«Ονειρευόμαστε με αφηγήματα» _ της Αθηνάς Ανδριτσοπούλου

07:07, 31 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102076

Οι άνθρωποι είμαστε κατ’ εξοχήν «αφηγηματικά όντα» (Maclntyre, 1961), που σημαίνει πως «ονειρευόμαστε με αφηγήματα, ονειροπολούμε με αφηγήματα, θυμόμαστε, προσδοκούμε, ελπίζουμε, απογοητευόμαστε, πιστεύουμε, αμφιβάλλουμε, σχεδιάζουμε, αναθεωρούμε, κριτικάρουμε, κατασκευάζουμε, κουτσομπολεύουμε, μαθαίνουμε, μισούμε και αγαπάμε με αφηγήματα» (Mardy, 1968, σ.5).

Αν τα όνειρα αποτελούν συνέχεια της εγρήγορσης, τότε στον ύπνο μας συνεχίζουμε να κάνουμε ό,τι και στον ξύπνιο μας, δηλαδή να σκεφτόμαστε, να οργανώνουμε και να προσπαθούμε να νοηματοδοτήσουμε τις εμπειρίες μας μέσω της αφήγησης σε κάποιο ακροατήριο, ακόμα και αν αυτό το τελευταίο αποτελείται μόνο από τον εαυτό μας.

Έχω τη συνήθεια να συγκρατώ όνειρα δικά μου και ονειρικές αφηγήσεις φίλων, συναδέλφων και θεραπευόμενων τα οποία μου έκαναν μεγάλη εντύπωση, είτε επειδή τα θεώρησα ιδιαίτερα ευρηματικά είτε επειδή με βοήθησαν να καταλάβω περισσότερα για τη γλώσσα των ονείρων.
Ένα τέτοιο όνειρο, το οποίο μου διηγήθηκε ένας καινούριος θεραπευόμενός μου και που θα εξετάσουμε αναλυτικά στη συνέχεια αυτού του κεφαλαίου, είναι το εξής:
Βρισκόταν στην Αλάσκα σε μια αποστολή. Μπροστά του προχωρούσαν και άλλοι άντρες. Ο ένας πίσω από τον άλλο μετέφεραν πράγματα στους ώμους τους, ενώ το σώμα τους ήταν βουτηγμένο ως τη μέση σε νερό, την επιφάνεια του οποίου κάλυπτε στρώμα πάγου. Εκείνος ήταν ο τελευταίος στη σειρά. Ξάφνου ένιωσε κάτι να ακουμπάει το πόδι του.

Κατάλαβε ότι ήταν καρχαρίας, αλλά δεν μπορούσε να βγάλει άχνα, και κανείς από τους μπροστινούς του που απομακρύνονταν δεν είχε καταλάβει ότι κινδύνευε. Έμεινε ακίνητος ώσπου του φάνηκε πως ο καρχαρίας απομακρύνθηκε.

Τα όνειρα ως αυτοβιογραφικές αφηγήσεις

Τα όνειρα λοιπόν αποτελούν αυτοβιογραφικές αφηγήσεις. Παρουσιάζονται όμως όλα τα όνειρα με την μορφή αφηγημάτων; Είδαμε […] ότι περίπου το 80% των ανθρώπων που ξύπνησαν ενώ βρίσκονταν στο στάδιο REM ανέφερε ότι ονειρευόταν, ενώ μόνο 7% των ανθρώπων τους οποίους οι ερευνητές ξύπνησαν σε άλλα στάδια ανέφερε πως έβλεπε όνειρο. Πολλά εξαρτώνται από το πώς ορίζουμε το όνειρο.

Σε μια σχετική έρευνα του Rachyschaffen και του μαθητή του Orlinsky,  η οποία δημοσιεύτηκε το 1967 και παρατίθεται από τον Jouvet (1992)] οι μελετητές κατέταξαν όλες τις ονειρικές εμπειρίες σε οκτώ κατηγορίες, αριθμώντας τες από το μηδέν έως το επτά:

  1. Καμιά ονειρική ανάμνηση,
  2. Καμιά ανάμνηση για κάτι συγκεκριμένο,
  3. Ανάμνηση μιας απομονωμένης ιδέας, ενός αντικειμένου, ενός προσώπου ή μιας σκηνής,
  4. Πολλές ασύνδετες σκέψεις, σκηνές ή δράσεις,
  5. Μικρό όνειρο με συνοχή (π.χ. μια συζήτηση αντί μιας ιδέας)
  6. Λεπτομερής ανάμνηση μιας ονειρικής αλληλουχίας με κάποια συνοχή,
  7. Ανάμνηση μακρύτερης ονειρικής αλληλουχίας (έως τέσσερα επεισόδια) με συνοχή,
  8. Ανάμνηση πολύ μακριάς ονειρικής αλληλουχίας με πολλές λεπτομερειες και συνδεδεμένα επεισόδια ή ανάμνηση πολλών ονείρων.

[…] «αθώα» είναι η γλώσσα των ονείρων, όχι τα ίδια τα όνειρα, τα οποία είναι τόσο αθώα ή πονηρά όσο οι σκέψεις που κάνουμε και τα συναισθήματα που έχουμε σε λιγότερο συνειδητό αλλά και σε συνειδητό επίπεδο.

[…] Τα όνειρα αντικατοπτρίζουν τη συνέχεια της συνειδητής αλλά και της λιγότερο συνειδητής προσπάθειας που γίνεται στον ξύπνιο μας για νοηματοδότηση των εμπειριών μας, για αποκρυστάλλωση σκέψεων και για σύνδεσή τους με συναισθήματα.
Οι περισσότεροι θεραπευτές πιστεύουν πως, προκειμένου τα όνειρα να έχουν κάποια χρησιμότητα, είναι απαραίτητη η «ερμηνεία» τους. Είναι σίγουρο πως η «ερμηνεία» ή καλύτερα η «μετάφραση» βοηθά τη συνειδητοποίηση κάποιων πραγμάτων στην περίπτωση εκείνων που είναι πρόθυμοι να την κάνουν. Στην περίπτωση όμως εκείνων που δεν είναι έτοιμοι να κάνουν καμία συνειδητοποίηση, τα όνειρά τους δεν θα βοηθήσουν, γιατί δεν θα αποτυπώσουν καμιά απολύτως ανησυχία.

[…] αν αντιμετωπίσουμε τα όνειρα ως ιστορίες μέσω των οποίων εμείς οι ίδιοι προσπαθούμε να οργανώσουμε τις εμπειρίες μας, η εικονογραφική γλώσσα τους γίνεται περισσότερο κατανοητή και η «μετάφρασή» τους πιο εύκολη. […] όσο πιο κοντά είμαστε στη συνειδητοποίσηση σκέψεων και συναισθημάτων, τόσο τα όνειρά μας μοιάζουν πιο ρεαλιστικά. Αντίθετα, όσο πιο μακριά είμαστε από συνειδητές συνδέσεις, τόσο πιο σουρεαλιστικές είναι οι ιστορίες των ονείρων μας και τόσο πιο κοπιώδης είναι η μετάφρασή τους.

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Αθηνάς Ανδριτσοπούλου, Η αθώα γλώσσα των ονείρων μας, Εκδόσεις Ανθρώπινα Συστήματα

Η ιστορία της ζωής μας απαιτεί και τα δύο, και την εγρήγορση και τα όνειρα.
– Boss

– Στα όνειρά μας εκφράζουμε «απαγορευμένες» επιθυμίες του ασυνείδητου… (Σ. Φρόιντ)

– Είδες ψάρια στον ύπνο σου, λαχτάρα θα σε βρει! (λαϊκή δοξασία)

Ο γοητευτικός κόσμος των ονείρων μας είναι πλούσιος σε ερεθίσματα, που διαπλέκονται και δημιουργούν ευφάνταστες πρωτότυπες, εκπληκτικές ιστορίες. Υπάρχουν όνειρα διάσημα και άλλα λιγότερο γνωστά, τα οποία ειδικοί και μη προσπαθούν να εξηγήσουν, να ερμηνεύσουν, να μεταφράσουν.

Αυτό όμως που φαίνεται τελικά είναι ότι στα όνειρα μας δεν υπάρχει κάποιο κρυμμένο νόημα. Απλώς αποτυπώνουν όσα το μυαλό μας συνεχίζει να σκέφτεται και να φαντάζεται στον ύπνο –δείχνουν την προσπάθειά μας να επεξεργαστούμε και να νοηματοδοτήσουμε τις εμπειρίες μας. Αν λοιπόν δούμε τα όνειρά μας σαν ακόμα μια αυτοβιογραφική αφήγηση, σαν εικονογραφημένες ιστορίες τις οποίες «λέμε» είτε για να ξεκαθαρίσουμε τους προβληματισμούς μας και να βρούμε λύσεις είτε για να διασκεδάσουμε είτε για να νιώσουμε καθησυχασμένοι, τότε θα κατανοήσουμε πιο εύκολα την «αθώα» γλώσσα τους.


*Φωτογραφία από έργο του ζωγράφου Νίκου Μιχαλιτσιάνου

Συράκος Δανάλης: Μια αέναος κίνηση ήταν για μένα η ζωή μου

11:07, 30 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102009

Έχω ζήσει πάρα πολλά, έχω ακούσει πάρα πολλά, έχω γυρίσει όλον σχεδόν τον κόσμο, και την Ελλάδα, σαν σβούρα, από μία και δυο και τρεις φορές. Μια αέναος κίνηση ήταν για μένα η ζωή μου. Και γι αυτό, προφανώς, μου έλειπε τόσο πολύ Αθήνα και δεν έβρισκα την ώρα να γυρίσω πίσω. Αυτή –χοντρικά- ήταν η ζωή μου στον κινηματογράφο», ο γνωστός βετεράνος διευθυντής φωτογραφίας του κινηματογράφου και του θεάτρου, Συράκος Δανάλης, πολυβραβευμένος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με πάνω από 150 ταινίες και 800 ντοκυμαντέρ στο ενεργητικό του, αλλά και ο άνθρωπος που «έχει κάνει τη μισή Ελλάδα σκηνοθέτες»,  μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs, εξ αφορμής της δεύτερης έκθεσης* που παρουσιάζεται στην Αίγινα για φιλανθρωπικό σκοπό, με θέμα τα πολύμορφα ξύλινα καράβια του.

Σ.Δ.: Όλη μου η ζωή, όπου έχω βρεθεί, τυχαία ήτανε… Μόνο οι σπουδές μου ήταν συγκεκριμένες, αλλά δεν τελείωσαν ποτέ.
Γεννήθηκα το 1927, στην Αθήνα, στην Κυψέλη, Φωκίωνος Νέγρη΄ η οποία Φωκίωνος Νέγρη, τότε, ήταν ρέμα. Στη συνέχεια πήγα σχολείο, έκανα όλα αυτά που κάνουνε οι νέοι, πήγα Γυμνάσιο, τελείωσα, πήγα στρατιώτης…

Κρ.Π.: Ζήσατε και τον πόλεμο του ’40.

Σ.Δ.: Στον πόλεμο, σχεδόν, δεν έκανα τίποτα. Ήμουν σε μια ηλικία που δεν μπορούσα να προσφέρω. Γράφαμε στους τοίχους, μοιράζαμε προκηρύξεις, και όλα αυτά, παράνομα, βέβαια.
Έζησα και τον θάνατο ενός πολύ κολλητού μου φίλου, που μαζί γεννηθήκαμε, μαζί μεγαλώσαμε και μαζί είμαστε όταν τον σκοτώσανε.

