Η Εκδίκηση της Γυφτιάς

 

Μουσική : Νίκος Ξυδάκης
Στίχοι : Μανώλης Ρασούλης
Τραγούδι : Νίκος Παπάζογλου
Δίσκος : «Η Εκδίκηση της Γυφτιάς» (1978)

«Εσύ που είσαι ακόμα εκεί,
στης αμαρτίας το σκαλί
και στο μικρό σου το κορμί
έχεις για πάντα φορτωθεί
της γης όλα τα λάθη.

Εσύ που σου’δωσαν να πιείς
απ’της ζωής το κατακάθι.

Είσαι για μένα ο πιο πικρός
μέσα στη νύχτα στεναγμός,
κάτι σαν ίσκιος σκοτεινός,
μοιάζεις ο ίδιος μου ο εαυτός .

Να γίνονταν να φορτωθώ
τα κρίματά σου να σωθώ.

Εσύ μοιράζεις το φιλί
κι η κοινωνία τη ντροπή,
ένα τραγούδι τι να πει
όταν στο βούρκο η ζωή
ανοίγει μονοπάτι.

Αχ η ελπίδα η κοινή
δε βρίσκει απόψε έναν πελάτη.»

Γιάννης Μακριδάκης, φωνή βοώντος εν τη ερήμω…

15:08, 30 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/104522

Ο Χιώτης ακτιβιστής, ερευνητής και πολιτικογράφος, λογοτέχνης, αλλά και ιστορικός συγραφέας Γιάννης Μακριδάκης,με μαχητικό πολιτικό λόγο που καταγράφεται στα πολιτικά του άρθρα -που τα περισσότερα από αυτά, έχουν δημοσιευτεί ή αναδημοσιευτεί και στο tvxs, έδωσε συνέντευξη στον δημοσιογράφο Andreas Nefzger η οποία κυκλοφόρησε στις 29 Αυγούστου 2012 από τη γερμανική εφημερίδα Franffourter Algemeine Zeitung με τίτλο «Λίγο πριν τον κανιβαλισμό». Οι απαντήσεις του, παρατίθενται αυτούσιες στην παρούσα αναδημοσίευση από τον προσωπικό του ιστότοπο:

«Οι Έλληνες τα τελευταία χρόνια ζουν μια περίοδο μακράς οικονομικής ύφεσης, η οποία συντηρείται από μέτρα λιτότητας και συνεχώς αυξανόμενης φορολογίας. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων πολιτών έχουν γίνει φτωχότεροι σε χρήμα, έχουν μείνει άνεργοι ή άστεγοι και γενικά ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας δεν έχει πόρους για να επιβιώσει εντός του συστήματος.

Οι κάτοικοι των πόλεων, όπου δεν υπάρχει πρωτογενής παραγωγή προϊόντων, βρίσκονται σε δεινή έως απελπιστική θέση. Οι περικοπές στον τομέα της υγείας απειλούν τη ζωή όλων των Ελλήνων με πρώτους τους χρόνια πάσχοντες, οι οποίοι θα πεθάνουν σύντομα, ως θυσία στην ευημερία των στατιστικών και των αριθμών. Πολλοί άνθρωποι αυτοκτονούν καθημερινά.

Οι νέοι μεταναστεύουν για να βρουν σε άλλες χώρες μια θέση εργασίας και να γίνουν σκλάβοι αυτού του παρανοϊκού συστήματος, κερδίζοντας έτσι λίγο χρόνο μέχρι να χτυπήσει η κρίση και τις χώρες αυτές. Διότι το πρόβλημα βρίσκεται στον ορισμό του συστήματος και όχι μόνο στην Ελλάδα. Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι οι άνθρωποι μετέτρεψαν τους εαυτούς τους σε αριθμούς και άφησαν τη ζωή κατά μέρος, για να ενταχθούν ως εργαλεία σε ένα πλαστό οικονομικό σύστημα, το οποίο τώρα τους αποβάλλει.

Προσωπικά επειδή ζω μακριά από τις πόλεις και ασχολούμαι με την καλλιέργεια της γης αλλά και επειδή αρνούμαι να επισκεφθώ την Αθήνα εδώ και δύο περίπου χρόνια, δεν έχω άμεση εικόνα αυτής της καταστροφής αλλά την βλέπω μονάχα μέσα από το διαδίκτυο ή την ακούω από όσα μου περιγράφουν οι γνωστοί μου που ζουν εκεί.

Η κατάσταση μοιάζει πάρα πολύ με την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής του 1941-44, τότε που οι κάτοικοι των πόλεων υπέφεραν και πέθαιναν στους δρόμους και οι κάτοικοι της υπαίθρου είχαν κάποιες περισσότερες προμήθειες και τρόπους για να επιβιώνουν.

Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε απελπισία. Έχουν εμφανιστεί και δυναμώσει ναζιστικές ομάδες που δρουν ανεξέλεγκτες και η δημοκρατική Ευρώπη κοιμάται και δεν αντιδρά.

Πριν από ένα χρόνο η ελληνική κοινωνία βρισκόταν στα πρόθυρα του κανιβαλισμού διότι κάποιες κοινωνικές τάξεις και επαγγελματικές ομάδες είχαν την ελπίδα ότι δεν θα τους αγγίξουν τα μέτρα και ότι θα πληγούν μόνο κάποιοι άλλοι, όπως π.χ. οι δημόσιοι υπάλληλοι και γι αυτό ήθελαν να τους θυσιάσουν.

Αυτή τη στιγμή όλοι έχουν καταλάβει ότι κανένας δεν θα διασωθεί, εκτός από τους πολύ πλούσιους που ακόμα φοροδιαφεύγουν και εκτός ίσως από τους ένστολους και τους δικαστικούς, τους οποίους χρειάζεται το σύστημα όσο γίνεται καλοπληρωμένους, για να μπορεί να επιβάλλει την πυγμή του. Έτσι ο κανιβαλισμός έχει αλλάξει πρόσωπο και εκφράζεται κυρίως από τις ληστείες, τους φόνους και τα πογκρομ κατά των μεταναστών από νοσταλγούς του ναζισμού που συμβαίνουν καθημερινά αλλά και από δολοφονικές επιθέσεις των δυνάμεων καταστολής κατά διαμαρτυρόμενων ανθρώπων.»

***
To πρόσωπο της κρίσης

«Η κρίση είναι βαθιά και ξεκινάει από τη ρίζα. Η κατάρρευση της οικονομίας είναι η τελευταία ένδειξη, η οποία αγγίζει το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού, γι’ αυτό και είναι πιο επώδυνη.

Εδώ και πολλά χρόνια όμως η κρίση υπήρχε στα θέματα των αξιών που ξέπεσαν. Του Πολιτισμού και της Τέχνης που ισοπεδώθηκαν από το λάιφ στάιλ, της Μόρφωσης που θυσιάστηκε για την εξειδίκευση, της Ελευθερίας του ανθρώπου που θυσιάστηκε κι αυτή για μια θέση εργασίας με ωράριο και μισθό εντός του συστήματος, της Παραγωγής και της Δημιουργίας που έγιναν έννοιες άγνωστες για τον άνθρωπο-υπάλληλο, της Αυτάρκειας σε γνώσεις και τεχνικές για την παραγωγή της τροφής, που ξεχάστηκαν, θεωρήθηκαν ασχολίες κατώτερες και ανάξιες για να τις κάνει κάποιος αφού όλοι ήθελαν σπουδές σε πανεπιστήμια του συστήματος, για να λάβουν κατόπιν θέση γραφείου, να ζήσουν δηλαδή φυλακισμένοι με μισθό και να αγοράζουν την όποια ζωή και τροφή τους.

Η κρίση του συστήματος υπάρχει εξ ορισμού, οφείλεται στην φυσική απληστία του ανθρώπου και είναι ανίατη, όσα μέτρα κι αν ληφθούν.

Ο καπιταλισμός θα καταστραφεί πολύ σύντομα διότι κοντεύει να φτάσει στο ζενίθ του. Οι χώρες που ακόμα αντέχουν, δεν θα αντέχουν για πολύ καιρό. Οι άνθρωποι που ζουν αυτή την ιστορική περίοδο, οι περισσότεροι θα πεθάνουν μαζί με το σύστημα. Είτε γίνει παγκόσμιος πόλεμος είτε όχι.

Και οι επόμενοι που θα έρθουν στον κόσμο, θα βρεθούν σε ακόμα χειρότερη θέση διότι ο καπιταλισμός πριν ξεψυχίσει θα φροντίσει, φτάνοντας στο ζενίθ του, να καταστρέψει τα πάντα για να επιβιώνει μέχρι την τελευταία του στιγμή.

Θα καταστρέψει την καλλιεργήσιμη γη τοποθετώντας φωτοβολταϊκά συστήματα για περισσότερη ενέργεια και κέρδος, θα καταστρέψει τα βουνά και το κλίμα για την τοποθέτηση ανεμογεννητριών, θα καταστρέψει τις ακτές με ανεξέλεγκτη δόμηση, θα καταστρέψει τις θάλασσες με υπεράντληση πετρελαίων και ρύπανση, θα καταστρέψει το οξυγόνο με την αποψίλωση των δασών και τους ρύπους.

Οι επόμενες γενιές ανθρώπων στον πλανήτη θα περάσουν εφιαλτική και μικρή ζωή, μέχρι την τελική εξαφάνιση του ανθρώπινου είδους, αν δεν αλλάξουν άμεσα τρόπο σκέψης και ζωής οι άνθρωποι του λεγόμενου αναπτυγμένου κόσμου.

Ούτως ή άλλως την εξαφάνισή του ως είδος ο άνθρωπος την μεθοδεύει επί χρόνια, αφού έχει αφήσει να ξεχαστούν και να χαθούν όλες οι τέχνες, οι τεχνικές και οι αγνές πρώτες ύλες για την παραγωγή της τροφής του, μολύνει τον πλανήτη και εργάζεται μονάχα για την παραγωγή χρήματος.

Ασχολείται με τις «επιστήμες» και με το χρήμα, κυκλοφορεί με κοστούμια και σύγχρονα αυτοκίνητα, έχει ευγενείς τρόπους, αλλά ταυτόχρονα κόβει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται, καταστρέφει τη γη, τον αέρα και τα νερά, καταναλώνοντας απερίσκεπτα ενέργεια και φυσικούς πόρους, έχει αφήσει τα βασικά συστατικά της ύπαρξής του, π.χ. την τροφή του και το νερό του, στα χέρια πολυεθνικών που τον ταϊζουν και τον ποτίζουν καρκίνο. Και αυτό το ον που ζει σήμερα με αυτόν ακριβώς τον τρόπο και θεωρεί ότι το χρήμα τον τρέφει, θεωρεί παράλληλα και τον εαυτό του ως το πιο ανεπτυγμένο και ευφυές από όλα τα υπόλοιπα όντα.»

***
Ο ρόλος της Γερμανίας στην κρίση

«Οι Έλληνες βρίσκονται πλέον σε κατάσταση κόπωσης και οι περισσότεροι παρακαλούν να συμβεί κάτι τελικό, όπως πτώχευση και κατάρρευση της ευρωζώνης, για να ξαναρχίσει κάτι άλλο καινούριο κάποια στιγμή. Υπάρχει οργή ενάντια κυρίως στην Γερμανία που φέρεται σαν να είναι η Ελλάδα αποικία της. Υπάρχει βέβαια και το ιστορικό προηγούμενο του Πολέμου και της Κατοχής.

Προσωπικά πιστεύω ότι αφού η Ευρώπη δεν είναι ένα κράτος, με ενιαία πολιτική σε όλα τα επίπεδα αλλά είναι μόνο μια νομισματική ένωση, κανένας δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει στα εσωτερικά του άλλου.

Η νομισματική ένωση της Ευρώπης απέτυχε επειδή απέτυχε η πολιτική ένωση των κρατών της, την οποίαν αυτή τη στιγμή η Γερμανία προσπαθεί να επιβάλει αποικιοκρατικά. Αυτό που κάνει η Ευρώπη με πρώτη την Γερμανία, στην Ελλάδα σήμερα είναι απαράδεκτο.

Κυρίως οι απαιτήσεις για «ανάπτυξη» δίχως κανένα σεβασμό στη φύση και στον άνθρωπο. Απαιτήσεις που είναι αντίθετες με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας. Παρόλα αυτά οι απαιτήσεις αυτές τίθενται εκβιαστικά και θα έχουν ως αποτέλεσμα να καταστραφεί η Ελλάδα, να πληγεί ανεπανόρθωτα το φυσικό της περιβάλλον και να εξαθλιωθούν οι πολίτες της.

Μια ματιά στο μέλλον

Αν δεν αλλάξει η συνολική πολιτική της Ευρώπης, το μέλλον νομίζω είναι η καταστροφή όλων των χωρών. Η Ελλάδα σε λίγο χρόνο θα έχει γίνει μια χώρα όπως η Γουατεμάλα και η Ταϋλάνδη.

Με όλες τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές και τα φυσικά αγαθά πουλημένα σε πολυεθνικές, με τους κατοίκους της να δουλεύουν με μισθούς πείνας, να μην έχουν πρόσβαση σε περίθαλψη και να πεθαίνουν άποροι, με το φυσικό της περιβάλλον εντελώς κατεστραμμένο και με τα ανήλικα παιδιά να παρέχουν υπηρεσίες σεξ γύρω από την Ακρόπολη, στους όποιους καλοντυμένους βορειοευρωπαίους τουρίστες υπάρχουν ακόμη, συμβάλλοντας έτσι στην αύξηση του ΑΕΠ της χώρας για να είναι απολύτως επιτυχημένοι οι στατιστικοί δείκτες και ευχαριστημένοι οι ευρωπαίοι εταίροι μας.

Η Ευρώπη έχει πρόβλημα ηθικής και αξιών και φαίνεται πολύ καθαρά στην συμπεριφορά της απέναντι στην Ελλάδα (όχι στους Έλληνες μόνο, αλλά στην χώρα συνολικά). Προσωπικά αυτή την Ευρώπη δεν την θέλω.

Ο τρόπος που προτείνω είναι η αλλαγή κατεύθυνσης προς την ήπια και ισόρροπη ανάπτυξη, δίχως γιγαντισμούς, που θα έχει στόχο την ευημερία και την υψηλή ποιότητα ζωής.

Με σχεδιασμό πολλών μικρής κλίμακας έργων, επιχειρήσεων και μονάδων, με σεβασμό στον άνθρωπο, στη φύση και στις ιδιαιτερότητες κάθε τόπου. Η Ευρώπη οφείλει να ανακαλύψει, να σεβαστεί επιτέλους, να καλλιεργήσει και να προωθήσει τις άπειρες μικρές ιδιαιτερότητες και μοναδικότητες της κάθε γωνιάς της και όχι να ισοπεδώνει τα πάντα με μόνο μέλημα τον ανταγωνισμό ευρώ δολαρίου.»

***
Ο ρόλος των διανοουμένων

«Πάντοτε η Τέχνη ήταν θεραπευτική. Στην σημερινή βέβαια συγκυρία η Τέχνη, όπως είπα και πριν, βρισκόταν σε κρίση πριν από την οικονομία και ήταν μάλιστα και μια βασική παράμετρος που οδήγησε στην οικονομική κρίση.

Σήμερα, στην Ελλάδα τουλάχιστον, η λογοτεχνία εκφράζεται από ανθρώπους που στο σύνολό τους σχεδόν είναι γεννήτορες ή γόνοι της κρίσης αξιών, δίχως γνώσεις για την παραγωγή της ζωής αλλά μόνο για την εξαγορά αυτής.

Ζουν κάτι άλλο από αυτό που είναι η ζωή έτσι όπως ορίζεται στη φύση. Υπηρετούν το σύστημα στη συντριπτική τους πλειονότητα και δεν έχουν να πουν τίποτε διαφορετικό για να δώσουν μια ελπίδα ή έναν άλλον τρόπο ζωής ή μια διαφορετική οπτική γωνία στους ανθρώπους. Γι αυτό οι άνθρωποι αναρωτιούνται πού είναι ο πνευματικός κόσμος και γιατί σωπαίνει (αν δεν είναι κυνικά καθεστωτικός, όπως συμβαίνει κατά κόρον στην Ελλάδα).

Εξαιρέσεις υπάρχουν βέβαια, και αυτοί, οι μετρημένοι στα δάχτυλα, βοηθούν με τον λόγο τους και την στάση ζωής τους κυρίως, όσους ανθρώπους έχουν τη διάθεση και την ικανότητα να αλλάξουν τον εαυτό τους.

Διότι για να βγούμε από την κρίση και να αλλάξει η Ευρώπη, το πρώτο βήμα είναι να αλλάξει ο καθένας από  μας την θεώρησή του απέναντι στον εαυτό του και στη ζωή του.»-

Δείτε εδώ τις ερωτήσεις στα αγγλικά αλλά και το σύνολο της συνέντευξης, την οποία αναδημοσιεύουμε από το http://yiannismakridakis.gr/


*Υπενθυμίζεται, ότι πριν μερικούς μήνες, είχαν δημοσιευτεί σε ξένα ΜΜΕ, δύο επιστολές του Γιάννη Μακριδάκη, μία προς τους Γάλλους και μία προς τους Ευρωπαίους, οι οποίες βρήκαν άμεση ανταπόκριση από τον Philippe Murer του The forum democratique, όπως και από το Κίνημα της Νάντης: Par solidarité, je suis Grec aussi, όπως και από τον Jose Manuel Lamarque του Help the Greek People, αλλά και άλλων γνωστών ευρωπαϊκών μέσων ενημέρωσης, όπως και του tvxs που τις δημοσίευσε πρώτο από τα Ελληνικά ΜΜΕ. Επίσης, μετά το… ολοκαύτωμα της Χίου, ξεκίνησε το πανελλαδικό Κινημα 18, με βασικό σκοπό την προστασία του φυσικού αλλά και πολιτιστικού πλούτου της χώρας μας.

Νιώθω, ότι ο λόγος του Μακριδάκη, αλλά και πολλών άλλων, μοιάζει, σήμερα, φωνή βοώντος εν τη ερήμω… μέχρι να φτάσει η μάχιμη διανόηση αυτού του τόπου -όση τουλάχιστον δεν την έχει καταπιεί το υπάρχον σύστημα- να συναντηθεί και να ενωθεί σε μια κοινή φωνή επικοινωνίας, προτάσεων αντίδρασης και αντίστασης, απέναντι στην καταστροφή και το ξεπούλημα της Ελλάδας που μπροστά στα μάτια μας βλέπουμε να συντελείται τα τελευταία χρόνια, ώστε να εκφραστεί το κοινό αίσθημα, μέσω ενός άρθρου – μηνύματος και προς το εσωτερικό αλλά και προς το εξωτερικό.

Γι’ αυτό, επαναλαμβάνω την συνεχή έκκληση για επικοινωνία σε πρόσωπα των γραμμάτων και των τεχνών, μέσω του δημόσιου διαλόγου που ξεκίνησε από το 2010 να δημοσιεύεται στο tvxs, με στόχο ένα ανάλογο απόσταγμα, όχι μόνο για τον κοινό προβληματισμό (σαν brain storming) όπως και για τα κοινά αιτήματα και τις προτάσεις που προφανώς υπάρχουν, αλλά κυρίως για εκείνο που μπορεί να δημιουργηθεί από κοινού, ως σύνθεση απόψεων, για την έξοδο από την καταστροφική -πλέον- κρίση που βιώνουμε, με θύματα όχι μόνον αθώους πολίτες, αλλά και τo φυσικό περιβάλλον όσο και τον πολιτισμό της χώρας μας.

Νομίζω, σύμφωνα -τουλάχιστον- με όσα εκφράζουν από τα λεγόμενα τους, πρόσωπα των γραμμάτων και των τεχνών, που ανταποκρίνονται εδώ και δύο χρόνια, μέχρι σήμερα, στον συγκεκριμένο δημόσιο διαλόγο, ότι υπάρχει ανάγκη να επικοινωνήσουμε την κοινή, αυτή, φωνή, με τη σύνταξη και ενός τέτοιου άρθρου. Συγχρόνως, υπάρχει ανάγκη και για έναν κοινό διαδυκτιακό τόπο, που το tvxs ανακοινώνει ότι προτίθεται να δημιουργήσει σύντομα.

Το υλικό, για τη ΣΥΝΘΕΣΗ, ενός τέτοιου κοινού… τόπου αλλά και κοινού λόγου, ήδη είναι εντυπωσιακό και συνεχώς εξελίσσεται. Αρκεί να το αξιοποιήσουμε…

Κρυσταλία Πατούλη
cpatouli@yahoo.gr

υγ: Διαβάστε στα γερμανικά τα σχόλια των γερμανών στο άρθρο: http://www.faz.net/aktuell/feuilleton/meine-krise-i-kurz-vorm-kannibalismus-11870845.html

 

Άννα Παναγιωτοπούλου: Όλη την Ελλάδα θα την πουλήσουνε!

18:08, 29 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/104511

[…] πιστεύω, ότι οι άνθρωποι που μας κυβερνάνε δεν έχουν καμία πρόθεση να κάνουν τίποτα! Καμία! Δεν μπορώ να μπω στην ψυχολογία αυτών των ανθρώπων, αλλά είναι σαφές ότι μας κοροϊδεύουν. […] Όλη την Ελλάδα θα την πουλήσουνε! Θα τελειώσει αυτή η χώρα. Θα λήξει. Αυτό, είναι, δυστυχώς, που φοβόμαστε όλοι…», η ηθοποιός Άννα Παναγιωτοπούλου μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη, συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs.

Άν.Π.: Εγώ, τώρα, τι να πω για την κρίση; Είμαι από τους πιο απαισιόδοξους ανθρώπους για το τι μπορεί να συμβεί στην Ελλάδα. Και τί βλέπω; Βλέπω στους ανθρώπους που ασχολούνται με αυτό, να μην έχει αλλάξει τίποτα. Ούτε στη συμπεριφορά τους, ούτε στη νοοτροπία τους… Στη συμπεριφορά τους, ίσως, έχουν γίνει λίγο πιο μαλακοί και λίγο πιο ευγενείς. Αλλά στη νοοτροπία τους δεν έχουν αλλάξει σε τίποτε και αυτό φαίνεται. Άρα, δεν πρόκειται να αλλάξει και τίποτε, γιατί αυτές οι νοοτροπίες μας έφεραν εδώ…

Τα προηγούμενα χρόνια, είχα αποφασίσει ότι δεν θα ξανακάνω Επιθεώρηση. Δεν υπήρχε έδαφος. Χρόνια ολόκληρα, αισθανόμουν ότι δεν υπήρχε τίποτα να πεις.
Και ξαφνικά, είπα, αυτή είναι η στιγμή… που κατ’ αρχήν η επικαιρότητα, με την οποίαν ασχολείται η Επιθεώρηση έχει μία σταθερή -που δυστυχώς θα έχει για καιρό- η οποία είναι η κρίση, και από εκεί και πέρα, ούτως ή άλλως, τα πολιτικά δρώμενα κινούνται γύρω από αυτό.
Και επίσης, θεωρώ, ό,τι, το να μπορέσεις να εκτονωθείς και να εκτονώσεις τον κόσμο μέσα από το χιούμορ και την σάτιρα για όλο αυτό που βιώνουμε, είναι πάρα πολύ θετικό σε αυτή τη φάση.

Κρ.Π.: Και να τον εκφράσεις;

Άν.Π.: Και να τον εκφράσεις… που αυτό δεν είναι και δύσκολο, διότι σε μεγάλο βαθμό, τουλάχιστον, όλοι έχουμε τον ίδιο προβληματισμό και τις ίδιες αγωνίες.

Κρ.Π.: Θέλετε να μας πείτε για την προηγούμενη κατάσταση, που δεν σας ενέπνεε σε τίποτα ώστε να κάνετε μία επιθεώρηση;

Άν.Π.: Κοιτάξτε, η προηγούμενη κατάσταση, ήταν μια πλαστή ευμάρεια, κανείς δεν ανησυχούσε, κανείς δεν προβληματιζότανε, ή εν πάση περιπτώσει, αυτοί ήταν πάρα πολλοί λίγοι. Η πλειοψηφία ζούσε με πλαστό χρήμα, π.χ. πήγαιναν διακοπές, έκαναν γιορτές με πλαστό χρήμα. Αυτό το σκηνικό, δεν προβλημάτιζε τον άλλον. Και να του το έλεγες, ήταν –πώς να το πώ;- σε μια ηλίθια αποβλάκωση…

Κρ.Π.: Σαν να είχε πάρει την «πρέζα» του και ήταν ναρκωμένος;

Άν.Π.: Ναι, έτσι. Αυτοκίνητα, σπίτια, όλα αυτά τα πράγματα, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα, να τα έχεις! Ήταν μια αδιανόητη κατάσταση, και σαφέστατη κλοπή. Η οποία δεν έβγαζε πουθενά. Δεν έβγαζε κάτι αστείο, ούτε μπορούσες να το σατιρίσεις… Οπότε, εμένα δεν μου έλεγε τίποτε το να κάνω Επιθεώρηση. Δεν είχα τίποτα να πω.
Και ξαφνικά πέρυσι, που ξεκίνησε αυτή η συνεργασία για την παράσταση, ήθελα να τα πω όλα! Είπα, αυτό πρέπει να γίνει τώρα, και είναι στιγμή!
Και το ξεκινήσαμε με πάρα πολύ κέφι όλοι. Και οι ηθοποιοί, και οι συντελεστές, και ο κόσμος. Ήταν, πραγματικά, εκτόνωση για όλους μας.

Κρ.Π.: Στην προηγούμενη φάση που αναφέρατε, που επικρατούσε μια κατάσταση… νάρκωσης ο περισσότερος κόσμος, φαινόταν εκτός του ότι δεν προβληματίζεται, σαν να μην έχει και καμία ανέχεια στο να διαχειριστεί δυσκολίες ή να τις εκφράσει;

Άν.Π.: Υπήρχε πάρα πολύς κόσμος, που προβληματιζότανε πάνω σε αυτή την κατάσταση και κανείς δεν έβγαινε να το πει.

Κρ.Π.: Αν κάποιος προβληματιζόταν, τον αντιμετώπιζαν σαν… προβληματικό τον ίδιο…

Άν.Π.: Ναι… Σαν «Τι είναι αυτό τώρα; Αφού όλα είναι μια χαρά!».

Κρ.Π.: Και βρεθήκαμε, κάπως έτσι στο τώρα… Θέλετε να μας πείτε κάτι για το «τώρα»;

Άν.Π.: Αυτά που έχω να πω, τα λέω στην παράσταση… Δηλαδή, το αδιέξοδο που θεωρώ ότι υπάρχει, γιατί πιστεύω ότι είναι αδιέξοδο… πιστεύω, δηλαδή, ότι οι άνθρωποι που μας κυβερνάνε δεν έχουν καμία πρόθεση να κάνουν τίποτα! Καμία! Δεν μπορώ να μπω στην ψυχολογία αυτών των ανθρώπων, αλλά είναι σαφές ότι μας κοροϊδεύουν. Μέχρι πότε μπορούν να μας κοροϊδεύουν;
Δηλαδή, έρχεται η συμφορά, και κάνουν σαν να μη συμβαίνει…: «είναι δύσκολα, είναι δύσκολα, θα σκεφτούμε… Αλλά, όλα θα πάνε καλά»! Μα, πώς θα πάνε καλά; Όταν ουσιαστικά, τίποτα δεν αλλάζει; Τίποτα! Για παράδειγμα, ο δημόσιος τομέας είναι ένα τέρας. Ε, κανείς δεν ασχολείται με αυτό. Ασχολούνται τόσο – όσο… κλπ.
Δεν λέω ότι είναι εύκολα να γίνουν κάποια πράγματα. Αλλά κάποια στιγμή, πρέπει να γίνει κάτι! Γιατί μέχρι στιγμής δεν γίνεται τίποτα, εκτός του ότι κόβουμε συντάξεις και μισθούς. Γίνεται να βγει αυτό το χρέος από εμάς; Φυσικά, και δεν γίνεται!

Κρ.Π.: Πολύς κόσμος, όμως, ψήφισε πάλι, και με φόβο, αλλά και σαν να μην θέλει να αντιληφθεί, ακριβώς, το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις;

Άν.Π.: Ακριβώς. Εντάξει. Τιμώρησε το Πασόκ, αλλά τίποτε άλλο! Και έγινε και το τέρας με τη Χρυσή Αυγή, βέβαια. Όπου, εκεί, είναι να ανησυχείς πραγματικά, για το ποιοι είμαστε εμείς, πια… Δηλαδή, εντάξει, αυτοί. Εμείς; Ποιος βγάζει ένα ποσοστό της Χρυσής Αυγής, σε μια χώρα που πάσχει, έτσι όπως πάσχει;

Κρ.Π.: Δεν γνωρίζουμε και την ιστορία μας, δεν υπάρχει Παιδεία, ένας στους δύο έλληνες δεν διαβάζει ποτέ, ούτε ένα βιβλίο…

Άν. Π.: Ναι, το ξέρω. Υπάρχει και η τηλεόραση, που είναι μια… φοβερά διαστρεβλωτική ιστορία. Εγώ πιστεύω, για να πω και την αλήθεια, και πάντα τσακώνομαι γι’ αυτό, ό,τι, ο ελληνικός λαός, είναι… Δηλαδή, λέμε φταίμε εμείς. Φταίμε. Σε ένα βαθμό, όμως. Η Ελλάδα, είναι μία χώρα, που δεν έζησε την Αναγέννηση. Δεν πέρασε η Αναγέννηση από εδώ. Είναι μία χώρα, που δεν ήταν ποτέ ανεξάρτητη. Λόγω της θέσης της; Λόγω της ομορφιάς της;
Πάντα, υπάρχει κάποιος από πάνω και ρυθμίζει τα πάντα, ρυθμίζει ζωές, ρυθμίζει την Παιδεία. Εμείς ποτέ δεν είχαμε Παιδεία. Αυτά που έχουμε μάθει στο σχολείο και αυτά που μαθαίνουν τώρα τα παιδιά στο σχολείο είναι άλλα ‘ντ’ άλλων. Ούτε την ιστορία μας δεν ξέρουμε. Ούτε τίποτα δεν ξέρουμε. Μόνο από προσωπική πρωτοβουλία μπορείς να ανοίξεις το μυαλό σου. Κι αυτό, συμβαίνει αιώνες. Όχι μόνο τώρα.
Αν σκεφτεί κανείς, ότι δεν υπήρξαμε ποτέ αυτόνομοι… Ποτέ, όμως!
Δεν μπορείς να τα βάλεις με έναν λαό, που δεν έχει αίσθηση, που δεν τον αφήσανε να έχει αίσθηση της πραγματικότητας. Αυτό, είναι ένα πολύ σοβαρό ελαφρυντικό, κατά τη γνώμη μου.

Κρ.Π.: Και που στην Αντίσταση ενέπνευσε όλη την Ευρώπη, και παρ’ όλα αυτά…

Άν.Π.: …και παρ’ όλα αυτά, εδώ την… φάγανε, κανονικά! Και τους πουλήσαν οι ίδιοι. Και αυτό νομίζω ότι έχει πάρα πολύ να κάνει με τη θέση αυτής της χώρας.

Κρ.Π.: Τι έχετε να πείτε για την ενοχή και το φόβο που πολλοί πάνε να περάσουν στον λαό της Ελλάδας; Μάλιστα, κυκλοφόρησε και το βιβλίο του Πάγκαλου, με τον τίτλο «Μαζί τα φάγαμε».

Άν.Π.: Α, μάλιστα. Δεν το έχω υπόψιν μου λόγω της περιοδείας έχω άγνοια…

Κρ.Π.: Επίσης, ακούσαμε ότι πουλάνε λιμάνια, πουλάνε νησιά, εκτός από την ΑΤΕ…

Άν.Π.: Όλη την Ελλάδα θα την πουλήσουνε! Θα τελειώσει αυτή η χώρα. Θα λήξει. Αυτό, είναι, δυστυχώς, που φοβόμαστε όλοι…

Κρ.Π.: Μου το είχε πει στις αρχές του 2000, ένας από τους κορυφαίους οικονομολόγους, που ζει στην Αμερική: «Η οικονομία της Ελλάδας μετά την Ολυμπιάδα θα καταρρεύσει. Όλοι το ξέρουν, και κοιτάνε τι θα φάνε… Η Ελλάδα τέλειωσε! Φύγε, αν μπορείς».

Άν.Π.: Απίστευτο… Και εγώ αυτό πιστεύω. Ότι η Ελλάδα τέλειωσε. Το πιστεύω, και χωρίς να έχω γνώσεις. Το αισθάνομαι αυτό, γύρω μου. Όταν πουλιούνται, τα διάφορα… Πουλιέται η χώρα. Δίνεται, έτσι, μπιτ παρά! Και νομίζω ότι η πλειοψηφία το αισθάνεται.

Κρ.Π.: Η πλειοψηφία, τουλάχιστον, που έχει συναίσθηση; Διότι στις εκλογές…

Άν.Π.: Ναι, και από την άλλη πλευρά, βέβαια, εγώ θα πρότεινα να μην πάει να ψηφίσει κανείς. Δεν πρόκειται, όμως, να γίνει. Δεν υπάρχει περίπτωση. Γιατί όλοι ακόμα, πιστεύουν, ότι «κάτι, βρε, παιδί μου, θα κάνουνε…».

Κρ.Π.: Είναι, θέλετε να πείτε, το πώς χρησιμοποιείται η ελπίδα; Διότι οτιδήποτε είναι καλό ή κακό, ανάλογα πώς το διαχειριζόμαστε. Αν η ελπίδα καταντάει ένα δεκανίκι;

Άν.Π.: Ναι, ακριβώς. Εδώ, είναι οργανωμένο το έγκλημα. Δεν είναι κάτι που απλά συνέβη. Οργανώνεται χρόνια αυτή η ιστορία.

Κρ.Π.: Στην Ισπανία, οι καλλιτέχνες βγήκαν μαζί στους δρόμους με δικό τους μπλοκ, με κοινή φωνή –ανεξαρτήτως κομμάτων- απέναντι στην πολιτική της χώρας τους. Εδώ, δεν υπάρχει κάτι που μπορεί να γίνει;

Άν.Π.: Βεβαίως.

Κρ.Π.: Δεν έχει γίνει ακόμα, όμως…

Άν.Π.: Είναι κάτι που το έχω σκεφτεί. Και μάλιστα, επειδή δεν έχω καμία σχέση με την τεχνολογία… είχα σκοπό, όταν επιστρέψω από την περιοδεία, να το συζητήσουμε με τον Αντώνη τον Καφετζόπουλο που είναι γνώστης, ώστε να το συζητήσουμε κάποιοι οι άνθρωποι, να… βγούμε με ένα μπλογκ, κοινό, όσοι μπορούν και όσοι θέλουν, και όσοι είναι αυτής της άποψης…

Κρ.Π.: Ήδη ξεκίνησε ένα κοινό πανελλαδικό site που λέγεται Kίνημα 18, με αφορμή το… ολοκαύτωμα στη Χίο και κύριο στόχο την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού πλούτου της χώρας. Δεν θα έπρεπε να ανταποκριθούν, σε κάτι βασισμένο στα όποια κοινά, οι άνθρωποι, τουλάχιστον, των γραμμάτων και των τεχνών -που δεν τους έχει… καταπιεί το σύστημα- ώστε να ακουστεί η φωνή τους, πέρα από κόμματα, και όχι μόνον μέσα στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό;

Άν.Π.: Ναι. Είναι πάρα πολύ σοβαρό να γίνει κάτι. Αυτή τη στιγμή, στο εξωτερικό μας θεωρούν υπανάπτυκτους πνευματικά… Και σε σχέση με την τηλεόραση, για παράδειγμα, πού να βγούνε, και με ποιους να μιλήσουν οι πνευματικοί άνθρωποι;… Μόνο αν γίνει κάτι κοινό… αν και μέχρι σήμερα, θεωρούσα αντικοινωνικό το ίντερνετ, ο λόγος είναι, πλέον, ότι θέλω να έρθω σε επαφή με ανθρώπους που μπορούμε να συζητήσουμε για όλα αυτά. Έστω και μόνο για το εξωτερικό, να ακουστεί μια κοινή φωνή…

Κρ.Π. : Στο tvxs αυτό προσπαθώ μέσω του δημοσίου διαλόγου. Και έχουμε προσκαλέσει ανοιχτά ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, ειδικά της μάχιμης διανόησης, για να μιλήσουν για τους προβληματισμούς τους, αλλά και να κάνουν, ενδεχομένως και κάποιες προτάσεις. Δημοσιεύουμε -εκτός από τις απαντήσεις, και κάθε άρθρο -όπως τις δύο επιστολές του Γιάννη Μακριδάκη που δημοσιεύτηκαν στο εξωτερικό: Η Ευρώπη στα πρόθυρα της δικτατορίας και Ελλάδα. Tο πρώτο θύμα της Ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, αλλά και του Χαϊνη Δημήτρη Αποστολάκη ή του Jose Manuel Lamark που αναφέρονται και σε αυτό το θέμα της επικοινωνίας, της συνεργασίας και της αλληλεγγύης. Και συνεχίζουμε…

Άν.Π.: Είναι πολύ σοβαρά ειδικά το να απευθυνθούμε έξω. Εδώ, έτσι κι αλλιώς δεν ακούει κανείς. Δεν τους ενδιαφέρει. Δεν πα’ να χτυπιόμαστε… έχουν καλυμμένα τα νώτα τους.Είναι πάρα πολύ σοβαρό, λοιπόν, τί κάνουμε. Τί κάνουμε, ΕΜΕΙΣ.

Κρ.Π.: Δεν μπορεί, να μην υπάρχει κάτι κοινό… Ανεξάρτητα από κόμματα;

Άν.Π.: Έχουμε πολλά κοινά να πούμε. Κατ’ αρχάς υπάρχει ένα κοινό, το οποίο είναι η ζωή μας! Και η χώρα μας. Πέρα από ιδεολογίες. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν και ιδεολογίες. Μόνο η Χρυσή Αυγή έχει… ξεκάθαρη ιδεολογία.
Μακάρι, λοιπόν, να μαζευτούμε κάποιοι άνθρωποι που τους αφορά η κατάσταση επί της ουσίας και όχι με… μπούρδες.-


Επίκοινωνία για τον δημόσιο διάλογο στο tvxs: cpatouli@yahoo.gr.


Info:

Τι Βουλή θα παραδώσεις μωρή;

Συγγραφέας: Άννα Παναγιωτοπούλου, Αλέξης Καλλίτσης, Μίνως Θεοχάρης
Σκηνοθεσία: Φωκάς Ευαγγελινός, Άννα Παναγιωτοπούλου
Παίζουν:Άννα Παναγιωτοπούλου, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Χρύσα Ρώπα, Αντώνης Καφετζόπουλος, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Παντελής Καναράκης, Γιώργος Γαλίτης, Άννα Μονογιού, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Γιώργος Τσούρμας, Κατερίνα Δημάδη.

Πρόγραμμα περιοδείας

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012
22/08 : ΗΡΑΚΛΕΙΟ
23/08 : ΗΡΑΚΛΕΙΟ
31/08 :ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2012
03/09 :ΚΑΤΡΑΚΕΙΟ
05/09 : ΜΑΡΟΥΣΙ
09/09 : ΑΙΓΑΛΕΩ


(Φωτογραφία πορτραίτου: Αθηνά Λεκκάκου)

Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ. Της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου

09:08, 29 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/104291

[…] το ερώτημα συνέχιζε να με βασανίζει. Πώς φτάσαμε ώς εδώ από το 1990 και μετά; Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια; Και Ελλάδα είναι μόνο οι Έλληνες ή και οι ξένοι που θέλουν ή αναγκάζονται να ζούνε σ’ αυτήν; […] με τις ζωές των εννέα αυτών ανθρώπων περνάω τις δικές μου απόψεις, σκέψεις και εκτιμήσεις για το τι είναι σήμερα η Ελλάδα και πώς φτάσαμε «ανεπαισθήτως» σε μια πολιτική / οικονομική / ηθική και πολιτισμική κρίση που, πολύ φοβάμαι, τείνει να μας αφανίσει…» η Σωτηρία Σταυρακοπούλου, συγγραφέας και επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη, τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου της Αχ, Ελλάδα, σ’ αγαπώ, των εκδόσεων Βιβλιοπωλείον της Εστίας, συμμετέχοντας με αυτόν τον τρόπο, μέσω των… σελίδων του, στον δημόσιο διάλογο του tvxs.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 άρχισαν να με προβληματίζουν οι αλλαγές που συντελούνταν στον κοινωνικό και επαγγελματικό μου περίγυρο.

Επινόησα, με βάση υπαρκτά πρόσωπα που γνώριζα, κάποιον της ηλικίας μου που προσπαθούσε να ζήσει ως έκτακτος δημοσιογράφος. Στην πραγματικότητα ήταν άνεργος, ένας σχετικά μορφωμένος ανεπάγγελτος.

Όσο ζούσε η μάνα του, συντηρούνταν από την σύνταξή της. Με το που πέθανε εκείνη, αντιμετώπισε το φάσμα της πείνας. Έψαξε για δουλειά ( ήθελε, βέβαια, να είναι ανάλογη με τα προσόντα που πίστευε ότι διέθετε), αλλά βρήκε όλες τις πόρτες κλειστές.

Το 1997, που η Θεσσαλονίκη ήταν η πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, προσπάθησε να λύσει το επισιτιστικό του πρόβλημα με τις πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις που γίνονταν την χρονιά εκείνη. Σ’ αυτές, ως γνωστόν, ακολουθεί συνήθως πλούσιος μπουφές.

Εκεί βρήκε κι άλλους που δεν ήταν όμως «αξιοπρεπείς» πένητες, όπως αυτός, αλλά μέλη της μέσης ή και ανώτερης κοινωνικής μας τάξης, που είχαν μάλιστα συμπτύξει και ομάδα.

Γνώρισα κι εγώ μια τέτοια παρέα και εντάχθηκα για να αποκτήσω προσωπική εμπειρία.

Μέχρι που το 2009 έσκασε η φούσκα μιας κατ’ επίφαση πλαστής ευημερίας που ζούσε η χώρα μας με δανεικά και μ’ αυτά διοργάνωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η κρίση έβγαλε όλα τα άπλυτα στη φόρα: τις συνέπειες του πολιτικού / πελατειακού συστήματος, την ηθική παρακμή της κοινωνίας μας που χαρακτηρίζεται από μια γενικευμένη διαφθορά, την κομματοκρατούμενη αναξιοκρατία, την ανυπαρξία γενικά  οργανωμένου κράτους, με νέα ιδανικά στον δημόσιο και ιδιωτικό χώρο το χρήμα και τη συναλλαγή. Τα επακόλουθα είναι γνωστά: τα ζούμε!

       Στο Αχ, Ελλάδα, σ’ αγαπώ, προσπαθώ πρώτα εγώ να καταλάβω ποια είναι αυτή η χώρα μου, που τη μισώ για όλα τα στραβά της αλλά ταυτόχρονα την αγαπώ επίσης, γιατί είναι ο βιότοπός μου και δεν μπορώ να ζήσω μακριά της.

Ως τίτλο δανείστηκα τον στίχο από το γνωστό τραγούδι του Μανόλη Ρασούλη που το έκανε σουξέ με τη φωνή του ο Νίκος Παπάζογλου, απόδημοι πια και η δύο από την Ελλάδα και τον κόσμο, γι’ αυτό και τους αφιέρωσα το βιβλίο μου.

Ποια, όμως, είναι αυτή η Ελλάδα για την οποία αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω το βιβλίο αυτό και γιατί;

Ο τόπος, βέβαια, είναι δεδομένος και εγώ επιλέγω τις δύο μεγαλύτερες πόλεις, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, και δύο επαρχίες, ένα χωριό της κεντρικής Μακεδονίας, στο οποίο κυριαρχεί το προσφυγικό ποντιακό στοιχείο, και τη Μάνη του Μοριά με τη συγκεκριμένη δική της παράδοση και νοοτροπία.

Αυτός είναι ο σκηνικός χώρος όπου διαδραματίζονται τα επεισόδια του μυθιστορήματός μου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν πετάγομαι κι αλλού, π.χ. στην Κρήτη ή στα κυκλαδίτικα νησιά, όταν οι ανάγκες της αφήγησης το επιβάλλουν.

Αλλά πάλι το ερώτημα συνέχιζε να με βασανίζει. Πώς φτάσαμε ώς εδώ – στην κρίση εννοώ – από το 1990 και μετά; Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια; Και Ελλάδα είναι μόνο οι Έλληνες ή και οι ξένοι που θέλουν ή αναγκάζονται να ζούνε σ’ αυτήν;

Πώς νιώθουνε όλοι αυτοί τη χώρα στην οποία συνυπάρχουμε, Έλληνες και ξένοι; Ποιες οι εμπειρίες τους; Γρήγορα συνειδητοποίησα ότι ο καθένας κουβαλάει εντός του τη δική του Ελλάδα και πως αυτή έχει άμεση σχέση με τη ζωή του και τις εμπειρίες του.

Αποφάσισα τότε να δώσω στο βιβλίο μου τη μορφή ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος με αντιφατικές ζωές ηρώων σε ζεύγη∙ εννοώ ζεύγη που για κάποια αιτία διασταυρώθηκαν κάποτε οι ζωές τους.

Η τεχνική που ακολούθησα ήταν η ίδια των τριών προηγούμενων μυθιστορημάτων μου: μονόλογοι μέσα από τους οποίους ξετυλίγεται η πλοκή και ενσωματώνονται τα διαλογικά μέρη. Γιατί μονόλογοι; Διότι όλο το εμπειρικό υλικό που μάζεψα από αφηγήσεις ανθρώπων του προσωπικού και κοινωνικού μου περιβάλλοντος έπρεπε να δοθεί με τη μορφή των προσωπικών εξομολογήσεων.

Χώρισα το μυθιστόρημά μου αυτό σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο καλύπτει την περίοδο 1996-1999 και αφορά τις ζωές δύο ξένων που γνωρίζουν την Ελλάδα (ο καθένας απ’ τη δική του μεριά) και ζούνε σ’ αυτήν.

Πρόκειται για έναν Γαλλορώσο διπλωμάτη με υψηλή αισθητική καλλιέργεια, που πρώτα υπηρέτησε ως διευθυντής ενός γαλλικού πολιτιστικού ιδρύματος στη Θεσσαλονίκη, αλλά θεωρήθηκε μισέλληνας, επειδή δημοσιοποιούσε τα στραβά της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής συμπεριφοράς. Αυτός όμως αγάπησε την Ελλάδα και έχτισε εξοχικό σε παραθαλάσσιο χωριό της Μάνης για να περάσει εκεί τα γεράματά του.

Στη δούλεψή του πήρε έναν νεαρό Αλβανό μετανάστη που οι εμπειρίες του από την Ελλάδα και τους Έλληνες (τη συμπεριφορά των οποίων σχολιάζει επίσης) είναι διαμετρικά αντίθετες με εκείνες του αφεντικού του.

Το δεύτερο ζευγάρι αφορά ένα γυναικείο δίδυμο που ζει στη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για μια νεαρή πτυχιούχο κοινωνικής ανθρωπολογίας από ένα χωριό της Μακεδονίας, που επειδή είναι άνεργη (έχει κάνει του κόσμου τις δουλειές ως «απασχολήσιμη» σε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και ως σερβιτόρα σε φασφουντάδικο) καταλήγει υπάλληλος σε μικρό σούπερ μάρκετ της γειτονιάς της, όπου η ιδιοκτήτρια (το δεύτερο κύριο πρόσωπο της ενότητας) με τον άντρα της προσπαθεί με νύχια και με δόντια να το κρατήσει ζωντανό από τον ανταγωνισμό που δέχεται από τα μεγάλα πολυεθνικά πολυκαταστήματα.

Η ιστορία των δύο αυτών γυναικών εξελίσσεται από το 2002 μέχρι το 2004.

Το 2004 είναι η χρονιά των ολυμπιακών αγώνων. Εδώ έχουμε ως δίδυμο έναν γέρο συνταξιούχο δάσκαλο που, έχοντας ενστερνιστεί το αρχαιοελληνικό μεγαλείο, θέλει να αναδείξει τη διαχρονική αξία του ελληνικού πνεύματος, με γράμματα που στέλνει σε μια εφημερίδα και με μια συνέντευξη που δίνει σε τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό (συνέντευξη- παρωδία που του πήραν «για πλάκα» κάποιοι νεαροί δημοσιογράφοι του σταθμού).

Τον γηροκομεί μια σχετικά νέα και καλλιεργημένη Γεωργιανή, που δεν μπορεί να τον αφήσει ούτε μια στιγμή μόνο του και η μόνη της επαφή με τον έξω κόσμο είναι η επικοινωνία της με τον ραδιοφωνικό σταθμό που ανέφερα και τα λογάκια που ανταλλάσει με τους δημοσιογράφους του ή και λίγη τηλεόραση όταν αναμεταδίδει ειδήσεις από την πατρίδα της.

Τέλος, στο τελευταίο μέρος του βιβλίου η πλοκή διαδραματίζεται από το 2007 έως το 2009, χρονιά που ξέσπασε η κρίση. Εδώ πραγματεύομαι τον γνώριμό μου χώρο της λογοτεχνίας και των εκδόσεων και πώς επηρεάστηκε κι αυτός από την κρίση.

Αφηγούμαι τις ζωές δύο γυναικών, αποφοίτων με άριστα της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, που είναι φίλες και αποφάσισαν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους ως πεζογράφοι.

Η μία, από πλούσια και καλλιεργημένη οικογένεια, γράφει ελαφρολαϊκά μυθιστορήματα, γίνεται μπεστσελερίστρια, κερδίζει χρήματα και απολαμβάνει δημοσιότητα. Η άλλη, από φτωχή οικογένεια, αγωνίζεται να καταξιωθεί στον δύσκολο στίβο της σοβαρής λογοτεχνίας με όποιες δυσκολίες συνεπάγεται αυτό.

Και ανάμεσα σ’ αυτές ένας καλλιεργημένος πνευματικά εκδότης που, ενώ εκτιμά και αγαπάει τη σοβαρή λογοτεχνία, αναγκάζεται να εκδίδει κι αυτός μυθιστορήματα για φτηνή λαϊκή κατανάλωση που ζητάει η αγορά, για να μην κλείσει τον εκδοτικό οίκο που κληρονόμησε από τον πατέρα του.

Πάνω σ’ αυτόν τον καμβά με τις ζωές των εννέα αυτών ανθρώπων περνάω τις δικές μου απόψεις, σκέψεις και εκτιμήσεις για το τι είναι σήμερα η Ελλάδα και πώς φτάσαμε «ανεπαισθήτως» σε μια πολιτική / οικονομική / ηθική και πολιτισμική κρίση που, πολύ φοβάμαι, τείνει να μας αφανίσει.

Θεωρώ ότι τα τέσσερα αυτά μυθιστορήματά μου αποτελούν μια τετραλογία που αφορά τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Πιστεύω επίσης πως χρέος κάθε σοβαρού λογοτέχνη είναι να αναβιώνει μέσα στα βιβλία του τα προβλήματα του τόπου και της εποχής του, κοιταγμένα φυσικά μέσα από τον δικό του ιδιαίτερο ψυχικό φίλτρο και ευαισθησία.-

Σωτηρία Σταυρακοπούλου


Υγ. Το μυθιστόρημά μου Αχ, Ελλάδα, σ’ αγαπώ είναι το όγδοο πεζογραφικό μου βιβλίο (Εστία 2012). Εμφανίστηκα στα γράμματα το 1980. Τα τέσσερα πρώτα βιβλία μου (τρεις συλλογές διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα) αφορούσαν αυτό που θα λέγαμε μια προσωπική «περιπέτεια» ζωής  (προβλήματα παιδικής και εφηβικής ηλικίας, οικογενειακή και φοιτητική ζωή, ερωτική περιπλάνηση, κτλ.). Η γραφή έχει τη μορφή της συνειδησιακής αφηγηματικής τεχνικής που εξυπηρετεί τις ανάγκες μιας αποσπασματικής ενδοσκόπησης του εσωτερικού μου κόσμου την εποχή εκείνη.

Tο 2001 κυκλοφόρησα το μυθιστόρημά μου Οι δεξιώσεις(Εστία). Στο βιβλίο αυτό πραγματεύομαι τον χωρισμό της κοινωνίας μας σε κοινωνία δύο τρίτων. Ο ήρωας του βιβλίου μου είναι αντιπροσωπευτικός εκείνης της εποχής. Ο μέσος τύπος του εγγράμματου παρία που διαμόρφωσε η μαζική δημοκρατία μας στον αντίποδα του «καταφερτζή» νεόπλουτου που εκ συστήματος φοροδιαφεύγει. Βρίσκεται στα όρια της περιθωριοποίησης, χωρίς να ανήκει σε κάποια μειονότητα Ελλήνων ή αλλοδαπών αναξιοπαθούντων.

