H πλειοψηφία γύρω μας φασίστες είναι. Της Κρυσταλίας Πατούλη

08:10, 08 Οκτ 2012 | tvxsteam tvxs.gr/node/107893

Όταν κάποτε η άγνοια που προέκυψε από την απώθηση της παιδικής ηλικίας εξαλειφθεί και η ανθρωπότητα ξυπνήσει από το λήθαργό της, θα μπορέσει να αναστείλει αυτή την παραγωγή του κακού…» Άλις Μίλερ. Το κακό έχει βαθιές ρίζες, ξεκινάει από πολύ παλιά και αγγίζει την συντριπτική πλειοψηφία σε ήπια ή έντονη μορφή. Το κακό, ή αλλιώς ο φασισμός, δεν εκδηλώνεται, άλλωστε, σε μια κοινωνία δημοκρατική, δεν φυτρώνει ανεξέλεγκτα και από μόνος του. Ο φασισμός γεννιέται και μεγαλώνει σε μια κοινωνία που μπορεί, τουλάχιστον, να τον ανεχτεί. Το ότι υπάρχει η όποια άνοδος, στη χώρα μας, δείχνει μία ανησυχητική ανοχή της ελληνικής κοινωνίας σε φασιστικές νοοτροπίες, όπως και της επίσης φασιστικής νοοτροπίας της αδιαφορίας για ότι κοινωνικό, για ότι συλλογικό, για ότι ευννοεί την συνύπαρξη, και κυρίως, απέναντι στην αδικία και την κακοποίηση. Δυστυχώς, η πλειοψηφία γύρω μας, φασίστες είναι.

Κάθε μορφή βίας, που βρίσκεται πίσω από κάθε μορφή φασισμού, είναι η μεγαλύτερη εξάρτηση του πλανήτη, μια αυτοματοποιημένη γνώση που τη σέρνουμε από τα γεννοφάσκια μας, από γενιά σε γενιά, άρα και η μεγαλύτερη πρόκληση για την ανθρωπότητα, αν θέλει να ξεπεράσει τον ίδιο τον φασιστικό εαυτό της.

Φασισμός ουσιαστικά είναι να κακοποιείς – αδικείς κάποιον, με όποιον τρόπο κι αν το πράττεις, πόσο μάλλον, κάποιον που για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορεί να αμυνθεί, να υπερασπίσει τον εαυτό του, και να μην τον σέβεσαι – να θεωρείς ότι κατέχεις το δικαίωμα να το κάνεις.

Δεν υπάρχει άνθρωπος, όμως, που να φέρεται φασιστικά και να μην έχει μεγαλώσει χωρίς να έχει αναλόγως κακοποιηθεί.

Γι’ αυτό και η φασιστική συμπεριφορά, δεν βρίσκεται μόνο σε ομάδες που έχουν φασιστική δράση, δεν είναι πάντα, τόσο εμφανής και εκτεθειμένη…

Κάποιος, έχει πει, ότι δεν είναι σημαντικό να είσαι υπέρ του δίκαιου. Το σημαντικό, είναι να είσαι κατά του άδικου.

Σημαίνει, ότι δεν ανέχεσαι το άδικο, ούτε καν ως μάρτυρας μίας κακοποίησης, είτε σε άνθρωπο, είτε στη φύση, είτε σε οτιδήποτε, ζωντανό, είτε σε ότι μπορεί να τιμά τη ζωή.

Γεμίσαμε, ως φαίνεται, με… δίκαιους φασίστες όλα αυτά τα χρόνια. Με δίκαιους στα λόγια, αλλά φασίστες κυρίως στις μη – πράξεις. Με αδιάφορους.

Ενδιαφερθήκαμε έμπρακτα όταν αδίκησαν οποιονδήποτε δίπλα μας; Ενδιαφερθήκαμε έμπρακτα όταν κάποιος «πλήρωνε» για κάτι που δεν έφταιγε και ήταν αδύναμος να υποστηρίξει τον εαυτό του – με όποιο… σενάριο κι αν το κάνουμε εικόνα;

Ενδιαφερθήκαμε έμπρακτα κατά του άδικου;

Γίναμε ίσως εθελοντές σε κάτι, όχι για το θεαθήναι; Μετείχαμε στις αποφάσεις τις πολιτικές και τις κοινωνικές και τις πολιτιστικές της μικρής ή μεγάλης κοινωνίας που ζούμε, εκτός από το να ψηφίζουμε κάθε τέσσερα χρόνια και εκτός του να… σχολιάζουμε στα σόσιαλ μίντια; Αναρωτηθήκαμε για τις λέξεις: συνεργασία ή αλληλεγγύη;

Και τέλος, ενδιαφερθήκαμε για το ποιοί είμαστε;

Γιατί την αλήθεια (την πιο επαναστατική πράξη, κατά τον Μαρξ) συνήθως, εμείς οι άνθρωποι, την θάβουμε μέσα μας. Εκείνη την αλήθεια για τον ίδιο μας τον εαυτό, κυρίως για εκείνο το μικρό παιδί, που κάποτε υπήρξαμε και δεν είχε κανέναν να το υποστηρίξει, που κατά κόρον μένει στην λήθη μαζί με την α-λήθεια του που ποτέ δεν δικαιώνεται.

