Χορτιάτης: Ο Βαγγέλης, ο Δημήτρης και η Χρυσή Αυγή, του Στέλιου Κούλογλου

09:09, 02 Σεπ 2012 | SteliosKouloglou tvxs.gr/node/104833

Με την τελετή στο μνημείο θυμάτων ολοκληρώνονται την Κυριακή οι εκδηλώσεις για την επέτειο του Ολοκαυτώματος του Χορτιάτη, οι οποίες ξεκίνησαν το Σάββατο. Στην εν λόγω τελετή βασικός ομιλητής ήταν ο Στέλιος Κούλογλου.

Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944, οι Γερμανοτσολιάδες συνεργάτες των Γερμανών έκλεισαν και έκαψαν ζωντανούς στο φούρνο του χωριού 149 κατοίκους του Χορτιάτη. Ακολουθεί η ομιλία του Στέλιου Κούλογλου: 

Η φετινή επέτειος του Ολοκαυτώματος στο Χορτιάτη μας επιφύλαξε μια ανατριχιαστική επικαιρότητα. Δεν είναι μόνο ότι η χώρα μας βρίσκεται και πάλι στη δίνη ενός πολέμου-οικονομικού αυτή τη φορά- όπως 68 χρόνια πριν. Είναι ότι, αντίθετα με άλλα εγκλήματα πολέμου που σημειώθηκαν στις άλλες μαρτυρικές πόλεις και τα χωριά της Ελλάδας, στην περίπτωση του Χορτιάτη οι εκτελεστές δεν ήταν βασικά Γερμανοί στρατιώτες. Μπορεί να έδρασαν υπό την μπαγκέτα ενός Γερμανού λοχία με παραστρατιωτική δράση, του Σούμπερτ, αλλά ήταν οι Έλληνες δωσίλογοι οι φυσικοί αυτουργοί.

Αυτοί έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις λεηλασίες, στα βασανιστήρια, στην ατίμωση κοριτσιών μπροστά στους δικούς τους, στους βιασμούς, στην καταστροφή του χωριού και τελικώς στην εκτέλεση και την πυρπόληση των 149 συμπατριωτών μας. Επειδή λοιπόν η χώρα μας περνάει και σήμερα ένα πόλεμο, αν έχουμε ένα χρέος και θέλουμε να τιμήσουμε τους νεκρούς, θα πρέπει να μην ξεχάσουμε τι πραγματικά έγινε εδώ, σε αυτή την πλατεία. Όχι πάρα πολλά χρόνια πριν.

Χρωστάμε ευγνωμοσύνη στους λίγους ανθρώπους που κατάφεραν τότε να διασωθούν, να ξεπεράσουν τα πολλαπλά τραύματα τους και να μας διηγηθούν. Μια απ αυτές, η Ελένη Νανακούδη εξιστόρησε πριν από χρόνια, στην δημοσιογραφική μου ομάδα, τα γεγονότα, όταν οι κάτοικοι του χωριού συγκεντρώθηκαν στην πλατεία. Αντιγράφω από την συνέντευξη:

“..μας βάλανε στον φούρνο, εμείς που ήμασταν από τις πρώτες στην γραμμή ανεβήκαμε στο ζυμωτήριο επάνω. Μας είπαν να καθίσουμε, καθίσαμε, στήσανε μπροστά ένα πολυβόλο στην πόρτα και άρχισαν να μας ρίχνουν. Σκοτώθηκε η μαμά μου πρώτα, μετά η αδερφή μου, μετά έφεραν δέματα χόρτα και μας έριξαν πάνω μας και μας βάλανε φωτιά. Εγώ είδα μία κυρία που κατέβαινε με το μωρό της αγκαλιά, πιάστηκα πίσω από την ρόμπα της και κατέβηκα κάτω. Εκεί ήταν όλοι σκοτωμένοι και κάτω γεμάτο πτώματα Η κυρία αυτή δρασκέλισε την πόρτα να βγει, εκείνη την ώρα βρέθηκαν ταγματασφαλίτες, έτσι τους λέγαμε, άκουσα που την είπαν κυρία μου που πας και την μαχαίρωσαν.

…Είδα ησυχία εκεί στην αυλή είχε σκοτωμένους αρκετούς και έξω, όσοι δεν χωρούσαν τους σκοτώνανε στην αυλή και έπεσα μπρούμυτα εκεί επάνω στους σκοτωμένους και έκανα τον σκοτωμένο.
Εκεί πέρασε αρκετή ώρα, δίπλα μου ήταν μια κυρία, θήλαζε το μωρό της, σκοτωμένη αυτή και το μωρό θήλαζε, μια έκλαιγε, μια θήλαζε, ήρθαν οι ταγματασφαλίτες και βλέπανε το μωρό και γελούσαν που θήλαζε από την μάνα.

Η Ελένη Νανακούδη, 10 ετών τότε, κατάφερε να φύγει από το καμένο χωριό και κίνησε να βρει τον πατέρα της που ήταν έξω στο χωράφι, 2 ώρες μακριά. . Αλλά στο δρόμο έπεσε πάνω σε δύο ταγματασφαλίτες.

«Ένας πήγε από εδώ, ένας από εκεί και εγώ στην μέση περίμενα τι θα κάνουν. Κατέβασε το όπλο ο ένας να με σκοτώσει, ο άλλος δεν το άφησε, όχι λέει δεν θα το σκοτώσεις.

Θα το σκοτώσω ο ένας, όχι ο άλλος, εγώ περίμενα, λέω πού θα πάει αυτό, θα έχω πεθάνει, εγώ εν τω μεταξύ ήμουν τραυματισμένη, δεν το είχα πάρει είδηση, το χέρι μου, τότε το είδα, επειδή την αδερφή μου την κρατούσα αγκαλιά και όπως πέρασε η σφαίρα από της αδερφής μου το κεφάλι έμεινε στο δικό μου το χέρι, που ήταν όλο τούφες από τα μαλλιά της και τότε κατάλαβα ότι ήμουνα τραυματισμένη και στα πόδια.»

ΟΙ δύο ταγματασφαλίτες άφησαν την Ελένη να φύγει. Όμως η ιστορία μας δεν σταματάει εδώ. Δεκαετίες αργότερα, όταν η Ελένη Νανακούδη κατάφερε να λογαριαστεί με τους εφιάλτες της και να διηγηθεί την ιστορία της στην τηλεόραση, οι δύο υποψήφιοι δολοφόνοι της την πήραν τηλέφωνο και έμαθε και τότε και τα ονόματα τους. Ο ένας είναι ο Βαγγέλης και ο άλλος ο Δημήτρης.

«Ναι λέει είχαμε την εντύπωση θα είχες πεθάνει, δεν περιμέναμε τα χάλια που σε είδαμε, γιατί εγώ ήμουνα βουτηγμένη μέσα στο αίμα, σχεδόν δεν φαινόταν το πρόσωπο μου, όπως είχα ξαπλώσει στους νεκρούς επάνω.»

Η κύρια Νανακούδη δεν θέλησε να συνεχίσει την επικοινωνία μαζί τους. Αλλά αν το είχε κάνει θα έπρεπε να τους ρωτήσει τι ήταν αυτό που έκανε ανθρώπους να σκοτώσουν ανθρώπους. Τι έκανε ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν για σύμβολο την Ελληνική σημαία, να δολοφονήσουν ακόμη και τα γυναικόπαιδα του χωριού. Ακόμα και οι Γερμανοί, σε φρικιαστικά εγκλήματα τόσο μεγάλα όσο τα Καλάβρυτα όπου δολοφόνησαν μεμιάς κοντά 700 άτομα, εκτέλεσαν τους άνδρες πάνω από 14 χρονών. Όχι τα γυναικόπαιδα. Και η απάντηση είναι σαφής. Γιατί οι ταγματασφαλίτες, ο Βαγγέλης και ο Δημήτρης, ήταν ένα κράμα λούμπεν στοιχείων, εγκληματιών συχνά με βεβαρυμένο ποινικό μητρώο, που συγχρόνως πίστευαν στον ναζισμό και τον φασισμό. Και είχαν χρησιμοποιήσει την φρίκη του πολέμου, τις συγκρούσεις στην περιοχή, την κατάρρευση του κράτους για να εφαρμόσουν στην πράξη αυτά που πίστευαν.