Το 2005 κυκλοφόρησα το μυθιστόρημά μου Η μεθυσμένη γυναίκα (Εστία). Σ’ αυτό πραγματεύομαι τον αγώνα των οικονομικών μεταναστών στη χώρας μας για να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία, ενώ ένα μέρος των Ελλήνων της μέσης αστικής τάξης περιθωριοποιείται από την ανεργία. Πρόκειται για την ιστορία μιας Αλβανίδας που παντρεύτηκε έναν Έλληνα και δημιούργησαν οικογένεια με δύο αγόρια. Η ανεργία όμως και η ανέχεια από τη μία πλευρά και η διαφορετική τους πολιτισμική νοοτροπία και συμπεριφορά από την άλλη, τους οδηγούν στο διαζύγιο με θύμα τον σύζυγο. Τα πρόσωπα και η ιστορία είναι αληθινά, έχοντας υποστεί φυσικά την αρμόζουσα μυθοπλαστική επεξεργασία.

Το 2008 με το μυθιστόρημά μου Σπάνιες αλήθειες(Εστία) πέρασα στη λογοτεχνία τα όσα θλιβερά συμβαίνουν στον χώρο της ανώτατης παιδείας, στο πανεπιστήμιο που το γνωρίζω καλά, αφού εκεί υπηρετώ είκοσι τόσα χρόνια ως επίκουρη καθηγήτρια. Κι αυτό γιατί ήθελα να επισημάνω ότι η κρίση που υποφώσκει στην κοινωνία μας– για την ακρίβεια ήταν πλέον δεδομένη – ξαπλώνεται σ’ όλα τα επίπεδα, αν υποθέσουμε ότι οι καθηγητές των πανεπιστημίων αποτελούν την ελίτ του επιστημονικού και πνευματικού μας κόσμου.

Φυσικά και για τις Δεξιώσεις και για τις Σπάνιες αλήθειες βρήκα τον μπελά μου γιατί έξυσα πληγές, που η φαρισαϊκή ιθύνουσα τάξη μας (πολιτική, οικονομική, επιστημονική, πνευματική) τις ήθελε «κουκουλωμένες».

Ωδή στη διαφορετικότητα. Της Μαρίας Καραστεργίου

07:08, 28 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/104307

Τα πάντα αλλάζουν, κινούνται, ρέουν και τίποτα πια δεν είναι όπως φαίνεται. Κι αν το πέρασμα σε ‘αφυλετικές’ κοινωνίες μέσα από μεταλλαγές μεταβολές, αλλοιώσεις είναι ίσως εκεί; Σ’αυτά τα καινούργια εδάφη της παιδικής φαντασίας ίσως πραγματοποιούνται οι ιεροτελεστίες του περάσματος… Εδάφη που αντικαθιστούν τα σύνορα που καταρρέουν!» η Δρ Μαρία Καραστεργίου, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, τους λόγους που το βιβλίο της:Ωδή στη διαφορετικότητα, έχει σαν σκοπό «να βοηθήσει να βιωθεί η μικτή σχέση & η μικτή καταγωγή όχι σαν βάρος ή ανισορροπία αλλά με χάρη, με ευγνωμοσύνη, συνειδητά, αυθεντικά, σαν προνόμιο, σαν Θείο Δώρο!».

«Όλα κινούνται με ταχύτητα, συνεχώς μεταβάλλονται, κλιματικές συνθήκες διαφοροποιούνται, άνθρωποι μετακινούνται, σύνορα μετατοπίζονται… Μια διαφορετική ενέργεια αρχίζει να κυκλοφορεί ανενόχλητη, η οποία δεν ενδιαφέρεται για εθνικότητες, δεν νοιάζεται  για διαβατήρια, δεν την απασχολούν οι βίζες η οι άδειες παραμονής, υπερπηδά τα εθνικά σύνορα, αδιαφορεί για υπηκοότητες, μεταμορφώνει…

Συνδέει & ενώνει άτομα από διαφορετικές καταγωγές, ετερογενείς γλώσσες, ανόμοιες κουλτούρες. Οι γλώσσες μπερδεύονται, οι κόσμοι ενώνονται, μερικές φορές συγκρούονται, οι συμπεριφορές αλλάζουν, η μοναξιά καραδοκεί, ο έρωτας ενεδρεύει!

Ο έρωτας ανάμεσα σε άτομα διαφορετικής πολιτισμικής καταγωγής είναι άραγε μια προσπάθεια υπέρβασης της μονοπολιτισμικότητας, σημάδι των καιρών, απόρροια της μεταμοντέρνας κοινωνίας η οποία μας ωθεί να αναζητήσουμε σχέσεις πέρα από σύνορα;

Οι τροχιές αυτών των ενώσεων, οι νόμοι αυτής της μυστήριας και παράδοξης αλχημείας είναι δύσκολο να ανιχνευθούν…

Η μικτή προβληματική η οποία είναι συνδεδεμένη με το μονοπάτι της διαφορετικότητας. Το οποίο δεν έχει εξομαλυνθεί από άλλους.

Προχωρά κανείς ψηλαφίζοντας. Συναντά απρόβλεπτα εμπόδια, δυσκολίες τις οποίες ένα μονοπολιτισμικό ζευγάρι δε θα συναντούσε.

Γίνονται όμως μ’αυτό το τρόπο οι δύο σύντροφοι πιο δυνατοί. Προσφέροντας μια καινούργια, διαφορετική, πιο σύνθετη εικόνα συμβίωσης. Βασισμένη στην ανεκτικότητα,  στην αποδοχή της διαφορετικότητας, στη σύνθεση, στην ετερογένεια…

Η ομογένεια δεν είναι πια ευχής έργο. Αναζητώντας να ομογενοποιήσουμε, να πολτοποιήσουμε όλη αυτή την ομορφιά της ετερογένειας μέσα από πρότυπα φόρμας, αισθητικής, συμπεριφοράς ομοιογενή, το μόνο που καταφέρνουμε είναι η στέρηση του πλούτου της έκφρασης αυτής της διαφορετικότητας.

Από την ομογένεια στην ετερογένεια, από τον Εαυτό στον Άλλο, από το οικείο, το γνώριμο στο διαφορετικό, το σύνθετο, αυτό το βιβλίο σκοπό έχει να βοηθήσει να βιωθεί η μικτή σχέση & η μικτή καταγωγή όχι σαν βάρος ή ανισορροπία αλλά με χάρη, με ευγνωμοσύνη, συνειδητά, αυθεντικά, σαν προνόμιο, σαν Θείο Δώρο!

Αφετηρία του βιβλίου μου Ωδή στη διαφορετικότητα είναι η δυναμική αυτών των ενώσεων.  Αποτελούν πρόσκληση η πρόκληση σύλληψης μιας καινούργιας διάστασης. H οποία προϋποθέτει την αναγνώριση του ετερογενούς, νέων, πρωτότυπων τρόπων προσέγγισης της επιμειξίας.

Οι ενώσεις αυτές τείνουν να εξελιχθούν σε μια γενικότερη στάση ζωής. Προσφέροντας άλλο νόημα στο περιεχόμενο της αγάπης, της επικοινωνίας, της μάθησης, της αγωγής, της αποδοχής της διαφορετικότητας.

Η τελευταία είναι αποτέλεσμα της κατανόησης του λόγου για τον οποίο ένα άτομο είναι, επιθυμεί και οφείλει να μείνει διαφορετικό.

Όπως τα παιδιά των μικτών ενώσεων, οι πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου, τα οποία γεννιούνται ανάμεσα σε δυο γλωσσικές και πολιτισμικές καταγωγές. Είναι απαραίτητο  να βιωθούν & οι δύο με τον ίδιο ενθουσιασμό, από κοινού, σαν το ίδιο όνειρο, σαν μια πρόκληση, σαν μια ιερή διαθήκη στους προγόνους.

Ο σεβασμός, η αποδοχή των δύο προελεύσεων του παιδιού, της εντοπιότητάς του, η αναγνώριση των γλωσσών, των παραδόσεών του, αποτελεί όχι μόνο αναφαίρετο δικαίωμα του, αλλά και καθήκον, και φόρος τιμής στους τόπους καταγωγής του, στους προγόνους του…

Όταν ένα παιδί προέρχεται από δύο καταγωγές, δεν ακρωτηριάζουμε τη μία από τις δύο προς χάριν της δικής μας «διευκόλυνσης», αλλά τιμούμε ισότιμα και τις δύο, χωρίς διάκριση!

Ειρηνική συμβίωση μεταξύ τους καθιστά γερά θεμέλια για περαιτέρω χτίσιμο. Διενέξεις, συγκρούσεις, υποτίμηση τα καθιστούν σαθρά. Είναι πολύ λεπτές οι ισορροπίες, απαιτεί πολύ μαστοριά το εγχείρημα, χρειάζεται πολύ ενέργεια η όλη διαδικασία.

Τα παιδιά με διπλή πολιτισμική & γλωσσική προέλευση διέπονται, όπως είναι φυσικό, από επιθυμία ισορροπίας και ειρηνικής συνύπαρξης ανάμεσα στις δύο διαφορετικές  γλώσσες, από το όνειρο της αντιμετώπισης της μητρικής & της πατρικής γλώσσας σαν μια “πλήρη γλώσσα”, όχι διαιρεμένης.

Σε περίπτωση ανεύρεσης αυτής της γλωσσικής πληρότητας, μπορούν να φτάσουν σε τρόπους έκφρασης μέγιστης συμβολικής λειτουργίας,  σύνθεσης μιας εκφραστικής γκάμας όπου η επινόηση των εννοιών και των λέξεων έχει πρωτοτυπία, μοναδικότητα, μια ιδιαίτερη γοητεία.

Όταν η μία από τις δύο απουσιάζει, η νοσταλγία της ασκεί μια ακατάπαυστη αναζήτηση στα έγκατα των συναρμολογήσεων της ύπαρξής τους.

Η προσπάθεια της μάθησης, της ανάπτυξης, της καλλιέργειας των δυο γλωσσών με αποδοχή, αγάπη, χωρίς κριτική ματιά είναι ζωτικής σημασίας. Μ’αυτό τον τρόπο γίνονται φορείς μιας καινούργιας πολιτισμικής μήτρας η οποία δεν αποτελεί το άθροισμα ανάμεσα στους δυο πολιτισμούς προέλευσης. Έχει μια δική της δυναμική που το ξεπερνά. Αποτελεί τη σύνθεσή τους!

Αυτό το έργο της σύνθεσης έχουν αναλάβει να διεκπεραιώσουν. Καθένας από τους πολιτισμούς προέλευσης μετατρέπεται από σύστημα σε Πηγή, η οποία είναι στη διάθεσή τους να τη χρησιμοποιήσουν κατά βούληση.

Παίρνουν δε στοιχεία & από τους δύο, τα οποία τα βοηθούν να αναγνωρίζουν τη σχετικότητα των αξιών & των στάσεων του καθενός, να βαθύνουν τη μοναδικότητά τους.

Ανακαλύπτοντας ότι η διπλή καταγωγή τους συμβιώνει χωρίς φασαρίες και τσακωμούς, χωρίς προσπάθειες παραγκωνισμού της μιας από την άλλη, χωρίς καν προσπάθεια, ειρηνικά, μπορεί να εκφράσουν ότι πιο όμορφο και ανώτερο υπάρχει μέσα τους.

Να πάρουν τις έννοιες και να τις ντύσουν με τις πιο όμορφες λέξεις κι από τις δύο γλώσσες.

Μπορούν να μας εμπνεύσουν! Να φτάσουν σε τρόπους έκφρασης μέγιστης συμβολικής λειτουργίας.  Επινόησης  μιας νέας γλωσσικής προσέγγισης, ενός γραπτού λόγου όπου η αλχημεία των λέξεων και των εννοιών έχει ένα ιδιαίτερο, πολύ προσωπικό στυλ, μια περίεργη γοητεία, πρωτοτυπία, μοναδικότητα. Δίγλωσσοι συγγραφείς, όπως ο Elias Canneti, η o Becket,  ανύψωσαν το γραπτό λόγο σε τέτοια επίπεδα όπου η εσωτερικότητα, η έμπνευση, η ψυχική ανάταση, η αθωότητα, το παιχνίδι  γύρω από τη γλώσσα βρίσκουν την τέλεια έκφρασή τους!

Αυτά τα παιδιά είναι οι αρχιτέκτονες ενός διαφορετικού κόσμου.

Είναι οι πρεσβευτές της παγκόσμιας ειρήνης & οι διπλωμάτες της Συμπαντικής Αγάπης.

Οι δημιουργοί ενός πιο δημιουργικού, λιγότερο συντηρητικού τρόπου ζωής. μιας νέας πιο εκλεκτικής, λεπτοφυούς, εκλεπτυσμένης προσέγγισης της Ύπαρξης. Ακολουθούν τα δικά τους μονοπάτια αυτοσχεδιάζοντας.

Οι δημιουργίες τους ενώνουν διαφορετικές έννοιες, κανόνες, αξίες, πρότυπα, συμπεριφορές, ιδέες, φιλοσοφίες… Επηρεασμένα τόσο από τη Δύση όσο και από την Ανατολή αγαπούν την αλλαγή, τις μετατροπές, τις μεταλλάξεις.

Η «Σύνθεση» είναι το σύνθημά τους. Έτσι, στην εποχή μας, βλέπουμε την αρχή μιας αναγέννησης του ανθρώπινου γένους, μέσω της επιμειξίας της Ανατολής με τη Δύση, του Βορρά με το Νότο, μέσω της ένωσης διαφορετικών κόσμων, πολιτισμών, γλωσσών…

Τα πάντα αλλάζουν, κινούνται, ρέουν και τίποτα πια δεν είναι όπως φαίνεται. Κι αν το πέρασμα σε ‘αφυλετικές’ κοινωνίες μέσα από μεταλλαγές μεταβολές, αλλοιώσεις είναι ίσως εκεί;

Σ’αυτά τα καινούργια εδάφη της παιδικής φαντασίας ίσως πραγματοποιούνται οι ιεροτελεστίες του περάσματος… Εδάφη που αντικαθιστούν τα σύνορα που καταρρέουν!-«

Η συγγραφέας, Δρ Mαρία Καραστεργίου (http://www.mariakarastergiou.com/), γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα. Έζησε, σπούδασε και εργάστηκε  στον Καναδά (Μόντρεαλ, Τορόντο) και τη Γαλλία (Παρίσι) για σχεδόν 20 χρόνια. Σπούδασε Ψυχολογία, Φιλοσοφία και Αγωγή στον Καναδά (Concordia University, Bachelor) καθώς και στο Παρίσι (PhD, Université Paris VIII, Παρίσι, Γαλλία). Διδάσκει  ψυχολογία στο πανεπιστήμιο και εργάζεται σαν θεραπεύτρια.

Δουλεύοντας με παιδιά στο Παρίσι ή με παιδιά και ενήλικες στην Αθήνα, ή σε online σύνδεση με ανθρώπους από όλο τον κόσμο τα τελευταία είκοσι χρόνια, εμπλούτισε τη ζωή της με πολύτιμες εμπειρίες. Διαφορετικές χώρες, ετερογενείς θεραπευτικές προσεγγίσεις, τρεις διαφορετικές γλώσσες, πολλοί δάσκαλοι έχουν συμβάλει στη δημιουργία της προσέγγισης της.

Η  οποία είναι συνδυασμός ψυχανάλυσης, ψυχοσύνθεσηs, Breath Work, διαισθητικής εσωτερικής καθοδήγησης, επαγγελματικής εκπαίδευσης στη Ψυχολογία, τη Φιλοσοφία, την Αγωγή, τη Διαπολιτισμικότητα, πλούσιας κλινικής πείρας, προσωπικών ετερογενών βιωμάτων, επιστημονικών εμπεριστατωμένων ερευνών, μελέτης εναλλακτικών  ολιστικών προσεγγίσεων, εντρύφησης σε κείμενα Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας και  Ανατολικών πνευματικών παραδόσεων.

Με πολύχρονη έρευνα στον τομέα της ολιστικής ψυχικής υγείας και διατροφής, έχει αφιερώσει τον εαυτό της σε αυτούς τους τομείς, καθώς και στον τομέα της αυτογνωσίας. Η διερεύνηση καλύτερων τρόπων σύνθεσης και ενσωμάτωσης των ανωτέρω στη δουλειά της αποτελεί τον κυριότερο στόχο των τελευταίων ετών..

Βιώνοντας διαφορετικές κουλτούρες για ένα σημαντικό μέρος της διαδρομής της, δεδομένου ότι από νεαρή ηλικία, της έχουν δοθεί πολλές ευκαιρίες να ταξιδέψει και να συναντήσει ανθρώπους από διαφορετικά μέρη, νοιώθει βαθιά έλξη για τα διαπολιτισμικά ζητήματα. Τι επίδραση έχει η συνάντηση με μια διαφορετική κουλτούρα σε ένα άτομο, εσωτερικά και εξωτερικά;

Τι μοναδικά χαρακτηριστικά διαθέτει κάθε κουλτούρα; Πώς η μητρική γλώσσα επηρεάζει τη ψυχή ενός ατόμου; Ποια είναι η σωστή προσέγγιση για να διευκολυνθεί η κατανόηση μεταξύ των ανθρώπων από διαφορετικά πολιτισμικά και γλωσσικά περιβάλλοντα; Για να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά έχει διεξάγει πολλές έρευνες στην Ευρώπη σχετικά με τη διαπολιτισμική επικοινωνία και τις διαπολιτισμικές σχέσεις, τη δι-πολύγλωσση και τη διαπολιτισμική ανατροφή των παιδιών των «μικτών» ενώσεων. Σαν θεραπεύτρια ασχολείται με αρκετά θέματα αλλά ειδικεύεται στη συμβουλευτική για διαπολιτισμικά θέματα.

Η διδακτορική της διατριβή «Enfance, Culture,
Langage(s), du biculturalisme familial à la psychopédagagogie interculturelle”, τα βιβλία της “Post Babel” καθώς και η «Ωδή στη Διαφορετικότητα» ερευνούν τα θέματα αυτά. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια, μαθήματα, διαλέξεις, εργαστήρια για τη διευκόλυνση σε ζητήματα διαφορετικότητας. Τιμώντας τη διαφορετικότητα σε όλες τις μορφές, της αρέσει να συνεργάζεται με ανθρώπους από διαφορετικές γλωσσικές και πολιτισμικές καταγωγές. Αισθάνεται σαν βαθύ  προνόμιο το να συνοδεύει την ψυχή ενός ανθρώπου προς τη θεραπεία, την εξέλιξη, τη τελειοποίηση!

Η μεγάλη πρόκληση είναι να ανταποκριθεί στους ανθρώπους που αναζητούν μία άλλη, ανώτερη ποιότητα ζωής όχι μέσα από την πληθώρα των υλικών αγαθών και του καταναλωτισμού αλλά μέσα από την αγάπη, την ευγνωμοσύνη, τη δημιουργικότητα, την πραγμάτωση των δυνατοτήτων, τόσο για τους ίδιους όσο και για το Σύνολο.

Κίνημα 18

Με το τέλος της καταστροφικής πυρκαγιάς και καθώς σιγά σιγά ηρεμεί η κατάσταση, αρχίζουμε την οργάνωσή μας.

Στόχος η δημιουργία ενός πανελλαδικού κινήματος ανθρώπων που θα έχει στόχους:

Την ευημερία και όχι την αλόγιστη “ανάπτυξη” των μεγάλων επενδύσεων

Τον σεβασμό στον πλούτο της πατρίδας μας που είναι το φυσικό και το πολιτισμικό της κεφάλαιο

Την αλλαγή πολιτικής με έργα μικρής κλίμακας, με προστασία και ανάδειξη των ιδιαιτεροτήτων κάθε τόπου

Την γνωριμία, την συνεργασία και την αλληλεγγύη όλων των πολιτών που ήδη αγωνίζονται στους τόπους τους για τους παραπάνω στόχους

Για εγγραφή μελών αλλά και για κείμενα που θέλετε να δημοσιευτούν στην ιστοσελίδα του κινήματος, για προτάσεις δράσεων που θέλετε να συζητηθούν, γράψτε μέηλ στο

18kinima@gmail.com

http://yiannismakridakis.gr/?p=1459

—-

http://www.kinima18.gr/

Γιώργος Λίλλης: Καταστρέφεται όποιος επιμένει να γιγαντώνεται…

08:08, 25 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/104010

Παρατηρώντας εξ αποστάσεως την καταστροφή της Χίου, θυμήθηκα πριν χρόνια που βρέθηκα στην Σάμο καθώς μια μεγάλη πυρκαγιά σάρωνε εκτάσεις αξεπέραστης ομορφιάς.

Οι προσπάθειες όλων μας, πυροσβεστών και απλών ανθρώπων δεν στάθηκαν ικανές για να σταματήσουμε τη φωτιά.

Λίγες μέρες αργότερα, όταν είχε σβήσει, αφήνοντας χιλιάδες καμμένα στρέμματα στο διάβα της, αποφάσισα να περπατήσω μέσα στην καμμένη γη. Ήθελα να προσευχηθώ, ή να αφουγκραστώ την νεκρή γη, δεν είμαι σίγουρος.

Αυτό που γνωρίζω είναι ότι ένιωσα ντροπή. Οι ακοίμητοι φρουροί της ομορφιάς είχαν λεηλατηθεί. Κανένα δέντρο. Όλα χαμένα. Η φύση τα είχε στεριώσει υπομονετικά σ΄ αυτή την αρχαία γη κι εμείς με μια κίνηση τα είχαμε όλα καταστρέψει.

Είχα γράψει ένα ποίημα τότε. Το παραθέτω εδώ:

Να είσαι φίλος των τσακαλιών και καλός ακροατής του ανέμου
την ώρα που σου μιλά μέσα από τις καλαμιές
ν΄ αγαπάς το λουλούδι που στο μονοπάτι σου θα σταθεί
και μην το κόψεις
οι πέτρες το σέβονται, οι πηγές το ίδιο. Αλίμονο σε σένα
αν φράξουν οι δρόμοι, και τα ποτάμια στερέψουν.
Ότι η φύση με κόπο χτίζει, μην το καταστρέφεις.
Παιδί της είσαι, ή μήπως το ξέχασες;

Όταν ο Ηρακλής κατάφερε να κλέψει από το νησί των Εσπερίδων τα χρυσά τους μήλα, τροφή αθανασίας, έτρεξε κοντά του η Αθηνά που τον προστάτευε και τον εμπόδισε να τα φάει. Δεν ήταν αθάνατος και θα διατάραζε τη φύση του μια τροφή που θα τον έσπρωχνε να ξεπεράσει τα όριά της. Ο Ηρακλής υπάκουσε.

Καταστρέφεται όποιος επιμένει να γιγαντώνεται πέρα από το μέτρο. Η τιμωρία της απληστίας μας είναι ότι δημιουργήσαμε έναν κόσμο που μας διώχνει μακριά από αυτό που τελικά είμαστε και το ξεχάσαμε: φύση.

Η καταστροφή που υπέστη το νησί της Χίου είναι μια ακόμη απόδειξη πως έχουμε εδώ και χρόνια στραφεί εναντίον του ίδιου του εαυτού μας. Ως πότε; Και με ποιες συνέπειες; Ο χρόνος θα το δείξει.»

Γιώργος Λίλλης


Ο συγγραφέας Γιώργος Λίλλης, συμμετέχει στον δημόσιο διάλογο του tvxs.gr, που ξεκίνησε από το 2010 και συνεχίζεται.

Aυτό που πάντα «μ’έκαιγε». Της Ελεωνόρας Σουρλάγκα

08:08, 26 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/104099

[…] Έτσι ξεκίνησε το Πάσπορτ. Από φόβο μην πεθάνω και δεν προλάβω. Από την προκαταβολική πίκρα που ένιωθα στην ιδέα ότι δεν θα είχα τολμήσει ποτέ να δοκιμάσω να κάνω αυτό που πάντα «μ’έκαιγε» […], η σχολική ψυχολόγος Ελεονώρα Σουρλάγκα αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη, τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής -από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο- του βιβλίου της ΠάσΠορτ: Μια αληθινή περιπέτεια, των εκδόσεων Κέδρος.

Όταν ήμουν δεκατεσσάρων χρονών διάβασα ένα βιβλίο με τίτλο «Το ημερολόγιο ενός κοριτσιού» που επιμελήθηκε κι έφερε στη δημοσιότητα ο Φρόυντ. Πρόκειται για το ημερολόγιο ενός δεκατριάχρονου κοριτσιού στη Βιέννη των αρχών του αιώνα και καλύπτει  τέσσερα χρόνια της ζωής της.

Μόλις το τελείωσα ξεκίνησα να γράφω το δικό μου ημερολόγιο, μια συνήθεια που δεν εγκατέλειψα μέχρι σήμερα. Η ανάγκη της γραφής μπήκε στη ζωή μου κι εγκαταστάθηκε και μέσα στα χρόνια συχνά πειραματίστηκα, εντός κι εκτός ημερολογίου, με πολλά είδη γραφής, από ποιήματα μέχρι χρονογραφήματα κι από σατυρικούς δεκαπεντασύλλαβους μέχρι ελεύθερη συνειρμική γραφή και παραμύθια.

Όλες αυτές οι σελίδες, συχνά σκόρπιες και οι περισσότερες πλέον χαμένες είχαν το χαρακτήρα προσωπικής εκτόνωσης και σπανίως τις μοιράστηκα με άλλους. Μερικοί φίλοι που είχαν δει τα γραπτά μου επέμεναν πως θα’πρεπε να δοκιμάσω να γράψω κάτι ολοκληρωμένο και να επιχειρήσω να το εκδώσω, πράγμα που με γέμιζε δυσφορία και θυμό.

Βλέποντας πίσω νομίζω πως ο θυμός αυτός απευθυνόταν κατά κύριο λόγο στον εαυτό μου γιατί φυσικά και ήθελα να δω κάποτε ένα βιβλίο μου στη βιτρίνα, το ήθελα με πάθος για να είμαι ειλικρινής, αλλά φοβόμουν.

Πώς όσα γράφω δεν αξίζουν, πως άλλοι γράφουν καλύτερα, πως δεν έχω αρκετά συγκροτημένες ιδέες και κυρίως πως όταν ερχόταν η αρνητική απάντηση από τους εκδοτικούς οίκους θα έχανα το κέφι μου και την έμπνευσή μου μια για πάντα. «Θα γράψω όταν πάρω σύνταξη» έλεγα σε όλους για να τους ξεφορτωθώ.

Ώσπου αρρώστησα με καρκίνο, πήρα άδεια έξι μηνών από τη δουλειά μου για το διάστημα που θα κρατούσαν οι χημειοθεραπείες  και ήρθε να με δει μία φίλη μου φέρνοντάς μου για δώρο ένα χοντρό τετράδιο.

«Εάν δε γράψεις και τώρα, με όλο αυτό το χρόνο στη διάθεσή σου, θα είσαι ασυγχώρητη» μου είπε αυστηρά. «Θα γράψω στο υπόσχομαι» της είπα και την ίδια στιγμή συνειδητοποίησα πως το εννοούσα.

Έτσι ξεκίνησε το Πάσπορτ. Από φόβο μην πεθάνω και δεν προλάβω. Από την προκαταβολική πίκρα που ένιωθα στην ιδέα ότι δεν θα είχα τολμήσει ποτέ να δοκιμάσω να κάνω αυτό που πάντα «μ’έκαιγε».

Αποφάσισα σχεδόν ακαριαία ότι θα έγραφα για τον καρκίνο για τον απλό λόγο ότι την εποχή εκείνη δε χωρούσε τίποτα άλλο στο μυαλό μου. Δεν ξεκίνησα το βιβλίο παρά μονάχα αφού τελείωσα τις χημειοθεραπείες όμως συνέλαβα την ιδέα και τη δούλευα μέσα μου.

Όχι συστηματικά, ούτε με σημειώσεις. Μόνο με σκέψεις και σκόρπιες εικόνες, σκηνές, περιστατικά και συναισθήματα που δεν ήθελα να ξεχάσω ή που ήθελα να επεξεργαστώ. Η ιδέα και μόνο ότι θα γράψω άρχισε να λειτουργεί θεραπευτικά για μένα.

Ζούσα δύο πραγματικότητες σε μια εποχή όπου η ζωή μου είχε απόλυτη ανάγκη από μια δεύτερη διάσταση για να είναι υποφερτή. Η ζοφερή πραγματικότητα του καρκίνου απέκτησε ένα μικρό αχνό φωτοστέφανο, «το βιβλίο που θα γραφόταν».

Ο σχεδιασμός του βιβλίου με βοηθούσε να παίρνω αποστάσεις από τις δυσκολίες καθώς τις φανταζόμουν ως κεφάλαια και παραγράφους, ως προλόγους, επιλόγους και θέματα προς ανάλυση.

Όταν ξεκίνησα να γράφω δεν ήξερα το βαθμό στον οποίο το βιβλίο θα ήταν αυτοβιογραφικό. Δοκίμασα να δημιουργήσω μία επίφαση μυθοπλασίας αλλά πολύ σύντομα την εγκατέλειψα κι έγραψα τα πάντα ακριβώς όπως έγιναν και ειπώθηκαν χωρίς να αλλάξω ούτε καν τα ονόματα.

Είχα τόση ένταση και ανάγκη να καταγράψω τα όσα έζησα ώστε δεν μου έμενε καθόλου ενέργεια ούτε διάθεση να τα καμουφλάρω. Η γραφή κράτησε εννέα μήνες. Έγραφα σχεδόν καθημερινά, χωρίς να σκέφτομαι, χωρίς να σχεδιάζω, έγραφα κάθε φορά που είχα λίγο χρόνο, ακόμα και στα διαλείμματα της δουλειάς μου. Χώρισα το βιβλίο σε τρεις ενότητες με τους τίτλους

«Διάγνωση, Απόγνωση, Επίγνωση» που σηματοδοτούν, χονδρικά τις φάσεις από τις οποίες πέρασα τη χρονιά που προηγήθηκε. Η γραφή ήταν για μένα μια γέφυρα που με βοήθησε να επιστρέψω από τον ασφαλή και προστατευμένο κόσμο του νοσοκομείου και του σπιτιού, πίσω στο «έξω» κόσμο.

Γράφοντας  εξουδετέρωνα το φόβο της έκβασης της αρρώστιας με μια σειρά όπλων που εναλλάσσονταν ανάλογα με τη διάθεσή μου και τα περιστατικά που περιέγραφα. Με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, με καταβύθιση σε παιδικές αναμνήσεις με εστίαση στα άτομα που δίνουν νόημα στη ζωή μου και τους τόπους που έχω αγαπήσει. Γράφοντας έκλαψα και πένθησα την ξενοιασιά και την αθωότητα που ένιωσα να χάνω με την έλευση του καρκίνου.

Το τέλος της ψευδαίσθησης του ατέρμονου μέλλοντος.

Γράφοντας συγχώρησα ανθρώπους και συμπεριφορές που με πλήγωσαν, μικρές προδοσίες που ήμουν πολύ ευάλωτη για να αντέξω όταν συνέβαιναν. Γράφοντας διασκέδασα και γέλασα, θυμήθηκα πράγματα που νόμιζα πως είχα ξεχάσει, εκτίμησα και θαύμασα κι ένιωσα ευγνωμοσύνη.

Τέλος, γράφοντας συμπάθησα τον εαυτό μου περισσότερο από ποτέ.

Τελειώνοντας το βιβλίο είχα μια αίσθηση πληρότητας και ανακούφισης και παρ’όλο που είχε σημασία για μένα να εκδοθεί, δεν είχε τελικά τόσο μεγάλη όσο φανταζόμουν. Είχα ήδη κατορθώσει κάτι. Να μετουσιώσω την κακοτυχία, την ταλαιπωρία και την έλλειψη εμφανούς νοήματος του καρκίνου σε μια ολοκληρωμένη δουλειά που μου είχε δώσει απέραντη χαρά και συγκίνηση.-

Η Ελεονώρα Σουρλάγκα γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα και πέρασε τα παιδικά της χρόνια στη Μυτιλήνη. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο του Nottingham στην Αγγλία. Δουλεύει ως σχολική ψυχολόγος σε ιδιωτικό σχολείο. Έχει δύο δίδυμες κόρες έντεκα ετών και ζει στην Κηφισιά. Το «ΠάσΠορτ: μια αληθινή περιπέτεια» είναι το πρώτο της βιβλίο.

Γεράσιμος Σκιαδαρέσης: Είμαστε, λίγο, σαν πρόβατα επί σφαγή

03:08, 24 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/104019

Θεωρώ ότι είμαστε, λίγο, σαν πρόβατα επί σφαγή, χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις. Πορευόμαστε σε μια καταστροφή και έχουμε αφεθεί στη μοίρα μας» ο ηθοποιός Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη, συμμτέχοντας στο δημόσιο διάλογο του tvxs, με αφετηρία τα ερωτήματα: «Ποιες αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε;» που απαντούν πρόσωπα των γραμμάτων και των τεχνών, από το καλοκαίρι του 2010.

Γ.Σκ.: Τα πράγματα είναι, γενικά, δεν είναι πολύ απλά στο να τοποθετηθεί κάποιος.

Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι ήμασταν, λίγο, εύκολα θύματα, εξ αιτίας του κακού μας εαυτού. Θέλω να πω, ότι η ευθύνη επιμερίζεται σε δύο κυρίως πλευρές:
Από τη μια θεωρώ ότι ένα μεγάλο κομμάτι ευθύνης το έχουν τα ξένα συμφέροντα, αυτό που λέμε, έτσι, γενικά και αόριστα: ξένα συμφέροντα.

Και από την άλλη εμείς προσφερόμαστε γι’ αυτή τη… δουλειά. Προσφερόμαστε για να κερδοσκοπήσει κανείς εις βάρος μας. Γιατί στην ουσία και εμείς δεν αγαπήσαμε αυτόν τον τόπο, δεν μάθαμε να τον φροντίζουμε σωστά, δεν υπήρχε ποτέ σωστή σχέση του κράτους με τον πολίτη, και ήταν μια διαλυμένη χώρα εδώ και χρόνια, που θεωρώ ό,τι ήταν πολύ εύκολο να διεισδύσουν αυτά τα ξένα συμφέροντα και πολύ εύκολα να πετύχουν τον στόχο τους.

Κρ.Π.: Και τώρα ακούμε ότι πωλούνται λιμάνια, νησιά, αγροτική γη, καίγονται νησιά…, επίσης σε λίγο λένε ότι θα φυτρώνουν ανεμογεννήτριες παντού…

Γ. Σκ: Υπάρχει ένα ξεπούλημα γενικότερο… Αυτό φαίνεται… Εφόσον, εκ του αποτελέσματος, κρίνουμε και την αιτία΄ καταλαβαίνουμε και ποιος ήταν ο στόχος σε όλη αυτή την ιστορία.

Κρ.Π.: Και εσείς πώς τα βλέπετε όλα αυτά;

Γ.Σκ.: Δεν μπορώ να πω ότι τα βλέπω και με αισιοδοξία, ότι βλέπω δηλαδή κάτι σημαντικό να διαφοροποιείται και να αλλάζει. Θεωρώ ότι είμαστε, λίγο, σαν πρόβατα επί σφαγή, χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις. Πορευόμαστε σε μια καταστροφή και έχουμε αφεθεί στη μοίρα μας. Δεν είμαι πολύ αισιόδοξος με αυτό που βλέπω γύρω μου.

Κρ.Π.: Σε σχέση και με τα αποτελέσματα των εκλογών;

Γ.Σκ.: Είμαστε… Τι να πω; Για επιστημονικά πειράματα! Για να ασχοληθούν οι επιστήμονες μαζί μας, ώστε να διαπιστώσουν πόσο μπορεί να κοροϊδεύει κανείς κάποιον, και εκείνος να συνεχίζει να φέρεται το ίδιο.

Κρ.Π.: Ακούσατε για το βιβλίο που κυκλοφόρησε ο Πάγκαλος με τον τίτλο «Μαζί τα φάγαμε»;

Γ.Σκ.: Όχι δεν το έχω ακούσει. Τι να σχολιάσω; Κατά τη γνώμη μου, μιλάμε για ανθρώπους οι οποίοι δεν θα ‘πρεπε ούτε να εμφανίζονται δημόσια. Και παρόλα αυτά, τους χειροκροτάμε κιόλας!

Δεν έχω να προτείνω πράγματα. Ούτε έχω να προτείνει λύσεις. Απλώς, από τη στιγμή που, για παράδειγμα, είμαι με γνωστούς –θεωρώ εγώ- απατεώνες, δεν καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει να συνεχίζω να δουλεύω μαζί τους. Δηλαδή, προτιμώ κάποιον, ο οποίος μπορεί –πιθανά- να είναι, επίσης, απατεώνας, αλλά τουλάχιστον να μην το ξέρω σίγουρα! Να έχω και το άλλοθι ότι δεν το ‘ξερα, για τον συγκεκριμένο.

Εδώ, λοιπόν, δεν υπάρχει κανένα άλλοθι! Δεν υπάρχει τίποτα που να μου συγχωρεί ότι άφησα πάλι την τύχη μου σε αυτούς τους ανθρώπους.

Ακούω και μια κινδυνολογία, για το πώς θα το χειριστούν άλλοι… Δεν ξέρω αν είναι χειρότερο αυτό΄ πραγματικά δεν ξέρω. Δηλαδή, νομίζω ότι το χειρότερο το ζούμε, και το διαιωνίζουμε μόνοι μας.

Δεν ξέρω τι γίνεται. «Μας ψεκάζουνε»; Μας κοιμίζουνε; Δεν ξέρω…

Κρ.Π.: Είναι αυτό που είπατε, ότι πρέπει να γίνει επιστημονική έρευνα για να εξηγηθεί το φαινόμενο… Είμαστε οι άνθρωποι μιας γενιάς π.χ. που έκαψε τα αρχεία της ιστορίας της, και οι αξίες των… επηρμένων νικητών… οι οποίες επικράτησαν, ήταν «κοίτα το συμφέρον σου», «μην ασχολείσαι με τους αγώνες, γιατί βλέπεις τι παθαίνουν όσοι ασχολούνται…» κλπ.;

Γ.Σκ.: Ήταν θέμα ανικανότητας να διαχειριστούμε και τις τύχες μας, και την ιστορία μας, και τα παραδείγματα του παρελθόντος και χίλια δύο άλλα… Και αυτό το πράγμα συνεχίζεται. Είμαστε, τόσο βολικοί, στο να μας εκμεταλλευτεί κανείς και να μας κοροϊδέψει, που, τί να πω;

Κρ.Π.: Μέσα από την παράσταση «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή;» ποιό είναι το πιο έντονο «σχόλιο» που αγγίζει τον κόσμο;

Γ.Σκ.: Η επιθεώρηση προσφέρεται για να σατυρίσει, να σχολιάσει, να καυτηριάσει πράγματα, που σε άλλα μπορεί να συμφωνείς και σε άλλα όχι. Ο καθένας έχει τις προσωπικές του απόψεις. Εγώ έχω την τύχη να υπηρετώ ένα κείμενο και ένα «νούμερο» που με εκφράζει απόλυτα, οπότε είναι βολικότερο αυτό για μένα.
Επίσης, είναι μια δουλειά η οποία δεν χαϊδεύει τα αυτιά κάποιου. Προσπαθήσαμε, και σε έναν βαθμό, νομίζω, τα έχουμε καταφέρει να είμαστε όσο γίνεται πιο αντικειμενικοί, και να μην λαϊκίζουμε, λέγοντας «ο καημένος ο λαός, και οι κακοί πολιτικοί» μόνο, παρά να θίγονται και οι κακές νοοτροπίες του ίδιου του εαυτού μας, όπως επίσης, και το πόσο όλοι εμείς οδηγήσαμε τη χώρα με δική μας ευθύνη, πάλι εδώ, στα ίδια πράγματα…

Κρ.Π.: Υπάρχει ευθύνη, όπως είπατε και ειδικά με το θέμα της ψήφου, κλπ. Αλλά, μέχρι, να ενοχοποιείται ένας ολόκληρος λαός και να ζει ενοχοποιημένα και δη τιμωριτικά… όπως υποστηρίζουν κάποιοι…

Γ.Σκ.: Δεν είμαι και εγώ υπέρ του να ενοχοποιήσουμε το λαό, και να πούμε εσύ φταις, σου αξίζει, και τέρμα αυτό σου αξίζει.

Γιατί, ο καταμερισμός των ευθυνών έχει κάποια ιεραρχία. Δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι ίδια η ευθύνη της γιαγιάς μου στο χωριό με του κυρίου Βενιζέλου, ή με του κυρίου Πάγκαλου ή με του κυρίου Σαμαρά ή με τον οποιονδήποτε.

Υπάρχει άλλη πρόθεση, υπάρχουν χίλια δυο πράγματα, τα οποία με κάνουν να μην μπορώ να καταλογίσω την ίδια ευθύνη, παρόλο που η γιαγιά μου μπορεί να πάει να ξαναψηφίσει π.χ. τον Σαμαρά.

Αλλά, δεν βλέπω και καμία διάθεση και από τον λαό να αλλάξει.

Κρ.Π.: Ο Ελληνικός λαός εισπράττει κακοποίηση και βία όπως έχει αναφέρει και η Φωτεινή Τσαλίκογλου, που χαρακτηριστικά είπε ότι «Ζούμε μέρες θανάτου», με όλα αυτά τα μέτρα που έχουν παρθεί, και με την τεράστια ανεργία, όλες αυτές τις απώλειες που πρέπει να διαχειριστεί ο Έλληνας πολίτης…

Γ.Σκ.: Είναι τόσα τα χαστούκια που τρώμε, που πραγματικά δεν έχεις διάθεση… κοιτάς να τί να μαζέψεις από όλα αυτά που χάνεις συνέχεια κάθε μέρα, και να διαχειριστείς τα χτυπήματα που τρώς… Οπότε, όλη αυτή η κατάσταση σε αποδυναμώνει πάρα πολύ, ώστε να καθίσεις και να πεις «ωπ! Κάτι πρέπει να κάνω!».

Κρ.Π.: Και δεν είναι μόνο το θέμα να διαχειριστούμε τις δικές μας απώλειες, αλλά και να στηρίξουμε και όλους αυτούς που βρίσκονται δίπλα μας που και εκείνοι είναι ή σε ανάλογη ή σε χειρότερη μοίρα…

Γ.Σκ.: Βεβαίως. Και τώρα πάλι βλέπουμε, ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου, από τη μια να τρέχει να συνδράμει σε δύσκολες περιπτώσεις και σε πιο αδύναμους συνανθρώπους μας, απ’ την άλλη να είναι διχασμένος στο πώς να φερθεί στο μετανάστη… και τι ακριβώς γίνεται με αυτό΄ ένα κομμάτι που θεωρώ ότι έχει ευθύνη η αριστερά, στο πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση, αγνοώντας το πρόβλημα επί τοις ουσίας.

Κρ.Π.: Με ποια έννοια;

Γ.Σκ.: Χρόνια τώρα, οποιοσδήποτε έλεγε ότι τον πειράζει κάτι γύρω από το μεταναστευτικό, τον έλεγαν ξενόφοβο κατευθείαν, του κόλλαγαν μία ετικέτα, μη βλέποντας όμως την ουσία του προβλήματος. Δηλαδή, δεν μπορώ να δεχτώ τη θέση της αριστεράς «είμαστε φιλόξενοι, ας δεχτούμε τους πάντες» που μέχρι τώρα υπήρχε. Ήταν κάτι που έριχνε στάχτη στα μάτια΄ κουκούλωνε ένα πρόβλημα, το οποίο έγινε τεράστιο και μετά δημιούργησε ένα μεγάλο ρήγμα στον κόσμο.

Δηλαδή, όλοι έχουμε την διάθεση, και κανένας –από τους δικούς μου ανθρώπους τουλάχιστον- δεν είναι ξενόφοβος και ρατσιστής, αλλά όταν δίπλα σου γίνεται όλος αυτός ο χαμός και φτάνεις στο σημείο να μην μπορείς να πας σπίτι σου, δεν μπορείς να το αγνοείς αυτό το πρόβλημα. Οφείλεις να το αντιμετωπίσεις και να δώσεις κάποια λύση.

Προτάσεις δεν υπήρξαν ποτέ σοβαρές.

Κρ.Π.: Ανέλαβε… ο «Ξένιος Δίας» που μόνο ξένιος Δίας δεν είναι.

Γ.Σκ.: Αυτή η επιχείρηση… Ούτε ηθοποιός δεν θα μπορούσε να σκεφτεί να την ονομάσει έτσι. Είναι απίστευτο. Ακούγεται σαν ανέκδοτο!

Κρ.Π.: Ίσως κάποιος το «ξένιος» το μετέφρασε «ξένος»… Ένα άλλο θέμα: ο ελληνικός λαός, πληρώνει φόρους, εκτός των άλλων (χαρατσιών κλπ) από τις μειώσεις των συντάξεων, από τις μειώσεις των μισθών, κλπ. Αλλά από την άλλη πλευρά, ανακρίνουν μόνο τον Τσοχατζόπουλο…

Γ.Σκ.: Είναι τόσοι πολλοί αυτοί οι Τσοχατζόπουλοι… Είναι τόσοι πολλοί…

Το μεγάλο μου πρόβλημα, είναι ότι αισθάνομαι απελπιστικά ένοχος, απέναντι στα παιδιά μας. Εμείς, ζήσαμε όπως ζήσαμε, με όλες αυτές τις κακές εξελίξεις, αλλά τι γίνεται από εδώ και πέρα; Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα.

Βλέπω την κόρη μου προχτές, η οποία είναι και στην εφηβεία, να κλαίει, επειδή, έλεγε, ανησυχεί για το μέλλον της… Και λέω είναι τραγικό, να γυρίσουμε σε πράγματα τα οποία, εγώ για παράδειγμα, δεν τα έζησα. Δεν έχω κλάψει ποτέ για το μέλλον μου. Και φτάνει το παιδί μου να κλαίει για το μέλλον του! Ομολογώ ότι με έχει σοκάρει αυτό.

Κρ.Π.: Δηλαδή, λέτε, ότι πλέον πρέπει να αγωνιούν οι άνθρωποι για τα αυτονόητα. Για την ίδια τη ζωή. Βλέπουμε τι λέγεται αυτές τις μέρες… ότι καίνε την Ελλάδα για «αναπτυξιακά» συμφέροντα.

Γ.Σκ.: Δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχεις καμία ελπίδα. Αγωνιζόμαστε πλέον για να δούμε ποιος θα φύγει έξω να σωθεί. Σαν τα ποντίκια όταν βουλιάζει το καράβι…

Κρ.Π.: Με αφορμή την αναφορά που κάνατε στην κόρη σας, τι θα λέγατε, σήμερα στους νέους; Σαν επίλογο…

Γ.Σκ.: Εγώ να πω κάτι; Θα πρέπει να βουλώσω το στόμα μου! Δηλαδή, ως εκπρόσωπος μιας γενιάς που τα έφερε εδώ τα πράγματα, τί να πω; Τί να πω;
Να φύγουμε όλοι εμείς και να αφήσουμε τα παιδιά μπας και βγάλουν άκρη!

Μάλλον εμείς θα πρέπει να ακούσουμε τα παιδιά και τους νέους. Τι να τους πούμε εμείς; Είμαστε μια γενιά που αισθάνομαι ότι τα έκανε τόσο… σκατά, που δεν έχει κανένα δικαίωμα να αρθρώνει λόγο. Τι να πει;

Κρ.Π.: Πείτε κάτι περισσότερο αν θέλετε γι αυτό το «σκατά». Πώς τα κάναμε/τε σκατά;

Γ.Σκ.: Με τους ανθρώπους που ψήφισε, που χειρίστηκαν την τύχη της, με το πώς έζησε ένα πλαστό όνειρο, στο βαθμό που το έζησε… Γιατί, ομολογώ ότι εγώ δεν αισθάνομαι ότι «τα φάγαμε όλοι μαζί», με τη έννοια ότι δούλευα – έτρωγα αυτά που έπαιρνα και ήταν αντικειμενικά ικανοποιητικά, δεν ήταν κάτι παραπάνω. Απόδειξη ότι τώρα δεν έχω τίποτα στην άκρη. Δεν ξέρω, αισθάνομαι ηλίθιος, αισθάνομαι μαλάκας, που εγώ δεν μάζεψα τίποτα, αν μάζεψαν οι άλλοι…

Αλλά νομίζω η μεγάλη πλειοψηφία δεν μάζεψε. Η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου υποφέρει. Τώρα, αν κάποια λαμόγια, καταφέρανε να μαζέψουν μέσα από όλο αυτό, εντάξει… πόσο μπορούμε να πούμε ότι τα «φάγαμε μαζί;».

Μας δίναν ένα κομμάτι να μας ξεγελάνε… προφανώς, γιατί έπαιρναν το μεγάλο εκείνοι΄ και αισθανόμασταν ότι εντάξει, όλα καλά. Φάγαμε τέτοια κοροϊδία, αλλά έχουμε και μία συνυπευθυνότητα και σε αυτό. Γιατί καιρό τώρα, χρόνια τώρα, βρώμαγε το πράγμα.

Και το βλέπαμε λίγο πολύ ότι βρωμάει αλλά συνεχίζαμε σε ένα παιχνίδι: Πασόκ – ΝΔ, με τους ίδιους και τους ίδιους και ξέραμε πολύ καλά, ότι παίρνανε μεγάλα κομμάτια και αποχωρούσανε με τις ευλογίες μας, και μέναμε οι υπόλοιποι να νομίζουμε ότι θα ζούμε μια χαρά.

Εντάξει. Αισθάνομαι πολύ άχρηστος στο να προτείνω κάτι. Δεν το λέω προσωπικά για μένα, αλλά ως αντιπρόσωπος μιας γενιάς…
Τι να πώ, εγώ, τώρα, στα νέα παιδιά;

Κρ.Π.: Πιστεύεται ότι απαξιώθηκαν κάποιες αξίες που οι παλιότερες γενιές π.χ. η γενιά της Αντίστασης, λάμβαναν υπόψιν τους; Όπως για παράδειγμα η αγωνιστικότητα;

Γ.Σκ.: Καιρό γίνεται αυτό. Φτάσαμε να χάσουμε το άσυλο, να χαθούν πράγματα που πριν μερικά χρόνια μου φαίνονταν αδιανόητο ότι μπορεί να συμβούν.

Κρ.Π.: Το χειρότερο απ’ όλα αυτά που χάθηκαν, πιο νομίζετε ότι είναι;

Γ.Σκ.: Αισθάνομαι ότι έχουμε χάσει κάθε δύναμη αντίστασης. Και αυτό μας κάνει να είμαστε… να μην έχουμε την αξιοπρέπεια αν θέλετε, του να χάσουμε με μαγκιά. Να ταλαιπωρηθούμε με μαγκιά και αξιοπρέπεια. Και να πούμε, οκ…

Αλλά δεν έχουμε ούτε καν αυτό. Ακόμα και τώρα επιλέγουμε λύσεις που λίγο θα πάνε το πρόβλημα παραπέρα, που θα τη βολέψουμε για λίγο καιρό ακόμα…

Δεν ξέρω. Είναι πολύ δύσκολο αυτό που λέω, γιατί και εγώ ο ίδιος δεν ξέρω αν είμαι έτοιμος να το κάνω, αλλά αισθάνομαι ότι δεν μπορώ άλλο. Δεν μπορώ να συνεχίζω, να με κοροϊδεύουν έτσι, με το φόβο μιας χρεοκοπίας, και δεν ξέρω τι άλλο. Το οποίο όμως, το ζω καθημερινά!

Κρ.Π.: Είπαν ότι θα συμβεί 100% η κατάρρευση…

Γ.Σκ.: Το περιμένουμε όλοι. Το ξέρουμε ότι θα συμβεί. Το ξέρουμε και απλώς το παρατείνουμε. Δεν ξέρω για ποιο λόγο…


δημόσιος διάλογος του tvxs συνεχίζεται. Επικοινωνία: cpatouli@yahoo.gr)


Info*
Τι Βουλή θα παραδώσεις μωρή; Πρόγραμμα περιοδείας

Τι Βουλή θα παραδώσεις μωρή;

Ένα καστ «αγανακτισμένων» πρωταγωνιστών, περιοδεύουν φέτος το καλοκαίρι ανά την Ελλάδα παρουσιάζοντας μια σύγχρονη και πολύ επίκαιρη επιθεώρηση.

Συγγραφέας: Άννα Παναγιωτοπούλου, Αλέξης Καλλίτσης, Μίνως Θεοχάρης
Σκηνοθεσία: Φωκάς Ευαγγελινός, Άννα Παναγιωτοπούλου
Παίζουν:Άννα Παναγιωτοπούλου, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Χρύσα Ρώπα, Αντώνης Καφετζόπουλος, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Παντελής Καναράκης, Γιώργος Γαλίτης, Άννα Μονογιού, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Γιώργος Τσούρμας, Κατερίνα Δημάδη.

Πρόγραμμα περιοδείας

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012
22/08 : ΗΡΑΚΛΕΙΟ
23/08 : ΗΡΑΚΛΕΙΟ
31/08 :ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2012
03/09 :ΚΑΤΡΑΚΕΙΟ
05/09 : ΜΑΡΟΥΣΙ
09/09 : ΑΙΓΑΛΕΩ

Τί πρέπει να κάνουμε; Απαντά ο Περικλής Σφυρίδης

03:08, 23 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/103912

“Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ και κυρίως τι πρέπει να κάνουμε;» είναι το αντικείμενο έρευνας της Κρυσταλίας Πατούλη ερωτήματα στα οποία δίνουν τη δική τους απάντηση γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών, συμμετέχοντας στο δημόσιο διάλογο του tvxs.gr. Σήμερα δημοσιεύουμε τις απαντήσεις του πεζογράφου, ποιητή, κριτικού της λογοτεχνίας, τεχνοκριτικού και ανθολόγου Περικλή Σφυρίδη.

Μου ζητήσατε να πω την άποψή μου για το «πώς φράσαμε ώς εδώ και τι πρέπει να κάνουμε». Για το «πώς φτάσαμε ώς εδώ» το καταλαβαίνω. Ο κάθε Έλληνας έχει την άποψή του πάνω σ’ αυτό το θέμα. Διάβασα αρκετές συνεντεύξεις που δημοσιεύσατε στο tvxs ∙ κάποιες θα τις προσυπέγραφα∙ άλλες μου φάνηκαν πρόχειρες ή μονομερείς.

Για το τι πρέπει να κάνουμε από εδώ και πέρα ειλικρινά δεν ξέρω, αφού κανείς δεν γνωρίζει πού οριστικά θα καταλήξουμε. Εδώ και τρία περίπου χρόνια μπάφιασα ν’ ακούω αναλύσεις για την «ελληνική ιδιαιτερότητα».

Ντόπιοι και ξένοι (πολιτικοί, οικονομολόγοι, δημοσιογράφοι) μας βομβαρδίζουν συνεχώς λέγοντας ο καθένας το μακρύ και το κοντό του. «Πρέπει να τιμωρηθούν οι Έλληνες για το σπάταλο κράτος που έχουν και την ανύπαρκτη δημόσια διοίκηση». «Όχι, πρέπει να τους σώσουμε», κάποιο άλλοι, «γιατί αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να καταρρεύσει το ευρώ και να διαλυθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση». «Πρέπει να τηρήσουν τα όσα έχουν συμφωνήσει για να συνεχίσουμε να τους δανείζουμε», οι πρώτοι, «μέχρι να ηρεμήσουν οι “αγορές” που θύμωσαν και ν’ αρχίσουν πάλι τα δανεικά». «Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό», λένε οι δικοί μας, «είναι όλων των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου. Δείτε τι γίνεται με την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία».

Εγώ μέχρι τότε η μόνη αγορά που γνώριζα καλά ήταν η λαϊκή της γειτονιάς μου. Τώρα έμαθα για τις «άσπλαχνες» και «απρόσωπες» αυτές αγορές και για τους «τοκογλύφους» εταίρους μας της Ευρώπης, για το τρίτο Ράιχ της μαντάμ-Μέρκελ, όπως την αποκαλεί ο Τσίπρας, που ως σύγχρονος καλόγερος Σαμουήλ απειλεί να  ανατινάξει το Κούγκι για να αποδείξει για μια ακόμα φορά ότι οι Έλληνες προτιμούν τον θεληματικό θάνατο παρά τη σκλαβιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ειλικρινά τα έχω χαμένα, κι ας έχω ανακατευθεί και με τα κοινά, ως ο επί δύο θητείες  πρώτος πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου  Θεσσαλονίκης (1975-1981) της μεταπολίτευσης. Φαντασθείτε τι αισθάνεται και τι καταλαβαίνει – ή, για την ακρίβεια, δεν καταλαβαίνει – ο μέσος πολίτης.

Αυτό που σίγουρα νιώθει στο πετσί του είναι η ελεύθερη πτώση του βιοτικού του επιπέδου με το οποίο είχε συνηθίσει – για την ακρίβεια πάλι, τον είχαν μάθει – να ζει τις τελευταίες δυο τρεις δεκαετίες, χωρίς να του έχουν πει –  οι πολιτικοί μας –  πως αυτή η φούσκα της πλαστής ευημερίας με δανεικά, που δανείζονταν οι άφρονες δικές μας κυβερνήσεις για λογαριασμό του, κάποτε θα έσκαγε και θα γέμιζε ο κόσμος με χρεοκοπημένους και ανέργους.

Και είναι αυτό το αίσθημα απόγνωσης και αγανάκτησης που κυριαρχεί σ’ ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας που υποφέρει, το οποίο μετατρέπεται σε κοπρισμένο έδαφος που πάνω του θεριεύει ο επικίνδυνος αριστερός και δεξιός λαϊκισμός των άκρων.

Δεν θα σας μιλήσω, επομένως, για το πώς φτάσαμε ώς εδώ. Γιατί αν το επιχειρούσα όχι ως πολιτικός αναλυτής, ιστορικός ή οικονομολόγος – κάτι που δεν είμαι φυσικά – αλλά ως πολίτης που αγαπάει τον τόπο του αλλά βλέπει και τα ελαττώματα του λαού του, θα έπρεπε να ξετυλίξω το κουβάρι από πολύ μακριά.

Αν θέλετε από την εποχή της τουρκοκρατίας για να δούμε – και να μάθουμε όσοι δεν ξέρουμε – ποια ήταν η οθωμανική διοίκηση και πώς οι Γραικοί συναλλάσσονταν μαζί της.

Τότε θα διαπιστώναμε πως από τότε μέχρι σήμερα, στο νεοελληνικό πλέον κράτος δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Το μπαχτσίσι και το ρουσφέτι είναι λέξεις τουρκικές, χαρακτηριστικές για το πώς λειτουργούσε το χαώδες οθωμανικό κράτος. Σήμερα επί το ελληνικότερο το λέμε «λάδωμα», «διαφθορά», «συναλλαγή».

Βέβαια, την ίδια εποχή, η επανάσταση του 1821, γέννημα του ελληνικού Διαφωτισμού, που η Φιλική Εταιρεία ένωσε με τη δημιουργία της  σε κοινό αγώνα κατά των Τούρκων τους Κοτζαμπάσηδες, την Εκκλησία, τους Υδραίους και άλλους νησιώτες πλοιοκτήτες (οι περισσότεροι από τους οποίους υπήρξαν Αρβανίτες) και μαζί τα άτακτα ένοπλα σώματα των Αρματολών και Κλεφτών, η επανάσταση αυτή, λέω, υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα του 19ου αιώνα.

Ο ηρωικός αγώνας και οι θυσίες των αγωνιστών του 1821 επέφερε σημαντικό ρήγμα στην Ιερά Συμμαχία των Μεγάλων Δυνάμεων του 1815 με το κίνημα του Φιλελληνισμού που ανδρώθηκε στην Ευρώπη και την Αμερική και συνέβαλε ουσιαστικά στη δημιουργία του μικρού τότε νεοελληνικού κράτους.

Να μη ξεχνάμε όμως πως αυτές οι ηρωικές σελίδες της πρόσφατης ιστορίας μας αμαυρώθηκαν με τον σπαραγμό ανάμεσα σε φατρίες και είχε ως αποτέλεσμα τους δύο εμφυλίους πολέμους κατά τη διάρκεια της εξέγερσης.

Να μην ξεχνάμε πως αν δεν αποφάσιζαν οι Μεγάλες Δυνάμεις (Ρωσία, Αγγλία και Γαλλία) να δημιουργηθεί το ελληνικό κράτος (κάθε μια για το δικό της συμφέρον, φυσικά), σήμερα δεν θα είμαστε εδώ να συζητάμε για την κρίση που ταλανίζει τη χώρα μας και το πώς θα μπορέσουμε – αν μπορέσουμε – να την ξεπεράσουμε πάλι, όπως τόσες άλλες φορές στο πρόσφατο ιστορικό μας παρελθόν.

Θα μου πείτε, «μα καλά, από τότε ώς τώρα δεν άλλαξε τίποτα στον τόπο μας;» Ασφαλώς και άλλαξαν πολλά, άλλαξε ο κόσμος όλος. Όταν ο Όθων αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα, εκείνη ήταν ένα αρβανιτοχώρι επτά χιλιάδων κατοίκων και σήμερα είναι μια μεγαλούπολη τεσσάρων και πλέον εκατομμυρίων πατικωμένη στο τσιμέντο.

Στον 20ό αιώνα η ανθρωπότητα γνώρισε δύο παγκόσμιους πόλεμους και μια επιστημονική / τεχνολογική εξέλιξη που κανείς όχι μόνο δεν μπορούσε να προβλέψει αλλά ούτε να τη φανταστεί. Και δεν θα άλλαζε η Ελλάδα;

Για τη νοοτροπία μιλώ του λαού μας, αυτή άλλαξε; Κι αν όχι, πώς μπορούμε να προσαρμοστούμε – και να επιβιώσουμε – ως χώρα στις νέες ραγδαίες εξελίξεις: επιστημονικές / πολιτικές / οικονομικές που φέρνει ο 21ος αιώνας με την παγκοσμιοποίηση;

Ναι, δεν λέω, προσπάθειες να εκσυγχρονιστεί ο τόπος έγιναν. Και φωτισμένα μυαλά υπήρξαν και υπάρχουν – ελπίζω – ακόμα και άξιοι ηγέτες (για τους τωρινούς έχω σοβαρές επιφυλάξεις). Επειδή όμως – όπως εγώ τουλάχιστον πιστεύω – δεν άλλαξε η νοοτροπία του λαού μας, τα ιστορικά γεγονότα μιλούν από μόνα τους∙ τι να τα λέμε τώρα.

Ο πρώτος που προσπάθησε να αλλάξει το χάος σε στοιχειώδη κρατική οντότητα (ας μη ξεχνάμε ότι τον κάλεσαν να κυβερνήσει, δεν ήρθε αυτόκλητος) υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ξέρουμε τη συνέχεια. Φατριασμοί, τοπικιστικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των κοτζαμπάσηδων, των Φαναριωτών και των πλοιοκτητών, όλοι αυτοί που μέχρι την άφιξή του το 1827 τρώγονταν μεταξύ τους,  ενώθηκαν για να τον δολοφονήσουν στο Ναύπλιο στις 9 Οκτωβρίου του 1831.

   Να μιλήσουμε για τον Χαρίλαο Τρικούπη, τον δεύτερο άξιο πολιτικό που προσπάθησε κι αυτός να φτιάξει κράτος; Να θυμηθούμε τα άρθρα του «Τις πταίει» στην εφημερίδα της εποχής Καιροί; Να πούμε το πόσες φορές από το 1875 ώς το 1894, που κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή του τόπου, τον έριξαν από την κυβέρνηση και το πόσες φορές τον ξαναφώναξαν για να σωθεί η Ελλάδα; Ή να θυμηθούμε ότι ελληνικά συμφέροντα έβαλαν τον βασιλιά Γεώργιο να αρνηθεί το νέο δάνειο που διαπραγματεύονταν η τελευταία κυβέρνηση Τρικούπη για να σταματήσει η Ελλάδα μονομερώς την καταβολή των δανείων που είχε συνάψει με τράπεζες του εξωτερικού και να πει το 1893 στη Βουλή ο Τρικούπης εκείνο το περίφημο: «Δυστυχώς επτωχεύσαμε» και λίγα χρόνια αργότερα (1896) να πεθάνει αυτοεξόριστος στις Κάνες;

     Δεν θα πω τίποτα για τον λαϊκισμό που επένδυσε πάνω στο από το 1844 ιδεολόγημα της Μεγάλης Ιδέας του Ιωάννη Κωλέτη, ο αρχηγός της τότε αντιπολίτευσης Δημήτριος Ράλλης για να ρίξει την κυβέρνηση του Θεόδωρου Δεληγιάννη και ξεσήκωνε τον όχλο με την δική του έμπνευσης «Εθνική Εταιρεία». Με τον λαϊκισμό του οδήγησε την χώρα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και αν δεν υπήρχαν πάλι οι Μεγάλες Δυνάμεις (πέντε αυτή τη φορά – σχεδόν όλη η Ευρώπη) οι Τούρκοι θα μπορούσαν να είχαν φτάσει μέχρι την Αθήνα.

Κι αλήθεια, τι να πούμε για τον Ελευθέριο Βενιζέλο; Τον άνθρωπο που διπλασίασε την ελληνική επικράτεια και όντως, αυτός, κατάφερε να μας κάνει σοβαρό και υπολογίσιμο κράτος; Να θυμηθούμε ότι τον αποκαλούσαν «όργανο ξένων δυνάμεων»; Ότι ο μητροπολίτης Ευθύμιος της Κρήτης τον χαρακτήρισε προδότη; Να κρύψουμε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος αφόρισε τον Βενιζέλο; Ή να μη θυμηθούμε ότι δυο φορές επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν και μάλιστα στην πρώτη στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών, όταν ερχόταν με την συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγ. 1820) στις αποσκευές του, που έκανε την Ελλάδα χώρα δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών;

Να μην αναρωτηθούμε πώς οι ένδοξοι και  νικηφόροι δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι κατέληξαν με τον γνωστό, σαν χρόνια αρρώστια, διχασμό των Ελλήνων στη Μικρασιατική Καταστροφή;

Ασφαλώς και νιώθουμε υπερήφανοι για το Αλβανικό Έπος του 1940 και για την Εθνική μας Αντίσταση εναντίον των κατακτητών της χώρας μας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Να αποσιωπήσουμε όμως ότι αυτή η μεγαλειώδης εθνική μας αντίσταση, που επαινέθηκε από συμμάχους και εχθρούς ακόμα, κατέληξε σε έναν αιματηρό Εμφύλιο πόλεμο, που δεν άρχισε το 1946, όπως γράφεται στα βιβλία της ιστορίας, αλλά το 1943 με την μια αντιστασιακή οργάνωση να πολεμά την άλλη;

Δεν σας θυμίζει κάτι αυτό; Εμένα μου μοιάζει καρμπόν της επανάστασης του 1821. Και ποιος ο λόγος αυτού του αδελφοκτόνου αλληλοσπαραγμού μετά τη λαίλαπα της Γερμανικής Κατοχής;

Το τι θα γινόταν στην Ελλάδα είχε καθοριστεί από τις Μεγάλες πάλι Δυνάμεις σε άλλο επίπεδο. Στη Γιάλτα που οι Τσώρτσιλ, Στάλιν και Ρούσβελτ μοίρασαν τον κόσμο ξανά και ταυτόχρονα υπονόμευαν υπόγεια οι ίδιοι τα όσα είχαν συμφωνήσει μέχρι που φτάσανε στον γνωστό «ψυχρό πόλεμο». Και εμείς, τα έξυπνα κορόιδα, με το γνωστό DNA του διχασμού μας σφαχτήκαμε πάλι. Αναρωτηθήκαμε γιατί;

Πιστεύω ότι ως λαός δεν διδασκόμαστε τίποτα από τα ιστορικά μας αμαρτήματα.

Έτσι δεν διδαχτήκαμε τίποτα και από την επτάχρονη δικτατορία των συνταγματαρχών που ευτέλισαν κάθε έννοια εθνικής αξιοπρέπειας και σοβαρότητας και επέφεραν, πριν την πτώση τους, την εθνική τραγωδία της Κύπρου.

Η μεταπολίτευση, που σε πολλά οφείλεται στη ηρωική εξέγερση των φοιτητών του πολυτεχνείου, διέψευσε τις ελπίδες ότι τα κόμματα και  πολιτικοί μας θα γίνονταν πιο συνετοί και θα έβαζαν το συμφέρον της χώρας πάνω από το συμφέρον των κομμάτων τους και της προσωπικής πολιτικής τους καριέρας.

Επέστρεψαν αδηφάγα να αλώσουν ξανά το κράτος, δηλαδή όλους εμάς τους νομοταγείς πολίτες που δεν κλέψαμε, που δεν λαδώσαμε κι ούτε λαδωθήκαμε, που δεν γίναμε αφισοκολλητές και κομματόσκυλα για μια – παράνομη – θέση στο δημόσιο ή αργομισθία σε κάποιο άλλο «φορέα», που συνεχώς δημιουργούσαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις της Ν.Δ. και του Πασόκ  για να τους παραδίνει ο ελληνικός λαός ξανά και ξανά ως λάφυρο την εξουσία.

Κι επειδή οι κρατικές δαπάνες γιγαντώθηκαν αρχίσαμε τα δανεικά και τώρα λέμε, ως έξυπνος λαός που είμαστε, να τα κάνουμε και αγύριστα, αφού «μαζί τα φάγαμε».

Ο Κωσταντίνος Καραμανλής της μεταπολίτευσης γύρισε από το Παρίσι αρκετά αλλαγμένος. Έλυσε μια για πάντα – πιστεύω – το πολιτειακό ζήτημα και απαλλαχτήκαμε από το παλάτι που συχνά δίχαζε το λαό εξυπηρετώντας συμφέροντα άλλων. Ύστερα με εκείνο το «Ανήκομεν εις την Δύσιν» μας έβαλε παρακαλετά στην Ευρωπαίκή Ένωση (τότε Ε.Ο.Κ.) μπας και γίνουμε σύγχρονο κράτος. Εσύ είσαι που το λες;

Την μεγάλη ευκαιρία να αλλάξει tη χώρα  την είχε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος κυριάρχησε πολιτικά, εκμεταλλευόμενος το αίσθημα αγανάκτησης του λαού μας που  δημιούργησε η απριλιανή χούντα.

Ευαγγελίστηκε την εθνική συμφιλίωση που θα έκλεινε το ζοφερό κεφάλαιο του Εμφυλίου. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού, με εμένα που σας μιλώ να πρωτοστατώ, πιστέψαμε στον Αντρέα Παπανδρέου και τον αναδείξαμε πρωθυπουργό.

Αυτός όμως αντικατέστησε το κομματικό κράτος της δεξιάς με ένα δικής του έμπνευσης  που το στελέχωσε με νεαρούς κομματικούς προσήλυτους που έμειναν στην ιστορία ως «πρασινοφρουροί».

Δημιούργησε κομματικό στρατό συνδικαλιστών που και αυτοί νέμονταν το κράτος και τις επιχειρήσεις του. Εμπέδωσε την αντίληψη ότι κάθε παρανομία αποτελεί κεκτημένο δημοκρατικό δικαίωμα αν έχει ως αίτημα ακόμα και την πιο παράλογη και αντιδημοκρατική απαίτηση.

Σε μια από τις εκλογικές αναμετρήσεις της μεταπολίτευσης, το Πασόκ κατέβηκε με το σύνθημα «Η ζωή είναι μαγκιά» (εμπνεύσεως Λαλιώτη). Το θυμάστε; Ε, αυτή τη «μαγκιά» δεν μπορούν πλέον να ανεχτούν οι κουτόφραγκοι εταίροι μας.

Από κοντά σ’ αυτό το ξεχαρβάλωμα του όποιου κράτους και τα κόμματα της αριστεράς για να μην μονοπωλήσει το  Πασόκ. την επιρροή του στα συνδικάτα. Η Ν. Δ., τις λίγες φορές που ο λαός, αγανακτισμένος από τα καμώματα του Αντρέα, της έδωσε την εξουσία, συνέχισε το ίδιο βιολί: αντέγραψε την πολιτική του Πασόκ που υποτίθεται πως ήθελε να την ανατρέψει.

Έτσι φτάσαμε εδώ που βρισκόμαστε σήμερα. Με όλα αυτά τα γνωστά ασφαλώς και κοινότοπα, θέλω να πω ότι το πρόβλημα της Ελλάδας σήμερα δεν είναι μόνο πολιτικό και οικονομικό, που όντως είναι, αλλά κυρίως πολιτισμικό.

Πρόβλημα εμπεδωμένης νοοτροπίας από την εποχή της τουρκοκρατίας, που δεν ξέρω αν βίαια μπορεί ν’ αλλάξει με το πιστόλι στον κρόταφο που μας έχουν βάλει οι «απαίσιοι» εταίροι μας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την «απεχθή» τρόικά τους.

Επειδή ως πρακτικός άνθρωπος και ρεαλιστής, πιστεύω όχι μόνο στο γράψιμο αλλά και στη ζωή, δεν θέλω να κλείσω την μικρή αυτή πολιτολογική  περιδιάβαση στην πρόσφατη ιστορία του τόπου, που οι περισσότεροι σήμερα νέοι μας –  έχω την εντύπωση –  είτε την αγνοούν είτε δεν την σκέπτονται, θα ολοκληρώσω την κουβέντα μας με δύο περιστατικά από την προσωπική μου εμπειρία.

Το δεύτερο μάλιστα, εντελώς πρόσφατο, θα μπορούσε να γίνει ένα ευτράπελο διήγημα, που φανερώνει όμως σε μια δεύτερη ανάγνωση το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται σήμερα η ελληνική κοινωνία.

Ανακατεύθηκα, όπως σας είπα,  με τα κοινά πιστεύοντας ότι, μετά την τραυματική εμπειρία της απριλιανής δικτατορίας, τα πολιτικά κόμματα θα παρουσιάζονταν με άλλο πρόσωπο, πιο συνετό και εκσυγχρονισμένο. Εσύ είσαι που το λες ή μάλλον το πίστεψες;

Λέω του εαυτού μου. Λοιπόν, για να κατατοπιστούν οι αναγνώστες σας λίγα λόγια από την προσωπική μου «πολιτική / συνδικαλιστική» ζωή. Η χούντα με αποστράτευσε το 1968 δεκαπέντε μέρες πριν αποκτήσω το δικαίωμα για σύνταξη.

Όχι πως είχα κάνει κάποια ηρωική πράξη αντίστασης. Απλά, είχα εκδηλωθεί υπέρ του Γεωργίου Παπανδρέου στα Ιουλιανά γεγονότα του 1966.

Με στάμπαραν και από διευθυντή της Β΄ παθολογικής κλινικής του 424 Γ.Σ.Ν.Ε. στη Θεσσαλονίκη φρόντισαν, λίγους μήνες πριν από το πραξικόπημα, να με στείλουν «εξορία» στη Σάμο και αμέσως μετά να με αποστρατεύσουν ευσχήμως για «λόγους υγείας».

Το 1983 οι γιατροί του Ι.Κ.Α της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας με εξέλεξαν πρόεδρό τους για να ματαιώσουμε ένα φαύλο «εθνικό σύστημα υγείας» (εμπνευσμένο από έναν χουντικό καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που λεγόταν, αν θυμάμαι καλά, Πάτρας), το οποίο ήθελε να επιβάλει με τη βία ο δικτάτορας Παπαδόπουλος.

Συσπειρώθηκαν οι γιατροί γύρω μου, ξεσηκώσαμε και τους συναδέλφους της Αθήνας, καταφέραμε να το ματαιώσουμε. Τώρα, πώς γλίτωσα το κεφάλι μου είναι μια άλλη ιστορία (τα έχω πει όλα αυτά στο αυτοβιογραφικό μου μυθιστόρημα Ψυχή μπλε και κόκκινη).

Ως υποψήφιος πρόεδρος πρέσβευα – αφελώς, όπως αποδείχτηκε – ότι ο συνδικαλισμός μετά την μεταπολίτευση έπρεπε να έχει πολιτικές θέσεις αλλά όχι κομματική εξάρτηση. Ξέρετε τι έκαναν τα κόμματα; Εννοώ όλα τα κόμματα: Ν.Δ. Ένωση Κέντρου Νέες Δυνάμεις, Πασόκ., ΚΚΕ εσωτ. και ΚΚΕ;

Κατέβασαν ενιαίο ψηφοδέλτιο όλα μαζί – ναι όλα μαζί! Χωρίς πρόγραμμα, με μόνο σύνθημα «να μην πέσει ο σύλλογος στα χέρια του χουντικού γιατρού!».

Βέβαια, καταποντίστηκαν. Δεν έβγαλαν ούτε ένα σύμβουλο στο διοικητικό συμβούλιο. Τότε ήταν που δουλέψαμε καλά. Εμείς πρώτοι εισηγηθήκαμε την καθιέρωση ενός δίκαιου και λειτουργικού εθνικού συστήματος υγείας που να βασίζεται σε  αξιοκρατία  κι όχι στην, προ της δικτατορίας, γνωστή  κομματοκρατία. Στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση εγώ κατέβηκα ξανά με ανεξάρτητους υποψήφιους.

Τα κόμματα αυτή τη φορά κατέβασαν δικά τους – το καθένα – «κομματικά» ψηφοδέλτια. Το σύνθημα άλλαξε: «Για να μην παραμείνει ο Σύλλογος στα χέρια του κομμουνιστή προέδρου!» Μέσα σε τρία χρόνια από χουντικός έγινα κομμουνιστής.

Πάλι την πάτησαν και δεν έβγαλαν ούτε έναν υποψήφιό τους για το διοικητικό συμβούλιο. Τότε έβαλαν στο στόχαστρο εμένα και τους ανεξάρτητους συμβούλους που είχα επιλέξει. Από το γραφείο μου πέρασαν όλα τα κόμματα, το καθένα με τις δικές τους προτάσεις, υποσχέσεις και προσφορές.

Από τους έντεκα μόνο τρεις αντισταθήκαμε. Όσοι ενέδωσαν έγιναν ευρωβουλευτές, πρόεδροι ασφαλιστικών οργανισμών, νοσοκομείων, αντιδήμαρχοι, κ. ά. Τον Τάσο Κουράκη, που ήταν τότε ο νεότερος σε ηλικία σύμβουλος, τον «στρατολόγησε» το Κ.Κ.Ε.

Τώρα τον βλέπω στην τηλεόραση να αγωνίζεται και αυτός για τη σωτηρία της χώρας μαζί με τον φίλο του, τον Τσίπρα. Όλοι γι’ αυτό αγωνίζονται, εντός ή εκτός ευρώ, δεν έχει σημασία. Το κόμμα να είναι καλά και για τη χώρα έχει ο Θεός…

Και αν νομίζετε ότι υπερβάλλω δεν έχετε παρά να αναζητήσετε τα πρακτικά των εκλογών του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης των ετών 1975 και 1978. Σας στέλνω απομαγνητοφωνημένη και την τελευταία ομιλία μου στη γενική συνέλευση του Συλλόγου στο Μακεδονία Παλάς, όπου από τον Μάρτη του 1982 είχα προειδοποιήσει το πού θα μας οδηγούσε αυτή η λυσσαλέα κομματικοποίηση των πάντων (ακόμα και των μαθητικών συμβουλίων στα γυμνάσια και λύκεια, το θυμάστε; Έλεγαν τα ποσοστά που πήρε κάθε κόμμα και στην τηλεόραση. Άσε τι έγινε και τι γίνεται με τα πανεπιστήμια. Κοινοτοπίες θα λέμε πάλι;).

Τα είπα κι έφυγα από την πολιτική αηδιασμένος. Ευτυχώς, γιατί με κέρδισε – βρήκα διέξοδο –  η λογοτεχνία.

Παραμένω όμως έντονα πολιτικοποιημένος, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι Έλληνες – προσόν ή κουσούρι, δεν το ξέρω. Το να είναι κανείς έντονα πολιτικοποιημένος δεν σημαίνει ότι διαθέτει ταυτόχρονα και πολιτική κρίση. Καμιά φορά δεν διαθέτει ούτε κοινή λογική. Και τούτο είναι μειονέκτημα γιατί εκεί πάνω βασίζεται ο λαϊκισμός και φουντώνει.

Αυτός είναι ο λόγος που ενώ δεν ανήκω –δεν ήμουν ποτέ κομματικό στέλεχος – σε κανένα κόμμα, ψηφίζω όμως πάντα στις εκλογές. Γιατί, πώς να το κάνουμε. Αυτός ο τόπος πρέπει να κυβερνηθεί και εγώ θέλω να έχω ήσυχη τη συνείδησή μου ότι έριξα το ψηφουλάκι μου στο κόμμα που πίστευα κάθε φορά ότι θα πάει τη χώρα λίγο πιο μπροστά ή έστω δεν θα την γυρίσει πίσω.

Έτσι και φέτος. Παρόλα τα εβδομήντα εννιά μου χρόνια, πήρα το αυτοκίνητό μου από τη Θεσσαλονίκη και τράβηξα για τη Σκύρο, όπου έχω τα εκλογικά μου δικαιώματα. Ταξίδι μακρύ και κουραστικό.

Φτάνοντας ύστερα από πέντε ώρες οδήγηση στην Ερέτρια είπα να ξεγελάσω λίγο την πείνα μου. Εκεί, στο λιμάνι, γνωρίζω από χρόνια μια ψησταριά που κάνει ωραία σουβλάκια. Την δουλεύουν ένα ζευγάρι μέσης ηλικίας. Η γυναίκα ψήνει τα σουβλάκια, ο άντρας – που έχει και τον ρόλο του αφεντικού – τα σερβίρει.

Εγώ τους ξέρω, εκείνοι όχι. Πού να με θυμούνται. Παράγγειλα τέσσερα σουβλάκια και μια μπίρα. Απέναντί μου κρεμασμένη σε τοίχο μια τεράστια αφίσα των «Ανεξάρτητων Ελλήνων». Δέσποζε το παχουλό πρόσωπο του Καμένου, που φιγουράρει πλέον ως αρχηγός.

Αναπεπταμένη δίπλα του η ελληνική σημαία, υποδηλώνοντας την εθνικοφροσύνη του αρχηγού και του κόμματος. Τέλος με μεγάλα γράμματα η εξής λεζάντα: «Σώζουμε την ελληνική οικογένεια».

Όταν το αφεντικό ήρθε να μου σερβίρει τα σουβλάκια, τον ρώτησα: «Ποιος είναι αυτός:». «Ο Καμένος», απόρησε, «δεν τον ξέρεις;». «Όχι», του λέω, «είμαι μετανάστης στη Σουηδία, κι έχω χρόνια να έρθω στην πατρίδα μου. Τι είναι αυτός;», συνεχίζω να παριστάνω τον ανήξερο. «Αρχηγός κόμματος», μου λέει.

«Μια και ήρθα, λέω να ψηφίσω κιόλας», συνεχίζω. «Ξέρεις, χρόνια τώρα δεν τα πάω καλά με τη γυναίκα μου και κοντεύουμε να το διαλύσουμε. Τι λες, μπορεί να σώσει την οικογένειά  μου αν εκλεγεί;». Με κοιτάζει πονηρά. «Το ’πιασα, μεγάλε, το σχόλιό σου, καλό».

Εξακολουθώ να παριστάνω τον αφελή. «Δεν μου λες», τον ρωτάω πάλι, «κατεβαίνουν πολλά κόμματα στις εκλογές;». «Πολλά», απαντά, «επτά ή οκτώ θα μπούνε και στη Βουλή».

«Κι όλα αυτά θέλουν να σώσουν την Ελλάδα; Το καθένα με τον δικό του τρόπο που τον θεωρεί ως τη μοναδική σωτηρία; Γιατί δεν κάθισαν κάτω να δούνε ποια είναι η κατάσταση, τι και ποιοι έφταιξαν που φτάσαμε ως εδώ, και τι μπορεί να γίνει από δω και πέρα;».

«Σοβαρολογείς;» γελάει, «αυτά δεν γίνονται εδώ». «Έ, τότε», του απαντώ, «έχουν δίκιο που στη Σουηδία πιστεύουν όλοι πως οι Έλληνες θα χρεοκοπήσουν και θα επιστέψουν στη δραχμή».

Βλέπω ότι σοβαρεύεται. «Μήπως θα ήταν έτσι καλύτερα, κύριε» μου τα ρίχνει και φεύγει.

Ωχ, σκέφτομαι, έπεσα στο άλλο άκρο. Καθώς τον έβλεπα να χώνεται πίσω από τον πάγκο για να παραλάβει μια νέα παραγγελία, αναρωτιόμουν τι άραγε να σκέφτονταν για μένα.

Έπρεπε όμως να φύγω γρήγορα για να μην χάσω το φεριμπότ. Πήγα στην τουαλέτα να πλύνω τα χέρια μου. Σ’ ένα πλαστικό μπουκαλάκι βρήκα κάποιο υπόλοιπο απορρυπαντικού. Χαρτοπετσέτες όμως για  να τα σκουπίσω, πουθενά.

Τον είδα που στέκονταν πίσω από την ταμειακή μηχανή του μαγαζιού. «Τι σου χρωστάω, φίλε;» τον ρωτώ. «Εννιά ευρώ», μου λέει. Του δίνω δέκα ευρώ σκοπεύοντας το ένα να του το αφήσω φιλοδώρημα.

Παίρνει τα χρήματα, τα βάζει στο συρτάρι, και με κοιτάζει περίεργα που περιμένω. «Θέλετε τίποτα άλλο;» με ρωτάει. «Ναι απαντώ, την απόδειξη». «Με συγχωρείτε», δικαιολογείται, «την ξέχασα». «Ξέρω, ξέρω», του απαντώ, «όσες μέρες βρίσκομαι εδώ, οι μισοί Έλληνες επιχειρηματίες πάσχουν από αμνησία όταν πρόκειται να δώσουν αποδείξεις».

Σκυθρωπιάζει. «Τι να κάνουμε, κύριε», μου λέει θυμωμένα, «έτσι είναι εδώ!». «Εγώ όμως», του μπαίνω, «είμαι από τη Σουηδία, γι’ αυτό κόψε την απόδειξη και δώσε μου ρέστα ένα ευρώ!»

Έρχομαι τώρα και στο τελευταίο σας ερώτημα: «Τι πρέπει να κάνουμε απ’ εδώ και πέρα;». Ειλικρινά δεν ξέρω.

Ποιοι; Εμείς; Οι άλλοι; Ο κόσμος όλος διανύει μια από τις πιο ρευστές (πολιτικά / κοινωνικά / οικονομικά) περιόδους. Θα μείνουμε μαζί με τους άλλους Ευρωπαίους μέσα στις εξελίξεις ή η ιστορία θα μας πετάξει έξω; Πάλι δεν γνωρίζω.

Παρηγορούμαι μόνο με αυτό που έγραψε ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του: «Αυτός ο τόπος ούτε χαλιέται κι ούτε γίνεται».

Περικλής Σφυρίδης
Σκύρος, Αύγουστος 2012

Ο Περικλής Σφυρίδης γεννήθηκε το 1933 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει.

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καρδιολόγος έως το 1994. Διατέλεσε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης από το 1975 μέχρι το 1981.

Στα γράμματα εμφανίστηκε με ποιητική συλλογή το 1974 και συνεργάστηκε στενά με το περιοδικό «Διαγώνιος». Από το 1985 έως το 1990 κυκλοφόρησε την ετήσια έκδοση με ανέκδοτα κείμενα πεζογράφων της Θεσσαλονίκης «Παραφυάδα».

Από το 1987 έως το 1996 ήταν σύμβουλος έκδοσης (υπεύθυνος ύλης) του περιοδικού «Το τραμ».

Το 1996 διοργάνωσε το συνέδριο «Παραμυθία Θεσσαλονίκης» για την πεζογραφία της πόλης από το 1912 μέχρι το 1995 και επιμελήθηκε τα πρακτικά του συνεδρίου (1997).

Στο διήγημα του «Το μυστικό» βασίζεται η ταινία του Τάσου Ψαρά «Η άλλη όψη» (1991), το σενάριο της οποίας έγραψε ο ίδιος μαζί με το σκηνοθέτη. Άλλα δύο διηγήματά του έγιναν τηλεταινίες από την ελληνική τηλεόραση (ΕΡΤ): «Καρτέλα ασθενούς» και «Το μπλέξιμο».

Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, δέκα συλλογές διηγημάτων, δύο μυθιστορήματα και ένα αυτοσχόλιο πνευματικής πορείας.

Κυκλοφόρησε μελέτες για λογοτέχνες, ζωγράφους και τρεις ανθολογίες για τους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης, μία εκ των οποίων μεταφράστηκε στα γερμανικά και άλλη στα αγγλικά. Συνεργάστηκε με τα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.

Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, στα αγγλικά και στα ολλανδικά. Για το πεζογραφικό του έργο έχουν δημοσιευθεί πολλά κριτικά κείμενα και αυτοτελείς μελέτες. Από τις εκδόσεις της «Εστίας» κυκλοφορεί το βιβλίο της επίκουρης καθηγήτριας του Α.Π.Θ. Σ. Σταυρακοπούλου, «Περικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του» (2011).

Χρύσα Ρώπα: Ας έρθουν να τα πάρουν όλα…

12:08, 21 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/103733

Ας έρθουν να τα πάρουν όλα… Έτσι καταλαβαίνει ο Έλληνας. Δεν καταλαβαίνει αλλιώς.» η ηθοποιός Χρύσα Ρώπα, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για την κοινωνικοπολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs.

Κρ.Π.: Εκτός από τα γνωστά που βιώνουμε ή που ακούμε: μειώσεις μισθών – συντάξεων, χαράτσια, ανεργία, αυτοκτονίες, και ενώ καίγεται και η χώρα στην κυριολεξία, ή πουλάνε τα λιμάνια, τα νησιά, σχεδιάζουν να πετάξουν απόβλητα στον Όλυμπο, να «σπείρουν» παντού γιγαντιαίες ανεμογεννήτριες, ή φωτοβολταϊκά, και δεν ξέρουμε και τι άλλο… τι έχετε να πείτε;

Χρ.Ρ.: Έχω μια σχιζοφρενική σχέση πάνω σε αυτό. Υπάρχουν δύο πλευρές μου: Η μία μου πλευρά λέει να τα πάρουνε όλα, να τα… αξιοποιήσουν, γιατί είναι άνθρωποι οι οποίοι –επειδή γνωρίζω καλά την Ευρώπη- σέβονται το περιβάλλον, τους ανθρώπους, τα παιδιά που φέρνουν σ’ αυτόν τον κόσμο…

Θυμάστε, τότε με το Τσέρνομπιλ που απαγορεύτηκαν οι καρποί της γης; Ένας σπουδαίος συγγραφέας θα μπορούσε να γράψει χιλιάδες σελίδες πάνω σε αυτό. Ήταν το προμήνυμα.  Γιατί, τώρα, μας απαγορεύονται οι καρποί της γης με άλλο τρόπο. Μας απαγορεύεται και η γαλήνη. Μας απαγορεύεται και η ηρεμία. Μας απαγορεύεται και η αξιοπρέπεια. Μας απαγορεύεται και το αυτονόητο. Μας απαγορεύεται η ζωή!

Η ζωή τί θέλει; Αυτά τα πολύ απλά πράγματα΄ δικοί μας άνθρωποι, εμείς οι ίδιοι δηλαδή, και είμαστε και μεις συνυπεύθυνοι σε αυτό, καταφέραμε να φτάσουμε σε αυτό το σημείο: να μας απαγορεύεται η ζωή!  Υπάρχει περίπτωση να πληρώνουμε σε λίγο και τον αέρα που αναπνέουμε.

Οπότε, η μία μου πλευρά, λέει ας έρθουν κάποιοι άνθρωποι -γιατί η ζωή είναι τέχνη- που… γνωρίζουν την τέχνη της ζωής. Δεν πειράζει. Όλοι περαστικοί είμαστε από εδώ. Εγώ δεν πιστεύω στα σύνορα.

Είναι μια μικρή γη, που υπάρχει ζωή και θα μπορούσε να υπάρχει και σε άλλους πλανήτες, απλώς δεν το ξέρουμε. Τίποτα δεν θα πάρουμε μαζί μας.

Είναι αισχρή ματαιότητα… ενώ υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν από την πείνα΄ γιατί τα 2/3 του πλανήτη, αυτής της μικρής γης, πεθαίνουν από την πείνα, και το 1/3 ζει με το ζόρι, και το άλλο 1/3 με αυτή τη χυδαία ματαιότητα μαζεύει πλούτο λες και πρόκειται να ξαναρθούμε σ’ αυτή τη ζωή, λες και δεν μας ανήκουν μόνο δύο μέτρα γης.

Σε αυτή την κατάσταση μας οδήγησαν διάφορα αίτια, τα οποία είναι η έλλειψη παιδείας, η έλλειψη ηθικής, αμοραλισμού δηλαδή.

Τα τελευταία 40 χρόνια, αυτό το εισήγαγε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Σημίτης. Το χρηματιστήριο τί ήτανε; Έλλειψη ηθικής: μη δουλεύετε μωρέ, παίξτε εκεί πέρα να βγάλετε το εύκολο χρήμα.

Ενώ η ζωή δεν είναι να βγάζεις χρήματα, είναι να ζεις! Η ζωή όμως μας απαγορεύεται.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν να φάνε, υπάρχουν άνθρωποι που λαχταρούν να φάνε π.χ. μια μπανάνα, να φάνε βρε αδερφέ. Είναι οικογένειες, με 5 ή 6 παιδιά. Για βάλε… από μία μπανάνα. Και άμα θέλει κάποιος να φάει από δύο;

Αυτή λοιπόν, είναι η μία μου πλευρά. Που λέει ας έρθουν κάποιοι που… γνωρίζουν την τέχνη της ζωής να κάνουν μια καλή μοιρασιά της πίτας.
Γιατί όλα εκεί επικεντρώνονται. Στην πίτα. Όπως ένας πατέρας και μια μάνα που κάθονται το μεσημέρι να φάνε, δεν δίνουνε στα παιδιά, τρώνε οι ίδιοι τη μισή, μετά κρατούν και λίγο για το απόγευμα, λίγο για το βράδυ, λίγο για αύριο, και ότι… περισσεύει δίνουν και στα παιδάκια τους. Αυτό ακριβώς συμβαίνει. Είναι θέμα πίτας.

Οπότε, η μία μου πλευρά, λέει –όπως ξαναείπα- να ‘ρθούνε! Να τα πάρουν όλα! Να τα πάρουν να τα… αξιοποιήσουν!

Αν πάτε εκδρομή με αμάξι στην Ιταλία, και δείτε τους αγρούς τους, τα σπιτάκια τους, θα νομίζετε ότι ήρθε ένας ζωγράφος, ένας σκηνογράφος και τα σχεδίασε. Αυτό σημαίνει εσωτερική γαλήνη. Ασφάλεια. Πράγματα που εμείς δεν μπορούμε να τα έχουμε.

Κρ.Π.: Το «να έρθουν να τα πάρουν όλα… » το λέτε ειρωνικά, φυσικά…

Χρ.Ρ.: Καθόλου. Είναι θέμα σχιζοφρένειας.

Έχω μια σχιζοφρένεια σε αυτόν τον τομέα. Λέω να έρθουνε, να τα πάρουν όλα, να τα… αξιοποιήσουν, να κάνουν παραλίες, να κάνουν έργα, και να υπάρχουν κανόνες, που θα εξυπηρετούν αυτούς, και τους οποίους θα ξέρουμε να τηρούμε…

Θα εξυπηρετούν αυτούς που έχουν καπιταλιστικές διαθέσεις συσσώρευσης πλούτου –λες και θα τα πάρουν μαζί τους. Και αυτοί, ξέρετε, είναι και οι πιο δυστυχισμένοι…

Γιατί αυτοί οι άνθρωποι πλήττουν. Είμαι βέβαιη εκατό τοις εκατό, γιατί έχω γνωρίσει μερικούς από αυτούς. Ότι θέλουν το παίρνουν. Και αυτό που θέλουν είναι υλικό. Έχει εξαφανιστεί δηλαδή η ανησυχία τους η πνευματική, η διανοητική, η συναισθηματική. Κανείς δεν βγαίνει να μιλήσει.

Έχετε δει τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια να βγει ένας, όπως παλιά, που έβγαινε, ας πούμε, ένας Χατζηδάκις… Έχετε δει; Κανείς. Κανείς δεν βγαίνει να μιλήσει.
Και αν έχω τολμήσει να βγω να πω μερικά πράγματα πολύ φοβάμαι ότι γίνομαι η τρελή του χωριού…
Αλλά δεν με πειράζει γιατί δεν φοβάμαι απολύτως τίποτα. Το μόνο που φοβάμαι είναι να μην πεινάσει το παιδί μου.

Και η άλλη μου πλευρά, είναι πολύ απογοητευμένη, στα όρια της απελπισίας όμως΄ απαισιόδοξη΄ ενώ εγώ είμαι μαχήτρια και δεν με πτοεί τίποτα στη ζωή μου. Αλλά σήμερα νιώθω ήττα.

Και προσωπικά και ως…

Κρ.Π.: … μέλος μιας κοινωνίας;

Χρ.Ρ.: Έχω ένα μερίδιο. Κάτι δεν έκανα καλά και εγώ.

Κάτι δεν κάναμε καλά και αφήσαμε τους κλέφτες να πουλήσουν την Ελλάδα. Γιατί αυτός ήταν ο στόχος. Μη νομίζετε ότι σε αυτούς, ξαφνικά, τους… προκύπτει κάτι. Αυτά είναι σχεδιασμένα όλα.

Δηλαδή, τώρα πια, που πέρασαν και τα χρόνια, το γεγονός ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου έδωσε, έδωσε, έδωσε΄ κι όλοι αρχίσαν να κάνουν εξοχικά στην παραλία, στο βουνό, σπίτια 300 τετραγωνικών με οκτώ Φιλιππινέζες μέσα, και ένας μαύρος να κάνει αέρα, και μετά όλη αυτή η κρίση κατανάλωσης… Διότι έρχονταν τα λεφτά και δεν ήξεραν τί να τα κάνουν…

Και μην ξεχνάμε ότι η προηγούμενη γενιά, η γενιά που μας μεγάλωσε, ήταν γενιά της Κατοχής. Οπότε, όταν ο άνθρωπος έχει στερηθεί πολλά χρόνια, πολλά πράγματα…
Μετά, ήρθε και η τεχνολογία και τελειώσαμε. Κι όταν λέω τεχνολογία, εννοώ πλυντήριο, κουζίνα, απλά πράγματα. Άρχιζε να αλλάζει η ζωή.

Οι γυναίκες αν δεν θέλανε τον άντρα τους χωρίζανε΄ γιατί είχανε και αυτές πάρει ένα πολύ μικρό μερίδιο…

Ξέρετε, οι γυναίκες, οι μαύροι, οι ομοφυλόφιλοι, είναι δεύτερης κατηγορίας άνθρωποι… Υπάρχουν κατηγορίες ανθρώπων. Εγώ είμαι και υιοθετημένο παιδί… Υπάρχει και αυτή η κατηγορία. Αυτό το λέω πάντα. Το έγραψε και ο Τατσόπουλος, αλλά, δυστυχώς, δεν το διάβασα΄ δεν είχα αντοχή να το διαβάσω.

Έχουμε, λοιπόν, χωρίσει τους ανθρώπους σε κατηγορίες. Το έχουμε «φάει» αυτό. Έχει εμποτιστεί στην ψυχή μας. Το μυαλό μας είναι σε αδράνεια.

Αρκεί να σας πω, ότι οι τακτοποιημένοι αλλοδαποί που ήρθαν στην Ελλάδα και εγκατασταθήκαν, γιατί είχαν προβλήματα στη χώρα τους, γιατί πεινούσαν… διότι ποιός αφήνει το σπίτι του και την πατρίδα του για να πάει σε μια άλλη χώρα να καθαρίζει σπίτια (ενώ έχει τελειώσει Πανεπιστήμια) σε διάφορες τρελές Ελληνίδες που πάνε στον Χόντο και ψωνίζουνε 1000 ευρώ;

Άνοιξα τυχαία χτες την τηλεόραση, και είδα μια εκπομπή που σχολίαζε τα παπούτσια και τα ρούχα που φορούσαν στα βραβεία Mad. Ξέρετε πόσο κάνουν ένα ζευγάρι από αυτά τα παπούτσια; Επειδή τυχαίνει να μένω αυτή την εποχή στο Κολωνάκι, γιατί μου έχει δώσει ένα σπίτι ένας φίλος εφόσον είμαι άστεγη, δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα, δηλαδή, δεν αντέχω… Ξέρετε πόσο κάνουν; Μη μου λέτε, ναι. Ξέρετε πόσο κάνουν; Τρεις μισθούς!

Αντί να μένω, λοιπόν, σε αυτά τα ερεθίσματα που με τρελαίνουνε… προτιμώ το άλλο. Αυτή είναι η σχιζοφρένειά μου. Ντρέπομαι, λυπάμαι, από την άλλη λέω, πάμε από το κακό στο χειρότερο; E, ας έρθουν να μας τα πάρουνε, να τα… αξιοποιήσουν!

Κρ.Π.: Να τα… αξιοποιήσουν; Δεν θα τα εκμεταλλευτούν, και μάλιστα για δικό τους συμφέρον;

Χρ.Ρ.: Ποιος κάνει οτιδήποτε για τον άλλον; Όλα είναι εμπόριο. Όλα μεταφράζονται σε χρήμα. Και θα καταντήσουμε να δουλεύουμε για 20 ευρώ την ημέρα.

Αλλά ο Έλληνας, νομίζω ότι θέλει να φτάσουν τα πράγματα στο μη περαιτέρω για να βγει και να…
Αυτή τη στιγμή, είμαι σε μία πόλη της Ελλάδας, όπου το 90% έχει ψηφίσει Χρυσή Αυγή. Λοιπόν, βλέπετε εσείς πουθενά, από κάπου, φως; Εγώ δεν βλέπω.

Κρ.Π.: Για τα αποτελέσματα των εκλογών τι έχετε να πείτε; 

Χρ.Ρ.: Έχουμε ξανά Δεξιά! Δηλαδή, έλεος! Έλεος παιδιά.

Θυμόσαστε ότι υπήρχε μια μεγάλη μερίδα που έλεγε ότι «μας έσωσε ο Παπαδόπουλος»; Τι σημαίνει αυτό; Μπήκε μια «ησυχία», μία «τάξη»… Αλλά, το γεγονός ότι γεμίσανε τα νησιά εξορισμένους, σκοτώθηκε κόσμος, βασανίστηκε κόσμος, αυτοί οι… κακοί οι αριστεροί, οι κομουνιστές. Δηλαδή, προκειμένου να επιβιώσουν, έλεγαν «δε με νοιάζει», το θέμα είναι να μην είσαι κομμουνιστής.

Ήταν τόσο απλό για τον Έλληνα που είχε στερηθεί παιδεία, ιστορία… Δεν ξέρουνε ιστορία. Γιατί αν ήξεραν ιστορία δεν θα ξαναβγάζανε τους Δεξιούς και τους ακροδεξιούς…

Κρ.Π.: «Να μην είσαι κομμουνιστής», έλεγαν; Ή ουσιαστικά «να μην είσαι πολίτης» – παραφράζοντας τον Κοροβέση που γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του «Ανθρωποφύλακες»: «Προσπάθησα να παραμείνω πολίτης»;

Χρ.Ρ.: Να μην είσαι άνθρωπος! Χρόνια η Ελλάδα το περνάει αυτό. Δεν είναι τώρα με την κρίση. Λοιπόν, δεν μπορώ άλλο. Δεν μπορώ. Δεν θέλω άλλο. Να τα πάρουν όλα! Εγώ προσωπικά έτσι αισθάνομαι. Να έχουν και ένα μαστίγιο και να μας μαστιγώνουνε! Δεν θα καταλάβει, αλλιώς, ο Έλληνας. Δεν πρόκειται να καταλάβει.

Εδώ, βγαίνανε στην τηλεόραση -γιατί είχαμε πρόσφατα και δύο προεκλογικούς αγώνες- άνθρωποι που ήθελαν μια θεσούλα ντε και καλά στην εξουσία.
Μου λέει, ένας φίλος μου που διαβάζει τα μνημόνια, «Χρύσα, δεν έχω λόγια, έχω χάσει τον ύπνο μου…». Αυτά εμείς τα ξέρουμε; Γιατί κανείς δεν μας ενημερώνει. Και συνεχίζουνε και μας κοροϊδεύουνε.

Ή αυτό, το ότι κάποιοι έχουν λεφτά έξω; Βάλανε τον Ακη μέσα; Και τι σημαίνει αυτό; Γιατί δεν μπαίνουν και οι άλλοι; Βγήκε ο Πάγκαλος τώρα και κυκλοφόρησε αυτό το ιντερνετικό βιβλίο «μαζί τα φάγαμε»! Ε, όχι, δεν τα φάγαμε όλοι μαζί. Μας χρησιμοποιήσατε για να φάτε κάποιοι! Δεν τα φάγαμε όλοι μαζί. Εμείς γιατί πεινάμε τότε;

Και ύστερα… ας έρθει η Αστυνομία σπίτια μας να δει τι έχουμε.

Και θα σας πω και κάτι τώρα, για όλα αυτά τα πράγματα… από πού ξεκινάνε. Ο φυσικός μου πατέρας ήταν ψαράς λίγο πιο έξω από τη Θεσσαλονίκη στη Χαλάστρα. Είχε τρία κορίτσια, και εμένα που με έδωσε. Όταν κλείσαν τα κανάλια εκεί, γιατί είχε πολύ κουνούπι και τότε δεν υπήρχε άλλος τρόπος αντιμετώπισης, τα σπίτια που ήταν από τις δύο πλευρές των καναλιών έπρεπε να τα χωρίσουν στη μέση οι γείτονες. Η μάνα που με γέννησε, λοιπόν, του έλεγε «Γιάννη, μας παίρνουν το οικόπεδο», δεν μιλούσε αυτός έκανε δίχτυα, πάλι εκείνη έλεγε και ξαναέλεγε το ίδιο, «Γιάννη, μας παίρνουν το οικόπεδο»… Και εκείνος κάποια στιγμή της είπε «Τώρα; Το έχουνε πάρει…». Και ήταν ένας ψαράς. Τώρα λοιπόν, σκέφτομαι, «τι δίκιο που είχες ρε πατέρα!».