Θυμάμαι μία μητέρα στους πρόσφατους δημοκρατικούς
καιρούς που διανύσαμε… που ήταν σε διακοπέςσε ένα νησί, και υπήρχε μια παρέα που έπαιζε καθισμένη στην άμμο, βάζοντας στη μέση κάποιον και χτυπώντας τον δυνατά χωρίς εκείνος να βλέπει, με σκοπό να βρει ποιος τον χτυπούσε, και τότε να μπει ο σφαλιαδόρος στη μέση για να συνεχίσει το παιχνίδι.

Το παιδί της ήταν δεν ήταν τεσσάρων χρονών, και κάθισε στη μέση του κύκλου. Οι νεαροί, αυτοί, άρχισαν να το χτυπάνε δυνατά στο κεφάλι, στην πλάτη, στα μπράτσα, και στη συνέχεια να γελάνε τρανταχτά.

Όταν την ρώτησα «και εσύ καθόσουν και έβλεπες να βαράνε το παιδί σου;» απάντησε «τον άφηνα από μικρό να επιλέγει μόνος του να κάνει ότι θέλει, για να μάθει να υπερασπίζεται τον εαυτό του»!

Θυμάμαι επίσης, επανειλημμένα, και ειδικά σε παραλίες, μητέρες να χτυπάνε τα παιδιά τους π.χ. με ρακέτα στο κεφάλι και όλοι γύρω να μένουν αδιάφοροι  συνεχίζοντας την ηλιοθεραπεία τους…

Φέρνω παραδείγματα από ιστορίες που μια μάνα κυριαρχούσε στην κακοποίησή παιδιών, αλλά και οι πατεράδες εν πολλοίς νίπτουν τας χείρας τους, με το να κακοποιούν… απουσιάζοντας, αδιαφορώντας. Ότι μάθαμε όμως επαναλαμβάνουμε, γιατί δεν αντέξαμε να το διαχειριστούμε.

Φασισμός = κακοποίηση – ψυχική ή σωματική. Φασίστες = θύτες ψυχικών, σωματικών ατομικών ή κοινωνικών τραυμάτων. Κακοποίηση όμως, είναι και η απουσία και η αδιαφορία. Όπως και η αδιαφορία για την όποια αδικία.

Η αυτοματοποιημένη γνώση, που ο καθένας κρύβει μέσα του, είναι η δυνατότερη γνώση και είναι τρομερά δύσκολο, αν όχι αδύνατον να την ξεπεράσει κάποιος. Για να αλλάξει τον… σκληρό του δίσκο και να την διαχειριστεί, να αποφασίζει ο ίδιος γι αυτήν και όχι αυτή για τον ίδιο, πρέπει να «γράψει» πάνω της ένα σωρό αντίστροφα βιώματα και συγχρόνως να βρει στη ζωή του, έναν τουλάχιστον άνθρωπο να κατανοήσει όσα είχε υποστεί στην ηλικία που εγγράφτηκε το τραυματικό – φασιστικό βίωμα.

Το παιδί που βίωσε την αδικία και δεν είχε κανέναν δίπλα του να το κατανοήσει, το πιθανότερο είναι ότι θα την επαναλάβει είτε προς τον εαυτό του, ή σε άλλους, και κυρίως, θα την ανεχτεί να συμβαίνει γύρω του από άλλους. Ο φασισμός, η αδικία, η κακοποίηση, τελικά το ΤΡΑΥΜΑ, σταματά το χρόνο με το να επαναλαμβάνεται. Γίνεται εξάρτηση.

Εκείνοι που πάλεψαν ενάντια σε αυτή την εξάρτηση, που αγωνίστηκαν κατά του άδικου, είναι μειοψηφία. αντίθετα, εκείνοι που το προκαλούν, που κακοποιούν, είναι η πλειοψηφία.

Και αυτή η μειοψηφία, που έπαιξε και παίζει τον ρόλοτου «γνώστη – αρωγού «, τελικά, για όλη την κοινωνία, είναι κατά κύριο λόγο οι απανταχού αγωνιστές, κυρίως αυθεντικοί αριστεροί στην ιστορία αυτού του πλανήτη, εκείνοι που αγωνίστηκαν και αγωνίζονται ακόμα, που έδωσαν το ίδιο το αίμα τους γι αυτό.

Ακούγεται σήμερα από κάποιους… παρατηρητές της ελληνικής κρίσης, ότι πρέπει να… χυθεί αίμα για να αλλάξει κάτι στην Ελλάδα. Και βέβαια δεν εννοούν τους εαυτούς τους.

Μεταφορικά, όμως, και μόνο σε εισαγωγικά, αυτό ακριβώς πρέπει να γίνει. Πρέπει να δώσουν κάτι και όλοι αυτοί οι αδιάφοροι φασίστες αυτής της κοινωνίας, που μέχρι σήμερα φρόντιζαν μόνο για το συμφέρον τους.

Όσοι, δεν έδωσαν ποτέ και τίποτα στην κοινωνία, και περίμεναν πάντα τους όποιους αγωνιστές, να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, είναι καιρός να κοιταχτούν στον καθρέφτη και να καταθέσουν την ανθρωπιά που απαιτούν μονίμως από τους άλλους.