68 χρόνια μετά, οι πολιτικοί απόγονοι του Βαγγέλη και του Δημήτρη, οι απόγονοι των δωσιλόγων και των ταγματασφαλιτών, συχνά υπόδικοι κι αυτοί για εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, αξιοποιούν τα δεινά που έχει επιφέρει ο σύγχρονος οικονομικός πόλεμος στην Ελλάδα για να υλοποιήσουν τις φασιστικές τους ιδέες. Όχι πια κρυφά τα βράδια, όπως οι ομοϊδεάτες τους σε άλλες χώρες, αλλά πλέον και με το φως της ημέρας. Αξιοποιώντας και αυτοί την κατάρρευση του επίσημου κράτους. Ο αρχηγός τους δηλώνει αηδία για το Κοινοβούλιο, οι βουλευτές τους έφτασαν να επιτεθούν σε βουλευτές άλλων κομμάτων όχι πια μέσα σε κάποιον τηλεοπτικό σταθμό, αλλά μέσα στο προαύλιο της Βουλής. Ένα τέτοιο κόμμα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται πλέον ως κοινοβουλευτικό κόμμα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δράση των φασιστών, όπως και τότε, συμφέρει πολλούς. Το μεταναστευτικό αναγορεύεται στο υπ αριθμόν ένα πρόβλημα της χώρας, για να ξεχάσει λίγο ο κόσμος την ανεργία, το κλείσιμο των καταστημάτων, τις περικοπές μισθών και συντάξεων και την κατάρρευση της υγείας και να αποδώσει τα δεινά τους στους ξένους. Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό ότι αυτή τακτική ρίχνει νερό στο μύλο των φασιστών. Και οι Ευρωπαίοι ξένοι δανειστές, που δεν τους νοιάζει παρά μόνο να πληρώνει η Ελλάδα τις δόσεις της, θα πρέπει να θυμηθούν τι έγινε στην Γερμανία τον μεσοπόλεμο. Ακόμη και αφού οι Ναζί κατέλαβαν την εξουσία το 1933, ενδιαφέρονταν μόνο να αποπληρώνει η Γερμανία τις δόσεις της και να εκπληρώνει τα μνημόνια της εποχής. Την συνέχεια την ξέρουμε.

Και από την άλλη πλευρά, η αντιμετώπιση του φασιστικού κινδύνου δεν μπορεί να γίνει μονάχα με διακηρύξεις περί δημοκρατίας. Αλλά με το συστηματικό σκύψιμο πάνω στα προβλήματα των απλών ανθρώπων, από το πρόβλημα της ασφάλειας και της εγκληματικότητας μέχρι το μεταναστευτικό. Και κυρίως μέσα από την οργάνωση ενός πανεθνικού δικτύου κοινωνικής αλληλεγγύης για τους ασθενέστερους και όσους έχουν ανάγκη. Η εθνική αντίσταση στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής είναι γεμάτη τέτοια παραδείγματα. Πρέπει να αντλήσουμε ιδέες και δυνάμεις, όπως πρέπει πάντα να θυμόμαστε τον Χορτιάτη, για να μην ξαναγίνουν ποτέ τέτοια εγκλήματα. Να τον θυμόμαστε, να τον μεταδώσουμε στους νεότερες γενιές και να βγάλουμε τα αναγκαία συμπεράσματα για το παρόν και το μέλλον της πατρίδας μας.

Γιατί βλέπουμε σήμερα την ιστορία να επαναλαμβάνεται. Του ανθρώπους με την ίδια ιδεολογία να χρησιμοποιούν ως σύμβολο-πέρα από τα κρυπτοναζιστικά σύμβολα- την ελληνική σημαία. Και να δρουν με πρόσχημα, αυτή τη φορά, όχι τους αντάρτες που εδώ έξω από το Χορτιάτη είχαν τότε χτυπήσει τους Γερμανούς κατακτητές. Αλλά ένα υπαρκτό κοινωνικό πρόβλημα,. Όμως κανείς δεν πρέπει να ξεγελιέται. Όπως έγραφε και μια προκήρυξη που έριξαν τις προάλλες έξω από ένα μπαρ, “μετά τους μετανάστες έρχεται η σειρά σας”.

Στέλιος Μάινας: Η ομονόηση μοιάζει να είναι μονόδρομος

01:09, 02 Σεπ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/104808

«Για μένα η λύση θα βρεθεί, μόνον εάν ομονοήσουμε. Δηλαδή, δεν υπάρχουν ατομικές λύσεις για να ξεπεράσεις την κρίση. Υπάρχουν λύσεις βαθύτερες, που θέλουν περισσότερο χρόνο, πιο δύστοκες και δύστροπες, πιο «σοβαρές» και σοφές, και όχι πρόχειρες και επιφανειακές. Γι’ αυτό, και η ομονόηση, μοιάζει να είναι μονόδρομος», ο ηθοποιός Στέλιος Μάινας, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs, με βάση το ερώτημα «Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε;».

Στ.Μ.: Ζούμε σε μια κοινωνία που βρίσκεται υπό διάλυση. Με δυό λόγια, δηλαδή, όλα είναι εναντίον, μιας ομονοούσας κοινωνίας΄ μιας κοινωνίας, που μπορεί να βαδίζει σε έναν συγκεκριμένο δρόμο.

Ξέρουμε, όμως, ότι όλο αυτό δεν είναι μια απλή υπόθεση΄ πρέπει να γίνουν «θυσίες», αν και δεν είναι θέμα θυσιών, μόνο. Είναι θέμα μιας ριζικής αλλαγής, εσωτερικής νοοτροπίας, που έχουμε ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί.
Κάτι, το οποίο, βέβαια, δεν γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη, γι’ αυτό, φαίνεται να βρισκόμαστε μπροστά σε ένα άλυτο πρόβλημα΄ διότι έχει δημιουργηθεί δεκαετίες, τώρα. Έχει παγιωθεί, δηλαδή, μία εσωτερική αντίληψη, ναι, μεν, ένοχη, αλλά, και από την άλλη, άμεσης απολαβής.

Δεν είναι μέσα στην δική μας εργασιακή κουλτούρα, αυτό που λέμε αποταμίευση και επένδυση για το μέλλον. Θέλουμε άμεσα και απτά ορατά αποτελέσματα. Οι κοινωνίες μας είναι, θερμοπυρηνικές. Ακριβώς επειδή έχουμε αυτόν τον ήλιο, έχουμε υψηλές θερμοκρασίες, και το θυμικό μας είναι και αυτό υψηλό…

Δεν είμαστε με δυο λόγια, βραδυφλεγείς προσωπικότητες, αλλά οξυφλεγείς.
Γι’ αυτό και λέμε για τους έλληνες, ότι είμαστε ανήλικοι… Δεν πιστεύω αυτό τον χαρακτηρισμό, αντίθετα νομίζω ότι είναι πολύ επιπόλαιος, γιατί οι έλληνες έχουν δοκιμαστεί, από το ένα κρύο ντους στο άλλο, που έχουν υποστεί, βάση της ιστορίας τους.

Πιστεύω, όμως, ότι έχουμε υποχρέωση να κατανικούμε και να πολεμάμε την απαισιοδοξία μέσα μας, όχι επειδή δεν υπάρχει, έχει και αυτή θέση στη ζωή μας, αλλά για να μπορούμε να βγαίνουμε στον αφρό και να μπορούμε να επιβιώνουμε.

Πολιτισμός δεν σημαίνει τη μη ύπαρξη του κακού, το αντίθετο. Πολιτισμός, για μένα, σημαίνει συνειδητοποίηση του κακού. Όλοι φέρνουμε μέσα μας το κακό. Όποιος το εξοβελίζει από πάνω του, νομίζω δεν κάνει άλλο από το να εθελοτυφλεί.
Όλοι είμαστε ικανοί για το χειρότερο και το καλύτερο, αλλά ο πολιτισμός επιβάλλει να βάζουμε το κακό στη γωνία. Αυτό σημαίνει για μένα πολιτισμός.

Κρ.Π.: Ο πολιτισμός είναι και η ψυχή μας, δηλαδή, η λογική μαζί με το συναίσθημα, που όταν συνεργαστούν πάντα δημιουργούν… Πώς, θα διαχειριστούμε, με αυτόν τον τρόπο, τη σημερινή κατάσταση;

Στ. Μ.: Εμείς, καλώς ή κακώς, δεν προερχόμαστε από μία προτεσταντική κοινωνία. Ζούμε σε μία σφαίρα καθαρά επηρεασμένη από τον Διαφωτισμό, από τη Γαλλική Επανάσταση. Ουσιαστικά δηλαδή, από την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Η Ελλάδα έχει εμποτιστεί από αυτά τα δεδομένα και τα ιδεώδη.

Εμείς οι λαοί του νότου, δεν είμαστε οι λαοί της αποταμίευσης και δεν είμαστε οι αυτοκτονικοί λαοί της αυτοτιμωρίας… Διότι, ο προτεσταντισμός βασίζεται στην αποταμίευση, στην αυτοτιμωρία και στην ενοχικότητα.

Αυτό που ζηλεύει, αν θέλετε, ο Βοράς και η Κεντρική Ευρώπη από το Νότο, και συγχρόνως το μάχεται, και το απεύχεται, είναι αυτή η ανεμελιά με την οποία αντιμετωπίζει τη ζωή ο Νότος.

