Ένας πολύ γέρος κύριος με κάτι τεράστια φτερά. Του Gabriel Garcia Marquez

13:08, 15 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102591

Το διήγημα για παιδιά που ακολουθεί*, με τίτλο «Ένας πολύ γέρος κύριος με κάτι τεράστια φτερά» 1968, του Gabriel Garcia Marquez, έγινε πηγή έμπνευσης του βίντεο κλιπ του Tarsem Singh για το «Losineg My Religion» των R.E.M., από το άλμπουμ Out of Time (1991), αλλά και για το τραγούδι «Καθρέφτης» του Αλκίνοου Ιωαννίδη.

«Την τρίτη μέρα της βροχής είχαν σκοτώσει τόσα καβούρια μες το σπίτι, που ο Πελάγιο αναγκάστηκε να διασχίσει την πλημμυρισμένη μεσαυλή του για να τα πετάξει στην θάλασσα, γιατί το νεογέννητο αγόρι είχε περάσει όλη την νύχτα με δέκατα κι όλοι σκέφτονταν πως έφταιγε η δυσωδία. Απ’ την Τρίτη όλα ήταν θλιβερά. Ουρανός και θάλασσα είχαν γίνει ένα σταχτί πράγμα κι η άμμος της παραλίας, που τον Μάρτη στραφτάλιζε σαν φωτεινή σκόνη, είχε μεταβληθεί σε σούπα από λάσπη και σαπισμένα θαλασσινά.

Το μεσημέρι το φως ήταν τόσο αδύνατο που όταν ο Πελάγιο γύριζε στο σπίτι, αφού είχε πετάξει τα καβούρια, με δυσκολία διέκρινε τι ήταν αυτό που κουνιότανε και βόγκαγε στο βάθος της μεσαυλής. Χρειάστηκε να πλησιάσει πολύ κοντά για ν’ ανακαλύψει πως ήταν ένας γέρος πεσμένος μπρούμυτα μες την λασπουριά και παρόλες τις μεγάλες του προσπάθειες δε μπορούσε ν’ ανασηκωθεί γιατί τον εμπόδιζαν οι τεράστιες φτερούγες του.

Τρομαγμένος απ’ αυτόν τον εφιάλτη, ο Πελάγιο έτρεξε να βρει την Ελισένδα, την γυναίκα του, που έβαζε κομπρέσες στο άρρωστο μωρό και την πήγε στο βάθος της μεσαυλής. Περιεργάστηκαν κι οι δύο το πεσμένο κορμί με βουβή κατάπληξη. Ήταν ντυμένος σαν ζητιάνος. Μόλις και του ‘μεναν λίγες ξασπρισμένες τρίχες στο γυμνό κρανίο του και πολύ λίγα δόντια στο στόμα και αυτή η θλιβερή του εμφάνιση, σαν καταμουσκεμένος παπούλης, του ‘χε αφαιρέσει όλο το μεγαλείο.

Οι φτερούγες του, σαν μεγάλου όρνιου, βρώμικες και μισομαδημένες, είχαν βουλιάξει για πάντα μες την λασπουριά. Τόσο πολύ τον περιεργάστηκαν και με τέτοια προσοχή που πολύ γρήγορα ο Πελάγιο και η Ελισένδα συνήλθαν απ’ την έκπληξή τους και στο τέλος τους φάνηκε και σαν γνωστός. Έτσι τόλμησαν να του μιλήσουν κι εκείνος τους αποκρίθηκε σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα, όμως με την ωραία φωνή των ναυτικών.

Έτσι έγινε και ξεπέρασαν το πρόβλημα των φτερών και συμπέραναν, κρίνοντας πολύ φρόνιμα, πως ήταν κάποιος μοναχικός ναυαγός κάποιου ξένου καραβιού που ‘χε βουλιάξει με την καταιγίδα. Ωστόσο, φώναξαν να το δει και μια γειτόνισσα που γνώριζε τα πάντα για την ζωή και το θάνατο κι εκείνης της έφτασε μια ματιά για να τους βγάλει απ’ την πλάνη τους.

Είναι ένας άγγελος – τους είπε – σίγουρα ερχότανε για το μωρό, αλλά ο καημένος είναι τόσο γέρος που η βροχή τον έριξε χάμω.

Την επόμενη όλος ο κόσμος ήξερε πως στο σπίτι του Πελάγιο κρατούσανε φυλακισμένο έναν άγγελο με σάρκα και οστά.

Αντίθετα με την κρίση της σοφής γειτόνισσας, που πίστευε πως οι άγγελοι στους καιρούς μας ήταν οι επιζήσαντες φυγάδες κάποιας ουράνιας συνομωσίας, δεν άντεξε η καρδιά τους να τον σκοτώσουν με ξυλιές.

Ο Πελάγιο τον πρόσεχε όλο το απόγευμα απ’ την κουζίνα, οπλισμένος με το ραβδί που είχε σαν σερίφης, και πριν ξαπλώσει τον έβγαλε τραβώντας τον απ’ τις λάσπες και τον έκλεισε μαζί με τις κότες στο συρματόφραχτο κοτέτσι.Τα μεσάνυχτα, όταν σταμάτησε η βροχή, ο Πελάγιο κι η Ελισένδα ακόμα σκότωναν καβούρια.

Λίγο αργότερα ξύπνησε το μωρό απύρετο και πεινούσε. Αισθάνθηκαν τότε μεγαλόψυχοι κι αποφάσισαν να βάλουν τον άγγελο σε μια σχεδία με πόσιμο νερό και προμήθειες για τρεις μέρες και να τον αφήσουν στην τύχη του στ’ ανοιχτά.

Αλλά όταν βγήκαν στην μεσαυλή με το πρώτο φως, βρήκαν όλη την γειτονιά μπροστά στο κοτέτσι να διασκεδάζει με τον άγγελο χωρίς τον παραμικρό σεβασμό και να του πετούν φαγώσιμα μεσ’ απ’ τις τρύπες του σύρματος λες και δεν ήταν πλάσμα υπερφυσικό παρά ζώο του τσίρκου.

Ο πάτερ Γκονσάγκα έφτασε πριν απ’ τις εφτά, ξεσηκωμένος απ’ το απίθανο νέο. Εκείνη την ώρα είχαν ήδη έρθει κι άλλοι περίεργοι, λιγότερο επιπόλαιοι απ’ τους πρωινούς κι είχαν κάνει κάθε είδους υποθέσεις για το μέλλον του φυλακισμένου.