Να καταλάβουν, ότι αν δεν γίνουμε, τελικά, όλοι… αριστεροί (με την σύγχρονη έννοια αν θέλετε που κουβαλάει αυτός ο όρος, του κοινωνιοκεντρισμού και της ανάγκης για δίκαιη συνύπαρξη) αν δεν πολεμήσουμε όλοι τον φασισμό (κυρίως της απάθειας και της αδιαφορίας) μέσα μας και γύρω μας, δεν πρόκειται να βγούμε από αυτήν την παγκόσμια κρίση εξαθλίωσης σε όλους τους τομείς, που όλο και εξαπλώνεται σαν γάγγραινα σε όλο τον χυδαίο καπιταλιστικό κόσμο.

Φασισμός είναι ακόμη και μια προσβολή άδικη, φασισμός είναι και ένα απλό χαστούκι, όσο φασισμός είναι και να απαιτείς από κάποιον να ζει σαν σκλάβος, ή να ασκείς οποιαδήποτε μορφής βία.

Ανοίξτε τα κιτάπια και ανακαλύψτε πώς αγωνίστηκαν κάποια εκατομμύρια άνθρωποι, πώς βασανίστηκαν ενάντια στο άδικο, πώς αφιέρωσαν όλο το έργο τους για τον άνθρωπο και τη ζωή, ενώ ταυτόχρονα γύρω τους, οι κάθε είδους φασίστες κοίταζαν μόνο το πορτοφόλι τους, αγνοούσαν την συμπεριφορά τους στους πιο αδύναμους, ασκούσαν εξουσία φασιστικά σε κάθε ευκαιρία, και ποτέ δεν ασχολήθηκαν με την κατανόηση ότι ανθρώπινου και κοινωνικού γύρω τους, όσο και μέσα τους, με αυτό το μικρό παιδί, που τελικά διάλεξαν να το χώσουν σε μια γωνιά και να το παρατήσουν.

Όσο στη γη υπάρχουν αδικημένοι, πεινασμένοι, κακοποιημένοι, όσο υπάρχει άνεργία ή βίαιη μετανάστευση, όσο το δικαίωμα στη ζωή μοιάζει με πολυτέλεια, θα κυβερνάει ο φασισμός.

Επαναλαμβάνουν κάποιοι, ότι δεν καταλαβαίνουν σήμερα ποιος είναι ο εχθρός, αλλά πάντα ένας ήταν ο εχθρός. Ο φασισμός. Σε όποια μορφή ή κλίμακα κι αν εμφανιζόταν, σε όποια μορφή ή κλίμακα κι αν κρυβόταν.
Κρυσταλία Πατούλη

Oι δικτάτορες είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία και σε ψυχαναγκαστική επανάληψη. Και πάντα νέα θύματα θα πληρώνουν το τίμημα. Και ο Χίτλερ με τη συμπεριφορά του αποκάλυψε σε όλον τον κόσμο πώς ήταν ο πατέρας του: καταστροφικός, ανελέητος, επιδειξιμανής, αδιάκριτος, αλαζονικός, διεστραμμένος, εγωκεντρικός, κοντόφθαλμος και ανόητος. Με την ασυνείδητη μίμησή του τού έμεινε πιστός. Για τον ίδιο λόγο παρόμοια συμπεριφορά επέδειξαν επίσης δικτάτορες όπως ο Στάλιν, ο Μουσολίνι, ο Τσαουσέσκου, ο Ιντί Αμίν, ο Σαντάμ Χουσείν και τόσοι άλλοι. Η βιογραφία του Χουσείν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ακραίας ταπείνωσης παιδιού, την οποία αργότερα πλήρωσαν με τη ζωή τους χιλιάδες θύματα της εκδικητικότητάς του. Η άρνηση να μάθουμε από αυτά τα γεγονότα φαντάζει παράδοξη, ωστόσο δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί. Ο αδίστακτος τύραννος κινητοποιεί τους συγκαλυμμένους φόβους των ανθρώπων που κακοποιούνται όταν ήταν παιδιά, ανθρώπων που δεν μπόρεσαν -και εξακολουθούν να μην μπορούν- να κατηγορήσουν τον πατέρα τους και οι οποίοι παραμένουν πιστοί σε αυτόν, παρά τα βασανιστήρια που έχουν υποστεί. Ο τύραννος συμβολίζει αυτόν τον πατέρα από τον οποίο τα άτομα κρέμονται με κάθε τους κλωστή, με την ελπίδα ότι κάποτε, επιστρατεύοντας την τυφλότητά τους, θα τον μετατρέψουν σε στοργικό άνθρωπο. Άλις Μίλερ


(φωτογραφία από έργο του Cy Twombly)

Κώστας Βεργόπουλος: Το λόγο έχουν οι κοινωνίες και οι λαοί

04:10, 08 Οκτ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/107895

Οι Έλληνες ξεσηκώνονται και διεκδικούν, όπως αυτό είναι αυτονόητο και επιβάλλεται σε πολίτες μιας κοινωνίας, που έχει περιέλθει στα πρόθυρα κατάρρευσης και αποσύνθεσης. Όπως ακριβώς κάνουν και οι άλλοι ομοιοπαθείς ευρωπαϊκοί λαοί από την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία, ακόμη και από την ίδια την Γερμανία. Αφού οι πολιτικοί μας αποδεδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων, το λόγο έχουν πια οι κοινωνίες και οι λαοί» ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστημίο VIII του Παρισιού, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το ερώτημα «πόσο έτοιμη και ικανή είναι σήμερα η Αριστερά για να κυβερνήσει;», συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs.