Ακριβώς, γιατί έχει μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον, απόλυτης αποταμίευσης, όπως μπορείτε να ανατρέξετε σε μνήμες, π.χ. πόσοι από τους Γερμανούς φίλους σας, σας έχουν κεράσει στη ζωή σας; Και πόσοι από τους Γάλλους φίλους σας, επίσης;

Ο δικός μας ψυχισμός, λοιπόν, είναι αυτό το «Γειά σου!», λίγο μέσα σε εισαγωγικά, και έχει μία επιπολαιότητα, η οποία, όμως, επιπολαιότητα, έχει μια ανθρωπιά. Είναι αναγνωρίσιμη. Δεν είναι ξερή και απωθητική.
Εάν λοιπόν, μπορούσαμε να καναλαρχήσουμε αυτό το θυμικό μας με ένα άξονα μίνιμουμ ορθολογισμού, δηλαδή να βάλουμε και τη λογική μας εκτός από το συναίσθημα…

Κρ.Π.: Δεν υπάρχει λογική, χωρίς συναίσθημα, ούτε το αντίθετο, δηλαδή, δεν νοούνται χωριστά…

Στ.Μ.: Ακριβώς. Πιστεύω λοιπόν, ότι αυτό που μας λείπει, είναι η δοσολογία των πραγμάτων. Όμως, επειδή είμαι αισιόδοξος άνθρωπος, νομίζω ότι βρίσκουμε τα ζύγια μας.

Δηλαδή, πιστεύω ότι είμαστε σε μια περίοδο αναταραχής, μέχρι να βρούμε την ταυτότητά μας, τη μετεξέλιξη, μάλλον, της ταυτότητάς μας.
Θα την βρούμε. Δεν μπορεί. Είναι και αυτό μονόδρομος.

Κρ.Π.: Επειδή, μιλήσατε για ανεμελιά, θυμήθηκα τον Ζορμπά, του Καζαντζάκη. Τα τελευταία χρόνια, οι έλληνες χαρακτηρίζονταν από μια τέτοια ανεμελιά;

Στ.Μ.: Είναι νομίζω θέμα Παιδείας. Και δεν μιλάω μόνο για την Παιδεία στο σχολείο, αλλά για μια γενικότερη μόρφωση. Έχουμε, δηλαδή, απομακρυνθεί από τις ρίζες και τις αρχές μας.

Γονιδιακά, όμως, υπάρχουν αυτές οι αρχές. Δηλαδή, υπήρξε μία εικοσαετία ενός υπερκαταναλωτισμού, διότι, προφανώς, πιστέψαμε, ότι ο προορισμός μας και η αναζήτησή μας θα είναι στα υλικά πράγματα, αλλά, τελικά αποδεικνύεται ότι τίποτα δεν είναι για πάντα, και δεν μπορεί να υπάρχει για πάντα. Ούτε η σιγουριά. Πόσο μάλλον η οικονομική. Αυτό το είχαμε ξεχάσει.

Όπως, ακριβώς, ξεχάσαμε, ότι οι πατεράδες μας ή οι παππούδες μας τα έχουν περάσει όλα αυτά.
Αλλά, υπάρχουν και στο δικό μας γονίδιο.

Ο Οδυσσέας, έδειξε, ότι ο έλληνας είναι ο ήρωας της περιπέτειας, του νόστου και της Ιθάκης, ότι έχει στο dna του το σπέρμα της επιστροφής…
Της επιστροφής στις ρίζες.

Θα περάσουμε περιόδους, απόλυτου αποπροσανατολισμού, και είναι λογικό, διότι έχουν χαθεί γενιές. Από το ’81 και μετά, δηλαδή, μιας τριαντακονταετίας ευκολίας, όπου επιβιώναμε με τις επιδοτήσεις, εποχές που τα σπάγαμε στα μπουζούκια και -τέλος πάντων- θεωρούσαμε ότι όλα είναι εύκολα. Στην εποχή που νομίζαμε ότι το χρήμα είναι εύκολο, και μάλιστα νομίζαμε ότι είναι δικό μας, αν και ήταν δανεικό.

Άρα, ήμασταν κακομαθημένα παιδιά. Ήμαστε ακόμα παιδιά, τα οποία δεν έχουν ενηλικιωθεί. Αλλά θα ενηλικιωθούν, γιατί σας λέω και πάλι, έχουμε στο γονίδιό μας, καλά πράγματα, που λείπουν από άλλους λαούς.
Και έχουμε υποχρέωση να στραφούμε προς αυτά τα καλά χαρακτηριστικά μας…

Κρ.Π.: Βλέπουμε, όμως, να την πληρώνουν άνθρωποι που τα είχαν αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως οι συνταξιούχοι για παράδειγμα, που τους κόβουν, πλέον και τα δώρα και τα επιδόματα, εξαιρώντας τους κληρικούς. Και εν τω μεταξύ, την Ελλάδα την πουλάνε, ή την καίνε. Έχουμε θύματα, δηλαδή, όχι μόνο ανθρώπους που δεν ευθύνονται σε τίποτα, αλλά και τόπους, που κουβαλάνε, εκτός των άλλων, τον πολιτισμό μας.

Στ.Μ.: Δεν μπορείς να ξεπουλάς τον τόπο σου. Με την έννοια, ότι, δεν έχεις τίποτε άλλο. Αυτό είναι η περιουσία σου.

Και δεν μπορεί να γίνεται συνεχώς, ο πλούσιος πλουσιότερος και ο φτωχός φτωχότερος. Υπάρχει ένα όριο!
Και υπάρχει και μία κληρονομιά συγκεκριμένη, που δεν μπορείς να βάλεις χέρι!

Κρ.Π.: Όπως λέγεται, βάζουν χέρι, όπως για παράδειγμα, ο Όλυμπος, με το θέμα των αποβλήτων… 

Στ.Μ.: Απαράδεκτο. Δυστυχώς, αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Αυτό γίνεται παντού.

Υπάρχουν τα ιερά και τα όσια που λέμε, σε εισαγωγικά, τα οποία δεν μπορείς να τα ξεπουλάς. Δεν γίνεται. Δεν μπορείς να πηγαίνεις τόσο ενάντια στον εαυτό σου! Πρέπει να φυλάς τις Θερμοπύλες. Δεν γίνεται.

Κρ.Π.: Κι όμως, φαίνεται ότι γίνεται. Και από την άλλη πλευρά δεν υπάρχει ομονόηση για αντίδραση…

Στ.Μ.: Αυτό, ως λαός, δεν γίνεται να το αφήσεις έτσι. Ο Μίκης Θεοδωράκης, έλεγε, ότι ο Έλληνας, αντιδράει όταν του μπει το μαχαίρι στο κόκκαλο. Αντιδράει, αλλά, πρέπει να φτάσει στο αμήν, για να αντιδράσει.

Φαίνεται, ότι έχουμε ακόμη περιθώριο… Ο Έλληνας ξυπνάει, όταν τα όρια της ντροπής και της βίας έχουν φτάσει στο έσχατό τους σημείο, τότε, συνεχίζει ο Θεοδωράκης, ανά τους αιώνες, γεννιέται μια ποιητική βιωματική των απλών ανθρώπων.

Δηλαδή, λέει, ό,τι, ανά την ιστορία, όταν συμβαίνει αυτό, γεμίζει ο τόπος με ανθρώπινες πράξεις που με την υπέρβαση και τον οίστρο της αυτοκαταστροφής και της θυσίας, γίνονται αυτές καθαυτές ανθρώπινα ποιήματα! Αυτό, έγινε, και πριν βγει το Άξιον Εστί.

Δεν έχει άλλη δυνατότητα ο Έλληνας. Όταν φτάσει, λοιπόν, στο αμήν, θα αντιδράσει.
Ο Ελύτης, επίσης, λέει κάπου, ότι έχει και η ψυχή το δικό της κουρνιαχτό΄κι αν σηκωθεί, λέει, μέσα μας, αέρας, αλίμονο!

Αν ανατρέξουμε στην ιστορία, θα δούμε ότι αυτά για το οποία μιλάμε, έχουν ξαναγίνει στην Έλλάδα. Όχι με τον ίδιο τρόπο, αλλά, στην ουσία τους, έχουν ξαναγίνει. Γι’ αυτό, αυτά τα ερωτήματα τα οποία θέτετε τώρα, είναι συνεχόμενα ερωτήματα, σε όλη την πορεία της ιστορίας μας.

Η μεγάλη συγγραφέας, η Λιλλή Ζωγράφου, σε ένα βιβλίο της μιλάει για τη δικαίωση. Λέει, ότι η κάθαρση και το έλεος μιας τραγωδίας, αργούν.
Αλλά, λέει, επίσης, ότι για όλα σπαράζει ο ποιητής. Και σπαράζει ο ποιητής, γιατί γιορτάζει η αμαρτία μεταμφιεσμένη σε αρετή…

Θέλω να πώ, ότι είναι γνωστό πως πάνω – κάτω έτσι ήταν τα πράγματα και παλιότερα, με άλλη μορφή.
Δεν πρόκειται να χαθεί η Ελλάδα΄παραμένω ποιητικά αισιόδοξος.

Κρ.Π.: Και τί θα έπρεπε να κάνουμε, πιστεύετε, γι’ αυτό;

Στ.Μ.: Πρώτα απ’ όλα, για μένα η λύση θα βρεθεί, όπως είπα, μόνον εάν ομονοήσουμε. Δηλαδή, δεν υπάρχουν ατομικές λύσεις για να ξεπεράσεις την κρίση. Υπάρχουν λύσεις βαθύτερες, που θέλουν περισσότερο χρόνο, πιο δύστοκες και δύστροπες, πιο «σοβαρές» και σοφές, και όχι πρόχειρες και επιφανειακές. Γι’ αυτό, και η ομονόηση, μοιάζει να είναι μονόδρομος.

Ο καθένας, το μόνο που μπορεί να κάνει, είναι να ακολουθήσει ο ίδιος ένα προσωπικό παράδειγμα. Δηλαδή, προσωπικό παράδειγμα, όχι για να γίνει μιμητής, αλλά για να νιώσει ο κόσμος ότι υπάρχει μια συμπόρευση.

Διότι, ο κόσμος μπορεί να παλέψει, ακόμη κι αν είναι στριμωγμένος στη γωνία, όταν νιώθει ότι έχει συνοδοιπόρους. Όταν νιώθει μόνος και αποσυρμένος… όπως, λέω για τους νέους ανθρώπους, ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη καταστροφή από την ανεργία των νέων. Διότι, ουσιαστικά, απαξιώνεται ο σκοπός της ζωής τους. Δηλαδή, αφαιρούνται όλες οι προοπτικές που θα μπορούσαν να έχουν.

Και επίσης, το χειρότερο απ’ όλα είναι να νιώθεις ότι δεν είσαι χρήσιμος στην κοινωνία.
Άεργοι, άνεργοι, στη γωνιά, απαξιωμένοι, οδηγημένοι να πέσουν από τα μπαλκόνια! Με συγχωρείς, δηλαδή…

Κρ.Π.: Και αφαιρούν τη δυνατότητα να βρουν την ταυτότητά τους, εφόσον, την ταυτότητά κανείς, την βρίσκει μέσα στην κοινωνία;

Στ.Μ.: Μα, ο καθρέφτης μας, είναι οι άλλοι. Δεν μπορούμε να ζήσουμε μόνοι μας. Ζούμε σε μία κοινωνία που έχουμε ανάγκη ο ένας τον άλλον.

Κρ.Π.: Παρεμπιπτόντως, τα έσοδα της σημερινής παράστασης «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» που πρωταγωνιστείτε, θα δοθούν για το Χαμόγελο Του Παιδιού;

Στ.Μ.: Δεν είμαι υπέρ της διαφήμισης των κοινωνικών εκδηλώσεων. Αυτό δεν το κάνουμε για διαφήμιση. Αλλά, έχουμε υποχρέωση της αλληλοβοήθειας και της αλληλεγγύης.

Η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια, δεν είναι μόνο από βαθύτερο πνεύμα, είναι και ανάγκη αυτοσυντήρησης.

Διάβασα ένα πολύ συγκινητικό άρθρο της Φωτεινής Τσαλίκογλου, που έλεγε ότι στην Αφρική, ένας λευκός, παρατηρώντας την ομαδικότητα και την αλληλεγγύη, σε ένα χωριό πρωτόγονων, έβαλε φρούτα σε ένα δέντρο και είπε ότι όποιο παιδάκι φτάσει πρώτο θα τα κάνει δικά του. Τότε, όλα τα παιδιά πιάστηκαν από το χέρι, και έκαναν ένα γύρο, από τα φρούτα. Τότε εκείνος τους ρώτησε, γιατί, το έκαναν αυτό; Και εκείνα απάντησαν, ότι αν έμενε έστω και ένα παιδάκι νηστικό, δεν θα ήταν κανένα τους ευτυχισμένο.

Αυτό, βέβαια, ενέχει και μία παιδική αφέλεια. Αλλά ίσως πρέπει να ανακαλύψουμε ένα μικρό κομματάκι της παιδικής αφέλειας.

Γιατί, υπάρχει στη συνείδηση, ότι η σωτηρία είναι μέσα στην κοινωνία. Ότι δεν μπορείς ατομικά να σωθείς. Σα να λέμε, ότι θα καταρρεύσει το σύμπαν στην Ελλάδα, και αν εσύ βάλεις τα λεφτά σου σε ένα σεντούκι θα σωθείς. Μα είναι βλακώδες! Πώς θα σωθείς; Όταν βρίσκεσαι σε μία κοινωνία κατεστραμμένων ανθρώπων; Όταν δυστυχήσουν όλοι, θα δυστυχήσεις και εσύ, γιατί είσαι κόμμάτι τους!

Κρ.Π.: Διαφορετικά, μιλάμε για το νόμο της ζούγκλας;

Στ.Μ.: Ακριβώς. Δεν μπορούμε να γίνουμε ζούγκλα. Δεν γίνεται.

Κρ.Π.: Για την παράσταση της Ιφιγένειας, τι έχετε να μας πείτε;

Στ.Μ.: Στην Ιφιγένεια, μπαίνει το ζήτημα, από τη μια πλευρά, για ποιό λόγο αξίζει να θυσιαστεί κάποιος, ποιός είναι ο ρόλος και ο σκοπός, και ποιά είναι η αξία μιας θυσίας.

Και από την άλλη, είναι η ευαισθητοποίηση ενός νέου ανθρώπου, που ξυπνάει ξαφνικά και απροειδοποίητα σε έναν κόσμο βίας, σε έναν κόσμο απόλυτα συμβιβασμένο, και γεμάτο ωμότητα.

Σε αυτό το σημείο, συνειδητοποιείς, πώς μπορεί να χάνεται η αθωότητα, σε μια στιγμή.

Η γενιά των πατεράδων μας και των παππούδων μας, που στα νεανικά τους χρόνια βρέθηκαν να πολεμάνε, αυτοί ένιωσαν να χάνεται η αθωότητά τους. Για έναν κοινό σκοπό όμως! Αυτή είναι η διαφορά.

Έχω μιλήσει με πολλούς παππούδες και γιαγιάδες, και βλέπεις ότι οι άνθρωποι αυτοί, παρόλα αυτά, έχουν κρατήσει την αφέλεια και την αθωότητά τους. Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα, από το να βλέπεις, έναν άνθρωπο ογδόντα χρονών και να έχει καθαρό βλέμμα!

Ακόμα, και στην περίπτωση που προδόθηκε. Γιατί, ξέρετε, ο προδομένος δεν είναι ο χαμένος. Ο χαμένος είναι αυτός που προδίδει.

Το σπέρμα της ανθρωπιάς είναι πολύ βαθύτερο. Δεν μπορείς να χτίσεις τίποτα πάνω στο μίσος. Ότι υπάρχει χτισμένο στο μίσος θα κατακρημνιστεί. Δεν έχει δυνατότητα διεκπεραίωσης στο μέλλον. Είναι καταδικασμένο να πεθάνει. Αυτό το έχει αποδείξει η Ιστορία.

Κρ.Π.: Είναι καταδικασμένο, ότι δεν υποστηρίζει τη ζωή;

Στ.Μ.: Ακριβώς.

Κρ.Π.: Παρ’ όλα αυτά, δεν πάει να πει ότι δεν καταστρέφει, εν τω μεταξύ…

Στ.Μ.: Όχι βέβαια. Όχι.

Κρ.Π.: Ως επίλογο τι θα λέγατε;

Στ.Μ.: Να πω, μόνο, ότι όλα αυτά που λέμε τα έχουν καταγράψει οι ποιητές μας σε όλη την ιστορία μας. Μην ξεχνάμε, ότι αυτό που ζούμε τώρα έχει ξαναπεράσει από την Ελλάδα.
Ένα παράδειγμα, είναι η έξοδος του Μεσσολογγίου, ένα ουσιαστικά κοσμοϊστορικό γεγονός που άλλαξε την ιστορία και έθρεψε την απελευθέρωση της Ελλάδας, γιατί συνένωσε και όλους τους Ευρωπαίους ύπερ μας.

Λέει, λοιπόν ο Σολωμός, που καθόταν τότε απέναντι από το Μεσολόγγι, στη Ζάκυνθο και παρατηρούσε τις εκλάμψεις των κανονιών τη νύχτα:

«Η Ελλάδα, είναι μια ιδέα μέσα εις τον μέλλον. Εντυπωμένη με άπειρη δόξα. Αλλά στο συγκεκριμένο παρόν, είναι ως παμφάγος μητέρα που καταβροχθίζει τα τέκνα της. Και πρέπει να είσαι απολύτως προσηλωμένος στο ιδεατό μέλλον, για να αντέξεις και να συνεχίσεις την προσωπική σου δημιουργία».

Επομένως, όλο αυτό για το οποίο μιλάμε, και ειπωμένο είναι, και διατυπωμένο είναι από όλους τους διανοούμενους των προηγούμενων αιώνων.
Και κυρίως από τους μεγάλους μας ποιητές.

Αυτή είναι η προσωπική μας κληρονομιά. Αν σε κάτι μπορούμε να ανατρέξουμε για να πάρουμε παρηγοριά και κουράγιο, είναι σε αυτούς τους ποιητές…-


info

Μια παράσταση για το Χαμόγελο του Παιδιού
Θέατρο Βράχων, Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου, ώρα 21.00

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ εν Αυλίδι
Μια παράσταση αφιερωμένη στο Χαμόγελο του Παιδιού θα δοθεί στο Θέατρο Βράχων από τον θίασο της Ιφιγένειας, την εταιρεία τέχνης 5η Εποχή και το Δηπεθε Βέροιας που παρουσιάζουν σε όλη την Ελλάδα την ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ εν Αυλίδι του Ευριπίδη.
Με μια παράσταση που φέρνει στην επικαιρότητα την έννοια της θυσίας ο θίασος επιστρέφει στην Αθήνα και μας προσκαλεί να ενισχύσουμε το έργο του Χαμόγελο του Παιδιού, μιας οργάνωσης με σπουδαία κοινωνική προσφορά.

Η γενική είσοδος για την παράσταση στο Θέατρο Βράχων είναι 15 €.

Η ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ εν Αυλίδι του Ευριπίδη είναι ένα από τα κορυφαία κείμενα της αρχαίας ελληνικής πραγματείας, είναι κείμενο βαθύτατα πολιτικό, ένα ειρωνικό και ταυτόχρονα τραγικό σχόλιο πάνω στο θέμα της πολιτικής σκοπιμότητας. Η Ιφιγένεια σύμβολο κάθε θυσίας, είναι το εξιλαστήριο θύμα των πολιτικών σκοπιμοτήτων κάθε εποχής. Η Ιφιγένεια δεν θυσιάζει μόνο τη ζωή της, αλλά κυρίως, θυσιάζει, την αθωότητα της καθώς καλείται σχεδόν ακαριαία, να συνειδητοποιήσει το ανελέητο του κόσμου αυτού.

Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο ΘΕΜΗΣ ΜΟΥΜΟΥΛΙΔΗΣ
Πρωταγωνιστούν:
ΚΑΡΥΟΦΥΛΛΙΑ ΚΑΡΑΜΠΕΤΗ [Κλυταιμνήστρα], ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΑÏΝΑΣ [Αγαμέμνων] ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΠΠΑ [Ιφιγένεια], MHNAΣ ΧΑΤΖΗΣΑΒΒΑΣ [πρεσβύτης], ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΝΚΟΓΛΟΥ [Αχιλλέας], ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ [άγγελος], ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ [Μενέλαος], ΛΟΥΚΙΑ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ, ΜΑΡΟΥΣΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ, ΓΙΑΝΝΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑ, ΑΡΕΤΗ ΠΑΣΧΑΛΗ.
Σε ρόλο κορυφαίας η ΡΙΤΑ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ.

Η παράσταση ανεβαίνει σε μετάφραση Κ. Χ. ΜΥΡΗ, σκηνοθεσία – επεξεργασία κειμένου ΘΕΜΗ ΜΟΥΜΟΥΛΙΔΗ, σκηνικό ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΤΣΑ, κοστούμια ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΚΟΚΚΟΡΟΥ,  μουσική ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΒΗΤΑ, φωτισμούς ΝΙΚΟΥ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ.

Η ιστορία…
Η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», είναι το προτελευταίο έργο του Ευριπίδη. Πραγματεύεται τη θεϊκή βούληση της Άρτεμης να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, κόρη του βασιλιά των Μυκηνών, Αγαμέμνονα, προκειμένου να φυσήξουν ούριοι άνεμοι και να κινήσει ο στόλος των Ελλήνων για την Τροία.
Ο πόλεμος γίνεται αυτή τη φορά γιατί ο Πάρις έκλεψε την Ελένη σύζυγο του Μενέλαου, προσβάλλοντας έτσι την Ελλάδα. Ο στόλος των Ελλήνων περιμένει στην Αυλίδα να φυσήξουν οι άνεμοι…
Η αρχική απόφαση του Αγαμέμνονα ν’ αποδεχτεί το χρησμό, μέσα σε μία κατάσταση σύγχυσης και πανικού και η ψευδής ανακοίνωσή του για γάμο της Ιφιγένειας με τον Αχιλλέα προκειμένου να οδηγηθεί η Ιφιγένεια στην Αυλίδα, σύντομα ανακαλείται από τον ίδιο. Ωστόσο τελικά, ο Αγαμέμνων, παρά τις ικεσίες της Κλυταιμνήστρας και της Ιφιγένειας, αποφασίζει τη θυσία. Η Ιφιγένεια, καλείται σε μια στιγμή να συνειδητοποιήσει την αμετάκλητη αλλαγή στη ζωή της. Αδύναμη και αηδιασμένη απέναντι στη βία του στρατεύματος, ανυπεράσπιστη, κι αθώα,  αποφασίζει, με ένα λόγο ειρωνικό που φτάνει στα όρια του σαρκασμού, να θυσιαστεί οικειοθελώς.
Η θυσία αποφασίζεται! Η εκστρατεία θα ξεκινήσει… Η ιστορία συνεχίζεται…
Το ερώτημα παραμένει: Θυσία ή φόνος;


ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ: Viva.gr, τηλέφωνο 13855
http://www.facebook.com/5hepoxi
Πληροφορίες: τηλ. 2106085797, 6958616823.

Σωτηρία Σταυρακοπούλου: Πληρώνουμε την ανοχή μας

00:09, 02 Σεπ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/104733

Η Σωτηρία Σταυρακοπούλου, συγγραφέας και και επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ, απαντά στην Κρυσταλία Πατούλη «Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε;» συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs.

«Με ρωτάτε πώς φτάσαμε ώς εδώ και τι πρέπει να κάνουμε. Καθώς ίσως ξέρετε, γεννήθηκα το 1957 και επομένως ανήκω στη γενιά της Μεταπολίτευσης. Ο όρος «Μεταπολίτευση» σημαίνει ότι ως όριο διαχωρισμού της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου μας θεωρούμε την επτάχρονη δικτατορία (1967-1974) της απριλιανής χούντας των συνταγματαρχών.

Πρέπει επομένως να θυμηθούμε ποια υπήρξαν τα πολιτικοκοινωνικά δεδομένα πριν και μετά τη δικτατορία, τα οποία θα μας βοηθήσουν να αντιληφθούμε καλύτερα το πώς φτάσαμε ώς εδώ. Το δεδομένα όμως αυτά έχουν άμεση σχέση ή, καλύτερα, είναι απότοκα των ιστορικών γεγονότων που καθόρισαν την πορεία της χώρας μετά το προηγούμενο μεγάλο ιστορικό ορόσημο, που υπήρξε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Γερμανική Κατοχή. Βέβαια, τα γεγονότα αυτά εγώ δεν τα έζησα, αλλά τα γνώρισα παιδί από τις αφηγήσεις των γονιών και άλλων συγγενών μου. Ασφαλώς αργότερα τα διάβασα επισταμένα σπουδάζοντας φιλόλογος. Γνώρισα όμως τον απόηχο του Εμφυλίου και τις συνέπειές του μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.

Η μητέρα μου υπήρξε νεαρή αντάρτισσα στον Εμφύλιο. Για την αντιστασιακή της δράση τιμήθηκε με δίπλωμα μετά τη Μεταπολίτευση. Όταν πέθανε ενταφιάστηκε, τιμής ένεκεν, στον ειδικό χώρο που διατηρεί το ΚΚΕ στο νεκροταφείο του Βόλου. Ο πατέρας μου πολέμησε στον Εμφύλιο με τη μεριά του εθνικού στρατού και τιμήθηκε κι αυτός (δίπλωμα και μετάλλιο) επ’ ανδραγαθία. Τα δύο αυτά διπλώματα κρέμονται κορνιζωμένα, το ένα δίπλα στο άλλο, στον τοίχο της σάλας του πατρικού μου σπιτιού στον Βόλο. Μπορώ, επομένως, να ισχυριστώ ότι είμαι παιδί ενός νικητή και μιας ηττημένης του Εμφυλίου.

