυχθεί γύρω του.

1. Το πρώτο χαρακτηριστικό του πρωτοφασισμού είναι η λατρεία της παράδοσης. Η παραδοσιαρχία, βέβαια, είναι πολύ παλαιότερη από τον φασισμό. Δεν χαρακτήριζε μόνο την αντιεπαναστατική σκέψη των Καθολικών μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά γεννήθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους, ως αντίδραση στον κλασικό ελληνικό ορθολογισμό. Στη λεκάνη της Μεσογείου, λαοί διαφόρων θρησκειών (που οι περισσότερες απ’ αυτές είχαν γίνει δεκτές στο ρωμαϊκό πάνθεο) άρχισαν να ονειρεύονται κάποια αποκάλυψη που είχε συμβεί στην αυγή της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτή η αποκάλυψη, σύμφωνα με τη μυστηριακή αίγλη που καλλιεργούσε η παραδοσιαρχία, είχε παραμείνει για πολύ καιρό κρυμμένη κάτω από το πέπλο γλωσσών που ήταν πια ξεχασμένες στα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, στους κέλτικους ρούνους, στους παπύρους των σχεδόν άγνωστων θρησκειών της Ασίας.

Αυτή η νέα κουλτούρα έπρεπε να είναι συγκρητιστική. Ο συγκρητισμός δεν είναι απλά, όπως λένε τα λεξικά, «ο συνδυασμός διαφόρων μορφών πίστης και λατρευτικής πρακτικής»· ένας τέτοιος συνδυασμός πρέπει να ανέχεται τις αντιφάσεις. Καθένα από τα αρχικά μηνύματα περιέχει ψήγματα σοφίας, και όποτε έμοιαζαν να λένε διαφορετικά ή ασύμβατα πράγματα αυτό συνέβαινε μόνο και μόνο γιατί όλα παραπέμπουν, με αλληγορικό τρόπο, στην ίδια αρχέγονη αλήθεια.

Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει καμία πρόοδος στη γνώση. Η αλήθεια έχει ήδη καταγραφεί μια για πάντα, κι εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνεχίζουμε να ερμηνεύουμε το δυσνόητο μήνυμά της.

Αν κοιτάξει κανείς τις βιβλιοθήκες διαφόρων φασιστικών καθεστώτων, θα βρει όλους τους μείζονες διανοητές της παραδοσιαρχίας. Η ναζιστική εσωτερική γνώση τρεφόταν με παραδοσιαρχικά, συγκρητιστικά και μυστικιστικά στοιχεία. Η πηγή που επηρέασε περισσότερο τις θεωρίες της νέας ιταλικής δεξιάς, ο Ιούλιος Έβολα, συνδύαζε το Άγιο Δισκοπότηρο με τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, και την αλχημεία με την Αγία Ρωμαϊκή και Γερμανική Αυτοκρατορία. Και μόνο το γεγονός ότι η ιταλική δεξιά, για να δείξει πόσο ανοιχτό μυαλό διαθέτει, διεύρυνε αυτό τον κατάλογο ώστε να συμπεριλάβει και έργα του Ντε Μαιτρ, του Γκενόν και του Γκράμσι, αποτελεί ολοφάνερη απόδειξη συγκρητισμού.

Αν κοιτάξετε τα ράφια που, στα αμερικάνικα βιβλιοπωλεία, φέρουν την επιγραφή «Νέα Εποχή», θα βρείτε εκεί μέχρι και Άγιο Αυγουστίνο, ο οποίος, απ’ ό,τι γνωρίζω, δεν ήταν φασίστας. Αλλά το να συνδυάζεις τον Άγιο Αυγουστίνο με το Στόουνχεντζ αυτό είναι σύμπτωμα πρωτοφασισμού.

2. Η παραδοσιαρχία συνεπάγεται την απόρριψη του μοντερνισμού. Και οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές κυριολεκτικά λάτρευαν την τεχνολογία, ενώ οι διανοητές της παραδοσιαρχίας συνήθως την απορρίπτουν ως αντίθετη προς τις παραδοσιακές πνευματικές αξίες. Όμως, παρόλο που ο ναζισμός υπερηφανευόταν για τα βιομηχανικά του επιτεύγματα, ο εγκωμιασμός του μοντερνισμού δεν ήταν παρά η επιφάνεια μιας ιδεολογίας βασισμένης στην ιδέα Αίμα και Γη (Blut und Boden). Η απόρριψη του σύγχρονου κόσμου ήταν μεταμφιεσμένη σαν αντίκρουση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, αλλά αφορούσε κυρίως στην απόρριψη του Πνεύματος του 1789 (και του 1776, φυσικά). Ο Διαφωτισμός, η Εποχή του Ορθολογισμού, γίνεται αντιληπτή ως απαρχή της σύγχρονης αχρειότητας. Κατ’ αυτή την έννοια, ο πρωτοφασισμός μπορεί να οριστεί ως ανορθολογισμός.

3. Ο ανορθολογισμός βασίζεται επίσης στη λατρεία της δράσης για τη δράση. Επειδή η δράση είναι από μόνη της όμορφη, πρέπει να αναλαμβάνεται πριν, ή χωρίς, οποιαδήποτε σκέψη. Η σκέψη είναι μια μορφή αποδυνάμωσης. Επομένως, η κουλτούρα είναι ύποπτη, στο βαθμό που ταυτίζεται με την κριτική στάση. Η καχυποψία απέναντι στον κόσμο της διανόησης αποτελούσε πάντοτε σύμπτωμα του πρωτοφασισμού, από την υποτιθέμενη ρήση του Γκέμπελς («όταν ακούω να μιλάνε για κουλτούρα αρπάζω το όπλο μου») μέχρι τη συχνή χρήση εκφράσεων όπως «εκφυλισμένοι διανοούμενοι», «κουλτουριάρηδες», «παρηκμασμένοι σνομπ», «τα πανεπιστήμια είναι φωλιές κομμουνιστών». Οι επίσημοι φασίστες διανοούμενοι ασχολούνταν κυρίως με το να επιτίθενται στον σύγχρονο πολιτισμό και την αριστερή διανόηση, που έχουν προδώσει τις παραδοσιακές αξίες.

4. Καμιά συγκρητιστική πίστη δεν αντέχει στην αναλυτική κριτική. Το κριτικό πνεύμα κάνει διακρίσεις μεταξύ των εννοιών, και αυτές οι διακρίσεις αποτελούν σημάδι μοντερνισμού. Στον σύγχρονο πολιτισμό, η επιστημονική κοινότητα επαινεί τη διαφωνία ως μέθοδο βελτίωσης της γνώσης. Για τον πρωτοφασισμό, η διαφωνία είναι προδοσία.

5. Εξάλλου, η διαφωνία αποτελεί σημάδι ποικιλομορφίας. Ο πρωτοφασισμός καλλιεργεί και αναζητεί τη συναίνεση με το να οξύνει και να εκμεταλλεύεται το φυσικό φόβο του διαφορετικού. Η πρώτη έκκληση ενός φασιστικού ή πρώιμου φασιστικού κινήματος είναι η έκκληση ενάντια στους παρείσακτους. Επομένως, ο πρωτοφασισμός είναι εξ ορισμού ρατσιστικός.

6. Ο πρωτοφασισμός πηγάζει από την ατομική ή κοινωνική απογοήτευση. Αυτός είναι και ο λόγος που ένα από τα πιο τυπικά χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων του παρελθόντος ήταν η επίκληση προς μια απογοητευμένη μεσαία τάξη που μαστιζόταν από μια οικονομική κρίση ή ένιωθε πολιτικά εξευτελισμένη και φοβισμένη από την πίεση που ασκούσαν οι χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Στην εποχή μας, που οι παλιοί «προλετάριοι» είναι πλέον μικροαστοί (και τα λούμπεν στοιχεία είναι κατά κανόνα αποκλεισμένα από την πολιτική σκηνή), ο φασισμός του αύριο θα βρει το ακροατήριό του σ’ αυτή τη νέα πλειοψηφία.

7. Στους ανθρώπους που νιώθουν πως δεν έχουν πλέον ξεκάθαρη κοινωνική ταυτότητα, ο πρωτοφασισμός λέει πως το μοναδικό τους προνόμιο είναι το πιο κοινό, ότι έχουν γεννηθεί στην ίδια χώρα. Αυτή είναι και η απαρχή του εθνικισμού. Άλλωστε, το μοναδικό πράγμα που μπορεί να δώσει ταυτότητα στο έθνος είναι οι εχθροί του. Έτσι, στη ρίζα της πρωτοφασιστικής ψυχολογίας υπάρχει μια εμμονή με τις συνωμοσίες, ιδιαίτερα τις διεθνείς. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν πολιορκημένοι. Ο πιο εύκολος τρόπος να πολεμήσεις μια συνωμοσία είναι η επίκληση στην ξενοφοβία. Αλλά η συνωμοσία πρέπει να έχει και εσωτερικούς μοχλούς: οι Εβραίοι είναι συνήθως ο καλύτερος στόχος, γιατί έχουν το πλεονέκτημα να είναι ταυτόχρονα και εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί. Στις Η.Π.Α., ένα εμφανές δείγμα συνωμοσιολογικής εμμονής βρίσκεται στο βιβλίο του Πατ Ρόμπερτσον Η Νέα Τάξη Πραγμάτων, αλλά, όπως έχουμε δει πρόσφατα, υπάρχουν και πολλά άλλα.

8. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν ταπεινωμένοι από τον επιδεικτικό πλούτο και την δύναμη των εχθρών τους. Όταν ήμουν μικρό παιδί, μου είχαν μάθει ότι οι Εγγλέζοι είχαν πέντε γεύματα τη μέρα. Έτρωγαν πιο συχνά από τους φτωχούς αλλά νηφάλιους Ιταλούς. Και ότι οι Εβραίοι είναι πλούσιοι και βοηθάνε ο ένας τον άλλο μέσω ενός μυστικού δικτύου αμοιβαίας αρωγής. Έτσι, με μια συνεχή μετατόπιση της ρητορικής εστίασης, οι εχθροί είναι ταυτόχρονα πολύ ισχυροί και πολύ αδύναμοι. Οι φασιστικές κυβερνήσεις είναι καταδικασμένες να χάνουν τους πολέμους τους, γιατί είναι εγγενώς ανίκανες να κάνουν μια αντικειμενική εκτίμηση της δύναμης του εχθρού.

9. Για τον πρωτοφασισμό, δεν υπάρχει αγώνας για τη ζωή· αντίθετα, η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας. Επομένως, ο ειρηνισμός ισοδυναμεί με συναλλαγή με τον εχθρό. Είναι κακός, γιατί η ζωή είναι ένας συνεχής πόλεμος. Αυτό, όμως, επιφέρει ένα «σύμπλεγμα Αρμαγεδδώνα». Εφόσον οι εχθροί πρέπει να ηττηθούν, θα πρέπει να υπάρξει μια τελική μάχη, μετά από την οποία το κίνημα θα έχει υπό τον έλεγχό του ολόκληρο τον κόσμο. Μια τέτοια «τελική λύση», όμως, θα σημάνει την αρχή μιας περιόδου ειρήνης, μιας Χρυσής Εποχής, πράγμα που έρχεται σε αντίφαση με το δόγμα του συνεχούς πολέμου. Κανείς φασίστας ηγέτης δεν έχει καταφέρει ποτέ να λύσει αυτό το πρόβλημα.

10. Ο ελιτισμός αποτελεί χαρακτηριστική διάσταση κάθε αντιδραστικής ιδεολογίας, στο βαθμό που είναι θεμελιωδώς αριστοκρατικός, και ο αριστοκρατικός και μιλιταριστικός ελιτισμός συνεπάγεται την περιφρόνηση προς τους αδύναμους. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να εκφράσει μόνο έναν λαϊκό ελιτισμό. Κάθε πολίτης ανήκει στον καλύτερο λαό του κόσμου, τα μέλη του κόμματος είναι οι καλύτεροι πολίτες, κάθε πολίτης μπορεί (ή πρέπει) να γίνει μέλος του κόμματος. Αλλά δεν μπορεί να υπάρχουν πατρίκιοι χωρίς πληβείους. Ο Ηγέτης, που γνωρίζει ότι η εξουσία δεν του απονεμήθηκε δημοκρατικά αλλά την κατέκτησε με τη βία, γνωρίζει επίσης ότι η δύναμή του βασίζεται στην αδυναμία των μαζών· οι μάζες είναι αδύναμες, και γι’ αυτό χρειάζονται και αξίζουν έναν ηγεμόνα. Και εφόσον η ομάδα είναι οργανωμένη ιεραρχικά (σύμφωνα με το στρατιωτικό πρότυπο), κάθε ηγέτης περιφρονεί τους υφισταμένους του, και καθένας απ’ αυτούς περιφρονεί τους κατωτέρους του. Αυτό ενισχύει την αίσθηση του μαζικού ελιτισμού.

11. Μέσα σ’ αυτή την προοπτική, όλοι μαθαίνουν πως πρέπει να γίνουν ήρωες. Σε κάθε μυθολογία, ο ήρωας είναι ένα εξαιρετικό ον, αλλά για την πρωτοφασιστική ιδεολογία ο ηρωισμός είναι ο κανόνας. Αυτή η λατρεία του ηρωισμού συνδέεται στενά με τη λατρεία του θανάτου. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα συνθήματα που είχαν οι ισπανοί φαλαγγίτες ήταν το «viva la muerte» («ζήτω ο θάνατος»). Στις μη φασιστικές κοινωνίες, ο απλός λαός μαθαίνει ότι ότι ο θάνατος είναι κάτι το δυσάρεστο που όμως πρέπει να το αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια· και οι πιστοί μαθαίνουν ότι είναι ένας οδυνηρός τρόπος για να περάσουν σε μια μεταφυσική ευτυχία. Αντίθετα, ο πρωτοφασίστας ήρωας αποζητά τον ηρωικό θάνατο, ο οποίος διαφημίζεται ως η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μια ηρωική ζωή. Ο πρωτοφασίστας ήρωας ανυπομονεί να πεθάνει. Μέσα στην ανυπομονησία του, συχνά στέλνει κι άλλους ανθρώπους στο θάνατο.

12. Επειδή και ο συνεχής πόλεμος και ο ηρωισμός είναι δύσκολα παιχνίδια, ο πρωτοφασίστας μεταθέτει τον πόθο του για εξουσία στη σεξουαλική συμπεριφορά του. Έτσι προκύπτει ο ματσισμός [σ.τ.Μ.: το αντριλίκι] (που συνεπάγεται αφενός την περιφρόνηση προς τη γυναίκα και αφετέρου την καταδίκη παρεκκλινουσών ερωτικών συνηθειών, όπως η αγνότητα ή η ομοφυλοφιλία). Και επειδή και το σεξ είναι δύσκολο παιχνίδι, ο πρωτοφασίστας ήρωας προτιμά να παίζει με τα όπλα – σαν φαλλικό υποκατάστατο.

13. Ο πρωτοφασισμός βασίζεται σε έναν επιλεκτικό λαϊκισμό, έναν ποιοτικό λαϊκισμό, θα έλεγε κανείς. Σε μια δημοκρατία, οι πολίτες έχουν ατομικά δικαιώματα, αλλά οι πολίτες συνολικά έχουν πολιτική επιρροή μόνο από ποσοτική άποψη ακολουθούνται οι αποφάσεις της πλειοψηφίας. Για τον πρωτοφασισμό, όμως, τα άτομα ως άτομα δεν έχουν δικαιώματα, και ο Λαός γίνεται αντιληπτός σαν ποιότητα, σαν μια μονολιθική οντότητα που εκφράζει την Κοινή Βούληση. Και επειδή κανένα μεγάλο σύνολο ατόμων δεν μπορεί ποτέ να έχει κοινή βούληση, ο Ηγέτης παριστάνει το διερμηνέα τους. Έχοντας χάσει την εξουσία της αντιπροσώπευσης, οι πολίτες δεν πράττουν· καλούνται μόνο να παίξουν το ρόλο του Λαού. Έτσι, ο Λαός δεν είναι παρά ένα θεατρικό εφεύρημα. Για να πάρουμε μια γεύση ποιοτικού λαϊκισμού δεν χρειαζόμαστε πλέον την Πιάτσα Βενέτσια της Ρώμης, ούτε το Στάδιο της Νυρεμβέργης. Υπάρχει στο μέλλον μας ένας τηλεοπτικός ή διαδικτυακός λαϊκισμός, στον οποίο η συναισθηματική αντίδραση μιας επιλεγμένης ομάδας πολιτών θα μπορεί να παρουσιάζεται και να γίνεται αποδεκτή ως η Φωνή του Λαού.

Λόγω του ποιοτικού λαϊκισμού του, ο πρωτοφασισμός πρέπει να είναι κατά των «διεφθαρμένων» κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Μια από τις πρώτες φράσεις που είπε ο Μουσολίνι στο ιταλικό κοινοβούλιο ήταν «Θα μπορούσα να μετατρέψω αυτό το βουβό και καταθλιπτικό μέρος σε στρατόπεδο για τις σπείρες μου» οι «σπείρες» είναι μια υποδιαίρεση της παραδοσιακής ρωμαϊκής λεγεώνας. Βέβαια, αμέσως βρήκε καλύτερο καταυλισμό για τις σπείρες του, αλλά λίγο αργότερα διέλυσε το κοινοβούλιο. Όποτε ένας πολιτικός αμφισβητεί τη νομιμότητα ενός κοινοβουλίου γιατί δεν αντιπροσωπεύει πλέον τη Φωνή του Λαού, αρχίζει και μυρίζει πρωτοφασισμό.