Κρ.Π.: Με αφορμή την ολοένα και μεγαλύτερη μεγάλη άνοδο της Αριστεράς, τίθεται ένα ερώτημα από πολλούς, πόσο έτοιμη και ικανή είναι σήμερα για να κυβερνήσει;

Κ.Β.: Πρώτο ερώτημα είναι, εάν η κοινή γνώμη, το εκλογικό σώμα, ανοίγεται πράγματι προς την Αριστερά, ώστε να μετατρέψει την κοινωνική πλειοψηφία σε πολιτική. Πιστεύω, ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει κατά την σημερινή περίοδο της κρίσης και μάλιστα με επιταχυνόμενους ρυθμούς, που καταπλήσσουν ακόμη και τον κόσμο της Αριστεράς.

Είναι πλέον βέβαιο ότι στη χώρα μας σημειώνεται αποφασιστική στροφή της κοινωνίας προς τα Αριστερά, όπως άλλωστε είχε συμβεί και στο παρελθόν, κατά τις κρίσιμες δεκαετίες του 1930 και του 1940.

Το σημειώνω αυτό, επειδή κατά τις αντίστοιχες περιόδους, όπως ακόμη και σήμερα, η κρίση δεν οδηγεί όλες τις χώρες προς τα Αριστερά. Παράδειγμα: οι υπόλοιπες Βαλκανικές χώρες στο Μεσοπόλεμο στράφηκαν προς εθνικιστικές λύσεις, με εξαίρεση την Γιουγκοσλαβία. Επίσης, στη Γερμανία και κεντρο-ανατολική Ευρώπη οι εθνικιστικές επιλογές κατίσχυσαν των προοδευτικών. Ενώ στη δυτική Ευρώπη, όπως στην Ισπανία και Γαλλία, οι κοινωνικές επιλογές ανέδειξαν τα λαϊκά μέτωπα.

Σήμερα πάλι, η ελληνική κοινωνία δίδει παγκόσμιο παρών στην αντίσταση κατά των αντικοινωνικών επιλογών του μεγάλου χρήματος και των χρηματαγορών. Δίδει όμως ταυτόχρονα και ευρωπαϊκό παρών στην αντίσταση κατά των νεοφιλελεύθερων επιλογών και για την συγκρότηση, επιτέλους, της Ευρώπης των λαών της.

Δεν είναι παράδοξο ότι οι χώρες που σήμερα είναι οι πιο άτεγκτες εναντίον της Ελλάδας, όπως η Φινλανδία, η Αυστρία, η Σλοβακία, η Ολλανδία, η Εσθονία, είναι ταυτόχρονα αυτές που είχαν διακριθεί από το παρελθόν για την δορυφορική σχέση τους με τον γερμανικό εθνικισμό, ακόμη και με τις πιο ακραίες μορφές του.

Φυσικά, η ραγδαία άνοδος της Αριστεράς απορρέει σήμερα από την κατάρρευση και κοινωνική ανυποληψία του πολιτικού συστήματος.

Ωστόσο, ο ριζοσπαστισμός δεν είναι μόνον προνόμιο της Αριστεράς. Αναπτύσσεται παράλληλα και δεξιός ριζοσπαστισμός, που επωφελείται επίσης από την ανυποληψία της πολιτικής και κατά συνέπεια διεξάγεται αγώνας δρόμου μεταξύ των δυο. Μόνον που ο δεύτερος ονειρεύεται την επιστροφή σε κάποιο «ένδοξο και μυθικό παρελθόν, που πιθανώς να μην υπήρξε ποτέ. Ενώ ο πρώτος αποδίδει προτεραιότητα στη διασφάλιση της κοινωνικής δικαιοσύνης και στην κινητοποίηση ολόκληρης της κοινωνίας, χωρίς στείρους αποκλεισμούς.

Σήμερα, το πολιτικό σύστημα είναι νεκρό και από την δημοκρατία, δεν απομένει παρά η παρωδία της. Με απόγνωση οι άνθρωποι προσπαθούν να κρατηθούν από κάτι και επενδύουν σε αυτό την απελπισία τους. Μια λύση που υπερβαίνει ό,τι μέχρι σήμερα υπήρχε. Ωστόσο, η στροφή της κοινωνίας προς τα αριστερά δεν αφορά όλες τις παραλλαγές της. Μόνον ένα μέρος της εισπράττει την κοινωνική απόγνωση, ενώ οι άλλες εκδοχές της δεν παύουν να συρρικνώνονται.

Το ερώτημα είναι, τί ακριβώς στρέφει τον κόσμο προς τα αριστερά; Δεν είναι η ιδεολογία, αφού αυτή προέρχεται από απώτερο παρελθόν. Αντίθετα, είναι ο ριζοσπαστισμός. Αύτη η μαγική λέξη που παραπέμπει στην ανατροπή και επαναθεμελίωση. Οι άνθρωποι διψούν για ριζοσπαστικές λύσεις είτε στο τέλος δικαιωθούν είτε όχι. Για νέα πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, που όμως δεν προκύπτει εκ του μηδενός, αλλά με ποιοτική μετατροπή του παρόντος.