Δηλαδή, θέλω να πω, έχουν μπει τέτοιοι σπόροι, μέσα μου, που επιβεβαιώνεται συνέχεια ότι όλα είναι μάταια… Αυτή η συσώρρευση, η κατανάλωση, η επίδειξη… δηλαδή, έχω δει με τα μάτια μου, να παντρεύονται άνθρωποι και να έρχονται με το πλοίο στον Αστέρα της Βουλιαγμένης. Τι νόημα έχει; Πεινάει ο κόσμος! Και αφήστε τον τρίτο κόσμο. Πεινάνε οι αθίγγανοι που είχαμε εδώ πέρα, που δεν τους έδωσαν ένα σχολείο να μάθουν γράμματα. Σε κούρασα;

Κρ.Π.: Όχι καθόλου. Αυτόν τον δημόσιο διάλογο τον ξεκίνησα γιατί κανείς δεν μίλαγε δημόσια, ειδικά τότε. Για να ακούω από κάποιους ανθρώπους, λίγους, που μιλάνε, έστω, τα αυτονόητα… Γιατί δυστυχώς, ανοίγεις την τηλεόραση και βλέπεις τους ίδιους και τους ίδιους να μη λένε τίποτα. Και ειδικά τα προηγούμενα χρόνια δεν μιλούσε κανείς, εκτός από ελάχιστους σαν τον Λαζόπουλο τον οποίο, μάλιστα, πολλοί τον κατηγορούσαν…

Χρ.Ρ.: Αποστασιοποιούμαι από την προσωπική σχέση που έχω με τον Λάκη – γιατί είναι ο πατέρας μου, ο φίλος μου, όλα… – για να σας πώ κάτι που δεν το έχω πει ποτέ:

Ένας άνθρωπος που βγαίνει που μιλάει –και λάθος να κάνει- πρέπει να είναι πολύ καθαρός από πίσω. Γι’ αυτό και μιλάνε λίγοι. Αυτό λοιπόν, δεν του το έχουν αναγνωρίσει ποτέ. Γιατί, έχουν ψάξει να βρούνε για να τον κατηγορήσουν… Άνθρωπο όμως, που να έχει αυτή τη συνέπεια, και στο λόγο και στην πράξη, είναι φυσικό να τον βλέπουν σαν ούφο. Δεν μπορούν να πιστέψουν ότι υπάρχει το φαινόμενο Λαζόπουλος.

Κι αυτό δεν του το έχω πει ποτέ. Αισθάνομαι, τόσο καλά απέναντι σε έναν ακέραιο άνθρωπο. Γιατί ο Λάκης είναι από τους λίγους ακέραιους ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου, στην Ελλάδα΄ γιατί έξω είναι αλλιώς τα πράγματα.

Κρ.Π.: Σαν επίλογο, τι έχετε θα πείτε για το «τι πρέπει να κάνουμε;», σαν θέση δική σας, απέναντι σε όλο αυτό που συμβαίνει;

Χρ.Ρ: Να τα πουλήσουν όλα, να παίρνουμε τα ψίχουλα όπως οι Κινέζοι… (αλλά εμείς νομίζουμε ότι δεν υπάρχει άλλος από εμάς, ότι είμαστε το κέντρο της γης).

Να έρθουν, και να βάλουν και μαστίγιο σε μας! Τότε μόνο υπάρχει μία ελπίδα, ο Έλληνας να αντιδράσει κάπως. Αλλά τότε θα έχουν γίνει στάχτη όλα, θα έχουν πουληθεί όλα. Τότε, νομίζω ότι θα είναι πάρα πολύ αργά. Νομίζω ότι εκεί οδηγούμεθα, αλλά ότι μας αξίζει.

Έλεγα στον γιό μου όταν ήταν μικρός (τον οποίο δεν έχω χτυπήσει ποτέ, ούτε μια φορά, και τώρα είναι δεκαοκτώ χρονών) «μη το κάνεις αυτό» και εκείνος το έκανε. Τότε λοιπόν, του έλεγα, «θα υποστείς τις συνέπειες». Αυτό, μάλλον, ήταν πάρα πολύ σοφό που έλεγα, γιατί όλοι θα υποστούμε τις συνέπειες, όλοι θα… περάσουμε από το ταμείο.

Εδώ η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος. Τα παιδιά μας δεν φταίνε σε τίποτα. Όπως βλέπετε τα παιδιά τα περισσότερα, φροντίζουν να φύγουν στο εξωτερικό…

Νομίζω, ότι ο Έλληνας, δεν θα μπορεί να κάνει και τίποτα, θα τα μαζέψει και θα φύγει. Δηλαδή, τόσο τραγικά τα βλέπω τα πράγματα!

Κρ.Π.: Είχε πει ένας οικονομολόγος από το 2002, που είναι από τους κορυφαίους στην Αμερική, του οποίου δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομα, ότι «η οικονομία της Ελλάδας μετά την Ολυμπιάδα θα καταρρεύσει, όπως έπεσε το πάτωμα σε εκείνον τον γάμο του Ισραήλ… αν θυμάστε. Η Ελλάδα τέλειωσε!, είπε, φύγετε απο τώρα στο εξωτερικό΄ τα ξέρουν όλοι, και κοιτάνε τι να φάνε…».

Χρ.Ρ.: Μόνο από την Ολυμπιάδα φάγανε; Το χρηματιστήριο; Γιατί δεν θίγεται το θέμα αυτών που έχουν λεφτά έξω; Γιατί θα πάνε έξω όλοι αυτοί και θα τρώνε με χρυσά κουτάλια. Αλλά υπεύθυνοι είμαστε όλοι.

Κρ.Π.: Πατρίδα τέτοιων ανθρώπων είναι μόνο τα χρήματά τους;

Χρ.Ρ.: Μιλάμε για μεγάλο χάος… Δεν μπορείς να το πιάσεις από πουθενά. Αλλά είμαστε στη χώρα της κομπίνας…

Κρ.Π.: Ο Γιανναράς είπε, ότι έφτιαξαν τους νόμους ώστε να μπορούν να γίνονται νόμιμα οι κομπίνες, οπότε πρέπει να αλλάξει το Σύνταγμα, πλέον…

Χρ.Ρ.: Ποιος θα το αλλάξει το Σύνταγμα; Αυτοί… Η Βουλή το χειμώνα είχε πετρέλαιο που έκαιγε 24 ώρες το 24ωρο, αλλά ο κόσμος δεν είχε. Τι να περιμένεις από αυτούς του ανθρώπους; Αλλά, εγώ, δεν περιμένω και από τους Έλληνες τίποτα.

Κρ.Π.: Και για εκείνους που συνειδητοποιούν κάποια πράγματα και το επισφράγησαν και με την ψήφο τους;

Χρ.Ρ.: Εγώ ψηφίζω ΚΚΕ χρόνια. Δεν υπήρξα ποτέ μέλος του κόμματος, αλλά η διάπλαση της συνείδησής μου οφείλεται σε αριστερές αντιλήψεις και νομίζω ότι η Αλέκα αυτό λέει, αυτό εννοεί. Δεν μπορώ να τις προσάψω… Αυτό μπορεί. Δεν ελπίζω τίποτα, ούτε από το ΚΚΕ, ούτε από τους Έλληνες, δεν ελπίζω κάτι, αλλά με τη συνείδησή μου, δεν θα μπορούσα τίποτε άλλο να…

Κρ.Π.: Όταν καίγεται το σπίτι μας, δεν κοιτάμε όλοι μαζί να την σβήσουμε και να συνεργαστούμε γι αυτό; Τι πιστεύετε, λοιπόν, για το θέμα μιας συνεργασίας που λείπει;

Χρ.Ρ.: Όλοι θέλουν να σώσουν το τομάρι τους. Αδιαφορούν πια. Η ταπεινή μου άποψη είναι αυτή΄ μπορεί να προσβάλλει όλο τον ελληνικό λαό, αλλά αυτή είναι η άποψή μου. Κανένας δεν θέλει να αλλάξουν τα πράγματα. Γιατί αν ήθελαν δεν θα ψηφίζανε τον Αντωνάκη τον Σαμαρά. Άρα, υπάρχει ένας διχασμένος λαός, είναι ένας εμφύλιος.

Κάποτε πολεμούσαν με μαχαίρια, μετά με ακόντια, μετά με όπλα, μετά έρχεται η Αμερική και ρίχνει μια πυρηνική βόμβα.  Σήμερα, έχουν αλλάξει τα όπλα… Τώρα σε σκοτώνουν αναίμακτα.

Το γεγονός ότι αυτοκτονεί κόσμος, γιατί ξαφνικά νιώθει απαξίωση, ή γιατί είχε κάνει την επιχείρησή του και πρέπει να πληρώνουν αυτοί, ενώ οι κλέφτες είναι στη Βουλή… Αυτοκτονεί κόσμος στην Ελλάδα. Δεν νομίζω ότι κανένας ενδιαφέρεται για το σύνολο. Ο καθένας την πάρτι του.

Έχουμε γίνει τομαριστές, μας έκαναν… σαράντα χρόνια είναι αυτά, έ; Τομαριστές, ανίδεοι, ανιστόρητοι, απαίδευτοι, και βλέπετε δεν νοικιάζονται τα σπίτια, δεν πουλιούνται τα σπίτια, δεν υπάρχουνε λεφτά, δεν υπάρχει δουλειά, δεν υπάρχει παιδεία…

Κρ.Π.: Και πώς θα… κλείνατε;

Χρ.Ρ.: Με έναν στίχο του Μιχάλη Γκανά:

Τα τριαντάφυλλα και τα σπαθιά / τάχτηκαν για το κόκκινο. / Κι η μνήμη / για να φυλάει τα σύνορα» (Τα μικρά, σ. 16).
Η μνήμη έχει να κάνει με την καθημερινή ζωή. Το έχουμε χάσει, λοιπόν, αυτό. Ήταν προφητικός αυτός ο στίχος του Γκανά. Έχουμε χάσει τη μνήμη μας. Μας την αγοράσανε. Κι εμείς την δώσαμε΄ όπως έδωσε ο Φάουστ την ψυχή του, εμείς δώσαμε τη μνήμη μας σαν ελληνικός λαός. Δεν θυμόμαστε! Αλλιώς δεν εξηγείτε. Γιατί αλλιώς θα αντιστεκόμασταν.-


Info*
Τι Βουλή θα παραδώσεις μωρή; Πρόγραμμα περιοδείας

Τι Βουλή θα παραδώσεις μωρή;

Ένα καστ «αγανακτισμένων» πρωταγωνιστών, περιοδεύουν φέτος το καλοκαίρι ανά την Ελλάδα παρουσιάζοντας μια σύγχρονη και πολύ επίκαιρη επιθεώρηση.

Συγγραφέας: Άννα Παναγιωτοπούλου, Αλέξης Καλλίτσης, Μίνως Θεοχάρης
Σκηνοθεσία: Φωκάς Ευαγγελινός, Άννα Παναγιωτοπούλου
Παίζουν: Άννα Παναγιωτοπούλου, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Χρύσα Ρώπα, Αντώνης Καφετζόπουλος, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Παντελής Καναράκης, Γιώργος Γαλίτης, Άννα Μονογιού, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Γιώργος Τσούρμας, Κατερίνα Δημάδη.

Πρόγραμμα περιοδείας

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012
22/08 : ΗΡΑΚΛΕΙΟ
23/08 : ΗΡΑΚΛΕΙΟ
31/08 :ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2012
03/09 :ΚΑΤΡΑΚΕΙΟ
05/09 : ΜΑΡΟΥΣΙ
09/09 : ΑΙΓΑΛΕΩ

Μίρκα Παπακωνσταντίνου: Πιστεύω ότι είναι η ώρα της πράξης

17:08, 18 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/103581

«[…] νιώθω πολύ αγανακτισμένη, πολύ απελπισμένη και δεν είμαι σε θέση κριτικής, αλλά σε θέση πράξης. Πιστεύω ότι είναι η ώρα της πράξης […]» η ηθοποιός Μίρκα Παπακωνσταντίνου, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για την κοινωνικοπολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, με αφορμή την παράσταση «Τί Βουλή θα παραδώσεις μωρή;», συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs.

Μ.Π.: Το θέατρο, έτσι κι αλλιώς, είναι καθρέφτης της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης΄ και η επιθεώρηση, βέβαια, πολύ περισσότερο.
Τώρα, μη λέμε… Είμαστε όλοι στην ίδια μοίρα αυτή τη στιγμή. Παλιά υπήρχε η ανώτερη τάξη, η μεσαία και η κατώτερη. Τώρα, πιστεύω ότι όλοι είμαστε στην… κάτω΄ όλοι όσοι χρειάζεται να δουλεύουμε.

Κάποιοι που διοικούν, που άρχουν (και δεν αναφέρομαι στην πολιτική΄ γενικώς… στο χρήμα αναφέρομαι΄ που αλλάζει, πλέον, και τη ρήση «τη δόξα πολλοί εμίσησαν, το χρήμα ουδείς»), κάποιοι θα επιπλεύσουν εναντίον μας, θα καταστρέψουν κάποιο κοσμάκι΄ επειδή αυτά, γενικώς συμβαίνουν και πολύ περισσότερο τώρα.

Αυτοί που έχουν, θα συνεχίσουν να έχουν, εναντίον κάποιων ανθρώπων που δεν έχουν τίποτα.

Είναι πολύ δύσκολη η κατάσταση΄ ο καιρός που έρχεται είναι ακόμα πιο δύσκολος΄και δεν ξέρω πόσο ακούγεται σαν ευχολόγιο να λέμε «κουράγιο».

Αυτό που λένε «είμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση εν καιρώ ειρήνης»΄ έτσι είναι. Όταν κόβουν – κόβουν – κόβουν, και συγχρόνως δεν γίνεται τίποτα΄ τίποτε αναπτυξιακό (και μιλάω για όλους τους χώρους);

Κρ.Π.: Εκτός των άλλων, η Γαλάνη είπε «είμαστε σε πόλεμο και πρέπει να συνεργαστούμε…

Μ. Π.: Εμείς, στην συγκεκριμένη περίπτωση της επιθεώρησης
«Τί Ψυχή θα παραδώσεις μωρή;» –και νομίζω ότι είναι ένας από τους λόγους που πάμε καλά- συνεργαστήκαμε με τη λογική του «η ισχύς εν τη ενώσει»΄ με πρόσκληση της Άννας Παναγιωτοπούλου που το ξεκίνησε.

Βεβαίως, όλοι μπήκαμε σε αυτή την περιπέτεια οικονομικά΄ γιατί δεν θα πηγαίναμε περιοδεία, δεν θα ταλαιπωρούμαστε –επειδή είναι φοβερή ταλαιπωρία- αν δεν είχαμε ο ένας τον άλλον! Δηλαδή, αν δεν εκτιμούσα βαθιά και αν δεν αγαπούσα τον Αντώνη, τη Χρύσα, την Άννα, τον Γεράσιμο, τον Καναράκη, τον Γαλίτη, και όλους τους άλλους, δεν νομίζω ότι θα το κάναμε.

Όταν εκτιμάς τον άλλον, και τον βλέπεις στη σκηνή, λες είμαι μαζί του, δεν είμαι μόνος μου΄ και όλοι μαζί κάναμε αυτή την παράσταση, γι αυτό ίσως αρέσει και τόσο πολύ στον κόσμο.

Και σημασία έχει, όχι μόνο ότι ο κόσμος μας βλέπει όλους μαζί, γι’ αυτό και έρχεται, αλλά σημασία για μας έχει και το πώς φεύγει…

Φεύγει πολύ χαρούμενος΄ αλλά προβληματίζεται κιόλας, γιατί βλέπει τον εαυτό του πάνω στη σκηνή, από διάφορα κοινωνικοπολιτικά σχόλια που γίνονται… Κι όχι χαρούμενος, ακριβώς, μάλλον λίγο ξαλαφρωμένος…

Γιατί χαρούμενος δεν μπορεί να είναι κανένας στην σημερινή εποχή. Θα πρέπει να είσαι ανόητος για να’ σαι χαρούμενος σήμερα.

Κρ.Π.: Είναι σαν να παίρνει στοιχεία, να διαχειριστεί την καθημερινότητά του, με –ίσως- μία επιπλέον οπτική;

Μ.Π.: Για να μπορέσει να αντιμετωπίσει το παρακάτω… Αυτό είναι σίγουρο.

Βέβαια, εγώ είμαι από τους ανθρώπους που γελάω όταν πέφτω εγώ, και όχι όταν πέφτουν οι άλλοι΄ έχω έναν αυτοσαρκασμό, μια αυτοσάτυρα… και πιστεύω ότι λίγο ο Έλληνας το έχει αυτό. Βέβαια, εκείνη τη στιγμή που βλέπει τον… εαυτό του πάνω στη σκηνή, νομίζει ότι δεν είναι ο ίδιος΄ ενώ έχει πέσει ο ίδιος, νομίζει ότι έχει πέσει ο άλλος…

Τώρα, δεν είμαι απ’  τους κρατούντες για να δώσω λύση, αλλά πιστεύω –με ουσιαστική θέση και όχι με μελό αντιμετώπιση- ότι πρέπει ειδικά αυτή την εποχή να ακουμπάμε ο ένας τον άλλον΄ να βλέπουμε τα μάτια του άλλου, να ακουμπάμε τα χέρια του άλλου… και να προχωρούμε.

Γιατί δεν έχουμε και άλλη λύση. Αν θέλεις, ακόμα και γι’ αυτό.

Και, κυρίως, ως προς την εμπόλεμη κατάσταση, που συσπειρωνόμαστε, όπως λέμε, μακάρι να το κάναμε. Ο καθένας από τη μεριά τη δικιά του, από τη δουλειά του…

Είναι πάρα πολύ σημαντικό στη σημερινή εποχή να επικοινωνούμε και να στεκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον, και κυρίως να ακούμε, όχι μόνο να μιλάμε.

Να «βουτάμε πριν μιλήσουμε τη γλώσσα στο μυαλό» όπως λέγαν οι αρχαίοι, δηλαδή, εννοώ για τα θέματα της κριτικής΄ διότι είναι ώρα για πράξη, κυρίως, και όχι για κριτική. Ασφαλώς πρέπει να τα λέμε, αλλά το θέμα είναι ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ από δω και πέρα.

Κρ.Π.: Γι’ αυτό στον δημόσιο διάλογο, εξ αρχής έχει μπει το ερώτημα «Τι πρέπει να κάνουμε;» μαζί με τον προβληματισμό για τις αιτίες που μας έφεραν ως εδώ… Γιατί εκτός του ότι υπάρχει ανάγκη να επικοινωνήσουμε, δεν χρειάζεται να πάρουμε και έμπρακτη θέση απέναντι σε όλα αυτά που συμβαίνουν;

Μ.Π.: Ακριβώς. Επειδή όλοι είμαστε από κάτω. Δεν νομίζω ότι κανείς έχει να πει τίποτα πρωτότυπο. Έχει καταργηθεί, όπως είπα, η μεσαία τάξη, όπως υπήρχε και το πλαστικό χρήμα… Ήμασταν πάνω σε ένα πάγο, και δεν καταλαβαίναμε ότι κάποια στιγμή θα έσπαγε…

Και ήταν πολύ εύκολο να το πιστέψεις, με όλες αυτές τις… Κίρκες γύρω μας που μας παρέσυραν –ας πούμε΄ γιατί αν έχεις λίγο μυαλό δεν σε παρασύρουν΄ αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…

Όμως, δεν σημαίνει, ότι τουλάχιστον τώρα που έχουμε πιάσει τον μεγάλο κατήφορο, δεν πρέπει να μαζευτούμε, να ξέρουμε τι κάνουμε, και αυτό που είπες, να πάρουμε θέση, αλλά θέση θετική και δημιουργική. Όχι θέση μηδενιστική, που είναι πολύ εύκολο…

Επίσης είναι εύκολο να κάνεις αντίσταση… από το Παρίσι΄ αλλά εγώ είμαι της άποψης, ότι πρέπει να κάνεις αντίσταση από εδώ, από τώρα, από μέσα, και όλοι μαζί, να δούμε τι κάνουμε!

Κρ.Π.: Ήδη έχετε αναφέρει ότι είστε μέσα στην κοινωνία. Και φαντάζομαι είναι και επιλογή σας…

Μ.Π.: Βεβαίως είναι επιλογή. Είμαι μέσα, είμαι εδώ, ζω στην Ελλάδα, εδώ υπάρχω, εδώ ζω και θα κάνω κριτική αλλά θα κάνω και για μένα, όχι μόνο για τον απέναντι. Ας αφήσουμε αυτό που λέει η παλιά ρήση «αν ήμουν πρωθυπουργός για μια μέρα»… Το θέμα είναι, τώρα, από τη θέση που βρίσκεσαι, κάνε κάτι.

Οπότε εγώ, θα απαντήσω για το τι κάνω εγώ. Προσπαθώ πρακτικά, από τη θέση μου.

Βλέπω τι έχει συμβεί, τι μας έφερε εδώ… Αυτό αρχίζει από τους κρατούντες. Είναι γνωστά αυτά και είναι θέμα δεκαετιών. Είναι πολύ βαθύτερο, γι αυτό λέω ότι βρισκόμασταν πάνω στον πάγο και νομίζαμε ότι κάναμε σκέιτινγκ… Μα κάποτε θα έσπαγε αυτό το πράγμα! Τι άλλο να πω για το τι μας έφερε ως εδώ;

Κρ.Π.: Ότι πιστεύετε, ότι νιώθετε…

Μ.Π.: Νιώθω αγανάκτηση. Αυτό είναι σίγουρο. Αγανάκτηση, γιατί έχω και μια ηλικία. Δεν μπορεί να δουλεύεις σαράντα χρόνια, και στα καλά καθούμενα να σου λένε… για να μιλήσουμε και για τους συνταξιούχους.

Δεν έχει σημασία αν εγώ ζω, υπάρχω, έχω μια δουλειά δημιουργική –δεν θα πω λαμπερή, θα πω δημιουργική… Το φαντάζεσαι; Ας δούμε έναν συνομήλικό μου, που έχει δουλέψει σαράντα χρόνια και παίρνει μια σύνταξη και του λέει ο άλλος όχι…

Λοιπόν, η μισή κοινωνία είναι έτσι. Με συγχωρείς, έχει δουλέψει αυτός ο άνθρωπος, και του λες όχι τώρα; Και βλέπεις να κόβουν τις συντάξεις και κάτω από 1000 ευρώ; Απίστευτα πράγματα. Ή αυτό που γίνεται με τα φάρμακα…

Συμβαίνουν πράγματα που ανατριχιάζεις. Που αγγίζουν τον άρτο τον επιούσιο, την καθημερινότητα΄  δεν μιλάμε για μεγαλεία.

Όταν διάβαζα το μνημόνιο έμεινα άναυδη. Δεν καταλάβαινα και κάποια πράγματα, για να είμαι ειλικρινής, αλλά κάποια είναι σαφέστατα. Και αναρωτιέσαι: Εδώ το καταλαβαίνει ο απλός πολίτης, δεν το καταλαβαίνεις εσύ, που είσαι πολιτικός και είναι η δουλειά σου;

Το ‘ξέραν πολύ πριν και πολύ καλά τι συμβαίνει.

Και αυτό που με πληγώνει, είναι ότι έχουν γίνει χιλιάδες έργα π.χ. με την Ολυμπιάδα και κανείς δεν τα αξιοποιεί. Και επίσης, ότι ακόμα και τώρα, βλέπεις ότι γίνονται λοβιτούρες…

Εκεί λοιπόν, ερχόμαστε στην ατομικότητα, και στη μονάδα, και στη συνείδηση την προσωπική του καθενός.

Κρ.Π.: Για όλα αυτά που ακούστηκαν πρόσφατα, με την πώληση της ΑΤΕ –μέσω αυτής, πώληση μεγάλου μέρους αγροτικής γης- ή με την πώληση μέρους της Κέρκυρας και της Ρόδου, με την πώληση των λιμανιών, κλπ. τι έχετε να πείτε;

Μ.Π.: Όποια πέτρα σηκώσεις, όλα γίνονται για το χρήμα. Μα δεν σκέφτονται ότι καταστρεφόμαστε; Τα παιδιά μας δεν τα σκεφτόμαστε; Το αύριο; Όχι. Τίποτα. Μόνο το τώρα! Γι αυτό έρχομαι στην ατομική συνείδηση, στην ατομική δύναμη του καθενός. Τι κάνω ως μονάδα για να βοηθήσω και τον εαυτό μου, και το σύνολο;

Κρ.Π.: Σαν πολίτης…

Μ.Π.: Σαν πολίτης. Ακριβώς. Και έρχομαι στο «ο καθένας από τη μεριά του», όπου μπορούμε και όπου υπάρχουμε. Αν μπορείς να βοηθήσεις τον άλλον, με τον τρόπο σου…

Κρ.Π.: Κάνετε μία έκκληση αλληλεγγύης;

Μ.Π. Ναι, αλλά όχι με μελό διάθεση. Δεν υπάρχει μελό στη σημερινή εποχή, υπάρχει α-νά-γκη.

Κρ.Π.: Βλέπουμε όμως, ότι οι συνεργασίες σε κοινωνικό επίπεδο, γίνονται πολύ δύσκολα.

Μ.Π.: Γιατί μας έχει κάνει ο καιρός φιλύποπτους, να είμαστε στη γωνιά… Σε μια χώρα που είναι φωτεινή, γαλάζια, δεν είναι περίεργο;

Και λες, όχι ρε φίλε, δεν είναι ώρα για τέτοια! Πνιγόμαστε, πώς το λένε, δηλαδή; Αν ξέρεις να κολυμπάς καλύτερα, βοήθα και τον διπλανό σου να βάλει ένα σωσίβιο, να πάμε λίγο παραπέρα. Μπορεί να βρούμε και μια ακτή… Γιατί, δεν υπάρχει και άλλος τρόπος.

Και αυτό που με πονάει είναι οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας. Αυτό που ζουν αυτοί οι άνθρωποι δεν αντέχεται! Δηλαδή, να είσαι και άρρωστος, και φτωχός, και να σου λέει ουσιαστικά το κράτος  πέσε στον… Καιάδα; Αυτό μου φαίνεται ασύλληπτο.

Κρ.Π.: Είναι, λέτε, απάνθρωπο;

Μ.Π.: Όχι απλώς απάνθρωπο…  αδιανόητο. Να βλέπεις τον κόσμο να συνωστίζεται –και δεν λέω μόνο για τους καρκινοπαθείς- να πάρει τα φάρμακά του και να μην μπορεί να τα πάρει;

Δηλαδή, είσαι άρρωστος; Να πας να πεθάνεις. Δεν δίνουν άλλη λύση. Στον Καιάδα!

Γι αυτό, λέω, απέναντι σε αυτή την κατάσταση, όσο μπορούμε, ότι μπορούμε, γιατί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο είμαστε στην ίδια θέση.

Εκτός από κάποιους που δυστυχώς, πάλι, θα επιπλεύσουν… Θα πατάνε πάνω σε όλους μας, και θα επιπλέουν.

Δεν περιμένω μία ανώτερη δικαιοσύνη, θεϊκή… Εμείς είμαστε. Βέβαια οι Αρχαίοι έλεγαν «συν Αθηνά και χείρα κίνει». Δεν την έχουμε την Αθηνά! Έχουμε τη χείρα όμως.

Κρ.Π.: Ακούσατε ότι κυκλοφόρησε και το νέο βιβλίο του Πάγκαλου με τίτλο «Μαζί τα φάγαμε»;

Μ.Π.: Όχι δεν το ξέρω, δεν το έχω διαβάσει και δεν έχω να πω τίποτα. Είμαι πολύ αγανακτισμένη και δεν μπορώ να μπω σε αυτή τη διαδικασία. Και κείνος από την πλευρά της στρογγυλής ύπαρξής του μπορεί να λέει διάφορα, αλλά εμείς είμαστε σε πολύ χειρότερη κατάσταση.

Ξαναλέω, άλλο η αυτοκριτική, που μπορεί να κάνει ο καθένας, για την εύκολη ζωή που μπήκε χωρίς να ξέρει ότι είναι από κάτω το χάος, που όμως δεν σημαίνει ότι κάποιος έχει φάει… Είναι άλλο το ένα και άλλο το άλλο.

Πλέον, ξαναλέω, ότι νιώθω πολύ αγανακτισμένη, πολύ απελπισμένη και δεν είμαι σε θέση κριτικής, αλλά σε θέση πράξης. Πιστεύω ότι είναι η ώρα της πράξης.
Όχι ότι δεν πρέπει να μιλήσουμε και για δικαιοσύνη… Αλλά βλέπεις, πιάνουν έναν, και έχουν μείνει έξω χιλιάδες! Πάλι τίποτα δεν γίνεται.

Κρ.Π.: Βλέπετε σε συλλογικό επίπεδο να υπάρχει πράξη; Ή μόνο σε ατομικό;

Μ.Π.: Δυστυχώς, μόνον σε προσωπικό επίπεδο. Αυτό βλέπω γύρω μου.

Και δυστυχώς βλέπεις την απελπισία στα μάτια των ανθρώπων. Γιατί φοβόμαστε για το παρακάτω΄  τι θα γίνει.

Κρ.Π.: Τι άλλο θα θέλατε να πείτε;

Μ.Π.: Αυτό που θέλω να εκφράσω, μέσα από την αγανάκτηση και την απελπισία, είναι να προχωρούμε μισό μισό βήμα, να αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, να κοιτάμε ο ένας τον άλλον, να ακούμε ο ένας τον άλλον, και να προχωρούμε έστω και μισό βήμα. Δεν πρέπει να πηγαίνουμε πίσω, αλλά μπροστά. Εάν μπορούμε.

Ακούγεται ρομαντικό, αλλά πιστεύω ότι είναι και ουσιαστικό. Όχι επειδή δεν έχουμε άλλη λύση, αλλά πιστεύω ότι και σημαντικό. Όλοι μαζί θα το κάνουμε.

Και είναι η εποχή που ότι γίνει, θα γίνει από μέσα προς τα έξω, και όχι απ’ έξω προς τα μέσα.

Ανεξάρτητα από τη θέση του ο καθένας και το πώς χρωματίζει την άποψή του, βλέπεις ότι η ουσία είναι ίδια. Γιατί είναι η κατάσταση ίδια. Για όλους.

Κρ.Π.: Τι έχετε να πείτε, γι αυτό που πολλοί εκφράζουν «πώς θα προχωρήσουμε, όταν κυβερνούν οι ίδιοι άνθρωποι»;

Μ.Π.: Αυτό είναι το τρομερό. Ότι ακόμα και σήμερα, βλέπεις ειδήσεις, και βλέπεις τέρατα πάλι. Κόβεις ένα κεφάλι και βγαίνουν δέκα οι Λερναίες Ύδρες, που είναι χιλιάδες…

Κρ.Π.: Και για τον φόβο που δημιουργούν; Και τις ενοχές;

Μ.Π.: Δεν υπάρχει χειρότερος σύμβουλος από τον φόβο και τις ενοχές. Όταν σε αυτές τις εκλογές βγήκαν και όλοι φώναζαν «προσέξετε τι θα ψηφίσετε γιατί θα γυρίσουμε στη δραχμή»…

Λες και δεν θα πάμε στη δραχμή! Λες και δεν είμαστε με τις αλυσίδες και την μπάλα στο πόδι… Και λες, βρε παιδιά, ποιόν δουλεύεται;

Αλλά βλέπεις πως σε κάποιον κοσμάκι, στον άμοιρο τον συνταξιούχο, που θα του έκοβε ούτως ή άλλως την σύνταξη… λειτούργησε ο φόβος. Και λες, λίγο μυαλό δεν έχεις; Δεν το καταλαβαίνεις;

Και αυτή η ψήφος έχει γίνει τελικά ανέκδοτο… Αν και την ψήφο την θεωρούσα λειτούργημα. Αλλά έχουν καταντήσει ανέκδοτα όλα…

Info*
Τι Βουλή θα παραδώσεις μωρή; Πρόγραμμα περιοδείας

Τι Βουλή θα παραδώσεις μωρή;

Ένα καστ «αγανακτισμένων» πρωταγωνιστών, περιοδεύουν φέτος το καλοκαίρι ανά την Ελλάδα παρουσιάζοντας μια σύγχρονη και πολύ επίκαιρη επιθεώρηση.

Συγγραφέας: Άννα Παναγιωτοπούλου, Αλέξης Καλλίτσης, Μίνως Θεοχάρης
Σκηνοθεσία: Φωκάς Ευαγγελινός, Άννα Παναγιωτοπούλου
Παίζουν:Άννα Παναγιωτοπούλου, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Χρύσα Ρώπα, Αντώνης Καφετζόπουλος, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Παντελής Καναράκης, Γιώργος Γαλίτης, Άννα Μονογιού, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Γιώργος Τσούρμας, Κατερίνα Δημάδη.

Πρόγραμμα περιοδείας

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2012
20/08 : ΧΑΝΙΑ
21/08 : ΡΕΘΥΜΝΟ
22/08 : ΗΡΑΚΛΕΙΟ
23/08 : ΗΡΑΚΛΕΙΟ
31/08 :ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2012
03/09 :ΚΑΤΡΑΚΕΙΟ
05/09 : ΜΑΡΟΥΣΙ
09/09 : ΑΙΓΑΛΕΩ

 

Πώς βιώνεται η νέα εξαθλίωση; Της Φωτεινής Τσαλίκογλου

08:08, 17 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/103424

[…] Πώς βιώνεται η νέα εξαθλίωση; Πώς εισπράττεται η βία; Ερωτήματα που δεν μπορεί να αγνοηθούν από τις σχεδιαζόμενες πολιτικές για την έξοδο από την κρίση. Ερωτήματα – πρόκληση και για τις επιστήμες του ανθρώπου […]

» […] βραχιόλια, παλιές καρφίτσες, ενθύμια, εικονίσματα, ένα κομπιούτερ, μια ασημένια κορνίζα, ένα δώρο γάμου, ένα κολιέ. Ο ενεχυροδανειστής με επαγγελματική ευσυνειδησία επιδεικνύει στην οθόνη την πραμάτεια της φρίκης.

«Έχουν ανάγκη», λέει στο φακό, «τι να σου κάνουν οι άνθρωποι, έχουν να πληρώσουν το ηλεκτρικό, το φροντιστήριο του παιδιού, το νοσοκομείο». Τόσο απλό. Σαν να λέμε «θα πιω τώρα λίγο νερό γιατί διψάω».

Ο κόσμος πεινάει και η πείνα του τείνει να «φυσικοποιηθεί» μαζί με τις άθλιες παρενέργειές της.

Στο προσκήνιο αυτό που η Χάνα Άρεντ ονομάζει καθημερινοποίηση του Κακού. Ο εφιάλτης για την ώρα αγγίζει τουλάχιστον το 24% του πληθυσμού, που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.

Κομμάτια και θρύψαλα το αγαθό της επιβίωσης, αλλά και ένα άλλο αγαθό, που σήμερα απειλείται και αυτό αφορά όλους. Θα το ονομάσω «η ηθική της ύπαρξης».

Ο καθένας σήμερα κινδυνεύει να ταυτίσει τον εαυτό του με το θύμα μιας υπάρχουσας ή επικείμενης εξαθλίωσης. Η θυματοποίηση εαυτού δεν εξαιρεί κανέναν.

Θεωρώ ότι είναι μια από τις πιο σημαντικές παρενέργειες αυτής της κρίσης, καθώς η θυματοποίηση διαμορφώνει μια κουλτούρα ανημπόριας, παθητικοοποίησης, αβουλίας, αλλά και οργής, βίας που είτε στρέφεται στον άλλον είτε στον ίδιο τον εαυτό.

Συλλογίζεται κανείς πώς μπορεί να νιώθει το άτομο που άφησε ενέχυρο τις βέρες του, τα δόντια του, το ρολόι του, για να συνεχίσει να ζει. Συλλογίζεται κανείς με πόσο επισφαλή ψυχική υγεία θα πορευτεί (αν πορευτεί) στη ζωή του.

Ο λόγος των ειδικών είναι τόσο σαφής όσο δεν ήταν ποτέ. Η Μάργκαρετ Τσαν, γενική διευθύντρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Ψυχικής Υγείας, κατά την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας επισήμανε με κατηγορηματικό τρόπο την έξαρση του αριθμού αυτοκτονιών και ψυχικών διαταραχών μεταξύ των πληγέντων από την παγκόσμια οικονομική κρίση.

Να θυμηθούμε εδώ τα απονενοημένα διαβήματα των «θυμάτων-δραστών» (οι φόνοι των συγγενικών προσώπων, οι αυτοκτονίες των «δραστών», οι ψυχικές καταρεύσεις, η επίγεια Κόλαση).

Περίπου κάθε τριάντα δευτερόλεπτα ένας άνθρωπος στον κόσμο αυτοκτονεί. Στην Ευρώπη ένα στα τέσσερα άτομα θα εκδηλώσει προβλήματα ψυχικής υγείας τουλάχιστον μία φορά στη διάρκεια της ζωής του ενώ οι αυτοκτονίες παραμένουν σημαντική αιτία πρόωρου θανάτου με περισσότερους από 50.000 θανάτους το χρόνο.

Μεγαλύτερο κίνδυνο αντιμετωπίζουν όσοι ζουν σε χώρες όπου η πλειονότητα ανήκει στην κατηγορία των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων και όπου οι υπηρεσίες παροχής θεραπείας δεν είναι προσβάσιμες για όλους.

Αυτά, όμως, τα στοιχεία αφορούν μέχρι και τις αρχές του 2008. Έκτοτε το σκηνικό αλλάζει δραματικά. Τα καινούρια δεδομένα έρχονται να πλήξουν την αποτελεσματικότητα του ιατρικού, ενδο-ατομικού μοντέλου στη κατανόηση του ψυχικού πόνου.

Σε κάθε περίπτωση το «τι συμβαίνει έξω από εμάς» δεν μπορεί να αγνοηθεί για την κατανόηση του «τι συμβαίνει με εμάς».

Οι ειδικοί όταν αναλύουν μέσα από μια αποστασιοποιημένη ουδετερότητα φαινόμενα όπως η ανεργία, η φτώχεια, η αυτοκτονία, η κατάθλιψη, όταν επικεντρώνονται σε δείκτες, αριθμούς, όταν εστιάζονται αποκλειστικά και μόνο σε ενδο-ατομικά γνωρίσματα, σε στοιχεία της προσωπικότητας ή σε βιολογικές ιδιαιτερότητες, αφήνουν απ’ έξω το πιο σημαντικό απ’ όλα.

Το πιο σημαντικό και ταυτόχρονα το πιο δύσκολο να αποδοθεί. Το ατομικό βίωμα της δυστυχίας. Τι σημαίνει να είσαι άνεργος ή απολυμένος; Τι σημαίνει για τον εαυτό σου, για την οικογένειά σου, για τα παιδιά σου; Πώς βιώνεται η νέα εξαθλίωση; Πώς εισπράττεται η βία; Ερωτήματα που δεν μπορεί να αγνοηθούν από τις σχεδιαζόμενες πολιτικές για την έξοδο από την κρίση.

Ερωτήματα – πρόκληση και για τις επιστήμες του ανθρώπου. Με αυτά τα ερωτήματα έρχονται αντιμέτωπες οι επιστήμες του ανθρώπου.

Χρειάζεται να μελετηθεί και να γίνει κατανοητό με ποιο τρόπο και μέσα από ποιους μηχανισμούς το υποκειμενικό βίωμα δι-αρθρώνεται και συν-αρθρώνεται με την κοινωνική, θεσμικά αποδεκτή βία.

Μορφή θεσμικά αποδεκτής βίας αποτελούν η φτώχεια, η ανεργία, η απειλή της απόλυσης, μορφή βίας αποτελεί να ζεις με τον τρόπο της επιβίωσης.

Μια βία, όμως, που τείνει να πάρει τις διαστάσεις ενός φυσικοποιημένου κακού, μια βία που δεν θα ποινικοποιηθεί από κανένα δικαστήριο και οι δράστες της θα απολαμβάνουν μια αδιατάρακτη ασυλία.»

(Απόσπασμα από το βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου,Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη*, (Κεφ. «Ο ψυχισμός σε βαθιά κρίση», σελ. 109-112) Εκδόσεις Καστανιώτη)

* 34 σχόλια για την επικαιρότητα βρίσκονται συγκεντρωμένα σε αυτό το βιβλίο. Πάνε ήδη δυο χρόνια… γι’ αυτό και μοιάζει κάτι σαν προάγγελος της εδώ και τώρα γνώριμης πλέον και καθόλου νέας εξαθλίωσης, καλά εγκατεστημενης πια… Είναι οι αφηγήσεις της Φωτεινής Τσαλίκογλου για μια επικαιρότητα «που μας πονά και μας τρελαίνει, αλλά και γεννά τεχνάσματα για να υπερβούμε την οδύνη και να επινοήσουμε την ελπίδα. Μόνο ως αφήγημα μπορείς να περιγράψεις την επικαιρότητα χωρίς να την παραχαράξεις. Ένα αφήγημα με αρχή, μέση και τέλος, ένα τέλος που ακόμα δεν γνωρίζουμε«. Κρυσταλία Πατούλη

(Φωτογραφία: Λεπτομέρεια από τον πίνακα «Αργώ» του Νίκου Εγγονόπουλου)


Διαβάστε επίσης στο tvxs
Φωτεινή Τσαλίκογλου: Πρέπει να πούμε «όχι» στην συγκάλυψη

Passive Aggressive χώρα; Tου Βασίλη Παπαθεοδώρου

08:08, 16 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/103368

Το e-mail είχε πρωτοκυκλοφορήσει πριν από αρκετά χρόνια. «100 λόγοι που είμαστε Έλληνες» ή «Γουστάρουμε που είμαστε Έλληνες, γιατί…», κάπως έτσι ήταν ο τίτλος του. Ακολουθούσαν μετά εκατό φράσεις, που υποτίθεται πως τόνιζαν το μεγαλείο μας έναντι των υπολοίπων λαών, φράσεις όπως «μπροστά στο μετσοβόνε τι να μας κάνει το καμαμπέρ;», ή «γιατί το καρπούζι το αγοράζουμε ολόκληρο και όχι σε φέτες» ή ακόμα «γιατί δε βάζουμε κέτσαπ στο φαγητό μας. Έχει από μόνο του υπέροχη γεύση…» ο συγγραφέας -κυρίως, παιδικών και εφηβικών βιβλίων- Βασίλης Παπαθεοδώρου σχολιάζει στην Κρυσταλία Πατούλη την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας με αφορμή ένα e-mail, συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs.

…Στην αρχή μπορεί να είχα χαμογελάσει με αυτό το κείμενο, ήταν ακόμα οι εποχές όπου, εγώ τουλάχιστον, είχα ακόμα τη διάθεση να χαζογελώ με οποιαδήποτε μπούρδα. Αναζητώντας το και ξαναδιαβάζοντάς το μετά από χρόνια όμως, διέκρινα κι άλλα ατράνταχτα επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ του μεγαλείου μας.

  • Γιατί στην Ελλάδα όλοι βρίζουμε το Δημόσιο και ταυτόχρονα σκοτωνόμαστε για μια θέση εκεί.
  • Γιατί έχουμε δεν έχουμε λεφτά, ένα μπουζουκάκι θα το πάμε.
  • Γιατί έχουμε νοοτροπία «και αύριο μέρα είναι».
  • Γιατί ξέρουμε καλύτερα να ξοδεύουμε παρά να αποταμιεύουμε.
  • Γιατί ξέρουμε να «κλέβουμε» αλλά και να μην «καρφώνουμε» αυτόν που «κλέβει» στις εξετάσεις.
  • Γιατί έχουμε πάντα μια λύση- έστω και πλάγια- σε όλα.
  • Γιατί δεν το παίζουμε ψευτοπουριτανοί. Τις «λαδιές» μας τις κάνουμε με θράσος.
  • Γιατί τα καταφέρνουμε πάντα… έστω και την τελευταία στιγμή.

Θυμήθηκα επίσης εκείνο το παλιό τραγούδι του Χατζηνάσιου, «σ’ όποιον αρέσουμε, για τους άλλους δε θα μπορέσουμε», κάτι τέτοιο άλλωστε εκφράζουν και τα παραπάνω, μαζί με τους υπόλοιπους λόγους που δεν αναφέρθηκαν.

Κάνοντας μιαν αναζήτηση στη Wikipedia
τις προάλλες, είχε πέσει πάνω στο λήμμα passive-aggessive και διαβάζοντάς το, μου ήρθε στο μυαλό το προαναφερόμενο e-mail. Passive aggressive λοιπόν ή παθητική επιθετικότητα (ΠΕ) είναι μια διαταραχή όπου ο φορέας παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά που θα αναφερθούν πιο κάτω.

Καταρχήν ο ΠΕ άνθρωπος άλλα λέει, άλλα κάνει, άλλα εννοεί, άλλα σκέπτεται, με αποτέλεσμα να μπλέκει τους πάντες γύρω από τις προθέσεις και τα πιστεύω του. Π.χ. υπόσχεται ότι οι αγροτικές επιδοτήσεις που θα πάρει από την Ε.Ε. θα διοχετευθούν στην αναδιάρθρωση των καλλιεργειών και τελικά καταλήγουν Πόρσε στο θεσσαλικό κάμπο. Λέει ότι δε θα γίνουν μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις και την επόμενη ημέρα πετσοκόβονται όλα.

Η ΠΕ προσωπικότητα, κρύβει νεύρο και οργή μέσα της, που το ξεσπά συνήθως με πλάγιους τρόπους, ύπουλους στην πλειοψηφία τους, με σκοπό να εκνευρίσει τον άλλον και να αποκτήσει κατά κάποιον τρόπο το πάνω χέρι. Δηλαδή πας σε μια δημόσια υπηρεσία με άλλους πενήντα να εξυπηρετηθείς και η μόνη υπάλληλος παρατά τη δουλειά της στη μέση για να μιλήσει με την κόρη της και να της εξηγήσει πώς να βάλει το φαγητό στο μάτι. Ή πας να βγεις από το βαγόνι του μετρό και ο ΠΕ θα προσπαθήσει να μπει πρώτος, σπρώχνοντάς σε. Ή θα στέκεται στην αριστερή πλευρά των κυλιόμενων. Ή θα μιλά στο κινητό στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, με είκοσι αμάξια από πίσω του να κορνάρουν για παρακώλυση κυκλοφορίας. Εννοείται ότι τίποτα από όλα αυτά δε θα τον πτοήσει, έχει άλλωστε πάντα δίκιο.

Ένας ΠΕ θα σκαρφιστεί απίθανους λόγους κι αιτίες για να μην κάνει αυτό που πρέπει, την ώρα που πρέπει. «Δεν μπορεί να φανταστείς τι μου έτυχε», θα τον ακούσεις να σου λέει και θα προβάλει του κόσμου τις δικαιολογίες και τις ιδιαιτερότητες-απιθανότητες, για να αποφύγει τη δουλειά. Είναι σαν να λέμε πως η Ελλάδα είναι ιδιαίτερη περίπτωση, μόνη αυτή σε όλο τον κόσμο, γιατί έχει χιλιάδες νησιά, συνορεύει με τρεις ηπείρους, κλπ και γι’ αυτό χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης. Ή σαν να βλέπεις αθλητή που αποκλείστηκε από τα προκριματικά και να παραπονιέται για την ελλιπή προετοιμασία, τον αντίθετο άνεμο, τους κριτές, τους θεατές που αποσπούσαν την προσοχή του και πάει λέγοντας.

Ως εκ τούτου ο ΠΕ είναι πραγματικός μάστορας στο ψέμα για να πετύχει το στόχο του και να τη βγάλει  καθαρή, σου βαφτίζει δηλαδή το γιουγκοσλαβικό καλαμπόκι «ελληνικό» και εισπράττει την αποζημίωση. Ζητά τον οβολό σου για την αποπεράτωση του ναού, ενός ναού που επί 30 χρόνια δε λέει να προχωρήσει, και μετά ενδεχομένως βάζει χέρι στο παγκάρι.

Στην αρχή κανείς δεν ξέρει πώς να αντιδράσει με έναν ΠΕ, έχει όλη την καλή διάθεση να τον πιστέψει και να τον βοηθήσει, αλλά βλέποντας ότι το μόνο που γίνεται είναι να ανακυκλώνεται η ίδια κατάσταση, τελικά νευριάζει και αποφασίζει να του τα σούρει. Αλλά δε λογαριάζει τις αντιδράσεις του ΠΕ: Ενοχές, ατελείωτα συγγνώμη, υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, με σκοπό να κερδίσει χρόνο και να ξαναγίνουν τα ίδια από την αρχή.

Είναι σαν να ακούς δηλαδή πολιτικό να ισχυρίζεται πως έλαβαν το μήνυμα της κάλπης και θα διορθώσουν την πορεία τους. Ή ότι θα γίνουν αποκρατικοποιήσεις. Ή ότι θα παταχθεί η φοροδιαφυγή και η γραφειοκρατία. Ή πως θα φορολογηθούν τα υψηλά εισοδήματα και θα προστατευθούν οι χαμηλόμισθοι… Όλα αυτά αρκεί να τους ψηφίσουμε.

Έναν ΠΕ δεν τον παίρνεις είδηση από την αρχή, συνήθως είναι γοητευτική προσωπικότητα που προβάλει τις υψηλές αξίες της. Ανθρωπισμός, ισότητα, δικαιοσύνη, όλες αυτές οι έννοιες περικλείονται στην ψυχοσύνθεση του ΠΕ. Ό ίδιος μπορεί όντως και να νομίζει πως τον εκφράζουν. Οι υπόλοιποι όμως θα καταλάβουν τη διαφορά όταν δουν να διαμαρτύρεται για το γηροκομείο/κέντρο αποτοξίνωσης/νοσοκομείο που θα κτιστεί δίπλα στο σπίτι του, τη στιγμή που ο ίδιος πρωτοστατούσε λεκτικά στο να δημιουργηθούν όλες αυτές οι υποδομές… αλλά μακριά από αυτόν.

Ο ΠΕ δεν είναι ρατσιστής. Τώρα αν τον ακούσεις στην οδήγηση να φωνάζει «άντε να πλύνεις κάνα πιάτο, χοντρή» ή «ρε γέρο, φύγε από τη μέση», είναι μάλλον δικό σου το πρόβλημα, δεν άκουσες καλά. Ο ΠΕ είναι επίσης βαθιά ουμανιστής, υπέρ των μεταναστών, κατά των οποιωνδήποτε μέτρων, άσχετα αν μέσα του επιθυμεί να μαντρωθούν όλοι οι ξένοι. Είπαμε άλλωστε, άλλα σκέφτεται, άλλα λέει, το ζήτημα είναι να μείνεις εσύ με την αρχική καλή εντύπωση που είχες γι’ αυτόν.

Αν προσπαθήσεις να μιλήσεις για ένα θέμα με έναν ΠΕ, αυτός θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να εκτρέψει την κουβέντα και να μετατοπίσει το πρόβλημα προς τα εκεί που τον συμφέρει. Ενδεχομένως δηλαδή να σε βγάλει στους δρόμους για το Μακεδονικό ή για τις ταυτότητες, να σε πείσει να κλείσεις τα σχολεία και τα Πανεπιστήμια, σε αποχή διαρκείας, για να μαζέψεις καφέ στη Νικαράγουα (δεκαετία ’80), ή για την παγκόσμια ειρήνη. Το πρόβλημα όμως θα παραμείνει εκεί και θα σε περιμένει κι εσένα και την υπόλοιπη κοινωνία.

Αλίμονο αν νευριάσει μαζί σου ένας ΠΕ, μαύρο φίδι που σε έφαγε. Δε θα σου μιλά για μέρες, εβδομάδες, μήνες, χωρίς εσύ να μπορείς να καταλάβεις το γιατί, θα σου κρατά μούτρα για να πας εσύ πρώτος να τον ρωτήσεις και να λυθεί η παρεξήγηση, μια παρανόηση που πολλές φορές δεν υπάρχει καν, αλλά είναι στο μυαλό του πρώτου. Φαντάζομαι σε πολλά χωριά και γειτονιές πόλεων, αυτή η τακτική είναι ευρέως διαδεδομένη.

Μιλάμε δηλαδή για μια μπλεγμένη προσωπικότητα, το ζήτημα είναι να μην μπλεχτείς κι εσύ. Γιατί όταν ακούς έναν ΠΕ να δηλώνει μάχιμα αριστερός και να απολύει μετά από τη δουλειά τους κάποιους εργαζόμενους, μπλέκεσαι. Όταν σκίζεται για τη δημόσια παιδεία και στέλνει τα δικά του παιδιά σε ιδιωτικά σχολεία, πάλι μπλέκεσαι. Όταν υπογράφει υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα και γράφει με σπρέι στους τοίχους της Ακαδημίας, μπλέκεσαι για τρίτη φορά. Και όταν επίσης μιλά για τα «ομορφότερα νησιά του κόσμου» και το «υπέροχο ελληνικό καλοκαίρι» ρίχνοντας μπετόν στις πλαγιές της Καλντέρας για να χτίσει πισίνα, ε, εκεί πλέον αρχίζεις να απελπίζεσαι.

Ο λόγος δημιουργίας αυτής της ψυχοσύνθεσης
είναι κυρίως η αντίθεση σε κάθε μορφή εξουσίας, το μίσος και η οργή προς οποιονδήποτε έχει το πάνω χέρι. Μπορεί να είναι ο/η σύζυγος, οπότε και «δικαιολογείται» ένα μικρό τσιλιμπούρδισμα (αρκεί να μην το μάθει ο άλλος βέβαια), μπορεί να είναι ο μανάβης της λαϊκής που κλέβει στο ζύγι ή δε δίνει απόδειξη.