Οι πιο αφελείς σκέφτονταν θα τον εκλέγανε δήμαρχο του χωριού. Άλλοι, πιο χοντροκέφαλοι, υπέθεταν πως θα τον προβίβαζαν σε στρατηγό πέντε αστέρων για να κερδίζει όλους τους πολέμους. Μερικοί οραματιστές ελπίζανε πως θα τον φύλαγαν για γεννήτορα, για να σπείρει στη γη μια γενιά από φτερωτούς και σοφούς ανθρώπους που θα κυβερνούσαν το Σύμπαν.

Αλλά ο πάτερ Γκονσάγκα πριν γίνει παπάς ήταν ένας στιβαρός ξυλοκόπος. Σκυμμένος πάνω στα σύρματα ανακεφαλαίωσε σ’ ένα λεπτό την κατήχησή του κι ύστερα ζήτησε να του ανοίξουν την πόρτα για να εξετάσει εκείνο τον αξιολύπητο άνθρωπο, που ‘μοιαζε περισσότερο με τεράστια ξεπουπουλιασμένη κότα ανάμεσα στις άλλες αποσβολωμένες κότες.

Ήταν ξαπλωμένος σε μια γωνιά, στεγνώνοντας στον ήλιο τις ανοιγμένες του φτερούγες, ανάμεσα σε φλούδια και φρούτα κι αποφάγια απ’ το πρωινό που του ‘χαν πετάξει οι πρωινοί επισκέπτες.

Αδιάφορος στη θρασύτητα του κόσμου, μόλις που σήκωσε το πανάρχαιο βλέμμα του και κάτι μουρμούρισε στη γλώσσα του όταν ο πάτερ Γκονσάγκα μπήκε στο κοτέτσι και τον καλημέρισε στα λατινικά.

Ο εφημέριος άρχισε να τον υποπτεύεται για απατεώνα όταν είδε πως δεν καταλάβαινε την γλώσσα του Θεού κι ούτε ήξερε να χαιρετήσει τους ιερείς Του.

Ύστερα πρόσεξε πως από κοντά ήταν πολύ ανθρώπινος: ανάδινε μιαν ανυπόφορη μυρωδιά υπαίθρου, παράσιτα είχαν φυτρώσει κάτω απ’ τις φτερούγες του, τα μεγαλύτερα φτερά του είχαν κακοπάθει απ’ τους ανέμους της γης και τίποτα στην κακόμοιρη φύση του δε θύμιζε την περήφανη αξιοπρέπεια των αγγέλων.

Εγκατέλειψε λοιπόν το κοτέτσι και μ’ ένα σύντομο κήρυγμα προειδοποίησε τους περίεργους για τους κινδύνους της αφέλειας. Τους θύμισε πως ο δαίμονας είχε την κακιά συνήθεια να μεταχειρίζεται κόλπα καρναβαλίστικα για ν’ αναστατώνει τους ανόητους.

Υποστήριξε πως εφόσον τα φτερά δεν ήταν το βασικό στοιχείο που καθορίζει τις διαφορές ανάμεσα σ’ ένα γεράκι και σ’ ένα αεροπλάνο, πολύ λιγότερο θα ήταν στην αναγνώριση των αγγέλων.

Ωστόσο υποσχέθηκε να γράψει ένα γράμμα στον επίσκοπό του, ώστε κι εκείνος να γράψει άλλο στην Παναγιότητά του, έτσι ώστε η τελική ετυμηγορία να προέρχεται απ’ τα ανώτατα δικαστήρια.

Τα λόγια του έπεσαν σ’ άγονο χώμα. Το νέο για τον αιχμάλωτο άγγελο διαδόθηκε με τέτοια ταχύτητα που μέσα σε λίγες ώρες έγινε μες στην μεσαυλή τέτοιο πανδαιμόνιο λαϊκής αγοράς που αναγκάστηκαν να φέρουν το στρατό σε μπαγιονέτες για να κρατήσει σε απόσταση το πλήθος που κόντευε να γκρεμίσει το σπίτι.

Η Ελισένδα, με τη μέση πιασμένη απ’ το να σκουπίζει τα πανηγυριώτικα σκουπίδια, είχε τότε την έξυπνη ιδέα να μαντρώσει τη μεσαυλή και να κόψει εισιτήριο πέντε σεντάβος για όποιον ήθελε να δει τον άγγελο.

Ήρθαν περίεργοι μέχρι κι απ’ την Μαρτινίκα. Ήρθε ένας περιοδεύων θίασος μ’ ένα ιπτάμενο ακροβάτη που πέρασε βουίζοντας αρκετές φορές πάνω απ’ το πλήθος, αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία γιατί οι φτερούγες του δεν ήταν από αγγέλου, αλλά από διαστημική νυχτερίδα.

Ήρθαν οι πιο δυστυχισμένοι ανάπηροι της Καραϊβικής για να γιάνουν: μια φτωχιά που από μικρή μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς της και δεν έφταναν πια οι αριθμοί, κάποιος απ’ την Τζαμάικα που δεν μπορούσε να κοιμηθεί γιατί τον ενοχλούσε ο θόρυβος των αστεριών, ένας υπνοβάτης που σηκωνότανε την νύχτα να χαλάσει στον ύπνο του αυτά που έφτιαχνε στον ξύπνιο του και πολλοί άλλοι με λιγότερο σοβαρά προβλήματα.

Μέσα σ’ αυτήν την αταξία ναυαγίου, που έκανε την γη να τρέμει, ο Πελάγιο και η Ελισένδα ήταν ευτυχισμένοι απ’ την κούραση γιατί σε λιγότερο από μια βδομάδα είχαν γεμίσει με λεφτά τις κρεβατοκάμαρες κι η ουρά των προσκυνητών που περίμεναν ακόμη τη σειρά τους για να μπουν μέσα έφτανε ως την άλλη άκρη του ορίζοντα.

Ο άγγελος ήταν ο μόνος που δε συμμετείχε στο δικό του θέαμα. Περνούσε τον καιρό του ψάχνοντας για μια πιο αναπαυτική θέση στη δανεική φωλιά, ζαλισμένος απ’ τις λάμπες του λαδιού που ζέσταιναν σαν κόλαση κι απ’ τα κεριά της λειτουργίας που κόλλαγαν πάνω στα σύρματα.