Αντίθετα, ο δεξιός «ριζοσπαστισμός», που όμως  δεν επαγγέλλεται νέα πραγματικότητα, αλλά απλώς την πάταξη της «ανομίας», την αποκατάσταση της τάξης και της πειθαρχίας που σήμερα «διασαλεύονται».

Πραγματικός ριζοσπαστισμός και όχι ψευδεπίγραφος είναι η κατοχύρωση της κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως βέβαια και του οικονομικού συστήματος που θα την εξασφαλίζει.

Τα πελατειακά και ολιγαρχικά οικονομικά συστήματα δεν εξασφαλίζουν πραγματική δημοκρατία, αλλά ψευδεπίγραφη.

Με την κρίση, έρχεται η στιγμή της αξιολόγησης και της χάραξης νέας πορείας. Αυτό είναι το περιεχόμενο του νέου προοδευτικού ριζοσπαστισμού.

Με την αφύπνιση των αγανακτισμένων από τις πλατειές, τα οικονομικά αιτήματα έλαβαν βαθύτερο κοινωνικό χαρακτήρα και προωθημένη πολιτική διάσταση. Με την εισβολή τους στο πολιτικό σκηνικό, ο αγώνας για την επιβίωση έλαβε βαθύτερη και ουσιαστικότερη διάσταση, τόσο στη χώρα μας όσο και στον υπόλοιπο κόσμο.

Υπάρχει το μεγάλο ερωτηματικό: -Καλά, όλη αυτή η οικονομική και κοινωνική καταστροφή, η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος, όλα αυτά, γίνονται, για να πετύχουμε τί; Γιατί, αν ήταν να πετυχαίναμε κάτι, να πούμε εντάξει, να κάνουμε θυσίες για να το πετύχουμε.

Ωστόσο, το θέμα είναι, ότι όσο πιο πολύ καταστρέφονται οι άνθρωποι, οι πολίτες, η κοινωνία, η οικονομία, τόσο πιο πολύ το πρόβλημα μεγαλώνει και κακοφορμίζει, αντί να επιλύεται περιπλέκεται ακόμη περισσότερο! Πριν 5 χρόνια, ξεκίνησαν να εφαρμόζονται οι πολιτικές της οικονομικής καταστολής, και σήμερα το πρόβλημα είναι περισσότερο αξεπέραστο από ότι ήταν αρχικά!

Οι κυβερνώντες δημιούργησαν το πρόβλημα προκειμένου να καλύψουν την κενότητα τους. Διόγκωσαν με αλχημείες τα ελλείμματα, ελεεινολόγησαν τον ελληνικό λαό στους ξένους, για να νομιμοποιήσουν έκτακτα μέτρα που αντί να βελτιώσουν την κατάσταση της χώρας την εξώθησαν στο γκρεμό.

Από εκεί και πέρα, το πρόβλημα αυτονομήθηκε και πήρε το δρόμο του. Από τότε, η χώρα παραδόθηκε σε πλειοδοσία μεταξύ της Ευρώπης, της Γερμανίας, της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας, του ΔΝΤ και του Σόιμπλε: ποιος θα προβάλει τα πιο επώδυνα και καταστροφικά μέτρα για την Ελλάδα.

Αυτή τη στιγμή, τα πράγματα έχουν φτάσει στο σημείο, που όλοι έντρομοι βλέπουν ότι η Ελλάδα ολισθαίνει ταχύτατα προς τον γκρεμό. Ξεσηκώνονται το ΔΝΤ, το  Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο (IIF) με τον Τσάρλ Νταλάρα, μια σειρά διεθνείς παράγοντες, ο πρόεδρος Ομπάμα για να διαπιστώσουν ότι το παρατράβηξαν στην Ελλάδα!

Αρχίζει ήδη να αναστέλλεται η πίεση στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, ενώ, αντίθετα, στην Ελλάδα, συνεχίζεται αμείωτη. Ο σκληρός γερμανικός πυρήνας επιμένει για την Ελλάδα, σε σημείο παρανοϊκό. Σήμερα, το δίκιο των Ελλήνων, το αναγνωρίζουν όλοι, πλην του σκληρού μερκελικού πυρήνα.

Από την άλλη, η Αμερική έχει το ίδιο συμφέρον από την Ελλάδα, που έχουν και η Κίνα, η Ρωσία, η Βραζιλία, και γενικά οι αναπτυσσόμενες χώρες. Το συμφέρον τους είναι, να μην «μολύνει» η Ελλάδα την παγκόσμια οικονομία.

Εάν υποτεθεί ότι η Ελλάδα καταρρέει, αυτό μεταδίδεται μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες μέσα στην Ευρωζώνη. Και η Ευρωζώνη είναι η μεγαλύτερη αγορά του κόσμου! Αυτό αφόρα όλες τις χώρες του κόσμου, όχι τόσο για τις επενδύσεις τους, όσο για το εμπόριο που διατηρούν με την Ευρώπη. Όταν κλυδωνίζεται η Ευρωζώνη, κινδυνεύει η παγκόσμια οικονομία. Και αυτό που θα έχει πυροδοτήσει τον παγκόσμιο κλυδωνισμό, θα είναι η Ελλάδα!

Το επείγον ζήτημα είναι να αποσοβηθεί πάραυτα ο κλυδωνισμός, όσον αφορά την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητος, της ευσυνειδησίας των πολιτών, αυτά είναι ζητήματα που απαιτούν πολύ περισσότερο χρόνο.

Κρ.Π.:  Τί επιζητά η Γερμανία και η Μέρκελ από την Ελλάδα;

Κ.Β.: Δεν πιστεύω ότι η Γερμανία επιδιώκει να πτωχεύσει την Ελλάδα, ούτε να  την πετάξει έξω από την Ευρώπη. Αυτό θα ήταν πολύ παρακινδυνευμένο ακόμη και για την ίδια. Όπως παραδέχεται ο Κλάους Ρεγκλιγκ, η ενδεχόμενη ελληνική έξοδος θα ήταν η χειρότερη και η δαπανηρότερη λύση. Θέλει απλώς η χώρα μας να παραμένει στο όριο, να χρεώνεται για να ξεπληρώνει.

Κρ.Π.: Είπατε, ότι ο Παπανδρέου δεν είχε να προτείνει κάτι, αλλά μόνο αυτό ήταν;

Κ.Β.: Αυτό που ξέρω, είναι ένα πράγμα. Το Πασόκ , το οποίο κυβέρνησε πάνω από είκοσι χρόνια την Ελλάδα, σήμερα θεωρείται ότι έχει εξελιχθεί σε μία «κλεφτοφωλιά». Η γενική εικόνα, είναι αυτή. Και η κοινή γνώμη, με βάση αυτό το δεδομένο, το μαυρίζει! Μπορεί να ξεκίνησε με θετικές ελπίδες, αλλά κατέληξε σε αυτό το αξιολύπητο αποτέλεσμα. Που όμως αποτελεί ταυτόχρονα και δείκτη της γενικότερης ανυποληψίας του πολιτικού συστήματος.

Κρ.Π.: Επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα, θα μπορέσει η Αριστερά να ανταποκριθεί σε αυτό που προσδοκά η κοινωνία από αυτήν;

Κ.Β.: Πολλές φορές η Αριστερά έχει έρθει στην εξουσία σε διάφορες χώρες του κόσμου. Όμως, τις περισσότερες από αυτές, έχει απογοητεύσει τις κοινωνικές προσδοκίες. Και πολλές φορές οι λαοί έχουν πληρώσει πολύ ακριβά, με αίμα, την επιλογή τους.

Στη Χιλή, ψήφισε ο κόσμος τον Αλιέντε σε μέτωπο συνεργασίας Σοσιαλιστών και Κομμουνιστών, το οποίο μετά από τρία χρόνια κατέληξε σε τραγικό αποτέλεσμα, για εκατομμύρια ανθρώπους, οι οποίοι βρέθηκαν σε εξορίες, σε εκτελέσεις, ή φυγάδες εξωτερικό. Καταστράφηκε η χώρα, για πολλές δεκαετίες. Το ίδιο έγινε και στην Αργεντινή και το ίδιο έγινε πιο κοντά μας, το 1936, με την Γαλλική Αριστερά.

Το λαϊκό μέτωπο προωθήθηκε στην εξουσία και μετά από δύο χρόνια, το είχαν πετάξει στα σκουπίδια οι δυνάμεις του χρήματος. Όπως είχε διαπιστώσει ο Εδουάρδος Εριώ, σε κάθε περίπτωση, εγείρεται ο τοίχος του χρήματος ο οποίος συνωμοτεί και ανατρέπει.

Το ίδιο πρόβλημα ισχύει σήμερα, και στη Γαλλία, που έχει βγει, υποτίθεται, η Αριστερά, με τον Φρανσουά Ολάντ. Όσο καθυστερεί και δεν κάνει τίποτα, διερωτώνται οι άνθρωποι: έχει κάτι στο μυαλό του; Ή είναι σε αμηχανία και δεν ξέρει τί να κάνει;

Όσο καθυστερεί η δυσαρέσκεια αυξάνεται τόσο απ’ τα αριστερά όσο και απ’ τα δεξιά. Σήμερα η κυβέρνηση και ο πρόεδρος, βάλλονται, από όλες τις πλευρές. Σιγά σιγά, ξεσηκώνεται ολόκληρη η κοινωνία. Σε λίγο μπορεί να δούμε νοικοκυρές με κατσαρόλες στους δρόμους, που σηματοδοτούν τα προεόρτια γνωστά από το παρελθον.

Τέτοιος, κίνδυνος, μπορεί να υπάρξει και στην Ελλάδα, εάν δεν περάσει η αριστερά σε πράξεις και δεν παρουσιάσει ταχύτατα μέτρα με αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα. Το ερώτημα είναι: έχει σήμερα τις δυνάμεις η Αριστερά, η κοινωνία, ο προοδευτικός κοινωνικός χώρος, να στηρίξει την αλλαγή;

Πιστεύω ότι τις έχει. Όπως πιστεύω, ότι οι ανάγκες δημιουργούν τις λύσεις, και όχι οι λύσεις τις ανάγκες. Η ανάγκη, δημιουργεί, επίσης τους ανθρώπους, που θα βρεθούν στο ύψος των αναγκών και των περιστάσεων.