Προφανώς με αυτή τη συλλογιστική ΟΛΟΙ οι πολιτικοί είναι λαμόγια, ΟΛΟΙ οι γιατροί και δικηγόροι τα αρπάζουν, ΟΛΟΙ οι αστυνομικοί είναι «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Και προφανώς πάλι «η Χούντα δεν τελείωσε το ‘73». Κατά τον ίδιο τρόπο που ΟΛΟΙ οι αμερικάνοι είναι «φονιάδες των λαών». Ο ΠΕ θα αγανακτήσει, θα το εκφράσει συνήθως με πλάγιους τρόπους και μετά για να ηρεμήσει θα φάει χάμπουργκερ σε κάνα McDonald’s ή θα ακούσει ροκ μουσική για να εκτονωθεί.

Αλλά ο ΠΕ στα μάτια του θα είναι πάντα δικαιολογημένος. Θα βάζει σκυλάδικα στη διαπασών πάντα σε ώρες κοινής ησυχίας, έχοντας όλο το δίκιο με το μέρος του, αφού και η διπλανή κατεβάζει τα σκουπίδια όταν έχει περάσει η σκουπιδιάρα ή ο από κάτω βγάζει το σκύλο του βόλτα και τον αφήνει να τα κάνει στο γκαζόν, για να μη μιλήσουμε για την από πάνω που βάζει ηλεκτρική το βράδυ με το πιο φτηνό ρεύμα.

Ο ΠΕ θα καθυστερεί ηθελημένα να φέρει σε πέρας
μια εργασία, ελπίζοντας κατά βάθος πως ο άλλος θα απηυδήσει και θα την κάνει από μόνος του. Εν πάση περιπτώσει, αν αποφασίσει να την κάνει τελικά, θα είναι για να μην εκτεθεί στα μάτια του άλλου και κατά συνέπεια και στα μάτια των υπολοίπων. Αυτό θα του εξασφαλίσει κάποια ανοχή, που θα λειτουργήσει σαν παρακαταθήκη-άλλοθι για την επόμενη καθυστέρησή του. Σε κάποιο βαθμό άλλωστε αυτό δεν είχε συμβεί και με τους Ολυμπιακούς του 2004 και τις καθυστερήσεις τους; Δεν είχαν γίνει όλα με γνώμονα «να δείξουμε στους ξένους» και μετά όταν έφυγαν οι ξένοι, όλες οι εγκαταστάσεις χορτάριασαν;

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο όμως αυτής της
προσωπικότητας είναι η διαρκής αγωνία που έχει για να εξισορροπήσουν οι φόβοι που τον διακατέχουν και σχετίζονται με την εξάρτηση, την οικειότητα και την εγκατάλειψη. Ο ΠΕ θέλει ταυτόχρονα να είναι και μαζί και μόνος, να «ανήκει στην Ευρώπη» και να είναι «ανάδελφος λαός», «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο», αλλά να βρίσκεται μέσα σε αυτά, να τον παρατά η μάνα του στην ησυχία του, αλλά και να του φέρνει ταπεράκια. Μια διαρκής πάλη του «γιατί δε μου μίλησε η Μαρία; Δεν ενδιαφέρεται για μένα;», όταν δεν του μιλά η φίλη του και του «είναι πολύ πιεστική η Μαρία, με ρωτά συνέχεια αν έχω κάτι», σε περίπτωση που θα του μιλήσει. Κοινώς δεν ξέρει τι θέλει.

Μα πάνω απ’ όλα ο ΠΕ ζηλεύει, γιατί ο ίδιος πιστεύει πως είναι κάτι διαφορετικό, ανώτερο, κατάγεται από τους Ελ, είναι ο ομφαλός της Γης και «πας μη Έλλην, βάρβαρος». Πολλά από αυτά τα έμαθε στο σχολείο, άλλα από την οικογένεια. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», θα τον ακούσεις να λέει συχνά. Ο ίδιος ΔΕΝ ξέρει ποιος είναι.

Προφανώς ΠΕ λαοί υπάρχουν πολλοί, ΠΕ άνθρωποι δισεκατομμύρια. Όλοι μας έχουμε άλλωστε κάποια/ες από αυτές τις ιδιότητες. Όλοι μας τις συναντούμε σε καθημερινή βάση, και τις εφαρμόζουμε ίσως, τις πιο πολλές φορές χωρίς να το καταλαβαίνουμε και σαν άτομα και σαν ομάδες και σαν κοινωνία. Το πρόβλημα έγκειται ότι πλέον το «σ’ όποιον αρέσουμε…» περιλαμβάνει και μας τους ίδιους.

Γιατί εντέλει, ξαναγυρνώντας στο αρχικό e-mail, ΘΑ είναι προβληματικό κατά την άποψή μου, εάν για λόγους επιβεβαίωσης και πέρα από την πλάκα, αρχίζουμε να βαυκαλιζόμαστε με ερωτήματα του στυλ :
«Τι να μας πει στην τελική το Curiosity στον Άρη;  Frozen Yoghurt τρώνε αυτοί;»

ΥΓ.: Παρακολουθώντας τους Ολυμπιακούς
αγώνες δεν μπορώ να μη σταθώ στις δηλώσεις δυο Ελλήνων αθλητών που «απέτυχαν», σύμφωνα με τις δυνατότητές τους. «Δεν μου έλειψε κάτι στην προετοιμασία μου. Για το γεγονός ότι έχασα σήμερα δεν φταίει η οικονομική κρίση, ούτε κανένας, παρά μόνο εγώ… Απλά δεν ήμουν καλός και δεν μου βγήκε το παιχνίδι…», δήλωσε ο Ολυμπιονίκης Αλέξανδρος Νικολαϊδης. «Ίσως μέχρι εκεί έφταναν οι δυνάμεις και οι ικανότητές μου», δήλωσε ο πρωταθλητής Σπύρος Γιαννιώτης. Ελπίδα για κάτι καλύτερο;


Διαβάστε επίσης στο tvxs
H κοινωνία πριν αποκτηνωθεί, αδιαφορεί. Του Βασίλη Παπαθεοδώρου

Ένας πολύ γέρος κύριος με κάτι τεράστια φτερά. Του Gabriel Garcia Marquez

13:08, 15 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102591

Το διήγημα για παιδιά που ακολουθεί*, με τίτλο «Ένας πολύ γέρος κύριος με κάτι τεράστια φτερά» 1968, του Gabriel Garcia Marquez, έγινε πηγή έμπνευσης του βίντεο κλιπ του Tarsem Singh για το «Losineg My Religion» των R.E.M., από το άλμπουμ Out of Time (1991), αλλά και για το τραγούδι «Καθρέφτης» του Αλκίνοου Ιωαννίδη.

«Την τρίτη μέρα της βροχής είχαν σκοτώσει τόσα καβούρια μες το σπίτι, που ο Πελάγιο αναγκάστηκε να διασχίσει την πλημμυρισμένη μεσαυλή του για να τα πετάξει στην θάλασσα, γιατί το νεογέννητο αγόρι είχε περάσει όλη την νύχτα με δέκατα κι όλοι σκέφτονταν πως έφταιγε η δυσωδία. Απ’ την Τρίτη όλα ήταν θλιβερά. Ουρανός και θάλασσα είχαν γίνει ένα σταχτί πράγμα κι η άμμος της παραλίας, που τον Μάρτη στραφτάλιζε σαν φωτεινή σκόνη, είχε μεταβληθεί σε σούπα από λάσπη και σαπισμένα θαλασσινά.

Το μεσημέρι το φως ήταν τόσο αδύνατο που όταν ο Πελάγιο γύριζε στο σπίτι, αφού είχε πετάξει τα καβούρια, με δυσκολία διέκρινε τι ήταν αυτό που κουνιότανε και βόγκαγε στο βάθος της μεσαυλής. Χρειάστηκε να πλησιάσει πολύ κοντά για ν’ ανακαλύψει πως ήταν ένας γέρος πεσμένος μπρούμυτα μες την λασπουριά και παρόλες τις μεγάλες του προσπάθειες δε μπορούσε ν’ ανασηκωθεί γιατί τον εμπόδιζαν οι τεράστιες φτερούγες του.

Τρομαγμένος απ’ αυτόν τον εφιάλτη, ο Πελάγιο έτρεξε να βρει την Ελισένδα, την γυναίκα του, που έβαζε κομπρέσες στο άρρωστο μωρό και την πήγε στο βάθος της μεσαυλής. Περιεργάστηκαν κι οι δύο το πεσμένο κορμί με βουβή κατάπληξη. Ήταν ντυμένος σαν ζητιάνος. Μόλις και του ‘μεναν λίγες ξασπρισμένες τρίχες στο γυμνό κρανίο του και πολύ λίγα δόντια στο στόμα και αυτή η θλιβερή του εμφάνιση, σαν καταμουσκεμένος παπούλης, του ‘χε αφαιρέσει όλο το μεγαλείο.

Οι φτερούγες του, σαν μεγάλου όρνιου, βρώμικες και μισομαδημένες, είχαν βουλιάξει για πάντα μες την λασπουριά. Τόσο πολύ τον περιεργάστηκαν και με τέτοια προσοχή που πολύ γρήγορα ο Πελάγιο και η Ελισένδα συνήλθαν απ’ την έκπληξή τους και στο τέλος τους φάνηκε και σαν γνωστός. Έτσι τόλμησαν να του μιλήσουν κι εκείνος τους αποκρίθηκε σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα, όμως με την ωραία φωνή των ναυτικών.

Έτσι έγινε και ξεπέρασαν το πρόβλημα των φτερών και συμπέραναν, κρίνοντας πολύ φρόνιμα, πως ήταν κάποιος μοναχικός ναυαγός κάποιου ξένου καραβιού που ‘χε βουλιάξει με την καταιγίδα. Ωστόσο, φώναξαν να το δει και μια γειτόνισσα που γνώριζε τα πάντα για την ζωή και το θάνατο κι εκείνης της έφτασε μια ματιά για να τους βγάλει απ’ την πλάνη τους.

Είναι ένας άγγελος – τους είπε – σίγουρα ερχότανε για το μωρό, αλλά ο καημένος είναι τόσο γέρος που η βροχή τον έριξε χάμω.

Την επόμενη όλος ο κόσμος ήξερε πως στο σπίτι του Πελάγιο κρατούσανε φυλακισμένο έναν άγγελο με σάρκα και οστά.

Αντίθετα με την κρίση της σοφής γειτόνισσας, που πίστευε πως οι άγγελοι στους καιρούς μας ήταν οι επιζήσαντες φυγάδες κάποιας ουράνιας συνομωσίας, δεν άντεξε η καρδιά τους να τον σκοτώσουν με ξυλιές.

Ο Πελάγιο τον πρόσεχε όλο το απόγευμα απ’ την κουζίνα, οπλισμένος με το ραβδί που είχε σαν σερίφης, και πριν ξαπλώσει τον έβγαλε τραβώντας τον απ’ τις λάσπες και τον έκλεισε μαζί με τις κότες στο συρματόφραχτο κοτέτσι.Τα μεσάνυχτα, όταν σταμάτησε η βροχή, ο Πελάγιο κι η Ελισένδα ακόμα σκότωναν καβούρια.

Λίγο αργότερα ξύπνησε το μωρό απύρετο και πεινούσε. Αισθάνθηκαν τότε μεγαλόψυχοι κι αποφάσισαν να βάλουν τον άγγελο σε μια σχεδία με πόσιμο νερό και προμήθειες για τρεις μέρες και να τον αφήσουν στην τύχη του στ’ ανοιχτά.

Αλλά όταν βγήκαν στην μεσαυλή με το πρώτο φως, βρήκαν όλη την γειτονιά μπροστά στο κοτέτσι να διασκεδάζει με τον άγγελο χωρίς τον παραμικρό σεβασμό και να του πετούν φαγώσιμα μεσ’ απ’ τις τρύπες του σύρματος λες και δεν ήταν πλάσμα υπερφυσικό παρά ζώο του τσίρκου.

Ο πάτερ Γκονσάγκα έφτασε πριν απ’ τις εφτά, ξεσηκωμένος απ’ το απίθανο νέο. Εκείνη την ώρα είχαν ήδη έρθει κι άλλοι περίεργοι, λιγότερο επιπόλαιοι απ’ τους πρωινούς κι είχαν κάνει κάθε είδους υποθέσεις για το μέλλον του φυλακισμένου.

Οι πιο αφελείς σκέφτονταν θα τον εκλέγανε δήμαρχο του χωριού. Άλλοι, πιο χοντροκέφαλοι, υπέθεταν πως θα τον προβίβαζαν σε στρατηγό πέντε αστέρων για να κερδίζει όλους τους πολέμους. Μερικοί οραματιστές ελπίζανε πως θα τον φύλαγαν για γεννήτορα, για να σπείρει στη γη μια γενιά από φτερωτούς και σοφούς ανθρώπους που θα κυβερνούσαν το Σύμπαν.

Αλλά ο πάτερ Γκονσάγκα πριν γίνει παπάς ήταν ένας στιβαρός ξυλοκόπος. Σκυμμένος πάνω στα σύρματα ανακεφαλαίωσε σ’ ένα λεπτό την κατήχησή του κι ύστερα ζήτησε να του ανοίξουν την πόρτα για να εξετάσει εκείνο τον αξιολύπητο άνθρωπο, που ‘μοιαζε περισσότερο με τεράστια ξεπουπουλιασμένη κότα ανάμεσα στις άλλες αποσβολωμένες κότες.

Ήταν ξαπλωμένος σε μια γωνιά, στεγνώνοντας στον ήλιο τις ανοιγμένες του φτερούγες, ανάμεσα σε φλούδια και φρούτα κι αποφάγια απ’ το πρωινό που του ‘χαν πετάξει οι πρωινοί επισκέπτες.

Αδιάφορος στη θρασύτητα του κόσμου, μόλις που σήκωσε το πανάρχαιο βλέμμα του και κάτι μουρμούρισε στη γλώσσα του όταν ο πάτερ Γκονσάγκα μπήκε στο κοτέτσι και τον καλημέρισε στα λατινικά.

Ο εφημέριος άρχισε να τον υποπτεύεται για απατεώνα όταν είδε πως δεν καταλάβαινε την γλώσσα του Θεού κι ούτε ήξερε να χαιρετήσει τους ιερείς Του.

Ύστερα πρόσεξε πως από κοντά ήταν πολύ ανθρώπινος: ανάδινε μιαν ανυπόφορη μυρωδιά υπαίθρου, παράσιτα είχαν φυτρώσει κάτω απ’ τις φτερούγες του, τα μεγαλύτερα φτερά του είχαν κακοπάθει απ’ τους ανέμους της γης και τίποτα στην κακόμοιρη φύση του δε θύμιζε την περήφανη αξιοπρέπεια των αγγέλων.

Εγκατέλειψε λοιπόν το κοτέτσι και μ’ ένα σύντομο κήρυγμα προειδοποίησε τους περίεργους για τους κινδύνους της αφέλειας. Τους θύμισε πως ο δαίμονας είχε την κακιά συνήθεια να μεταχειρίζεται κόλπα καρναβαλίστικα για ν’ αναστατώνει τους ανόητους.

Υποστήριξε πως εφόσον τα φτερά δεν ήταν το βασικό στοιχείο που καθορίζει τις διαφορές ανάμεσα σ’ ένα γεράκι και σ’ ένα αεροπλάνο, πολύ λιγότερο θα ήταν στην αναγνώριση των αγγέλων.

Ωστόσο υποσχέθηκε να γράψει ένα γράμμα στον επίσκοπό του, ώστε κι εκείνος να γράψει άλλο στην Παναγιότητά του, έτσι ώστε η τελική ετυμηγορία να προέρχεται απ’ τα ανώτατα δικαστήρια.

Τα λόγια του έπεσαν σ’ άγονο χώμα. Το νέο για τον αιχμάλωτο άγγελο διαδόθηκε με τέτοια ταχύτητα που μέσα σε λίγες ώρες έγινε μες στην μεσαυλή τέτοιο πανδαιμόνιο λαϊκής αγοράς που αναγκάστηκαν να φέρουν το στρατό σε μπαγιονέτες για να κρατήσει σε απόσταση το πλήθος που κόντευε να γκρεμίσει το σπίτι.

Η Ελισένδα, με τη μέση πιασμένη απ’ το να σκουπίζει τα πανηγυριώτικα σκουπίδια, είχε τότε την έξυπνη ιδέα να μαντρώσει τη μεσαυλή και να κόψει εισιτήριο πέντε σεντάβος για όποιον ήθελε να δει τον άγγελο.

Ήρθαν περίεργοι μέχρι κι απ’ την Μαρτινίκα. Ήρθε ένας περιοδεύων θίασος μ’ ένα ιπτάμενο ακροβάτη που πέρασε βουίζοντας αρκετές φορές πάνω απ’ το πλήθος, αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία γιατί οι φτερούγες του δεν ήταν από αγγέλου, αλλά από διαστημική νυχτερίδα.

Ήρθαν οι πιο δυστυχισμένοι ανάπηροι της Καραϊβικής για να γιάνουν: μια φτωχιά που από μικρή μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς της και δεν έφταναν πια οι αριθμοί, κάποιος απ’ την Τζαμάικα που δεν μπορούσε να κοιμηθεί γιατί τον ενοχλούσε ο θόρυβος των αστεριών, ένας υπνοβάτης που σηκωνότανε την νύχτα να χαλάσει στον ύπνο του αυτά που έφτιαχνε στον ξύπνιο του και πολλοί άλλοι με λιγότερο σοβαρά προβλήματα.

Μέσα σ’ αυτήν την αταξία ναυαγίου, που έκανε την γη να τρέμει, ο Πελάγιο και η Ελισένδα ήταν ευτυχισμένοι απ’ την κούραση γιατί σε λιγότερο από μια βδομάδα είχαν γεμίσει με λεφτά τις κρεβατοκάμαρες κι η ουρά των προσκυνητών που περίμεναν ακόμη τη σειρά τους για να μπουν μέσα έφτανε ως την άλλη άκρη του ορίζοντα.

Ο άγγελος ήταν ο μόνος που δε συμμετείχε στο δικό του θέαμα. Περνούσε τον καιρό του ψάχνοντας για μια πιο αναπαυτική θέση στη δανεική φωλιά, ζαλισμένος απ’ τις λάμπες του λαδιού που ζέσταιναν σαν κόλαση κι απ’ τα κεριά της λειτουργίας που κόλλαγαν πάνω στα σύρματα.

Στην αρχή προσπάθησαν να του δώσουν να φάει ναφθαλίνη, που σύμφωνα με τη σοφία της γειτόνισσας ήταν ειδική τροφή για τους αγγέλους.

Αλλά εκείνος την περιφρόνησε όπως περιφρόνησε και τα παπικά γεύματα που του έφερναν οι μετανοούντες και ποτέ δεν έγινε γνωστό αν επειδή ήταν άγγελος ή επειδή ήταν γέρος κατέληξε να τρώει μονάχα χυλό από μελιτζάνες.

Η μόνη υπερφυσική του αρετή έμοιαζε να ‘ναι η υπομονή. Ιδιαίτερα τον πρώτο καιρό όταν τον τσιμπολογούσαν οι κότες ψάχνοντας για τα ουράνια παράσιτα που πλήθαιναν μες τις φτερούγες του κι οι σακάτηδες του ξερίζωναν πούπουλα για να τ’ ακουμπήσουν πάνω στα κουσούρια τους κι ακόμα κι οι πιο σπλαχνικοί του πετούσαν πέτρες για να τον κάνουν να σηκωθεί να τον δούνε όρθιο.

Η μόνη φορά που κατάφεραν να τον ταράξουν ήταν όταν του έκαψαν το φτερό με ένα σίδερο για το μαρκάρισμα των μοσχαριών, γιατί είχε μείνει τόσες ώρες ακίνητος που τον είχαν για πεθαμένο.

Ξύπνησε ξαφνιασμένος, παραμιλώντας στην απόκρυφη γλώσσα του και με τα μάτια γεμάτα δάκρυα χτύπησε τα φτερά του δυο φορές σηκώνοντας ένα σύννεφο από κουτσουλιές και σεληνιακή σκόνη και προκαλώντας έναν ανεμοστρόβιλο πανικού άλλου είδους.

Αν και πολλοί πίστεψαν πως η αντίδρασή του δεν ήταν από θυμό, αλλά μάλλον από πόνο, από τότε πρόσεχαν να μην τον ενοχλούν γιατί η πλειοψηφία κατάλαβε πως δεν είχε την απάθεια ενός ήρωα σε απομόνωση, αλλά ενός κατακλυσμού σε ανάπαυση.

Ο πάτερ Γκονσάγκα αντιμετώπισε την επιπολαιότητα του πλήθους με συνταγές οικιακής έμπνευσης καθώς περίμενε την τελική ετυμηγορία για την φύση του φυλακισμένου. Όμως το ταχυδρομείο της Ρώμης είχε χάσει την έννοια του επείγοντος.

Ο καιρός περνούσε εξετάζοντας αν ο ένοχος είχε αφαλό, αν η γλώσσα του είχε σχέση με την αραμαϊκή, πόσες φορές χωρούσε πάνω στο κεφάλι μιας καρφίτσας, ή αν δεν ήταν απλώς κάποιος Νορβηγός με φτερά.

Τα φειδωλά αυτά γράμματα θα μπορούσαν να πηγαινοέρχονται μέχρι τη συντέλεια των αιώνων, αν κάποιο γεγονός σταλμένο απ’ την θεία πρόνοια δεν έβαζε τέλος στις στεναχώριες του εφημέριου.

Έτυχε εκείνες τις μέρες, μέσα στα πολλά νούμερα των θιάσων που ταξίδευαν στην Καραϊβική, να φέρουν στο χωριό το θλιβερό θέαμα μιας γυναίκας που είχε μεταμορφωθεί σε αράχνη επειδή είχε παρακούσει τους γονείς της.

Δεν ήταν μόνο φθηνότερο το εισιτήριο για να την δει κανείς απ’ το εισιτήριο για τον άγγελο, αλλά επέτρεπαν να της κάνεις κάθε είδους ερωτήσεις για την παράλογη κατάστασή της και να την εξετάσεις απ’ την καλή και απ’ την ανάποδη, ώστε κανείς να μη αμφιβάλλει για την αλήθεια αυτής της φρίκης.

Ήταν μια τεράστια ταραντούλα μεγάλη σαν πρόβατο και με κεφάλι μελαγχολικής κόρης.

Όμως το πιο σπαραχτικό απ’ όλα δεν ήταν η παράλογη όψη της, αλλά η αληθινή λύπη με την οποία διηγιόταν τις λεπτομέρειες της δυστυχίας της: όταν ήταν ακόμα παιδί το είχε σκάσει απ’ το σπίτι των γονιών της για να πάει σ’ ένα χορό κι όταν γύριζε μεσ’ απ’ το δάσος, αφού είχε χορέψει όλη τη νύχτα χωρίς άδεια, ένας τρομαχτικός κεραυνός άνοιξε τον ουρανό στα δύο κι απ’ το άνοιγμα πετάχτηκε η αστραπή με το θειάφι που τη μετάτρεψε σε αράχνη.

Μοναδική τροφή της ήταν τα κεφτεδάκια που οι φιλεύσπλαχνες ψυχές της έβαζαν στο στόμα όταν ήθελαν.

Τέτοιο θέαμα, γεμάτο από ανθρώπινη αλήθεια και με τέτοια τρομερή τιμωρία, ήταν φυσικό να συντρίψει, δίχως να το θέλει, το θέαμα του υπεροπτικού αγγέλου που μόλις καταδεχόταν να κοιτάξει τους θνητούς.

Επιπλέον, τα ελάχιστα θαύματα που αποδίδανε στον άγγελο, αποκάλυπταν μία κάποια ψυχική διαταραχή, όπως εκείνο του τυφλού που δε βρήκε το φως του, αλλά του φύτρωσαν τρία καινούργια δόντια κι εκείνο του παραλυτικού που δε μπόρεσε να περπατήσει, αλλά κόντεψε να κερδίσει τον πρώτο λαχνό στο λαχείο κι εκείνο του λεπρού που φύτρωσαν ηλιοτρόπια στις πληγές του.

Αυτά τα θαύματα της παρηγοριάς, που πιο πολύ μοιάζανε με φάρσες, είχαν ήδη κλονίσει τη φήμη του αγγέλου όταν η γυναίκα που είχε μεταμορφωθεί σε αράχνη κατάφερε τελικά να την καταστρέψει.

Έτσι έγινε και ο πάτερ Γκονσάγκα γιατρεύτηκε για πάντα απ’ την αϋπνία κι η μεσαυλή του Πελάγιο ξανάμεινε άδεια όπως τον καιρό που έβρεχε συνέχεια και τα καβούρια περπατούσαν στις κρεβατοκάμαρες.

Οι ιδιοκτήτες του σπιτιού δεν είχαν λόγο να παραπονεθούν. Με τα λεφτά που οικονόμησαν έφτιαξαν μια έπαυλη με δύο πατώματα, με μπαλκόνια και κήπους και με κεφαλόσκαλα πολύ ψηλά για να μην ανεβαίνουν καβούρια και με σιδεριές στα παράθυρα για να μην μπαίνουν άγγελοι.

Επιπλέον, ο Πελάγιο έφτιαξε ένα εκτροφείο για κουνέλια κοντά στο χωριό και παραιτήθηκε από σερίφης οριστικά και η Ελισένδα αγόρασε παπούτσια σατέν με ψηλά τακούνια και πολλά φουστάνια από γυαλιστερό μεταξωτό, απ’ εκείνο που φορούσαν τις Κυριακές εκείνα τα χρόνια οι πιο ελκυστικές κυρίες.

Μόνο για το κοτέτσι δεν έκαναν τίποτα. Αν καμιά φορά το έπλεναν με απολυμαντικό κι έκαιγαν κομματάκια σμύρνα, δεν το έκαναν για να τιμήσουν τον άγγελο, παρά για να διώξουν τη βρωμιά της κοπριάς που τριγυρνούσε σαν φάντασμα παντού και πάλιωνε το καινούριο σπίτι.

Στην αρχή, όταν το μωρό άρχισε να περπατάει, πρόσεχαν να μην πάει πολύ κοντά στο κοτέτσι. Αλλά ύστερα άρχισαν να ξεχνούν τους φόβους τους και να συνηθίζουν στη μυρωδιά και πριν αλλάξει το παιδί τα δόντια του έπαιζε πια μες το κοτέτσι που τα σκουριασμένα σύρματά του έπεφταν κομμάτια.

Ο άγγελος δεν ήταν λιγότερο απωθητικός μαζί του, απ’ ότι με τους υπόλοιπους θνητούς, αλλά υπόφερε τους πιο δαιμόνιους εξευτελισμούς με την υπομονή του σκύλου δίχως ψευδαισθήσεις. Κι οι δυο άρπαξαν ανεμοβλογιά συγχρόνως.

Ο γιατρός που κοίταξε το παιδί δεν άντεξε στον πειρασμό ν’ ακροαστεί και τον άγγελο, αλλά του βρήκε τόσα φυσήματα στην καρδιά και τόσους θορύβους στα νεφρά, που του φάνηκε απίθανο που ήταν ακόμα ζωντανός.

Αυτό όμως που τον ξάφνιασε πιο πολύ ήταν η λογική των φτερών του. Έδεναν τόσο φυσικά μ’ αυτόν τον τελείως ανθρώπινο οργανισμό που δε μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν είχαν κι οι υπόλοιποι άνθρωποι.

Όταν το παιδί πήγε σχολείο είχε περάσει πια πολύς καιρός από τότε που ο ήλιος κι η βροχή είχαν ξεπατώσει το κοτέτσι. Ο άγγελος σερνόταν από δω κι από κει σαν αδέσποτος ετοιμοθάνατος.

Τον έβγαζαν με τη σκούπα απ’ ένα δωμάτιο κι ένα λεφτό αργότερα τον έβρισκαν στην κουζίνα.

Έμοιαζε να βρίσκεται ταυτόχρονα παντού κι έφτασαν να σκέφτονται πως πολλαπλασιαζόταν, πως επαναλαμβανότανε από μόνος του, σ’ ολόκληρο το σπίτι κι η εξοργισμένη Ελισένδα φώναζε σαν τρελή πως είναι τρομερό να ζει κανείς σ’ αυτήν την κόλαση γεμάτη αγγέλους.

Μόλις που μπορούσε να φάει και τα πανάρχαια μάτια του είχαν θολώσει τόσο, που σκόνταφτε στις κολόνες, και δεν του ‘μεναν πια παρά τα μαδημένα καλάμια στα τελευταία φτερά του.

Ο Πελάγιο του ‘χε ρίξει πάνω του μια κουβέρτα και του ‘χε κάνει την χάρη να τον αφήσει να κοιμάται στο υπόστεγο και μόνο τότε πρόσεξαν πως περνούσε τις νύχτες παραμιλώντας απ’ τον πυρετό, λέγοντας γλωσσοδέτες στα αρχαία νορβηγικά. Κι ήταν μια απ’ τις λίγες φορές που αναστατώθηκαν γιατί σκέφτηκαν πως επρόκειτο να πεθάνει κι ούτε κι η σοφή η γειτόνισσα μπορούσε να τους πει τι κάνουν τους πεθαμένους αγγέλους.

Όμως, όχι μόνο επέζησε το χειρότερο χειμώνα της ζωής του, αλλά και φάνηκε να καλυτερεύει με τις πρώτες ζέστες.

Έμενε ακίνητος για αρκετές μέρες στην πιο απόμακρη γωνιά της αυλής, εκεί που δε μπορούσε κανείς να τον δει και στις αρχές του Δεκέμβρη άρχισαν να φυτρώνουν στις φτερούγες του κάτι μεγάλα και σκληρά φτερά, φτερά γέρικου πουλιού, που έμοιαζαν περισσότερο μ’ άλλο ένα βάσανο των γηρατειών.

Εκείνος όμως, θα πρέπει να γνώριζε την αιτία αυτών των αλλαγών, γιατί πρόσεχε πολύ να τις κρύβει και κανείς να μην ακούσει τα τραγούδια των ναυτικών που καμιά φορά τραγούδαγε κάτω απ’ τ’ αστέρια.

Ένα πρωί η Ελισένδα καθάριζε κρεμμύδια για το μεσημέρι όταν ένας άνεμος που έμοιαζε να ‘ρχεται απ’ τ’ ανοιχτά όρμησε στη κουζίνα.

Τότε έσκυψε απ’ το παράθυρο κι έπιασε τον άγγελο στις πρώτες προσπάθειές του να πετάξει. Ήταν τόσο αδέξιες που άνοιξε με τα νύχια του ένα αυλάκι στο λαχανόκηπο και κόντεψε να γκρεμίσει το υπόστεγο με τα αδύναμα χτυπήματα των φτερών του που γλιστρούσαν στο φως και δεν έβρισκαν που να κρατηθούν στον αέρα. Αλλά κατάφερε να πάρει ύψος.

Η Ελισένδα άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης για κείνη και γι’ αυτόν, όταν είδε να περνά πάνω απ’ τα τελευταία σπίτια προσπαθώντας να κρατηθεί στον αέρα μ’ οποιονδήποτε τρόπο με το ριψοκίνδυνο πέταγμα γέρικου όρνιου.

Συνέχισε να τον βλέπει μέχρι που δε μπορούσε πια, γιατί δεν ήταν πια εμπόδιο στη ζωή της, αλλά ένα φανταστικό σημείο στον ορίζοντα πάνω στη θάλασσα.-»


*Από τη συλλογή διηγημάτων του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, «Θάνατος σταθερός πέρα από τον έρωτα», μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1983, αναδημοσιευμένο στο βιβλίο «Ανάμεσα σε ερωτιδείς και αγγέλους«, ιστορίες και μύθοι, των εκδόσεων Απόπειρα, 2010.

Συλλογικό έργο: Χρήστος Μπουλώτης, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Τζων Απντάικ, Φραντς Κάφκα, Μπέρναρντ Μάλαμουντ, Χάουαρντ Σβαρτς, Μαρκ Τουαίν, Φλάννερυ Ο’ Κόνορ, Ντόναλτν Μπάρθελμ, Μάλκολμ Γκόντγουιν, Λέων Τολστόη, Σιρντάρ Ικμπάλ Αλή Σαχ, Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, μετάφραση: Κλαίτη Σωτηριάδου, Αγγέλα Βερυκοκάκη, Έλενα Μαρούτσου. επιμέλεια: Διονύσιος Αργυρίου.

Από τι είναι φτιαγμένοι οι άγγελοι; Πόσοι άγγελοι χωρούν στο κεφάλι μιας καρφίτσας; Πώς θα ήταν να κουβεντιάζεις με έναν άγγελο; Μπορείς να τον αγγίξεις; Πώς αντιλαμβάνεται κανείς την παρουσία ενός αγγέλου; Είναι μερικά από τα ερωτήματα για αυτά τα μεγαλοπρεπή και μυστηριώδη πλάσματα που έχουν τροφοδοτήσει θρύλους και παραμύθια, και πυροδότησαν τη φαντασία των μεγάλων συγγραφέων.

Nα προσπαθεί κανείς να ζήσει σαν «αληθινός άνθρωπος». Tης Ανθούλας Αθανασιάδου

07:08, 13 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102878

Το βιβλίο με  τίτλο «ΠΡΟΣΕυΧΕ», άρχισε να «γράφεται» μέσα μου, πολλά χρόνια πριν οι εμπειρίες και οι αγωνίες που το προκάλεσαν, γίνουν συγκεκριμένες λέξεις στο νου μου και κατόπιν, ανάγκη τόσο επιτακτική να βγουν από μέσα μου, ώστε να με στρώσουν μπροστά στο πληκτρολόγιο» η συγγραφέας Ανθούλα Αθανασιάδου, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, τη δημιουργική πορεία –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου της Πρόσευχε, εκδ. Κέδρος.

Πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία υπάρχουν στο βιβλίο αυτό, πολλές από τις σκέψεις και τις αμφισβητήσεις της ηρωίδας μου υπήρξαν δικές μου σκέψεις και αμφισβητήσεις.

Αρκετά από τα γεγονότα του βιβλίου τα έζησα η ίδια, τα ονειρεύτηκα, με σημάδεψαν και χώθηκαν σχεδόν με την δική τους θέληση μες στις σελίδες του. Σαν να οδηγούσαν εκείνα την συγγραφή και όχι εγώ.

Ο καταλύτης πάντως που έδωσε το έναυσμα στην συγκεκριμένη έμπνευση, ήταν η προσπάθεια που κάνω εδώ και χρόνια, να συνδυάσω στη ζωή μου την πνευματικότητα με την ύλη, τις ηθικές μου αξίες που βρίσκονται σε καθημερινή σύγκρουση με την πραγματικότητα της ζωής, την αέναη αγωνία της ύπαρξης, τα ερωτηματικά για τον θάνατο και την αρετή.

Φαντάζομαι πως πάντα ήταν δύσκολο, αλλά μοιάζει αληθινός αγώνας πια στην εποχή μας, να προσπαθεί κανείς να ζήσει σαν «αληθινός άνθρωπος».

Σαν κάποιος δηλαδή, που δεν προσπαθεί απλά να επιβιώσει και να διατηρήσει κάποια ψίχουλα από αυτό που ονομάζονταν μέχρι σήμερα «ποιότητα ζωής», αλλά προσπαθεί μες το σκοτάδι να φτάσει το φως, τον αληθινό εαυτό του, να κρατήσει αλώβητα τα αθώα μάτια της καρδιάς του.

Η ηρωίδα μου, είναι μια πολύ γειωμένη, σύγχρονη γυναίκα. Όπως οι περισσότερες γυναίκες, θέλει ένα τρυφερό άντρα που να την βάζει σε προτεραιότητα, μια δουλειά, μια κανονική ζωή. Δεν θέλει τίποτα περίπλοκο, ούτε κυνηγάει μπελάδες.

Οι μπελάδες όμως έρχονται, είτε τους κυνηγάς, είτε όχι.
Και συνήθως έρχονται ακριβώς όταν δεν τους κυνηγάς…

Με ένα απλό έναυσμα, μια κουβέντα, έναν χωρισμό, μια ξαφνική συνάντηση και, η ζωή αλλάζει πορεία κι εκεί που νόμιζες πως θέλεις να πας ίσια, κάνεις κύκλους ή ψάχνεις στροφές που έχουν περισσότερο ενδιαφέρον.

Αυτό συμβαίνει διαρκώς στη δική μου ζωή, αυτό συμβαίνει και στη ζωή της ηρωίδας μου. Ξεκινάει με μια απλή προσευχή προς το σύμπαν-προσευχή που γίνεται με την σχετική αμφισβήτηση- μια που δεν πιστεύει σε κανένα Θεό και, ξαφνικά ανακαλύπτει την σχέση της με το υπερπέραν.

Κι αυτή, δεν είναι μια απλή σχέση. Είναι κυριολεκτικά, σχέση ζωής. Σχέση αέναης αναζήτησης.

Για μένα πάντως, η στιγμή που ανακάλυψα τι σημαίνει «πνευματικότητα» και ποιος είναι αληθινά ο σκοπός της ύπαρξης, υπήρξε μια μοναδική εμπειρία, που άλλαξε για πάντα τη  ζωή μου.

Δεν γινόταν λοιπόν να μην καταγραφεί αυτή η μεγάλη αλλαγή μέσα σε ένα τέτοιο βιβλίο. Δούλευε μέσα μου πολλά χρόνια, μέχρι να γίνει μέρος της προσωπικότητας της ηρωίδας μου.

Εμείς, οι γυναίκες, είμαστε πολύπλοκα πλάσματα. Έχουμε την δυνατότητα να ταυτιστούμε και με τον ουρανό και με την γη. Μπορούμε να γεννήσουμε ανθρώπους και την ίδια στιγμή να «βγούμε» από το σώμα μας και να παρακολουθούμε τον ίδιο μας τον τοκετό από ψηλά. Μπορούμε να ζητάμε την αγκαλιά ενός άντρα και συγχρόνως  να θηλάζουμε το μωρό μας, να σκεφτόμαστε τη δουλειά μας και να ψάχνουμε τον ορισμό της ύπαρξης, ενώ παράλληλα καθαρίζουμε φασολάκια για το γεύμα.

Το έχω ζήσει. Το έχουν ζήσει οι φίλες μου. Τώρα, το ζει και η Ειρήνη-Ανδρομάχη, που όντας μόνο 30 ετών παρά κάτι, αρχίζει μόλις να ψυλλιάζεται την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου είδους και ιδίως της γυναικείας ψυχής.

Η Ειρήνη-Ανδρομάχη, είμαι εγώ και πολλές άλλες γυναίκες.

Η αφήγηση αυτής της σημαντικής περιόδου της ζωής της, γραφόταν μέσα μου καιρό και πήρε κοντά ένα χρόνο η ολοκλήρωση της συγγραφής πάνω στο πληκτρολόγιο.
Το υπόλοιπο, ήταν εύκολο.

Η «οικογένειά μου» στον ΚΕΔΡΟ, ανέλαβε όλα τα υπόλοιπα, μαζί με την δημιουργία του εξωφύλλου, η οποία ομολογουμένως μας παίδεψε λίγο μέχρι να βρούμε τη σωστή αναλογία «γης και ουρανού»…

Εύχομαι, η ανθρώπινη αναζήτηση για τα ερωτηματικά της ύπαρξης, καθώς και η καταφανής δυσκολία αν παντρέψουμε τον γήινο εαυτό μας με τις ανάγκες της ψυχής μας, να διασκεδαστούν, να βοηθηθούν και να κατανοηθούν λιγάκι παραπάνω, με την ανάγνωση αυτού του βιβλίου…

Καλό καλοκαίρι.
Ανθούλα Αθανασιάδου

Γεννήθηκα στην Αθήνα, το 1957. Το ότι θα είχα μια πολυτάραχη ζωή, φάνηκε απ΄το πρώτο λεπτό της άφιξής μου στον κόσμο, μια που ως εφταμηνίτικο αναγκάστηκα να περάσω πολλές, ατελείωτες εβδομάδες μέσα στο αποστειρωμένο, γυάλινο κουτί της θερμοκοιτίδας, χωρίς κανένα χάδι.
Η δίψα μου για αγάπη, λογαριάζεται μάλλον από τότε…

Στον μέχρι τώρα απολογισμό της ζωής μου, μπορώ να καταγράψω τους εξής σημαντικούς σταθμούς: Έζησα συναισθηματικά, δύσκολη παιδική ηλικία, εξεγερμένη εφηβεία και νεανικά χρόνια γεμάτα παρεκτροπές.

Σπούδασα σινεμά στο Παρίσι και ήμουν πάντα ερωτευμένη και με τον κιν/φο αλλά και με κάθε έκφραση τέχνης.
Παντρεύτηκα δυο άντρες και γέννησα δυο κορίτσια. Εννοείτε ΥΠΕΡΟΧΑ…

Δούλεψα σε πάρα πολλές δουλειές, από περιστασιακές (όπως ταχυδρόμος, σερβιτόρα κλπ) έως «μόνιμες» όπως βοηθός σκηνοθέτη, αρχισυντάκτης, σεναριογράφος-κειμενογράφος και τελικά, συγγραφέας.

Το τελευταίο, δεν το θεωρώ ακριβώς δουλειά, αλλά προέκταση του χαρακτήρα μου που ξεδιπλώνεται προς τα έξω.

Έχω μέχρι στιγμής πάρει την ευθύνη για το μεγάλωμα δυο θυγατέρων,  για 2-3 ντουζίνες στίχων που κυκλοφορούν στη δισκογραφία, για κάπου 15 βιβλίων, μιας τηλεοπτικής σειράς, αμέτρητων οικογενειακών τραπεζιών και παιδικών πάρτι και πολλών άλλων έργων αγάπης που δεν χωράν να αναφερθούν  σε τούτο το σημείωμα.

Η αέναη αναζήτηση της αλήθειας, μου έχει προσφέρει το μεγαλύτερο δώρο, την αγάπη του πνευματικού μου Δασκάλου.

Εύχομαι και η υπόλοιπη ζωή να συνεχίσει να πάλλεται στο ρυθμό της αέναης δημιουργίας και της χαράς του «μοιράζομαι».

Ανθούλα Αθανασιάδου

My only love, my only hate… Της Julia Kristeva

08:08, 14 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102588

Παρομοιάζουν πολλές φορές το ζεύγος Ρωμαίου και Ιουλιέτας με τον Τριστάνο και την Ιζόλδη, για να αναφερθούν σε έναν έρωτα που παρεμποδίζεται από τους κοινωνικούς κανόνες, για να τονίσουν με ποιον τρόπο η χριστιανοσύνη καταριέται και καταστρέφει το ζευγάρι, πνίγοντας το πάθος μέσα στον γάμο, για να αναζητήσουν την αποκάλυψη του θανάτου που δεσπόζει στην καρδιά της ερωτικής απόλαυσης.

Το σαιξπηρικό κείμενο εμπεριέχει, μαζί με όλα αυτά, ένα ακόμη πιο καυστικό στοιχείο, που το χειρίζεται με δόλια μανία στην καρδιά ακριβώς της πιο έντονης ερωτικής εξύμνησης, χάρη στην τέχνη της αμφισημίας και της ανατροπής των αξιών που το διαπερνά.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του κειμένου είναι ολοφάνερο ότι μέσω του σαρκικού έρωτα θριαμβεύει το μίσος.

Από την πρώτη στιγμή, οι στολισμένες με λογοπαίγνια και χυδαιότητες κουβέντες των δύο ακολούθων κάνουν να πλανιέται πάνω από αυτό το υποτιθέμενο αμόλυντο ειδύλλιο η σκιά του σαρκικού έρωτα και των αντιστροφών κάθε είδους.

Είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε τον Ρωμαίο να αποκρίνεται ότι η αγάπη είναι «τρέλλα γνωστικά καλοκρυμμένη» (Ι, Ι, 184), και μάλιστα «πολύ τραχιά, πολύ σκληρή, σαν μπόρα πέφτει κι αγκυλώνει σαν αγκάθι» (Ι, IV, 25-26).

Λίγο μετά, θα περιγραφεί από τον Μερκούτιο (ολέθριο πρόσωπο που οδηγεί με τον Μπενβόλιο σε μια αλυσίδα βίας και του οποίου ο θάνατος στην τρίτη πράξη θα αναγκάσει τον Ρωμαίο να πάρει εκδίκηση σκοτώνοντας τον Τυβάλτο) με τη μορφή της νεράιδας μαμής, της βασίλισσας Μάβας. Γνωμικό φάντασμα, γοητευτική και αποκρουστική, κυρίαρχος των ερωτευμένων σωμάτων, η νυχτερινή, μεθυσμένη και φονική άλλη όψη της ερωτικής φωτεινότητας, η βασίλισσα Μάβα έχει το πρόσταγμα με το «μαστίγιό της ποδάρι γρύλου με μονή κλωνά» (Ι, ΙV, 65).

Αλλά τις πιο εντυπωσιακές διατυπώσεις που αποδεικνύουν πόσο πολύ αυτός ο έρωτας στηρίζεται από ένα μίσος, θα τις ακούσουμε από την Ιουλιέτα.

Μπορούμε να διακρίνουμε, στα λόγια της νεαρής αριστοκράτισσας, μια απλή ρητορική μέθοδο που προαναγγέλλει τον τελικό θάνατο, είτε πάλι μια αμφίσημη προτασιακή διάταξη που συνδυάζει αντιτιθέμενους όρους και η οποία εμφανίζεται τόσο σε άλλα χωρία του έργου όσο και γενικότερα στην αισθητική του Σαίξπηρ.

Αλλά σε ένα βαθύτερο επίπεδο, φαίνεται ότι πρόκειται για ένα μίσος που βρίσκεται στην απαρχή του ερωτικού σκιρτήματος. Είναι ένα μίσος που προϋπάρχει του πέπλου της ερωτικής εξιδανίκευσης.

Να επισημάνουμε ότι είναι μια γυναίκα, η Ιουλιέτα, που έχει την πιο άμεση ασυνειδησία του, που τον αισθάνεται με τη διαύγεια του υπνοβάτη.

Έτσι, από την πρώτη τους συνάντηση –και ενώ ο Ρωμαίος ξεχνώντας αίφνης τη Ροζαλίνα που ο έρωτάς της τον βασάνιζε μέχρι πρότινος, ομολογεί ότι τον έχει κυριεύσει φόβος επειδή έμαθε ότι η Ιουλιέτα είναι κόρη της εχθρικής οικογένειας:

«Πολύ φοβάμαι, η αγωνία μου τώρα αρχίζει»- η Ιουλιέτα λέει με κάθε ειλικρίνεια: «Μόνη μου αγάπη από τον μόνο εχτρό» (My only love sprung from my only hate, I, V, 136).

Ωστόσο, ο Ρωμαίος δεν πήγαινε στη γιορτή των Καπουλέτων γνωρίζοντας ότι πηγαίνει σε ένα γλέντι μίσους; Ας ακούσουμε πάλι την Ιουλιέτα: «Τ’ όνομά σου μόνον είναι εχτρός μου» (ΙΙ, ΙΙ, 38).

Ή επίσης, στο αποκορύφωμα του ερωτικού μονόλογου που παρουσιάζει το πάθος της προσμονής και εξυμνεί τις αρετές των εραστών («Έλα νύχτα! Έλα, Ρωμαίο! Έλα ημέρα μου στη νύχτα!…»), η Ιουλιέτα συνεχίζει αθώα:

«Έλα, καλή μου νύχτα. (…) / Κι όταν πεθάνει, πάρ’ τον, σκόρπα τον αστράκια / και τόσο του ουρανού την όψη θα λαμπρύνει, / που όλος ο κόσμος θα ερωτευτεί…» (ΙΙΙ, ΙΙ, 20-23). «Κι όταν πεθάνει, πάρ’ τον, σκόρπα τον αστράκια».

Είναι σαν να ακούμε μια συγκρατημένη εκδοχή της ιαπωνικής Αυτοκρατορίας των αισθήσεων. Αυτή η έχθρα περνά απαρατήρητη επειδή επισκιάζεται από ένα μίσος που μπορεί κανείς να το αντικρίσει κατάματα –η οικογενειακή και κοινωνική κατάρα είναι περισσότερο ομολογήσιμη και υποφερτή από το ασυνείδητο μίσος μεταξύ των εραστών.

Γεγονός είναι πάντως ότι η απόλαυση της Ιουλιέτας αναγγέλλεται συχνά ως πρόβλεψη –ή μήπως επιθυμία;- του θανάτου του Ρωμαίου, πολύ πριν η ύπνωσή της ξεγελάσει τον Ρωμαίο οδηγώντας τον μέχρι την αυτοκτονία, και πολύ πριν αυτή η επιθυμία θανάτου επιστρέψει στην ίδια την Ιουλιέτα, τη στιγμή που αυτοκτονεί και η ίδια στη θέα του νεκρού σώματος του Ρωμαίου: «Σε βλέπω τώρα καθώς είσαι χαμηλά, νεκρός μέσα σε τάφο κείτεσαι βαθιά», λέει ήδη από την Τρίτη πράξη (ΙΙΙ, V, 55-56).

Ακόμη βαθύτερα, ακόμη πιο παθιασμένα, φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με την εγγενή παρουσία του μίσους στο ερωτικό συναίσθημα.

Κατά τον Φρόυντ, στη σχέση με ένα αντικείμενο, με έναν άλλον, το μίσος προηγείται της αγάπης.

Αφ’ ης στιγμής κάποιος άλλος φαίνεται στα μάτια μου διαφορετικός από εμένα, είναι για εμένα κάτι ξένο, αποκρουστικό, απεχθές, αποκείμενο: κάτι μισητό.

Ακόμη και ο παραισθητικός έρωτας, που διαφέρει από την αυτοερωτική ικανοποίηση, ως πρώιμο συναίσθημα ναρκισσιστικής πληρότητας, όπου ο άλλος δεν είναι ευκρινώς χωρισμένος από εμένα, δεν λαμβάνει χώρα στη σχέση με αυτόν τον άλλον παρά πολύ αργότερα, μέσα από την ικανότητα για πρωτογενή εξιδανίκευση.

Αλλά, αφ’ ης στιγμής η δύναμη της επιθυμίας που συνυφαίνεται με τον έρωτα περικλείει την ολότητα του εγώ [moi], αφ’ ης στιγμής θίγει την αντοχή του χάρη στον ενορμητικό χείμαρρο του πάθους, το μίσος –ως πρωτογενές ορόσημο της αντικειμενότροπης σχέσης- αναδύεται μέσα από την απώθηση.

Το μίσος είναι η κύρια νότα στην παθιασμένη μελωδία του ζευγαριού –είτε έχει ερωτικοποιηθεί με βάση τις παραλλαγές του σαδομαζοχισμού , είτε έχει καταστεί ψυχρά κυριαρχικό σε πιο μακροχρόνιες σχέσεις που έχουν ήδη εξαντλήσει τις ηδονές της παραπλανητικής όσο και σαγηνευτικής απιστίας.

Το ζευγάρι, ανεξαρτήτως αν είναι ετεροφυλοφιλικό ή ομοφυλοφιλικό, είναι αυτό το ουτοπικό στοίχημα που επιδιώκει να καταστήσει διαρκή τον χαμένο παράδεισο (μήπως όμως είναι κάτι που απλώς επιθυμείται αλλά που ποτέ κανείς δεν γνώρισε;) της αγαπητικής σύμπνοιας μεταξύ του παιδιού και των γονιών του.

Το παιδί, αγόρι ή κορίτσι, φαντάζεται παραισθητικά την ένωσή του με μια μητέρα-τροφό και έναν ιδεώδη-πατέρα, και ως εκ τούτου με ένα συσφαίρωμα που συμπυκνώνει ήδη τις δύο πλευρές σε μία.

Αυτό το παιδί, το ερωτευμένο παιδί, μέσω της μανίας του για το ζεύγος, θα επιχειρήσει να υπάρξουν δύο εκεί που ήταν τρεις.

Είτε το ερωτευμένο πρόσωπο είναι άντρας είτε γυναίκα, τη στιγμή που ποθεί να είναι μέρος ενός ζευγαριού, διασχίζει τον αντικατοπτρισμό που τον/την καθιστά «σύζυγο» ενός ιδεώδους πατέρα: τόσο πολύ το εξιδανικευμένο αντικείμενο αγάπης φορά τα στολίδια αυτού του «πατέρα της ατομικής προϊστορίας», γι’ αυτόν οποίο μιλά ο Φρόυντ και ο οποίος απορροφά αυτές τις απολαυστικές πρωτογενείς ταυτίσεις.

Μέσω ενός τέτοιου «ζευγαρώματος» με το ιδεώδες το οποίο υποστηρίζεται από μια ευτυχή και γαλήνια πατρότητα, ο άντρας εκθηλύνεται. Πράγματι, τι πιο αρσενικοθήλυκο, ή μάλλον τι πιο θηλυκό από τον έφηβο που έχει ερωτευτεί τρελά την έφηβη;

Διαπιστώνει όμως κανείς, σε τελική ανάλυση (δηλαδή αν το ζευγάρι γίνει πραγματικά ένα, δηλαδή αν διαρκέσει στο χρόνο), ότι καθένας από τους πρωταγωνιστές, εκείνος και εκείνη, παντρεύτηκε, στο πρόσωπο του άλλου/της άλλης, τη μητέρα του/της.

Απόσπασμα από το βιβλίο της Julia Kristeva, Ιστορίες αγάπης, εκδ. Κέδρος (κεφ.: Ρωμαίος και Ιουλιέτα: Το ζεύγος αγάπης – μίσους, σελ. 298-301).  Μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος.

«Όσο πίσω κι αν γυρίζω αναπολώντας τους έρωτές μου, δυσκολεύομαι να μιλήσω γι’ αυτούς. Τούτη η έξαψη βρίσκεται πέραν του ερωτισμού, ως υπέρμετρη ευτυχία αλλά και καθαρή οδύνη: αμφότερες μετατρέπουν τις λέξεις σε πάθος. Η ερωτική γλώσσα είναι αδύνατη, ανεπαρκής, έντονα υπαινικτική τη στιγμή που θα τη θέλαμε άμεση, στο μέτρο του δυνατού. Είναι σμήνος μεταφορών, είναι λογοτεχνία. Λόγω του ενικού χαρακτήρα της, την αποδέχομαι μόνο σε πρώτο πρόσωπο. Ωστόσο, αυτό που θα ήθελα να συζητήσουμε εδώ είναι ένα είδος φιλοσοφίας του έρωτα. Καθότι, τι άλλο είναι η ψυχανάλυση, αν όχι μια ατέρμονη αναζήτηση αναγεννήσεων μέσω της ερωτικής εμπειρίας που ξαναρχίζει μόνο για να μετατοπιστεί, να ανανεωθεί και αν όχι να εκτονωθεί, τουλάχιστον να συσσωρευτεί και να εγκατασταθεί στην καρδιά της μεταγενέστερης ζωής του αναλυόμενου ως ευοίωνη προϋπόθεση για την ατελεύτητη ανανέωσή του, για το μη θάνατό του;»

Στο πιο προσωπικό βιβλίο της, η θεωρητικός και ψυχαναλύτρια Julia Kristeva αποπειράται να διερευνήσει ένα από τα πιο δύσκολα ανθρώπινα θέματα: τον έρωτα σε όλες τις εκφάνσεις του. Εκκινώντας από την παραδοχή ότι η ερωτική γλώσσα είναι ανεπαρκής για να εκφράσει το πάθος, την οδύνη, την ευτυχία του έρωτα, η Κρίστεβα επιχειρεί να συνθέσει μια νέα φιλοσοφία του έρωτα.


*My only love, my only hate = Μοναδική μου αγάπη, μοναδικό μου μίσος.

(φωτογραφία από έργο του ζωγράφου James Northcote (1746–1831)

Μου ζητήσατε να σας μιλήσω… Του Περικλή Σφυρίδη

07:08, 10 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102894

Μου ζητήσατε να σας μιλήσω για «τη δημιουργική εμπειρία της γραφής από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο«»ο πεζογράφος, ποιητής, κριτικός της λογοτεχνίας, τεχνοκριτικός και ανθολόγος Περικλής Σφυρίδης, «εξομολογείται» στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, με αφορμή το βιβλίο του Το πάρτι και άλλα διηγήματα, των εκδόσεων της Εστίας.

…Επειδή το βιβλίο μου αυτό είναι μια συλλογή διηγημάτων, θα σας πω λίγα λόγια αρχίζοντας από την έμπνευση ενός διηγήματος μέχρι τη δημοσίευσή του σε κάποιο, συνήθως, λογοτεχνικό περιοδικό.

Πράγματι, και τα δώδεκα διηγήματα του βιβλίου μου αυτού έχουν πρωτοδημοσιευτεί από το 2003 έως το 2010 σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (Η λέξη, Το δέντρο, Fanζειν, Νέα Εστία, Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, Δίοδος).

Όταν συγκεντρωθεί ένας αριθμός διηγημάτων που μπορούν να αποτελέσουν μια αξιοπρεπή συλλογή, τότε έρχεται η σειρά του τυπογραφείου, που αποτελεί, βέβαια, μια τυπική διαδικασία.

            Ανήκω στην κατηγορία των έντονα βιωματικών – έως αυτοβιογραφικών –  πεζογράφων, και η έμπνευση του κάθε διηγήματος προϋποθέτει μια συναισθηματικά έντονα φορτισμένη εμπειρία, από το παρόν ή το παρελθόν, δεν έχει σημασία, και ούτε μπορώ να το ελέγξω.

Συνήθως ένα πρόσφατο περιστατικό που με συγκίνησε ανασύρει δια της μνήμης ένα παλιότερο γεγονός που είχε ανεξίτηλα αποθησαυριστεί εντός μου, και αυτό το περίεργο συναίσθημα που μου προκαλούν με αναστατώνει.

Η αναστάτωση αυτή με οδηγεί στο γράψιμο και η «δημιουργική εμπειρία της γραφής», όπως την ονομάσατε, επιδρά λυτρωτικά στον εσωτερικό μου κόσμο. Είναι μια περίπλοκη πνευματική διεργασία που, πιστέψτε με, δεν την κατέχω ακριβώς κι ούτε μπορώ να την εκφράσω με απλά λόγια.

Πιστεύω πως λειτουργεί όπως η «κάθαρση» σε μια ψυχανάλυση. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως όταν γράφω δεν έχω το μυαλό μου στον αναγνώστη και πολύ περισσότερο τις προτιμήσεις της αγοράς βιβλίου – κάτι που κάνουν πολλοί συγγραφείς τις τελευταίες δεκαετίες και κυκλοφορούν ογκώδη συνήθως μυθιστορήματα για μαζική κατανάλωση.

Εγώ προσπαθώ να περάσω στα γραπτά μου την προσωπική μου συγκίνηση κι αν κατορθώσω να συγκινήσω ένα μικρό μέρος του αναγνωστικού κοινού – αλλά και κάποιους με επαρκή λογοτεχνική παιδεία που με ενδιαφέρει – τότε πιστεύω πώς κάτι κατάφερα.

Ας περάσουμε όμως από τα λόγια στην πράξη. Πάρτε για παράδειγμα το διήγημα Το πάρτι που έδωσε και τον τίτλο στο πρόσφατο βιβλίο μου. Ολόκληρο το διήγημα βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.

Ο φίλος μου καπεταν-Θόδωρος από τη Σκύρο (ήρωας και σε αρκετά άλλα διηγήματά μου) φώναζε συχνά την παρέα του (ένα ζευγάρι κτηνοτρόφων, μια Βουλγάρα μετανάστρια, για την οποία ο καπετάνιος έτρεφε κάποια ερωτική διάθεση, τη γυναίκα μου που χρόνια παίζει τον ρόλο της εξ απορρήτου φίλης του, εμένα που έχω το προνόμιο να είμαι ο προσωπικός γιατρός του, και ενίοτε κάποιον περιστασιακό επισκέπτη, τουρίστα ή ντόπιο) για κανένα βραδινό τσιμπούσι.

Τίποτα το ιδιαίτερο, μέχρι τη βραδιά που ήρθε στο «πάρτι» μια όμορφη και σχετικά νέα γειτόνισσά του, Αθηναία σκυριανής καταγωγής (με την οποία ο καπετάνιος διατηρούσε μακροχρόνιο φιλικό δεσμό),  μαζί με δύο φίλες της.

Ήξερα ότι έπασχε από καρκίνο και ότι  είχε πάει στην Αμερική (διέθετε μεγάλη οικονομική άνεση) για θεραπεία πριν από ένα περίπου χρόνο. Μου το είχε τηλεφωνήσει στη Θεσσαλονίκη περίλυπος ο ίδιος ο καπετάνιος, ζητώντας τη γνώμη μου ως γιατρού, για το ποια επρόκειτο να είναι η έκβαση της αρρώστιας της.

Αυτό που πυροδότησε την έμπνευση του διηγήματος είναι ότι η γυναίκα αυτή, που στο διήγημα της έδωσα το όνομα Ζωή (και το πραγματικό της έχει ανάλογο νόημα), ήρθε με το κεφάλι της γουλί (προφανώς από τη χημειοθεραπεία), το έπαιζε άνετη, και κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, ενώ έπασχε από καρκίνο – μου είχε πει ο καπετάνιος – του πνεύμονα.

Παρόλη την ευθυμία της παρέας που φέρνει το κρασί, εγώ τσάκωσα στο βλέμμα της ένα πετάρισμα από τον φόβο του θανάτου.

Αυτό ανέσυρε από τη μνήμη μου έναν φίλο ζωγράφο, τον Γώγο (έτσι τον ξέραμε και τον λέγαμε στη Θεσσαλονίκη∙ το κανονικό του όνομα ήταν Γιώργος Αναστασιάδης) που ζωγράφισε το πορτρέτο ενός αγαπημένου του μοντέλου (έδωσε στον πίνακα αυτόν και το όνομα του μοντέλου που λεγόταν Βαγγελίτσα) λίγες βδομάδες μετά που η κοπέλα αυτή είχε χειρουργηθεί για όγκο στον εγκέφαλο.

Παρόλο, λοιπόν, που η Βαγγελίτσα το έπαιζε και αυτή άνετη και πόζαρε με τις ώρες για να την ζωγραφίζει ο Γώγος, εκείνος ως πορτρετίστας με έντονη ψυχογραφική ικανότητα, έπιασε τον τρόμο θανάτου στο βλέμμα της και τον «πέρασε» με τη δική του ξεχωριστή τέχνη στον πίνακα.

Κι όλα αυτά μου ήρθαν στο νου όταν ο ζωγράφος και το μοντέλο του έχουν φύγει πια από τη ζωή, αλλά έχω χάσει και τον πίνακα σε μια μεταφορά έργων ζωγράφων της Θεσσαλονίκης, που παρουσίασα σε μια γκαλερί της Κολωνίας.

Φαίνεται ότι αυτό το περίεργο συναίσθημα επικείμενου θανάτου για τη φίλη του ένιωσε το βράδυ εκείνο και ο καπεταν-Θόδωρος, γιατί την επομένη που ήρθε στο εξοχικό μου να με αποχαιρετήσει, επειδή θα αναχωρούσα για τη Θεσσαλονίκη, μου είπε πως είχε την αίσθηση πως ο θάνατος, «ο εξωαποδώ», όπως τον είπε, παρευρισκόταν κι αυτός ως καλεσμένος στο «πάρτι», καθιστός στη μοναδική καρέκλα που είχε μείνει άδεια στο τραπέζι.

Κι όταν τον ρώτησα πώς εκείνος εξηγεί το γεγονός ότι η Ζωή το έπαιζε άνετη, εκείνος με τη θυμόσοφη εγκαρτέρηση που φέρνουν τα χρόνια (ήταν τότε ογδόντα χρονώ και είχε μια ζωή γεμάτη περιπέτειες και τραυματικές εμπειρίες) μου είπε:

«Άκουσε γιατρέ, μην το ψάχνεις και μη χολοσκάς, γιατί η ίδια η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα μικρό ή μεγάλο πάρτι».

Βέβαια, στο διήγημα αυτό, το πορτρέτο της Βαγγελίτσας (το έχω σε διαφάνεια υψηλής ποιότητας∙ υπάρχει επίσης και στο βιβλίο μου Δώδεκα ζωγράφοι της Θεσσαλονίκης, «Ρέκος» 1986, 2η έκδ. 1998) γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο στη δομή του διηγήματος.

Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα διηγήματά μου, όπως, για παράδειγμα  στο διήγημά μου «Οι έρωτες και ο θάνατος του Πάνου Παπανάκου» της ίδιας συλλογής, όπου υπάρχουν ενσωματωμένοι και δύο πίνακες του ζωγράφου.

Πολλοί νομίζουν ότι αυτό απορρέει από τις μελέτες που έχω γράψει για τους ζωγράφους  της Θεσσαλονίκης.

Προσωπικά πιστεύω ότι πρόκειται για κάτι ακόμα.

Όταν γράφω για το έργο ενός ζωγράφου, το κείμενό μου είναι αμιγώς τεχνοκριτικό. Στα διηγήματα που ενσωματώνω πίνακες, το τεχνοκριτικό μέρος μπλέκει αξεδιάλυτα με τη ζωή του ζωγράφου και τη σχέση που είχε αυτή με μένα..

Κι αυτό προϋποθέτει δύο πράγματα: να έχω συνδεθεί φιλικά πολύ στενά με τον ζωγράφο και το περιβάλλον του και, το δεύτερο, να μας δένουν εκλεκτικές ψυχικές συγγένειες. Έτσι κατορθώνω να διεισδύσω όχι μόνο αισθητικά στο έργο του, αλλά και προσωπικά στη ζωή και στον ιδιαίτερο ψυχικό του κόσμο.

  Με τον ίδιο τρόπο είναι γραμμένα και τα υπόλοιπα διηγήματα του βιβλίου. Όλα δηλαδή έχουν έντονο αυτοβιογραφικό υπόστρωμα. Δεν έχει καμιά σημασία αν κάποια είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο κι άλλα σε τρίτο.

Προέρχονται όλα από μια κεντρική συνείδηση, τη δική μου, ανεξάρτητα αν ο ήρωας προσδιορίζεται με την επαγγελματική ιδιότητα του γιατρού (χωρίς όνομα) ή το κεντρικό πρόσωπο λέγεται Πέτρος, που είναι το alter ego μου σχεδόν σ’ όλα τα διηγήματά μου της τριτοπρόσωπης αφήγησης.

Επίσης από τις δώδεκα ιστορίες του βιβλίου οι έξι διαδραματίζονται στη Θεσσαλονίκη και οι άλλες έξι στη Σκύρο. Αυτό είναι επόμενο, αφού από το 1994 που βγήκα στη σύνταξη, περνώ τον μισό μου χρόνο στη Θεσσαλονίκη που είναι η πατρίδα μου, και τον άλλο μισό στη Σκύρο, την ιδιαίτερη πατρίδα του πατέρα μου και, φυσικά, δεύτερη δική μου. Έτσι, σ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων περνούν δυο κόσμοι, όπως τουλάχιστον εγώ τους γνωρίζω.

Αυτός του μεγάλου αστικού κέντρου με τα ανάλογα προβλήματα και τους ανθρώπους του προσωπικού μου περιβάλλοντος (τα τελευταία χρόνια ανθρώπους του λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού σιναφιού), και ο άλλος του μικρού νησιού, με τους απλούς ανθρώπους (ψαράδες, κτηνοτρόφους, συγγενείς και μετανάστες),  με τα προβλήματα, τις συνήθειές τους, τις αγάπες και τα μίση τους, και κυρίως με την σκληρότητα που δείχνουν στα οικόσιτα ζώα, με εξαίρεση τον καπεταν-Θόδωρο, που η ζωοφιλία του μου ενέπνευσε ορισμένα από τα καλύτερα ζωοφιλικά μου διηγήματα.

Σωστά παρατηρήσατε ότι ορισμένα διηγήματα του βιβλίου (εγώ θα έλεγα στα περισσότερα) κυριαρχεί μια θυμόσοφη διάθεση πάνω στα βασικά θέματα της ζωής, τον έρωτα και τον θάνατο, που είναι καθοριστικά της πεζογραφίας μου.

Αυτό οφείλεται στην ηλικία. Αλλιώς έβλεπα, αισθανόμουν και έγραφα όταν ήμουν νέος και αλλιώς τώρα ως ξωμάχος της τρίτης ηλικίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι η πεζογραφική μου πορεία άρχισε με συλλογές ερωτικών διηγημάτων και ακολούθησαν διηγήματα με τραυματικές εμπειρίες από την άσκηση του ιατρικού μου επαγγέλματος. Ύστερα αναβίωσαν μνήμες από τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια στην Γερμανική Κατοχή και τον Εμφύλιο και ήρθαν τέλος τα ζωοφιλικά μου διηγήματα στα οποία διοχέτευσα την τρυφερότητα που τρέφω γι’ αυτά (η οποία γίνεται θρήνος όταν πεθαίνουν), μια τρυφερότητα, θα έλεγα, της τρίτης ηλικίας.

Θα κλείσω την μικρή αυτή, σαν εξομολόγηση, κουβέντα μας με το ερώτημα που μου θέσατε: ποιος ο ρόλος του βιώματος στην πεζογραφία μου και ποιος εκείνος της δημιουργικής φαντασίας.

Καθώς ξέρετε, οι πεζογράφοι χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: στους βιωματικούς και στους συγγραφείς του πνευματικού εργαστηρίου. Οι πρώτοι αξιοποιούν τα βιώματά τους ως υλικό των κειμένων τους και είναι ως επί το πλείστον ρεαλιστές.

Οι δεύτεροι βασίζονται στη δημιουργική τους φαντασία. Βέβαια, αυτές οι δύο κατηγορίες δεν χωρίζονται με το μαχαίρι.

Και οι βιωματικοί συγγραφείς χρησιμοποιούν τη δημιουργική φαντασία τους, γιατί δεν καταγράφουν τα γεγονότα (αυτό είναι δουλειά των δημοσιογράφων), αλλά τα αναβιώνουν μέσα από τα δικά τους ψυχικά φίλτρα, δημιουργώντας έναν δικό τους λογοτεχνικό κόσμο που μιμείται τον πραγματικό.

Οι συγγραφείς του πνευματικού εργαστηρίου περνούν στα κείμενά τους τον δικό τους εσωτερικό κόσμο, με μια γραφή ή αφηγηματική τεχνική (πείτε την όπως θέλετε) συνειρμικής, συνήθως, ροής, μέσα στην οποία υπάρχουν διεσπαρμένα τα βιώματά τους.

Στους πρώτους τα πραγματολογικά στοιχεία στα κείμενά τους επισημαίνονται εύκολα. Στους δεύτερους ανιχνεύονται δύσκολα, εκτός κι αν ο αναγνώστης γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα από τη ζωή του συγγραφέα.

Ανήκω, όπως σας έχω ήδη πει, στην κατηγορία των ακραίων βιωματικών συγγραφέων και αντλώ το υλικό μου από την ίδια τη ζωή μου.

Η κ. Σωτηρία Σταυρακοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια φιλολογίας στο Α.Π.Θ. και πεζογράφος η ίδια, δημοσίευσε μια μελέτη για την πεζογραφία μου που τιτλοφορείται Περικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του  (Εστία, 2011). Μέσα εκεί θα δείτε ότι ορισμένοι κριτικοί αποκάλεσαν τα διηγήματά μου «φέτες ζωής».

Όταν, λοιπόν, η ίδια η ζωή μου προσφέρει όλες τις λεπτομέρειες για να γράψω ένα διήγημα, τότε δεν χρειάζομαι τη βακτηρία της δημιουργικής φαντασίας μου για να το ολοκληρώσω. Όταν, όμως, δεν συμβαίνει αυτό, τότε η δημιουργική φαντασία εισβάλλει δυναμικά στο γράψιμο ενός διηγήματος συμπληρώνοντας τα κενά.

Επειδή όμως τα διηγήματά μου (και τα δύο μυθιστορήματά μου φυσικά) διαθέτουν πάντα αληθοφάνεια, ο αναγνώστης δεν μπορεί να καταλάβει σε ποιο βαθμό τα όσα εξιστορώ υπήρξαν πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα και ποια φανταστικά.

Πάντως στο Το πάρτι και άλλα διηγήματα που μας ενδιαφέρει εδώ, η δημιουργική φαντασία είχε ρόλο κομπάρσου.

Αυτά για το έργο μου και με συγχωρείτε για την περιαυτολογία – εσείς μου το ζητήσατε.-«

Ο Περικλής Σφυρίδης γεννήθηκε το 1933 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει.

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καρδιολόγος έως το 1994. Διατέλεσε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης από το 1975 μέχρι το 1981.

Στα γράμματα εμφανίστηκε με ποιητική συλλογή το 1974 και συνεργάστηκε στενά με το περιοδικό «Διαγώνιος». Από το 1985 έως το 1990 κυκλοφόρησε την ετήσια έκδοση με ανέκδοτα κείμενα πεζογράφων της Θεσσαλονίκης «Παραφυάδα».

Από το 1987 έως το 1996 ήταν σύμβουλος έκδοσης (υπεύθυνος ύλης) του περιοδικού «Το τραμ».

Το 1996 διοργάνωσε το συνέδριο «Παραμυθία Θεσσαλονίκης» για την πεζογραφία της πόλης από το 1912 μέχρι το 1995 και επιμελήθηκε τα πρακτικά του συνεδρίου (1997).

Στο διήγημα του «Το μυστικό» βασίζεται η ταινία του Τάσου Ψαρά «Η άλλη όψη» (1991), το σενάριο της οποίας έγραψε ο ίδιος μαζί με το σκηνοθέτη. Άλλα δύο διηγήματά του έγιναν τηλεταινίες από την ελληνική τηλεόραση (ΕΡΤ): «Καρτέλα ασθενούς» και «Το μπλέξιμο».

Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, δέκα συλλογές διηγημάτων, δύο μυθιστορήματα και ένα αυτοσχόλιο πνευματικής πορείας.

Κυκλοφόρησε μελέτες για λογοτέχνες, ζωγράφους και τρεις ανθολογίες για τους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης, μία εκ των οποίων μεταφράστηκε στα γερμανικά και άλλη στα αγγλικά. Συνεργάστηκε με τα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.

Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, στα αγγλικά και στα ολλανδικά. Για το πεζογραφικό του έργο έχουν δημοσιευθεί πολλά κριτικά κείμενα και αυτοτελείς μελέτες. Από τις εκδόσεις της «Εστίας» κυκλοφορεί το βιβλίο της επίκουρης καθηγήτριας του Α.Π.Θ. Σ. Σταυρακοπούλου, «Περικλής Σφυρίδης. Ο πεζογράφος και η κριτική για το έργο του» (2011).

«Καθώς τέλειωσα εγώ με τα δικά μου, βλέπω τον Αλμπέρτο Ναρ να σηκώνεται και ν’ αγκαλιάζει τον άλλον Αλμπέρτο, που λέγεται στο επώνυμο Στοκ, και να γίνονται οι δυο τους ένα σύμπλεγμα καημού και πίκρας. Ανοίγω κι εγώ τα χέρια μου και τους περικλείω εντός μου και τους ρωτώ: «Πέστε μου αδέλφια, γιατί δεν θέλω να φύγω κι εγώ με την απορία, εσείς που τώρα πετάτε πάνω από το παρελθόν, παρόν, ίσως και μέλλον, καθώς επιβιώνετε εν τοις ουρανοίς, ποιος ο λόγος, γιατί και για ποιους έγινε αυτός ο πόλεμος, αυτή η συμφορά, τώρα που το Νταχάου, το Άουσβιτς και Μπέργκεν Μπέλσεν έγιναν τουριστικά αξιοθέατα μιας φρίκης ανομολόγητης;»»

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Περικλή Σφυρίδη,Το πάρτι και άλλα διηγήματα, εκδ. Εστία)

Το δικαίωμα στη ζωή. Η πραγματική ιστορία της Τζωρτζίνας Ξένου

07:08, 09 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102631

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε όλους τους μικρούς αγγέλους που γνωρίσαμε μέσα από αυτή την περιπέτεια και έχασαν την μάχη με τον καρκίνο, αλλά και σε όλους τους μικρούς ήρωες που αγωνίστηκαν και συνεχίζουν να αγωνίζονται για να κερδίσουν το αυτονόητο για όλους εμάς: Το δικαίωμά στην ζωή» η Μαρίζα Σουμπασάκη, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, την εμπειρία της συγγραφής του αυτοβιογραφικού βιβλίου «Γεννημένη νικήτρια» που έγραψαν με την κόρη της Τζωρτζίνα Ξένου, και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

«Το βιβλίο Γεννημένη νικήτρια  είναι η πραγματική ιστορία της κόρης μου Τζωρτζίνας, όπως την ζήσαμε πριν από τριάμισι χρόνια, στα εντεκάμισί της χρόνια.

Μέχρι τότε ήταν μία επιτυχημένη αθλήτρια στον χώρο του Καράτε, με μεγάλες επιτυχίες εντός και εκτός Ελλάδος. Ξαφνικά ο καρκίνος χτύπησε την πόρτα της, φέρνοντας τα πάνω κάτω στην ζωή μας και κλονίζοντας τις ισορροπίες μας.

Αποτελεί μία απόλυτα ειλικρινής μαρτυρία,  για όσα ζήσαμε, φοβηθήκαμε, πολεμήσαμε και κατακτήσαμε.

Στις σελίδες του ξετυλίγονται όλα τα γεγονότα που βιώσαμε η κάθε μια από την πλευρά της.

Ο τρόπος που το αντιμετωπίσαμε και πως συνεχίστηκε η ζωή μας μετά από αυτή την εμπειρία.

Η δύναμη που αντλούσε η Τζωρτζίνα μέσα από την μεγάλη της αγάπη για τον αθλητισμό και ιδιαίτερα  μέσα από το Καράτε και την φιλοσοφία του.

Η βοήθεια που πήρε μέσα  από τα αγαπημένα της πρόσωπα, τους φίλους και την οικογένειά της, καθώς και από τα παιδιά που περνούσαν το ίδιο, πρόσωπα που δέθηκε, αγάπησε και που σημάδεψαν την ζωή της. Όπως και σημάδια που έμειναν ανεξίτηλα στην μνήμη της από τις απώλειες πολλών από αυτούς.

Η δύναμη που βρήκε να σηκώσει το κεφάλι ψηλά και να παλέψει να διεκδικήσει όλα όσα κατείχε και πριν, ο αγώνας της με πείσμα και θέληση μέχρι να δικαιωθεί.

Οι επιτυχίες που κατάφερε να επαναλάβει στον ίδιο βαθμό με παλιά. Eπιτυχίες που δεν πετυχαίνονται εύκολα  από οποιονδήποτε, πόσο μάλλον από κάποια που ήρθε αντιμέτωπη με τον θάνατο, πάλεψε για να κερδίσει πίσω την ζωή της, πόνεσε, καθηλώθηκε για μήνες σε ένα κρεββάτι, αγωνίστηκε, τυραννίστηκε…

Πανελλήνιες και διεθνής χρυσές νίκες που έκαναν την περιπέτεια αυτή να μοιάζει μικρή και ασήμαντη σα να μην είχε συμβεί ποτέ και την οδήγησαν στην βράβευσή της ως Γυναίκα της χρονιάς.

Όλα όσα διδαχτήκαμε τα οποία θελήσαμε να  μοιραστούμε με τους συνανθρώπους μας, για να πιστέψουν κι αυτοί  πως μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα αν το θελήσουμε πραγματικά. Πως, οι δυνάμεις που έχουμε μέσα μας είναι απεριόριστες και μπορούμε να τις βρίσκουμε και να παλεύουμε ενάντια στην κάθε δυσκολία.

Μπορούμε  να είμαστε  οδηγοί στο ταξίδι της ζωής μας, κι όχι απλοί θεατές. Μπορούμε να αγωνιζόμαστε και να απολαμβάνουμε τη νίκη…

Μπορούμε να ανακαλύπτουμε τα θετικά από την κάθε εμπειρία και να φυλάμε την πολύτιμη γνώση μέσα μας.

Και η απόδειξη είναι το ίδιο το μικρό αυτό κορίτσι που δυναμώνει μέσα από την γνώση αυτής της εμπειρίας και μεταμορφώνεται σε μία ώριμη αλλά και σοφή κοπέλα που βρίσκει  τον τρόπο όσο και την δύναμη να πολεμήσει τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες της ζωής για να πετύχει τον στόχο της!

Η Τζωρτζίνα χωρίς να το καταλαβαίνει εμπνέει πλέον σε όλους πόσο σημαντικό δώρο είναι αυτό της ζωής, επισημαίνοντας ότι δεν είναι κάτι δεδομένο, ότι κάποιοι άλλοι παλεύουν γι αυτήν!

Εμπνέει το πως να εκτιμάμε την κάθε στιγμή σα να είναι η τελευταία μας…

Αφορμή για την ύπαρξη  του βιβλίου στάθηκε ο παιδοκαρδιολόγος της Τζωρτζίνας κ. Σπύρος Ράμμος ο οποίος την προέτρεψε να  γράψει την περιπέτειά της για να βοηθήσει κι άλλους ανθρώπους που περνούν παρόμοια κατάσταση να την αντιμετωπίσουν το ίδιο αποτελεσματικά μ’ εκείνην.
Η ιδέα του μας άγγιξε πολύ γιατί όσοι κατάφερναν να βγουν νικητές  από αυτή την αρρώστια ήταν εκείνοι που έδιναν δύναμη και σ’ εμάς όταν αγωνιζόμασταν.

Έτσι σιγά σιγά με την βοήθεια των αναμνήσεων και του  ημερολογίου που κρατούσε η Τζωρτζίνα,  ξεκίνησε να γράφει…

Στην συνέχεια εγώ, ως μητέρα, συμπλήρωνα τα δικά μου βιώματα και συναισθήματα από την πλευρά του γονιού.

Όταν τελειώσαμε την συγγραφή, έχοντας μάθει η μία τα πάντα για τα συναισθήματα της άλλης και συζητώντας την εμπειρία μας είχαμε  και οι δύο την αίσθηση ότι μπορούμε να αφήσουμε πίσω το παρελθόν και να προχωρήσουμε μπροστά.

Το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε όλους τους μικρούς αγγέλους που γνωρίσαμε μέσα από αυτή την περιπέτεια και έχασαν την μάχη με τον καρκίνο, αλλά και σε όλους τους μικρούς ήρωες που αγωνίστηκαν και συνεχίζουν να αγωνίζονται για να κερδίσουν το αυτονόητο για όλους εμάς: Το δικαίωμά στην ζωή.»

Για τα ιδανικά και το νόημα του κάθε αγώνα. Toυ Βασίλη Χριστόπουλου

07:08, 07 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102529

…επεδίωξα να γράψω ένα  μυθιστόρημα για τη  μνήμη και το ασυνείδητο, γι αυτά που σφραγίζουν τις επιλογές στη ζωή ενός άντρα· για τα ιδανικά και το νόημα του κάθε αγώνα» ο συγγραφέας Βασίλης Χριστόπουλος, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, τη δημιουργική πορεία της συγγραφής –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου του: Δεν θα ησυχάσουμε ποτέ, εκδ. Κέδρος.

Ξεκίνησα να σχεδιάζω τοΔεν θα ησυχάσουμε ποτέ  στο τέλος του 2007.  Είχα μόλις  παραδώσει  τη συλλογή  διηγημάτων Αναζητώντας το Θεό.  Το ομώνυμο διήγημα της συλλογής (στο οποίο σχολίαζα την πρώτη 8ετία του Πασοκ και τη διάψευση των ελπίδων που καλλιέργησε) αποτέλεσε για μένα  μια στροφή από τον παρελθόντα χρόνο  στην τρέχουσα  πραγματικότητα.  Μέχρι τότε είχα εκδώσει τρία ιστορικά μυθιστορήματα: Κάτοικος Πατρών (Κέδρος 1998), Στο φως της ασετιλίνης (2002),  Κι εσύ Έλληνας, ρε; (Κέδρος, 2005)  και τη  συλλογή Αναζητώντας το Θεό (2008).

Το 2007 είναι   μια χρονιά  που ακόμη δεν έχουν  διαφανεί  σημάδια της οικονομικής κρίσης. Η Ελλάδα και η Ευρώπη εξακολουθούν  να ζουν στην  ευημερία. Μόνο μετά το Σεπτέμβριο του 2008 με τη χρεοκοπία της Λίμαν Μπράδερς κάποιοι αρχίζουν να μιλούν  για την επερχόμενη  χρηματοπιστωτική κρίση. Αλλά η Ελλάδα «είναι θωρακισμένη», έτσι μας διαβεβαιώνει η κυβέρνηση και δεν ανησυχούμε.  Ταυτόχρονα, για όποιον παρακολουθεί πιο κριτικά τα πράγματα,  η παρανομία, η διαπλοκή, η συναλλαγή, θριαμβεύουν. Οι πρόσφυγες εισέρχονται δραματικά στη ζωή των αστικών κέντρων. Ένας διάχυτος ρατσισμός διαπερνά τις πόλεις.

Το συγγραφικό μου σχέδιο, του 2007,  είναι ένα μυθιστόρημα για  την έκνομη Ελλάδα και την ανήθικη ευδαιμονία της. Βεβαίως όταν μετά τις εκλογές του  2009,  αρχές του 10, η κρίση χτυπάει την Ελλάδα με ΔΝΤ και το 1ο μνημόνιο, το βιβλίο προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα, χωρίς να παρεκκλίνει από το αρχικό σχέδιο.

Το Δεν θα ησυχάσουμε ποτέ διαδραματίζεται στο  2013, στην πόλη Εσπερία, μια φανταστική πόλη – λιμάνι  της Δυτικής Ελλάδας.  Το μυθιστόρημα ξεκινά με  μια πυρκαγιά. Το  υπερκατάστημα  παιχνιδιών Ciaobambini  τυλίγεται στις φλόγες. Μια  μητέρα με το  παιδί της  και   μια νεαρή υπάλληλος απανθρακώνονται.  Οι αρχές δείχνουν για εμπρηστές  τους πρόσφυγες του παρακείμενου καταυλισμού. Τα ερωτήματα που πλανώνται στην Εσπερία είναι: Το κτίριο είχε  πυροπροστασία; Ήταν νόμιμο; Αν  δεν ήταν,  πόσο αυτό δυσκόλεψε την αντιμετώπιση της φωτιάς; Γιατί οι δημόσιες υπηρεσίες δεν κάνουν τη δουλειά τους;

Κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος είναι  ο  Λαοκράτης Κούκης.  Για να τον πλάσω ανέσυρα από τη μνήμη μου εικόνες που ανάγονται στην περίοδο της  ενεργού συμμετοχής  μου στην αριστερά. Θυμόμουν ζωντανά λαϊκούς  ανθρώπους του σκληρού μεροκάματου να απολαμβάνουν  τη συμμετοχή τους στην κομματική ζωή σαν μια άσκηση ελευθερίας και συμμετοχής, σαν να είναι το μόνο μέρος της ζωής τους που έχει νόημα να ζεις.

Ο Λαοκράτης είναι ένας συνταξιούχος εμπειρικός τοπογράφος,  που μόλις έχει αρχίσει να δημοσιογραφεί ερασιτεχνικά στην Ημερησία, τη  μικρής κυκλοφορίας εφημερίδα του  παλιού του συντρόφου Στέλιου Χαϊκάλη. Η μαχόμενη δημοσιογραφία αποτελεί  γι αυτόν ένα όνειρο ζωής.

Πίστευα ότι ζούσα χωρίς την αξιοπρέπεια που δίνει η συμμετοχή στην  κοινωνία, η συμμετοχή σε κάποιον κοινωνικό σκοπό. Όλα αυτά τα χρόνια της σκληρής βιοπάλης αισθανόμουν ένας άνθρωπος της μάζας, αποκομμένος από τη δημόσια ζωή, ένας αυτοφιμωμένος και άχρηστος ιδιώτης. Γι’ αυτό και πίστευα ότι μέσα από τη δημοσιογραφία θα μεταμορφωνόμουν σε ενεργό πολίτη, καθώς στην εφημερίδα θα αποκτούσα βήμα και γνώμη».

Ο Λαοκράτης με τον τρόπο του εκφράζεις απόψεις για την κοινωνική συμμετοχή που επεξεργάστηκε θαυμάσια  η Χάννα Άρεντ.

Ταυτόχρονα ο Λαοκράτης προέρχεται από την αριστερή παράδοση. Από τον Μακρονησιώτη πατέρα του, πρώτα, και τη δική  του νεανική  στράτευση στη συνέχεια  διαμόρφωσε  μια ενεργή κοινωνική  συνείδηση και ένα πάθος για τη δικαιοσύνη.

Τον επέλεξα   αριστερό  για δυο ακόμη λόγους.  Ήθελα  να διαπλέξω τις επιλογές του με τις περιπέτειες του  πατέρα του και  με έναν τραυματικό νεανικό του έρωτα την εποχή της στράτευσής του. Ταυτόχρονα επεδίωκα να τον φέρνω σε σύγκρουση, ιδεολογική και συνειδησιακή, με την αριστερά του: καταγγέλλει μια δημόσια διοίκηση όταν η αριστερά δίνει αγώνα να την προστατέψει από απολύσεις και ιδιωτικοποιήσεις.

Παρά τους  ενδοιασμούς του, τα στοιχεία της έρευνάς του είναι αδιάσειστα. Αλλά πέραν αυτών, εργαζόμενος  χρόνια  στον ιδιωτικό τομέα, έχει συνεργαστεί με υπηρεσίες του δημοσίου και γνωρίζει από πρώτο χέρι πώς γίνονται οι δουλειές.

Αφού  ολοκλήρωσα την κοινωνική και ψυχογραφική διάπλαση  του Λαοκράτη, τον άφησα ελεύθερο να κινηθεί  και να δράσει, με τον τρόπο του βέβαια, μέσα στο έκνομο περιβάλλον της Εσπερίας.

Ένα άλλο ζήτημα που με απασχόλησε ήταν η  γλώσσα και ο τρόπος της αφήγησης. Η γλώσσα προήλθε από τη φύση του χαρακτήρα: απλή και λαϊκή με κάποια διανοούμενη επίφαση στα στοχαστικά μέρη.  Για τον τρόπο αφήγησης μετά από δοκιμές επέλεξα την πρωτοπρόσωπη. Αφήγηση  σε  Α’ πρόσωπο. Εξομολογητική και νοερή, αφού δεν απευθύνεται σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, δηλαδή μια αφήγηση απόλυτα προσωπική και ελεύθερη.

Η αφήγηση είναι  σύγχρονη με τα γεγονότα  αλλά όχι ταυτόχρονη. Αφηγείται τα συμβάντα  μικρών διαστημάτων (εβδομάδων ή 10ημέρων).  Έτσι γεγονότα προηγούμενων  διαστημάτων ξαναεμφανίζονται  στην αφήγηση  κάποιου  μεταγενέστερου χρονικού  διαστήματος  φωτισμένα από τη γνώση που  εν τω μεταξύ αποκτήθηκε.

Και τώρα η βασική πλοκή: Ο Λαοκράτης κατά προτροπή του εκδότη Χαϊκάλη  ερευνά την έλλειψη πυροπροστασίας του κτιρίου και  καταγγέλλει  πυροσβεστική και πολεοδομία ως ηθικούς αυτουργούς της τραγωδίας. Μια  πρώτη δολοφονία, του διοικητή της πυροσβεστικής, συγκλονίζει την Εσπερία. Μετανάστες  συλλαμβάνονται  ως  ύποπτοι για τη δολοφονία.  Μια  οργάνωση, η Πέντε Δέλτα με  προκήρυξή της  χαιρετίζει τη  δολοφονία. Η Πέντε Δέλτα δηλώνει ότι  στρέφεται  κατά της  Δυναστείας Διαπλοκής  και Διαφθοράς της  Δημόσιας  Διοίκησης. Χαιρετίζει τη  δολοφονία  χωρίς να αναλαμβάνει την ευθύνη.

Κατά την έρευνα  του Λαοκράτη αναδεικνύεται η διαφθορά της διοίκησης (που κατά τον πρόεδρο του Εμπορικού Συλλόγου έχει το χαρακτήρα οργανωμένης φαμίλιας), τα αντικρουόμενα επιχειρηματικά συμφέροντα,  η μαφία του λιμανιού που διακινεί τους πρόσφυγες, οι ρατσιστικές οργανώσεις που επιδιώκουν εκκαθάριση των προσφύγων και μια  τοπική  εξουσία (πολιτικό προσωπικό, ελεγκτικοί  μηχανισμοί,  δικαστικές και αστυνομικές αρχές) που προσπαθεί να  συγκαλύψει αλλά και να  ενοχοποιήσει τους πρόσφυγες της Εσπερίας  ώστε να προετοιμάσει την κοινή γνώμη  για ένα πογκρόμ εναντίον τους.

Προς τα μέσα της έρευνάς του ο Λαοκράτης ανακαλύπτει ότι ο  παλιός του σύντροφος  και εκδότης Χαϊκάλης βρίσκεται σε μυστική συμφωνία με την  διευθύντρια  της ασφαλιστικής NIS Group.  Τον προέτρεψε στην έρευνα της τραγωδίας  προκειμένου η ασφαλιστική με τη δικαιολογία των πολεοδομικών και πυροπροστατευτικών παραβάσεων του Ciabambini,  να επιτύχει  την μη καταβολή ασφαλίστρων.  Η διευθύντρια της Ασφαλιστικής είναι και ο πρώτος νεανικός έρωτας του Λαοκράτη. Τελικά τα πράγματα είναι σχετικά, τίποτα δεν είναι απόλυτο. Κάποιος  που αντιστέκεσαι σε μια παρανομία,  μπορεί με την  αντίστασή του  να  καλύπτει την  εξυπηρέτηση  κάποιων άλλων συμφερόντων.

Ο Λαοκράτης  κλονίζεται, αλλά συνεχίζει  την  έρευνά  του. Καταλήγει  ότι τα εγκληματικά κέντρα Πέντε Δέλτα και Μαφία λιμανιού ετοιμάζουν και  μια δεύτερη δολοφονία. Ανήσυχος πηγαίνει  στην αστυνομία να καταθέσει τα στοιχεία του, και  εκεί βρίσκει ένταλμα του εισαγγελέα που τον κατηγορεί για  ηθικό  αυτουργό στην απαξίωση του δημοσίου και στη δολοφονία του διοικητή της πυροσβεστικής. Το κουβάρι της  Εσπερίας είναι πολύ μπερδεμένο. Αντί να το ξεμπλέξει   μπλέκει ο ίδιος. Τα νήματά του  τον τραβούν στην παράνοια και σε μια απαισιόδοξη   αντίληψη της πραγματικότητας.

Αλλά ο  ήρωας του βιβλίου δεν θα  μπορούσε να μην εκπληρώσει το προσωπικό του όραμα. Ακόμη κι όταν συνειδητοποιεί τι  κρύβεται πίσω από αυτήν την βαθιά του ανάγκη:

Είναι  ματαιότητα να προσπαθείς να  αποφύγεις την ανάγκη σου να ζήσεις μια ζωή στην υπηρεσία της δικαιοσύνης, μια ζωή προσφοράς…  Για μένα προσωπικά  και πιθανόν για μερικούς από εσάς που από την εφηβεία μας γαλουχηθήκαμε με τέτοιες ηθικές αξίες, η μόνη λύση που έχουμε είναι να προσπαθήσουμε να  εκπληρώσουμε αυτήν την ανάγκη μας, όσο ακριβό κι  αν είναι το τίμημα. Γιατί αλλιώς δεν θα ησυχάσουμε ποτέ.

Δεν αποκαλύπτω περισσότερα από την εξέλιξη της πλοκής, κυρίως θέλω να  αποκρύψω  την κορύφωση  και το φινάλε. Γιατί, τελικά,  κατέληξα να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Ή κάτι σαν αστυνομικό.

Ένα πολιτικό – υπαρξιακό μυθιστόρημα, ένα ελληνικό αντι – ρομάν νουάρ  στη σκληρή περίοδο  της χρεοκοπίας και  της προσφυγιάς, που  αναδεικνύει  τα προβλήματα αλλά και τις χρόνιες  παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας: τη διαφθορά, την αναξιοκρατία, το έλλειμμα δημοκρατίας, τη δεινή θέση όσων δεν εντάσσονται στο κάθε φορά κυρίαρχο σύστημα εξουσίας.

Ταυτόχρονα επεδίωξα να γράψω ένα  μυθιστόρημα για τη  μνήμη και το ασυνείδητο, γι αυτά που σφραγίζουν τις επιλογές στη ζωή ενός άντρα· για τα ιδανικά και το νόημα του κάθε αγώνα.-

Ο Βασίλης Χριστόπουλος γεννήθηκε το 1951 στην Πάτρα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Αθήνας και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Χωροταξία και Περιφερειακή Ανάπτυξη στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης. Από το 1976 ζει και εργάζεται στην Πάτρα. Έχει δημοσιεύσει μελέτες για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, δοκίμια για την τέχνη και μικρά πεζογραφήματα.

Η κοινωνία πριν αποκτηνωθεί αδιαφορεί. Του Βασίλη Παπαθεοδώρου

07:08, 08 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102589

Η γενικότερη αδιαφορία που είναι αποτυπωμένη στους «Άρχοντες», κατέχει κεντρική θέση στο βιβλίο, ως συστατικό μιας κοινωνίας η οποία, λίγο πριν αποκτηνωθεί εξ’ ολοκλήρου, αδιαφορεί για το τι συμβαίνει στο συνάνθρωπό της» ο συγγραφέας Βασίλης Παπαθεοδώρου, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, τη δημιουργική πορεία της συγγραφής –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο– του βιβλίου του: Οι άρχοντες των σκουπιδιών, των Εκδόσεων Καστανιώτη.

Την πρώτη φορά που τους είδα να σέρνουν ένα  καρότσι σούπερ μάρκετ, με χαρτιά ή μέταλλα μέσα σε αυτό, θα ήταν πριν από μήνες, σε κάποια γειτονιά. «Βρε τους μπαγάσες», σκέφτηκα, βρίσκοντας το θέαμα έως και διασκεδαστικό.

Όταν μετά από εβδομάδες, έβλεπα πλέον τα καροτσάκια  να σέρνονται επί της Πανεπιστημίου ή της Ακαδημίας, τους ίδιους να χώνονται στους κάδους των σκουπιδιών, αυτούς που μοιάζουν με καμπάνα κι έχουν μια σχισμή στο πλάι, και να βγάζουν το χέρι τους, δίνοντας σκουπίδια στο συνεργάτη τους, θεώρησα το θέαμα αποτρόπαιο. Με τον καιρό το «συνήθισα».

Την πρώτη φορά που είδα άστεγο να κοιμάται στα σκαλιά της Τράπεζας της Ελλάδος, ή έξω από τον ΙΑΝΟ ή σε οποιοδήποτε άλλο κεντρικό σημείο της Αθήνας, βρήκα το θέαμα σοκαριστικό. Με τον καιρό το «συνήθισα».

Την πρώτη φορά που πήγα να πατήσω σύριγγα έξω από την Εθνική Βιβλιοθήκη και την απέφυγα τελευταία στιγμή, βρήκα την κατάσταση ντροπιαστική. Με τον καιρό τη  «συνήθισα».

Οι «Άρχοντες των σκουπιδιών» είναι ένα βιβλίο που προέκυψε από την ανάγκη να μη συμβιβαστώ και να μη συνηθίζω τις εικόνες που βλέπω κάθε μέρα γύρω μου, την αθλιότητα που έχει πάρει πλέον κυρίαρχη θέση στην καθημερινότητα.  Άμυνά μου; Ή «επίθεση»; Δεν ξέρω πώς να το ονομάσω αυτό, το σίγουρο όμως είναι πως η έμπνευση του βιβλίου, ο χειρισμός του θέματος, η διαδικασία γραψίματος, ήταν η δική μου αντίδραση, σε αυτά που ζούμε, καθώς και έναντι του εαυτού μου.

Το βιβλίο δεν είναι καθαρά παιδικό, κινείται μεταιχμιακά, μεταξύ εφηβικής/ νεανικής λογοτεχνίας και λογοτεχνίας ενηλίκων, διαβάζεται τόσο από παιδιά γυμνασίου, όσο και από ενήλικες. Ήταν δε το πρώτο βιβλίο, έπειτα από καιρό, που το χάρηκα τόσο πολύ γράφοντάς το, γιατί για μένα ήταν μια διαδικασία φυγής.

Το αν θα αρέσει στον αναγνώστη, είναι άλλο πράγμα, εμένα με ευχαρίστησε που κατόρθωσα να εκφραστώ για όσα συμβαίνουν, να πάρω θέση και εντέλει να ξεφύγω, έστω κι εάν όλο αυτό διήρκεσε όσο η συγγραφή του μυθιστορήματος (περίπου 2 μήνες), και μετά ξανάπεσα με τα μούτρα στην αντιμετώπιση της μίζερης καθημερινότητας. Το ίδιο είχε συμβεί όταν έγραφα το «Στη Διαπασών» ή τα «Χνότα στο τζάμι». Μια εκτόνωση που είχε κρατήσει όσο και η συγγραφή, λίγη μεν, αλλά απαραίτητη.

Θυμάμαι το 2007, στις μεγάλες πυρκαγιές της Ηλείας, κάποιοι από τα γύρω χωριά, κάθονταν στα καφενεία και έπαιζαν τάβλι και πρέφα. Είχα δει φωτογραφίες από το τσουνάμι του 2004, όπου στην άλλη άκρη κάποιων από τα πληγέντα νησιά, οι τουρίστες απολάμβαναν τον ήλιο και τις διακοπές τους, ελάχιστες μέρες μετά την καταστροφή.

Η γενικότερη αδιαφορία που είναι αποτυπωμένη στους «Άρχοντες», κατέχει κεντρική θέση στο βιβλίο, ως συστατικό μιας κοινωνίας η οποία, λίγο πριν αποκτηνωθεί εξ’ ολοκλήρου, αδιαφορεί για το τι συμβαίνει στο συνάνθρωπό της.

Το βάρος της ευθύνης δεν πέφτει μόνο στους πολιτικούς, ούτε στην πανταχού απούσα εκκλησία, ούτε στους επιστήμονες που δεν προσφέρουν λύση για τα μεγάλα προβλήματα, αλλά σε όλους ανεξαιρέτως, στο βαθμό βέβαια που αναλογεί στον καθένα.

Το γεγονός επίσης πως αυτή την περίοδο, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, χάνονται κεκτημένα δεκαετιών, μου έδωσε την ιδέα για μια αντιστροφή της Ιστορίας, της Παγκόσμιας Ιστορίας πλέον, ένα rewind, όπου θα περιγράφονται προς τα πίσω οι κυριότερες ιστορικές στιγμές.

Φράσεις όπως «εργασιακός Μεσαίωνας», «ύφεση δεκαετίας του ‘30» και άλλες, μου έδωσαν την ιδέα, οι ήρωες του βιβλίου να ξαναζήσουν τη δεκαετία του ’30 και το Μεσαίωνα, αλλά μαζί με αυτά και το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Γαλλική Επανάσταση, τις Σταυροφορίες, τη Ρωμαϊκή εποχή, τις πόλεις-κράτη, κλπ.

Και βέβαια ο κάθε ήρωας θα είχε τις επιλογές του κατά την πλοκή, να διαλέξει στρατόπεδο, να παραμείνει με ηθικές αξίες ή να τις θυσιάσει κι αυτές στο όνομα της γενικότερης κατάρρευσης. Ένα μόνο είναι σίγουρο, όλοι οι χαρακτήρες του, καλοί και κακοί, δε θα έμεναν στο τέλος ίδιοι, κι αυτό γιατί θα άλλαζαν οι εξωτερικές συνθήκες.

Άλλους αυτή η αλλαγή θα τους οδηγούσε σε μια ηθική αναβάπτιση ή αναγέννηση, άλλους σε μια αποκτήνωση. Πάντως η επιλογή υπάρχει στο βιβλίο, ποια κατεύθυνση μπορεί δυνητικά να ακολουθήσει κανείς.

Παράλληλα, ένα άλλο σημείο που με απασχόλησε και με απασχολεί είναι το ζήτημα του όχλου, στους «Άρχοντες» έρχεται κι επανέρχεται σε ευθεία αντιδιαστολή με τη συλλογική προσπάθεια, την ομαδικότητα που επιδεικνύεται από ανθρώπους που φαινομενικά δεν έχουν τίποτα άλλο κοινό, παρά ένα συγκεκριμένο σκοπό και στόχο. Γι’ αυτό έχω ενσωματώσει σκηνές από διαδηλώσεις, από πάρτι, ακόμα κι από τα social media, που φαίνεται να προσφέρουν την ψευδαίσθηση του «όλοι μαζί», ενώ τελικά φέρνουν τις περισσότερες φορές στο προσκήνιο την ψυχολογία του «ντου» και του «γιούρια».

Όπως όλα τα βιβλία μου, έτσι κι αυτό είναι κατά βάθος ένα βιβλίο πολιτικό. Αλλά παράλληλα είναι κι ένα βιβλίο δράσης. Αυτά τα δύο στοιχεία τα χρησιμοποιώ πάντα ως βασικά συστατικά όταν γράφω, ότι μιλάω κι εκφράζομαι καλύτερα μέσω αυτών.

Ούτως ή άλλως γράφοντας, προσπαθώ πάντα να ικανοποιηθώ εγώ ο ίδιος, χωρίς να έχω αγχωτικά στο μυαλό μου, το αν θα αρέσει στον αναγνώστη. Θέλω αυτό που κάνω να αρέσει καταρχήν σε μένα, ούτως ώστε να υπάρχει η πιθανότητα να αρέσει μετά και στον άλλον.

Αλλιώς ο ψυχαναγκασμός του να γραφεί κάτι φαίνεται σε αυτόν που θα το πάρει και θα το διαβάσει, και εντέλει τον απωθεί. Γράφω δηλαδή για μένα, παρόλο που έχω στην άκρη του μυαλού μου το δυνητικό αναγνώστη, γράφω τελικά μόνο για μένα, για τη διαδικασία του να κάνω κάτι δημιουργικό.

Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι λοιπόν τη φράση-κλισέ που λέγεται, πως το γράψιμο δηλαδή είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση.  Και λυτρωτική, και δημιουργική, θα πρόσθετα εγώ. Και φυσικά θα ήταν ευχής έργον να θεωρείται και η ανάγνωση κάπως έτσι.

Δεν ξέρω αν τελικά το γράψιμο ή το διάβασμα είναι ένα καλό μέσο, ψυχολογικής τουλάχιστον, αντιμετώπισης της κρίσης. Σίγουρα όμως είναι ένας τρόπος, ένα εργαλείο διαφυγής.

Και προσωπικά πιστεύω ότι –ίσως- και να ήταν καλύτερα τα πράγματα εξαρχής, ενδεχομένως όχι ριζικά, αλλά τουλάχιστον μια κάποια διαφοροποίηση θα υπήρχε, εάν το βιβλίο και η ανάγνωση γενικά κατείχαν περισσότερο χώρο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των πολιτών.-

Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Τελείωσε τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και σπούδασε μεταλλουργός και χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ, ενώ έκανε μεταπτυχιακά στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Έχει κυκλοφορήσει έως τώρα δέκα νεανικά και εφηβικά μυθιστορήματα, πέντε από τα οποία («Το μήνυμα», «Οι Εννέα Καίσαρες», «Χνότα στο τζάμι», «Στη διαπασών», «Το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας») διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στο Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, σε μετεκπαιδευόμενους δασκάλους.

Έχει τιμηθεί δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας και δύο φορές με το Βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» (2008, 2010) για τα βιβλία του «Χνότα στο τζαμί» και «Στη διαπασών». Επίσης έχει αποσπάσει άλλα έξι λογοτεχνικά βραβεία για διάφορα έργα του από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά και τον Κυπριακό Σύνδεσμο Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου.

Ο Λόγος περί του κακού. Του Θάνου Λίποβατς

07:08, 06 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102533

Ο λόγος περί του κακού δεν είναι μια ακαδημαϊκή πραγματεία, όπως θα απαιτούσε ο θετικιστικός Λόγος΄ αφορά εμένα και κάθε Άλλον εντελώς προσωπικά. Μετά τη γραφή του κειμένου, δεν μπορώ να είμαι ο ίδιος με ό,τι ήμουν πριν, ενώ το ίδιο ισχύει για τον αναγνώστη.

Ο Λόγος περί του κακού αποτελεί, για έναν συγγραφέα, μια πρόκληση και ένα στοίχημα. Το αντικείμενο της σκέψης και η ανάλυσή του δεν αποτελούν εδώ κάτι αδιάφορο για το υποκείμενο της γραφής και για τους αναγνώστες, γιατί τους αφορά άμεσα.

Το αντικείμενο είναι απέραντο και δείχνει διαρκώς νέες όψεις, ενώ η βιβλιογραφία είναι απεριόριστη.

Ο λόγος περί του κακού δεν είναι μια ακαδημαϊκή πραγματεία, όπως θα απαιτούσε ο θετικιστικός Λόγος΄ αφορά εμένα και κάθε Άλλον εντελώς προσωπικά.
Μετά τη γραφή του κειμένου, δεν μπορώ να είμαι ο ίδιος με ό,τι ήμουν πριν, ενώ το ίδιο ισχύει για τον αναγνώστη.

Επέλεξα συνειδητά να περιορίσω το αντικείμενο σε ό,τι θεώρησα σημαντικότερο για τον δικό μου προβληματισμό, πρακτικά και θεωρητικά.

Κατόπιν έλαβα υπόψη μου τι θα έπρεπε ή θα μπορουσε να προβληματίσει το κοινό σήμερα. Προσπάθησα να εντοπίσω τα σημεία εκείνα που καθιστούν το κακό αντικείμενο της απώθησης, της απάρνησης ή της απόρριψης, και τα οποία το δικαιολογούν, το ωραιοποιούν και το λατρεύουν.

Το κακό είναι αυτό που αποτελεί σε όλους μας το πιο οικείο αλλά και το πιο ανοίκειο κομμάτι του εαυτού μας.

Το Πρώτο Μέρος αναφέρεται στη φιλοσοφική και θεολογική προσέγγιση του κακού από την Ύστερη Αρχαιότητα μέχρι τον Ύστερο Μεσαίωνα.
Εντοπίζει τις έννοιες που αποτελούν τον ορίζοντα για την κατανόηση των μορφών του.

Η θέληση, ο Νόμος, η Αγάπη και η Ελευθερία συγκροτούν εδώ τις συντεταγμένες του χώρου μέσα στον οποίο παίζεται το παίγνιο του ομιλούντος και επιθυμούντος όντος με τον πεπερασμένο και με τον άπειρο Άλλο.

Το Δεύτερο Μέρος επικεντρώνεται στο κορύφωμα της νεωτερικής κλασσικής φιλοσοφίας, στον γερμανικό ιδεαλισμό και στην υπέρβασή του.

Παρουσιάζονται τρία κλασικά κείμενα αναφορικά με το κακό: του Kant, του Schelling και του Kierkegaard , σε κριτικό διάλογο με τη σκέψη του Hegel.

Όλοι αυτοί οι στοχαστές διαλέγονται δε με τη θεολογία, συνεχίζοντας την αρχαία και τη μεσαιωνική παράδοση. Οι κεντρικές έννοιες είναι εδώ ο Νόμος, η Ελευθερία, το Υποκείμενο, η Ύπαρξη.

Το Τρίτο Μέρος εντοπίζεται στη θέση της ψυχανάλυσης αναφορικά με το κακό στην ύστερη νεωτερικότητα. Ο Freud μετέθεσε το κέντρο βάρους της συζήτησης στις έννοιες του Ασυνείδητου, των Ορμών και των Φαντασιώσεων. Ο Lacan, από την άλλη, ανέδειξε παραπέρα τη σημασία της Γλώσσας, του Άλλου, της Έλλειψης, της Επιθυμίας και του Πράγματος.

Το Τέταρτο Μέρος επιχειρεί τη σύνθεση των τεσσάρων Λόγων (Discours) οι οποίοι «συν-θέτουν» το κείμενο. Αποτελεί τη μορφή μιας «Com-position», όπως αυτή της μουσικής φούγκας με τέσσερις φωνές.

Οι επαναλήψεις είναι θεμελιακό στοιχείο και τελούνται συνειδητά. Οι τέσσερις Λόγοι είναι: η θεολογία, η πολιτική φιλοσοφία, η φιλοσοφία της ύπαρξης, η ψυχανάλυση. Η σύνθεση επικεντρώνεται στη σχέση ανάμεσα στα συναισθήματα, ιδιαίτερα το Άγχος, την Επιθυμία, τη θέληση και την Αγάπη.

Το Πέμπτο Μέρος αναφέρεται στην ανανέωση της θεολογίας του 20ού αιώνα και στον διάλογο ανάμεσα στην καθολική και την προτεσταντική θεολογία. Η συζήτηση διεξάγεται γύρω από τις έννοιες Δημιουργία, Λύτρωση, Αυτονομία και Ελευθερία, της σχέσης Αγάπης ανάμεσα στα πρόσωπα, το εσχατολογικό βασίλειο της Δικαιοσύνης και της Ειρήνης του Θεού.

Βασικό διακύβευμα είναι ο εντοπισμός του διαλεκτικού χαρακτήρα της σχέσης των υποκειμένων με την κοινωνία και την πολιτική, και η αντιμετώπιση του κακού στην ύστερη νεωτερικότητα.

Το Έκτο Μέρος, εντοπίζεται στο κακό μέσα στο πλαίσιο του Πολιτικού στον 20ό αιώνα. Το ανοίκειο χαρακτήρισε εδώ το Πολιτικό πρώτα με το Άουσβιτς και τα γκουλάγκ, αλλά η διάλυση των αξιών και των ταυτοτήτων που τα συνόδευσε υπάρχει και σήμερα με άλλο τρόπο, και συγκαλύπτεται από τις αυταπάτες της προόδου και του πολιτισμού.

Από τον πρόλογο του Θάνου Λίποβατς, στο βιβλίο Η απατηλή σαγήνη και η διαβρωτική βία του κακού, εκδ. Πόλις



Αποσπάσματα:

[…] Το υποκείμενο ως άτομο καλείται από τον απόλυτο Άλλο να εκτελέσει μια θεμελιακή επιλογή: να αντιμετωπίσει την περατότητα και την έλλειψη. Αλλά το πεπερασμένο υποκείμενο δεν μπορεί να το κάνει αυτό μέχρι τέλους, και έτσι καθίσταται ένοχο και υπόχρεο απέναντι στον Άλλο.

Η ενοχή και το χρέος είναι, έτσι, το ίδιον του ατόμου.

Το θεμελιακό, καταστατικό χρέος συνεπάγεται τότε, για το υποκείμενο, να αποκτήσει συνείδηση της περατότητάς του. Αυτό το χρέος είναι συμβολικής τάξεως, σε αντίθεση με την ενοχή, που είναι φαντασιακής φύσεως. (Ωστόσο, στα γαλλικά και στα γερμανικά κείμενα, αυτές οι δύο διαστάσεις συγχέονται συχνά μεταξύ τους.) Για τον Kierkegaard, σημαίνει ότι, στον βαθμό που επιλέγω τον εαυτό μου ως υπόχρεο, αναγνωρίζω το απόλυτο νόημα της ύπαρξής μου.

Το υποκείμενο όμως συγκαλύπτει την αναγνώριση της συμβολικής και της πραγματικής έλλειψης πίσω από την υποταγή στα ιδεώδη και τους διδασκάλους που τα ενσαρκώνουν, οι οποίοι έτσι έχουν υπερβεί δήθεν την περατότητα και την έλλειψη.

Δημιουργείται εδώ το ψευδές χρέος, η ενοχή, ως το αποτέλεσμα μιας απόφασης που ενέχει τον Ορθό Λόγο και την θέληση, αλλά γύρω από μια φαντασιακή έλλειψη. Γίνεται έτσι η πηγή του μίσους, του υπερ-εγώ, του ανταγωνισμού με τον Άλλο, και οδηγεί στη διακήρυξη μιας αυτοαναφορικής, ναρκισσιστικής αυτονομίας, στην οποία το υποκείμενο δεν φροντίζει να αναγνωρίσει την περατότητά του.

Το ψευδές χρέος, η ενοχή, είναι αρχικά συλλογική, όπως σε όλες τις πρωτόγονες, φυλετικές κοινότητες και ομάδες. Καταλήγει δε στη λογική του θύματος και της θυσίας: ένα μετωνυμικό κομμάτι του Όλου επωμίζεται το χρέος και το βάρος όλων και θυσιάζεται στον ψευδή Άλλο για να τον σαγηνεύσει.

Έτσι, ο κλειστός, φαντασιακός κύκλος της παραδοσιακής ζωής βρίσκει ξανά την ισορροπία του. Τούτος ο διαστροφικός μηχανισμός του θύματος – φετίχ οφείλει ακριβώς να αποκαλυφθεί ως τέτοιος: αυτός ήταν ο στόχος των προφητών στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Ο μηχανισμός του θύματος εξακολουθεί να υπάρχει, ωστόσο, και στη νεωτερική μορφή των θυμάτων της ιδεολογίας.

Η αλήθεια του θύματος οφείλει να διατυπωθεί μέσα από την αποκάλυψη της ασυνείδητης γνώσης περί αυτού, και εν συνεχεία να ανακοινωθεί ως συνειδητή γνώση σε όλους, ως κριτική των μύθων και της ιδεολογίας και ως πράξη που απορρέει από αυτήν.

Ο Ορθός Λόγος αναδύεται εδώ ως κριτική και προσφέρει το μέτρο, το κριτήριο, για να διαχωριστεί το καταστατικό χρέος από το ψευδές χρέος της ενοχής, καθώς και για να βρεθεί ο κατάλληλος τρόπος αντιμετώπισής τους. […]

(Κεφάλαιο Τέταρτο: Το χρέος. 1. Το χρέος και η ενοχή του Ατόμου)

[…] Για τον Kierkegaard, η ύπαρξη είναι μια «αντικειμενική αβεβαιότητα». Το υποκείμενο κατασκευάζει αρχικά μια ψευδή βεβαιότητα ως μια αφηρημένη υποκειμενικότητα, αγνοώντας κάθε αλλότητα και αλλονομία. Αισθάνεται έτσι, μπροστά σ’ έναν κύριο, έναν ψευδή Άλλο, μια ψευδή ενοχή, και κατατρύχεται από αμφιβολίες. Απορρίπτει δε ότι μια αληθής βεβαιότητα θα μπορούσε ν’ απορρέει από την αναγνώριση του θεμελιακού του χρέους, όπως και μια νέα γνώση.

Καταλήγει έτσι να αναπαράγει τις θυσίες συνέπεια της συνηθισμένης βεβαιότητας μέσα στην τρέχουσα καθημερινότητα. Το υποκείμενο παραμένει προσκολλημένο σ’ ένα ψευδές χρέος. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, το κακό δίνει στο χρέος αντικειμενικό χαρακτήρα, είναι το αίτιο του αληθούς χρέους.

Το κακό, σε αντίθεση με το καλό, δεν ενέχει μια δική του αλήθεια, είναι όμως κάτι το αντικειμενικά υπαρκτό (όχι με τη μυθική σημασία του δαίμονα).

Το καλό, ως η αλήθεια του απόλυτου, είναι για το πεπερασμένο υποκείμενο ο αληθής απόλυτος Άλλος, που το καλεί να αναπαραγάγει το ίδιο καλό: το άνοιγμά του απέναντι σε κάθε Άλλον.

Αντίθετα, το κακό είναι ένα κλείσιμο και η απόρριψη κάθε έργου και κάθε γνώσης του καλού. Το υποκείμενο καλείται να θέσει/παραγάγει το καλό και να το αντι-θέσει στο κακό΄ με αυτό τον τρόπο, δίνει έμμεσα μια «αλήθεια», έναν «λόγο ύπαρξης» στο κακό. […]

(Κεφάλαιο Τέταρτο: Το χρέος. 2. Το κακό)


Ο Θάνος Λίποβατς γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα όπου τελείωσε το Λεόντειο Λύκειο το 1960. Από το 1962 ακολούθησε σπουδές φυσικής επιστήμης στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Δυτ. Βερολίνου. Στη συνέχεια (1968-73) ακολούθησε σπουδές κοινωνιολογίας, οικονομίας και φιλοσοφίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και το 1973 πήρε το δίπλωμα Κοινωνιολογίας.

Την περίοδο 1973-78 ήταν επιστημονικός βοηθός (διδάσκων) στο Ινστιτούτο Κοινωνιολογίας του ιδίου Πανεπιστημίου και παράλληλα ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές ψυχολογίας. Το 1978-82 ήταν ερευνητής σε προγράμματα κοινωνιολογικής έρευνας στο Παρίσι και το 1979-81 επιστημονικός βοηθός στο τμήμα Ψυχανάλυσης στο Πανεπιστήμιο VIII (Vincennes- Saint Dennis) του Παρισιού.

Το 1981 υποστήριξε διδακτορική διατριβή στο τμήμα Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου (Dr. Phil.). Το 1982-87 δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Όλντενμπουργκ. Το 1986 υποστήριξε υφηγεσία στο τμήμα Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου.

Τον Οκτώβριο του 1987 εκλέχθηκε αναπληρωτής καθηγητής στην έδρα πολιτικής ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και από το 1991 είναι τακτικός καθηγητής.

Έχει δημοσιεύσει βιβλία και πολλά άρθρα στα ελληνικά, γερμανικά, αγγλικά και γαλλικά και έχει δώσει σειρά διαλέξεων.

Επιστημονικά έργα: «Η απάρνηση του πολιτικού», Αθήνα 1988· «Η ψυχοπαθολογία του πολιτικού», Αθήνα 1990· «Ζητήματα πολιτικής ψυχολογίας», Αθήνα 1991· «Δοκίμιο για την ιδεολογία» (μαζί με τον Ν. Δεμερτζή), Αθήνα, 1994· «Ενάντια στο ρεύμα: Για μια κοινωνία πολιτών», Αθήνα 1995· «Ψυχανάλυση, φιλοσοφία, πολιτική κουλτούρα. Διαπλεκόμενα κείμενα», Αθήνα 1996, «Δημοκρατικός Λόγος, Ψυχανάλυση, Μονοθεϊσμός», 2001.. Επίσης, «Diskurs und Macht. J. Lacans Begriff des Diskurses», Marburg, 1982· «Die Verleugnung des Politischen», Berlin, 1986· «Politik des Psyche», Wien, 1998, «Der Fortschritt in der Geitstigkeit und der Tod Gottes», Wurzburg, 2005.

Οι οικονομολόγοι θα είναι οι τελευταίοι που θα ξυπνήσουν. Του Bill McKibben

00:08, 05 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102468

Τα μάγια δύσκολα σπάνε, ειδικά αν είναι κανείς παγιδευμένος σ’ αυτά για πολύ καιρό –όποιος διαβάζει παραμύθια το ξέρει καλά. Και είναι ακόμη πιο δύσκολο αν δεν έχουν ξεκινήσει ως παραμύθια.

Εδώ και έναν δύο αιώνες, η ανάπτυξη υπήρξε πραγματικά μαγευτική. Είναι αλήθεια ότι δημιούργησε προβλήματα, τα προβλήματα όμως αυτά υπερκεράστηκαν από σταθερές βελτιώσεις σε πολλούς τομείς, όχι μόνο σε σχέση με τη μακροζωία αλλά και σε σχέση με την ευκαιρία.

Η μαγεία αυτή παραλίγο να διαλυθεί στη δεκαετία του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 –από τη στιγμή που η Rachel Carson αφαίρεσε από τον μοντερνισμό ορισμένη από τη λάμψη του, περιβαλλοντολόγοι και οικονομολόγοι άρχισαν να επιδίδονται σε μια σειρά από βαθυστόχαστες αναλύσεις, η πιο αξιόλογη εκ των οποίων ήταν η Limits to Growth, που εκπονήθηκε από μια ομάδα του MIT, και η Small is Beautiful του E.F. Schumacher.

Οι αναλύσεις αυτές είχαν αρκετά μεγάλη επιρροή, και έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι οι απόψεις των Αμερικανών διχάζονταν εξίσου ως προς το αν ήταν θεμιτή η μεγαλύτερη ανάπτυξη.

Ωστόσο τα μάγια απέκτησαν νέα πνοή με τον Ρόναλντ Ρέιγκαν και τη Μάργκαρετ Θάτσερ, όπως επίσης και με τη ραγδαία οικονομική άνθηση που ακολούθησε –μια άνθηση που χαρακτηρίστηκε από ριζοσπαστική ανισότητα, ωστόσο ήταν άνθηση.

«Δεν υπάρχει εναλλακτική», αρεσκόταν να λέει η κυρία Θάτσερ –το οποίο, αν όντως ίσχυε, θα αποτελούσε πολύ κακή είδηση. Διότι σήμερα πλέον αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε ότι η αδυσώπητη οικονομική μας επέκταση δημιουργεί προβλήματα που κάνουν το βιβλίο Slim Spring του Rachel Carson να μοιάζει με παραμύθι.

Η υπερθέρμανση του πλανήτη απειλεί κυριολεκτικά τα θεμέλια του πολιτισμού μας και προκαλείται, άμεσα, από την ατέρμονη ανάπτυξη των υλικών οικονομιών.
Ένα μέρος αυτής της ανάπτυξης εξακολουθεί να είναι απαραίτητο, σε κάποια μορφή –ένα μεγάλο κομμάτι του υπανάπτυκτου κόσμου χρειάζεται περισσότερα.

Ο υπερβολικά αναπτυγμένος όμως κόσμος σαφώς χρειάζεται λιγότερα, και όχι μόνο για περιβαλλοντικούς λόγους.

Δημοσιεύονται συνεχώς μελέτες που δείχνουν ότι τα τελευταία χρόνια έχει καταρρεύσει ο δεσμός ανάμεσα στην πληθώρα των υλικών αντικειμένων και στην ευτυχία –ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι πλέον πιθανότερο να οδηγήσει σε απομόνωση (εκείνα τα αχανή φρούρια των προαστίων) και σε αποσύνδεση.

Άρα είναι η κατάλληλη εποχή για ένα σοβαρό και διαυγές βιβλίο όπως αυτό, το οποίο παρουσιάζει όσα ξέρουμε με σαφείς όρους –τόσο σαφείς, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να πει, ώστε να μπορεί να τους κατανοήσει ακόμη και ένας οικονομολόγος.

Όμως μην κόβετε και το κεφάλι σας –για τους οικονομολόγους διακυβεύονται τα περισσότερα και θα είναι οι τελευταίοι που θα ξυπνήσουν από αυτόν τον λήθαργο.
Γι’ αυτό, άλλωστε, εμείς οι υπόλοιποι καλά θα κάνουμε να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά!
Bill McKibben

(Από τον πρόλογο του Bill McKibben, συγγραφέα του Deep Economy, για το βιβλίο Ευημερία χωρίς Ανάπτυξη (Ένα εναλλακτικό μοντέλο διεξόδου από την κρίση), του Tim Jackson. Mετάφραση: Κατερίνα Χαλμούκου, εκδ. Κέδρος).


Η παρούσα οικονομική κρίση ανέδειξε τα αδιέξοδα και τις αδυναμίες ενός μοντέλου οικονομικής υπερ-ανάπτυξης που έχει αφήσει τον άνθρωπο και το περιβάλλον έξω από τους στόχους και την προβληματική αυτού του μοντέλου, παρότι στο επίκεντρο των προγραμματικών αρχών του υποτίθεται ότι βρισκόταν η ευημερία όλου του κόσμου.

Ο Tim Jackson, οικονομολόγος με έντονη κοινωνική και πολιτική δράση και κορυφαίος σύμβουλος της βρετανικής κυβέρνησης, μας υποδεικνύει εναλλακτικούς τρόπους επίτευξης της ευημερίας – οικονομικής και, κατ’ επέκταση, κοινωνικής – αναλύοντας μέτρα και ιδέες που ξεφεύγουν από τα τυποποιημένα όρια των υφιστάμενων οικονομικών μοντέλων που προωθούν αλόγιστα την υπερ-ανάπτυξη. Η πρότασή του δεν είναι ένα ανεδαφικό οικολογικό μανιφέστο, αλλά ένα βιώσιμο οικονομικο-κοινωνικό πρόγραμμα με σεβασμό προς τον άνθρωπο και το περιβάλλον.

O Homan E. Daly, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ, στη Σχολή Δημόσιας Πολιτικής, σημειώνει επίσης στον πρόλογο του βιβλίου:

«Το θεμελιώδες αξίωμα της ανάπτυξης, το οποίο με ακρίβεια παραθέτει ο Kenneth Boulding, είναι το εξής: «Όταν κάτι αναπτύσσεται, γίνεται μεγαλύτερο!».
Όταν η οικονομία αναπτύσσεται, γίνεται κι αυτή μεγαλύτερη. Έτσι αγαπητέ οικονομολόγε, όταν η οικονομία αναπτύσσεται,

(α) Πώς ακριβώς γίνεται μεγαλύτερη;

(β) Πόσο μεγάλη είναι τώρα;

(γ) Πόσο μεγάλη θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνει;

(δ) Πόσο μεγάλη θα έπρεπε να γίνει;

Δεδομένου ότι η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα για όλα τα έθνη, θα περίμενε κανείς ότι οι συγκεκριμένες ερωτήσεις θα τύχαιναν ιδιαίτερης προσοχής σε όλα τα οικονομικά εγχειρίδια.

Στην πραγματικότητα, τα ερωτήματα (β), (γ) και (δ) δεν θίγονται καθόλου, ενώ το (α) δεν απαντιέται ικανοποιητικά.

Το βιβλίο Ευημερία χωρίς ανάπτυξη συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην κάλυψη αυτού του κενού. Δεδομένης της μακράς ιστορίας που έχουν οι ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι στο να εκφράζουν επικίνδυνα άσχετες απόψεις, δεν θα έπρεπε ίσως να προκαλεί τόση έκπληξη το γεγονός ότι η συγκεκριμένη έκθεση προήλθε από την κυβέρνηση.

Τι ακριβώς είναι εκείνο που αναπτύσσεται; Κατ’ αρχάς, το ΑΕΠ, η ετήσια ροή καταναλωτικών προϊόντων και αγαθών στην αγορά.

Υπάρχει όμως επίσης η απόδοση η μεταβολική ροή χρήσιμης, ύλης και ενέργειας από περιβαλλοντικές πηγές, μέσω του οικονομικού υποσυστήματος (παραγωγή και κατανάλωση), η οποία επιστρέφει πάλι στις περιβαλλοντικές δεξαμενές ως απόβλητα.

Οι οικονομολόγοι έχουν επικεντρωθεί στο ΑΕΠ και, μέχρι πρόσφατα, αδιαφορούσαν για την απόδοση.

Η απόδοση όμως αποτελεί το σχετικό μέγεθος για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα πόσο μεγάλη είναι η οικονομία –δηλαδή πόσο μεγάλη είναι η μεταβολική ροή της οικονομίας σε σχέση με τους φυσικούς κύκλους που ανανεώνουν την έλλειψη πόρων της οικονομίας και απορροφούν τα απόβλητά της, ενώ παράλληλα παρέχουν αμέτρητες ακόμα φυσικές υπηρεσίες.

Η απάντηση είναι ότι το οικονομικό υποσύστημα είναι πλέον πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με το οικοσύστημα που το συντηρεί.

Πόσο μπορεί ενδεχομένως να μεγαλώσει η οικονομία προτού κατακυριεύσει και καταστρέψει το οικοσύστημα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα; Απ’ ότι φαίνεται, έχουμε αποφασίσει να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό πειραματιζόμενοι και βασιζόμενοι στην εμπειρία μας!

Πόσο μεγάλη θα πρέπει να είναι η οικονομία, ποια είναι η βέλτιστη κλίμακα όσον αφορά το οικοσύστημα;  Αν είμαστε πραγματικοί οικονομολόγοι, θα σταματούσαμε την ανάπτυξη της απόδοσης προτού η επιπλέον περιβαλλοντική και κοινωνική επιβάρυνση που προκαλεί υπερβεί τα επιπλέον παραγωγικά οφέλη που παράγει.

Το ΑΕΠ δεν μας βοηθά να ανακαλύψουμε αυτό το σημείο, αφού βασίζεται σε συνδυασμό επιβαρύνσεων και κερδών στο πλαίσιο της «οικονομικής δραστηριότητας» και όχι στη σύγκρισή τους στο περιθώριο αυτής.

Υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν ότι ορισμένες χώρες έχουν υπερβεί αυτή τη βέλτιστη κλίμακα και έχουν μπει σε μια εποχή αντιοικονομικής ανάπτυξης, στην οποία η φτώχεια συσσωρεύεται με γρηγορότερους ρυθμούς απ’ ότι αυξάνεται ο πλούτος.

Από τη στιγμή που η ανάπτυξη γίνεται αντιοικονομική στο περιθώριο, αρχίζει να μας κάνει φτωχότερους, όχι πλουσιότερους.

Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε πλέον να την επικαλούμαστε ως απαραίτητη για την αντιμετώπιση της φτώχειας. Καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την αντιμετώπισή της!

Υποστηρίζεται συχνά η άποψη ότι ο πλούτος μπορεί να συνεχίσει να αυξάνεται χωρίς να οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση του συνολικού ρυθμού απόδοσης, κάτι που με τη σειρά του προκαλεί εξάντληση των αποθεμάτων και μόλυνση.

Το παρόν βιβλίο πραγματεύεται πολύ καλά αυτή την υπερβολή στην ενότητα με τίτλο «Απόλυτη και σχετική αποσύνδεση». Ας υποθέσουμε όμως, ότι, σε αντίθεση με αυτό που διδάσκει η εμπειρία, καθίσταται δυνατή η απόλυτη αποσύνδεση του ΑΕΠ από την απόδοση, χάρη στην τεχνολογία.

Δεν θα παρείχε κάτι τέτοιο έναν επιπλέον λόγο για να περιοριστεί η απόδοση, εφόσον είναι προφανές πως δεν θα ήταν πλέον απαραίτητη για την παραγωγή πλούτου, μια που σίγουρα εξακολουθεί να είναι επιβαρυντική για το περιβάλλον;

Η διάσωση της οικονομίας της ανάπτυξης με προσφυγή στο εξαϋλωμένο ή «αγγελικό ΑΕΠ» αποτελεί απόλυτη υποχώρηση μπροστά στο επιχείρημα που τόσο πειστικά παρουσίασε ο Jackson.-»

Ψυχιατρική είναι… Του Μιχάλη Παπαγγελή

07:08, 03 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102310

Ψυχιατρική είναι η ιατρική ειδικότητα που ασχολείται με την αναγνώριση, διάγνωση, θεραπεία και πρόληψη των ψυχικών  διαταραχών. Οι ψυχικές διαταραχές επηρεάζουν την σκέψη, το συναίσθημα, την αντίληψη και  την κρίση,  γίνονται φανερές στη συμπεριφορά του ατόμου και επιδρούν στην ικανότητα του  να λειτουργεί  στην εργασία του, στην καθημερινή ζωή του, στις οικογενειακές και  κοινωνικές σχέσεις του. Είναι συχνές διαταραχές. Στις ανεπτυγμένες χώρες έχει υπολογιστεί ότι 15-20% του πληθυσμού κάποια στιγμή της ζωής του θα εμφανίσει κάποια ψυχική διαταραχή. Έχει υπολογιστεί επίσης ότι ένας στους τέσσερεις  εξ` αυτών που καταφεύγουν  σε γιατρό της πρωτοβάθμιας φροντίδας,  παρουσιάζει  κάποια τέτοια  διαταραχή.» o ψυχίατρος Μιχάλης Παπαγγελής, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs, σχετικά με το τί είναι η Ψυχιατρική, αλλά και που θα μπορούσε να απευθυνθεί κάποιος για βοήθεια.

Αρχίζοντας από την ιστορία της…

Παρά το ότι οι ψυχικές διαταραχές υπήρχαν πάντα και παντού και είχαν αναγνωριστεί από τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό στην αρχαία εποχή, η ψυχιατρική  μόλις πρόσφατα απετέλεσε τομέα της ιατρικής. Ουσιαστικά αυτό ξεκίνησε στο τέλος του 18ου αιώνα όταν ο γάλλος γιατρός Philippe Pinel εφάρμοσε για πρώτη φορά τις ανθρωπιστικές θεωρίες του σε νοσηλευόμενους ψυχικά ασθενείς, δίνοντάς τους ελευθερίες και προτρέποντάς τους να ασχοληθούν με ποικίλες δραστηριότητες. Μέχρι τότε οι σοβαρά ψυχικά πάσχοντες αν δεν αντιμετωπίζονταν σαν δαιμονισμένοι, βρίσκονταν αλυσοδεμένοι σε άσυλα να επιδεικνύονται έναντι αμοιβής ή ξέπεφταν μεταξύ των ρακένδυτων και των παραπτωματικών στις φυλακές ή στις σκοτεινές και επικίνδυνες γειτονιές των ευρωπαϊκών πόλεων.

Τον 19ο αιώνα δεσπόζει η μορφή του γερμανού ψυχιάτρου Emil Kraepelin που εισήγαγε την νοσολογική αντίληψη για τις ψυχικές διαταραχές και μας έδωσε την πρώτη ταξινόμηση των ψυχικών νοσημάτων διαχωρίζοντας από το αδιαφοροποίητο μέχρι τότε ψυχοπαθολογικό υλικό τις διαταραχές που οφείλονται σε οργανική βλάβη του εγκεφάλου, την σχιζοφρένεια (που την ονόμαζε πρώιμη άνοια) και την μανιοκαταθλιπτική ψύχωση.

Η ραγδαία όμως εξέλιξη της ψυχιατρικής συντελέστηκε τον 20ο αιώνα με κύριους σταθμούς:

  • Την εισαγωγή από τον Freud των ψυχολογικών μεθόδων διερεύνησης και θεραπείας των ψυχικών διαταραχών που άνοιξε ένα ανεξάντλητο πεδίο δυνατοτήτων και έδωσε ώθηση στην επινόηση ποικίλων ψυχοθεραπευτικών τεχνικών στα πλαίσια διαφορετικών θεωρητικών σχολών. Είναι αλήθεια ότι υπήρξαν σφοδρές διαμάχες μεταξύ διαφορετικών σχολών ψυχολογίας, από το τελευταίο όμως τέταρτο του περασμένου αιώνα έγινε αντιληπτό ότι η διατύπωση πολλών αντικρουόμενων θεωριών οφείλεται στον πλούτο και την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου ψυχικού φαινομένου. Έτσι κάθε θεωρία ακολουθώντας μια πλευρά της πολυπλοκότητας οδηγείται σε μια μερική «αλήθεια» και ως εκ τούτου είναι η σύνθεση των θεωριών που μπορεί να οδηγήσει σε πιο ολοκληρωμένη κατανόηση. Περισσότερο όμως αυτές οι αντιλήψεις οδήγησαν στην «ειρηνική συνύπαρξη» των διαφόρων ψυχολογικών θεωριών και στον εμπλουτισμό της ψυχοθεραπευτικής πρακτικής με ποικίλες μεθόδους ανεξάρτητα από τη θεωρητική τους προέλευση.
  • Την εισαγωγή των βιολογικών θεραπειών των ψυχικών διαταραχών. Σε αυτόν τον τομέα προκλήθηκε πραγματική επανάσταση από δύο κατηγορίες ψυχοφαρμάκων που άρχισαν να χρησιμοποιούνται  τη δεκαετία του 1950. Η πρώτη κατηγορία είναι τα αντιψυχωτικά φάρμακα που χορηγήθηκαν  σε σοβαρά πάσχοντες  και άλλαξαν την εικόνα των ψυχιατρείων. Ενώ μέχρι τότε ο κανόνας ήταν οι κλειστές πόρτες και τα σιδερόφρακτα παράθυρα, μετά την εισαγωγή των αντιψυχωτικών,  οι περισσότεροι χρόνια νοσηλευόμενοι κατέστησαν ικανοί να ζουν μέσα στην κοινότητα, άνοιξαν οι πόρτες των ψυχιατρείων και έγινε αργότερα δυνατή η ανάπτυξη του κινήματος της αποασυλοποίησης που οδήγησε τους χρόνια νοσηλευόμενους να επανέλθουν στις οικογένειές τους ή σε ανάδοχες οικογένειες ή να ζουν σε ειδικούς ξενώνες μέσα στην κοινότητα. Η δεύτερη κατηγορία φαρμάκων είναι τα αντικαταθλιπτικά που έδωσαν αποτελεσματικές λύσεις σε αγχώδεις και καταθλιπτικές καταστάσεις ανθρώπων που ζουν και εργάζονται  μέσα στην κοινότητα.
  • Την ανάπτυξη της κοινωνικής ψυχιατρικής που έχει σαν  βασικό εργαλείο της το κέντρο ψυχικής υγιεινής και την θεραπευτική ομάδα που αποτελείται από ψυχιάτρους, παιδοψυχιάτρους,  ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, νοσηλευτές, επισκέπτες υγείας και  εργοθεραπευτές. Το κέντρο ψυχικής υγιεινής υπακούει στην αρχή της τομεοποίησης δηλαδή σχεδιάζεται για να εξυπηρετεί έναν συγκεκριμένο πληθυσμό σε έναν καθορισμένο γεωγραφικό τομέα. Αυτό  οδήγησε αφ` ενός μεν στη σφαιρικότερη αντιμετώπιση του ψυχικά πάσχοντος με την άμεση  προσέγγιση του  στον τόπο κατοικίας του, αφ` ετέρου δε στην ανάπτυξη της ψυχιατρικής επιδημιολογίας και της φροντίδας για την πρόληψη των ψυχικών διαταραχών.

Κάποια στοιχεία Ψυχιατρικής νοσολογίας…

Είναι  αχανές  το πεδίο της ψυχιατρικής νοσολογίας.  Υπάρχουν διαφορετικές  διαταραχές με διαφορετική βαρύτητα και αιτιολογία. Μιλώντας για αιτιολογία πρέπει να αναφέρουμε ότι δεν μπορούμε να καθορίσουμε γραμμικά τις αιτίες των ψυχικών διαταραχών. Τα δεδομένα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πολλοί παράγοντες συμβάλουν δυναμικά  στην εκδήλωση τους:  βιολογικοί, γενετικοί, ιδιοσυστατικοί, περιβαλλοντικοί, ψυχολογικοί, οικογενειακοί και  κοινωνικοί.

Κατά κανόνα όσο πιο σοβαρή διαταραχή έχουμε τόσο πιο πολύ συμμετέχουν οι βιολογικοί και γενετικοί παράγοντες. ενώ  όσο πιο ελαφρά είναι η διαταραχή τόσο  υπάρχει αυξημένη συμβολή των ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Επίσης για την ίδια διαταραχή μπορεί να υπάρχει συμμετοχή διαφορετικών παραγόντων ανάλογα με το άτομο που εκδηλώνεται.

Ψύχωση είναι μια κατάσταση που οδηγεί στην απώλεια του ελέγχου της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ο ψυχωτικός ζει σε μια δική του πραγματικότητα, μπορεί να ακούει ή να βλέπει πράγματα που δεν υπάρχουν, να αντιλαμβάνεται φανταστικές απειλές ή να πιστεύει πως έχει ασυνήθιστες ικανότητες. Συχνά  αδυνατεί  να σκεφτεί ή εκφράζεται με τρόπο που δεν γίνεται κατανοητός.

Άτομα που βρίσκονται σε ψύχωση  συχνά  δεν εμφανίζουν επίγνωση του νοσηρού της κατάστασής τους και ως εκ τούτου αρνούνται την ψυχιατρική βοήθεια, επίσης μερικές φορές ενδέχεται να παρουσιάσουν επικίνδυνη συμπεριφορά προς τον εαυτό τους (αυτοκτονία) ή τους άλλους (βία στα πλαίσια διέγερσης). Για αυτούς τους λόγους είναι δυνατόν σε μερικές περιπτώσεις  να καταφύγουμε σε νοσηλεία χωρίς την θέληση του ασθενούς.

Η ακούσια νοσηλεία απαιτεί αυστηρές προϋποθέσεις, γίνεται με δικαστική απόφαση κατόπιν εισήγησης δύο ψυχιάτρων και επιτρέπεται για σύντομο χρονικό διάστημα.  Η ψύχωση συνοδεύει τις πιο σοβαρές ψυχικές διαταραχές και οι πιο σοβαρές και “διάσημες” από αυτές εξακολουθούν από τον καιρό του Kraepelin να είναι η σχιζοφρένεια και η μανιοκατάθλιψη.

   Σχιζοφρένεια είναι μια λέξη φορτισμένη συναισθηματικά. Στους  μη ειδικούς, ακόμη και σήμερα που υπάρχει ευρεία ενημέρωση, δημιουργεί δέος, περιέργεια και την αίσθηση του αλλόκοτου,  λες και με ένα μαγικό τρόπο οι εικόνες των ψυχιατρείων πριν την εισαγωγή των αντιψυχωτικών φαρμάκων, με ασθενείς κλειδωμένους, να προβαίνουν σε εκδηλώσεις αναίτιας επιθετικότητας ή να μένουν ακίνητοι με τις ώρες σε αφύσικες στάσεις ή να μιλούν ατέλειωτα χωρίς να υπάρχει νόημα σε αυτά που λένε ή να ξεσπούν ξαφνικά σε ηχηρά γέλια ή ουρλιαχτά, κρατιούνται ζωντανές στο σήμερα.

Τώρα όλα αυτά έχουν αλλάξει. Οι σχιζοφρενείς πλέον είναι ικανοί να επιβιώσουν στην κοινότητα. Μπορεί να χρειαστεί να νοσηλευτούν για σύντομα διαστήματα σε ψυχιατρική κλινική, αν αυτό απαιτούν τα συμπτώματά τους, αλλά κατά κανόνα επιβιώνουν ανάμεσα στα οικεία τους πρόσωπα χωρίς προβλήματα. Αυτό βέβαια δεν πρέπει να μας κάνει να υποτιμήσουμε τη νόσο  αφού και σήμερα οι μισοί από τους πάσχοντες παρουσιάζουν συχνές νοσηλείες και έχουν χαμηλή κοινωνική αποκατάσταση.

Η σχιζοφρένεια εκδηλώνεται στο 1% του πληθυσμού περίπου και είναι πιο συχνή σε συγγενείς σχιζοφρενών πράγμα  που δείχνει κληρονομική επιβάρυνση. Μπορεί να εισβάλει  με οξύ τρόπο, μέσα σε έντονες ψυχωτικές εκδηλώσεις ή, πράγμα χειρότερο για την έκβαση,  να εμφανιστεί με αργό και ύπουλο τρόπο οδηγώντας σιγά σιγά τον ασθενή στην απομόνωση και την απόσυρση.

Τα αντιψυχωτικά φάρμακα ήδη έχουμε πει ότι έχουν αλλάξει την πορεία της και ακόμη περισσότερο σήμερα που πιο εξελιγμένοι φαρμακευτικοί παράγοντες έχουν τη δυνατότητα να αντικαταστήσουν τα παλιά αντιψυχωτικά, εμφανίζοντας λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Η συστηματική λήψη της φαρμακευτικής αγωγής, η ψυχολογική υποστήριξη, το υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον και  η συνεργασία με τον ψυχίατρο,  αποτελούν ουσιαστικούς παράγοντες καλύτερης έκβασης. Συχνά οι ψυχίατροι αντιμετωπίζουμε το ερώτημα κατά πόσον είναι επιβλαβής η μακροχρόνια λήψη αντιψυχωτικών φαρμάκων.

Είναι αλήθεια ότι παρά τις προόδους στην ψυχοφαρμακολογία προβλήματα εξακολουθούν να υπάρχουν, όπως και σε κάθε περίπτωση σωματικής νόσου που χρειάζεται χρόνια λήψη φαρμάκων,  αλλά όλα μπορούν να αντιμετωπιστούν στο πεδίο της καλής θεραπευτικής σχέσης που θα δει με ολόπλευρο τρόπο τα προβλήματα και  θα τα αντιμετωπίσει σε ένα γενικότερο υγιεινοδιαιτητικό και υποστηρικτικό  πλαίσιο.

Η μανιοκατάθλιψη χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή στο ίδιο άτομο φάσεων υπέρμετρου και αδικαιολόγητου ενθουσιασμού, με φάσεις βαθειάς και εξίσου αδικαιολόγητης απελπισίας. Λόγω αυτής της εναλλαγής μεταξύ των δύο αντιθέτων  συναισθηματικών πόλων η διαταραχή, που προσβάλει  το 1% περίπου του πληθυσμού, σήμερα αποκαλείται «διπολική διαταραχή». Παρά το ότι η διαταραχή έχει γενικά καλύτερη  πορεία από τη σχιζοφρένεια και εδώ έχουμε χρόνια πορεία και ανάγκη συνεχούς ψυχοφαρμακευτικής και ψυχολογικής υποστήριξης για την καλύτερη έκβαση και την αποφυγή της αποδιοργάνωσης της ζωής του ασθενούς που υπάρχει πάντα σαν ενδεχόμενο σε περιπτώσεις με πλημμελή θεραπευτική αντιμετώπιση.

Η σχιζοφρένεια και η μανιοκατάθλιψη είναι σοβαρότατες διαταραχές αφορούν όμως ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού.

Στην  δημόσια υγεία μεγαλύτερη επιβάρυνση προκαλούν διαταραχές που παρ` ότι είναι ηπιότερες, απαντώνται σε πολύ μεγαλύτερη συχνότητα (15%-20%) και περιλαμβάνονται στον γενικό όρο «κοινές ψυχικές διαταραχές» (Σκαπινάκης- Μαυρέας). Αυτές οι διαταραχές έχουν ηπιότερη πορεία, συμβάλουν συχνά στην εκδήλωσή τους ψυχοκοινωνικοί παράγοντες και  μερικές φορές παρουσιάζουν ύφεση  χωρίς καταφυγή σε ειδικό.

Τέτοιες διαταραχές είναι οι αγχώδεις διαταραχές, η διαταραχή πανικού, η κοινωνική φοβία, διάφορες ειδικές φοβίες, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και οι καταθλίψεις που δεν συνοδεύονται από ψύχωση. Στην αντιμετώπιση αυτών των διαταραχών σημαντικά συμβάλουν τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα και οι διάφορες ειδικές ψυχοθεραπείες. Θεωρείται ότι ο συνδυασμός ψυχοθεραπείας και φαρμακοθεραπείας οδηγεί σε πιο ικανοποιητική και σταθερή έκβαση. Να σημειώσουμε ότι τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα που χρησιμοποιούμε σήμερα είναι πιο ασφαλή και με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες σε σχέση με αυτά που χρησιμοποιούσαμε παλιότερα, είναι αποτελεσματικά στην πλειοψηφία αυτών που τα χρησιμοποιούν, δεν προκαλούν εξάρτηση και μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά στην αντιμετώπιση τόσο του άγχους όσο και της κατάθλιψης.

Ειδικά στα αρχικά στάδια που οι διαταραχές αυτές επηρεάζουν την ικανότητα για  συγκέντρωση, τα αντικαταθλιπτικά συμβάλουν στην σύντομη  αποκατάσταση της ικανότητας για εργασία και  για κοινωνικές σχέσεις. Επίσης καθιστούν το άτομο ικανό για την είσοδο στην ψυχοθεραπεία.

Σημαντικό πρόβλημα της εποχής μας, στα όρια μεταξύ της νευρολογίας και της ψυχιατρικής, αποτελεί η άνοια. Η άνοια προσβάλλει το 6% των άνω των 65 ετών ανθρώπων και το 20% των άνω των 80 ετών. Με τον όρο άνοια εννοούμε μια σταδιακή έκπτωση των ανωτέρων νοητικών λειτουργιών που οφείλεται σε ατροφία του εγκεφάλου. Η ατροφία μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες.

Ένας παράγοντας είναι  η γνωστή νόσος του Alzheimer με την προοδευτική και για άγνωστους λόγους καταστροφή των νευρικών κυττάρων. Άλλος παράγοντας είναι η αρτηριακή σκλήρυνση που δεν τροφοδοτεί  κανονικά με αίμα τον εγκέφαλο. Ανεξάρτητα  από την αιτία της ατροφίας σιγά σιγά ο ασθενής αρχίζει να ξεχνά τα πρόσφατα γεγονότα. Αργότερα  σε αυτό προστίθεται η αδυναμία του ασθενούς να θυμηθεί και τα παλιά γεγονότα, μετά έρχεται η σύγχυση μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, η αδυναμία αναγνώρισης χώρων και  μετά προσώπων.

Τέλος εκπίπτει πλήρως η κριτική ικανότητα και στο έσχατο στάδιο  ο ασθενής γίνεται ανίκανος να αυτοεξυπηρετηθεί και στις πιο βασικές του ανάγκες.  Υπάρχουν φαρμακευτικοί παράγοντες που μπορούν να καθυστερήσουν σημαντικά την εξέλιξη της άνοιας και για τον λόγο αυτό είναι σημαντική  η πρώιμη διάγνωση. Εκτός από τα φάρμακα σπουδαίο  ρόλο στην πιο αργή εξέλιξη (γιατί δυστυχώς θεραπεία δεν υπάρχει) παίζει η όσο το δυνατόν περισσότερο παραμονή του ασθενούς σε  οικείο χώρο  και η ύπαρξη προθύμου και εκπαιδευμένου ανθρώπου να τον φροντίζει.

Ένα άλλο πεδίο αγώνων και απογοητεύσεων για τους επαγγελματίες της ψυχικής υγείας είναι ο χώρος της εξάρτησης από αλκοόλ και από  ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Αιτία των απογοητεύσεων είναι η δυσκολία της διακοπής των εξαρτησιογόνων ουσιών και η συχνή υποτροπή της χρήσης σε όσους έχουν καταφέρει να διακόψουν για κάποιο διάστημα.

Η διαπίστωση αυτή οδηγεί την προσπάθεια κυρίως στην πρόληψη της εξάρτησης. Η εμπειρία από τις προσπάθειες πρόληψης έχει οδηγήσει στην απόρριψη της απλής αρνητικής προπαγάνδας και θεωρείται αποτελεσματικότερη η στροφή στην προσπάθεια  ανάπτυξης ουσιαστικών σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ μεγαλυτέρων και ανηλίκων,  ειδικά στο χώρο του σχολείου.

Ένα κομμάτι της προσπάθειας για απεξάρτηση είναι τα προγράμματα που βασίζονται στην πλήρη αποχή από την ουσία και φιλοδοξούν στην πλήρη απεξάρτηση. Ένα άλλο είναι τα προγράμματα που απευθύνονται κυρίως  σε εξαρτημένους από ηρωίνη και  χρησιμοποιούν σαν θεραπεία την υποκατάσταση της ηρωίνης με κάποια άλλη ουσία που έχει παρόμοια δράση  και μπορεί να δίνεται με ιατρικό έλεγχο. Στόχος των προγραμμάτων που χρησιμοποιούν υποκατάστατες φαρμακευτικές ουσίες είναι η μείωση της βλάβης από την ανεξέλεγκτη χρήση των παράνομων ουσιών.

Να τονίσουμε ακόμη  την ανάγκη έγκαιρης διάγνωσης και αντιμετώπισης των ψυχικών  διαταραχών που εκδηλώνονται για πρώτη φορά στην παιδική ηλικία. Σε εκείνη την περίοδο οι ψυχικές διαταραχές μπορεί να επηρεάσουν ανεπανόρθωτα την αναπτυξιακή πορεία του παιδιού και πρέπει οι γονείς όταν παρατηρήσουν κάτι ύποπτο  να αντισταθούν στην φυσική τάση που υπάρχει να αρνηθούν το πρόβλημα.

Είναι καλύτερα να μας διαβεβαιώσει ένας ειδικός ότι όλα είναι καλά, παρά να διακινδυνεύσουμε την παραμέληση μιας θεραπείας που μπορεί να είναι πολύ πιο δύσκολη σε μεταγενέστερα  στάδια.

Να πούμε επίσης  λίγα λόγια για τις διαταραχές της πρόσληψης τροφής και ειδικά την ψυχογενή ανορεξία μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από σοβαρότατη διαταραχή στην αυτοαντίληψη της εικόνας του σώματος και  οδηγεί στον υποσιτισμό που μπορεί να καταλήξει σε σοβαρές σωματικές βλάβες ακόμη και στο θάνατο.

Η ψυχογενής ανορεξία αφορά το 0,5-1% των εφήβων κοριτσιών αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι άτυπες μορφές ανορεκτικών συμπεριφορών φθάνουν στο 5%. Η διαταραχή είναι 10-20 φορές πιο συχνή στα κορίτσια και για τη θεραπεία της απαιτείται επίπονη προσπάθεια με ατομική ψυχοθεραπεία, παρεμβάσεις στην οικογένεια και περιόδους νοσηλείας που μπορεί να περιλαμβάνουν  και υποχρεωτική σίτιση.

Ας τελειώσουμε τη σύντομη (και αναγκαστικά ελλιπή) περιπλάνησή μας στην ψυχιατρική νοσολογία μιλώντας  για την αυτοκτονία.

Η αυτοκτονία είναι μια ακραία εκδήλωση που συχνά έχει ένα υποκειμενικό νόημα αφού οδηγεί στην έξοδο (με οριστικό μάλιστα τρόπο) από ένα πρόβλημα ή μια κρίση. Μπορεί να  οφείλεται σε παράγοντες εξωτερικούς (οικογενειακούς, κοινωνικούς, επαγγελματικούς…) ή σε εσωτερικούς. Για κάθε μια επιτυχημένη αυτοκτονία αντιστοιχούν δέκα απόπειρες. Αυξημένο κίνδυνο για αυτοκτονία θεωρείται ότι παρουσιάζουν:

  • Άνθρωποι με βαριά ψυχικά νοσήματα, με μέγιστο κίνδυνο τους τρείς πρώτους μήνες μετά από νοσηλεία.
  • Άτομα που συγγενείς τους πρώτου βαθμού έχουν επιχειρήσει να αυτοκτονήσουν.
  • Άτομα που έχουν προσπαθήσει ξανά να αυτοκτονήσουν στο παρελθόν.
  • Άνεργοι.
  • Άνδρες.
  • Ηλικιωμένοι.
  • Συναισθηματικά ασταθείς προσωπικότητες.
  • Άνθρωποι με σοβαρά σωματικά νοσήματα.
  • Άνθρωποι που ζουν μόνοι.

Η Ελλάδα ήταν από τις χώρες με το χαμηλότερο ποσοστό αυτοκτονιών στον κόσμο (2,8/100000 κατοίκους). Μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης, συνολικά το 2009 οι περιπτώσεις αυτοκτονιών (τελεσμένες αυτοκτονίες και απόπειρες), σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομίας που κοινοποιήθηκαν στη βουλή, ανήλθαν σε 507, ενώ το 2010 παρουσίασαν σημαντική αύξηση της τάξης του 22,5%, φθάνοντας στις 622 και παρέμειναν περίπου στο ίδιο επίπεδο, το 2011, καθώς έως τις 10 Δεκεμβρίου, τα άτομα που έθεσαν ή αποπειράθηκαν να θέσουν τέλος στη ζωή τους, ανήλθαν σε 598.

Σχετικά με άλλες χώρες το ποσοστό εξακολουθεί να παραμένει χαμηλό, όμως ο ρυθμός αύξησης  είναι ανησυχητικός,ενώ ο παράγων ανεργία αυξάνεται με τέτοιο ανεξέλεγκτο τρόπο που δεν μπορεί να προβλέψει κανείς πως θα επιδράσει στις εκδηλώσεις αυτοκαταστροφής στο μέλλον.

Η συνεχής επαγρύπνηση για παροχή βοήθειας είναι αναγκαία. Ο Guy Debord ορίζει σαν σύγχρονους προλετάριους αυτούς που συνειδητοποιούν ότι έχασαν κάθε έλεγχο πάνω στη ζωή τους. Η Ελένη Νίνα πάλι διαβλέπει στην αυτοκτονία μια ύστατη προσπάθεια κάποιων να ορίσουν τις τύχες τους. Αν αληθεύουν αυτά, σημαντικός ρόλος των επαγγελματιών ψυχικής υγείας σήμερα, είναι η αποτροπή της αυτοκτονίας των «προλεταρίων», ώστε αυτοί να αντιδράσουν με διαφορετικό τρόπο στην παρούσα οργανωμένη  συλλογική απόγνωση.

Λίγα λόγια για τη θεραπευτική σχέση

Μπορεί οι φιλόσοφοι να ερίζουν για το αν η ιατρική είναι επιστήμη ή όχι, οι ψυχίατροι όμως γνωρίζουμε καλά ότι η ψυχιατρική είναι πάνω από όλα σχέση. Στο πεδίο της σχέσης δοκιμάζεται κάθε γνώση και σε αυτό κρίνεται κάθε θεραπευτική επιτυχία ή αποτυχία, κάθε προσπάθεια απελευθέρωσης ή κατάχρησης. Ο Noam Chomsky αναφέρει σε κάποιο κείμενό του την περίπτωση ενός σοβιετικού παρουσιαστή τηλεόρασης που απεκάλεσε «εισβολή» την επέμβαση των σοβιετικών στο Αφγανιστάν.

Μετά από μια επιτυχημένη ψυχιατρική θεραπεία ο εν λόγω παρουσιαστής επανήλθε στη θέση του χωρίς το «σύμπτωμα». Από την άλλη ο John Nash μετά από τριάντα χρόνια στην ψύχωση, πήρε το βραβείο Νόμπελ στα οικονομικά και επανήλθε στην μαθηματική έρευνα για να δηλώσει σε μια βαθυστόχαστη  συνέντευξή του πως «… η ζωή μοιάζει με πόλεμο ο οποίος αρχίζει με νίκες, αλλά στην τελική μάχη χάνουμε όλοι…».

Είναι η εσωτερική πρόθεση με την οποία διαλέγουμε να πλησιάσουμε τον άλλον, που κρίνει τα πάντα. Θα δράσουμε σαν διαμεσολαβητές κάποιας θεσμικής αρχής; θα υπακούσουμε στα κελεύσματα της οικογένειας που θέλει να στοχοποιήσει κάποιο από τα μέλη της; Ακόμη θα φοβηθούμε ή θα φθονήσουμε τις ικανότητες που ενυπάρχουν  και που λόγω της ψυχικής διαταραχής αδυνατούν να εκδηλωθούν;

Άλλοτε τη λέμε «θεραπευτική συμμαχία», άλλοτε τη λέμε «συμπάθεια» (εκ του συμπάσχω). Είναι η επιλογή να είσαι με το μέρος αυτού που ζητά τη βοήθειά σου. Τότε οι ψυχίατροι μπορούμε να κινηθούμε μέσα στα όρια που ηθικά μας  επιτρέπονται. Τότε τα φάρμακα βοηθούν και δεν καταστέλλουν. Τότε η σχέση χρησιμοποιείται για να απελευθερώσει και όχι να καταπιέσει.

Δεν αρμόζει η φιλοδοξία και το άπληστο κυνηγητό των θέσεων και των τιμών, όταν χρησιμοποιούμε σαν μέσον αυτόν που μας εμπιστεύεται. Πρέπει αντίθετα εμείς να δεχτούμε να χρησιμοποιηθούμε σαν απλό μέσον, σαν μοχλός για να αγγίξει ο θεραπευόμενος αυτό που μπορεί. Για μερικούς αυτό  είναι μια πιο ανθρώπινη ζωή εκτός ψυχιατρείου. Για κάποιους άλλους ίσως ένα βραβείο Νόμπελ.

«…Νιώθω έκσταση όταν βρίσκομαι μπροστά σε ένα πολύ όμορφο λουλούδι…» δήλωσε μια φιλόλογος με διπολική διαταραχή εκφράζοντας τη λατρεία της για την ομορφιά. «Αλλοίμονό σου κυπρίνε που κατάπιες το ουράνιο τόξο. Τώρα θα καταλήξεις πορτατίφ για ηλικιωμένους…» έγραψε ο μέγας σαρκαστής θεραπευόμενος και φίλος Δημήτρης. Οι ψυχίατροι κινούμαστε μέσα στα όρια της επιστήμης. Κάποιοι άλλοι στους χωρίς όρια χώρους της ποίησης. Δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση. Με την επιστήμη μια χούφτα ανθρώπων περπάτησε στη σελήνη. Με την ποίηση o καθένας μας μπορεί να κατοικήσει τ` άστρα…

Μιχάλης Παπαγγελής, ψυχίατρος
(
mihelgelih@gmail.com )

Που θα μπορούσε να απευθυνθεί κάποιος για βοήθεια

Εδώ θα αναφέρω ορισμένες δομές που θα μπορούσε να απευθυνθεί κάποιος για βοήθεια. Για την συλλογή αυτών των στοιχείων θέλω να ευχαριστήσω θερμά την φίλη και συνεργάτη Ζαφειρία Δετοράκη. Ο κατάλογος δεν είναι καθόλου εξαντλητικός.

       Τηλεφωνική γραμμή «παρέμβαση για την αυτοκτονία» 1018.

Εθνικό κέντρο κοινωνικής αλληλεγγύης 197.

Βοήθεια για εξαρτημένους: γραμμή βοήθειας για τις εξαρτήσεις ΚΕΘΕΑ 1145, ανοικτή γραμμή 18 ΑΝΩ 2103617089, γραμμή SOS ΟΚΑΝΑ 1031.

Για την άνοια: Εταιρεία νόσου Alzheimer και συναφών διαταραχών 2107013271.

       Ελληνικό Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών,Ζαϊμη 9-10682 Αθήνα, 2103835611.
       Ελληνικό Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών, Νοταρά 77 – 18535 Πειραιάς, 2104170500. 

Ελλ. Κέντρο Διαπολιτιστικής Ψυχιατρικής και Περίθαλψης Λ. Αθηνών 30, 10441 Αθήνα, 2105230037.

Συμβουλευτική Γραμμή Υποστήριξης Ε.ΨΥ.ΠΕ. Κηφισίας 23, Αμπελόκηποι, 2106431488.

       Σ.Σ.Ν. (Συμβουλευτικός Σταθμός Νέων) Α` Διεύθυνσης Δ/θμιας Εκπαίδευσης Αθήνας: Υπεύθυνη κ. Σπέντζου Γεωργία, 2106450891.
       Σ.Σ.Ν. Β` Διεύθυνσης Δ/θμιαςΕκπ/σης Αθήνας: Υπεύθυνος κ. Λεωνίδας Κωλέτης, 4ο Λυκ. Αγ. Παρασκευής, 2106512513.
       Σ.Σ.Ν. Γ` Δ/νσης Δ/θμιαςΕκπ/σης Αθήνας: Υπεύθυνη κ. Παναγιώτα Λεβέντη, Θηβών 401, 12210 Αιγάλεω, 2105786863.
       Σ.Σ.Ν. Δ` Δ/νσης Δ/θμιαςΕκπ/σης Αθήνας: Υπεύθυνος κ. Στέφανος Κουμαρόπουλος, 2109374322.
       Σ.Σ.Ν. Δ/νσης Δ/θμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Αττικής: υπεύθυνη κ. Ουρανία Ευδοκίμου-Παπαγεωργίου, Ρήγα Φεραίου 70 Ελευσίνα, 2105561071 και 2105561243.
       Σ.Σ.Ν. Δ/νσης Δ/θμιαςΕκπ/σης Πειραιά: Υπεύθυνη κ. Μαρία Αγοραστού, Ελ. Βενιζέλου 35, 18532 Πειραιάς 2104131227.

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ, Ελληνικό Πρόγραμμα κατά του στίγματος της σχιζοφρένειας, Αργυροκάστρου και Ιωνίας, 15561 Παπάγου 2106170822-824.

       ΕΤΑΙΡΕΊΑ ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΥΓΕΊΑΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΦΗΒΟΥ, Αγ. Ιωάννου Θεολόγου 19, 15561 Αθήνα, 2106546524.

       ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΊΑΣ ΒΥΡΩΝΑ – ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ, ανήκει στην ψυχιατρική κλινική του πανεπιστημίου Αθηνών, Δήλου 14 Καισαριανή 16121, 2107640111.

       ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ, θεραπευτική μονάδα για αυτιστικά παιδιά και εφήβους: Σπετσών 4, Αγ. Παρασκευή, 2106394900.

       ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ, Συμβουλευτική υπηρεσία για Ξενόγλωσσους και Αλλοδαπούς: Βασ. Ηρακλείου 8, 10682, Αθήνα 2108853520.

       ΤΜΗΜΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΗΣ: θηβών και Μ. Ασίας, Γουδί, 11527, 2107798748.

       ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ «ΜΕΡΙΜΝΑ» ( για τη φροντίδα Παιδιών και Οικογενειών στην αρρώστια και στο Θάνατο), Τιμολέοντος Βάσσου 16, Πλ. Μαβίλη, 11521 Αθήνα, 2106452013 και 2106463367.

ΚΕΝΤΡΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ: Πλούτωνος και Ηφαίστου, 12135, 2105766226.

       ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΙΚΑ: Ηπείρου 17, 10433 Αθήνα, 2108801300 και 2108801400.

       ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (Π.Ν.Α.), Σε αυτό ανήκουν διοικητικά οι παρακάτω υπηρεσίες για εφήβους και παιδιά:
Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο Ν. Ηρακλείου Αττικής, Σωκράτους 32, Ν. Ηράκλειο, 14122, 2102816598.
Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο Ν. Σμύρνης, 2ας Μαϊου 5, Ν. Σμύρνη, 17121, 2109321255.
Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο Αθηνών (Ν. Ψυχικού): Γαρέφη 4, Ελληνορώσων-Κατεχάκη, Ν. Ψυχικό, 2106773442-3.
Ιατροπαιδαγωγική Υπηρεσία του Π.Ν.Α.: Ραφήνα,19009, 2294077791-5.
Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο Παλλήνης:Λ. Μαραθώνος 109, Παλλήνη, 15351, 2106667382. Κέντρο Αποκατάστασης Δυσλεξικών Παιδιών (λειτουργεί στην ίδια διεύθυνση).

       ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΊΑΣ: 2109221739.

       EΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ της Χάρις Κατάκη (για ψυχοθεραπεία συστημικής κατεύθυνσης): Κονίτσης 33, 15125, Μαρούσι 2106129290.

       ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ FOCUSING ( για προσωποκεντρική – βιωματική ψυχοθεραπεία): Λ. Αλεξάνδρας 29, 11474 Αθήνα 2106459459.

       ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ( για γνωσιακή – συμπεριφορική ψυχοθεραπεία): Γλάδστωνος 10, Πλ. Κάνιγγος, 10677, Αθήνα 2103840129.

(φωτο: έργο του Ρενέ Μαγκρίτ, «Το διπλό μυστικό», 1927)

Φωτεινή Τσαλίκογλου: Πρέπει να πούμε «όχι» στην συγκάλυψη

08:08, 03 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102346

Ζούμε μέρες θανάτου! Και έχει σημασία να πούμε «όχι» στο καμουφλάζ του πόνου, «όχι» στον κατευνασμό, «όχι» στην συγκάλυψη. Διότι αν  αντέξουμε να διαχειριστούμε όλες αυτές τις απώλειες, αντί να μας διαλύσουν θα καταφέρουν να μας αφυπνίσουν. Και ίσως αυτό, είναι το ύστατο δώρο που μπορούμε να περιμένουμε…» η Φωτεινή Τσαλίκογλου,συγγραφέας και Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Παν/μιο, συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για το πιο δύσκολο, όσο και επίκαιρο θέμα των ημερών μας: την απώλεια.

Κρ.Π.: Πώς σκέφτηκες να γράψεις Tο χάρισμα της Βέρθας, το οποίο πραγματεύεται το θέμα της απώλειας;

Φ.Τσ.: Εκ των υστέρων δεν ξέρεις συνήθως, ποιο είναι το πρώτο αίτιο, δηλαδή, δεν ξέρεις την αρχή ενός βιβλίου΄ ξέρεις πότε τελειώνει΄ δεν ξέρεις πότε ξεκινάει. Μπορεί αυτό να «δουλεύει» την ώρα που κοιμάσαι, την ώρα που ονειρεύεσαι, και κάποια στιγμή αρχίζεις και γράφεις.

Σίγουρα, έπαιξε ρόλο σαν έναυσμα ο θάνατος της μητέρας μου, που συνέβη κάπου εκεί, όταν το γυρόφερνα στο μυαλό μου. Αλλά, καθώς η μαμά ήταν ήδη άρρωστη για ένα μεγάλο διάστημα, μπορούμε να πούμε ότι ο φόβος της απώλειάς της ήταν στο μυαλό μου προτού συμβεί το τέλος΄ και το νομίζω, επειδή αυτό το βιβλίο στηρίζεται πάνω στην απώλεια αλλά και στους τρόπους υπέρβασής της΄ τους μαγικούς τρόπους υπέρβασής της, που μόνο η τέχνη, η λογοτεχνία μπορεί να σου προσφέρει.

Και τί εννοώ μαγικούς; Θα δώσω ένα παράδειγμα από την ιστορία του:Το μυθιστόρημα ξεκινά, με την ηρωίδα του βιβλίου, τη Βέρθα, η οποία γίνεται επτά ετών τη νύχτα που πεθαίνει ο μικρός της αδελφός.

Στην πραγματικότητα είναι η νύχτα που η ίδια γεννιέται, μέσα από αυτό το χαμό΄ με όλη αυτή την προσπάθεια που κάνει για να διαχειριστεί αυτή την υπέρτατη απώλεια, να διαχειριστεί το θρήνο της μαμάς της που είναι παραδομένη στη θλίψη, να διαχειριστεί την απελπισία του πατέρα της, και εκεί γίνεται μια συνάντηση –ας την πούμε τυχαία, γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχει αθωότητα στο τυχαίο- ανάμεσα στη Βέρθα και στη δασκάλα ζωγραφικής της, στο σχολείο. Σε αυτό το σημείο, αρχίζει να ξεδιπλώνεται μια ερωτική σχεδόν ιστορία μεταξύ της Βέρθας και της δασκάλα της, μέσα από πίνακες ζωγραφικής.

Υπάρχουν επτά διαφορετικά κεφάλαια, όπου το καθένα είναι αφιερωμένο σε έναν  πίνακα, από τους σημαντικότερους στην ιστορία της ζωγραφικής, όπως των Μαγκρίτ, Καραβάτζιο, Μπαλτίς.

Αλλά, ανάμέσα σε αυτούς του πίνακες, υπάρχει κάτι κοινό: μια μεγάλη ιστορία πραγματικής απώλειας, που αφορά τους ίδιους τους δημιουργούς. Για παράδειγμα, υπάρχει ένας πίνακας του Μαγκρίτ που ονομάζεται «οι εραστές» και ο οποίος απεικονίζει ένα ζευγάρι που τα πρόσωπά τους είναι καλυμμένα από ένα σεντόνι. Ο Μαγκρίτ όταν ήταν έντεκα ετών, είχε δει να φέρνουν στο πατρικό του σπίτι ένα σώμα τυλιγμένο σε ένα άσπρο σεντόνι, που ήταν το σώμα της μητέρας του, η οποία είχε αυτοκτονήσει στον Σηκουάνα.

Σε άλλο κεφάλαιο υπάρχει ένας τρομερός πίνακας του Φρίντριχ, που λέγεται «Η παγωμένη θάλασσα». Όταν ήταν επτά ετών ο Φρήντριχ, είδε μπροστά στα μάτια του, στη θάλασσα της Βαλτικής, να πνίγεται ο μικρός του αδελφός στην προσπάθειά του να τον σώσει.

Με λόγια λόγια, υπάρχει μια τρομακτική ιστορία απώλειας που μπορεί να οδηγήσει σε ένα αριστούργημα, το οποίο σε αυτά τα κεφάλαια αφορά στη ζωγραφική.
Η μικρή Βέρθα, κατά τη διάρκεια της μυθιστορηματικής πλοκής, συνδιαλέγεται με αυτούς του πίνακες, φτιάχνει ιστορίες πάνω στις ιστορίες των πινάκων, και έτσι όχι μόνο διαχειρίζεται το πένθος, αλλά και κερδίζει μια άλλη επαφή με την πραγματικότητα.

Δηλαδή στο βιβλίο η απώλεια είναι μία κινητήριος δύναμη για να μεταμορφώσει την οδύνη, και να ανοίξει τις πόρτες σε μια άλλη θέαση της πραγματικότητας.

Κρ.Π.: Σαν να είναι η απώλεια ένα κενό που σε ωθεί να ανοίξεις νέους ορίζοντες;

Φ.Τσ.: Που να τολμήσεις να ανοίξεις! Γιατί έχει και ένα ρίσκο αυτό το άνοιγμα. Πάντως, να μην το συγκαλύψεις αυτό το κενό΄ αντίθετα να το ανιχνεύσεις. Είναι τόσο διαφορετικά αυτά τα δύο…

Διότι είμαστε μια κοινωνία, που ζούμε -και κυρίως ζήσαμε- με την συγκάλυψη του πένθους, με την συγκάλυψη της απώλειας, με το να μεταμφιέζουμε γρήγορα, αμέσως, οτιδήποτε μας πονάει, να θέλουμε να… περνάμε μπροστά – θριαμβευτικά, για να καλύπτουμε τα όποια ελλείμματα. Αυτό το πληρώνεις πάρα πολύ άγρια… σήμερα, στην Ελλάδα του 2012.

Κρ.Π.: Σαν να χρειάζεται να διερευνήσεις μια θέση καινούργια μέσα στη ζωή σου γι’ αυτό που έχασες και από την άλλη, το κενό που άφησε η απουσία του, να προσπαθήσεις…

Φ.Τσ.: …να το επεξεργαστείς, να το ανιχνεύσεις, να το στοχαστείς, και να αντλήσεις ορισμένα –ίσως- δώρα, που μπορεί να κρύβονται εκεί μέσα…

Δηλαδή, στην ουσία, κάπου στο τέλος, γίνεται κάτι πολύ ενδιαφέρον –θα έλεγα- και συναρπαστικό: υποτάσσεται η απώλεια και το πένθος της στην υπηρεσία της ζωής.

Θα ‘λεγα ότι φτάνει στην υπέρβαση του θανάτου΄ και επειδή ο συγγραφέας μπορεί να επιτρέπει τα πάντα στον εαυτό του, εγώ επέτρεψα στη μικρή Βέθρα να μπορεί να συναντιέται στον ξύπνιο της, όχι στον ύπνο της, με τον πεθαμένο αδελφό της΄ και την μυεί ο αδελφός της στα μυστικά του θανάτου, που στην πραγματικότητα είναι τα μυστικά της ζωής.

Κρ.Π.: Όταν διαχειρίζεσαι μια απώλεια, και απώλεια μπορεί να είναι και το να χάσεις τη δουλειά σου, ή μια σχέση, ή οτιδήποτε, περνάς αναλογικά, όλα τα στάδια ενός πένθους.

Φ.Τσ.: Βέβαια΄ όλα αυτά που βρίσκονται στην καρδιά της παρούσας στιγμής που ζούμε. Ζούμε μέρες θανάτου! Μέρες απώλειας. Και έχει σημασία να πούμε ένα «όχι!» στο καμουφλάζ του πόνου, «όχι!» στον κατευνασμό, «όχι!» στην συγκάλυψη.

Επίσης, τιμάς μια απώλεια, όταν επιτρέψεις στον εαυτό σου να σκεφτεί, τί ήταν για σένα αυτός ή αυτό που χάθηκε. Καμιά φορά η παρουσία, αντίθετα από την απουσία, το φως, το πολύ δυνατό φως, εμποδίζει την ορατότητα, τυφλώνει. Και σαν  έλληνες, ζήσαμε αυτή την τυφλότητα του πολύ δυνατού φωτός.

Κρ.Π.: Μία μορφή διαχείρισης της απώλειας, είναι να προσπαθήσουμε να γεμίσουμε το κενό της εμείς οι ίδιοι, αλλάζοντας; Βάζοντας στη ζωή μας συνήθειες που μας κάλυπτε άνθρωπος που έφυγε ή ότι χάσαμε;

Φ.Τσ.: Δεν είναι σαν ένα δώρο του πένθους, που ανέφερα πριν, αυτό; Οπότε αν το κάνουμε αυτό, θα είναι και προς τιμήν μας, και προς τιμήν του όποιου χάσαμε, και προς τιμήν της ζωής. Και δεν υπάρχει ζωή χωρίς την επεξεργασία της απώλειας.

Χωρίς την διεργασία της απώλειας, του πένθους, είμαστε ανάπηρα όντα΄ είμαστε μισοί.

Κρ.Π.: Κάτι που έχεις, ή θέλεις να έχεις και το χάνεις, δηλαδή, η όποια απώλεια, δεν είναι ουσιαστικά και μια ματαίωση; Καθημερινά δεν ζούμε πάρα πολλές ματαιώσεις που χρειάζεται να διαχειριστούμε, αντί να τις κουκουλώσουμε – απωθήσουμε, ή να αναζητήσουμε υποκατάσταστα (πολλές φορές εξαρτητικά) για να τις καλύψουμε;

Φ.Τσ.: Όλα αυτά είναι το καμουφλάζ του πόνου της απώλειας΄ το instant  gratification:  εκείνη τη στιγμή άμεσα, να καλύψεις σπασμωδικά αυτό που έχασες, ή δεν έχεις εκείνη τη στιγμή που το θέλεις.

Αυτά τα υποκατάστατα, όμως, είναι τελείως δεκανίκια. Είναι σαν να είσαι ένα πρεζάκι που έχεις απόλυτη εξάρτηση από ένα υποκατάστατο. Και στην απεξάρτηση, ξέρουμε, πως το θέμα είναι να αντέξεις την αποστέρηση χωρίς να τρελλαθείς…

Διότι αν  αντέξουμε να διαχειριστούμε όλες αυτές τις απώλειες, αντί να μας διαλύσουν θα καταφέρουν να μας αφυπνίσουν. Και ίσως αυτό, είναι το ύστατο δώρο που μπορούμε να περιμένουμε.

Γιατί, κακά τα ψέματα, ζήσαμε έναν λήθαργο. Υπήρχε μια πλασματική, κατευνασμένη κατάσταση, ότι όλα είναι μπροστά μας χωρίς πρόβλημα, χωρίς έλλειψη. Λοιπόν, αν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε όλη αυτή την τραγική συγκυρία και να μην μας πάρει από κάτω, πιστεύω ότι στην άλλη άκρη, στην άλλη όχθη περιμένει μια άλλη, πιο συνειδητοποιημένη, πιο αφυπνισμένη ζωή.

Τότε, δεν θα ξεγελιέσαι πια εύκολα. Δεν θα αρκεί ένα υλικό αγαθό να σε ναρκώσει. Έτσι, τουλάχιστον, θέλω να ελπίζω. Ίσως είναι ένα ευχολόγιο αυτό που λέω, αλλά θέλω να την έχω αυτή την ευαισθησία.

Κρ.Π.: Για όσους βέβαια, καταφέρουν να επιβιώσουν… Γιατί μπορεί να φαίνεται κλισέ το «ότι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό» του Νίτσε, αλλά είναι και αλήθεια.

Φ.Τσ.: Οι μεγαλύτερες αλήθειες είναι κοινότοπες… Αλλά, αν δεν καταφέρουμε να αφυπνιστούμε και να αξιοποιήσουμε την όποια απώλεια, τότε χανόμαστε και ‘μεις μαζί της. Γινόμαστε εμείς οι ίδιοι απώλεια!

Κρ.Π.: Αύριο Παρασκευή, στις 3 Αυγούστου, έχετε μια ομιλία με την συγγραφέα Αμάντα Μιχαλοπούλου, για τα θέματα της απώλειας, και φαντάζομαι τον κόσμο που θα σας παρακολουθεί να ρωτάει κάτι που συνηθίζεται: τι μπορούμε να κάνουμε γι αυτό;

Φ.Τσ.: Δεν υπάρχουν συνταγές να βγάλουμε σαν τους συνταγολόγους του ΙΚΑ, από το τσεπάκι μας΄ δεν είναι θέμα συνταγής.

Ότι πούμε σε αυτούς τους ανθρώπους που θα μας ακούσουν, είναι κάτι που πασχίζουμε και εμείς να διαχειριστούμε για τον εαυτό μας, μαζί αναζητούμε τις λύσεις.

Τι να κάνουμε; Όλα αυτά που είπαμε, μαζί με το να συνυπάρξουμε, να συμπορευτούμε και να μη χάνουμε το νόημα και το δεσμό. Νόημα και δεσμός: αυτές είναι δύο έννοιες πολύτιμες, τουλάχιστον για μένα.

Η αναζήτηση του νοήματος στις δραστηριότητές μας… Και όσο μπορούμε να προστατεύουμε τους δεσμούς μας. Είναι πάρα πολύ σημαντικό. Διότι, μέσα σε αυτόν τον χαμό, κινδυνεύουν και τα δύο: και η απώλεια νοήματος και ο δεσμός΄ ο κάθε δεσμός με την οικογένειά μας, τον φίλο μας, το διπλανό μας. Αν αυτά καταλυθούν, γίνεσαι τέρας, πλέον΄  χάνεις οτιδήποτε σε καθιστά άνθρωπο.

Και μια μεγάλη απειλή σε αυτή την εποχή, είναι να κοιτάξουμε στον καθρέφτη και να δούμε ένα τέρας μέσα του ή να μην δούμε τίποτα.

Γιατί όσο καλά και αν είσαι, έρχεσαι αντιμέτωπος με τη ματαιότητα κάθε φορά που βγαίνεις έξω και αντικρίζεις τις κούτες με τους ανθρώπους στα πεζοδρόμια. Διότι, όσο καλά και αν είσαι εσύ, πώς μπορείς να είσαι καλά όταν αντικρίζεις τέτοια γεγονότα; Κανείς δεν θα είναι καλά έτσι. Κανείς.

Και κανείς δεν θα αξίζει να είναι καλά, όσο το εισπράττει αυτό σαν μια φυσική κατάσταση ή αναπόφευκτη, όσο περιφρουρημένος κι αν είναι από αυτήν την εξαθλίωση.

Αν μάθουμε να ζούμε μ’ αυτήν χαθήκαμε. Χαθήκαμε, αν μάθουμε να την εισπράττουμε σαν κάτι φυσικό, σαν αναπόφευκτο, σαν μοιραίο, σαν «τι να κάνουμε; έτσι είναι τα πράγματα…», σαν μια παράπλευρη ζημιά σε ένα συνεχιζόμενο πόλεμο…

Να μην γινουμε όμηροι μιας μοίρας που άλλοι δίαλεξαν για μας. Κανείς δεν μας ρώτησε΄ κανείς δεν συλλογίσθηκε την έκταση της κακοποίησης. Από τη μια στιγμή στην άλλη να αλλάζουν βίαια  όλα τα δεδομένα της ύπαρξης μας. Η ανθεκτικοτητα στην υποταγή μυρίζει θάνατο. Μια απάντηση απο τη μεριά της ζωής θα ήταν να γίνουμε ανυπακουοι, να τολμήσουμε την ανυπακοή όπως κι αν την αντιλαμβάνεται ο καθένας.-


Οι Εκδόσεις Καστανιώτη και το Ινστιτούτο Νήσου Αίγινας προσκαλούν τους αναγνώστες στις 3 Αυγούστου 2012, σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση στην αυλή του Λαογραφικού Μουσείου της Αίγινας. Αφορμή δύο βιβλία που σχετίζονται με την απώλεια και τις συνέπειές της. Η Αμάντα Μιχαλοπούλου με το νέο της βιβλίο Λαμπερή μέρα και η Φωτεινή Τσαλίκογλου με Το χάρισμα της Βέρθας συνομιλούν με θέμα: «Η απώλεια ως ευκαιρία». Τη συζήτησή τους θα συντονίζει η εικαστικός και υπεύθυνη πολιτιστικών προγραμμάτων του Ινστιτούτου Βένια Δημητρακοπούλου.

Η συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, σχετικά με το θέμα της εκδήλωσης, λέγοντας:

«Για την απώλεια δεν ήξερα πολλά πράγματα πριν την αντιμετωπίσω. Νόμιζα πως ήμουν τυχερός άνθρωπος, επειδή δεν ήξερα τίποτα για το θάνατο, ουσιαστικά δεν είχαμε διασταυρωθεί. Και ξαφνικά άρχισε ένα μπαράζ συναντήσεων μαζί του. Όπως συμβαίνει συνήθως στη ζωή, όσο έκλεινα τα μάτια, τόσο τον έβρισκα μπροστά μου.
Ήθελα λοιπόν να αποτυπώσω αυτές τις συναντήσεις, τις μεγάλες απώλειες της ζωής μου, σε ένα βιβλίο που δεν θα ξόρκιζε την απώλεια, όπως λέμε συνήθως, αλλά θα την αφηγούνταν με όσο περισσότερη νηφαλιότητα γίνεται.
Έτσι προέκυψε το βιβλίο μου «Λαμπερή Μέρα», 33 εκδοχές της απώλειας αποτυπωμένες σε ισάριθμες ιστορίες, όπου οι ήρωες διαπλέουν την απώλεια και βγαίνουν στη στεριά απαλλαγμένοι από τις ψευδαισθήσεις τους. Στην Αίγινα, με τη Φωτεινή Τσαλίκογλου, η οποία επίσης διηγείται νηφάλια -αν και πολύ αισθαντικά- θα επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε την απώλεια ως κάτι θετικό, ως μια αλλόκοτη υπαρξιακή περιουσία που αναβαθμίζει τη ζωή αντί να την καταποντίζει, όπως θα περίμενε κανείς».

info
Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Δήμου Αίγινας Παναγή και Ελένης Ηρειώτη
Σπύρου Ρόδη 16
Αίγινα
22970 26401

Ο δάσκαλος που τον αγάπησαν οι λέξεις και οι μαθητές, του Κώστα Ακρίβου

10:08, 01 Αυγ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102159

Και με τους τρεις συμβαίνει το εξής παράδοξο: δεν ήταν δάσκαλοί μου στα μαθητικά ή φοιτητικά έδρανα. Δεν στήθηκαν στην έδρα, δεν με σήκωσαν για μάθημα στον μαυροπίνακα, δεν βαθμολόγησαν τις όποιες εργασίες μου. Με δασκάλεψαν όμως με τα βιβλία τους, τα λόγια τους, τη συντροφιά τους.

Η προτελευταία συνεύρεση με τον Χρίστο Τσολάκη ήταν όταν παρουσίασε στον ΙΑΝΟ της Θεσσαλονίκης το τελευταίο μου μυθιστόρημα.

Οι κρίσεις και οι απόψεις του άνοιξαν έναν καινούριο ορίζοντα στη μυθοπλασία μου΄ άκουγα τις παρατηρήσεις του και αναρωτιόμουν αν όντως ήμουν εγώ εκείνος που είχε επινοήσει τα πρόσωπα και τους χαρακτήρες.

Τελευταία φορά που βρεθήκαμε ήταν στο συνέδριο του Φιλολογικού Τμήματος του ΑΠΘ τον περασμένο Μάρτιο. Θέμα της δικής μου εισήγησης πώς διδάσκεται ή, καλύτερα, δεν διδάσκεται το μάθημα της λογοτεχνίας στα σημερινά σχολεία.

Ήταν σύμφωνος με το σκεπτικό μου να καθιερωθεί επιτέλους η διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού βιβλίου στις σχολικές τάξεις και να πάψουμε να κοροϊδεύουμε τα παιδιά με τα κάθε λογής αποσπάσματα.

Είπαμε και άλλα εκείνο το διήμερο, ήταν ένα ακόμη σχολείο για μένα η συνύπαρξη μαζί του.

Γιατί – έτσι όπως το σκέφτομαι τώρα – από τον Χρίστο Τσολάκη πήρα τα καλύτερα μαθήματα για την έννοια της αξιοπρέπειας, του δημοκρατικού φρονήματος, της ελληνικής γλώσσας.

Δεν κάνω επικήδειο. Μέγιστο ευχαριστώ στη μνήμη του καταθέτω.
Kώστας Ακρίβος

30/7/2012

«Δεν γνωρίζει κανείς καλά, παρά μόνο ότι τον έχει κάνει να το αγαπήσει. Αν κάτι δεν το αγάπησες, δεν το γνωρίζεις καλά. Το σχολείο πρέπει να είναι μια ευτυχισμένη οικογένεια! Αυτή την μεταρρύθμιση θα τη βάλουμε καμιά φορά στο μυαλό μας; Τα άλλα είναι μερεμέτια!» Χρίστος Τσολάκης

Συράκος Δανάλης: Η σημερινή πολιτική κατάσταση είναι άσυλο ανιάτων

10:07, 31 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102118

Η σημερινή πολιτική κατάσταση, η οποία υπάρχει αυτή τη στιγμή, δεν είναι πολιτική κατάσταση. Θα ‘λεγα ότι είναι άσυλο ανιάτων. Είναι οτιδήποτε άλλο, εκτός από πολιτική κατάσταση. Δεν κάνω τον εξπέρ, ούτε είμαι πολιτικός. Αλλά πολιτική κατάσταση, νομίζω ότι είναι μια πολιτεία, η οποία, το μόνο πράγμα που έχει μέσα στο μυαλό της, πέρα από την επιβίωση της χώρας, είναι τον κόσμο, τον κοσμάκη, που την στηρίζει…», ο Συράκος Δανάλης, πολυβραβευμένος βετεράνος διευθυντής φωτογραφίας του κινηματογράφου και του θεάτρου, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για την πολιτικοοικονομική κατάσταση της χώρας, συμμετέχοντας στο δημόσιο διάλογο του tvxs.

Σ.Δ.: Αυτή την κατάσταση, το ξέρουμε όλοι ποιοί την δημιούργησαν, κι αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι απλώς να ανασκουμπωθούμε και να ξεκινήσει αυτή η κυρία βουλή, η νεοφερμένη, για να ψηφίσει ένα καινούργιο Σύνταγμα, με απλή αναλογική, και να δούμε τι θα γίνουμε…
Διότι δεν μπορούν να εναλλάσσονται στην εξουσία, Πασόκ-ΝΔ, ΝΔ-Πασόκ. Τι είναι αυτά τα πράγματα; Έλεος!
Γι’ αυτό, πρέπει κάτι να γίνει. Αλλιώς μην έχουμε αυταπάτες.
Η γενιά μου έχει ξαναπεράσει ύφεση. Δεν είναι η πρώτη φορά. Αλλά τότε ήμασταν «τυχεροί»,  που είχαμε δικό μας νόμισμα, και το ‘κοψε ο Μαρκεζίνης στη μέση, και εντάξει, μαζευτήκαν τα πράγματα. Τώρα, δεν μπορούμε να κόψουμε το ευρώ στη μέση.
Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τους γράψουμε στα παλιά μας τα παπούτσια…
Έτσι όπως είμαστε, και μ’ αυτούς οι οποίοι κυβερνούν την Ελλάδα δεν πρόκειται να γίνει τίποτε απολύτως. Αμφιβάλω αν, ποτέ, βγούμε από την ύφεση.
Πέρα από το ότι, νομίζω ότι η Ελλάδα είναι αυτάρκης. Θα μπορούσε να ζήσει μόνη της και να τα βγάλει πέρα.
Εκτός από βαριά βιομηχανία, η Ελλάδα παράγει. Και τώρα πολύ περισσότερο, με το αέριο, με το πετρέλαιο, με τα κοιτάσματα, και δεν ξέρω τι άλλο, θα μπορούσε να τα βγάλει άνετα πέρα.
Δεν λέω, βέβαια, ότι θα ζούσαν όλοι σαν βασιλιάδες, αλλά θα ζούσανε. Θα ζούσαν στον τόπο τους, και όχι υπό κατοχή. Γιατί τώρα, είμαστε, σε μια οικονομική κατοχή.
Και μιλάω, πολύ περισσότερο , για τα κατώτερα στρώματα, που δεν έχουν δουλειά, δεν έχουν φαϊ, δεν έχουνε σπίτι, δεν έχουνε τίποτα!
Αυτοί οι άνθρωποι τί πρέπει να κάνουν; Να πεθάνουνε;
Κάθε μέρα και κάποιος αυτοκτονεί γιατί βρίσκεται σε αδιέξοδο. Αλλά, κανενός δεν ιδρώνει το αυτί. Εκείνο που τους ενδιαφέρει, είναι πως θα τηρήσουν το πρόγραμμα επακριβώς. Και μάλιστα, ο κύριος Σαμαράς λέει και παραπάνω απ’ ότι ζητάει η Τρόικα!
Δεν μπορείς να παίζεις στις πλάτες του λαού. Διότι, καμιά ώρα θα γίνει κανένα μπαμ, και δεν θα ξέρεις από πού θα φύγεις…
Γιατί δεν θέλει και πολύ.
Δε βλέπεις το ντόμινο, που ξεκίνησε από τη Λιβύη και πάμε Αίγυπτο, και πάμε Συρία, και τώρα από τη Συρία θα πάει δεν ξέρω που αλλού…;
Άστα. Μη τα ψάχνεις.

Κρ.Π.: Και τι θα προτείνατε;

Σ.Δ.: Αν διαφοροποιηθεί το Σύνταγμα, και περάσουμε στην Απλή Αναλογική, το κάθε κόμμα θα πάρει αυτό που δικαιούται. Οπότε θα κυβερνήσει αυτός που επέλεξε καθαρά ο λαός. Γιατί τώρα είναι μπάχαλο. Με τα ρουσφέτια και με αυτά που ξέρουμε όλοι.
Με λίγα λόγια, δεν αντιπροσωπεύει τον ελληνικό λαό αυτή η κυβέρνηση. Εγώ έτσι το βλέπω, έτσι το νιώθω, έτσι έχω βγάλει τα συμπεράσματά μου από τα βιβλία που διαβάζω. Πιο καθαρό, πιο δημοκρατικό σύστημα από την απλή αναλογική δεν υ-πά-ρχει.
Κι αυτή η δημοκρατία που λέμε ότι έχουμε; Δεν πιστεύω καθόλου ότι έχουμε δημοκρατία. Αυτό, δεν είναι δημοκρατία, είναι οτιδήποτε άλλο.
Πρέπει, να εκφράζεται ο λαός ελεύθερα, σύμφωνα με την άποψή του, με τις προτιμήσεις του, και όχι κάτω από την επιβολή την κρατική, ίσως, αν είναι ΝΔ, αν είναι Πασόκ, με ψεύτικους εκβιασμούς, και όλα αυτά. Για να δούμε που θα πάει.
Και μπορεί και να μην πάει. Συμφωνώ! Αλλά αφού δεν πάει και τώρα; Γιατί να μην δοκιμάσουμε και κάτι άλλο, που ίσως πάει; Απλά πράγματα, όπως τα σκέφτομαι εγώ. Διότι, έτσι όπως είμαστε, αποδεδειγμένα, δεν πάει!

Κρ.Π.: Για εκείνους που υποστηρίζουν ότι φταίει ο λαός, τι έχετε να πείτε; Που λένε ότι έχει κλέψει, που δεν πληρώνει τους φόρους κλπ;

Σ.Δ.: Ο λαός… πώς θα μπορούσε να κλέψει ο λαός 400 δισεκατομμύρια. Πές μου έναν τρόπο για να τον δεχτώ. Ποιός λαός; Εδώ, ο κύριος Τσοχατζόπουλος είναι μέσα, αυτός ο περιβόητος κύριος… που ήρθαν, σαν τον ίδιο, αυτοί οι ξεβράκωτοι, δεν λέω είχαν σπουδάσει, αλλά ξεβράκωτοι ήρθαν με τον Ανδρέα Παπανδρέου, και ξαφνικά γίναν δισεκατομμυριούχοι!
Αφού ο ίδιοι οι γερμανοί  καταγγέλλουν τι του έδωσαν, ο ίδιος λέει, ότι τον κυνηγάνε για να τον πεθάνουν πολιτικά. Λες και είναι ενεργό πολιτικό μέλος…

Κρ.Π.:  Μα λένε ότι έχει τρις, όχι δις. Κι αν ισχύει, θα μπορούσε, κάλλιστα, να γίνει και σωτήρας της Ελλάδας, αν ήθελε. Να πει, παιδιά, πόσα δις είναι το χρέος; Πάρτε τα, να ξεχρεώσετε…

Σ.Δ.: Μπράβο. Αυτός ο άνθρωπος, όμως, το αρνείται. Εγώ, λέει, δεν έχω καμία ανάμιξη. Που τα βρήκες τότε; Που τα βρήκες; Πές μου, και θα είμαι ο πρώτος που θα σου πω και μπράβο!
Διότι, είμαι φανατικά δημοκρατικός άνθρωπος. Δεν είμαι κουμουνιστής. Αλλά είμαι τόσο πολύ δημοκράτης που αγγίζω τον κομουνισμό.
Λοιπόν, εγώ πρώτος θα σου πω μπράβο, είσαι άξιος. Αλλά, δεν μπορείς. Πώς να μπορέσεις; Δεν δικαιολογούνται τόσα χρήματα.
Και μετά λένε ότι ο λαός τα έφαγε, και ήρθαμε σε αυτή την κατάσταση. Μα δεν ντρέπονται; Μα πώς τα έφαγε ο λαός βρε παιδιά; Μπήκε μέσα στο θησαυροφυλάκιο της Εθνικής και τα πήρε; Πώς;

Κρ.Π.: Κάποιοι άνθρωποι δεν θα έπρεπε να συναντηθούν, να συνεργαστούν, να πιέσουν τις καταστάσεις, όπως είδαμε στην Ισπανία τους καλλιτέχνες, που ήταν στο δρόμο και διαδήλωναν, όλοι μαζί σε δικό τους μπλοκ, με συνθήματα, ανεξαρτήτως κομμάτων;

Σ.Δ.: Δεν τους αφήνουνε. Εδώ πάνε να διαλύσουν την ΕΡΤ, πάνε να την φέρουν πίσω τριάντα χρόνια. Γιατί; Γιατί έχει αρχίσει και τους ενοχλεί. Δηλαδή, η ΕΡΤ, σιγά σιγά με τα Δελτία της, με τα προγράμματά της, άρχισε να είναι ένα ελεύθερο κανάλι, να εκφράζεται λίγο ελεύθερα, και εναντίον της κυβέρνησης, και γι αυτό να δεις, θα την πάνε πίσω.

Κρ.Π.: Λέχθηκε ότι ήδη συζητείται να κόψουν εκπομπές π.χ. σαν του Κούλογλου, ή σαν του Βαξεβάνη κλπ.

Σ.Δ.: Αυτά, δεν είναι δείγματα γραφής, ότι το πάνε λάου-λάου, να φτάσει η ΕΡΤ να αντιπροσωπεύει την κυβέρνηση, όπως ήταν παλιά; Αυτή είναι δημοκρατία; Αυτή τη δημοκρατία, εγώ την γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια.

Κρ.Π.: Για να επιστρέψουμε στο προηγούμενο που λέγατε, τί πάει να πει δεν τους αφήνουνε; Δεν θά ‘πρεπε, ειδικά σε τέτοια κατάσταση να συνεργαστούν όλες τις Ενώσεις, όπου ανήκει ο καθένας, και να γίνει μία Πανελλαδική Συνέλευση, ή μία διαμαρτυρία, αν μη τι άλλο;

Σ.Δ.: Συμφωνώ απόλυτα. Είναι να τρελαίνεσαι. Διότι, όλα τα Σωματεία, τα περισσότερα, είναι καπελωμένα. Με τί; Με προέδρους της ΝΔ, του Πασόκ, με διοικητικά συμβούλια τα οποία  λειτουργούν υποτίθεται δημοκρατικά, και λέει το «δημοκρατικό» τους συμβούλιο: όχι. Δεν θα κατέβουμε ούτε σε απεργία, ούτε σε διαμαρτυρία, ούτε σε τίποτε. Δεν γίνεται. Δημοκρατία έχουμε. Αυτή είναι η πλειοψηφία, που είναι υποχρεωμένοι να ακούσουν οι υπόλοιποι. Έτσι λειτουργεί το σύστημα εδώ και δεκαετίες.

Κρ.Π.: Ποιο νομίζετε ότι είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα; 

Σ.Δ.: Αυτό. Δεν μπορεί ο κόσμος ελεύθερα να εκφραστεί. Δεν μπορεί ο κόσμος ελεύθερα να συναθροιστεί. Μόνο το ΠΑΜΕ το έχει καταφέρει. Κι αυτό, κουτσά – στραβά. Μόλις γίνανε εκλογές, φύγανε οι ψήφοι από το ΚΚΕ και πήγαν στον Συνασπισμό.

Κρ.Π.: Ο Συνασπισμός όμως, δεν μίλησε για συνεργασία;

Σ.Δ.: Αυτή είναι η διαφωνία μου χρόνια τώρα.  Γιατί, τί έχουμε να χωρίσουμε; Είμαστε μαζί. Οι στόχοι μας είναι κοινοί. Θέλουμε να ζήσουμε σαν άνθρωποι ελεύθεροι. Να εκφραζόμαστε ελεύθερα. Να μπορούμε να συνδικαλιζόμαστε. Να μπορούμε να εργαζόμαστε –γιατί τώρα δεν μπορούμε. Λοιπόν, είναι κοινός σκοπός. Γιατί δεν κάθονται να συνεργαστούν; Διότι υπάρχουν οι βλέψεις…

Κρ.Π.: Δηλαδή, και να συνεργαστούν δεν θα ‘ ναι τελικά για το καλό του λαού; Δεν υπάρχει… σωτηρία;

Σ.Δ.: Ναι. Δεν τους νοιάζει. Δεν έχουν ανάγκη. Τρώνε, πίνουνε, διασκεδάζουν. Ο καθένας το δικό του.
Η σημερινή πολιτική κατάσταση, η οποία υπάρχει αυτή τη στιγμή, δεν είναι πολιτική κατάσταση. Θα ‘λεγα ότι είναι άσυλο ανιάτων. Είναι οτιδήποτε άλλο, εκτός από πολιτική κατάσταση.
Δεν κάνω τον εξπέρ, ούτε είμαι πολιτικός. Αλλά πολιτική κατάσταση, νομίζω ότι είναι μια πολιτεία, η οποία, το μόνο πράγμα που έχει μέσα στο μυαλό της, πέρα από την επιβίωση της χώρας, είναι τον κόσμο, τον κοσμάκη, που την στηρίζει…

Κρ.Π.: Έχει το μυαλό της την επιβίωση της χώρας, όταν όπως λέγεται δίνει την ΑΤΕ ή τον Όλυμπο, και ότι μπορεί να σημαίνει αυτό;

Σ.Δ.: Έλα ντε! Αυτό λέω. Να κοιτάξει τον κόσμο που πεινάει, και να μη νοικιάσει την Ακρόπολη μεθαύριο… Γιατί το φοβάμαι πολύ, ότι θα την νοικιάσουν σε καμιά πολυεθνική. Δεν έχουνε ιερό και όσιο!
Κι όχι μόνο να νοικιάσουν, όχι μόνο να πουλήσουν, μέχρι που είναι ικανοί να βάλουν και φωτιά στην ύπαιθρο. Να έρθουν και αυτοί οι κύριοι από έξω, οι μεγαλοεπιχειρηματίες, με τα εργοστάσιά τους και τις επιχειρήσεις τους, και να πουν στον λαό, έλα εδώ δούλευε για  έναν μήνα με τριακόσια ευρώ… Το ίδιο δεν γίνεται στη Βουλγαρία, και αλλού; Αυτό, λοιπόν, θέλουνε. Αυτός είναι ο σκοπός του ΔΝΤ. Από όποια χώρα έχει περάσει, το ίδιο έχει κάνει.
Ή ήρθε για το καλό μας; Μας αγαπάει; Μπαίνει μέσα; Αυτά είναι προγράμματα ετών. Δεν είναι τυχαίο. Αυτά τα προετοιμάζουν από χρόνια πριν. Ποιος έχει σειρά; Η Ελλάδα. Μάλιστα.
Μπαίνουνε μέσα τα κοράκια, αγοράζουν τον πλούτο της χώρας, έχουν δούλους όλο το λαό να δουλεύει με 100 ευρώ και 150, και οι ίδιοι ζουν ωραία, με τις βίλες και τα νησιά τους τα ιδιόκτητα. Αυτό είναι. Είναι σχέδιο. Δεν είναι τυχαίο.
Διαφθείρουν το πολιτικό σύστημα, και το καταντάνε έτσι.
Δεν τους νοιάζει. Όλα αυτά τα παχιά λόγια, για το λαό, για την Ελλάδα… Για ποιά Ελλάδα νοιάζεσαι; Για την Ελλάδα τη δικιά σου; Να έχεις τις βίλες σου στο Καστρί, και τα ιδιόκτητα αεροπλάνα σου; Για την Ελλάδα νοιάζεσαι;
Λοιπόν, αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να αντέξει. Θα φθαρεί. Αλλά, να προλάβουμε, με την πίεση των άλλων κομμάτων, του Σύριζα, του ΚΚΕ, κλπ., να γίνει η απλή αναλογική.

Κρ.Π.: Αυτή είναι η βασική λύση που προτείνετε;

Σ.Δ.: Επιμένω. Μέχρι θανάτου. Και να δούμε. Να πάρει το κάθε κόμμα το μερτικό του. Αυτό που του αξίζει.
Όλα αυτά τα συστήματα που ζούμε μέχρι τώρα, τα έχουμε ζήσει, τα έχουμε ξαναζήσει, τα ξαναζούμε. Πότε θα ζήσουμε και κάτι άλλο;
Θέλετε να ψηφίσετε Χρυσή Αυγή; Ψηφίστε! Βάλτε τα κάτω, σκεφτείτε τα πρώτα και μετά ψηφίστε. Τι σημαίνει Χρυσή Αυγή, τι σημαίνει Πασόκ, τι σημαίνει ΚΚΕ, τι σημαίνει Ριζοσπαστική Αριστερά, Οικολόγοι, και πάει λέγοντας.
Και σκεφτείτε σοβαρά, και όχι, μάς άρεσε η ζωγραφιά που είχε πάνω το ψηφοδέλτιο και το ψηφίσαμε…
Κατά βάθος, φταίμε εμείς οι ίδιοι, ο λαός. Αλλά τον έχουν διαφθείρει τον λαό, τον πιέζουν, τον απειλούν, π.χ. αν δεν βγει η ΝΔ, θα γυρίσουμε στη δραχμή, θα έχουμε οικονομικό αποκλεισμό, θα, θα, θα. Τρίχες κατσαρές.
Είδαμε τον Τσάβες ή τον όποιον άλλον Τσάβες εκεί στη Νότιο Αμερική, που ήταν σαν και μας και χειρότερα, και όμως, τους έγραψε στα παλιά του τα παπούτσια, τους είπε πάρτε δρόμο και φύγετε, μη σας πάρει ο διάολος, και τώρα, είναι μια χαρά: Η Αργεντινή είναι πρώτη σε εξαγωγές, η οικονομία τους είναι ανθηρή, και ο Τσάβες επίσης.
Τώρα πιά, δεν είναι τόσο απλό να σηκώσει τα αεροπλάνα η Αμερική, και να πάει να βομβαρδίσει λόγου χάριν τη Βολιβία.
Αναγκαστήκανε με συμφωνίες… δεν ξέρω πως και τι, και αποχωρήσανε.
Και τώρα ζούνε μόνοι τους, μια χαρά. Και δυο τρομάρες, να πω εγώ. Αλλά ζούνε μόνοι τους, βρε αδερφέ! Θέλουν να κάνουν κουμάντο στο σπίτι τους. Και να το κάνουν οι ίδιοι. Να μην το κάνουν οι Αμερικάνοι. Να μην το κάνει η Ευρωπαϊκή… να μην πω. Αλλιώς τι; Να αποφασίζει ο τάδε αρχικαγκελάριος μέσα στο σπίτι μας, μέσα στο δικό μας το σπίτι, το οποίο το έχουν καταληστέψει και το έχουν καταδυναστεύσει δεκαετίες, τώρα;
Δεν είναι κρίμα; Και στο κάτω κάτω ο καθένας να αναλογιστεί και το παρελθόν του. Γιατί όλοι θα έχουνε κάτι, να τους αναγκάζει να σκεφτούν διαφορετικά. Μια εμπειρία από το παρελθόν τους. Αλλά δεν κάνουν αυτοκριτική.
Εγώ, έχω κάνει την αυτοκριτική μου, είμαι ήρεμος, είμαι 86 χρονών, και θα πάω 110. Εκεί υπολογίζω. Κάνω  τα καραβάκια μου΄ δεν τα πουλάω ποτέ, τα χαρίζω στους φίλους μου΄ όλοι οι φίλοι μου έχουν καράβια΄ να ταξιδεύουν και να ναι καλά. Όλοι, οι καινούργιοι φίλοι μου. Γιατί οι παλιοί έχουν φύγει, όλοι…

Διαβάστε επίσης στο tvxs:
Συράκος Δανάλης: Μια αέναος κίνηση ήταν για μένα η ζωή μου