14. Ο πρωτοφασισμός μιλάει την «Νέα Ομιλία». Η Νέα Ομιλία επινοήθηκε από τον Όργουελ στο βιβλίο του 1984, ως επίσημη γλώσσα του Αγγλικού Σοσιαλισμού. Αλλά σε πολλές μορφές δικτατορίας συναντά κανείς πρωτοφασιστικά χαρακτηριστικά. Όλα τα ναζιστικά και φασιστικά σχολικά εγχειρίδια χρησιμοποιούσαν φτωχό λεξιλόγιο και στοιχειώδη σύνταξη, με σκοπό να περιορίσουν τη διάδοση των εργαλείων της σύνθετης και κριτικής σκέψης. Αλλά πρέπει να είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε άλλα είδη Νέας Ομιλίας, ακόμα κι αν παίρνουν τη φαινομενικά αθώα μορφή ενός δημοφιλούς τοκ-σόου.

Το πρωινό της 27ης Ιουλίου 1943, έμαθα ότι, σύμφωνα με ραδιοφωνικές ανακοινώσεις, ο φασισμός είχε καταρρεύσει και ο Μουσολίνι είχε συλληφθεί. Όταν η μητέρα μου με έστειλε να αγοράσω την εφημερίδα, είδα ότι οι εφημερίδες στον κοντινότερο πάγκο είχαν διαφορετικούς τίτλους. Επιπλέον, αφού είδα τους τίτλους, συνειδητοποίησα ότι κάθε εφημερίδα έγραφε διαφορετικά πράγματα. Αγόρασα μία στην τύχη, και διάβασα στην πρώτη σελίδα ένα μήνυμα που το υπέγραφαν πέντε ή έξι πολιτικά κόμματα ανάμεσά τους η Χριστιανική Δημοκρατία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κόμμα της Δράσης, και το Φιλελεύθερο Κόμμα.

Μέχρι τότε, πίστευα ότι υπήρχε μόνο ένα κόμμα σε κάθε χώρα, και ότι στην Ιταλία αυτό ήταν το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα. Τώρα, ανακάλυπτα ότι στη χώρα μου μπορούσαν να υπάρχουν ταυτόχρονα διάφορα κόμματα. Καθώς ήμουν έξυπνο παιδί, κατάλαβα ότι όλα αυτά τα κόμματα δεν μπορεί να γεννήθηκαν μέσα σε μια νύχτα, άρα θα πρέπει να υπήρχαν εδώ και αρκετό καιρό ως μυστικές οργανώσεις.

Το μήνυμα στην πρώτη σελίδα πανηγύριζε για το τέλος της δικτατορίας και την επιστροφή της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου, του τύπου, της πολιτικής σύμπραξης. Αυτές τις λέξεις, «ελευθερία», «δικτατορία» τις διάβαζα τώρα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Χάρη σ’ αυτές τις λέξεις, ξαναγεννήθηκα ως ελεύθερος δυτικός άνθρωπος.

Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, ώστε το νόημα αυτών των λέξεων να μην ξεχαστεί ξανά. Ο πρωτοφασισμός βρίσκεται ακόμα γύρω μας, πολλές φορές με πολιτικά. Θα ήταν πολύ ευκολότερο, για μας, αν εμφανιζόταν στην παγκόσμια σκηνή κάποιος και έλεγε «Θέλω να ξανανοίξω το Άουσβιτς, θέλω να παρελάσουν ξανά οι Μελανοχίτωνες στις ιταλικές πλατείες». Αλλά η ζωή δεν είναι τόσο απλή. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να επιστρέψει με το πιο αθώο προσωπείο. Είναι καθήκον μας να τον αποκαλύπτουμε και να καταδεικνύουμε οποιαδήποτε από τις νέες εκφάνσεις του κάθε μέρα, σε κάθε μέρος του κόσμου. Και είναι καλό να θυμόμαστε τα λόγια που είπε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ στις 4 Νοεμβρίου 1938:

«Τολμώ να πω ότι, αν ποτέ η αμερικανική δημοκρατία πάψει να προχωρεί ως ζωντανή δύναμη και να προσπαθεί μέρα και νύχτα, με ειρηνικό τρόπο, να κάνει όλους τους πολίτες μας καλύτερους, τότε ο φασισμός θα δυναμώσει στη χώρα μας».

Η ελευθερία και η απελευθέρωση είναι μια ατέρμονη διαδικασία.

Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε στο New York Review of Books το 1995

stavrochoros.pblogs.gr

Γιάννης Μπέζος: Να πολιτευτούμε επί της ουσίας

20:10, 12 Οκτ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/108407

[…] Να πολιτευτούμε επί της ουσίας. Η παρουσία μας, δηλαδή, να είναι επί της ουσίας, και να μην χρησιμοποιούμε κορώνες δεξιά και αριστερά, και να μην κάνουμε όλοι, δήθεν, ότι είμαστε πάρα πολύ ευαίσθητοι δημοκράτες» ο ηθοποιός Γίαννης Μπεζος, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη, απαντώντας στο ερώτημα «Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε;» συμμετέχοντας στο δημόσιο διάλογο του tvxs.

Γ.Μπ.: Πρέπει να προηγηθεί ένα άλλο ερώτημα, δηλαδή, ποιές αιτίες μας έφεραν στην προηγούμενη κατάσταση της δήθεν ευμάρειας. Διότι αυτό, είναι κάτι που δεν συζητιέται πολύ. Μάλλον δεν συζητιέται, επειδή δεν συμφέρει και δεν πολυγοητεύει τους ανθρώπους.

Τα τελευταία 30 χρόνια, αλλά και λίγο πιο πριν, από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, η Ελλάδα προσπαθώντας να μπει σε μια τροχιά ευρωπαϊκή, με την επιθυμία του Κωνσταντίνου Καραμανλή να απαλλάξει τη χώρα, ουσιαστικά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία -η οποία δεν είχε απαλλαγεί ακόμα, απ’ ότι φάνηκε και απ’ ότι φαίνεται…- προσπάθησε να στρέψει, πολύ σωστά, τη χώρα προς την Ευρώπη.

Επειδή όταν ανοίγουν τα σύνορα, ανοίγει ο κόσμος, ανοίγει ο ορίζοντας, και η χώρα μας δεν είναι χώρα τόσο της σκέψης αλλά του συναισθήματος (ανήκει -θα έλεγα- πιο πολύ στον Διόνυσο παρά στον Απόλλωνα), μη μπορώντας να ακολουθήσει αυτό το δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο (που απαιτεί μία αστική τάξη, μία άλλου είδους παιδεία – να θυμίσω, επίσης, ότι μέχρι πριν λίγα χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήμασταν ο μόνος ορθόδοξος λαός), όλο αυτό, λοιπόν, δημιούργησε ένα μιμητισμό.

Η Ελλάδα, δηλαδή, συνέχισε να μαϊμουδίζει –αυτό, μάλιστα, συμβαίνει από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους- προς τη Δύση, να συμπεριφέρεται ως δυτικός λαός, ενώ κατά βάση η καρδιά της ήταν στην Ανατολή, για να μην πω τελείως στην Ανατολή, αλλά εν πάση περιπτώσει κάπου στο ενδιάμεσο, εξ αιτίας και της γεωγραφικής της θέσης, που είναι πολύ σημαντική.

Με την είσοδό μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πιο πριν ακόμα -αν θυμάμαι καλά- υπήρχε αυτή η πλασματική εικόνα ό,τι η Ελλάδα είναι μία χώρα ευρωπαϊκή, και βεβαίως, είναι μια χώρα ευρωπαϊκή, αλλά πολιτισμικά δεν ανήκει στην Ευρώπη, όπως είδαμε.

Υποδύθηκε, λοιπόν, ότι ανήκει στην δυτική οικογένεια, πήρε τα καλά της δύσης, δηλαδή, την οικονομική της άνεση, και προσπάθησε να την συνδυάσει με τα «καλά» της ανατολής, δηλαδή την ατιμία και μια αντίληψη τελείως διαφορετική. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, ήταν καταστροφικό.

Διότι, εκεί, είναι και η τεράστια –πραγματικά τεράστια- ευθύνη του πολιτικού συστήματος, που δεν κατάφερε ποτέ, ούτε να ενημερώσει τον κόσμο, και βεβαίως, ούτε να τον οδηγήσει με έναν τρόπο και μέσα απ’ την παιδεία, και μέσα απ’ τα ΜΜΕ, και από τη γενικότερη πολιτική των κυβερνήσεων, στο ότι η Ελλάδα είναι μία χώρα η οποία έχει αυτή την ιστορία, που δεν πρέπει να την φοβάται, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι συνορεύουμε με τους Τούρκους, ή ότι συνορεύουμε με τους Βαλκάνιους γείτονές μας και έχουμε συγχρόνως και ένα κομμάτι από τη Δύση.

Αυτό, μπορεί να ακούγεται πολύ θεωρητικό, αλλά είναι πάρα πολύ ουσιαστικό. Δηλαδή, ό,τι μας οδήγησε να καταναλώσουμε πράγματα, πιστεύοντας ότι όλοι μας χρωστούν…

Αυτό συμβαίνει, διότι λειτουργούμε συμπλεγματικά, διότι αγνοούμε παντελώς το παρελθόν μας, γι’ αυτό και το φοβόμαστε. Γι’ αυτό, όπως βλέπετε, μας φοβίζουν π.χ. οι Τούρκοι, οι Σκοπιανοί, οι Αλβανοί, οι Πακιστανοί, αλλά δεν νομίζω ότι η Ελλάδα έχει αντιπάλους όλους αυτούς, αλλά ότι έχει αντίπαλο τον εαυτό της.

Τώρα, τί πρέπει να γίνει;

Για τα οικονομικά θέματα, γνωρίζουμε όλοι. Έχουν αναλυθεί λεπτομερώς, π.χ. ότι καταναλώθηκαν πάρα πολλά χρήματα τα οποία πήγανε στο βρόντο, ή ότι προσπαθήσαμε να ζήσουμε μία ζωή η οποία ήταν ανακόλουθη με τις δυνατότητές μας, δηλαδή, συμπεριφερθήκαμε καταναλώνοντας περισσότερα απ’ όσα παράγαμε.

Συμπεριφερθήκαμε, λοιπόν, σαν μία παρέα δέκα ανθρώπων που έδωσε στον εστιάτορα παραγγελία για πενήντα! Αυτό, λοιπόν, σημαίνει, ότι κάποια από αυτά θα τα καταναλώσει, τα περισσότερα θα τα πετάξει και τελευταίο και κυριότερο, θα τα πληρώσει.

Ε, αυτό κάποια στιγμή τελείωσε, διότι αυτά τα χρήματα δεν ήταν χρήματα δικά μας, δεν ήταν δηλαδή, προϊόν δικό μας, αλλά δανεισμοί για άλλους λόγους.
Υπάρχει και αυτή η συνήθεια, η τεράστια, όπως λέει ο Κικέρων, η δεύτερη φύση, η έξις, ότι συνηθίζουμε δηλαδή, στο ό,τι το κράτος, ο δήμος, και οι περιούσιοι, μας χρωστάνε όλοι!

Επίσης, η δικτατορία μας έκανε πάρα πολύ κακό, και στην αισθητική μας, και στην οικονομία, αλλά κυρίως στην αντίληψη ό,τι αφού είχαμε δικτατορία έπρεπε να το ισοφαρίσουμε κάνοντας ότι μας γουστάρει, δηλαδή, υπήρχε μια γενική… ανοχή στην ανομία, κλπ.

Αυτά όλα, όπως ξέρετε, είναι έξω από την ευρωπαϊκή σκέψη και από τον τρόπο λειτουργίας των ευρωπαίων, γι’ αυτό και μας βλέπουν με αυτόν τον τρόπο, τον περίεργο, και δεν μας καταλαβαίνουν, όπως γι’ αυτό αντίστοιχα και εμείς δεν τους καταλαβαίνουμε.

Το τι πρέπει να γίνει, λοιπόν, είναι μια άλλη ιστορία. Νομίζω, ότι υπάρχει ένα σοβαρό έλλειμμα στη χώρα μας σε ότι αφορά στο πολιτικό σύστημα, το περίφημο, που λέμε. Το οποίο, μην περιμένει κανείς να αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη. Δεν αλλάζουν έτσι τα πράγματα.

Ήρθε η οικονομική κρίση πολύ απότομα. Η πολιτιστική κρίση, είχε έρθει πολύ πιο πριν. Απλώς, κανείς δεν μίλαγε, γιατί δεν τον ένοιαζε και τόσο (ξέρετε, τους ανθρώπους τους ενδιαφέρει πιο πολύ το πορτοφόλι τους).

Για παράδειγμα, η κρίση στην παιδεία υπήρχε πολλά χρόνια, όπως και η κρίση στην τέχνη. Επίσης, υπήρχε η διαφθορά –το ξέραμε όλοι-, όπως υπήρχε και η περίεργη συναλλαγή, ή η φοροδιαφυγή. Απλώς, δεν είχε άμεσο αντίκτυπο στο μέσο πολίτη και το προσπερνάγαμε. Τώρα, που έχει, ξαφνικά όλοι θυμηθήκαμε τις αξίες της ζωής!

Αυτό, σημαίνει, ότι έχουμε ένα έλλειμμα παιδείας.

Και αν δεν το αναγνωρίσουμε, και αν δεν αποφασίσουμε ότι πρέπει να ζήσουμε αλλιώς και ό,τι δεν είμαστε μόνοι μας στον πλανήτη, αλλά υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι, και ό,τι είμαστε σ’ αυτήν την καταραμένη και συγχρόνως ευλογημένη θέση στην Ευρώπη -γεωγραφικά εννοώ- που συνορεύει με τους πάντες, που είναι το κέντρο του κόσμου γεωγραφικά, δηλαδή, δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση να φύγουν οι Τούρκοι και να πάνε στην Σουηδία, ούτε οι Αλβανοί να πάνε στη Νορβηγία.

Και εφόσον θα μείνουν εδώ, πρέπει να συναποφασίσουμε ότι θα ζήσουμε με αυτούς τους γείτονες, αλλά θα πρέπει να θωρακιστούμε και να οπλιστούμε κυρίως με τη γλώσσα.

Δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη να εξαφανιστεί η κρίση. Δηλαδή, μας ταρακούνησε, ταρακούνησε και το πολιτικό σύστημα και τον κοινωνικό ιστό, επειδή έγιναν όλα πάρα πολύ απότομα, διότι ουδείς δεν προετοίμασε τον κόσμο γι’ αυτό -μία μεγάλη ευθύνη των πολιτικών- αποκρύφτηκε η αλήθεια, και ξαφνικά ήρθε απότομα ένα γερό χτύπημα, οπότε, τώρα, όλο το σύστημα είναι σε κραδασμό.

Πιστεύω, ό,τι θα γίνουν βήματα θετικά – δηλώνω, δηλαδή, αισιόδοξος- αλλά θα πρέπει να συμβάλλουμε όλοι σε αυτό.

Και όταν λέω, όλοι, δεν εξαιρώ τον λαό από αυτό (ο οποίος είναι πολύ αφηρημένη έννοια, και όλοι την έχουν σαν καραμέλα στο στόμα, αλλά κανείς δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει), δηλαδή, μην βγάζουμε τους πολίτες έξω από το παιχνίδι, εάν –βέβαια- θέλουμε να τους θεωρούμε πολίτες, και όχι να τους θεωρούμε πρόβατα που τα πάνε από εδώ και από εκεί.

Κρ.Π.: Πώς πιστεύετε ότι ο πολίτης, θα γίνει πολίτης, και θα συμμετέχει σε αυτό που είπατε;

Γ.Μπ.: Πολίτης, με την έννοια, ότι, εφόσον ζούμε σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, αυτή την Ελληνική Κοινοβουλευτική Δημοκρατία που έχουμε, θα πρέπει και να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει. Να μην την εννοεί ο καθένας διαφορετικά, όπως π.χ. και τη λέξη δημοκρατία, ή τη λέξη δικαίωμα, ή κυρίως τη λέξη υποχρέωση (που ουδείς την φέρει στο στόμα, λες και την φοβόμαστε).

Ξέρετε, αυτό το πολίτευμα, η δημοκρατία -είναι κάτι που το λέει πολύ καλά ο Γιανναράς ο οποίος γράφει στην Καθημερινή- είναι άθλημα! Δεν είναι δεδομένο. Θέλει, δηλαδή, καθημερινή αγωνία αυτό το πράγμα.

Όλα, αυτά, είναι θέματα της γενικότερης παιδείας μας. Και επειδή η παιδεία μας, είναι όπως βλέπετε, σ’ αυτήν την κατάσταση, δηλαδή, ατάκτως ερριμμένα πράγματα από εδώ και από εκεί, με ανθρώπους σίγουρα σημαντικούς αλλά και πάρα πολλούς ασήμαντους, οι οποίοι είναι ακατάλληλοι γι’ αυτόν τον ρόλο, εάν δεν συνέλθει, εάν δεν την πάρουμε στα σοβαρά, δεν θα έχουμε αποτελέσματα τα επόμενα δέκα – δεκαπέντε χρόνια.