Τα τραύματα του Εμφυλίου άφησαν τα σημάδια τους στους γονείς μου, αλλά καταλάγιασαν μέσα στον θεσμό της  οικογένειας. Οι δυο γονείς μου, φτωχοί και οι δύο, δούλεψαν σκληρά για να μεγαλώσουν εμένα και τον αδελφό μου και να με βοηθήσουν να σπουδάσω.

Δυστυχώς αυτό που έγινε μέσα στην οικογένειά μου τα χρόνια που εγώ υπήρξα παιδί δεν έγινε, με ευθύνη – πες καλύτερα φταίξιμο – των πολιτικών μας στη μεγάλη οικογένεια που είναι η πατρίδα μας, με αποτέλεσμα να εκκολαφθεί και να επικρατήσει  η δικτατορία, φέρνοντας νέα δεινά στη χώρα.

Μετά τη Μεταπολίτευση φταίμε πλέον και εμείς που ανεχτήκαμε την αναζωπύρωση του μετεμφυλιακού πολιτικού κλίματος που επεδίωξαν και κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ξανά τα παλιά πολιτικά κόμματα για τη νομή της εξουσίας, τα οποία έδειξαν να μην έχουν τίποτα διδαχτεί από τη λαίλαπα της δικτατορίας. Βέβαια, εμφανίστηκαν κάπως αλλαγμένα και κάποια με νέα ονόματα.

Το ΚΚΕ νομιμοποιήθηκε. Το πολιτειακό ζήτημα, που από τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους ταλάνισε τον τόπο, λύθηκε οριστικά με το δημοψήφισμα του 1975. Η εκλογική όμως βία και νοθεία δεν σταμάτησε∙ άλλαξε μορφή, με το να αλλάζει το κάθε κόμμα, που ήταν στην κυβέρνηση, τον εκλογικό νόμο. Και αυτό όχι μόνο το ανεχτήκαμε εμείς της μεταπολιτευτικής γενιάς, αλλά το συντηρήσαμε και το συντηρούμε μέχρι τώρα. Όλα τα κόμματα μετά τη Μεταπολίτευση συνέχισαν τον προ της δικτατορίας τρόπο δράσης και λειτουργίας τους (θα ταίριαζε καλύτερα να λέγαμε «συνέχισαν τον χαβά τους», για να συνδέσουμε λίγο το παρόν με το παρελθόν μας επί οθωμανικής κυριαρχίας).

Τα λεγόμενα «κόμματα εξουσίας», η ΝΔ και το Πασόκ δηλαδή, αντιμάχονταν ποιο θα κερδίσει τις εκλογές για να λαφυραγωγήσει το κράτος, το δε ΚΚΕ (και οι συνοδοιπόροι του) συνέχισε την προ της δικτατορίας επαναστατική του τακτική με διαδηλώσεις, καταλήψεις δρόμων και εργοστασίων (θυμάμαι ότι στο Βόλο ανάγκασαν την αυτοβιομηχανία Nissan να κλείσει το εργοστάσιό της), κλείσιμο λιμανιών, κτλ. θαρρείς και δεν ήταν πλέον νόμιμο κόμμα. Και δυστυχώς την τακτική του κόμματος  αυτού την υιοθέτησαν και τα κόμματα εξουσίας στη μεταξύ τους διαμάχη.

Κι αυτό το ανεχτήκαμε. Το κομματικό / πελατειακό σύστημα δεν θα μπορούσε να επιζήσει χωρίς τη συναλλαγή, τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, τη διόγκωση του κράτους με άχρηστους ή αχρείαστους οργανισμούς, μέσα στους οποίους συντηρούσε ψηφοφόρους-ομήρους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου, με τη δημιουργία ανεξέλεγκτων ΔΕΚΟ που τις διεύθυναν διορισμένοι διοικητές (ως επί το πλείστον αποτυχημένοι πολιτευτές) μαζί με τους επικεφαλείς του κομματικά οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος (μήπως στρατού;) που επέβαλαν τις παράλογες – και αντιδημοκρατικές – πολλές φορές απαιτήσεις τους με τη δύναμη  (πες καλύτερα τη βία) που διέθεταν.

Θυμάμαι ότι στις τόσες απεργίες που έχω ζήσει, το σούπερ-μάρκετ της γειτονιάς μου, το μανάβικο και ο φούρνος ήταν πάντα ανοικτά και μόνο η ΔΕΗ μπορούσε να κατεβάζει τους διακόπτες, η ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ  να μην πετάει, οι τράπεζες να κλείνουν όλες, οι δημοτικοί υπάλληλοι της καθαριότητας να μη συλλέγουν τα σκουπίδια και οι λιμενεργάτες να μην αφήνουν τα πλοία να αποπλεύσουν, αφού κομματικό συνδικαλισμό είχαν πλέον όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα.

Και οι κομματικοί αυτοί συνδικαλιστικοί πατέρες ανταμείβονταν για τις «υπηρεσίες» τους με μια θέση βουλευτή από το κόμμα στο οποίο είχαν ενταχθεί (κόμμα εξουσίας ή όχι, αδιάφορο). Αυτός ο κομματικός συνδικαλισμός που ξαπλώθηκε σ’ όλη την κοινωνία καθόρισε και καθορίζει ακόμα και τη λειτουργία των Πανεπιστημίων, ένα χώρο που τον ξέρω καλά, και προσπάθησα να τον αποδώσω σ’ όλη του την παθογένεια, με το μυθιστόρημά μου Σπάνιες αλήθειες (Εστία, 2008).

Οι κομματάρχες της ΕΡΕ, πριν την χούντα, και της ΝΔ  αμέσως μετά, αντικαταστάθηκαν από τους πρασινοφρουρούς του Πασόκ,  μετά την επικράτησή του το 1981, σ’ όλους τους τομείς της πολιτικής και κοινωνικής δράσης, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής παντού (δημόσια διοίκηση, τοπική αυτοδιοίκηση, παιδεία, υγεία κτλ., τι να τα λέμε τώρα). Η χώρα μετά τη Μεταπολίτευση, παρά το γεγονός ότι ο Κωσταντίνος Καραμανλής την έριξε στα βαθιά νερά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπας και κολυμπώντας πάρει την πάνω βόλτα, επέλεξε την κάτω, και αυτό όχι μόνο το ανεχτήκαμε, αλλά συμπράξαμε κι εμείς της γενιάς μου και το διαιωνίσαμε.

Για να ελαφρύνω λίγο το θέμα,  θα σας θυμίσω ένα ανέκδοτο που κυκλοφορούσε στα αμφιθέατρα αρχές της δεκαετίας του 1980, που το Πασόκ με τα πετυχημένα, πράγματι, συνθήματα που πλάσαρε ο Αντρέας Παπανδρέου, εκμεταλλευόμενος την αγανάκτηση του κόσμου από την καταπίεση της χούντας («ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», «Έξω οι βάσεις του θανάτου», «Ο αγώνας είναι αγώνας των μικρομεσαίων», κτλ.), κατάφερε να γίνει πρώτο κόμμα με πρωθυπουργό τον Αντρέα Παπανδρέου, ο οποίος συσπείρωσε δίπλα του κάποιους παλιούς πολιτικούς της Ένωσης Κέντρου, αλλά κυρίως νέους και άγνωστους τότε φοιτητές, που είχε στρατολογήσει από το εξωτερικό και το εσωτερικό στη διάρκεια του αντιδικτατορικού του αγώνα.

Ένας, λοιπόν, Έλληνας  τουρίστας επισκέπτεται το Κάιρο. Σε μια γωνιά βλέπει έναν Αιγύπτιο ξαπλωμένο που τον είχαν καλύψει μύγες. Με τον τουριστικό χάρτη που κρατούσε διώχνει τις μύγες για να τον ανακουφίσει. Σηκώνεται τότε ο Αιγύπτιος και του βάζει τις φωνές: «Τι έκανες, βρε άνθρωπέ μου», τον μαλώνει. «Τι έκανα;» τα χάνει ο Έλληνας, «έδιωξα τις μύγες για το καλό σου». «Αυτές που έδιωξες», απαντά ο Αιγύπτιος, «ήταν χορτάτες. Να δεις τι έχω να τραβήξω από αυτές που θα έρθουν τώρα και θα είναι νηστικές». Αυτά τα ανεχτήκαμε.

Θα μου πείτε, μα καλά, όλοι οι πολιτικοί της Μεταπολίτευσης ήταν ίδιοι; Ασφαλώς και όχι. Υπήρξαν άνθρωποι που θέλησαν να πάνε τον τόπο μπροστά∙ κι όταν λέω μπροστά, εννοώ να τον εκσυγχρονίσουν κι όχι να ενδιαφερθούν πρώτα για την πολιτική τους καριέρα, ύστερα για το κόμμα τους και τέλος για τη χώρα ή τον λαό, που «υποτίθεται» ότι εκλέχτηκαν για να υπηρετήσουν «κατά συνείδηση».