Κρ.Π.: Ήσασταν στην ΕΠΟΝ τότε;

Σ.Δ.: Ναι, επί Κατοχής. Την ώρα που γράφαμε στην άσφαλτο, μας είδαν κάποιοι ταγματασφαλίτες, από την ομάδα του Μόρφη, οι οποίοι άρχισαν να πυροβολούν, και σκότωσαν το παιδί που ήταν δίπλα μου.
Στη συνέχεια είχα και φυλακές… Μετά πέρασε ο πόλεμος, και κατόπιν κοιτούσαμε πως θα δουλέψουμε, γιατί δουλειές, βέβαια, δεν υπήρχαν με τίποτε… αφού, δεν λειτουργούσε τίποτε.
Έτσι, στα 18 μου χρόνια, αναγκάστηκα να μπω τυχαία και περιστασιακά, σε κάποιο κινηματογραφικό συνεργείο. Μπήκα στον κινηματογράφο, για μεροκάματα, κάνοντας όλες τις δουλειές. Γιατί τότε, εκτός από τον διευθυντή φωτογραφίας και τον ηχολήπτη, όλοι οι άλλοι, έκαναν όλες τις δουλειές.
Σιγά – σιγά, δούλεψα όσο δούλεψα, και μετά πήγα στο στρατό. Άλλο βάσανο εκεί, να μην τα πολυλογούμε, ιστορίες, εμφύλιος, και με την επιστροφή…

Κρ.Π.: Όταν ξεκίνησε ο εμφύλιος;

Σ.Δ.: Με φέρνεις πίσω και είναι τόσα πολλά τα γεγονότα, και τόσο θλιβερά, για μένα, που δεν ξέρω, μπορεί να μη μπορούμε να συνεχίσουμε τη συνέντευξη…
Εμείς όλοι, είχαμε από έναν φάκελο στην αστυνομία. Να σκεφτείς ότι μετά την Χούντα, αν θυμάμαι καλά, χρειάστηκε να πάω να κάνω κάποιες ταινίες στην Αμερική. Διαβατήριο; Όχι βέβαια΄ δε μου δίνανε με τίποτα.
Αναγκάστηκε να πάει στον Αρχηγό της Αστυνομίας, ο ίδιος ο παραγωγός της ταινίας, όπου εκεί έβγαλαν έναν χοντρό φάκελο και του είπαν «Ορίστε, ο κύριος, αυτός είναι! Πώς να σου δώσουμε τη βίζα;».
Τρόμαξα με αυτά που είδα σε αυτόν τον φάκελο… Έμενα στη Νάξο, πάνω σε ένα απομακρυσμένο  βουνό, όχι φυσικά για παραθερισμό, αλλά γιατί τα πράγματα εδώ ήταν πάρα πολύ δύσκολα.  Και με τα παιδιά, του σπιτιού που έμενα, πηγαίναμε στους αγρούς με τις κατσίκες… και καθώς είχε μία ωραία κατσίκα, κάτασπρη, με το μυαλό μου το παιδικό, όπως θα το χαρακτήριζα -γιατί ένας άνθρωπος με μια λογική δεν θα το έκανε ποτέ- πήρα κατακόκκινα μπορντώ μούρα και ζωγράφισα από τη μια και την άλλη πλευρά ένα σφυροδρέπανο! Καταλαβαίνεις, πως, όταν τα είδαν οι χωριανοί, κόντεψαν να με σκοτώσουν. Γιατί οι Ναξιώτες, τότε, ήταν κατ’ εξοχήν Βασιλικοί.
Θέλω, να πω, είναι τόσα πολλά αυτά που γίνονταν… Τέλος πάντων, κατάφερε ο παραγωγός και πήρε τη βίζα, με την προϋπόθεση να φύγω μόνο για να κάνω τις ταινίες και να γυρίσω αμέσως. Και πράγματι αυτό έγινε.
Αν και στην Αμερική, μου δόθηκε μία καταπληκτική ευκαιρία, μέσω μίας παραγωγού, η οποία μου έκανε την πρόταση: «Συράκο, αν  μείνεις πέντε χρόνια εδώ στην Αμερική, δεν θα χρειαστεί να ξαναδουλέψεις στη ζωή σου, γιατί θα έχεις κερδίσει τόσα χρήματα…», αλλά εγώ της απάντησα ότι «δεν μένω ούτε πέντε ώρες», διότι ήμουν λάτρης της Αθήνας. Όπου πήγαινα, το μυαλό μου ήταν στο πότε θα γυρίσω πίσω…

Κρ.Π.: Και πότε γίνατε Διευθυντής Φωτογραφίας στον Κινηματογράφο;

Σ.Δ.: Πριν από όλα αυτά, να σου πω, ότι πήγα στην Ιταλία, στο Πέργαμο, να σπουδάσω σχεδιαστής υφαντουργικής, αλλά λόγω κάποιον οικονομικών μέτρων του Μαρκεζίνη αναγκάστηκα να τις σταματήσω και να γυρίσω πίσω, όπου, βέβαια, δεν υπήρχαν δουλειές, και έτσι πάλι βρέθηκα να δουλεύω στον κινηματογράφο. Στον οποίον, τελικά, «κόλλησα» κιόλας.

Κρ.Π.: Είπατε ότι ξεκινήσατε να σπουδάζετε σχεδιαστής υφαντουργικής, όπου φαντάζομαι, φάνηκε ότι έχετε ταλέντο να δημιουργείτε με τα χέρια, όπως σήμερα με αυτή την έκθεση με τα καράβια…

Σ.Δ.: Ναι, ίσως. Και πριν αρχίσω τα καράβια, έφτιαχνα καθρέφτες. Οι καθρέφτες αυτοί, με γεωμετρική ζωγραφική, ήταν σημείο αναφοράς.  Δηλαδή, δεν ήταν καθρέφτες που μπορούσες να βάλεις στο μπάνιο κλπ…

Κρ.Π.: Και η υφαντική τέχνη, επίσης έχει γεωμετρική ζωγραφική…

Ναι, αυτού του είδος το σχέδιο, μου άρεσε. Έκανα και εκθέσεις με τους καθρέφτες που πήγαν πολύ καλά. Στη συνέχεια, κάποιες παραμονές Χριστουγέννων, η σύντροφός μου η Άννα, μου λέει «θέλω να κάνεις από χαρτόνι ένα καραβάκι να το στολίσω», και έτσι έφτιαξα το πρώτο καράβι, το στόλισε, και όλα ωραία και καλά. Αλλά μετά, μου λέει, «γιατί δεν κάνεις ένα ξύλινο;». Της λέω, «δεν έχω ιδέα!», «όχι!..» επέμενε, σαν τα παιδιά, «…θέλω να μου κάνεις ένα ξύλινο!».
Βρε μπελά που έβαλα, έλεγα, και ξεκίνησα να κάνω ένα ξύλινο, ένα πρωτόλειο βέβαια, σε μέγεθος 70 εκατοστών. Στο τέλος, κάπου μου άρεσε, όλη αυτή η ιστορία, ήθελα και εγώ να ασχολούμαι με κάτι, και κάπως έτσι, το προχώρησα επί χρόνια, και έχω φτάσει εδώ, και είμαι ικανοποιημένος. Αν και ποτέ δεν είσαι ικανοποιημένος. Οπότε θα προσπαθώ για ακόμα κάτι καλύτερο.

Κρ.Π.: Τι είδους καράβια είναι αυτά; Τί το ιδιαίτερο έχουν;

Σ.Δ.: Για μένα δεν έχουν τίποτα το ιδιαίτερο, για τον κόσμο είναι… Εγώ τα κάνω έτσι όπως μου ‘ρθει… Βέβαια, με τη μορφή του καραβιού πάντα. Κάνω διάφορα: κουρσάρικα, μπρατσέρες, φεριμπόουτ, υπερωκεάνια, ναυάγια, αλλά όλα αυτά -εκτός από τα κότερα– που θα βρίσκονται στην έκθεση, όλα φωτίζονται. Οι καμπίνες τους, τα πάντα, είναι φωτισμένα. Τα κουρσάρικα που είναι και εντυπωσιακά, με τις γέφυρες πίσω, ψηλές, μεγάλες…
Κάναμε πριν δύο χρόνια την πρώτη έκθεση στο Λαογραφικό Μουσείο και πήγε καλά. Τώρα κάνουμε τη δεύτερη, η οποία δεν είναι προς όφελος δικό μου, αφού όλα τα χρήματα θα διατεθούν για φιλανθρωπικό σκοπό. Δηλαδή, για το Νοσοκομείο της Αίγινας το οποίο πάσχει, και για το Θέατρο το οποίο είναι ένα Καποδιστριακό παλιό κτίριο, που το μεταχειριζόμαστε σαν θέατρο, και όπου υπάρχει μια φοβερή ακουστική στην κεντρική του αίθουσα, που δεν το συναντάς στην Αθήνα, σε κανένα θέατρο.
Εκείνοι που το έφτιαξαν, πριν 200 χρόνια, τυχαία, βέβαια το έφτιαξαν έτσι. Αλλά στην Ελλάδα, όπως συμβαίνει συνήθως, τα αφήνουνε και ερημώνουν, και σαπίζουν οι πόρτες και εμείς τα διορθώνουμε. Δεν είχε καθόλου θέρμανση, και πέρυσι έβαλα χρήματα και στην συνέχεια, βέβαια, τα πήρα πίσω. Αλλά πώς τα πήρα; Δίνοντας ένα καράβι, που το βγάλανε στη λοταρία…  Έτσι μπήκε θέρμανση στο θέατρο, και είναι ένα… από τα επτά θαύματα!

Κρ.Π.: Συνήθως τα δημιουργήματα της τέχνης, επειδή πηγάζουν κυρίως από τα βιώματα, έχουν ως αφετηρία την παιδική ηλικία. Τα δικά σας καράβια, έχουν κάποια σχέση με αυτήν;

Σ.Δ.: Όχι, όχι. Δεν έχουν καμία καταγωγή, ούτε εμπειρία, ούτε από το σόι μου… Δεν ήταν καπεταναίοι, καμία σχέση. Καμία απολύτως.
Το ξεκαθάρισα, ότι με τη θάλασσα δεν έχω καμία σχέση.

Κρ.Π.: Το καράβι συμβολίζει το ταξίδι της ζωής…

Σ.Δ.: Γι’ αυτό λοιπόν, και εγώ έχω φροντίσει να κάνω από όλων των ειδών τα καράβια…

Κρ.Π.: Δεν είπατε, πώς φτάσατε μέχρι την δεύτερη έκθεση, από το πρώτο ξύλινο καράβι…

Σ.Δ.: Μου άρεσε η διαδικασία. Συνταξιούχος είμαι, πια, εργάτης είμαι, και φτιάχνω διάφορα καράβια. Ανάλογα το κέφι μου.
Μάλλον, έχεις δίκιο, για τις εσωτερικές καταβολές. Το κάθε τι που έχω ζήσει, μπορεί να συμβολίζει και ένα διαφορετικό καράβι. Δεν ξέρω.

Κρ.Π.: Ως Διευθυντής Φωτογραφίας, έχετε βιώσει τις διαφορετικές οπτικές μιας αφήγησης.

Σ.Δ.: Τις «γωνίες» που λέμε. Ναι, πάρα πολλές. Έχω ζήσει πάρα πολλά, έχω ακούσει πάρα πολλά, έχω γυρίσει όλον σχεδόν τον κόσμο, και την Ελλάδα, σαν σβούρα, από μία και δυο και τρεις φορές. Μια αέναος κίνηση ήταν για μένα η ζωή μου. Και γι αυτό, προφανώς, μου έλειπε τόσο πολύ Αθήνα και δεν έβρισκα την ώρα να γυρίσω πίσω. Αυτή –χοντρικά- ήταν η ζωή μου στον κινηματογράφο.
Ξεκίνησα κάνοντας τα πάντα, αλλά με υπομονή και επιμονή. Στη συνέχεια μου δόθηκε μια ευκαιρία να γίνω βοηθός οπερατέρ, γιατί εδώ στην Ελλάδα, ο διευθυντής φωτογραφίας κάνει και τις δυο δουλειές΄ και οπερατέρ και διευθυντής φωτογραφίας. Για λόγους οικονομίας, δηλαδή.
Ενώ στο εξωτερικό, άλλος είναι ο οπερατέρ και άλλος είναι ο διευθυντής φωτογραφίας.
Σιγά σιγά, δούλεψα με μεγάλους διευθυντές φωτογραφίας, έμαθα, πρόσεξα, μ’ άρεσε, ήθελα να εξελιχθώ, και από κει και πέρα προχώρησα, βάζοντας ένα στοίχημα με τον εαυτό μου, λέγοντας ότι σε πέντε χρόνια, εάν και εφόσον δεν καταφέρω ν’ ανέβω προς τα πάνω, θα τα παρατήσω.
Πράγματι, τα κατάφερα. Και τότε, άρχισαν απανωτά οι ταινίες, τα βραβεία, τα φεστιβάλ, όλα αυτά, εν πάση περιπτώσει, και στο τέλος καταλήξαμε στην ΕΡΤ, λόγω του ότι, πέθανε ο κινηματογράφος.
Όπως ξέρεις, το ’74 – ’75, τελείωσε ο κινηματογράφος. Δηλαδή, όποιος έμεινε να κάνει κινηματογράφο, απλώς, έβγαζε δισκάκι στο δρόμο, για να ζήσει. Δεν γίνονταν ταινίες πια.
Εκείνο τον καιρό, μου έκαναν μια πρόταση από την ΕΡΤ και τελικά, πήγα. Γιατί, στην αρχή, όταν επισκέφτηκα την Ρηγίλλης για να κάνω το συμβόλαιο, λέω «Τί είναι αυτό»; Συνηθισμένος από τον κινηματογράφο, που παίρναμε εκείνα τα χρήματα που παίρναμε, είπα, τί θα ‘ρθω για… το γιαούρτι μου; Και σηκώθηκα και έφυγα.
Τότε, ακριβώς έξω από τον τότε Βασιλικό Κήπο, όπως τον έλεγαν, με πρόλαβε η κυρία Ζαχαροπούλου, και μπράβο της και την ευχαριστώ γι’ αυτό, και μου λέει, σε παρακαλώ Συράκο, γύρνα, υπόγραψέ το, δεν σε πιέζει κανείς, ότι ώρα θες φεύγεις! Αλλά, δυστυχώς, επαληθεύτηκε το μηδέν μονιμότερον του προσωρινού… Βεβαίως, δεν μετανιώνω.