Βέβαια, αυτό δεν είναι και απόλυτο. Γιατί, μπορεί τελικά να υστερήσουν. Στη Χιλή, οι άνθρωποι ήταν πολύ υψηλού επιπέδου, για παράδειγμα. Τους έχω γνωρίσει και προσωπικά. Ήσαν πολύ αξιόλογοι και δυνατοί. Αλλά, με το πες-πες και τις εσωτερικές αντιγνωμίες, κατέληξαν σε βάλτωμα και αδράνεια, και τελικά αντιστράφηκε η κοινή γνώμη με τις νοικοκυρές και τις κατσαρόλες.

Στην Ελλάδα σήμερα υπάρχει αξιολογότατο και πολύ προοδευτικό ανθρώπινο δυναμικό. Υπάρχει αφθονία ανθρώπων με σπουδές και γνώσεις τόσο από την θεωρία όσο και από την σύγχρονη διεθνή πραγματικότητα.

Η Ελλάδα τοποθετείται στην ομάδα των πιο μορφωμένων χωρών του κόσμου και οι Έλληνες διαπρέπουν στο εξωτερικό στις πιο ευαίσθητες θέσεις. Δεν υπάρχει έλλειμμα ικανών ανθρώπων στην χώρα μας. Υπάρχει έλλειμμα κατευθύνσεων, αφού αυτές περιορίζονται από της πολιτικές ηγεσίες και τους ξένους προστάτες τους. Μπορεί η πολιτική να έχει χρεοκοπήσει, όμως η κοινωνία διαθέτει πολύ σοβαρές και ισχυρές δυνάμεις για να φέρουν σε πέρας το έργο της αλλαγής.

Έπειτα, έχει σημασία το γεγονός ότι είμαστε στην Ευρώπη. Γιατί αν δεν είμαστε, δεν θα ασχολείτο κανείς μαζί μας. Αν είχαμε βγει εκτός αυτής, αν είχαμε γίνει Αλβανία, ή Ιράν, ή δεν ξέρω τι άλλο, τότε η Ελλάδα δεν θα ήταν πρόβλημα. Θα μας άφηναν να βράζουμε στο ζουμί μας. Θα γινόμαστε τριτοκοσμική χώρα, με δική μας επιλογή.

Το γεγονός ότι είμαστε μέσα στην Ευρώπη, υποχρεώνει μια σειρά κόσμου, να θέτει με αγωνία το ερώτημα «τι θα γίνει με την Ελλάδα;», γιατί το ελληνικό είναι σήμερα πρόβλημα για ολόκληρη την Ευρώπη.

Ξεκινάμε από μία βάση, την οποία θα ήταν άστοχο να την χάσουμε, προβάλλοντας την ιδέα ότι είναι καλύτερο να φύγουμε από την Ευρώπη. Βέβαια, είναι δύσκολο. Αλλά μέσα στην Ευρώπη, εκτός από το γεγονός ότι το ελληνικό πρόβλημα είναι ταυτόχρονα και ευρωπαϊκό, είναι και ότι έχουμε συμμάχους! Όλους τους ομοιοπαθείς λαούς της ευρωπαϊκής περιφέρειας , που βρίσκονται σήμερα σε παρόμοια με εμάς κατάσταση.

Στην Ισπανία, η ανεργία, η έλλειψη στέγης, οι κοινωνικοί αποκλεισμοί  είναι σε μεγαλύτερη έκταση απ’ ότι στην Ελλάδα.  Εάν φεύγαμε από την Ευρωπη, δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να τα αντιμετωπίσουμε όλα αυτά, από την εθνική μας μοναξιά.

Κρ.Π.: Οι προβληματισμοί, που ακούγονται, για το αν η αριστερά και συγκεκριμένα ο Σύριζα, είναι ικανός να κυβερνήσει, προέρχονται και από τις κατηγορίες π.χ. περί διγλωσσίας;

Κ.Β.: Το πρόβλημα της εσωτερικής αντιγνωμίας, που εκδηλώνεται, δημιουργεί σύγχυση στον κόσμο.

Αυτό, είναι κάτι βασικό που πρέπει να προσεχθεί. Διότι ο καθένας από την αντιγνωμία αντλεί ό,τι συμπέρασμα θέλει και επιβεβαιώνει την προκατασκευασμένη τοποθέτηση του.

Άλλος προβάλλει ότι η Αριστερά δεν έχει ξεκάθαρη γραμμή, λέει το ένα και λέει και το αντίθετό του, άλλος διαλέγει το πρώτο, άλλος το δεύτερο, δημιουργείται μεγάλη σύγχυση, ένας αχταρμάς, που είτε φοβίζουν είτε αποθαρρύνουν τον κόσμο.

Ήδη στις τελευταίες εκλογές του Ιουνίου, εάν δεν υπήρχε αυτό το πρόβλημα της ασάφειας και αντιγνωμίας, η ριζοσπαστική Αριστερά θα είχε πάρει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό στις εκλογές. Αρκετοί φοβήθηκαν, επειδή άκουσαν κάποιον να λέει κάτι… Εν τούτοις, αυτά είναι δευτερεύοντα ζητήματα, μέσα σε μία δυναμική της κοινωνίας που εξελίσσεται σήμερα προς τα αριστερά.