Στην αρχή προσπάθησαν να του δώσουν να φάει ναφθαλίνη, που σύμφωνα με τη σοφία της γειτόνισσας ήταν ειδική τροφή για τους αγγέλους.

Αλλά εκείνος την περιφρόνησε όπως περιφρόνησε και τα παπικά γεύματα που του έφερναν οι μετανοούντες και ποτέ δεν έγινε γνωστό αν επειδή ήταν άγγελος ή επειδή ήταν γέρος κατέληξε να τρώει μονάχα χυλό από μελιτζάνες.

Η μόνη υπερφυσική του αρετή έμοιαζε να ‘ναι η υπομονή. Ιδιαίτερα τον πρώτο καιρό όταν τον τσιμπολογούσαν οι κότες ψάχνοντας για τα ουράνια παράσιτα που πλήθαιναν μες τις φτερούγες του κι οι σακάτηδες του ξερίζωναν πούπουλα για να τ’ ακουμπήσουν πάνω στα κουσούρια τους κι ακόμα κι οι πιο σπλαχνικοί του πετούσαν πέτρες για να τον κάνουν να σηκωθεί να τον δούνε όρθιο.

Η μόνη φορά που κατάφεραν να τον ταράξουν ήταν όταν του έκαψαν το φτερό με ένα σίδερο για το μαρκάρισμα των μοσχαριών, γιατί είχε μείνει τόσες ώρες ακίνητος που τον είχαν για πεθαμένο.

Ξύπνησε ξαφνιασμένος, παραμιλώντας στην απόκρυφη γλώσσα του και με τα μάτια γεμάτα δάκρυα χτύπησε τα φτερά του δυο φορές σηκώνοντας ένα σύννεφο από κουτσουλιές και σεληνιακή σκόνη και προκαλώντας έναν ανεμοστρόβιλο πανικού άλλου είδους.

Αν και πολλοί πίστεψαν πως η αντίδρασή του δεν ήταν από θυμό, αλλά μάλλον από πόνο, από τότε πρόσεχαν να μην τον ενοχλούν γιατί η πλειοψηφία κατάλαβε πως δεν είχε την απάθεια ενός ήρωα σε απομόνωση, αλλά ενός κατακλυσμού σε ανάπαυση.

Ο πάτερ Γκονσάγκα αντιμετώπισε την επιπολαιότητα του πλήθους με συνταγές οικιακής έμπνευσης καθώς περίμενε την τελική ετυμηγορία για την φύση του φυλακισμένου. Όμως το ταχυδρομείο της Ρώμης είχε χάσει την έννοια του επείγοντος.

Ο καιρός περνούσε εξετάζοντας αν ο ένοχος είχε αφαλό, αν η γλώσσα του είχε σχέση με την αραμαϊκή, πόσες φορές χωρούσε πάνω στο κεφάλι μιας καρφίτσας, ή αν δεν ήταν απλώς κάποιος Νορβηγός με φτερά.

Τα φειδωλά αυτά γράμματα θα μπορούσαν να πηγαινοέρχονται μέχρι τη συντέλεια των αιώνων, αν κάποιο γεγονός σταλμένο απ’ την θεία πρόνοια δεν έβαζε τέλος στις στεναχώριες του εφημέριου.

Έτυχε εκείνες τις μέρες, μέσα στα πολλά νούμερα των θιάσων που ταξίδευαν στην Καραϊβική, να φέρουν στο χωριό το θλιβερό θέαμα μιας γυναίκας που είχε μεταμορφωθεί σε αράχνη επειδή είχε παρακούσει τους γονείς της.

Δεν ήταν μόνο φθηνότερο το εισιτήριο για να την δει κανείς απ’ το εισιτήριο για τον άγγελο, αλλά επέτρεπαν να της κάνεις κάθε είδους ερωτήσεις για την παράλογη κατάστασή της και να την εξετάσεις απ’ την καλή και απ’ την ανάποδη, ώστε κανείς να μη αμφιβάλλει για την αλήθεια αυτής της φρίκης.

Ήταν μια τεράστια ταραντούλα μεγάλη σαν πρόβατο και με κεφάλι μελαγχολικής κόρης.

Όμως το πιο σπαραχτικό απ’ όλα δεν ήταν η παράλογη όψη της, αλλά η αληθινή λύπη με την οποία διηγιόταν τις λεπτομέρειες της δυστυχίας της: όταν ήταν ακόμα παιδί το είχε σκάσει απ’ το σπίτι των γονιών της για να πάει σ’ ένα χορό κι όταν γύριζε μεσ’ απ’ το δάσος, αφού είχε χορέψει όλη τη νύχτα χωρίς άδεια, ένας τρομαχτικός κεραυνός άνοιξε τον ουρανό στα δύο κι απ’ το άνοιγμα πετάχτηκε η αστραπή με το θειάφι που τη μετάτρεψε σε αράχνη.

Μοναδική τροφή της ήταν τα κεφτεδάκια που οι φιλεύσπλαχνες ψυχές της έβαζαν στο στόμα όταν ήθελαν.

Τέτοιο θέαμα, γεμάτο από ανθρώπινη αλήθεια και με τέτοια τρομερή τιμωρία, ήταν φυσικό να συντρίψει, δίχως να το θέλει, το θέαμα του υπεροπτικού αγγέλου που μόλις καταδεχόταν να κοιτάξει τους θνητούς.

Επιπλέον, τα ελάχιστα θαύματα που αποδίδανε στον άγγελο, αποκάλυπταν μία κάποια ψυχική διαταραχή, όπως εκείνο του τυφλού που δε βρήκε το φως του, αλλά του φύτρωσαν τρία καινούργια δόντια κι εκείνο του παραλυτικού που δε μπόρεσε να περπατήσει, αλλά κόντεψε να κερδίσει τον πρώτο λαχνό στο λαχείο κι εκείνο του λεπρού που φύτρωσαν ηλιοτρόπια στις πληγές του.

Αυτά τα θαύματα της παρηγοριάς, που πιο πολύ μοιάζανε με φάρσες, είχαν ήδη κλονίσει τη φήμη του αγγέλου όταν η γυναίκα που είχε μεταμορφωθεί σε αράχνη κατάφερε τελικά να την καταστρέψει.

Έτσι έγινε και ο πάτερ Γκονσάγκα γιατρεύτηκε για πάντα απ’ την αϋπνία κι η μεσαυλή του Πελάγιο ξανάμεινε άδεια όπως τον καιρό που έβρεχε συνέχεια και τα καβούρια περπατούσαν στις κρεβατοκάμαρες.

Οι ιδιοκτήτες του σπιτιού δεν είχαν λόγο να παραπονεθούν. Με τα λεφτά που οικονόμησαν έφτιαξαν μια έπαυλη με δύο πατώματα, με μπαλκόνια και κήπους και με κεφαλόσκαλα πολύ ψηλά για να μην ανεβαίνουν καβούρια και με σιδεριές στα παράθυρα για να μην μπαίνουν άγγελοι.

Επιπλέον, ο Πελάγιο έφτιαξε ένα εκτροφείο για κουνέλια κοντά στο χωριό και παραιτήθηκε από σερίφης οριστικά και η Ελισένδα αγόρασε παπούτσια σατέν με ψηλά τακούνια και πολλά φουστάνια από γυαλιστερό μεταξωτό, απ’ εκείνο που φορούσαν τις Κυριακές εκείνα τα χρόνια οι πιο ελκυστικές κυρίες.

Μόνο για το κοτέτσι δεν έκαναν τίποτα. Αν καμιά φορά το έπλεναν με απολυμαντικό κι έκαιγαν κομματάκια σμύρνα, δεν το έκαναν για να τιμήσουν τον άγγελο, παρά για να διώξουν τη βρωμιά της κοπριάς που τριγυρνούσε σαν φάντασμα παντού και πάλιωνε το καινούριο σπίτι.

Στην αρχή, όταν το μωρό άρχισε να περπατάει, πρόσεχαν να μην πάει πολύ κοντά στο κοτέτσι. Αλλά ύστερα άρχισαν να ξεχνούν τους φόβους τους και να συνηθίζουν στη μυρωδιά και πριν αλλάξει το παιδί τα δόντια του έπαιζε πια μες το κοτέτσι που τα σκουριασμένα σύρματά του έπεφταν κομμάτια.

Ο άγγελος δεν ήταν λιγότερο απωθητικός μαζί του, απ’ ότι με τους υπόλοιπους θνητούς, αλλά υπόφερε τους πιο δαιμόνιους εξευτελισμούς με την υπομονή του σκύλου δίχως ψευδαισθήσεις. Κι οι δυο άρπαξαν ανεμοβλογιά συγχρόνως.

Ο γιατρός που κοίταξε το παιδί δεν άντεξε στον πειρασμό ν’ ακροαστεί και τον άγγελο, αλλά του βρήκε τόσα φυσήματα στην καρδιά και τόσους θορύβους στα νεφρά, που του φάνηκε απίθανο που ήταν ακόμα ζωντανός.

Αυτό όμως που τον ξάφνιασε πιο πολύ ήταν η λογική των φτερών του. Έδεναν τόσο φυσικά μ’ αυτόν τον τελείως ανθρώπινο οργανισμό που δε μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν είχαν κι οι υπόλοιποι άνθρωποι.

Όταν το παιδί πήγε σχολείο είχε περάσει πια πολύς καιρός από τότε που ο ήλιος κι η βροχή είχαν ξεπατώσει το κοτέτσι. Ο άγγελος σερνόταν από δω κι από κει σαν αδέσποτος ετοιμοθάνατος.

Τον έβγαζαν με τη σκούπα απ’ ένα δωμάτιο κι ένα λεφτό αργότερα τον έβρισκαν στην κουζίνα.

Έμοιαζε να βρίσκεται ταυτόχρονα παντού κι έφτασαν να σκέφτονται πως πολλαπλασιαζόταν, πως επαναλαμβανότανε από μόνος του, σ’ ολόκληρο το σπίτι κι η εξοργισμένη Ελισένδα φώναζε σαν τρελή πως είναι τρομερό να ζει κανείς σ’ αυτήν την κόλαση γεμάτη αγγέλους.

Μόλις που μπορούσε να φάει και τα πανάρχαια μάτια του είχαν θολώσει τόσο, που σκόνταφτε στις κολόνες, και δεν του ‘μεναν πια παρά τα μαδημένα καλάμια στα τελευταία φτερά του.

Ο Πελάγιο του ‘χε ρίξει πάνω του μια κουβέρτα και του ‘χε κάνει την χάρη να τον αφήσει να κοιμάται στο υπόστεγο και μόνο τότε πρόσεξαν πως περνούσε τις νύχτες παραμιλώντας απ’ τον πυρετό, λέγοντας γλωσσοδέτες στα αρχαία νορβηγικά. Κι ήταν μια απ’ τις λίγες φορές που αναστατώθηκαν γιατί σκέφτηκαν πως επρόκειτο να πεθάνει κι ούτε κι η σοφή η γειτόνισσα μπορούσε να τους πει τι κάνουν τους πεθαμένους αγγέλους.

Όμως, όχι μόνο επέζησε το χειρότερο χειμώνα της ζωής του, αλλά και φάνηκε να καλυτερεύει με τις πρώτες ζέστες.

Έμενε ακίνητος για αρκετές μέρες στην πιο απόμακρη γωνιά της αυλής, εκεί που δε μπορούσε κανείς να τον δει και στις αρχές του Δεκέμβρη άρχισαν να φυτρώνουν στις φτερούγες του κάτι μεγάλα και σκληρά φτερά, φτερά γέρικου πουλιού, που έμοιαζαν περισσότερο μ’ άλλο ένα βάσανο των γηρατειών.

Εκείνος όμως, θα πρέπει να γνώριζε την αιτία αυτών των αλλαγών, γιατί πρόσεχε πολύ να τις κρύβει και κανείς να μην ακούσει τα τραγούδια των ναυτικών που καμιά φορά τραγούδαγε κάτω απ’ τ’ αστέρια.

Ένα πρωί η Ελισένδα καθάριζε κρεμμύδια για το μεσημέρι όταν ένας άνεμος που έμοιαζε να ‘ρχεται απ’ τ’ ανοιχτά όρμησε στη κουζίνα.

Τότε έσκυψε απ’ το παράθυρο κι έπιασε τον άγγελο στις πρώτες προσπάθειές του να πετάξει. Ήταν τόσο αδέξιες που άνοιξε με τα νύχια του ένα αυλάκι στο λαχανόκηπο και κόντεψε να γκρεμίσει το υπόστεγο με τα αδύναμα χτυπήματα των φτερών του που γλιστρούσαν στο φως και δεν έβρισκαν που να κρατηθούν στον αέρα. Αλλά κατάφερε να πάρει ύψος.