Θα περιοριστώ σε ένα μόνο χαρακτηριστικό παράδειγμα, αυτό του Αναστάσιου Πεπονή. Κατόρθωσε να δημιουργήσει το ΑΣΕΠ  για να αφαιρέσει από τα νύχια των κομμάτων το πολιτικό ρουσφέτι του διορισμού στο Δημόσιο. Πότε όμως; Με νόμο το 1994, ναι είκοσι χρόνια μετά την μεταπολίτευση.

Και με αυτή του την πράξη έμεινε στην ιστορία. Η εξαίρεση όμως δεν ανατρέπει τον κανόνα, ούτε τα συμφέροντα και τις παγιωμένες πολιτικές νοοτροπίες. Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν του Πασόκ και της Ν.Δ. άνοιξαν ένα σωρό παραθυράκια στον «νόμο Πεπονή» για να μην χάσουν την εκλογική τους πελατεία.

Στο πρόσφατο μυθιστόρημά μου Αχ, Ελλάδα, σ’ αγαπώ (Εστία, 2012) προσπαθώ, μέσα από τις ζωές των Ελλήνων και αλλοδαπών ηρώων μου που έζησαν ή και ζούνε ακόμα στον τόπο μας (όλοι τους υπαρκτά πρόσωπα, παραλλαγμένα όμως για τις ανάγκες της αφήγησης), να «περάσω» τα δικά μου «πιστεύω» για το ποιοι είμαστε και πώς φτάσαμε ώς εδώ σήμερα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Στη σελίδα 159 για το συγκεκριμένο θέμα, η ηρωίδα μου, μια απόφοιτος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του «Πανεπιστημίου Μακεδονίας», που για να επιβιώσει έκανε του κόσμου τα επαγγέλματα (σερβιτόρος σε φαστφουντάδικο, νηπιαγωγός, υπάλληλος στο σούπερ-μάρκετ της γειτονιάς της, κ.ά.), λέει τα εξής:

Μου τηλεφωνεί τότε ο Αχιλλέας, ο πρόεδρος των αδιόριστων, να δω στο Ίντερνετ κάτι, αλλά δεν είχα Ίντερνετ. Έτσι το κοίταξα σε κάποιο καφέ. Υπήρχε ένα σάιτ των αναπληρωτών εκπαιδευτικών, το «ΕΝΤΡΑ», όπου είχε γράψει ένα κείμενο. Ούτε τηλεφώνησα να του πω ότι το διάβασα, γιατί βαριόμουν. Μου τηλεφώνησε όμως εκείνος, λέγοντας: «Διάβασε, διάβασε, έχω γράψει κάτι για μας». Είχε γίνει φασαρία από κάποιον βουλευτή της αντιπολίτευσης, που ανέδειξε το σκάνδαλο. Αυτός κάτι ήξερε από τους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ, και ειδικά για τους κοινωνιολόγους και τους οικονομολόγους και τα έβγαλε στη φόρα. Του είπα: «Καλά». Δεν έδωσα πάλι σημασία. Καθώς δεν παρακολουθούσα συχνά τηλεόραση, το ξέχασα. Αργότερα διάβασα το άρθρο του στο Ίντερνετ. Ήταν εκτεταμένο. Στάθηκε το μάτι μου μόνο στο σημείο που έλεγε: «Ήρθε η ώρα του εισαγγελέα». Γιατί κάποιοι δεν είχαν πτυχία και είναι μέσα και άλλοι με πτυχία και άριστα, επιλαχόντες ή έξω. «Μακάρι», ευχήθηκα, «να ελέγξουν, να πάρουν και μας». Βάλαμε ένα δικηγόρο για να κάνει ασφαλιστικά, αλλά δεν τα κατάφερε. Δεν είχα όρεξη να δώσω άλλα λεφτά. Είχα πληρώσει ήδη τριακόσια ευρώ και η εκδίκαση δεν είχε καν ξεκινήσει.

Το πρόβλημα με τις μίζες και το μαύρο πολιτικό χρήμα είναι πρώτο θέμα κάθε μέρα πια στις εφημερίδες και στην τηλεόραση. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, συνδικαλιστές, επιχειρηματίες, ο απλός κόσμος, ζητούν όλοι τώρα να πάνε οι ένοχοι στη φυλακή, να γυρίσουν τα κλεμμένα, να γίνει έλεγχος του «πόθεν έσχες» σε πολιτικούς, δημάρχους και άλλα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα  από το 1974 και μετά.

Κι εγώ μαζί τους∙  αλλά αναρωτιέμαι, ρε αδελφέ, όλοι αυτοί, εμείς, τώρα ανακαλύψαμε τις μίζες; Τριάντα χρόνια δεν βλέπαμε τι ξόδευαν τα κόμματα σε κάθε εκλογική αναμέτρηση; Δεν βλέπαμε τις τεράστιες και πολυδάπανες προεκλογικές συγκεντρώσεις;  Δεν έπεσαν στην αντίληψή μας οι  στρατιές των ετεροδημοτών ψηφοφόρων που τους κουβαλούσαν, ακόμα και απ’ το εξωτερικό, με αεροπλάνα, λεωφορεία και βαπόρια τα κόμματα; Τυφλοί ήμασταν μπροστά στις γιγαντοαφίσες, στις καταχωρήσεις σε εφημερίδες, στα σποτ των τηλεοράσεων;

Όλα αυτά γίνονταν με την κρατική επιχορήγηση ή με τα κουπόνια των μελών τους;  Δεν ξέραμε ότι τα λεφτά τα έδιναν κάποιοι ντόπιοι και ξένοι επιχειρηματίες με το αζημίωτο φυσικά; Δεν είχαμε ποτέ ακούσει για κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες; Μήπως οι προεκλογικές και άλλες σπατάλες των κομμάτων γίνονταν με δάνεια από τράπεζες; Και γιατί τα χορηγούσαν οι τραπεζίτες αφού ήξεραν ότι πολλά από αυτά ήταν δανεικά και αγύριστα; Μήπως επειδή ήταν διορισμένοι απ’ αυτούς που τα ζητούσαν;  Κι άντε τα κόμματα. Δεν βλέπαμε το τι ξόδευε ο κάθε υποψήφιος βουλευτής, δήμαρχος, ακόμα και δημοτικός σύμβουλος, για να εκλεγεί; Δεν ξέραμε ότι πολλοί από αυτούς δεν είχαν δουλέψει ποτέ στη ζωή τους; Κι όλα αυτά από ενδιαφέρον για την πρόοδο και σωτηρία του τόπου; Αυτούς δεν ψηφίζαμε ξανά και ξανά. Έλεος! Χρόνια τα ανεχόμασταν όλα αυτά.

Καιρός να πούμε αλήθειες μπας και, βλέποντας το πρόσωπό μας στον καθρέφτη, συνειδητοποιήσουμε το πώς φτάσαμε ώς εδώ. Η μίζα και το ρουσφέτι προϋποθέτει τη σύμπραξη δύο: αυτόν που δίνει τη μίζα για δικό του – παράνομο συνήθως –  όφελος  και αυτόν που την παίρνει (για την ακρίβεια, αναγκάζει τον άλλον να τη δώσει) κλέβοντας ως επί το πλείστον το κράτος.

Μίζες και ρουσφέτια γίνονταν και πριν τη Μεταπολίτευση (ο καθένας που ήθελε κάτι ή μια θέση στο δημόσιο έψαχνε να βρει το κατάλληλο πρόσωπο: τον πολιτικό της περιφέρειά του ή τον κομματάρχη του). Μίζες δίνονταν και στη δικτατορία (ο πολιτικός αντικαταστάθηκε από τον φίλο ή γνωστό συνταγματάρχη που έπαιρνε τα ποσοστά του).

Οι μίζες συνεχίστηκαν και μετά τη Μεταπολίτευση. Με μια όμως διαφορά. Μέχρι το 1980 θεωρούνταν από ένα ευρύ φάσμα της κοινωνίας ως μια πράξη ανήθικη, κατακριτέα. Γι’ αυτό δίνονταν κρυφά, πιο περιορισμένα, και θα έλεγα με κάποια αιδώ. Ε, αυτή η αιδώς χάθηκε με την άνοδο του Πασόκ στην εξουσία. Η μίζα και η διαφθορά έγιναν τρόπος ζωής. Να θυμηθούμε τη δήλωση του Παπανδρέου για τον διοικητή της ΔΕΗ που εκείνος τον είχε διορίσει; «Είπαμε να κάνει κάποιο δώρο στον εαυτό του, αλλά όχι και πεντακόσια εκατομμύρια!» Τα ανεχτήκαμε όλα αυτά ή όχι;

Αυτός ο τρόπος ζωής, η γενικευμένη διαφθορά, η θεοποίηση του χρήματος και ιδίως η απόκτησή του με κομπίνες δίχως κόπο, το εθνικό σπορ της φοροδιαφυγής από τους επιτήδειους, τα δανεικά από τράπεζες χωρίς εγγυήσεις, οι καταναλωτικές κάρτες που σε παρακαλούσαν όλες οι τράπεζες να πάς να πάρεις όσες θέλεις και να ξοδεύεις αβέρτα, χωρίς να σκέφτεσαι πώς θα τις ξοφλήσεις, όλα αυτά βόλευαν πολλούς, γι’ αυτό και τα ανεχτήκαμε.

Αυτό ισχυρίζεται ο Θόδωρος Πάγκαλος με το «Μαζί τα φάγαμε». Μόνο που δεν μας εξηγεί ποιοι είναι οι κύριοι υπεύθυνοι γι’ αυτό το φαγοπότι, ποιοι κατάκλεψαν τις οικονομίες του κόσμου με τη φούσκα του χρηματιστήριου, πόσα έφαγε ο καθένας, και ποιοι είναι αυτοί που τα πληρώνουν τώρα.

Το ερώτημα όμως στο οποίο πρέπει να απαντήσουμε είναι γιατί; Αν βρούμε το γιατί, θα κατανοήσουμε ίσως καλύτερα και την ηθική έκπτωση της κοινωνίας μας. Πιστεύω ότι το γιατί δεν έχει να κάνει μόνο με μας αλλά με το γεγονός ότι η παγκόσμια κοινότητα οδηγήθηκε σε τροχιά ενός απερίσκεπτου καταναλωτισμού, απότοκου του οικονομικού μοντέλου της συνεχούς αύξησης της παραγωγής (σ’ αυτό σημαντικότατο ρόλο έπαιξε και παίζει η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας στα τελευταία τριάντα χρόνια, που συνέβαλε ουσιαστικά στην παγκοσμιοποίηση της οικονομίας).

Η συνεχής αύξηση της παραγωγής προϋποθέτει και την ανάλογη μαζική αύξηση της κατανάλωσης, που από ένα σημείο και πέρα συνεχίστηκε με δανεικά. Έτσι δημιουργήθηκαν τράπεζες-φούσκες. Η πρώτη τραπεζική φούσκα έσκασε στις ΗΠΑ κι άρχισε η κρίση, που γρήγορα  επεκτάθηκε στην Ευρώπη και γιγαντώθηκε σε μας, τον πιο αδύναμο κρίκο της ευρωζώνης, γιατί δεν είχαμε ποτέ ένα σύγχρονο κράτος με συνετούς πολιτικούς. Μόνο αυτό; Φαντάζομαι πως όχι.

Συνέβαλε, κατά την άποψή μου, και η υποβάθμιση της παιδείας σ’ όλα τα επίπεδα∙ και η άμβλυνση της κριτικής μας σκέψης, φαινόμενο στο οποίο πρωταρχικό ρόλο έχει η τηλεόραση. Δείτε π.χ. τι υποδείγματα ζωής και πνευματικής καλλιέργειας προβάλλουν συνεχώς τα κανάλια∙ προσέξτε την αισθητική των περισσοτέρων διαφημίσεων, θαρρείς και απευθύνονται σε κρετίνους για να πουλήσουν τα προϊόντα των εταιρειών που διαφημίζουν∙ φαινόμενο, επαναλαμβάνω, όχι μόνο ελληνικό αλλά, θα έλεγα, παγκόσμιο. Γι’ αυτά όμως θα χρειάζονταν επιστημονικές διατριβές– και υπάρχουν. Τι άλλο να πω εγώ – και τι ξέρω –, μια πεζογράφος που βγάζει το ψωμί της ως φιλόλογος στο πανεπιστήμιο;

Θα κλείσω με το τελευταίο σας ερώτημα: τι κάνουμε τώρα εμείς εδώ, στον τόπο μας. Πάλι δεν ξέρω! Συζητάω συχνά το θέμα αυτό με τους συναδέλφους μου. Άλλοι λένε, μην το ψάχνεις, δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Άλλοι λένε πρέπει να τα αλλάξουμε όλα. Η πρώτη είναι μια άποψη μοιρολατρίας, η άλλη μια διάθεση για δράση. Από τη φύση μου δεν είμαι μοιρολάτρης.

Να τα αλλάξουμε , λοιπόν, όλα. Σε ποια όμως κατεύθυνση; Μέσα στην Ευρώπη μαζί με τους εταίρους μας που κι αυτοί αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα ή έξω και μόνοι μας; Και πώς; Ορισμένοι εισηγούνται τον άμεσο διαχωρισμό της εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας που είναι σήμερα μπλεγμένες κουβάρι. Εισηγούνται, δηλαδή, αλλαγή του πολιτικού συστήματος.

Πετυχημένα τέτοια συστήματα υπάρχουν και έχουν δοκιμαστεί επί μακρόν σε άλλες καλά οργανωμένες χώρες. Θα μπορούσαμε ίσως να επιλέξουμε ένα τέτοιο σύστημα (συνήθως είναι προεδρικό) και να το προσαρμόσουμε στην ελληνική πραγματικότητα.

Πώς όμως θα γίνει αυτό και ποιοι θα το κάνουν; Νέα πολιτικά σχήματα και πρόσωπα ή κάποια από τα παλιά; Μπορεί ένα κράτος μπάχαλο να μεταμορφωθεί σε λειτουργικό και εξυπηρετικό κοινωνικό εργαλείο, πώς και από ποιους πάλι;

Από εμάς, με την βοήθεια των Ευρωπαίων εταίρων μας με το πιστόλι τους στον κρόταφό μας; Σηκώνω τα χέρια ψηλά, ΔΕΝ ΞΕΡΩ.  Αυτό που γνωρίζω είναι ότι την κοινωνική συνοχή μας την κρατάει ακόμα η παράδοση αλληλεγγύης της ελληνικής οικογένειας, και γι’ αυτό αισθάνομαι υπερήφανη. Ξέρω, ξέρουμε όλοι, ότι το ένα εκατομμύριο των ανέργων συντηρείται ακόμα με τις συντάξεις (πενιχρές οι πιο πολλές) των γονιών τους.

Και κάτι πρέπει να γίνει, κάτι πρέπει να κάνουμε όλοι για να πάψουν να αλληλοτρώγονται οι πολιτικοί μας – ακόμα και σήμερα –  για να διατηρήσουν τα κομματικά τους μαγαζάκια. Γιατί, αν χάσει η κοινωνία μας και το τελευταίο αυτό μετερίζι της οικογενειακής μας παράδοσής, τότε, πολύ φοβάμαι ότι θα επαληθευθεί ο κυρ-Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, αυτή η μεγάλη μορφή των γραμμάτων μας γενικά, και της Θεσσαλονίκης ειδικότερα, ο οποίος το 1986 μιλώντας για τη συλλογή διηγημάτων του Περικλή Σφυρίδη Κούφια λόγια (στα διηγήματά του αυτά ο Σφυρίδης περνάει την κρίση της κοινωνίας μας στις διαπροσωπικές σχέσεις και στον έρωτα) είπε τα εξής:

«… Πρώτη φορά στην Ελλάδα βλέπουμε τώρα μια αλλαγή ηθών και εθίμων που περνάει στη λογοτεχνία, όχι σαν σάτιρα εναντίον άλλων, αλλά σαν παράθεση γεγονότων. Αν είναι αυτό καλό ή κακό, είναι άλλο ζήτημα, αλλά για την κατάσταση που δημιουργείται δεν φταίει κανένας. Δεν βάζετε εσείς κανένα φταίχτη, κι αυτό μ’ ενδιαφέρει πολύ στο βιβλίο σας. […] Όσο για την ηθική τάξη που διασαλεύεται, δεν φταίτε εσείς γι’ αυτό. Εσείς την ιστορείτε σωστά και, όπως είπε ο Συμεών ο Περουβιανός (μοναχός του Αγίου Όρους), η ελληνική παράδοση θα διαφθαρεί μ’ αυτόν τον ξενόφερτο τρόπο ζωής και θα φθάσουμε στο μηδέν κι από το μηδέν θα ξαναρχίσουμε το χτίσιμο»  (στο βιβλίο μου, Περικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του, σ. 112).

Με την τωρινή μου γνώση θα έλεγα ότι δεν φταίει κανείς ξεχωριστά, αλλά φταίμε όλοι μαζί, γιατί ανεχτήκαμε χρόνια αυτή την κατάσταση. Σκέφτομαι μήπως αυτό που είπε ο Συμεών ο Περουβιανός σημαίνει πως έφτασε η ώρα να πληρώσουμε το τίμημα της ανοχής μας.-»
Σωτηρία Σταυρακοπούλου
Αύγουστος,   2012.