Κρ.Π.: Για το γνωστό ερώτημα «ποιός μας εγγυάται ότι αν κυβερνήσει ο Σύριζα, θα παραμείνουμε στην Ευρώπη;», τί έχετε να πείτε;

Κ.Β.: Αυτό είναι το κύριο πρόβλημα που θέτουν όλοι, τον φόβο, μήπως τελικά οδηγηθούμε προς την έξοδο. Αυτό, είναι το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαρίσει η Αριστερά. Πρέπει να ξεκαθαρίσει μία σταθερή, οριστική και μη αμφισβητήσιμη γραμμή πλεύσης σε σχέση με την Ευρώπη.

Ωστόσο, πρέπει να είναι απόφαση γενικότερη. Εφόσον για τα πλατειά κοινωνικά στρώματα, αυτό είναι σήμερα το κλειδί. Η Αριστερά εντός Ευρώπης διατηρεί πολύ μεγαλύτερη κοινωνική απήχηση, από ό,τι εκτός.

Η εκτίναξη της Αριστεράς προς τα επάνω οφείλεται ακριβώς στο ότι έχει οριστικά ξεκαθαρίσει, χωρίς δυνατότητα αμφισβητήσεων, το ευρωπαϊκό πλαίσιο στο οποίο σκοπεύει να κινηθεί. Αντίθετα, όσες παραλλαγές της Αριστεράς αφήνουν ανοικτό το ζήτημα ή σπεύδουν να διαβεβαιώνουν επιλογές εκτός Ευρωπαϊκού πλαισίου, αφενός βυθίζονται σε απόλυτο αδιέξοδο από την πλευρά της οικονομίας, αφετέρου απομονώνονται από τα αισθήματα και της προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας.

Κρ.Π.: Και πώς θα διαπραγματευτεί με την Ευρώπη, όταν θα έχει δηλώσει ότι το πρώτο του μέλημα είναι να παραμείνει σε αυτήν;

Κ.Β.: Νομίζω, ότι η συνολική παρουσία της Αριστεράς βρίσκεται σήμερα στην σωστή κατεύθυνση, πείθει όλο και περισσότερο την κοινή γνώμη, κι αυτό άλλωστε, καταγράφεται και επί του παρόντος δικαιώνεται με τις σφυγμομετρήσεις.

Κρ.Π.: Οι λαϊκές κινητοποιήσεις με διαμαρτυρίες ή απεργίες, όπως και αυτό που έγινε στην Ισπανία με το μανιφέστο που υπέγραψαν τις απαιτήσεις τους, τί αποτελέσματα μπορεί να έχουν;

Κ.Β.: Οι λαϊκές κινητοποιήσεις όχι μόνον έχουν αποτελέσματα αλλά και επισπεύδουν την στιγμή της αλλαγής, και δεν υπάρχει τίποτε άλλο πιο αποτελεσματικό.

Το αποτέλεσμα είναι, ότι τα αιτήματα αυτά που βγαίνουν από τον απλό κόσμο έχουν ήδη εγκατασταθεί δικαιωματικά στην πολιτική και κοινωνική ατζέντα. Δεν έχει λυθεί ακόμα τίποτα. Αλλά όλο και περισσότεροι σήμερα  παραδέχονται ότι η κρίση δεν είναι μόνον στην οικονομία, αλλά και στη δημοκρατία, στο πολιτικό σύστημα, στην κοινωνία, κι ότι δεν μπορούμε να βγούμε από την κρίση εάν δεν αλλάξουν ριζικά τα πράγματα.

Αυτό είναι το θετικό γεγονός, η λαϊκή κατάκτηση που καταγράφεται από αυτές τις κινητοποιήσεις.

Κρ.Π.: Αλλά δεν βλέπουμε -όπως επιπλέον λέγεται- να συμβαίνει στην Ελλάδα, όσο θα περίμενε κανείς, όπως επίσης, ότι η Αριστερά, ίσως θα έπρεπε να προτείνει ακόμα και μία απεργία διαρκείας.

Κ.Β.: Η Αριστερά και μόνο να τοποθετείται λέγοντας ότι οι διαδηλωτές έχουν δίκιο, αυτό είναι αρκετό.

Κρ.Π.: Κάποιες φορές προτρέπει, όπως π.χ. για την αυριανή κινητοποίηση με αφορμή την επίσκεψη της Μέρκελ στην Ελλάδα. Πολύς κόσμος, άλλωστε, δεν αναμένει εδώ και καιρό, να αντιδράσει εντονότερα και αποτελεσματικότερα η Ελληνική κοινωνία;

Κ.Β.: Οι Έλληνες ξεσηκώνονται και διεκδικούν, όπως αυτό είναι αυτονόητο και επιβάλλεται σε πολίτες μιας κοινωνίας, που έχει περιέλθει στα πρόθυρα κατάρρευσης και αποσύνθεσης. Όπως ακριβώς κάνουν και οι άλλοι ομοιοπαθείς ευρωπαϊκοί λαοί από την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία, ακόμη και από την ίδια την Γερμανία.

Αφού οι πολιτικοί μας αποδεδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων, το λόγο έχουν πια οι κοινωνίες και οι λαοί.-

Διαβάστε επίσης στο tvxs: