Το δικαίωμα στη ζωή. Η πραγματική ιστορία της Τζωρτζίνας Ξένου

07:08, 09 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102631

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε όλους τους μικρούς αγγέλους που γνωρίσαμε μέσα από αυτή την περιπέτεια και έχασαν την μάχη με τον καρκίνο, αλλά και σε όλους τους μικρούς ήρωες που αγωνίστηκαν και συνεχίζουν να αγωνίζονται για να κερδίσουν το αυτονόητο για όλους εμάς: Το δικαίωμά στην ζωή» η Μαρίζα Σουμπασάκη, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, την εμπειρία της συγγραφής του αυτοβιογραφικού βιβλίου «Γεννημένη νικήτρια» που έγραψαν με την κόρη της Τζωρτζίνα Ξένου, και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

«Το βιβλίο Γεννημένη νικήτρια  είναι η πραγματική ιστορία της κόρης μου Τζωρτζίνας, όπως την ζήσαμε πριν από τριάμισι χρόνια, στα εντεκάμισί της χρόνια.

Μέχρι τότε ήταν μία επιτυχημένη αθλήτρια στον χώρο του Καράτε, με μεγάλες επιτυχίες εντός και εκτός Ελλάδος. Ξαφνικά ο καρκίνος χτύπησε την πόρτα της, φέρνοντας τα πάνω κάτω στην ζωή μας και κλονίζοντας τις ισορροπίες μας.

Αποτελεί μία απόλυτα ειλικρινής μαρτυρία,  για όσα ζήσαμε, φοβηθήκαμε, πολεμήσαμε και κατακτήσαμε.

Στις σελίδες του ξετυλίγονται όλα τα γεγονότα που βιώσαμε η κάθε μια από την πλευρά της.

Ο τρόπος που το αντιμετωπίσαμε και πως συνεχίστηκε η ζωή μας μετά από αυτή την εμπειρία.

Η δύναμη που αντλούσε η Τζωρτζίνα μέσα από την μεγάλη της αγάπη για τον αθλητισμό και ιδιαίτερα  μέσα από το Καράτε και την φιλοσοφία του.

Η βοήθεια που πήρε μέσα  από τα αγαπημένα της πρόσωπα, τους φίλους και την οικογένειά της, καθώς και από τα παιδιά που περνούσαν το ίδιο, πρόσωπα που δέθηκε, αγάπησε και που σημάδεψαν την ζωή της. Όπως και σημάδια που έμειναν ανεξίτηλα στην μνήμη της από τις απώλειες πολλών από αυτούς.

Η δύναμη που βρήκε να σηκώσει το κεφάλι ψηλά και να παλέψει να διεκδικήσει όλα όσα κατείχε και πριν, ο αγώνας της με πείσμα και θέληση μέχρι να δικαιωθεί.

Οι επιτυχίες που κατάφερε να επαναλάβει στον ίδιο βαθμό με παλιά. Eπιτυχίες που δεν πετυχαίνονται εύκολα  από οποιονδήποτε, πόσο μάλλον από κάποια που ήρθε αντιμέτωπη με τον θάνατο, πάλεψε για να κερδίσει πίσω την ζωή της, πόνεσε, καθηλώθηκε για μήνες σε ένα κρεββάτι, αγωνίστηκε, τυραννίστηκε…

Πανελλήνιες και διεθνής χρυσές νίκες που έκαναν την περιπέτεια αυτή να μοιάζει μικρή και ασήμαντη σα να μην είχε συμβεί ποτέ και την οδήγησαν στην βράβευσή της ως Γυναίκα της χρονιάς.

Όλα όσα διδαχτήκαμε τα οποία θελήσαμε να  μοιραστούμε με τους συνανθρώπους μας, για να πιστέψουν κι αυτοί  πως μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα αν το θελήσουμε πραγματικά. Πως, οι δυνάμεις που έχουμε μέσα μας είναι απεριόριστες και μπορούμε να τις βρίσκουμε και να παλεύουμε ενάντια στην κάθε δυσκολία.

Μπορούμε  να είμαστε  οδηγοί στο ταξίδι της ζωής μας, κι όχι απλοί θεατές. Μπορούμε να αγωνιζόμαστε και να απολαμβάνουμε τη νίκη…

Μπορούμε να ανακαλύπτουμε τα θετικά από την κάθε εμπειρία και να φυλάμε την πολύτιμη γνώση μέσα μας.

Και η απόδειξη είναι το ίδιο το μικρό αυτό κορίτσι που δυναμώνει μέσα από την γνώση αυτής της εμπειρίας και μεταμορφώνεται σε μία ώριμη αλλά και σοφή κοπέλα που βρίσκει  τον τρόπο όσο και την δύναμη να πολεμήσει τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες της ζωής για να πετύχει τον στόχο της!

Η Τζωρτζίνα χωρίς να το καταλαβαίνει εμπνέει πλέον σε όλους πόσο σημαντικό δώρο είναι αυτό της ζωής, επισημαίνοντας ότι δεν είναι κάτι δεδομένο, ότι κάποιοι άλλοι παλεύουν γι αυτήν!

Εμπνέει το πως να εκτιμάμε την κάθε στιγμή σα να είναι η τελευταία μας…

Αφορμή για την ύπαρξη  του βιβλίου στάθηκε ο παιδοκαρδιολόγος της Τζωρτζίνας κ. Σπύρος Ράμμος ο οποίος την προέτρεψε να  γράψει την περιπέτειά της για να βοηθήσει κι άλλους ανθρώπους που περνούν παρόμοια κατάσταση να την αντιμετωπίσουν το ίδιο αποτελεσματικά μ’ εκείνην.
Η ιδέα του μας άγγιξε πολύ γιατί όσοι κατάφερναν να βγουν νικητές  από αυτή την αρρώστια ήταν εκείνοι που έδιναν δύναμη και σ’ εμάς όταν αγωνιζόμασταν.

Έτσι σιγά σιγά με την βοήθεια των αναμνήσεων και του  ημερολογίου που κρατούσε η Τζωρτζίνα,  ξεκίνησε να γράφει…

Στην συνέχεια εγώ, ως μητέρα, συμπλήρωνα τα δικά μου βιώματα και συναισθήματα από την πλευρά του γονιού.

Όταν τελειώσαμε την συγγραφή, έχοντας μάθει η μία τα πάντα για τα συναισθήματα της άλλης και συζητώντας την εμπειρία μας είχαμε  και οι δύο την αίσθηση ότι μπορούμε να αφήσουμε πίσω το παρελθόν και να προχωρήσουμε μπροστά.

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε όλους τους μικρούς αγγέλους που γνωρίσαμε μέσα από αυτή την περιπέτεια και έχασαν την μάχη με τον καρκίνο, αλλά και σε όλους τους μικρούς ήρωες που αγωνίστηκαν και συνεχίζουν να αγωνίζονται για να κερδίσουν το αυτονόητο για όλους εμάς: Το δικαίωμά στην ζωή.»

Για τα ιδανικά και το νόημα του κάθε αγώνα. Toυ Βασίλη Χριστόπουλου

07:08, 07 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102529

…επεδίωξα να γράψω ένα  μυθιστόρημα για τη  μνήμη και το ασυνείδητο, γι αυτά που σφραγίζουν τις επιλογές στη ζωή ενός άντρα· για τα ιδανικά και το νόημα του κάθε αγώνα» ο συγγραφέας Βασίλης Χριστόπουλος, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, τη δημιουργική πορεία της συγγραφής –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου του: Δεν θα ησυχάσουμε ποτέ, εκδ. Κέδρος.

Ξεκίνησα να σχεδιάζω τοΔεν θα ησυχάσουμε ποτέ  στο τέλος του 2007.  Είχα μόλις  παραδώσει  τη συλλογή  διηγημάτων Αναζητώντας το Θεό.  Το ομώνυμο διήγημα της συλλογής (στο οποίο σχολίαζα την πρώτη 8ετία του Πασοκ και τη διάψευση των ελπίδων που καλλιέργησε) αποτέλεσε για μένα  μια στροφή από τον παρελθόντα χρόνο  στην τρέχουσα  πραγματικότητα.  Μέχρι τότε είχα εκδώσει τρία ιστορικά μυθιστορήματα: Κάτοικος Πατρών (Κέδρος 1998), Στο φως της ασετιλίνης (2002),  Κι εσύ Έλληνας, ρε; (Κέδρος, 2005)  και τη  συλλογή Αναζητώντας το Θεό (2008).

Το 2007 είναι   μια χρονιά  που ακόμη δεν έχουν  διαφανεί  σημάδια της οικονομικής κρίσης. Η Ελλάδα και η Ευρώπη εξακολουθούν  να ζουν στην  ευημερία. Μόνο μετά το Σεπτέμβριο του 2008 με τη χρεοκοπία της Λίμαν Μπράδερς κάποιοι αρχίζουν να μιλούν  για την επερχόμενη  χρηματοπιστωτική κρίση. Αλλά η Ελλάδα «είναι θωρακισμένη», έτσι μας διαβεβαιώνει η κυβέρνηση και δεν ανησυχούμε.  Ταυτόχρονα, για όποιον παρακολουθεί πιο κριτικά τα πράγματα,  η παρανομία, η διαπλοκή, η συναλλαγή, θριαμβεύουν. Οι πρόσφυγες εισέρχονται δραματικά στη ζωή των αστικών κέντρων. Ένας διάχυτος ρατσισμός διαπερνά τις πόλεις.

Το συγγραφικό μου σχέδιο, του 2007,  είναι ένα μυθιστόρημα για  την έκνομη Ελλάδα και την ανήθικη ευδαιμονία της. Βεβαίως όταν μετά τις εκλογές του  2009,  αρχές του 10, η κρίση χτυπάει την Ελλάδα με ΔΝΤ και το 1ο μνημόνιο, το βιβλίο προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα, χωρίς να παρεκκλίνει από το αρχικό σχέδιο.

Το Δεν θα ησυχάσουμε ποτέ διαδραματίζεται στο  2013, στην πόλη Εσπερία, μια φανταστική πόλη – λιμάνι  της Δυτικής Ελλάδας.  Το μυθιστόρημα ξεκινά με  μια πυρκαγιά. Το  υπερκατάστημα  παιχνιδιών Ciaobambini  τυλίγεται στις φλόγες. Μια  μητέρα με το  παιδί της  και   μια νεαρή υπάλληλος απανθρακώνονται.  Οι αρχές δείχνουν για εμπρηστές  τους πρόσφυγες του παρακείμενου καταυλισμού. Τα ερωτήματα που πλανώνται στην Εσπερία είναι: Το κτίριο είχε  πυροπροστασία; Ήταν νόμιμο; Αν  δεν ήταν,  πόσο αυτό δυσκόλεψε την αντιμετώπιση της φωτιάς; Γιατί οι δημόσιες υπηρεσίες δεν κάνουν τη δουλειά τους;

Κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος είναι  ο  Λαοκράτης Κούκης.  Για να τον πλάσω ανέσυρα από τη μνήμη μου εικόνες που ανάγονται στην περίοδο της  ενεργού συμμετοχής  μου στην αριστερά. Θυμόμουν ζωντανά λαϊκούς  ανθρώπους του σκληρού μεροκάματου να απολαμβάνουν  τη συμμετοχή τους στην κομματική ζωή σαν μια άσκηση ελευθερίας και συμμετοχής, σαν να είναι το μόνο μέρος της ζωής τους που έχει νόημα να ζεις.

Ο Λαοκράτης είναι ένας συνταξιούχος εμπειρικός τοπογράφος,  που μόλις έχει αρχίσει να δημοσιογραφεί ερασιτεχνικά στην Ημερησία, τη  μικρής κυκλοφορίας εφημερίδα του  παλιού του συντρόφου Στέλιου Χαϊκάλη. Η μαχόμενη δημοσιογραφία αποτελεί  γι αυτόν ένα όνειρο ζωής.

Πίστευα ότι ζούσα χωρίς την αξιοπρέπεια που δίνει η συμμετοχή στην  κοινωνία, η συμμετοχή σε κάποιον κοινωνικό σκοπό. Όλα αυτά τα χρόνια της σκληρής βιοπάλης αισθανόμουν ένας άνθρωπος της μάζας, αποκομμένος από τη δημόσια ζωή, ένας αυτοφιμωμένος και άχρηστος ιδιώτης. Γι’ αυτό και πίστευα ότι μέσα από τη δημοσιογραφία θα μεταμορφωνόμουν σε ενεργό πολίτη, καθώς στην εφημερίδα θα αποκτούσα βήμα και γνώμη».

Ο Λαοκράτης με τον τρόπο του εκφράζεις απόψεις για την κοινωνική συμμετοχή που επεξεργάστηκε θαυμάσια  η Χάννα Άρεντ.

Ταυτόχρονα ο Λαοκράτης προέρχεται από την αριστερή παράδοση. Από τον Μακρονησιώτη πατέρα του, πρώτα, και τη δική  του νεανική  στράτευση στη συνέχεια  διαμόρφωσε  μια ενεργή κοινωνική  συνείδηση και ένα πάθος για τη δικαιοσύνη.

Τον επέλεξα   αριστερό  για δυο ακόμη λόγους.  Ήθελα  να διαπλέξω τις επιλογές του με τις περιπέτειες του  πατέρα του και  με έναν τραυματικό νεανικό του έρωτα την εποχή της στράτευσής του. Ταυτόχρονα επεδίωκα να τον φέρνω σε σύγκρουση, ιδεολογική και συνειδησιακή, με την αριστερά του: καταγγέλλει μια δημόσια διοίκηση όταν η αριστερά δίνει αγώνα να την προστατέψει από απολύσεις και ιδιωτικοποιήσεις.

Παρά τους  ενδοιασμούς του, τα στοιχεία της έρευνάς του είναι αδιάσειστα. Αλλά πέραν αυτών, εργαζόμενος  χρόνια  στον ιδιωτικό τομέα, έχει συνεργαστεί με υπηρεσίες του δημοσίου και γνωρίζει από πρώτο χέρι πώς γίνονται οι δουλειές.

Αφού  ολοκλήρωσα την κοινωνική και ψυχογραφική διάπλαση  του Λαοκράτη, τον άφησα ελεύθερο να κινηθεί  και να δράσει, με τον τρόπο του βέβαια, μέσα στο έκνομο περιβάλλον της Εσπερίας.

Ένα άλλο ζήτημα που με απασχόλησε ήταν η  γλώσσα και ο τρόπος της αφήγησης. Η γλώσσα προήλθε από τη φύση του χαρακτήρα: απλή και λαϊκή με κάποια διανοούμενη επίφαση στα στοχαστικά μέρη.  Για τον τρόπο αφήγησης μετά από δοκιμές επέλεξα την πρωτοπρόσωπη. Αφήγηση  σε  Α’ πρόσωπο. Εξομολογητική και νοερή, αφού δεν απευθύνεται σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, δηλαδή μια αφήγηση απόλυτα προσωπική και ελεύθερη.

Η αφήγηση είναι  σύγχρονη με τα γεγονότα  αλλά όχι ταυτόχρονη. Αφηγείται τα συμβάντα  μικρών διαστημάτων (εβδομάδων ή 10ημέρων).  Έτσι γεγονότα προηγούμενων  διαστημάτων ξαναεμφανίζονται  στην αφήγηση  κάποιου  μεταγενέστερου χρονικού  διαστήματος  φωτισμένα από τη γνώση που  εν τω μεταξύ αποκτήθηκε.

Και τώρα η βασική πλοκή: Ο Λαοκράτης κατά προτροπή του εκδότη Χαϊκάλη  ερευνά την έλλειψη πυροπροστασίας του κτιρίου και  καταγγέλλει  πυροσβεστική και πολεοδομία ως ηθικούς αυτουργούς της τραγωδίας. Μια  πρώτη δολοφονία, του διοικητή της πυροσβεστικής, συγκλονίζει την Εσπερία. Μετανάστες  συλλαμβάνονται  ως  ύποπτοι για τη δολοφονία.  Μια  οργάνωση, η Πέντε Δέλτα με  προκήρυξή της  χαιρετίζει τη  δολοφονία. Η Πέντε Δέλτα δηλώνει ότι  στρέφεται  κατά της  Δυναστείας Διαπλοκής  και Διαφθοράς της  Δημόσιας  Διοίκησης. Χαιρετίζει τη  δολοφονία  χωρίς να αναλαμβάνει την ευθύνη.

Κατά την έρευνα  του Λαοκράτη αναδεικνύεται η διαφθορά της διοίκησης (που κατά τον πρόεδρο του Εμπορικού Συλλόγου έχει το χαρακτήρα οργανωμένης φαμίλιας), τα αντικρουόμενα επιχειρηματικά συμφέροντα,  η μαφία του λιμανιού που διακινεί τους πρόσφυγες, οι ρατσιστικές οργανώσεις που επιδιώκουν εκκαθάριση των προσφύγων και μια  τοπική  εξουσία (πολιτικό προσωπικό, ελεγκτικοί  μηχανισμοί,  δικαστικές και αστυνομικές αρχές) που προσπαθεί να  συγκαλύψει αλλά και να  ενοχοποιήσει τους πρόσφυγες της Εσπερίας  ώστε να προετοιμάσει την κοινή γνώμη  για ένα πογκρόμ εναντίον τους.

Προς τα μέσα της έρευνάς του ο Λαοκράτης ανακαλύπτει ότι ο  παλιός του σύντροφος  και εκδότης Χαϊκάλης βρίσκεται σε μυστική συμφωνία με την  διευθύντρια  της ασφαλιστικής NIS Group.  Τον προέτρεψε στην έρευνα της τραγωδίας  προκειμένου η ασφαλιστική με τη δικαιολογία των πολεοδομικών και πυροπροστατευτικών παραβάσεων του Ciabambini,  να επιτύχει  την μη καταβολή ασφαλίστρων.  Η διευθύντρια της Ασφαλιστικής είναι και ο πρώτος νεανικός έρωτας του Λαοκράτη. Τελικά τα πράγματα είναι σχετικά, τίποτα δεν είναι απόλυτο. Κάποιος  που αντιστέκεσαι σε μια παρανομία,  μπορεί με την  αντίστασή του  να  καλύπτει την  εξυπηρέτηση  κάποιων άλλων συμφερόντων.

Ο Λαοκράτης  κλονίζεται, αλλά συνεχίζει  την  έρευνά  του. Καταλήγει  ότι τα εγκληματικά κέντρα Πέντε Δέλτα και Μαφία λιμανιού ετοιμάζουν και  μια δεύτερη δολοφονία. Ανήσυχος πηγαίνει  στην αστυνομία να καταθέσει τα στοιχεία του, και  εκεί βρίσκει ένταλμα του εισαγγελέα που τον κατηγορεί για  ηθικό  αυτουργό στην απαξίωση του δημοσίου και στη δολοφονία του διοικητή της πυροσβεστικής. Το κουβάρι της  Εσπερίας είναι πολύ μπερδεμένο. Αντί να το ξεμπλέξει   μπλέκει ο ίδιος. Τα νήματά του  τον τραβούν στην παράνοια και σε μια απαισιόδοξη   αντίληψη της πραγματικότητας.

Αλλά ο  ήρωας του βιβλίου δεν θα  μπορούσε να μην εκπληρώσει το προσωπικό του όραμα. Ακόμη κι όταν συνειδητοποιεί τι  κρύβεται πίσω από αυτήν την βαθιά του ανάγκη:

Είναι  ματαιότητα να προσπαθείς να  αποφύγεις την ανάγκη σου να ζήσεις μια ζωή στην υπηρεσία της δικαιοσύνης, μια ζωή προσφοράς…  Για μένα προσωπικά  και πιθανόν για μερικούς από εσάς που από την εφηβεία μας γαλουχηθήκαμε με τέτοιες ηθικές αξίες, η μόνη λύση που έχουμε είναι να προσπαθήσουμε να  εκπληρώσουμε αυτήν την ανάγκη μας, όσο ακριβό κι  αν είναι το τίμημα. Γιατί αλλιώς δεν θα ησυχάσουμε ποτέ.

Δεν αποκαλύπτω περισσότερα από την εξέλιξη της πλοκής, κυρίως θέλω να  αποκρύψω  την κορύφωση  και το φινάλε. Γιατί, τελικά,  κατέληξα να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Ή κάτι σαν αστυνομικό.

Ένα πολιτικό – υπαρξιακό μυθιστόρημα, ένα ελληνικό αντι – ρομάν νουάρ  στη σκληρή περίοδο  της χρεοκοπίας και  της προσφυγιάς, που  αναδεικνύει  τα προβλήματα αλλά και τις χρόνιες  παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας: τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, το έλλειμμα δημοκρατίας, τη δεινή θέση όσων δεν εντάσσονται στο κάθε φορά κυρίαρχο σύστημα εξουσίας.

Ταυτόχρονα επεδίωξα να γράψω ένα  μυθιστόρημα για τη  μνήμη και το ασυνείδητο, γι αυτά που σφραγίζουν τις επιλογές στη ζωή ενός άντρα· για τα ιδανικά και το νόημα του κάθε αγώνα.-

Ο Βασίλης Χριστόπουλος γεννήθηκε το 1951 στην Πάτρα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Αθήνας και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Χωροταξία και Περιφερειακή Ανάπτυξη στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης. Από το 1976 ζει και εργάζεται στην Πάτρα. Έχει δημοσιεύσει μελέτες για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, δοκίμια για την τέχνη και μικρά πεζογραφήματα.

Η κοινωνία πριν αποκτηνωθεί αδιαφορεί. Του Βασίλη Παπαθεοδώρου

07:08, 08 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102589

Η γενικότερη αδιαφορία που είναι αποτυπωμένη στους «Άρχοντες», κατέχει κεντρική θέση στο βιβλίο, ως συστατικό μιας κοινωνίας η οποία, λίγο πριν αποκτηνωθεί εξ’ ολοκλήρου, αδιαφορεί για το τι συμβαίνει στο συνάνθρωπό της» ο συγγραφέας Βασίλης Παπαθεοδώρου, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, τη δημιουργική πορεία της συγγραφής –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου του: Οι άρχοντες των σκουπιδιών, των Εκδόσεων Καστανιώτη.

Την πρώτη φορά που τους είδα να σέρνουν ένα  καρότσι σούπερ μάρκετ, με χαρτιά ή μέταλλα μέσα σε αυτό, θα ήταν πριν από μήνες, σε κάποια γειτονιά. «Βρε τους μπαγάσες», σκέφτηκα, βρίσκοντας το θέαμα έως και διασκεδαστικό.

Όταν μετά από εβδομάδες, έβλεπα πλέον τα καροτσάκια  να σέρνονται επί της Πανεπιστημίου ή της Ακαδημίας, τους ίδιους να χώνονται στους κάδους των σκουπιδιών, αυτούς που μοιάζουν με καμπάνα κι έχουν μια σχισμή στο πλάι, και να βγάζουν το χέρι τους, δίνοντας σκουπίδια στο συνεργάτη τους, θεώρησα το θέαμα αποτρόπαιο. Με τον καιρό το «συνήθισα».

Την πρώτη φορά που είδα άστεγο να κοιμάται στα σκαλιά της Τράπεζας της Ελλάδος, ή έξω από τον ΙΑΝΟ ή σε οποιοδήποτε άλλο κεντρικό σημείο της Αθήνας, βρήκα το θέαμα σοκαριστικό. Με τον καιρό το «συνήθισα».

Την πρώτη φορά που πήγα να πατήσω σύριγγα έξω από την Εθνική Βιβλιοθήκη και την απέφυγα τελευταία στιγμή, βρήκα την κατάσταση ντροπιαστική. Με τον καιρό τη  «συνήθισα».

Οι «Άρχοντες των σκουπιδιών» είναι ένα βιβλίο που προέκυψε από την ανάγκη να μη συμβιβαστώ και να μη συνηθίζω τις εικόνες που βλέπω κάθε μέρα γύρω μου, την αθλιότητα που έχει πάρει πλέον κυρίαρχη θέση στην καθημερινότητα.  Άμυνά μου; Ή «επίθεση»; Δεν ξέρω πώς να το ονομάσω αυτό, το σίγουρο όμως είναι πως η έμπνευση του βιβλίου, ο χειρισμός του θέματος, η διαδικασία γραψίματος, ήταν η δική μου αντίδραση, σε αυτά που ζούμε, καθώς και έναντι του εαυτού μου.

Το βιβλίο δεν είναι καθαρά παιδικό, κινείται μεταιχμιακά, μεταξύ εφηβικής/ νεανικής λογοτεχνίας και λογοτεχνίας ενηλίκων, διαβάζεται τόσο από παιδιά γυμνασίου, όσο και από ενήλικες. Ήταν δε το πρώτο βιβλίο, έπειτα από καιρό, που το χάρηκα τόσο πολύ γράφοντάς το, γιατί για μένα ήταν μια διαδικασία φυγής.

Το αν θα αρέσει στον αναγνώστη, είναι άλλο πράγμα, εμένα με ευχαρίστησε που κατόρθωσα να εκφραστώ για όσα συμβαίνουν, να πάρω θέση και εντέλει να ξεφύγω, έστω κι εάν όλο αυτό διήρκεσε όσο η συγγραφή του μυθιστορήματος (περίπου 2 μήνες), και μετά ξανάπεσα με τα μούτρα στην αντιμετώπιση της μίζερης καθημερινότητας. Το ίδιο είχε συμβεί όταν έγραφα το «Στη Διαπασών» ή τα «Χνότα στο τζάμι». Μια εκτόνωση που είχε κρατήσει όσο και η συγγραφή, λίγη μεν, αλλά απαραίτητη.

Θυμάμαι το 2007, στις μεγάλες πυρκαγιές της Ηλείας, κάποιοι από τα γύρω χωριά, κάθονταν στα καφενεία και έπαιζαν τάβλι και πρέφα. Είχα δει φωτογραφίες από το τσουνάμι του 2004, όπου στην άλλη άκρη κάποιων από τα πληγέντα νησιά, οι τουρίστες απολάμβαναν τον ήλιο και τις διακοπές τους, ελάχιστες μέρες μετά την καταστροφή.

Η γενικότερη αδιαφορία που είναι αποτυπωμένη στους «Άρχοντες», κατέχει κεντρική θέση στο βιβλίο, ως συστατικό μιας κοινωνίας η οποία, λίγο πριν αποκτηνωθεί εξ’ ολοκλήρου, αδιαφορεί για το τι συμβαίνει στο συνάνθρωπό της.

Το βάρος της ευθύνης δεν πέφτει μόνο στους πολιτικούς, ούτε στην πανταχού απούσα εκκλησία, ούτε στους επιστήμονες που δεν προσφέρουν λύση για τα μεγάλα προβλήματα, αλλά σε όλους ανεξαιρέτως, στο βαθμό βέβαια που αναλογεί στον καθένα.

Το γεγονός επίσης πως αυτή την περίοδο, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, χάνονται κεκτημένα δεκαετιών, μου έδωσε την ιδέα για μια αντιστροφή της Ιστορίας, της Παγκόσμιας Ιστορίας πλέον, ένα rewind, όπου θα περιγράφονται προς τα πίσω οι κυριότερες ιστορικές στιγμές.

Φράσεις όπως «εργασιακός Μεσαίωνας», «ύφεση δεκαετίας του ‘30» και άλλες, μου έδωσαν την ιδέα, οι ήρωες του βιβλίου να ξαναζήσουν τη δεκαετία του ’30 και το Μεσαίωνα, αλλά μαζί με αυτά και το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Γαλλική Επανάσταση, τις Σταυροφορίες, τη Ρωμαϊκή εποχή, τις πόλεις-κράτη, κλπ.

Και βέβαια ο κάθε ήρωας θα είχε τις επιλογές του κατά την πλοκή, να διαλέξει στρατόπεδο, να παραμείνει με ηθικές αξίες ή να τις θυσιάσει κι αυτές στο όνομα της γενικότερης κατάρρευσης. Ένα μόνο είναι σίγουρο, όλοι οι χαρακτήρες του, καλοί και κακοί, δε θα έμεναν στο τέλος ίδιοι, κι αυτό γιατί θα άλλαζαν οι εξωτερικές συνθήκες.

Άλλους αυτή η αλλαγή θα τους οδηγούσε σε μια ηθική αναβάπτιση ή αναγέννηση, άλλους σε μια αποκτήνωση. Πάντως η επιλογή υπάρχει στο βιβλίο, ποια κατεύθυνση μπορεί δυνητικά να ακολουθήσει κανείς.

Παράλληλα, ένα άλλο σημείο που με απασχόλησε και με απασχολεί είναι το ζήτημα του όχλου, στους «Άρχοντες» έρχεται κι επανέρχεται σε ευθεία αντιδιαστολή με τη συλλογική προσπάθεια, την ομαδικότητα που επιδεικνύεται από ανθρώπους που φαινομενικά δεν έχουν τίποτα άλλο κοινό, παρά ένα συγκεκριμένο σκοπό και στόχο. Γι’ αυτό έχω ενσωματώσει σκηνές από διαδηλώσεις, από πάρτι, ακόμα κι από τα social media, που φαίνεται να προσφέρουν την ψευδαίσθηση του «όλοι μαζί», ενώ τελικά φέρνουν τις περισσότερες φορές στο προσκήνιο την ψυχολογία του «ντου» και του «γιούρια».

Όπως όλα τα βιβλία μου, έτσι κι αυτό είναι κατά βάθος ένα βιβλίο πολιτικό. Αλλά παράλληλα είναι κι ένα βιβλίο δράσης. Αυτά τα δύο στοιχεία τα χρησιμοποιώ πάντα ως βασικά συστατικά όταν γράφω, ότι μιλάω κι εκφράζομαι καλύτερα μέσω αυτών.

Ούτως ή άλλως γράφοντας, προσπαθώ πάντα να ικανοποιηθώ εγώ ο ίδιος, χωρίς να έχω αγχωτικά στο μυαλό μου, το αν θα αρέσει στον αναγνώστη. Θέλω αυτό που κάνω να αρέσει καταρχήν σε μένα, ούτως ώστε να υπάρχει η πιθανότητα να αρέσει μετά και στον άλλον.

Αλλιώς ο ψυχαναγκασμός του να γραφεί κάτι φαίνεται σε αυτόν που θα το πάρει και θα το διαβάσει, και εντέλει τον απωθεί. Γράφω δηλαδή για μένα, παρόλο που έχω στην άκρη του μυαλού μου το δυνητικό αναγνώστη, γράφω τελικά μόνο για μένα, για τη διαδικασία του να κάνω κάτι δημιουργικό.

Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι λοιπόν τη φράση-κλισέ που λέγεται, πως το γράψιμο δηλαδή είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση.  Και λυτρωτική, και δημιουργική, θα πρόσθετα εγώ. Και φυσικά θα ήταν ευχής έργον να θεωρείται και η ανάγνωση κάπως έτσι.

Δεν ξέρω αν τελικά το γράψιμο ή το διάβασμα είναι ένα καλό μέσο, ψυχολογικής τουλάχιστον, αντιμετώπισης της κρίσης. Σίγουρα όμως είναι ένας τρόπος, ένα εργαλείο διαφυγής.

Και προσωπικά πιστεύω ότι –ίσως- και να ήταν καλύτερα τα πράγματα εξαρχής, ενδεχομένως όχι ριζικά, αλλά τουλάχιστον μια κάποια διαφοροποίηση θα υπήρχε, εάν το βιβλίο και η ανάγνωση γενικά κατείχαν περισσότερο χώρο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των πολιτών.-

Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Τελείωσε τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και σπούδασε μεταλλουργός και χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ, ενώ έκανε μεταπτυχιακά στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Έχει κυκλοφορήσει έως τώρα δέκα νεανικά και εφηβικά μυθιστορήματα, πέντε από τα οποία («Το μήνυμα», «Οι Εννέα Καίσαρες», «Χνότα στο τζάμι», «Στη διαπασών», «Το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας») διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στο Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, σε μετεκπαιδευόμενους δασκάλους.

Έχει τιμηθεί δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας και δύο φορές με το Βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» (2008, 2010) για τα βιβλία του «Χνότα στο τζαμί» και «Στη διαπασών». Επίσης έχει αποσπάσει άλλα έξι λογοτεχνικά βραβεία για διάφορα έργα του από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά και τον Κυπριακό Σύνδεσμο Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου.