Για τα ιδανικά και το νόημα του κάθε αγώνα. Toυ Βασίλη Χριστόπουλου

07:08, 07 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102529

…επεδίωξα να γράψω ένα  μυθιστόρημα για τη  μνήμη και το ασυνείδητο, γι αυτά που σφραγίζουν τις επιλογές στη ζωή ενός άντρα· για τα ιδανικά και το νόημα του κάθε αγώνα» ο συγγραφέας Βασίλης Χριστόπουλος, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, τη δημιουργική πορεία της συγγραφής –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου του: Δεν θα ησυχάσουμε ποτέ, εκδ. Κέδρος.

Ξεκίνησα να σχεδιάζω τοΔεν θα ησυχάσουμε ποτέ  στο τέλος του 2007.  Είχα μόλις  παραδώσει  τη συλλογή  διηγημάτων Αναζητώντας το Θεό.  Το ομώνυμο διήγημα της συλλογής (στο οποίο σχολίαζα την πρώτη 8ετία του Πασοκ και τη διάψευση των ελπίδων που καλλιέργησε) αποτέλεσε για μένα  μια στροφή από τον παρελθόντα χρόνο  στην τρέχουσα  πραγματικότητα.  Μέχρι τότε είχα εκδώσει τρία ιστορικά μυθιστορήματα: Κάτοικος Πατρών (Κέδρος 1998), Στο φως της ασετιλίνης (2002),  Κι εσύ Έλληνας, ρε; (Κέδρος, 2005)  και τη  συλλογή Αναζητώντας το Θεό (2008).

Το 2007 είναι   μια χρονιά  που ακόμη δεν έχουν  διαφανεί  σημάδια της οικονομικής κρίσης. Η Ελλάδα και η Ευρώπη εξακολουθούν  να ζουν στην  ευημερία. Μόνο μετά το Σεπτέμβριο του 2008 με τη χρεοκοπία της Λίμαν Μπράδερς κάποιοι αρχίζουν να μιλούν  για την επερχόμενη  χρηματοπιστωτική κρίση. Αλλά η Ελλάδα «είναι θωρακισμένη», έτσι μας διαβεβαιώνει η κυβέρνηση και δεν ανησυχούμε.  Ταυτόχρονα, για όποιον παρακολουθεί πιο κριτικά τα πράγματα,  η παρανομία, η διαπλοκή, η συναλλαγή, θριαμβεύουν. Οι πρόσφυγες εισέρχονται δραματικά στη ζωή των αστικών κέντρων. Ένας διάχυτος ρατσισμός διαπερνά τις πόλεις.

Το συγγραφικό μου σχέδιο, του 2007,  είναι ένα μυθιστόρημα για  την έκνομη Ελλάδα και την ανήθικη ευδαιμονία της. Βεβαίως όταν μετά τις εκλογές του  2009,  αρχές του 10, η κρίση χτυπάει την Ελλάδα με ΔΝΤ και το 1ο μνημόνιο, το βιβλίο προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα, χωρίς να παρεκκλίνει από το αρχικό σχέδιο.

Το Δεν θα ησυχάσουμε ποτέ διαδραματίζεται στο  2013, στην πόλη Εσπερία, μια φανταστική πόλη – λιμάνι  της Δυτικής Ελλάδας.  Το μυθιστόρημα ξεκινά με  μια πυρκαγιά. Το  υπερκατάστημα  παιχνιδιών Ciaobambini  τυλίγεται στις φλόγες. Μια  μητέρα με το  παιδί της  και   μια νεαρή υπάλληλος απανθρακώνονται.  Οι αρχές δείχνουν για εμπρηστές  τους πρόσφυγες του παρακείμενου καταυλισμού. Τα ερωτήματα που πλανώνται στην Εσπερία είναι: Το κτίριο είχε  πυροπροστασία; Ήταν νόμιμο; Αν  δεν ήταν,  πόσο αυτό δυσκόλεψε την αντιμετώπιση της φωτιάς; Γιατί οι δημόσιες υπηρεσίες δεν κάνουν τη δουλειά τους;

Κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος είναι  ο  Λαοκράτης Κούκης.  Για να τον πλάσω ανέσυρα από τη μνήμη μου εικόνες που ανάγονται στην περίοδο της  ενεργού συμμετοχής  μου στην αριστερά. Θυμόμουν ζωντανά λαϊκούς  ανθρώπους του σκληρού μεροκάματου να απολαμβάνουν  τη συμμετοχή τους στην κομματική ζωή σαν μια άσκηση ελευθερίας και συμμετοχής, σαν να είναι το μόνο μέρος της ζωής τους που έχει νόημα να ζεις.

Ο Λαοκράτης είναι ένας συνταξιούχος εμπειρικός τοπογράφος,  που μόλις έχει αρχίσει να δημοσιογραφεί ερασιτεχνικά στην Ημερησία, τη  μικρής κυκλοφορίας εφημερίδα του  παλιού του συντρόφου Στέλιου Χαϊκάλη. Η μαχόμενη δημοσιογραφία αποτελεί  γι αυτόν ένα όνειρο ζωής.

Πίστευα ότι ζούσα χωρίς την αξιοπρέπεια που δίνει η συμμετοχή στην  κοινωνία, η συμμετοχή σε κάποιον κοινωνικό σκοπό. Όλα αυτά τα χρόνια της σκληρής βιοπάλης αισθανόμουν ένας άνθρωπος της μάζας, αποκομμένος από τη δημόσια ζωή, ένας αυτοφιμωμένος και άχρηστος ιδιώτης. Γι’ αυτό και πίστευα ότι μέσα από τη δημοσιογραφία θα μεταμορφωνόμουν σε ενεργό πολίτη, καθώς στην εφημερίδα θα αποκτούσα βήμα και γνώμη».

Ο Λαοκράτης με τον τρόπο του εκφράζεις απόψεις για την κοινωνική συμμετοχή που επεξεργάστηκε θαυμάσια  η Χάννα Άρεντ.

Ταυτόχρονα ο Λαοκράτης προέρχεται από την αριστερή παράδοση. Από τον Μακρονησιώτη πατέρα του, πρώτα, και τη δική  του νεανική  στράτευση στη συνέχεια  διαμόρφωσε  μια ενεργή κοινωνική  συνείδηση και ένα πάθος για τη δικαιοσύνη.

Τον επέλεξα   αριστερό  για δυο ακόμη λόγους.  Ήθελα  να διαπλέξω τις επιλογές του με τις περιπέτειες του  πατέρα του και  με έναν τραυματικό νεανικό του έρωτα την εποχή της στράτευσής του. Ταυτόχρονα επεδίωκα να τον φέρνω σε σύγκρουση, ιδεολογική και συνειδησιακή, με την αριστερά του: καταγγέλλει μια δημόσια διοίκηση όταν η αριστερά δίνει αγώνα να την προστατέψει από απολύσεις και ιδιωτικοποιήσεις.

Παρά τους  ενδοιασμούς του, τα στοιχεία της έρευνάς του είναι αδιάσειστα. Αλλά πέραν αυτών, εργαζόμενος  χρόνια  στον ιδιωτικό τομέα, έχει συνεργαστεί με υπηρεσίες του δημοσίου και γνωρίζει από πρώτο χέρι πώς γίνονται οι δουλειές.

Αφού  ολοκλήρωσα την κοινωνική και ψυχογραφική διάπλαση  του Λαοκράτη, τον άφησα ελεύθερο να κινηθεί  και να δράσει, με τον τρόπο του βέβαια, μέσα στο έκνομο περιβάλλον της Εσπερίας.

Ένα άλλο ζήτημα που με απασχόλησε ήταν η  γλώσσα και ο τρόπος της αφήγησης. Η γλώσσα προήλθε από τη φύση του χαρακτήρα: απλή και λαϊκή με κάποια διανοούμενη επίφαση στα στοχαστικά μέρη.  Για τον τρόπο αφήγησης μετά από δοκιμές επέλεξα την πρωτοπρόσωπη. Αφήγηση  σε  Α’ πρόσωπο. Εξομολογητική και νοερή, αφού δεν απευθύνεται σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, δηλαδή μια αφήγηση απόλυτα προσωπική και ελεύθερη.

Η αφήγηση είναι  σύγχρονη με τα γεγονότα  αλλά όχι ταυτόχρονη. Αφηγείται τα συμβάντα  μικρών διαστημάτων (εβδομάδων ή 10ημέρων).  Έτσι γεγονότα προηγούμενων  διαστημάτων ξαναεμφανίζονται  στην αφήγηση  κάποιου  μεταγενέστερου χρονικού  διαστήματος  φωτισμένα από τη γνώση που  εν τω μεταξύ αποκτήθηκε.

Και τώρα η βασική πλοκή: Ο Λαοκράτης κατά προτροπή του εκδότη Χαϊκάλη  ερευνά την έλλειψη πυροπροστασίας του κτιρίου και  καταγγέλλει  πυροσβεστική και πολεοδομία ως ηθικούς αυτουργούς της τραγωδίας. Μια  πρώτη δολοφονία, του διοικητή της πυροσβεστικής, συγκλονίζει την Εσπερία. Μετανάστες  συλλαμβάνονται  ως  ύποπτοι για τη δολοφονία.  Μια  οργάνωση, η Πέντε Δέλτα με  προκήρυξή της  χαιρετίζει τη  δολοφονία. Η Πέντε Δέλτα δηλώνει ότι  στρέφεται  κατά της  Δυναστείας Διαπλοκής  και Διαφθοράς της  Δημόσιας  Διοίκησης. Χαιρετίζει τη  δολοφονία  χωρίς να αναλαμβάνει την ευθύνη.

Κατά την έρευνα  του Λαοκράτη αναδεικνύεται η διαφθορά της διοίκησης (που κατά τον πρόεδρο του Εμπορικού Συλλόγου έχει το χαρακτήρα οργανωμένης φαμίλιας), τα αντικρουόμενα επιχειρηματικά συμφέροντα,  η μαφία του λιμανιού που διακινεί τους πρόσφυγες, οι ρατσιστικές οργανώσεις που επιδιώκουν εκκαθάριση των προσφύγων και μια  τοπική  εξουσία (πολιτικό προσωπικό, ελεγκτικοί  μηχανισμοί,  δικαστικές και αστυνομικές αρχές) που προσπαθεί να  συγκαλύψει αλλά και να  ενοχοποιήσει τους πρόσφυγες της Εσπερίας  ώστε να προετοιμάσει την κοινή γνώμη  για ένα πογκρόμ εναντίον τους.

Προς τα μέσα της έρευνάς του ο Λαοκράτης ανακαλύπτει ότι ο  παλιός του σύντροφος  και εκδότης Χαϊκάλης βρίσκεται σε μυστική συμφωνία με την  διευθύντρια  της ασφαλιστικής NIS Group.  Τον προέτρεψε στην έρευνα της τραγωδίας  προκειμένου η ασφαλιστική με τη δικαιολογία των πολεοδομικών και πυροπροστατευτικών παραβάσεων του Ciabambini,  να επιτύχει  την μη καταβολή ασφαλίστρων.  Η διευθύντρια της Ασφαλιστικής είναι και ο πρώτος νεανικός έρωτας του Λαοκράτη. Τελικά τα πράγματα είναι σχετικά, τίποτα δεν είναι απόλυτο. Κάποιος  που αντιστέκεσαι σε μια παρανομία,  μπορεί με την  αντίστασή του  να  καλύπτει την  εξυπηρέτηση  κάποιων άλλων συμφερόντων.

Ο Λαοκράτης  κλονίζεται, αλλά συνεχίζει  την  έρευνά  του. Καταλήγει  ότι τα εγκληματικά κέντρα Πέντε Δέλτα και Μαφία λιμανιού ετοιμάζουν και  μια δεύτερη δολοφονία. Ανήσυχος πηγαίνει  στην αστυνομία να καταθέσει τα στοιχεία του, και  εκεί βρίσκει ένταλμα του εισαγγελέα που τον κατηγορεί για  ηθικό  αυτουργό στην απαξίωση του δημοσίου και στη δολοφονία του διοικητή της πυροσβεστικής. Το κουβάρι της  Εσπερίας είναι πολύ μπερδεμένο. Αντί να το ξεμπλέξει   μπλέκει ο ίδιος. Τα νήματά του  τον τραβούν στην παράνοια και σε μια απαισιόδοξη   αντίληψη της πραγματικότητας.

Αλλά ο  ήρωας του βιβλίου δεν θα  μπορούσε να μην εκπληρώσει το προσωπικό του όραμα. Ακόμη κι όταν συνειδητοποιεί τι  κρύβεται πίσω από αυτήν την βαθιά του ανάγκη:

Είναι  ματαιότητα να προσπαθείς να  αποφύγεις την ανάγκη σου να ζήσεις μια ζωή στην υπηρεσία της δικαιοσύνης, μια ζωή προσφοράς…  Για μένα προσωπικά  και πιθανόν για μερικούς από εσάς που από την εφηβεία μας γαλουχηθήκαμε με τέτοιες ηθικές αξίες, η μόνη λύση που έχουμε είναι να προσπαθήσουμε να  εκπληρώσουμε αυτήν την ανάγκη μας, όσο ακριβό κι  αν είναι το τίμημα. Γιατί αλλιώς δεν θα ησυχάσουμε ποτέ.

Δεν αποκαλύπτω περισσότερα από την εξέλιξη της πλοκής, κυρίως θέλω να  αποκρύψω  την κορύφωση  και το φινάλε. Γιατί, τελικά,  κατέληξα να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Ή κάτι σαν αστυνομικό.

Ένα πολιτικό – υπαρξιακό μυθιστόρημα, ένα ελληνικό αντι – ρομάν νουάρ  στη σκληρή περίοδο  της χρεοκοπίας και  της προσφυγιάς, που  αναδεικνύει  τα προβλήματα αλλά και τις χρόνιες  παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας: τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, το έλλειμμα δημοκρατίας, τη δεινή θέση όσων δεν εντάσσονται στο κάθε φορά κυρίαρχο σύστημα εξουσίας.

Ταυτόχρονα επεδίωξα να γράψω ένα  μυθιστόρημα για τη  μνήμη και το ασυνείδητο, γι αυτά που σφραγίζουν τις επιλογές στη ζωή ενός άντρα· για τα ιδανικά και το νόημα του κάθε αγώνα.-

Ο Βασίλης Χριστόπουλος γεννήθηκε το 1951 στην Πάτρα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Αθήνας και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Χωροταξία και Περιφερειακή Ανάπτυξη στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης. Από το 1976 ζει και εργάζεται στην Πάτρα. Έχει δημοσιεύσει μελέτες για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, δοκίμια για την τέχνη και μικρά πεζογραφήματα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s