Γιατί δεν μιλάω για ένα ή δύο χρόνια, όπως καταλαβαίνετε. Πιστεύω, ότι θα έχουμε αυτές τις δυσκολίες, τουλάχιστον για την επόμενη πενταετία – εξαετία. Διότι δεν είναι μόνο οι οικονομικές δυσκολίες. Είναι και ένα γενικότερο κλίμα, μια… θερμοκρασία που υπάρχει. Είναι αυτό το κλίμα της ήττας, το σκυμμένο κεφάλι, που λέμε, δηλαδή, η έλλειψη του ορίζοντα.

Και αυτό είναι ευθύνη και των πολιτικών, θα έλεγα όμως, ότι είναι ευθύνη και των ανθρώπων που έχουν μεγαλύτερο δημόσιο βήμα και δημόσια εικόνα, και βεβαίως των δημοσιογράφων, όλων αυτών που έχουν έντονη δημόσια παρουσία, και εννοώ και τον εαυτό μου.

Γι’ αυτό θα πρέπει να συμπεριφερθούμε με αρχοντιά και με γενναιότητα, γιατί ο κόσμος περιμένει από εμάς κάτι… Και δεν περιμένει να κλαίμε στα καμένα πριν καούνε, όπως συνηθίζεται να γίνεται στη χώρα μας.

Κρ.Π.: Όμως εδώ βλέπουμε ότι υπάρχουνε πολλά καμένα, και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Υπάρχουν τόποι και άνθρωποι που πληρώνουν πολύ άσχημα, και πολλοί με την ίδια τη ζωή τους. Κάναμε και ρεκόρ για παράδειγμα στην ανεργία, η εργασία πλέον, όπως και η υγεία, φυσικά και η παιδεία, θεωρούνται πλέον προνόμια… Μου έλεγε χτες, μάλιστα, μια κοπέλα, ότι εργάζεται για 260 ευρώ το μήνα με οκτάωρη εργασία καθημερινά.

Γ.Μπ.: Οι συνδικαλιστές, οι οποίοι είναι λαλίστατοι κατά τα άλλα, τί κάνουν για όλη αυτή την ιστορία; Ας πούμε αυτή η κοπέλα που δουλεύει για 260 ευρώ, ποιός την υπερασπίζεται; Θέλω να πω, είναι πολύ ωραίο να κάνουμε λαϊκές διαδηλώσεις για επαναστατική γυμναστική, επί της ουσίας, όμως, ποιός προστατεύει αυτόν τον εργαζόμενο;

Εγώ είμαι και εργοδότης, όπως ξέρετε, και δεν μπορώ, ντρέπομαι να πάρω άνθρωπο να εργαστεί, ο οποίος να μην είναι τουλάχιστον στην δική μας συλλογική σύμβαση, που ισχύει ακόμα, μέχρι το τέλος του χρόνου. Θέλω να πω, δεν διανοούμαι να κάνω κάτι τέτοιο. Και εγώ, όπως ξέρετε, θεωρούμε πιο συντηρητικός από άλλους. Λοιπόν, αυτό, τί σημαίνει;

Ποιός θα προστατεύσει αυτούς τους ανθρώπους; Δηλαδή, περιμένουμε να προστατευτούν μόνοι τους; Μα, η δημοκρατία και ο συνδικαλισμός, υποτίθεται ότι είναι για να προστατεύει τον ανίσχυρο, όχι τον ισχυρό. Ο ισχυρός δεν χρειάζεται προστασία.

Πού είναι, λοιπόν, αυτές οι φωνές; Πού είναι οι συνδικαλιστές να το κατονομάσουν αυτό;

Και εν πάση περιπτώσει, γιατί δεν καταδικάζουν όλοι μαζί στην πράξη την φοροδιαφυγή, και όχι στα λόγια; Στην πράξη!

Βλέπετε, ότι οι περισσότεροι φοροδιαφεύγουν. Ο φοροφυγάς έχει μία ασυλία από την κοινωνία μας. Τον θεωρούμε, λίγο, λαϊκό ήρωα. Εάν δεν αντιστραφεί αυτό το κλίμα, όχι στα 260 ευρώ, στα 60 θα φτάσει στο τέλος ο μισθός.

Αυτό εννοώ όταν λέω, να δούμε τα πράγματα με διαφορετική αντίληψη. Φυσικά, υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι πεινάνε, τα ζω και τα βλέπω γύρω μου. Αλλά αυτό δεν θα λυθεί εάν δεν αλλάξουμε.

Δηλαδή, εάν μας πουν ότι εντάξει σας το χαρίζουμε το χρέος, σε 10 χρόνια πάλι τα ίδια θα είναι, εάν δεν αλλάξουμε αντιλήψεις.

Κρ.Π.: Και δεν είναι μόνο οι άνθρωποι, πουλάνε πλέον όπως λέγεται και λιμάνια, και νησιά, μάλιστα όχι μόνο τα ακατοίκητα, αλλά ακούστηκε και για εκείνα που έχουν κάτω από 150 κατοίκους…

Γ.Μπ.: Άλλο να πουλάς κάτι και άλλο να το εκμεταλλεύεσαι. Η Ελλάδα έχει έναν πλούτο που δεν πρόκειται να τον εκμεταλλευτεί. Δεν είναι ότι δεν μπορούν να τον εκμεταλλευτούν οι άλλοι, δεν μπορεί να τον εκμεταλλευτεί η ίδια. Δεν έχει όρεξη να τα εκμεταλλευτεί.

Ο Ροϊδης έλεγε κάτι πολύ ωραίο: Η Αγγλία έχει τας ομίχλας, η Αίγυπτος τας ακρίδας και η Ελλάδα τους Έλληνας.

Αυτό σημαίνει ότι δεν βλέπουμε την πατρίδα με την έννοια της λέξης, δηλαδή, ότι είναι η γη του πατρός, ότι είναι αυτό, που εδώ αποφασίσαμε, και εδώ συμφωνήσαμε, να ζούμε με ένα τρόπο, να κλαίμε με ένα τρόπο, να χαιρόμαστε με ένα τρόπο, να κλαίμε τους νεκρούς μας με ένα τρόπο, να συμμεριζόμαστε τη χαρά του άλλου με ένα τρόπο…

Λοιπόν, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, ότι αυτός ο τόπος είναι δικός μας. Είναι δηλαδή, κάτι, που όχι μόνο το δικαιούμαστε, αλλά μας έχει ανάγκη. Σε αυτόν τον τόπο μπορούμε να αναπνέουμε, και να ζούμε, με αυτόν τον αέρα, με αυτόν τον ήλιο, με αυτές τις συνήθειες, αυτό σημαίνει πατρίδα. Δεν είναι μόνο τα σύνορα.

Κρ.Π.: Αφού όμως βλέπουμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που βάλλονται από όλες τις μεριές και είναι οι πιο αδύναμοι, εμείς ως κοινωνία, πια, δεν πρέπει να κάνουμε κάτι για όλα αυτά;

Γ.Μπ.: Φυσικά και πρέπει, αλλά ξέρετε αυτό, είναι σαν παράγωγο αυτού που είπα πριν, δηλαδή, έχουμε συνηθίσει έναν άλλο τρόπο ζωής, και δεν έχουμε αυτή την ισχυρή αστική τάξη που είχε η δύση.

Και η κοινωνία πολιτών που λέτε, απαιτεί μία κοινωνική συνείδηση. Δηλαδή, λέμε τώρα για παράδειγμα: «οι τιμές δεν πέφτουν». Οι τιμές δεν πέφτουν, διότι τα προϊόντα καταναλώνονται.

Εάν υπήρχε κοινωνική συνείδηση, κοινωνικοί φορείς, εάν υπήρχε αυτή η κοινωνία των πολιτών, θα μπορούσε να πει, ό,τι δεν θα ψωνίσω π.χ. για μία εβδομάδα από αυτό το προϊόν, εάν δεν έρθει στην φυσιολογική του τιμή (διότι για παράδειγμα, δεν μπορεί να είναι πιο ακριβό στην Ελλάδα, απ’ ότι είναι στη Γερμανία). Τέτοιες κινήσεις, είναι όχι μόνο απαραίτητες, αλλά θα έπρεπε να είναι πρώτης προτεραιότητας. Βλέπετε, όμως, ό,τι δεν γίνονται.

Διότι, εμείς, δεν έχουμε μάθει να λειτουργούμε ως κοινωνία, δεν αναφερόμαστε στον άγνωστό μας, είμαστε στη λογική της οικογένειας, στη λογική της συντεχνίας, του σκληρού πυρήνα της οικογένειας.

Να θυμίσω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που χρόνια τώρα κάνει συγγένειες και εξ’ αγχιστείας: κουμπαριές, βαφτίσια, κουνάδια, μπατζανάκηδες, δηλαδή, αναφερόμαστε περισσότερο στο κλειστό, στο κοντινό περιβάλλον. Δεν μας ενδιαφέρει τόσο πολύ ο άγνωστος, ο τρίτος.

Αυτό δεν είναι θέμα ευαισθησίας, είναι θέμα αντίληψης. Είναι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τη ζωή, και γενικά, του πως αντιλαμβανόμαστε την κοινωνία.

Η κοινωνία πολιτών, λοιπόν, για να υπάρξει, πρέπει να έχει και πολίτες. Ουσιαστικούς πολίτες, όμως. Όχι αυτό που βλέπουμε τώρα. Δηλαδή, κάποιους, οι οποίοι συμπεριφέρονται ραγιάδικα, και δεν τους ενδιαφέρει τίποτα, παρά μόνο να κονομήσουν οι ίδιοι.

Κι αυτό συμβαίνει σε όλη την κλίμακα, από πάνω μέχρι κάτω. Δεν θέλω να χαϊδεύω τα αυτιά κανενός. Αυτό ισχύει παντού, από πάνω μέχρι κάτω. Ξεκινάει ακόμα και από την οικογένεια. Δηλαδή, ακούς γονείς να λένε στο παιδί τους, εσύ θα κάνεις αυτό κι αυτό για να βολευτείς.

Κρ.Π.: Μα η νοοτροπία του Έλληνα, δεν ήταν ανάλογη, ακόμα και μετά τον εμφύλιο; Κοίτα τη δουλίτσα και το σπίτι σου, διότι αυτοί που αγωνίστηκαν για την κοινωνία, είδες τι πάθανε;
Γ.Μπ.: Ο εμφύλιος πόλεμος, μια και το αναφέρατε (βέβαια αυτά τώρα μπορεί να είναι ψίλοι στα άχυρα για ορισμένους) δεν έχει πολλά χρόνια που έχει γίνει στη χώρα μας, και δεν έχει τελειώσει ακόμα…

Να θυμίσω, χώρες σαν τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία, την Βρετανία, κλπ., είχαν εμφυλίους πολέμους πριν από 200 χρόνια πριν από μας. Δηλαδή, πρέπει να υπάρξει ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε αυτά τα πράγματα να αμβλυνθούμε.

Δεν το λέω αυτό με απαισιοδοξία, ή ότι αφήνομαι και λέω άσε να δούμε τι θα γίνει. Όχι.

Σας πληροφορώ, ότι καθημερινά, όσο τουλάχιστον πολιτεύομαι –με την έννοια ότι ζω, όχι πολιτεύομαι στη βουλή- προσπαθώ και μέσα από συζητήσεις και κουβέντες, να πάμε στα δύσκολα, και όχι στα εύκολα, δηλαδή, σ’ αυτά που λέμε όλοι…

Αυτά που λέμε όλοι είναι λόγια. Το πώς γίνονται, όπως λέτε, είναι το δύσκολο. Το τί μπορούμε να κάνουμε πάνω σε αυτό; Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση;

Πότε θα αποφασίσουμε εμείς οι άνθρωποι, για παράδειγμα, που είμαστε πιο εύρωστοι οικονομικά, να μειώσουμε λίγο τις ανάγκες μας; Άνθρωποι που δεν είμαστε μισθοσυντήρητοι, και βάζω τον εαυτό μου σε αυτό, πρέπει να αποφασίσουμε, ότι δεν είναι τα πάντα ευρώ, ότι υπάρχουν και άλλες αξίες.

Κρ.Π.: Και τί θα γίνει με τους ανθρώπους που πληρώνουν χωρίς να φταίνε;

Γ.Μπ.: Αυτός που πληρώνει χωρίς να φταίει, αυτό είναι το μεγάλο μας θέμα.

Δεν λειτουργεί κοινωνικά ο Έλληνας, αλλά ατομικά. Δηλαδή, εάν αποκτήσει εισόδημα, θα το ξεχάσει το θέμα του «άλλου». Είναι θέμα αντίληψης.

Για παράδειγμα, μας ενδιαφέρει να είναι πολύ καθαρό το σπίτι μας –έτσι συμβαίνει στην Ελλάδα- και δεν μας ενδιαφέρει να είναι βρώμικος ο δρόμος.

Αυτές οι αντιλήψεις πρέπει να αντιστραφούν. Δεν θα αντιστραφούν εύκολα. Θα αντιστραφούν, ξέρετε, μόνο από ανάγκη.

Λυπάμαι που το λέω, αλλά αυτή η κρίση μπορεί να γεννήσει και αυτό που λέτε, δηλαδή, την κοινωνία πολιτών, γιατί σίγουρα έτσι γίνονται κάποια πράγματα, από ανάγκη, δεν γίνονται γιατί θα το πει κάποιος, π.χ. επειδή θα το πω εγώ ή θα το πει ο πρωθυπουργός.

Γεννιούνται από την ανάγκη να διαμορφωθεί μια νέα αντίληψη ζωής, μια νέα ιεραρχία στις προτεραιότητές μας, τι είναι αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε, και όχι να νομίζουμε ότι χρειαζόμαστε πράγματα που είναι για πέταμα –γιατί αυτό κάναμε όλα αυτά τα χρόνια.

Και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου, από αυτό, καθόλου. Δηλαδή, συνηθίσαμε να θεωρούμε ως απολύτως αναγκαία, πράγματα που μας ήταν άχρηστα. Και θα δείτε, ότι κάποια στιγμή θα συνειδητοποιήσουμε, ότι όλα αυτά ήταν ά χ ρ η σ τ α. Και αυτό, βέβαια, το κάνει ο καπιταλισμός, όπως γνωρίζετε.

Κρ.Π.: Όπως αυτή η λατρεία στο σούσι… Πριν λίγο καιρό ο Έλληνας δεν άντεχε αν δεν έτρωγε κάθε βδομάδα σούσι. Αλλά να ψαρέψει ένα ψάρι δεν ήξερε. Και βέβαια  π.χ. τα λεμόνια, τα έφερνε από την Ισπανία.

Γ.Μπ.: Γιατί αυτή ήταν η εύκολη λύση. Το άλλο θέλει κόπο.

Μάθαμε κάποια πράγματα να τα κάνουμε άκοπα. Μαθαίνουμε τα παιδιά να μη δουλεύουνε πολύ. Σα να γεννιούνται κουρασμένα τα παιδιά, δηλαδή.

Επειδή ασχολούμαι με τη θεατρική εκπαίδευση, πολύ, και καταλαβαίνω τις αγωνίες τους, και τα ερωτηματικά τους, κλπ., δεν έχουν μάθει να μοχθούν, δεν καταλαβαίνουν ότι μπορεί να υπάρχει και η κόπωση στην καθημερινότητα, η οποία, είναι το αντίστροφο μετά της ξεκούρασης και την απόλαυσης.

Βλέπω διάφορα φαινόμενα, όπως για παράδειγμα, παιδιά, να  προσπαθούν να απολαμβάνουν γενικά, και τελικά να μην απολαμβάνουν τίποτα, γιατί δεν καταλαβαίνουν τι είναι η απόλαυση. Δηλαδή, δεν υπάρχει κέρδος από αυτό. Είναι τα πράγματα λίγο δεδομένα.

Πρέπει να μάθουμε ότι για να κατακτήσεις κάτι πρέπει πρώτα πρώτα, λίγο, να μοχθήσεις. Βλέπετε, ότι εμείς δεν είμαστε στον αστερισμό αυτόν.

Όλοι να πάρουν πτυχίο, όλοι να μπουν στο δημόσιο, όλοι να μπουν στον ιδιωτικό τομέα, μα και ο ιδιωτικός τομέας, να μην σας πω ότι έχει γίνει χειρότερος και από τον δημόσιο τομέα, π.χ. δεν υπάρχει συναλλαγή, δεν υπάρχει αναξιοκρατία;

Να ένα κεφάλαιο μεγάλο. Όλοι μιλούν περί αναξιοκρατίας, αλλά όλοι είναι μέσα σε αυτήν.

Θέλω να πω, ότι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε και να συμφωνήσουμε, τι ακριβώς θέλουμε. Θα λειτουργούμε, για παράδειγμα, με συμπάθεια σε ορισμένους ανθρώπους, ή θα λειτουργούμε με τη λογική;

Αυτό δεν μας στερεί τη φοβερή μας ιδιοσυγκρασία, ίσα ίσα την τονώνει, αλλά θα πρέπει να συμφωνήσουμε, αν θα είναι μόνο αυτό.

Ο Σολωμός έλεγε δύο πράγματα πολύ σημαντικά, ότι πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους, κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ό,τι ο νους συνέλαβε.
Επίσης έλεγε, ό,τι το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικό ότι είναι αληθές.

Ε, αυτά, λοιπόν, αγνοούνται παντελώς και από τους νέους και από τους παλαιότερους, όπως επίσης αγνοούμε παντελώς ότι ο Σολωμός ήταν δυτικοτραφής και μιλούσε ελάχιστα ελληνικά.

Δεν μας φοβίζει όμως αυτό, διότι θεωρούμε ότι ο Σολωμός, ήταν εθνικός ποιητής, έγραψε τον εθνικό ύμνο –που ούτε αυτόν τον ξέρουμε καλά- και κατά τα άλλα, τον τραγουδάμε στο γήπεδο, δηλαδή, όποτε μας συμφέρει.

Αυτό είναι γενικότερο πρόβλημα της παιδείας, είναι τεράστιο πρόβλημα της παιδείας στη χώρα μας. Δεν το έχουμε ακόμα συνειδητοποιήσει. Το συνειδητοποιούμε, μάλλον, τώρα, με αυτά που γίνονται.

Είναι πολύ μεγάλο πρόβλημα. Είπατε π.χ. για το σούσι. Φυσικά. Γιατί ,αυτό τους κάνει να μαϊμουδίζουν, να συμπεριφέρονται με γνώμονα αυτό το περίφημο life style. Σα να είμαστε στη Νέα Υόρκη!

Επίσης, είναι θέμα γλώσσας. Τώρα τελευταία, για παράδειγμα, μας ενοχλούν τα τούρκικα. Τα τούρκικα μας ενοχλούν γιατί μας μοιάζουνε. Γιατί καθρεφτιζόμαστε λίγο σε αυτές τις μούρες, σε αυτές τις λογικές. Πολλά από τα τούρκικα σήριαλ, αν τα δει κανείς με κλειστό τον ήχο, θα νομίζει ότι είναι ελληνικά.

Επίσης, μας φοβίζει, η γλώσσα, διότι θεωρούμε ότι ο τούρκος είναι οπωσδήποτε εχθρός! Οπωσδήποτε! Και μας φοβίζει η γλώσσα, γιατί δεν γνωρίζουμε καλά τη δική μας. Ενώ δεν μας φοβίζει να χρησιμοποιούμε π.χ. τετρακόσιες αμερικανικές λέξεις το δευτερόλεπτο. Δεν μας ενοχλεί καθόλου αυτό.

Αυτά όλα, είναι δηλαδή, σαν να υποδυόμαστε κάτι. Υποδυόμαστε τον πατριώτη, τη στιγμή που δεν καταλαβαίνουμε τι είναι η πατρίδα.

Ο Έλληνας, λοιπόν, κινείται σύμφωνα με αυτό που του λέει το προσωπικό του συμφέρον, η καρδιά του, αλλά δεν έχει ορίζοντα μακρινό.

Αυτά όλα είναι κατάλοιπα από το 1821 και μετά, για να μην σας πω τι γινόταν πριν το 1821 και… τρομάξετε περισσότερο. Αυτά, δεν τα γνωρίζουμε, επειδή μας τρομάζουν αυτά τα πράγματα.

Ο Πέτρος Μάρκαρης, σε ένα δοκίμιο που είχε κάνει, έλεγε κάτι πολύ ωραίο, με το οποίο συμφωνώ, ότι το αίμα του Καποδίστρια θα το πληρώσουμε τώρα.

Κρ.Π.: Δηλαδή;

Γ.Μπ.: Να σας φέρω ένα παράδειγμα. Ο Καποδίστριας προσπαθούσε να πείσει την Τρίπολη ότι πρέπει να πληρώσουν φόρους για να γίνει ένα σχολείο στο Αγρίνιο. Δεν το καταλαβαίνανε.

Και έλεγε η Τρίπολη, γιατί να πληρώσω εγώ για να γίνει σχολείο στο Αγρίνιο; Υπήρχε αυτό που λέμε σήμερα, το συντεχνιακό, το οικογενειακό, το οποίο εξακολουθεί και υπάρχει σε ένα μεγάλο βαθμό και στις μέρες μας.

Για το τι θα μπορούσε να γίνει, σήμερα, θα έλεγα, όχι συμβουλευτικά, ως άποψη, ότι όσοι εν πάση περιπτώσει έχουμε σήμερα δουλειά, εννοώ αντικείμενο εργασίας, να κάνουμε τη δουλειά μας όσο καλύτερα γίνεται. Αν την κάναμε μέχρι τώρα, μία φορά καλά, τώρα πρέπει να την κάνουμε δέκα.

Ένα αυτό. Δεύτερον: Θα πρέπει, οι άνθρωποι οι οποίοι έχουμε ένα ισχυρότερο εισόδημα, τά ‘φερε έτσι η ζωή, ή οι ικανότητές μας, πείτε ότι θέλετε, θα πρέπει να συμπεριφερθούμε με έναν τρόπο στους ανθρώπους που δοκιμάζονται, είτε ως εργοδότες, είτε ως συμπολίτες, για να μην πω συνάνθρωποι, και να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν θα ζήσουμε μόνοι μας σε αυτή τη χώρα, ότι θα υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι, ότι θα ζήσουμε μαζί. Κι ότι εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να ιεραρχήσουμε κάποια στιγμή και τις ανάγκες μας, και τι είναι αυτό που χρειαζόμαστε.

Τρίτον, να πολιτευτούμε επί τοις ουσίας. Η παρουσία μας, δηλαδή, να είναι επί τοις ουσίας, και να μην χρησιμοποιούμε κορώνες δεξιά και αριστερά, και να μην κάνουμε όλοι, δήθεν, ότι είμαστε πάρα πολύ ευαίσθητοι δημοκράτες. Γιατί αυτό με λυπεί βαθύτατα. Επειδή, στο χώρο μας, λίγο πολύ γνωριζόμαστε, κάποια στιγμή να σοβαρευτούμε, και να αποδεικνύουμε αυτά που λέμε, δηλαδή, να τα εννοούμε.-

Ο δημόσιος διάλογος που ξεκίνησε εθελοντικά η Κρυσταλία Πατούλη, και δημοσιεύεται στο tvxsαπό το 2010, συνεχίζεται για όσους επιθυμούν να συμμετάσχουν, και επίσης για όσους θέλουν να δώσουν επιπλέον απάντηση, εφόσον τα γεγονότα συνεχώς εξελίσσονται. Επικοινωνία: cpatouli@yahoo.gr


info

Ζαν Ανούιγ «Αντιγόνη»

Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης – Σκηνοθεσία: Γιάννης Μπέζος – Σκηνικά-Κοστούμια: Κέννυ ΜακΛέλλαν – Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος – Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος – Βοηθός Σκηνοθέτη: Δάφνη Σταυροπούλου

Παίζουν: Γ. Μπέζος, Γ. Στόλλας, Δ. Κανέλλος, Ελ. Κούστα, Π. Κατσώλης, Ηρ. Μπέζου, Κ. Νταντάμη, Ντ. Στασινοπούλου, Κ. Τραφαλής.

Πρώτη παράσταση: 30/1/2013 στο Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη στα Εξάρχεια

Μας αξίζει αυτό; Του Νίκου Σαραντάκου

01:10, 13 Οκτ 2012 | tvxsteam tvxs.gr/node/108421

«Πουστράκι τελειώνετε, κατάλαβες; Τελειώνουν τα πουστράκια. Άντε κωλομπήχτες, μαλάκες ηθοποιοί του κώλου, ε μαλάκες ηθοποιοί του κώλου. Κοίτα πουτανάκι, έρχεται η ώρα σου. Τράβα ρε, τράβα, έρχεται η ώρα σου. Έρχεται ρε και η αστυνομία σας φυλάει τα κωλαράκια, αφού σας τα γαμάνε που σας τα γαμάνε οι Πακιστανοί ρε. Αδερφές ξεσκισμένες. Γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες, ε γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες»

Ο οχετός που σας ανάγκασα να διαβάσετε δεν είναι παρά όσα ξεστόμισε μέσα σε 28 δευτερόλεπτα ο βουλευτής Β’ Αθηνών του ελληνικού κοινοβουλίου Ηλίας Παναγιώταρος, χτες έξω από το θέατρο Χυτήριο.

Χτες ήταν να γίνει η πρεμιέρα του θεατρικού έργου Corpus Christi στο θέατρο Χυτήριο. Το έργο, τολμηρό για ορισμένους και βλάσφημο για άλλους, έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις γιατί υποτίθεται πως παρουσιάζει τον Χριστό και τους δώδεκα Αποστόλους ως ομοφυλόφιλους -ή κάτι τέτοιο, δεν το έχω δει. Για να είμαστε δίκαιοι, στη χτεσινή έμπρακτη απαγόρευση του έργου δεν συμμετείχαν μόνο τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής, αλλά και λιγοστοί ιερείς και μέλη χριστιανικών οργανώσεων, όλοι τους καμιά εκατοστή. Προηγουμένως είχαν γίνει δύο αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων για να ματαιωθεί η πρεμιέρα του έργου, που και οι δύο είχαν απορριφθεί, οπότε οι εκατό φανατικοί πήραν τον νόμο στα χέρια τους και κατάφεραν να απαγορεύσουν έμπρακτα την πρεμιέρα.

Φυσικά, για να γίνει αυτό ήταν απαραίτητη η συνδρομή της Αστυνομίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες παθόντων, τα όργανα της τάξης παρατηρούσαν με απάθεια τους θρησκόληπτους και τους ναζιστές να δέρνουν -και όταν τα θύματα διαμαρτύρονταν, γυρνούσαν επιδεικτικά την πλάτη. Μεταφέρω ένα απόσπασμα: «Με τραβάνε παράμερα, με φωνάζουν πούστη, αδερφάρα, μου τραβάνε τα μούσια, με φτύνουν στο πρόσωπο, με χτυπάνε στο στομάχι. Η αστυνομία είναι δίπλα. Τους φωνάζω “Με χτυπάνε, δεν θα κάνετε κάτι;” Απάντηση: “Δεν είδα κάτι. Απομακρυνθείτε παρακαλώ. Τρία αστέρια στο πέτο.

… Αρχίζω να φοβάμαι. Απομακρύνομαι από την έξοδο. Μου φωνάζουν όλοι: “έτσι φύγε παλιοπουσταρά λούγκρα, πάρε καμιά πίπα”. Γυρίζω πίσω από απόσταση να παρακολουθώ. Με ακολουθεί γνωστός βουλευτής της ΧΑ. Μου ρίχνει δυο μπουνιές στο πρόσωπο. Με πετάει κάτω. Όσο είμαι κάτω χάνω τα γυαλιά μου. Ο Χρυσαυγίτης με κλοτσάει. Η αστυνομία είναι ακριβώς δυο βήματα μακριά. Γυρισμένη πλάτη. Φωνάζω στον αστυνομικό: ΜΟΥ ΡΙΧΝΟΥΝ ΓΡΟΘΙΕΣ. ΚΑΝΤΕ ΚΑΤΙ! πολλές φορές. Με γυρισμένη την πλάτη απομακρύνεται. Οι υπόλοιποι γέροι και χρυσαυγίτες με χλευάζουν φωναχτά δίπλα στον αρχιαστυνόμο. “Κλάψε μωρή λουλού, κοριτσάκι, ντιγκιντάγκα”».
Η αγαστή συνεργασία ακροδεξιών με τα όργανα του κράτους δεν είναι καινούργιο πράγμα βέβαια -και όταν σκότωσαν τον Λαμπράκη, θα το θυμάστε, υπήρχε εντονότατη παρουσία χωροφυλακής στο χώρο (τον δολοφόνο τον έπιασε πολίτης). Υπάρχει ένα νήμα που συνδέει τον Παναγιώταρο και τη συμμορία του με τους χαφιέδες και τους βασανιστές της χούντας, τους παρακρατικούς του πενήντα και του εξήντα, τους βασανιστές της Μακρονήσου, τους ταγματασφαλίτες και τους κουκουλοφόρους καταδότες των Γερμανών, τους τριεψιλίτες που έκαιγαν εβρέικα σπίτια στη Θεσσαλονίκη στα 1930, τους μαγκουροφόρους δολοφόνους του Καβαφάκη και του Φατσέα, τους επίστρατους που σκότωναν πρόσφυγες στα Νοεμβριανά του 1916.

Η χτεσινή ματαίωση της παράστασης δεν είχε βέβαια καμιά σχέση με «λαθρομετανάστες» που υποτίθεται πως είναι το άλλοθι της ύπαρξης της Χρυσής Αυγής -το ότι ο (γνωστός και βραβευμένος) σκηνοθέτης της, ο Λαέρτης Βασιλείου, γεννήθηκε στην Αλβανία ήταν απλώς το κερασάκι στην τούρτα που έδωσε στον Παναγιώταρο τη λαβή για να ποικίλει λίγο τις αφόρητα σεξιστικές βρισιές του. Με την είσοδό της στη Βουλή η Χρυσή Αυγή όχι μόνο δεν «φόρεσε γραβάτες» αλλά, επωφελούμενη από τις νέες δυνατότητες, έχει διευρύνει τον κύκλο δράσης της, και θα τον διευρύνει ακόμα περισσότερο· άλλωστε και πριν μπει στη Βουλή είχε και άλλα ενδιαφέροντα (δείτε εδώ τον ίδιο Παναγιώταρο, επικεφαλής αποσπάσματος, να ματαιώνει την παρουσίαση σλαβομακεδονικού λεξικού). Απλώς, τώρα προστίθεται στην εξίσωση η βουλευτική ασυλία.

Να κάνω μια παρένθεση. Το υβρεολόγιο του Παναγιώταρου, εκτός από την απέχθεια που προκαλεί, είναι και ενδεικτικό: μας θυμίζει ότι μερικοί, τέλος πάντων, άνθρωποι, δεν μπορούν να αντιληφθούν τον κόσμο παρά μόνο μέσα από σεξουαλικούς όρους και μάλιστα μέσα από συγκεκριμένες πρακτικές που παραπέμπουν σε χρήση του σεξ ως μέσου τιμωρίας και ταπείνωσης. Και δεν είναι βέβαια κάποια ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου ατόμου. Όχι συμπτωματικά, ο ευπρεπής της συμμορίας, ο βουλευτής επικρατείας Χρ. Παππάς (φοράει και γραβάτα), έχει ήδη στο ενεργητικό του δύο σεξιστικά «αστεία»μέσα στην αίθουσα της Βουλής (Το «σας είπε σκάσε, δεν είπε “σκύψε”», προς υπεράσπιση του Κασιδιάρη, και το «Το ΚΚΕ θα πάρει τα τρία … παύση … τοις εκατό» -χιούμορ ίσως αποδεκτό για γυμνασιόπαιδα, αλλά που σε ενήλικες το βρίσκουμε μόνο στις πιο καθυστερημένες και στερημένες αντροπαρέες).

Το θέμα βέβαια δεν είναι η πρεμιέρα που ματαιώθηκε, ούτε αν θα επαναληφθεί το φαινόμενο. Ελπίζω, είμαι μάλιστα σχεδόν βέβαιος, ότι σήμερα θα υπάρξει μια μαζική αντιφασιστική αντίδραση, ότι το θέατρο θα περιφρουρηθεί από βουλευτές και από κόσμο, δεν αποκλείω μάλιστα και η αστυνομία να θυμηθεί τον συνταγματικό ρόλο της, και επίσης δεν αποκλείω, επειδή οι χρυσαυγίτες κατά βάθος είναι δειλοί, σήμερα να μην εμφανιστούν. Αλλά το θέμα δεν είναι η παράσταση του Κόρπους Κρίστι.
Ένα χιλιοειπωμένο ρητό, που έχει καταντήσει πια κλισέ, είναι πως οι λαοί έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν. Δεν παίρνω θέση ως προς την αλήθεια του ρητού, αναρωτιέμαι όμως αν μας αξίζει αυτό το πράγμα που είδατε στο βιντεάκι -και τι μπορούμε, τι πρέπει να κάνουμε από δω και μπρος. Δεν έχω να προτείνω καμιά σοφία, άλλωστε άλλο άρθρο είχα προετοιμάσει για σήμερα, ευτράπελο εκείνο, και τα γεγονότα με βρήκαν ανέτοιμο, οπότε πρόχειρα έγραψα πέντε σκέψεις στο χαρτί, αλλά θα ήθελα, το ζητήσατε κιόλας μερικοί, να ακούσω τις δικές σας απόψεις.

Μας αξίζει αυτό;

Υστερόγραφο: Μια εύθυμη νότα ήταν ότι στο χτεσινό σκοταδιστικό επεισόδιο συμμετείχε και ο βουλευτής Γ. Γερμενής, γνωστότερος ως Καιάδας, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο με το οποίο συμμετέχει ή συμμετείχε σε συγκροτήματα μπλακ μέταλ με έντονες σατανιστικές αναφορές. Μπορεί βέβαια ο άνθρωπος να είδε το φως, αλλά αναρωτιέμαι πόσον καιρό η επίσημη εκκλησία (και δεν εννοώ τους γνωστούς ακραίους επισκόπους) θα λερώνεται από αυτό τον συγχρωτισμό χωρίς να αντιδρά.

Sarantakos WordPress

 

Σχετικά θέματα:

Τα χρυσά αυγά του Μεσαίωνα