Η Ελισένδα άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης για κείνη και γι’ αυτόν, όταν είδε να περνά πάνω απ’ τα τελευταία σπίτια προσπαθώντας να κρατηθεί στον αέρα μ’ οποιονδήποτε τρόπο με το ριψοκίνδυνο πέταγμα γέρικου όρνιου.

Συνέχισε να τον βλέπει μέχρι που δε μπορούσε πια, γιατί δεν ήταν πια εμπόδιο στη ζωή της, αλλά ένα φανταστικό σημείο στον ορίζοντα πάνω στη θάλασσα.-»


*Από τη συλλογή διηγημάτων του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, «Θάνατος σταθερός πέρα από τον έρωτα», μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1983, αναδημοσιευμένο στο βιβλίο «Ανάμεσα σε ερωτιδείς και αγγέλους«, ιστορίες και μύθοι, των εκδόσεων Απόπειρα, 2010.

Συλλογικό έργο: Χρήστος Μπουλώτης, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Τζων Απντάικ, Φραντς Κάφκα, Μπέρναρντ Μάλαμουντ, Χάουαρντ Σβαρτς, Μαρκ Τουαίν, Φλάννερυ Ο’ Κόνορ, Ντόναλτν Μπάρθελμ, Μάλκολμ Γκόντγουιν, Λέων Τολστόη, Σιρντάρ Ικμπάλ Αλή Σαχ, Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, μετάφραση: Κλαίτη Σωτηριάδου, Αγγέλα Βερυκοκάκη, Έλενα Μαρούτσου. επιμέλεια: Διονύσιος Αργυρίου.

Από τι είναι φτιαγμένοι οι άγγελοι; Πόσοι άγγελοι χωρούν στο κεφάλι μιας καρφίτσας; Πώς θα ήταν να κουβεντιάζεις με έναν άγγελο; Μπορείς να τον αγγίξεις; Πώς αντιλαμβάνεται κανείς την παρουσία ενός αγγέλου; Είναι μερικά από τα ερωτήματα για αυτά τα μεγαλοπρεπή και μυστηριώδη πλάσματα που έχουν τροφοδοτήσει θρύλους και παραμύθια, και πυροδότησαν τη φαντασία των μεγάλων συγγραφέων.

Nα προσπαθεί κανείς να ζήσει σαν «αληθινός άνθρωπος». Tης Ανθούλας Αθανασιάδου

07:08, 13 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102878

Το βιβλίο με  τίτλο «ΠΡΟΣΕυΧΕ», άρχισε να «γράφεται» μέσα μου, πολλά χρόνια πριν οι εμπειρίες και οι αγωνίες που το προκάλεσαν, γίνουν συγκεκριμένες λέξεις στο νου μου και κατόπιν, ανάγκη τόσο επιτακτική να βγουν από μέσα μου, ώστε να με στρώσουν μπροστά στο πληκτρολόγιο» η συγγραφέας Ανθούλα Αθανασιάδου, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, τη δημιουργική πορεία –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου της Πρόσευχε, εκδ. Κέδρος.

Πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία υπάρχουν στο βιβλίο αυτό, πολλές από τις σκέψεις και τις αμφισβητήσεις της ηρωίδας μου υπήρξαν δικές μου σκέψεις και αμφισβητήσεις.

Αρκετά από τα γεγονότα του βιβλίου τα έζησα η ίδια, τα ονειρεύτηκα, με σημάδεψαν και χώθηκαν σχεδόν με την δική τους θέληση μες στις σελίδες του. Σαν να οδηγούσαν εκείνα την συγγραφή και όχι εγώ.

Ο καταλύτης πάντως που έδωσε το έναυσμα στην συγκεκριμένη έμπνευση, ήταν η προσπάθεια που κάνω εδώ και χρόνια, να συνδυάσω στη ζωή μου την πνευματικότητα με την ύλη, τις ηθικές μου αξίες που βρίσκονται σε καθημερινή σύγκρουση με την πραγματικότητα της ζωής, την αέναη αγωνία της ύπαρξης, τα ερωτηματικά για τον θάνατο και την αρετή.

Φαντάζομαι πως πάντα ήταν δύσκολο, αλλά μοιάζει αληθινός αγώνας πια στην εποχή μας, να προσπαθεί κανείς να ζήσει σαν «αληθινός άνθρωπος».

Σαν κάποιος δηλαδή, που δεν προσπαθεί απλά να επιβιώσει και να διατηρήσει κάποια ψίχουλα από αυτό που ονομάζονταν μέχρι σήμερα «ποιότητα ζωής», αλλά προσπαθεί μες το σκοτάδι να φτάσει το φως, τον αληθινό εαυτό του, να κρατήσει αλώβητα τα αθώα μάτια της καρδιάς του.

Η ηρωίδα μου, είναι μια πολύ γειωμένη, σύγχρονη γυναίκα. Όπως οι περισσότερες γυναίκες, θέλει ένα τρυφερό άντρα που να την βάζει σε προτεραιότητα, μια δουλειά, μια κανονική ζωή. Δεν θέλει τίποτα περίπλοκο, ούτε κυνηγάει μπελάδες.

Οι μπελάδες όμως έρχονται, είτε τους κυνηγάς, είτε όχι.
Και συνήθως έρχονται ακριβώς όταν δεν τους κυνηγάς…

Με ένα απλό έναυσμα, μια κουβέντα, έναν χωρισμό, μια ξαφνική συνάντηση και, η ζωή αλλάζει πορεία κι εκεί που νόμιζες πως θέλεις να πας ίσια, κάνεις κύκλους ή ψάχνεις στροφές που έχουν περισσότερο ενδιαφέρον.

Αυτό συμβαίνει διαρκώς στη δική μου ζωή, αυτό συμβαίνει και στη ζωή της ηρωίδας μου. Ξεκινάει με μια απλή προσευχή προς το σύμπαν-προσευχή που γίνεται με την σχετική αμφισβήτηση- μια που δεν πιστεύει σε κανένα Θεό και, ξαφνικά ανακαλύπτει την σχέση της με το υπερπέραν.

Κι αυτή, δεν είναι μια απλή σχέση. Είναι κυριολεκτικά, σχέση ζωής. Σχέση αέναης αναζήτησης.

Για μένα πάντως, η στιγμή που ανακάλυψα τι σημαίνει «πνευματικότητα» και ποιος είναι αληθινά ο σκοπός της ύπαρξης, υπήρξε μια μοναδική εμπειρία, που άλλαξε για πάντα τη  ζωή μου.

Δεν γινόταν λοιπόν να μην καταγραφεί αυτή η μεγάλη αλλαγή μέσα σε ένα τέτοιο βιβλίο. Δούλευε μέσα μου πολλά χρόνια, μέχρι να γίνει μέρος της προσωπικότητας της ηρωίδας μου.

Εμείς, οι γυναίκες, είμαστε πολύπλοκα πλάσματα. Έχουμε την δυνατότητα να ταυτιστούμε και με τον ουρανό και με την γη. Μπορούμε να γεννήσουμε ανθρώπους και την ίδια στιγμή να «βγούμε» από το σώμα μας και να παρακολουθούμε τον ίδιο μας τον τοκετό από ψηλά. Μπορούμε να ζητάμε την αγκαλιά ενός άντρα και συγχρόνως  να θηλάζουμε το μωρό μας, να σκεφτόμαστε τη δουλειά μας και να ψάχνουμε τον ορισμό της ύπαρξης, ενώ παράλληλα καθαρίζουμε φασολάκια για το γεύμα.

Το έχω ζήσει. Το έχουν ζήσει οι φίλες μου. Τώρα, το ζει και η Ειρήνη-Ανδρομάχη, που όντας μόνο 30 ετών παρά κάτι, αρχίζει μόλις να ψυλλιάζεται την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου είδους και ιδίως της γυναικείας ψυχής.

Η Ειρήνη-Ανδρομάχη, είμαι εγώ και πολλές άλλες γυναίκες.

Η αφήγηση αυτής της σημαντικής περιόδου της ζωής της, γραφόταν μέσα μου καιρό και πήρε κοντά ένα χρόνο η ολοκλήρωση της συγγραφής πάνω στο πληκτρολόγιο.
Το υπόλοιπο, ήταν εύκολο.

Η «οικογένειά μου» στον ΚΕΔΡΟ, ανέλαβε όλα τα υπόλοιπα, μαζί με την δημιουργία του εξωφύλλου, η οποία ομολογουμένως μας παίδεψε λίγο μέχρι να βρούμε τη σωστή αναλογία «γης και ουρανού»…

Εύχομαι, η ανθρώπινη αναζήτηση για τα ερωτηματικά της ύπαρξης, καθώς και η καταφανής δυσκολία αν παντρέψουμε τον γήινο εαυτό μας με τις ανάγκες της ψυχής μας, να διασκεδαστούν, να βοηθηθούν και να κατανοηθούν λιγάκι παραπάνω, με την ανάγνωση αυτού του βιβλίου…

Καλό καλοκαίρι.
Ανθούλα Αθανασιάδου

Γεννήθηκα στην Αθήνα, το 1957. Το ότι θα είχα μια πολυτάραχη ζωή, φάνηκε απ΄το πρώτο λεπτό της άφιξής μου στον κόσμο, μια που ως εφταμηνίτικο αναγκάστηκα να περάσω πολλές, ατελείωτες εβδομάδες μέσα στο αποστειρωμένο, γυάλινο κουτί της θερμοκοιτίδας, χωρίς κανένα χάδι.
Η δίψα μου για αγάπη, λογαριάζεται μάλλον από τότε…

Στον μέχρι τώρα απολογισμό της ζωής μου, μπορώ να καταγράψω τους εξής σημαντικούς σταθμούς: Έζησα συναισθηματικά, δύσκολη παιδική ηλικία, εξεγερμένη εφηβεία και νεανικά χρόνια γεμάτα παρεκτροπές.

Σπούδασα σινεμά στο Παρίσι και ήμουν πάντα ερωτευμένη και με τον κιν/φο αλλά και με κάθε έκφραση τέχνης.
Παντρεύτηκα δυο άντρες και γέννησα δυο κορίτσια. Εννοείτε ΥΠΕΡΟΧΑ…

Δούλεψα σε πάρα πολλές δουλειές, από περιστασιακές (όπως ταχυδρόμος, σερβιτόρα κλπ) έως «μόνιμες» όπως βοηθός σκηνοθέτη, αρχισυντάκτης, σεναριογράφος-κειμενογράφος και τελικά, συγγραφέας.

Το τελευταίο, δεν το θεωρώ ακριβώς δουλειά, αλλά προέκταση του χαρακτήρα μου που ξεδιπλώνεται προς τα έξω.

Έχω μέχρι στιγμής πάρει την ευθύνη για το μεγάλωμα δυο θυγατέρων,  για 2-3 ντουζίνες στίχων που κυκλοφορούν στη δισκογραφία, για κάπου 15 βιβλίων, μιας τηλεοπτικής σειράς, αμέτρητων οικογενειακών τραπεζιών και παιδικών πάρτι και πολλών άλλων έργων αγάπης που δεν χωράν να αναφερθούν  σε τούτο το σημείωμα.

Η αέναη αναζήτηση της αλήθειας, μου έχει προσφέρει το μεγαλύτερο δώρο, την αγάπη του πνευματικού μου Δασκάλου.

Εύχομαι και η υπόλοιπη ζωή να συνεχίσει να πάλλεται στο ρυθμό της αέναης δημιουργίας και της χαράς του «μοιράζομαι».

Ανθούλα Αθανασιάδου

My only love, my only hate… Της Julia Kristeva

08:08, 14 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102588

Παρομοιάζουν πολλές φορές το ζεύγος Ρωμαίου και Ιουλιέτας με τον Τριστάνο και την Ιζόλδη, για να αναφερθούν σε έναν έρωτα που παρεμποδίζεται από τους κοινωνικούς κανόνες, για να τονίσουν με ποιον τρόπο η χριστιανοσύνη καταριέται και καταστρέφει το ζευγάρι, πνίγοντας το πάθος μέσα στον γάμο, για να αναζητήσουν την αποκάλυψη του θανάτου που δεσπόζει στην καρδιά της ερωτικής απόλαυσης.

Το σαιξπηρικό κείμενο εμπεριέχει, μαζί με όλα αυτά, ένα ακόμη πιο καυστικό στοιχείο, που το χειρίζεται με δόλια μανία στην καρδιά ακριβώς της πιο έντονης ερωτικής εξύμνησης, χάρη στην τέχνη της αμφισημίας και της ανατροπής των αξιών που το διαπερνά.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του κειμένου είναι ολοφάνερο ότι μέσω του σαρκικού έρωτα θριαμβεύει το μίσος.

Από την πρώτη στιγμή, οι στολισμένες με λογοπαίγνια και χυδαιότητες κουβέντες των δύο ακολούθων κάνουν να πλανιέται πάνω από αυτό το υποτιθέμενο αμόλυντο ειδύλλιο η σκιά του σαρκικού έρωτα και των αντιστροφών κάθε είδους.

Είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε τον Ρωμαίο να αποκρίνεται ότι η αγάπη είναι «τρέλλα γνωστικά καλοκρυμμένη» (Ι, Ι, 184), και μάλιστα «πολύ τραχιά, πολύ σκληρή, σαν μπόρα πέφτει κι αγκυλώνει σαν αγκάθι» (Ι, IV, 25-26).

Λίγο μετά, θα περιγραφεί από τον Μερκούτιο (ολέθριο πρόσωπο που οδηγεί με τον Μπενβόλιο σε μια αλυσίδα βίας και του οποίου ο θάνατος στην τρίτη πράξη θα αναγκάσει τον Ρωμαίο να πάρει εκδίκηση σκοτώνοντας τον Τυβάλτο) με τη μορφή της νεράιδας μαμής, της βασίλισσας Μάβας. Γνωμικό φάντασμα, γοητευτική και αποκρουστική, κυρίαρχος των ερωτευμένων σωμάτων, η νυχτερινή, μεθυσμένη και φονική άλλη όψη της ερωτικής φωτεινότητας, η βασίλισσα Μάβα έχει το πρόσταγμα με το «μαστίγιό της ποδάρι γρύλου με μονή κλωνά» (Ι, ΙV, 65).

Αλλά τις πιο εντυπωσιακές διατυπώσεις που αποδεικνύουν πόσο πολύ αυτός ο έρωτας στηρίζεται από ένα μίσος, θα τις ακούσουμε από την Ιουλιέτα.

Μπορούμε να διακρίνουμε, στα λόγια της νεαρής αριστοκράτισσας, μια απλή ρητορική μέθοδο που προαναγγέλλει τον τελικό θάνατο, είτε πάλι μια αμφίσημη προτασιακή διάταξη που συνδυάζει αντιτιθέμενους όρους και η οποία εμφανίζεται τόσο σε άλλα χωρία του έργου όσο και γενικότερα στην αισθητική του Σαίξπηρ.

Αλλά σε ένα βαθύτερο επίπεδο, φαίνεται ότι πρόκειται για ένα μίσος που βρίσκεται στην απαρχή του ερωτικού σκιρτήματος. Είναι ένα μίσος που προϋπάρχει του πέπλου της ερωτικής εξιδανίκευσης.

Να επισημάνουμε ότι είναι μια γυναίκα, η Ιουλιέτα, που έχει την πιο άμεση ασυνειδησία του, που τον αισθάνεται με τη διαύγεια του υπνοβάτη.

Έτσι, από την πρώτη τους συνάντηση –και ενώ ο Ρωμαίος ξεχνώντας αίφνης τη Ροζαλίνα που ο έρωτάς της τον βασάνιζε μέχρι πρότινος, ομολογεί ότι τον έχει κυριεύσει φόβος επειδή έμαθε ότι η Ιουλιέτα είναι κόρη της εχθρικής οικογένειας:

«Πολύ φοβάμαι, η αγωνία μου τώρα αρχίζει»- η Ιουλιέτα λέει με κάθε ειλικρίνεια: «Μόνη μου αγάπη από τον μόνο εχτρό» (My only love sprung from my only hate, I, V, 136).

Ωστόσο, ο Ρωμαίος δεν πήγαινε στη γιορτή των Καπουλέτων γνωρίζοντας ότι πηγαίνει σε ένα γλέντι μίσους; Ας ακούσουμε πάλι την Ιουλιέτα: «Τ’ όνομά σου μόνον είναι εχτρός μου» (ΙΙ, ΙΙ, 38).

Ή επίσης, στο αποκορύφωμα του ερωτικού μονόλογου που παρουσιάζει το πάθος της προσμονής και εξυμνεί τις αρετές των εραστών («Έλα νύχτα! Έλα, Ρωμαίο! Έλα ημέρα μου στη νύχτα!…»), η Ιουλιέτα συνεχίζει αθώα:

«Έλα, καλή μου νύχτα. (…) / Κι όταν πεθάνει, πάρ’ τον, σκόρπα τον αστράκια / και τόσο του ουρανού την όψη θα λαμπρύνει, / που όλος ο κόσμος θα ερωτευτεί…» (ΙΙΙ, ΙΙ, 20-23). «Κι όταν πεθάνει, πάρ’ τον, σκόρπα τον αστράκια».

Είναι σαν να ακούμε μια συγκρατημένη εκδοχή της ιαπωνικής Αυτοκρατορίας των αισθήσεων. Αυτή η έχθρα περνά απαρατήρητη επειδή επισκιάζεται από ένα μίσος που μπορεί κανείς να το αντικρίσει κατάματα –η οικογενειακή και κοινωνική κατάρα είναι περισσότερο ομολογήσιμη και υποφερτή από το ασυνείδητο μίσος μεταξύ των εραστών.

Γεγονός είναι πάντως ότι η απόλαυση της Ιουλιέτας αναγγέλλεται συχνά ως πρόβλεψη –ή μήπως επιθυμία;- του θανάτου του Ρωμαίου, πολύ πριν η ύπνωσή της ξεγελάσει τον Ρωμαίο οδηγώντας τον μέχρι την αυτοκτονία, και πολύ πριν αυτή η επιθυμία θανάτου επιστρέψει στην ίδια την Ιουλιέτα, τη στιγμή που αυτοκτονεί και η ίδια στη θέα του νεκρού σώματος του Ρωμαίου: «Σε βλέπω τώρα καθώς είσαι χαμηλά, νεκρός μέσα σε τάφο κείτεσαι βαθιά», λέει ήδη από την Τρίτη πράξη (ΙΙΙ, V, 55-56).

Ακόμη βαθύτερα, ακόμη πιο παθιασμένα, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με την εγγενή παρουσία του μίσους στο ερωτικό συναίσθημα.

Κατά τον Φρόυντ, στη σχέση με ένα αντικείμενο, με έναν άλλον, το μίσος προηγείται της αγάπης.

Αφ’ ης στιγμής κάποιος άλλος φαίνεται στα μάτια μου διαφορετικός από εμένα, είναι για εμένα κάτι ξένο, αποκρουστικό, απεχθές, αποκείμενο: κάτι μισητό.

Ακόμη και ο παραισθητικός έρωτας, που διαφέρει από την αυτοερωτική ικανοποίηση, ως πρώιμο συναίσθημα ναρκισσιστικής πληρότητας, όπου ο άλλος δεν είναι ευκρινώς χωρισμένος από εμένα, δεν λαμβάνει χώρα στη σχέση με αυτόν τον άλλον παρά πολύ αργότερα, μέσα από την ικανότητα για πρωτογενή εξιδανίκευση.

Αλλά, αφ’ ης στιγμής η δύναμη της επιθυμίας που συνυφαίνεται με τον έρωτα περικλείει την ολότητα του εγώ [moi], αφ’ ης στιγμής θίγει την αντοχή του χάρη στον ενορμητικό χείμαρρο του πάθους, το μίσος –ως πρωτογενές ορόσημο της αντικειμενότροπης σχέσης- αναδύεται μέσα από την απώθηση.

Το μίσος είναι η κύρια νότα στην παθιασμένη μελωδία του ζευγαριού –είτε έχει ερωτικοποιηθεί με βάση τις παραλλαγές του σαδομαζοχισμού , είτε έχει καταστεί ψυχρά κυριαρχικό σε πιο μακροχρόνιες σχέσεις που έχουν ήδη εξαντλήσει τις ηδονές της παραπλανητικής όσο και σαγηνευτικής απιστίας.

Το ζευγάρι, ανεξαρτήτως αν είναι ετεροφυλοφιλικό ή ομοφυλοφιλικό, είναι αυτό το ουτοπικό στοίχημα που επιδιώκει να καταστήσει διαρκή τον χαμένο παράδεισο (μήπως όμως είναι κάτι που απλώς επιθυμείται αλλά που ποτέ κανείς δεν γνώρισε;) της αγαπητικής σύμπνοιας μεταξύ του παιδιού και των γονιών του.

Το παιδί, αγόρι ή κορίτσι, φαντάζεται παραισθητικά την ένωσή του με μια μητέρα-τροφό και έναν ιδεώδη-πατέρα, και ως εκ τούτου με ένα συσφαίρωμα που συμπυκνώνει ήδη τις δύο πλευρές σε μία.

Αυτό το παιδί, το ερωτευμένο παιδί, μέσω της μανίας του για το ζεύγος, θα επιχειρήσει να υπάρξουν δύο εκεί που ήταν τρεις.

Είτε το ερωτευμένο πρόσωπο είναι άντρας είτε γυναίκα, τη στιγμή που ποθεί να είναι μέρος ενός ζευγαριού, διασχίζει τον αντικατοπτρισμό που τον/την καθιστά «σύζυγο» ενός ιδεώδους πατέρα: τόσο πολύ το εξιδανικευμένο αντικείμενο αγάπης φορά τα στολίδια αυτού του «πατέρα της ατομικής προϊστορίας», γι’ αυτόν οποίο μιλά ο Φρόυντ και ο οποίος απορροφά αυτές τις απολαυστικές πρωτογενείς ταυτίσεις.

Μέσω ενός τέτοιου «ζευγαρώματος» με το ιδεώδες το οποίο υποστηρίζεται από μια ευτυχή και γαλήνια πατρότητα, ο άντρας εκθηλύνεται. Πράγματι, τι πιο αρσενικοθήλυκο, ή μάλλον τι πιο θηλυκό από τον έφηβο που έχει ερωτευτεί τρελά την έφηβη;

Διαπιστώνει όμως κανείς, σε τελική ανάλυση (δηλαδή αν το ζευγάρι γίνει πραγματικά ένα, δηλαδή αν διαρκέσει στο χρόνο), ότι καθένας από τους πρωταγωνιστές, εκείνος και εκείνη, παντρεύτηκε, στο πρόσωπο του άλλου/της άλλης, τη μητέρα του/της.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Julia Kristeva, Ιστορίες αγάπης, εκδ. Κέδρος (κεφ.: Ρωμαίος και Ιουλιέτα: Το ζεύγος αγάπης – μίσους, σελ. 298-301).  Μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος.

«Όσο πίσω κι αν γυρίζω αναπολώντας τους έρωτές μου, δυσκολεύομαι να μιλήσω γι’ αυτούς. Τούτη η έξαψη βρίσκεται πέραν του ερωτισμού, ως υπέρμετρη ευτυχία αλλά και καθαρή οδύνη: αμφότερες μετατρέπουν τις λέξεις σε πάθος. Η ερωτική γλώσσα είναι αδύνατη, ανεπαρκής, έντονα υπαινικτική τη στιγμή που θα τη θέλαμε άμεση, στο μέτρο του δυνατού. Είναι σμήνος μεταφορών, είναι λογοτεχνία. Λόγω του ενικού χαρακτήρα της, την αποδέχομαι μόνο σε πρώτο πρόσωπο. Ωστόσο, αυτό που θα ήθελα να συζητήσουμε εδώ είναι ένα είδος φιλοσοφίας του έρωτα. Καθότι, τι άλλο είναι η ψυχανάλυση, αν όχι μια ατέρμονη αναζήτηση αναγεννήσεων μέσω της ερωτικής εμπειρίας που ξαναρχίζει μόνο για να μετατοπιστεί, να ανανεωθεί και αν όχι να εκτονωθεί, τουλάχιστον να συσσωρευτεί και να εγκατασταθεί στην καρδιά της μεταγενέστερης ζωής του αναλυόμενου ως ευοίωνη προϋπόθεση για την ατελεύτητη ανανέωσή του, για το μη θάνατό του;»

Στο πιο προσωπικό βιβλίο της, η θεωρητικός και ψυχαναλύτρια Julia Kristeva αποπειράται να διερευνήσει ένα από τα πιο δύσκολα ανθρώπινα θέματα: τον έρωτα σε όλες τις εκφάνσεις του. Εκκινώντας από την παραδοχή ότι η ερωτική γλώσσα είναι ανεπαρκής για να εκφράσει το πάθος, την οδύνη, την ευτυχία του έρωτα, η Κρίστεβα επιχειρεί να συνθέσει μια νέα φιλοσοφία του έρωτα.


*My only love, my only hate = Μοναδική μου αγάπη, μοναδικό μου μίσος.

(φωτογραφία από έργο του ζωγράφου James Northcote (1746–1831)