Κρ.Π.: Πόσα χρόνια εργαστήκατε στην ΕΡΤ;

Σ.Δ.: Δεκαοκτώ. Μια ζωή! Αλλά δεν μετανιώνω, όπως είπα. Γιατί, στη συνέχεια, και οικονομικά ικανοποιήθηκα, και έκανα δουλειές ωραίες, που μου αρέσανε, τελικά.
Δηλαδή, έκανα φοβερά πράγματα στην ΕΡΤ, σε σχέση ειδικά με τα ντοκυμαντέρ, εκτός από σήριαλ, τηλεταινίες, κλπ. Πρέπει να έχω κάνει, χωρίς υπερβολή, κάπου 800 με 1000, ημίωρα ντοκυμαντέρ, μόνο για την εκπομπή «Η ΕΡΤ στη Βόρειο Ελλάδα» αλλά και στο «Μουσικό οδοιπορικό» με τη Δόμνα Σαμίου, έγιναν 400 ημίωρα, μόνο από δύο εκπομπές. Και άλλα, εκατοντάδες. Μου άρεσε η εναλλαγή, το ότι σε μια δυο μέρες έφευγες από το ένα μέρος και πήγαινες να κάνεις κάτι άλλο. Δεν καθόσουν, όπως στις ταινίες, δύο και τρεις μήνες στο ίδιο μέρος… Τα ίδια και τα ίδια΄οι ηθοποιοί, ξανά, μανά, κλακέτες, πάμε, άλλος δεν τά ‘λεγε…
Θυμάμαι μία ηθοποιό, μεγάλη κιόλας, που έπρεπε ένα πει σε ένα μαραγκούδικο: «Η πόρτα που μου έφτιαξες, τρίζει». Ε, δεν μπορούσε να το πει΄ έλεγε «θρίζει». Κι η πόρτα «θρίζει»… και η πόρτα «θρίζει»… και έτσι «έθριζε»… μέχρι το πρωί! Καταλαβαίνεις, ότι ανάλογα γεγονότα, σου διαλύουν τα νεύρα. Γι αυτό έκανα και ελάχιστα διαφήμιση. Δεν μπορούσα να κάθομαι πίσω από ένα μπουκάλι πέντε ώρες! Ή μπροστά από ένα μωρό που κλαίει, από το πρωί μέχρι το απόγευμα… Γινόμουν ερείπιο!

Κρ.Π.: Επί τη ευκαιρία, παιδιά κάνατε;

Σ.Δ.: Βεβαίως. Έχω μία κόρη και έναν εγγονό μεγάλο, σπουδαγμένο.

Κρ.Π.: Οι γονείς σας, πού γεννήθηκαν και με τι ασχολούνταν;

Σ.Δ.: Ο πατέρας και η μητέρα μου, ήταν από την Κεφαλλονιά.  Ο πατέρας μου ήταν καθηγητής μαθηματικών στο Σουδάν, και μετά πήγε στην Αλεξάνδρεια, και όταν γύρισε στην Ελλάδα, γνώρισε τη μάνα μου, παντρεύτηκαν και έκαναν πάρα πολλά παιδιά.

Κρ.Π.: Πόσα;

Σ.Δ.: Μην τρομάξεις… Έντεκα!  Βέβαια ποτέ δεν είμαστε έντεκα. Επτά ήμασταν, όταν γεννήθηκα εγώ. Αλλά, τώρα είμαι μόνος μου. Είμαι ο μοναδικός επιζών, που λένε. Και σκοπεύω να ζήσω αρκετά ακόμα. Ήμουν όμως, ο βενιαμίν. Και έχω μοιάσει στη μάνα μου.
Μάλιστα, τώρα το θυμήθηκα αυτό, στην αρχή, ήθελα να γίνω καπετάνιος. Οι φίλοι μου, η παρέα μου, ήθελαν να γίνουν καπεταναίοι… και γω από κοντά… Η μάνα μου, όμως, δεν με άφησε να γίνω, με τίποτα, γιατί είχε χάσει τόσα παιδιά, και φοβόταν.

Κρ.Π.: Το όνομά σας, Συράκος, από πού προέρχεται; 

Σ.Δ.: Ο παππούς μου, ο πατέρας του πατέρα μου,  εργαζόταν στο Αργοστόλι, για τους Κοσμετάτους, δύο αδέλφια, ανύπαντροι και οι δυο. Στη συνέχεια ο ένας από αυτούς, ζήτησε να με βαφτίσει μια και ήταν πολύ φίλοι με τον πατέρα μου. Όπως έμαθα αργότερα, με βάφτισε μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, μια γερμανίδα, της οποίας της άρεσε πολύ η Ελλάδα, και σε ένα ταξίδι τους, πέρασε και από το χωριό του Κρυστάλλη του ποιητή, το Συρράκος, (γράφεται με δύο ρ και περισπωμένη στο άλφα) έξω από τα Γιάννενα, απέναντι από τους Καλλαρύτες, (φοβερά χωριά και τα δύο, μάλιστα στο Συρράκος, δεν πάτησαν οι Τούρκοι ποτέ), και της άρεσε, λοιπόν, αυτό το χωριό και μου… φόρτωσε το όνομά του. Τώρα, καλά έκανε; Κακά; Δεν ξέρω. Το πήρε και ο εγγονός μου, και ελπίζω να μη με βλαστημάει…

Τη νονά μου, τη γερμανίδα αυτή, μια μέρα στην Κατοχή, μου είπε η μητέρα μου «έλα εδώ», είχε μία φωτογραφία, που ήταν κρεμασμένη η νονά μου. Μένοντας στην Ελλάδα, που την λάτρευε, όπως είπα, έγινε σύνδεσμος με τους αντάρτες, οπότε, την έπιασαν και την κρεμάσανε.

Κρ.Π.: Θυμάστε κάτι αξιοσημείωτο από την ιστορία της οικογένειά σας;

Σ.Δ.: Τίποτα το αξιοσημείωτο. Ήμασταν μια αστική οικογένεια που μεγαλώναμε όπως όλες οι αστικές οικογένειες.

Κρ.Π.: Με πολλά παιδιά όμως…

Σ.Δ.: Και γι αυτό, είχαμε τέτοια ανεξαρτησία… Δεν μπορούσαν να μας ελέγξουν. Περάσαμε καλή ζωή. Εκτός βέβαια από την Κατοχή, και όλα αυτά…

Κρ.Π.: Πόσες ταινίες κάνατε; Θέλετε να μιλήσετε για κάποιες από αυτές, όπως και για τα ντοκιμαντέρ;

Σ.Δ.: Όσα ντοκιμαντέρ έκανα, χωρίς να αναφέρω και εκείνα της ΕΡΤ, όλα βραβεύτηκαν στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης.
Είχα το σκεπτικό, ότι όλοι οι νέοι σκηνοθέτες, πρέπει να βοηθιούνται, και ότι αυτοί είναι και το μέλλον του κινηματογράφου.
Τί γινόταν στον κινηματογράφο τότε; Ήταν περίεργο. Ένας νέος σκηνοθέτης, έμπαινε μέσα; Αμέσως υπήρχε δούλεμα και ψιλοειρωνείες. Μα, τι να ξέρει ένας νέος σκηνοθέτης; Ξέρει, όσα μπορεί να ξέρει. Δηλαδή, δεν ξέρει πολλά πράγματα. Στο κάτω κάτω της γραφής, οι περισσότεροι έκαναν ότι μπορούσαν, ούτως ώστε να τον πετάξουν έξω… Εγώ, ήμουν τελείως αντίθετος. Γι αυτό κυκλοφορούσε και στην πιάτσα του κινηματογράφου, ότι ο Συράκος Δανάλης, έχει κάνει τη μισή Ελλάδα σκηνοθέτες.

Κρ.Π.: Κάποιοι Έλληνες σκηνοθέτες, από τους σημαντικότερους, που έχετε δουλέψει μαζί τους;

Σ.Δ.: Και με ποιόν δεν έχω δουλέψει.. Και με τον Παντελή Βούλγαρη, αφού όμως, πρώτα, είχε κάνει καριέρα και ήταν γνωστός. Και στην αρχή, που έκανε τον Τζίμη τον Τίγρη, μια ιστορία μικρού μήκους, εκεί ήμασταν όλοι, με ότι μπορούσε ο καθένας. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανένας σκηνοθέτης που να μην έχω δουλέψει μαζί του, εκτός από τον Αγγελόπουλο, που στην πρώτη του ταινία, την Αναπαράσταση, ενώ ήταν να την κάνουμε μαζί, δεν το καταφέραμε, γιατί είχα ένα άλλο συμβόλαιο στις ίδιες τις ημερομηνίες για κάποια άλλη ταινία.

Κρ.Π.: Κάποιες ταινίες που ήταν σταθμοί στην καριέρα σας, ως Διευθυντής Φωτογραφίας;

Σ.Δ.: Σταθμός ήταν η Εκδρομή του Κανελλόπουλου, η πρώτη μου δουλειά σαν διευθυντής φωτογραφίας, αν θυμάμαι καλά. Εκεί πήρα και το πρώτο βραβείο φωτογραφίας. Στη συνέχεια, κάναμε την Παρένθεση, πάλι με τον Κανελλόπουλο, και μετά την ταινία Με τη λάμψη στα μάτια, με τον Γλυκοφρύδη, που πήρε οκτώ βραβεία στη Θεσσαλονίκη.
Και εκτός από τις ταινίες, επακολούθησαν και όλα τα παρελκόμενα. Σήριαλ, τηλεταινίες, ντοκυμαντέρ.

Κρ.Π.: Κάποιο βιβλίο γράψατε για όλα αυτά;

Σ.Δ.: Δεν έχω γράψει και ούτε πρόκειται. Δε με ενδιαφέρει. Τα αφήνω πίσω όλα αυτά.

Κρ.Π.: Τουλάχιστον, για τους φοιτητές, που θέλουν να μάθουν την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου θα ήταν πολύ ενδιαφέρον. 

Σ.Δ.: Το ίδιο πράγμα μου λέει η Άννα, χρόνια τώρα. Αλλά, δεν μπορώ, φορτίζομαι. Διότι, δεν μπορώ να αφηγηθώ μόνο για τον κινηματογράφο. Να αφηγηθώ, και θέλω να μπορέσω, από την Κατοχή και μετά. Γιατί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, το οποίο εξακολουθεί να ζει, είναι αυτή η ιστορία με την Αντίσταση, όπως είπα πριν, που σκότωσαν τον κολλητό μου, αυτοί οι αλήτες. Την ώρα που γράφαμε στην άσφαλτο -γιατί τότε εμείς κάναμε… μόδα να γράφουν στην άσφαλτο, εκτός από τους τοίχους- με τον φίλο μου τον Κανάκη, βγήκαν από ένα σπίτι δύο με πολιτικά, και μόλις μας είδαν, έβγαλαν τα περίστροφα και τον σκοτώσανε, ενώ τραυμάτισαν και τον μεγάλο αδελφό μου.

Κρ.Π.: Όλα αυτά, εκτός των άλλων, θα είχαν μεγάλη αξία να τα πείτε και στην εθελοντική Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Κυψέλης, που καταγράφει προσωπικές μαρτυρίες για τη δεκαετία του ’40. Επιστρέφοντας, τώρα, στη δεύτερη έκθεση με τα ξύλινα καράβια σας, τι είναι το πιο σημαντικό που θα θέλατε να αναφερθεί;

Σ.Δ.: Το σημαντικό, κατ’ αρχάς, είναι ότι θα γίνει η έκθεση. Αλλά, γι αυτό που έχω μία μικρή αγωνία, είναι να πουληθούν τα καράβια. Άλλωστε, η τιμή τους είναι σχεδόν τσάμπα, ούτως ώστε να μαζευτούν κάποια χρήματα, για να δοθούν σε αυτό το Νοσοκομείο, που δεν έχει σύριγγες, δεν έχει γάζες… είναι τραγωδία. Όπως και στο θέατρο, να φτιαχτούν αυτές οι πόρτες, επιτέλους, κάποτε.

Κρ.Π.: Τα έσοδα δηλαδή, θα δοθούν, τα μεν για την φροντίδα της υγείας του σώματος, τα δε για την φροντίδα της υγείας… της ψυχής; Μάλλον, δεν είναι τυχαίο, που αυτά τα δύο, το Νοσοκομείο και το Θέατρο, τα «πονάτε».  

Σ.Δ.: Ναι, τα «πονάω», όπως και η Άννα Γεραλή, η γυναίκα μου, που παλεύει και εκείνη γι’ αυτό. Δεν γίνεται. Το χειμώνα, για παράδειγμα, στο θέατρο, οι θεατές παρακολουθούσαν με παλτά και σκούφους στο κεφάλι, και οι ηθοποιοί έπαιζαν φορώντας ένα μπλουζάκι… Δεν γινόταν. Πήρα την άδεια από τον Δήμαρχο και βάλαμε θέρμανση…

Κρ.Π.: Επιστρέφοντας στην παρούσα έκθεση, τι άλλο θα θέλατε να προσθέσετε;

Σ.Δ.: Να αναφέρουμε οπωσδήποτε την κυρία Μάρθα Σημαντώνη, που μας παραχωρεί τον χώρο, δωρεάν βέβαια, και την ευχαριστούμε, επί της οδού Σπύρου Ρόδη, πίσω ακριβώς από τα ψαράδικα. Επίσης, ευχαριστούμε την κυρία Βάρτζελη, η οποία είναι η Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Γυναικών «Η Αφαία», που διοργανώνει και την έκθεση.

Κρ.Π.: Στην Αίγινα πώς αποφασίσατε να μείνετε μόνιμα;

Σ.Δ.: Το 1950, ήρθε ο πατέρας της Αννούλας, ο ποιητής Γιώργος Γεραλής, τον οποίο κάλεσε ο Τάκης Καλμούχος ένας σπουδαίος ζωγράφος, προσωπικός φίλος του  Καζαντζάκη και αγόρασε ένα οικόπεδο πλάι στη θάλασσα και έχτισαν ένα μικρό σπίτι΄όπως γινόταν τότε. Από τότε που ήμασταν μαζί με την Άννα, ερχόμασταν πάντα ένα μήνα κάθε καλοκαίρι. Πριν 7 χρόνια, της λέω «Γιατί να μη μείνουμε εδώ;». Εμένα προσωπικά με την Αθήνα δε με συνδέει κάτι, όλοι μου οι φίλοι έχουν φύγει. Έμεινα τελευταίος. Όλο, τελευταίος μένω…
Και έτσι, μείναμε εδώ μόνιμα. Να φανταστείς, ότι δεν θέλω ούτε να την ακούω την Αθήνα. Τα παιδιά μου είναι στην Αθήνα; Όποιος θέλει να έρθει…

Κρ.Π.: Μείνατε τελευταίος, να… ταξιδεύετε, όλους τους αγαπημένους σας;

Σ.Δ.: Ακριβώς.

Κρ.Π.: Τι θα λέγατε σε κάποιον νέο που ασχολείται με την φωτογραφία στον κινηματογράφο;

Σ.Δ.: Θα του έλεγα ότι αν δεν το αγαπάει να μην το κάνει. Αν το κάνει μόνο για βιοποριστικούς λόγους, να τα παρατήσει και να κοιτάξει να βρει μια άλλη δουλειά.

Κρ.Π.: Και αν θέλατε να του πείτε, το πιο ωραίο που έχει αυτή η δουλειά, ή και το πιο άσχημο ενδεχομένως; Ποιο θα ήταν αυτό;

Σ.Δ.: Για μένα η ομορφιά αυτής της δουλειάς, είναι το αποτέλεσμα. Όταν το αποτέλεσμα ήταν αυτό που φιλοδοξούσα να είναι, ήμουν πανευτυχής, αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο. Γιατί; Γιατί αυτό που έκανα το αγαπούσα. Παρόλο που είναι η πιο σκληρή δουλειά που μπορεί να υπάρξει. Όχι ο τωρινός κινηματογράφος. Εκείνος ο κινηματογράφος… που δεν είχες τα μέσα.
Για παράδειγμα, θυμάμαι ένα νυχτερινό γύρισμα στο Λαγκαδά. Ο Κανελλόπουλος μου ζήτησε ένα πλάνο, του Κώστα Καραγιώργη, με τα μάτια του. Ένα τρε γκρο πλαν που λέμε. Αυτό για να το κάνεις, πρέπει να έχεις κάποιο ανάλογο φακό. Που να τους βρούμε τους φακούς, όμως, τότε; Λέω, λοιπόν, θα το επιχειρήσω, και θα δούμε. Όσο ο φακός μακραίνει από το σημείο εστίασης, τόσο γίνεται πιο ζουμ -να το πούμε – πιο μικρός, κλειστός. Λοιπόν, τί έκανα; Έβγαλα το φακό, από τη θέση του, και τον έφερα προς τα έξω και κέρδισα, έτσι, ένα εκατοστό. Και με αυτό, πράγματι, έγινε το πλάνο που ήθελε ο Κανελλόπουλος. Με φόβο ψυχής, μη πέσει ο φακός κάτω… Σήμερα, δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα, κανένα. Ακόμα κι αν θέλει να πάρεις το μισό μάτι σου…
Χωρίς αυτό να λέει, ότι θέλω να παραστήσω τον εαυτό μου σαν ήρωα, ή τους παλιούς, αλλά γενικά, πράγματι, ήταν ήρωες. Ήταν ηρωικός κινηματογράφος!

Πλέον, έχω κάνει την αυτοκριτική μου, είμαι ήρεμος, είμαι 86 χρονών, και θα πάω 110. Εκεί υπολογίζω. Κάνω τα καραβάκια μου΄ δεν τα πουλάω ποτέ, τα χαρίζω στους φίλους μου΄ όλοι οι φίλοι μου έχουν καράβια΄ να ταξιδεύουν και να ναι καλά. Όλοι, οι καινούργιοι φίλοι μου. Γιατί οι παλιοί έχουν φύγει, όπως είπα, όλοι. Ο τελευταίος ήταν ο Κατσουρίδης


Η έκθεση θα πραγματοποιηθεί από 3 έως 16 Αυγούστου 2012 στο κτήριο της οδού Σπύρου Ρόδη 9, πίσω από το Δημαρχείο.

Ν. Βαγενάς _ Ζούμε στην εποχή της σύγχυσης των αξιολογικών διακρίσεων

08:07, 28 Ιουλ 2012 | tvxsteam tvxs.gr/node/101827

Είναι ελάχιστα τα καλά μυθιστορήματα, ή διηγήματα, σήμερα, που αποκτούν πολλούς αναγνώστες. Τους περισσότερους τους αποκτούν μυθιστορήματα της παραλογοτεχνίας. Αυτό όμως, είναι ένα γενικό φαινόμενο στην εποχή μας, που ένα κύριο χαρακτηριστικό της είναι η σύγχυση των αξιολογικών διακρίσεων» ο Νάσος Βαγενάς, ποιητής και Καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Παν/μιο Αθηνών, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το ενδέκατο ποιητικό βιβλίο του «Στη νήσο των Μακάρων«.

Κρ.Π.: Πώς γράφεται ένα λογοτεχνικό έργο;

Ν.Β.: Για να ξεκινήσουμε με τα αυτονόητα: Το έργο του καλλιτέχνη, πηγάζει κυρίως από το ασυνείδητο. Το πραγματικό λογοτεχνικό έργο γράφεται με ολόκληρο τον εαυτό του συγγραφέα, όχι μόνο με το μυαλό του. Κανένας γνήσιο συγγραφέας δεν ξέρει πώς θα τελειώσει ένα έργο του, όταν αρχίζει να το γράφει.
Για να αναφέρω κάτι σχετικό: Στο μυθιστόρημα του Σεφέρη «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη» κάποιος ρωτάει τον ήρωα του βιβλίου, που είναι ποιητής: «Ποιες είναι οι πολιτικές απόψεις σας;». Κι εκείνος απαντά: «Δεν ξέρω. Θα σας απαντήσω αφού γράψω το ποίημα». Μπορεί να ξεκινήσεις να γράφεις ένα ερωτικό ποιήμα και να σου βγει πολιτικό, και το αντίστροφο.

Κρ.Π.: Κάθε δημιουργία, χρειάζεται τη συνεργασία και των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου, του συνειδητού και του ασυνειδήτου…

Ν.Β.: «Οι μέτριοι ποιητές γράφουν με το χέρι στην καρδιά. Οι καλοί με το χέρι παρακάτω».

Κρ.Π.: Το κέντρο ενέργειάς μας, βρίσκεται κάτω από την κοιλιά. Αυτό λένε οι καθηγητές π.χ. ορθοφωνίας.

Ν.Β.: Στην περιοχή του υπογάστριου. Αυτό δεν σημαίνει ότι το μυαλό παίζει ρόλο κομπάρσου κατά την προετοιμασία ενός έργου. Η ποίηση –όπως λέει ο Σεφέρης- γράφεται με την ευαισθησία, που είναι ένα αξεδιάλυτο κράμα αισθήματος και σκέψης, στο οποίο η σκέψη παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Τον ρόλο όμως αυτό τον παίζει τη στιγμή της συγγραφής ενός έργου. Πιστεύω ότι δεν μπορεί να είναι κανείς σημαντικός συγγραφέας, αν δεν είναι και διαννοούμενος.

Κρ.Π.: Ξεκινώντας, με αφορμή την πρόσφατη ποιητική σας συλλογή «Στη Νήσο των Μακάρων» , ποιά είναι η… μοίρα κάποιου που εντρυφεί, στο έργο συγγραφέων και ποιητών, μέχρι το βαθμό που φτάνετε στο συγκεκριμένο το βιβλίο;

Ν.Β.: Οι συγγραφείς δεν διαβάζουν με τον τρόπο που διαβάζουν οι άνθρωποι που δεν είναι συγγραφείς.

Κρ.Π.: Το έχετε ξαναπεί σε συνέντευξη…  

Ν.Β.: …οι συγγραφείς στα έργα τα οποία διαβάζουν, διαβάζουν κυρίως τον εαυτό τους. Διαβάζουν, δηλαδή, με έναν ωφελιμιστικό τρόπο.

Κρ.Π.: Με ιδιοτέλεια…

Ν.Β.: Με ιδιοτέλεια, γιατί θέλουν να ανακαλύψουν στοιχεία που θα τους επιτρέψουν να απεικονίσουν τον δικό τους κόσμο.

Τα ποιήματα της συλλογής στην οποία αναφερθήκατε, είναι ποιήματα, που μιλούν για τη ζωή και το έργο ποιητών. Ως ένα βαθμό είναι και ποιήματα, που περιέχουν μιαν αξιολογική εκτίμηση του έργου τους. Αναφέρονται σε ποιητές που εμένα με ενδιέφεραν και με ενδιαφέρουν πολύ, ανεξαρτήτως του μεγέθους τους.

Βέβαια, τα περισσότερα αναφέρονται σε μεγάλους ποιητές, αλλά όπως θα έχετε δει, έχω ποιήματα και για ελάσσονες, όπως είναι ο Κοτζιούλας, ο Φιλύρας, που με ενδιαφέρουν οι ποιητικές τους περιπτώσεις.

Θα έλεγα, ότι το βιβλίο αυτό, είναι ιδιότυπο, κατά το ότι, αποτελείται, ολόκληρο, από ποιήματα για ποιητές, και κατά το ότι, σχεδόν ολόκληρο (πλην ενός ποιήματος) αποτελείται από ποιήματα γραμμένα με τη μορφή του σονέτου.

Φυσικά, μέσα από τα ποιήματα αυτά, βλέπει κανείς, τη δική μου σχέση με τους ποιητές αυτούς. Ως ένα βαθμό, είναι και ένα είδος δικής μου ποιητικής αυτοβιογραφίας. Τα αγαπάω αυτά τα ποιήματα, γιατί αγαπάω αυτούς τους ποιητές, ακόμα και αυτούς που σήμερα πια δεν τους διαβάζει κανείς, όπως τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή, ο οποίος πιστεύω ότι ήταν μια σημαντική περίπτωση, την οποία προσπαθώ να περιγράψω μέσα στο ποίημα.

Επίσης, είναι ποιήματα, ορισμένα από τα οποία επανεκτιμούν ποιητές, όπως είναι το ποίημά μου για τον Κοτζιούλα, ο οποίος είναι ένας ποιητής, που δεν τον ξέρει ο πολύς κόσμος. Πιστεύω ότι είναι σημαντικός ποιητής, και ότι θα πρέπει να κατακτήσει μια θέση καλύτερη από αυτήν την οποία κατέχει σήμερα.
Βέβαια, τη δεσπόζουσα θέση στο βιβλίο αυτό την έχει ο Κάλβος. Για τον Κάλβο έχω μία σειρά σονέτων, επτά, με τα οποία προσπαθώ να αποτυπώσω ποιητικά, την ποιητική βιογραφία του.

Επίσης, με τον Μπόρχες έχω μία ειδική σχέση. Έτυχε να τον γνωρίσω και τον κάναμε Επίτιμο Διδάκτωρα στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, όταν ήμουν εκεί. Είναι ένας συγγραφέας που με έχει σφραγίσει, όχι μόνο ποιητικά αλλά και δοκιμιακά.

Μία ειδική θέση στο βιβλίο κατέχει το ποίημα για τον Σεφέρη. Είναι το μόνο ποίημα που δεν έχει γραφτεί με τη μορφή του σονέτου. Έχει γραφτεί με τη μορφή μιας ωδής.
Η συλλογή αυτή, έχει και μία άλλη ιδιοτυπία. Κατά κάποιον τρόπο θέτει σε εφαρμογή κάποιες απόψεις μου για την λειτουργία της ποίησης σήμερα, και για την προσπάθεια διεξόδου από ένα εκφραστικό αδιέξοδο, στο οποίο έχει περιέλθει η ποίηση που γράφεται στις μέρες μας, στη χώρα μας, σήμερα, αναφέρομαι στη λιμνάζουσα κατάσταση στην οποία  την οποία την έχει οδηγήσει ο ελεύθερος στίχος.

Δηλαδή, πιστεύω ότι ελεύθερος στίχος που γράφεται σήμερα, δεν είναι στίχος. Είναι περισσότερο πρόζα.

Φυσικά υπάρχουν και ποιήματα που είναι πραγματικά ποιήματα σε ελεύθερο στίχο. Αλλά η μεγάλη πλειονότητα των ελευθερόστιχων ποιημάτων, ουσιαστικά δεν είναι γραφή ποιητική, αλλά ποιητικίζουσα – ο στίχος τους είναι παρωδία του ελεύθερου στίχου.

Ο ελεύθερος στίχος, δεν μπορεί να είναι στίχος αν είναι ελεύθερος. Η φράση «ελεύθερος στίχος» είναι μία αντίφαση όρων, γιατί στίχος σημαίνει έλλειψη ελευθερίας. Σημαίνει τάξη. Σημαίνει κανονικότητα.

Ελεύθερος στίχος, λοιπόν, δεν είναι ένας στίχος που είναι ελεύθερος από τους μετρικούς καταναγκασμούς, αλλά ένας στίχος που έχει ένα δικό του μέτρο. Είναι και αυτός «έμμετρος», αλλά με ένα μέτρο ατομικό, δύσκολα προσδιορίσιμο, διαφορετικό από τα μέτρα στα οποία είναι γραμμένη η παραδοσιακή ποίηση, η παλαιότερη.
Άρα, για να είναι στίχος, ένας ελεύθερος στίχος, πρέπει να αναπτύξει το δικό του είδος της εμμετρότητας, το οποίο κατασκευάζει ο κάθε ποιητής ατομικά. Το δημιουργεί ο ίδιος. Γι’ αυτό και είναι πολύ πιο δύσκολο να γράψεις σε ελεύθερο στίχο, παρά σε έμμετρο.

Για να σας δώσω να καταλάβετε: Πάρτε την αναλογία με τη ζωγραφική.  Μπορεί κανείς να είναι καλός αφηρημένος ζωγράφος αν δεν ξέρει σχέδιο; Μπορεί κανείς να είναι καλός μουσικός αν δεν ξέρει νότες; Δεν μπορεί κανείς να είναι καλός ποιητής του ελεύθερου στίχου, αν δεν μπορεί να γράψει σε έμμετρο στίχο.

Τις απόψεις αυτές, τις έχω διατυπώσει και θεωρητικά, με μία πρόταση την οποία ονομάζω «επαναμάγευση του ποιητικού λόγου». Επαναμάγευση με την έννοια της ανύψωσης του στίχου από ένα επίπεδο υψηλότερο από εκείνο της πρόζας.

Η συνομιλία του ποιητή με τις παλαιότερες έμμετρες μορφές αν γίνει δημιουργικά, όχι δηλαδή με την πιστή αναπαραγωγή των παραδοσιακών μέτρων, αλλά με την επιδέξια χρήση τους και ζύμωσή τους με τον ελεύθερο στίχο, μπορεί να επιτύχει αυτή την επαναμάγευση, δηλαδή, να σηκώσει τον στίχο από το πεζό περπάτημά του.

Κρ.Π.: Αναφέρεστε, σχετικά, και στο βιβλίο σας «Μεταμοντερνισμός και λογοτεχνία» που τυπώθηκε πρόσφατα σε δεύτερη έκδοση, και περιέχει και δύο ακόμα δοκίμια που δεν είχαν περιληφθεί στην πρώτη έκδοση, γιατί δεν είχαν γραφτεί ακόμα…

Ν.Β.: Το ένα από τα δύο δοκίμια, που γίνεται πια και το κεντρικό στη νέα έκδοση, έχει τον τίτλο «Ποίηση και οργανική μορφή» και υποστηρίζει κάτι που ήταν πάντοτε αυτονόητο, αλλά που στις μέρες μας παραδόξως αμφισβητείται: ότι η ποίηση, αλλά και η λογοτεχνία γενικότερα, δεν μπορεί να υπάρξει, εάν η γλώσσα –η οποία είναι το υλικό της ποίησης- δεν αποκτήσει μία οργανική μορφή.
Οργανική μορφή: Εννοώ την σχέση των σημαινόντων με τα σημαίνοντα των λέξεων, δηλαδή τη σχέση της μορφής των λέξεων με το περιεχόμενό τους, η οποία πρέπει να είναι μία σχέση οργανική. Με την έννοια ότι η λογοτεχνία αρχίζει από τη στιγμή που η μορφή και το περιεχόμενο των λέξεων δεν μπορούν να νοηθούν χωριστά. Γίνονται ένα πράγμα, είναι σαν ένα ζωντανό σώμα. Ενώ στην κοινή γλώσσα…

Κρ.Π.: Γίνεται, δηλαδή, ανανοηματοδότηση των λέξεων μέσα από την σύνθεσή τους;

Ν.Β.: Στην κοινή γλώσσα, την καθημερινή γλώσσα, τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά:  μία λέξη μπορεί να αντικατασταθεί με μία άλλη συνώνυμή της.
Η διαφορά, δηλαδή, στον λογοτεχνικό λόγο και τον μη λογοτεχνικό, είναι ακριβώς αυτό: η λογοτεχνία αρχίζει από τη στιγμή που αισθάνεται κανείς πως η γλώσσα αποκτά μία οργανικότητα, ότι σημαίνονται και σημαινόμενα συγχωνεύονται το ένα με το άλλο με τρόπο αξεχώριστο και λειτουργούν με τρόπο διαφορετικό απ’ ότι λειτουργεί η καθημερινή, η κοινή γλώσσα.

Κρ.Π.: Για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και την ποίηση, σήμερα, τι έχετε να πείτε; Έχετε πει ότι δεν είστε και τόσο αισιόδοξος…

Ν.Β.: Κοιτάξτε, δεν ζούμε σήμερα σε μία εποχή ποιητικής κοσμογονίας. Είναι και τα σημεία των καιρών. Οι παλαιότεροι ποιητές, ίσως ήταν πιο τυχεροί απ’ ότι είμαστε σήμερα εμείς. Λόγου χάριν, η γενιά του ’30, η οποία εμφανίστηκε σε μία εποχή που γινόντουσαν στον ποιητικό λόγο τεράστιες αναδιατάξεις. Από τον έμμετρο στίχο πηγαίναμε στον ελεύθερο. Είναι η περίοδος του μοντερνισμού.

Σήμερα στην ποίηση παράγονται καλά ποιήματα, αλλά όχι ανάλογα σε ποιότητα με τα ποιήματα εκείνης της εποχής.
Και θα ήταν και λίγο αφύσικο να περιμέναμε να παραχθούν, ακριβώς γιατί η εποχή εκείνη ήταν μία εποχή βαθιάς μεταβατικότητας, που ευνοούσε τα μεγάλα επιτεύγματα.

Κρ.Π.: Και για την πεζογραφία, τι έχετε να πείτε;

N.B.: Έχουμε καλούς πεζογράφους, αλλά δυστυχώς έχει κυριαρχήσει το ευπώλητο μυθιστόρημα. Βλέπουμε μυθιστορήματα μετριότατα να αποκτούν χιλιάδες αναγνώστες, και άλλα πεζογραφήματα πολύ αξιολογότερα να μένουν απούλητα.

Είναι ελάχιστα τα καλά μυθιστορήματα, ή διηγήματα, σήμερα, που αποκτούν πολλούς αναγνώστες. Τους περισσότερους τους αποκτούν μυθιστορήματα της παραλογοτεχνίας. Αυτό όμως, είναι ένα γενικό φαινόμενο στην εποχή μας, που ένα κύριο χαρακτηριστικό της είναι η σύγχυση των αξιολογικών διακρίσεων.

Κρ.Π.: Έχουν γίνει όλα μια «σαλάτα» δηλαδή; Δεν υπάρχει σοβαρή αξιολόγηση, γενικώς;

Ν.Β.: Και αυτό οφείλεται και στους πολύ πρωτοποριακούς διανοουμένους, και στα πνευματικά ρεύματα της εποχής, τα διεθνή, και σ’ αυτό που ονομάζουμε «πολιτική ορθότητα». Σήμερα τα πάντα επιτρέπονται, και σε αυτό, πιστεύω οφείλεται και η παρακμή της τέχνης.

Αν πάτε και αφήσετε στην New Tate Gallery του Λονδίνου, ένα τενεκέ με σκουπίδια και του κολλήσετε ένα ταμπελάκι με τίτλο «η αίσθηση της φθοράς» δεν αποκλείεται να βραβευτείτε.

Έχουν συμβεί ανάλογα γεγονότα! Αυτό που θέλω να πω είναι ότι στην εποχή μας τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και την πραγματικότητα έχουν γίνει τόσο δυσδιάκριτα, ώστε είναι δύσκολο να τα ξεχωρίσει κανείς. Για την ακρίβεια, θεωρούνται ότι έχουν γίνει δυσδιάκριτα.

Διότι τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και την τέχνη είναι πάντοτε τα ίδια, ακόμη και όταν διακρίνονται δύσκολα. Αυτό που δεν είναι το ίδιο, που διαφοροποιείται από εποχή σε εποχή, είναι η ικανότητα να τα διακρίνει κανείς, η οποία εξαρτάται από παράγοντες που βρίσκονται έξω από την τέχνη.

Κρ.Π.: Ποιοί είναι αυτοί οι παράγοντες;

Ν.Β.: Οι εξωκαλλιτεχνικές αιτίες αυτής της σύγχυσης έχουν αναλυθεί από τη σοβαρή –όμως ανίσχυρη «επικοινωνιακά» τεχνοκριτική. Σήμερα το τι είναι τέχνη καθορίζεται λιγότερο από τους καλλιτέχνες και περισσότερο από τους διεθνείς εμπόρους της τέχνης σε αγαστή συνεργασία με ιθύνοντες των μουσείων, με συλλέκτες και με τεχνοκρίτες ελαστικής.

Kρ.Π.: Μπορείτε να αναφερθείτε σε κάποιους σημαντικούς λογοτέχνες και ποιητές, σύγχρονους ή και παλιούς που θα προτείνατε στους αναγνώστες, να μην τους αγνοήσουν;

N.B.: Τους σημερινούς σημαντικούς, λίγο –πολύ τους ξέρουμε. Καθώς όμως μου δίνεται η ευκαιρία να αναφέρω και παλαιούς, θα αναφέρω έναν που σήμερα δεν διαβάζεται γιατί, όπως λένε, δεν εκφράζει το πνεύμα της εποχής μας: τον Γιώργο Ιωάννου, που τον θεωρώ μεγάλο πεζογράφο.

Πιστεύω ότι ο Ιωάννου, θα διαβάζεται στο μέλλον, όπως διαβάζονται σήμερα ο Βιζυηνός και ο Παπαδιαμάντης.

Κρ.Π.: Για το θέμα της Παιδείας γενικά, στην Ελλάδας, τι θα λέγατε;

Ν.Β.: Δεν είμαι οπαδός της θεωρίας της παλιάς καλής εποχής, όμως η σημερινή κατάσταση της παιδείας μας είναι αισθητά χειρότερη από εκείνη παλαιότερων εποχών. Αλλά θα ήταν περίεργο να μην ήταν έτσι, αν κρίνουμε από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η χώρα μας.

Κρ.Π.: Κάνετε κάποια άλλα μαθήματα, εκτός από τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο;

Ν.Β.: Έκανα και μια σειρά μαθημάτων στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο, της Στοάς του Βιβλίου, επίσης κάνω κάποιες διαλέξεις, και αρθρογραφώ.

ΜΠΟΡΧΕΣ

Έβλεπες με τα σωθικά, όχι με τα μάτια,
που ήταν σβησμένα πριν ακόμα τ’ ανοίξεις.
Βυθομετρούσες τη ζωή με αφίξεις
σε μυστικούς σταθμούς πέρα απ’ την επικράτεια

του ορατού, ή κατεβαίνοντας σε υπόγεια
χλοερά, μακριά απ’ την έρημο του πλήθους,
εξερευνώντας άλλους λαβυρίνθους,
εκεί όπου ο χρόνος δεν μετριέται με ρολόγια.

(Στο Ρέθυμνο μιλούσες για τ θαύμα
– «κάτι σαν αύρα στην καρδιά της ανεμοζάλης» –
κρατώντας το άδειο ποτήρι σαν γεμάτο).

Ζώντας το νόημα έβλεπες καθαρά το πράγμα:
τα χρώματα του δειλινού, τις φλέβες των φύλλων. Οι άλλοι
έβλεπαν μόνο τους ίσκιους των πραγμάτων.

(Νάσος Βαγενάς, Στη νήσο των Μακάρων, Εκδ. Κέδρος, 2010)

Μα είναι που σκοτώνουν την ψυχή κάθε λαού. Του Γιάννη Υφαντή

Αυτό που ονομάζαμε «τρίτο κόσμο», ήταν ουρά της Δύσης, δημιούργημα πάντως του Καπιταλισμού κι όχι του Κομμουνισμού ή της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Καπιταλισμός μετά την επιτυχία του να δώσει τέλος στη Σοβιετική Ένωση, άνοιξε το δρόμο προς το μεγάλωμα αυτής του της ουράς, επιδιώκοντας να κάνει  όλο τον πλανήτη τριτοκοσμικό.…» ο ποιητής Γιάννης Υφαντής, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη συμμετέχοντας στην έρευνα για την ελληνική κρίση.

       Στην Ελλάδα μόλις έπεσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» έλεγαν: «Είδατε τι θα παθαίναμε αν ανήκαμε στο κομμουνιστικό μπλοκ; Αυτά που παθαίνουν τώρα οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης». Όμως οι ομιλούντες τοιουτοτρόπως δεν αντιλαμβάνονταν ότι ο Καπιταλισμός μας «πρόσεχε» κάπως ως τότε, μόνο και μόνο για να είμαστε με το μέρος του. Άλλωστε όλη η Δυτική Ευρώπη κι εμείς οι Νότιοι μαζί, αποτελέσαμε βιτρίνα του Καπιταλισμού για ν’ ανακόψει την ροή προς τον κομμουνισμό.

 

Αλλ’ ιδού ενώ προετοίμαζαν την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, ανακάλυψαν ότι ο Τσαουσέσκου λόγου χάριν ήταν τύραννος. Οι καπιταλιστές, αυτοί οι κατασκευαστές τυράννων τάχα μου ενοχλήθηκαν από τον «τύραννο» Τσαουσέσκου. Οι δικές μου πηγές λένε ότι όλο το μένος εναντίον του Τσαουσέσκου υπήρξεν επειδή ο Τσαουσέσκου είπε στον λαό του: «Θα ζήσουμε φτωχά μα δεν θα παραδοθούμε στους τοκογλύφους.  Δεν θα δανειστούμε ούτ’ ένα δολάριο από τις τράπεζές τους». Γι’ αυτό άλλωστε τον καθάρισαν στα γρήγορα, χωρίς δίκη, με το πρόσχημα της Τιμοσοάρα που ήταν απλώς μια συμπλοκή με λίγα θύματα όπως είπαν αργότερα στα ψιλά των ειδήσεων και δεν είχε καμμιά σχέση με την τάχα μου στρατιωτική επέμβαση του «τύραννου»Τσαουσέσκου στον τόπο αυτόν.

 

Ύστερα κατασκεύασαν έχθρα ανάμεσα στους  Σέρβους και στους Μουσουλμάνους που ως τότε συμβιούσαν άριστα. Ώστε με πρόσχημα τη σωτηρία των Μουσουλμάνων να χτυπήσουν μια χώρα προσκείμενη στη Ρωσία, την στιγμή που η Ρωσία δεν μπορούσε ν’ αντιδράσει δυναμικά.

 

Και βέβαια, όπως αναμενόταν από κάποιους, έφτασε και η σειρά μας. Με τη λέξη «Έλλην», είχες το καλύτερο διαβατήριο προς όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Αλλά ήρθε ο Φόκους να μας διδάξει την ιστορία μας. Προσπάθησε να μας ψυχαναλύσει, μέχρι και να μας κάνει αιματολογική εξέταση. Ισχυριζόταν ότι κάπου εκεί στο 300 με 500 μετά Χριστόν εξαφανίστηκαν οι Έλληνες. Αυτό είναι εν μέρει αληθές. Δεν εξαφανίστηκαν, επιδιώχθηκε ο αφανισμός τους. Την γενοκτονία τους επεδίωξαν. Κανείς όμως δεν ρώτησε για το ποιος επιχείρησε αυτή την γενοκτονία. Και ύστερα ο αρθρογράφος λοιδόρησε τα θύματα αυτής της γενοκτονίας. Από τη μια υπέστημεν γενοκτονία κι από την άλλη έπρεπε να νοιώσουμε εξευτελισμένοι γι’ αυτήν. Την υποστήκαμε, κι από πάνω φταίγαμε κιόλας. Περίεργο που κάποιοι* εδώ, ήθελαν να την μάθουμε αυτή την ψευδοϊστορία του Φόκους, (ανακατεμένη βεβαίως και με λίγες αλήθειες), ώστε ν’ αρχίσουμε κιόλας να νοιώθουμε ένοχοι που μας αφάνισαν. Κι ακόμα να εξηγήσει γιατί είμαστε «διεφθαρμένοι» και «τεμπέληδες». Γιατί; Γιατί δεν είμαστε απόγονοι των λαμπρών προγόνων.

 

* Εγώ τους απάντησα: «Την ιστορία μου την έμαθα από τους ιστορικούς μας, από τις εμπειρίες μου, από τους ποιητές μας, δεν θα μου την μάθουν αυτοί που πυροβολούσαν τον πατέρα μου κι όταν πιάσαν τον σύντροφό του, τον μετέφεραν στο αλώνι,  του πλάκωσαν πόδια και χέρια με πέτρες, έβαλαν φωτιά στ’ άχυρο και τον έκαψαν ζωντανό».

 

Τον ισχυρισμό ότι δεν είμαστε απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων, επειδή είναι ανίσχυρος, προσπαθούν να τον ισχυροποιήσουν με διάφορα σχέδια υπονόμευσης. Έτσι πριν από το ψυχολογικό και οικονομικό σοκ προηγήθηκε και συνεχίζεται να εφαρμόζεται μεθοδικά η αλλοίωση της γλώσσας μας. Ώστε αυτή να καταντήσει τέτοια που να μην μοιάζει συνέχεια της αρχαίας ελληνικής.

Και δίπλα στο σχέδιο με τη γλώσσα, η μεθοδευμένη είσοδος πλήθους μεταναστών.

Η αναφορά μου αυτή στους μετανάστες, καμμιά δεν πρέπει να έχει σχέση με την κακομεταχείριση των δύστυχων αυτών από κάποιους δήθεν ελληνόψυχους κι άλλα ηχηρά παρόμοια.

Όμως σχεδιασμένα και κακόβουλα έχει γεμίσει η χώρα από τόσο μεγάλο πλήθος μεταναστών. Ακριβώς για να καταργηθεί ο ζωτικός χώρος του Έλληνα (που τον έχουν όλα τα έμβια όντα), να βρεθεί στην αγχόνη, σε κατάσταση πολέμου, ώστε, για την όποια άμυνά του, να κατηγορείται ως ρατσιστής και φασίστας.

 

Όμως αυτά που έλεγε ο Φόκους παραδόξως τα έλεγαν πριν δεκαετίες «Έλληνες» διανοούμενοι. Ήσαν δε τόσο σοφοί αυτοί οι διανοούμενοι ώστε δεν μπορούσαν ν’ αντιληφθούν ότι η γάτα, δεν είναι καλύτερη από τον σκύλο, αλλ’ είναι απλώς διαφορετική, κι ότι είναι ηλίθιο να συγκρίνουμε διαφορετικά είδη ζώων, το φίδι ας πούμε και την καμήλα.

Τόσο έξυπνοι ήσαν αυτοί οι «Έλληνες» διανοούμενοι που δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι κάθε λαός έχει σύμφωνα με το κλίμα του και το περιβάλλον του (το γεωγραφικό πλάτος και μήκος) τους δικούς του βιολογικούς ρυθμούς. Είχε βεβαίως τρωτά ο Έλληνας, (επίκτητα, εξωτερικά, θα έλεγα μάλιστα σκοπίμως υπερενισχυμένα), μα τούτοι οι διανοούμενοι ήσαν πάντα μ’ εκείνους που δεν ήθελαν να διορθωθούν αυτά τα τρωτά, με τίποτε.

1. Γούσταραν πολύ αυτούς του Έλληνες που πετούν παντού σκουπίδια, που κάνουν ηχορύπανση σε σπίτια, γειτονιές, πλοία, λεωφορεία. Ήθελαν -κι αυτό ήταν το βαθειά προδοτικό- («μα έχουμε να κάνουμε με μια χώρα διεφθαρμένων είπε ο Γ. Παπανδρέου») να μένουν ατιμώρητοι οι παραβάτες αυτοί, ακριβώς για να είμαστε όλοι οι Έλληνες δακτυλοδεικτούμενοι, ως βάρβαρος λαός, μη έχων σχέση με τον αρχαίο εκείνον λαό.

2. Βοηθούς τους σε αυτό το διαβρωτικό έργο τους οι «διανοούμενοι» αυτοί, είχαν τους φίλους τους πολιτικούς, οι οποίοι κι αν ακόμη ψήφιζαν νόμο εναντίον όλων αυτών, δεν τον εφάρμοζαν, γιατί η εφαρμογή του θα σήμαινε απώλεια ψήφων.

 

 Πάντως οι διανοούμενοι αυτοί, αν και δεξιοί, δηλαδή χωμένοι μες στη διαφθορά των πελατειακών σχέσεων της δεξιάς και των διορισμένων  ουσιαστικά κυβερνήσεων, φοβεροί εχθροί του πασοκισμού, τι περίεργο, μόλις ανέλαβε ο άνθρωπός τους ο Σημίτης, ήσαν ενθουσιασμένοι.

 

 

Αφορισμοί κι ερωτήματα:

 

  1. 1.  Γιατί η Άννα Ψαρούδα Μπενάκη είπε φωναχτά και δημόσια στον Παπούλια κατά την ανάληψη της προεδρίας του το 2005, ότι «η θητεία σας θα συμπέσει με απώλεια μέρους της εθνικής μας κυριαρχίας;». Τι ήξεραν από τότε όλοι τους αυτοί; Τι σχεδίαζαν; Γιατί κανείς δεν αντέδρασε; Γιατί κανείς δεν ζήτησε εξηγήσεις; Γιατί κανείς δεν έδρασε για την αποτροπή αυτού του σχεδίου;

 

  1. 2.  Ανάμεσα σε όσους μίλησαν αυτό το διάστημα αναλύοντας την κατάσταση της κρίσεως, αυτοί που μίλησαν με γνώση και ειλικρίνεια κατ’ εμέ και σύμφωνα με τον (ξεχασμένο αλλοίμονό μας) συλλογικό μας εαυτό, ήσαν ο Θεοδωράκης, ο Καζάκης, είτε λόγου χάριν ο Ιατρόπουλος. Ο καθένας με τον τρόπο του. Αυτοί οι τρεις κυρίως με καλύπτουν πλήρως με τα όσα μέχρι στιγμής έχουν δηλώσει.

 

  1. 3.  Η αναπνοή που αποτελεί και το βασικό στοιχείο της ζωής μας («η αναπνοή είναι ότι ονομάζουμε ζωή» λέγει ο Δημόκριτος) είναι εισπνοή και εκπνοή. Σε όλα τα ζητήματα, δεν υπάρχει μόνο το μέσα ή μόνο το έξω. Ακούω: «Ο άνθρωπος είναι μόνο  το μέσα του». Κι από την άλλη: «Ο άνθρωπος είναι μόνο το έξω του». Λάθος, διότι είμαστε μέσα κι έξω, κι αλλοίμονο αν δεν έχουν ισόρροπη δύναμη τα δύο αυτά. Κι ακόμη ακούω: «Φταίνε μόνο οι ξένοι», ή, «φταίμε μόνο εμείς». Λάθος. Η αλήθεια είναι ότι φταίνε μερικοί Έλληνες και μερικοί ξένοι που έχουν κοινά συμφέροντα.

 

  1. 4.  Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί λαοί. Υπάρχουν καλοί και κακοί κυβερνήτες. Του ενός γείτονα το κοπάδι επειδή το περιποιείται, λάμπει, είναι υγειές, γαλακτοφόρο. Του άλλου γείτονα το κοπάδι είναι άρρωστο, λερωμένο, εξασθενημένο. Φταίνε τα κοπάδια; Τα κοπάδια είναι διαφορετικά διότι οι δυο αυτοί γείτονες βοσκοί τα μεταχειρίζονται διαφορετικά.

 

  1. 5.  Το «εμείς τους ψηφίζουμε» είναι μέγα ψεύδος. Μα δεν ψηφίζουν συνειδητοί πολίτες, διότι, στην αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία, που είναι εκμοντερνισμένος τσιφλικαδισμός, υπάρχουν μόνο υπήκοοι, κοπάδια που άγονται και φέρονται, μέσα στην παραπληροφόρηση, τους εκβιασμούς, την κατατρομοκράτηση, τους εκμαυλισμούς.

 

  1. 6.  Υπεύθυνος είναι ο λαός όταν είναι πλήρως πληροφορημένος για το τι πράγματι συμβαίνει κι αυτό το έχουμε στην Άμεση Δημοκρατία, όπου όλοι είναι συνειδητοί πολίτες, κυβερνώμενοι από τον δήμο κι όταν ακόμα κυβερνούν, κυβερνώντες κι όταν ακόμα κυβερνώνται. Έναν τέτοιο λαό απαρτιζόμενο από συνειδητούς πολίτες, μπορούμε να τον κατηγορήσουμε και να του ζητήσουμεν ευθύνες. Δεν μπορούμε όμως να κατηγορούμε και να ζητούμε ευθύνες από ένα λαό, που ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια, ουσιαστικά αυτό που τον εξαναγκάζουν να ψηφίσει.

 

  1. 7.  Βεβαίως, μέσα στο αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό σύστημα, οι λαοί όντας κοπάδια, εύκολα παραπληροφορούνται, παρασύρονται, «κουρδίζονται», γίνονται επικίνδυνοι.

 

  1. 8.  Δεν μου μοιάζει καθόλου αθώο που φέρονται αυτή τη στιγμή ως αντίπαλοι μέσα στην Ευρώπη δύο λαοί στους οποίους υπήρχε πάντα μια βαθύτερη αλληλοεκτίμηση. Γερμανοί κι Έλληνες. Σχεδιασμένα, μεθοδικά, κάποιοι, έχοντας τον σκοπό τους, έσπειραν ανάμεσα στους δυο αυτούς λαούς το μίσος. Γιατί ειδικά σε αυτούς;

 

9. Την καταστροφή στον πλανήτη και στη χώρα μας την φέρνει η ιλουστρασιόν (φανταχτερή) ηλιθιότητα λίγων (που περνιέται για εξυπνάδα), ακολουθούμενη από την απλή ηλιθιότητα πολλών που θαμπωμένοι, υπνωτισμένοι ακολουθούν (αυτή την ιλουστρασιόν ηλιθιότητα).

 

Σήμερα κυβερνούν οι τοκογλύφοι, οι κατέχοντες τράπεζες. (Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν οι μυστικιστικά και θρησκευτικά σκεπτόμενοι, για κυριαρχία επί του πλανήτη κι άλλα ηχηρά παρόμοια. Ηχηρά και κούφια διότι «η μεγαλύτερη ήττα είναι η νίκη».

Τους τοκογλύφους, γνωρίζοντας πόσο επικίνδυνοι είναι, προσπάθησαν ν’ αναχαιτίσουν οι διανοούμενοι του μεσοπολέμου. Έχασαν τη μάχη διότι την διεκπεραίωση την ανέλαβαν μικρόψυχοι, μεγαλομανείς ρατσιστές κυβερνήτες, (Χίτλερ, Μουσολίνι), που κατάφεραν με τις μεθόδους των να ηρωοποιήσουν  τους τοκογλύφους και να θέσουν στο περιθώριο τους διανοούμενους, μαζί και τον σοφό ιδεολογικό προσανατολισμό τους.

 

 

Λύσεις;

 

Προσωπικότητες απ’ όλο τον Ελληνισμό, που αγαπούν τη χώρα στην κατεύθυνση εκείνη ενός Σεφέρη, ενός Ρίτσου, ενός Ελύτη, ει δυνατόν ξένοι εντελώς προς τους μέχρι τώρα πολιτικούς, άριστοι ο καθένας στον τομέα του, να κάμουν εθνοσυνέλευση, πιθανότητα έξω από τη χώρα και σε χώρο ασφαλή. Να κάμουν κυβέρνηση. Να ζητήσουν τη βοήθεια του στρατού* για την απελευθέρωση του τόπου από τους ντόπιους και ξένους νταβατζήδες. Για την εγκαθίδρυση στη χώρα δημοκρατίας. Όλοι για δημοκρατία μιλούν. Δικτάτορες, τύραννοι, βασιλιάδες.  Εννοώ την δημοκρατία της δικαιοσύνης, της αξιοκρατίας, που κατεύθυνσή της δεν θα έχει τον υδροκεφαλισμό των Βρυξελλών αλλά την άμεση δημοκρατία που κέντρα της θα έχει τους δήμους της χώρας.

 

* Διότι ο στρατός δεν είναι για να κάνουν με αυτόν δικτατορίες οι Αμερικάνοι, ούτε για να τρέχει στα πέρατα της γης για να βοηθήσει τον ιμπεριαλισμό. Ο στρατός είναι παιδιά του λαού ταγμένα στη διαφύλαξη των συνόρων, της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης. Μην ξεχνούμε ότι η σημαντικότερη πλατεία της χώρας έχει πάρει το όνομά της από την επέμβαση του Μακρυγιάννη με στρατό (πώς αλλιώς;), για ν’ απαιτήσει σύνταγμα κι ελευθερία.

       Μια τέτοια κυβέρνηση θα έχει ως έργο της για παράδειγμα τα εξής:

 

Αποδέσμευση από την Ε.Ε., και τις δόλιες συμφωνίες που υπεγράφησαν ερήμην του λαού. Αποδέσμευση μεθοδευμένη, με τρόπο έξυπνο σαν εκείνο του Οδυσσέα όταν ήθελε να βγει από τη σπηλιά του Κύκλωπα.

 

Τούτο δεν σημαίνει μίσος προς την Ευρώπη αλλ’ απλώς σημαίνει ότι δεν συγχέουμε την Ευρώπη των λαών και των σοφών της,  με την Ε. Ε .των λύκων. Η μεγάλη μανία με την Ε.Ε., η μεγάλη προπαγάνδα υπέρ του ν’ ανήκουμε σ’ αυτήν, μου λέει ότι οι αεριτζήδες μας, είναι ανύπαρχτοι χωρίς αυτήν, τρέμουν την εμφάνιση και δράση των πραγματικών δυνάμεων του λαού. Κι ακόμη μου θυμίζουν τους αρχαίους Έλληνες τυράννους: Αυτοί δεν μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς την στήριξη του Μεγάλου Βασιλέως, δηλαδή της Περσικής Αυτοκρατορίας.

 

Προτροπή και βοήθεια να επιστρέψουν στη γη τους όσοι έχουν γη κι όσοι δεν έχουν ν’ αγοράσουν. Αποχτώντας επαφή με τη γη σαν τον Ανταίο θ’ αποχτήσουμε ξανά τη δύναμή μας.

 

ΥΓ. Η χώρα διαθέτοντας άριστο κλίμα και άριστο φυσικό περιβάλλον, τεράστια πολιτιστική κληρονομιά, μεγάλο πλούτο της πανίδας και της χλωρίδας, ορυκτό και θαλάσσιο, μπορεί να κάμει και τους κατοίκους της κατ’ εικόνα της και ομοίωσή της, αν εκείνοι με σοφία το επιδιώξουν. Η χώρα μπορεί να αναπτύξει τον άριστο τουρισμό και να καταστεί το κέντρο, ο κατ’ εξοχήν τόπος, της παιδείας και του πολιτισμού.

 

 

Γιάννης Υφαντής, Yfantis.grκαι ahach.blogspot.com

 

 

ΤΟ ΚΑΛΑΜI

ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΟ ΚΑΛΑΜΙ*

 

Καλάμι εσύ που ο τσιφούτης όλα τα λεφτά του εντός σου έχει μάσει

και δεν τολμά να παίξει μετά σού μην τύχει και τα χάσει.

 

Καλάμι που σε ίππευσε κι ο γάιδαρος των όνων η κουφάλα

και γύριζε σε στέκια επαρχιώτικα και φώναζε τον κόκκορα κεφάλα.

 

Καλάμι εσύ που σε ιππεύουν μπουρδολόγοι Αθηναίοι, Πατρινοί και

 Αγρινιώτες

κι έτσι φαντάζονται πως είναι συγγραφείς και ποιητές και του Σωτήρος οι

ιππότες.

 

Καλάμι που σε ιππεύουν όσοι απ’ τους ομοίους τους παινεύονται για όποια

τυπωμένη τους βλακεία

κ’ ύστερα πάνε και πουλάνε μούρη σοβαρού, στοχαστικού μεγάλου ανδρός

       τα καφενεία.

 

Καλάμι που σε ίππευσε ακόμα κ’ η Γυναίκα εκείνη από τη Ζάκυνθο του

Αγίου Σολωμού,

κι όσα κακά δεν εύρισκε στους άλλους τα ’φκιαχνε μονάχη από τον ίδιο της

 το νου.

 

Καλάμι που σε ιππεύσαν κριτικοί κι εν τέλει εσύ κακό το τέλος είχες

γιατί ως λέγουν πάντα της ψωλής που ’ναι κοντή της φταίγανε οι τρίχες.

 

Καλάμι που σε ιππεύουνε αυτοί που μεταξύ τους δίνουνε και παίρνουνε

  βραβεία

και κάνουνε τον Κώστα Καρυωτάκη απανωτά να φτάνει σε θανάτου

  οργασμούς από αηδία.

 

            Καλάμι που σε ιππεύουν όσοι πίσω απ’ αρχόντων κ’ ιερέων κουστωδία

κρύβονται για να κάνουνε επίσημη και νόμιμη την όποια δυσωδία.

 

Καλάμι περιμένεις από βάρβαρους ηγέτες ν’ αγαπήσουνε τα δώρα των

  Μουσών;

Κοίτα τους υπουργούς τους με τι ζήλο οι αχρείοι παραχώνουνε το στόμα των

βρυσών.

 

              Καλάμι δεν με νοιάζουν οι τιμές τους κι όλα εκείνα που ο Έλιοτ ονόμασε

  κηλίδες

μα είναι που σκοτώνουν την ψυχή κάθε λαού για να την κάνουν παλιοσίδερα

και βίδες.

 

 

 

ΥΓ.

Καλάμι που σε δώσανε ως σκήπτρο στο Χριστό

για να του κάνουνε με σε τον εμπαιγμό χειροπιαστό

 

μα δεν ηξεύρανε πως ήσουνα το πλέον ταιριαστό

για βασιλέα ποιητή και για εξόριστο θεό.

 

Καλάμι όσοι είναι στα μετόπισθεν δεν ξέρουν

ποιος είναι όντως ο εχθρός και για ποιο λόγο υποφέρουν.

 

Κι ούτε μπορεί κανείς να φτάσει εκεί να τους το πει

γιατί τα νέα τούς τα φέρνουν αλλαγμένα οι εχθροί.

 

Αλλοίμονο στους αγγελιοφόρους.

Οι ψηφοθήρες θέλουν μόνο ψηφοφόρους

 

και πληρωμένοι χειροκροτητές

τους κρύβουν σα σκοτώνουν ποιητές.

 

Καλάμι μόνο αν βρίσκεσαι στην πρώτη τη γραμμή

ξέρεις ποιος είναι ο εχθρός, πώς πολεμάει, και γιατί.

___________________

*Πρώτο μέρος

 

Η Ισπανία στο δρόμο και η Ελλάδα του… Κωσταλέξι

11:07, 24 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/101510

Marisa Paredes, Vicente Cuesta, Juan Diego Botto και Javier Bardem στην χτεσινή διαδήλωση στη Μαδρίτη όπου οι καλλιτέχνες είχαν χωριστό μπλοκ. Κάποια από τα πλακάτ πίσω τους, γράφουν “ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΕΙΡΗΝΗ…”, “Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΜΕ γκιλοτίνα”.

Μια εικόνα που στην Ελλάδα δεν είδαμε ακριβώς, ακόμα… Δεν αναρωτιέμαι. Δεν αναρωτιέται κανείς για τη διαφορά. Πού να είναι οι άνθρωποι της Τέχνης και των γραμμάτων στην Ελλάδα…

Ο καθένας στο σπίτι του, στον καναπέ του ή στο γραφείο του. Δεν μοιράζεται ούτε την προσωπική του κρίση, που είναι απόρροια της κοινωνικοπολιτικής κρίσης στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον κόσμο.

Στη χώρα μας εδώ και χρόνια επιβραβευόταν όχι μόνο ο ατομισμός, αλλά και το κλειστό… κύκλωμα ζωής, η έμφαση στο προσωπικό συμφέρον, η δαιμονοποίηση της έκφρασης και διαχείρισης συναισθημάτων και της όποιας προσωπικής δυσκολίας. Το μοίρασμα… πήγε περίπατο.

Πώς, τώρα, να διαχειριστεί ο Έλληνας πολίτης τις κοινωνικές δυσκολίες, τα κοινωνικά προβλήματα;

Όταν μάθαινε για χρόνια, ότι τα προσωπικά προβλήματα λύνονται “κεκλεισμένων των θυρών”;

Όταν έμαθε ότι “η κόλασή του είναι οι άλλοι”;

Όταν ξέχασε τους κοινωνικούς αγώνες, τη συνεργασία, την αλληλεγγύη;

Καθώς κυνηγούσε να ξεκάνει για χρόνια όσους βρέθηκαν και τα τίμησαν όλα αυτά, ή όταν έκαιγε την ιστορία του, τα αρχεία της ιστορίας του;

Όταν έκανε λοβοτομή… Όταν ξόρκιζε το κάθε “κακό”, με το να το κλείνει στο αμπάρι, στο υπόγειο… σαν εκείνη την τραγική φιγούρα του χωριού Κωσταλέξι; Και μ’ αυτόν τον τρόπο, τελικά, να το γιγαντώνει…

Ελάχιστοι μιλάνε. Και ακόμα πιο ελάχιστοι δουλεύουν συλλογικά. Ελάχιστοι κάνουν διάλογο.

Το ότι η ελληνική κοινωνία, αντιμετωπίζει με ανάλογο τρόπο την τραγική της κρίση, δείχνει, πώς έμαθε και κάθε έλληνας να αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται την κάθε προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική του κρίση.

Κλείνοντας τα πατζούρια!

Και αυτό, δεν σημαίνει περηφάνια… Μη βιάζεστε.

Φοβάμαι, σημαίνει, πως τα προβλήματα μάθαμε να μην προσπαθούμε να τα λύσουμε. Αφού πρώτα, μάθαμε να μην τα αναγνωρίζουμε, να μην τα αποδεχόμαστε. Μάθαμε, μάλλον, να τα κουκουλώνουμε. Μάθαμε να κάνουμε ότι δεν υπάρχουν, και να περιμένουμε με έναν μαγικό τρόπο να… βαρεθούν και να εξαφανιστούν μόνα τους.

Το βλέπω καθημερινά, χρόνια τώρα.  Όταν άνθρωποι κρύβονται με το να εξαφανίζονται από φιλίες, από δουλειές, από σχέσεις. Από τον κόσμο γύρω τους που τους τα θυμίζει. Όταν δεν αγωνίζονται να λύσουν καμία κρίση και απλά το βάζουν στα πόδια… με ένα εύκολο delete.

Όλες οι ανακαλύψεις της επιστήμης στις τηλεπικοινωνίες τελικά πήγαν χαμένες, γιατί όσο πιο εύκολο έγινε να επικοινωνήσεις με έναν άνθρωπο πρακτικά, τόσο πιο δύσκολο συνέβη να επικοινωνείς ουσιαστικά.

Αυτή είναι η κοινωνία μας. Μια κοινωνία… Κωσταλέξι. Κλειδαμπαρωμένη και μοναχική, όσο δήθεν και επιφανειακή. Όσο φυγόπονη και αδαής.

Και με τα προβλήματά της εκεί, στο υπόγειο, να την περιμένουν… μεγαλώνοντας.

Γιατί μια μέρα θα ανοίξει η πόρτα. Φοβάμαι σύντομα. Φοβάμαι ότι μάλλον, έχει ήδη ανοίξει. Και ας κάνει δήθεν σα να μη το αναγνωρίζει… το τέρας που δημιούργησε.

Κι όλα τ’ αφήσαμε για τα νέα παιδιά. Να κόψουν το λαιμό τους για το πώς θα επιβιώσουν, πώς θα βρουν νόημα στη ζωή τους… πώς και από τί, και από ποιούς θα εμπνευστούν…

Kρυσταλία Πατούλη
https://afigisizois.wordpress.com/

Στρ. Βογιατζής – Θ. Μαλάμου: Ένας άλλος κόσμος είναι εδώ!

20:07, 22 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/101371

Οι δημιουργοί του Caravan Project, Στρατής Βογιατζής και Θέκλα Μαλάμου, αφηγούνται στην Κρυσταλία Πατούλη, την ιστορία του οδοιπορικού τους στην ελληνική ενδοχώρα και τα νησιά, με όχημα τη φωτογραφία, την κινηματογράφηση, όπως και τη συλλογή προφορικών αφηγήσεων, με βασική επιδίωξη να φέρουν στο προσκήνιο την προσωπική ιστορία και την ανθρώπινη μαρτυρία, και κυρίως, να τονίσουν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής από αυτόν που συστηματικά προβάλλεται από τα μέσα ενημέρωσης και τις κυρίαρχες τάσεις, εστιάζοντας στην ιδιαιτερότητα της άγονης και απομακρυσμένης Ελλάδας και φωτίζοντας έναν τόπο που συνεχίζει να δημιουργεί και να ονειρεύεται, θέλοντας να υποστηρίξουν ότι «Ένας Άλλος Κόσμος Eίναι Εδώ».  

«Νιώθαμε πως έπρεπε να κάνουμε κάτι, μπροστά σε αυτό που συνέβαινε γύρω μας. Να πάρουμε θέση, κρατώντας ταυτόχρονα μια αναγκαία απόσταση από μια φορτισμένη ιδεοληψία και μια μανιχαϊστική εμμονή για το ποιο είναι το λάθος και το σωστό στην κοινωνία που ζούμε.

Σκεφτήκαμε, λοιπόν, πως σε αντιδιαστολή με αυτό το ζοφερό σκηνικό κρίσης που τόσο μελανά χρωματίζεται από τα επίσημα μέσα ενημέρωσης, υπάρχει μια διαφορετική Ελλάδα που δεν έχει φωνή μέσα σε αυτά, υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να δημιουργούν και να ονειρεύονται, που αρνούνται να συνταχθούν με τις ‘επίσημες γραμμές’ και εν τέλη αρνούνται να υιοθετήσουν- σχεδιασμένα από άλλους- υποτελή πρότυπα συμπεριφοράς.

Γι αυτό το λόγο, αποφασίσαμε να οργανώσουμε ένα οδοιπορικό στην Ελλάδακαι στις απομακρυσμένες της περιοχές, ένα καραβάνι με ένα αυτοκινούμενο όχημα, για να αναζητήσουμε αυτούς τους ανθρώπους και να μεταδώσουμε τις ιστορίες τους.

Από  εκείνη τη στιγμή, με όχημα τη φωτογραφία, το ντοκιμαντέρ και την αφήγηση, επιδιώκουμε να φέρουμε στο προσκήνιο προσωπικές ιστορίες, ανθρώπους ξεχωριστούς που θα μας παρασύρουν στη δίνη της μοναδικής τους ζωής.

Πιστεύουμε πως η μετάδοση προσωπικών ιστοριών στους ταραχώδεις καιρούς που διανύουμε, είναι μια επαναστατική πρακτική που αυξάνει τις αντιστάσεις μας και στροβιλίζει ξανά τη λαχτάρα για ζωή, μεταφέροντας μας έτσι  στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο παλιός κόσμος φαίνεται να καταρρέει και ένας νέος κόσμος φαίνεται να αναδύεται, όπου απαιτείται από όλους μας ένας ριζικός επαναπροσδιορισμός του «ποιοι είμαστε» και πώς μπορούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας, αλλάζοντας ταυτόχρονα τον κόσμο γύρω μας.  Και μέσα σε έναν κόσμο όπου τα πάντα φαίνονται να καταρρέουν, η κρίση ίσως να είναι ωφέλιμη γιατί μπορεί να μας κατευθύνει στον επαναπροσδιορισμό του αναγκαίου.

Ο σημερινός άνθρωπος αποσυντίθεται και καλούμαστε να συνθέσουμε μαζί την εικόνα του μελλοντικού ανθρώπου, όπως λέει ο Καστοριάδης. Σε αυτή την εποχή που ζούμε, οφείλουμε όλοι να είμαστε ακτιβιστές, ελεύθεροι, επαναστάτες …δηλαδή φυσιολογικοί άνθρωποι όπως λένε οι Ζαπατίστας.

Σε αυτό το νέο γεννοβόλημα που συντελείται, οι ιστορίες έρχονται να παίξουν κεντρικό ρόλο, λόγω της ιδιότητας τους να συγκινούν, να μεταμορφώνουν και να συμπαρασύρουν με την ορμή τους τις ζωές των ανθρώπων. Η ιστορία του φτωχού νέου βιοπαλαιστή που πυρπόλησε τον εαυτό του και ο τρόπος που ο κόσμος αφηγούνταν την ιστορία του, πυροδότησε ολόκληρη την Αραβική Άνοιξη.

Μέσα στο κυρίαρχο -και συχνά ασφυκτικό- οικιστικό τρόπο ζωής, μέσα στις θυελλώδεις αλλαγές που έχει επιφέρει στις ζώες μας η οικονομική πραγματικότητα,  στόχος μας είναι να ανιχνεύσουμε την παρουσία εναλλακτικών δυνατοτήτων, να τονίσουμε την ποικιλομορφία διαφορετικών μορφών πράττειν. Μέσα σε έναν αβέβαιο κόσμο και μια ρευστή κοινωνική πραγματικότητα, το Caravan Project επιδιώκει να συνεισφέρει δημιουργικά σε έναν αναγκαίο διάλογο που θα επαναδιαπραγματευτεί ξανά τις αρχές που μας φέρνουν κοντά σε μια πιο ουσιαστική μορφή του «ευ ζην».

Με την πολιτιστική μας δράση “Ένας Άλλος Κόσμος Είναι Εδώ”, θα προσπαθήσουμε να επαναφέρουμε στο προσκήνιο, αυτά που με τόσο βίαιο τρόπο αφαίμαξε από εμάς ο κατεστημένος τρόπος ζωής των τελευταίων χρόνων: την αξιοπρέπεια για ζωή, τη δυνατότητα να είμαστε κοντά στις πραγματικές μας ανάγκες και τον αυτοπροσδιορισμό μας, ως ελεύθεροι άνθρωποι.

Πρόκειται για ένα όραμα, που σα στόχο του έχει να μπολιάσει τον κοινωνικό μας περίγυρο, όχι από γεγονότα και πληροφόρηση, αλλά από ιστορίες και βιώματα, να αναδείξει την ιδιαιτερότητα των ανθρώπων του και να εμπλουτίσει το δεδομένο πλαίσιο ζωής με μια διαφορετική κουλτούρα, που απλά ορίζει το πεπρωμένο της με διαφορετικό τρόπο.

To Caravan Project αποτελείται από τις εξής ενότητες:

I. Ξεχωριστοί Άνθρωποι.


Σε αυτό το τμήμα της εργασίας περιλαμβάνεται μια σειρά από ντοκιμαντέρ, τα οποία θα βασίζονται σε ξεχωριστούς ανθρώπους που μέσα από τα μάτια τους θα φανερώνεται ο τόπος, ο τρόπος και η φιλοσοφία ζωής που ασπάζονται και που με αυτή πορεύονται. Στόχος μας είναι να φέρουμε στο προσκήνιο ανθρώπινες ιστορίες που μπορούν να συγκινήσουν και να εμπνεύσουν με την αυθεντικότητά τους, ιστορίες που θα φωτίζουν ανθρώπους με ζωντανό πνεύμα και ξεχωριστή στάση ζωής.

Η εποχή μας χρειάζεται πάνω από όλα πρότυπα, όχι με την έννοια του ήρωα ή του ταγού, αλλά ανθρώπους που έχουν αποσκιρτήσει από την καθεστηκυία και γιορτάζουν τη διαφορετικότητά τους, περιπετειώδεις ανθρώπους, ασυμβίβαστους και ανυπάκοους που παίρνουν ρίσκα, αψηφούν τους κανόνες και έχουν την ιδιότητα να διαμορφώνουν οι ίδιοι το πεπρωμένο τους.

Το κοινό νήμα που θα συνδέει τα επιμέρους ντοκιμαντέρ, αυτούς τους καθημερινούς ήρωες, θα είναι μια ζωντανή εσωτερική φλόγα για ζωή, που τους κάνει να αγωνίζονται γι’ αυτό που αγαπάνε και αντανακλούν μέσα από το αυθεντικό κομμάτι της ύπαρξης τους στον υπόλοιπο κόσμο.

Στόχος μας είναι να κοιτάξουμε τον κάθε τόπο της Ελλάδας μέσα από τα μάτια τους, να συναντήσουμε ανθρώπους που ασκούν ακόμα παραδοσιακά επαγγέλματα, δασκάλους σε απομονωμένες περιοχές, ανθρώπους που ασκούν κοινωνική προσφορά, νέους επιχειρηματίες που κάνουν πράξη το όραμά τους σε απομακρυσμένες περιοχές, δίνοντας ζωή σ’ αυτές, ανθρώπους οικολογικά ευαισθητοποιημένους, καλλιτέχνες και δημιουργούς, καθημερινούς ανθρώπους που κρατώντας όμως μια αυθεντική στάση στη ζωή, είναι σε θέση να εμπνεύσουν και να αφυπνίσουν συνειδήσεις.

ΙΙ. Συλλογή Ιστοριών

Με το ερώτημα «Πες μου μια ιστορία που σου αρέσει να διηγείσαι συχνά», στόχος μας είναι να φιλμάρουμε αφηγήσεις ανθρώπων από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ελλάδας, δημιουργώντας έτσι ένα μωσαϊκό ιστοριών, μια εγκυκλοπαίδεια αφηγήσεων που χρωματίζουν με το δικό τους τρόπο την ανθρώπινη ψυχή.

Οι ιστορίες είναι τα νήματα που συνδέουν τις ζωές μας και νοηματοδοτούν τη βαθειά ανάγκη του ανθρώπου, να κατανοήσει τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του και έπειτα να μοιραστεί και να μεταφέρει αυτή του την μαρτυρία. Aν η ζωή είναι αλληλουχίες από ασύνδετα φαινόμενα και συμβάντα, οι ιστορίες είναι η αδέξια- όσο κι αρχέγονη- προσπάθεια του ανθρώπου να δώσει νοήμα σε αυτές τις αλλόκοτες αλληλουχίες.

Οι ανθρώπινες ιστορίες, μας βοηθάνε περοσσότερο να αισθανθούμε παρά να πεισθούμε, μας φέρνουν κοντά στο ποιητικό παράδοξο της ζωής και μας ‘αναγκάζουν’ να τη βιώσουμε σαν ολότητα, όπου κανένα κομμάτι της δεν απομονώνεται, αλλά όλα φαίνονται να ηχούν σε μια ακατανόητη- προς εμάς- μελώδια.

Μέσα σε μια εποχή όπου κυριαρχούν οι γνώμες και οι ιδέες, οι ιστορίες έρχονται να μας υπενθυμίσουν τη σύνδεση του ανθρώπου με το ποιητικό παράδοξο της ζωής  και μας μαθαίνουν να βλέπουμε ήττες μέσα στις νίκες και νίκες μέσα στις ήττες.

Οι ιστορίες μας ταξιδεύουν, μας μεταφέρουν στον υπέροχο κόσμο των άλλων και μας οδηγούν πίσω στις δικές μας ζωές, σαν ένας αλάνθαστος οδηγός για ενδοσκόπηση. Εξασφαλίζουν τη συνέχεια των εμπειριών μας  και μας διαβεβαιώνουν πως η φαντασία ειναι ισχυρότερη από τη γνώση, πως ο μύθος ειναι πιο αναγκαίος από την πραγματικότητα, πως τα όνειρα ειναι πιο σημαντικά από τα γεγονότα.

Το caravan project ξεκίνησε σαν τρέλα, σαν μια διάθεση να ζήσουμε ένα παιδικό μας όνειρο. Και σε αυτό το όνειρο ήρθε να του δώσει σάρκα και όστα ο πρώτος άνθρωπος που αποφασίσαμε να καταγράψουμε την ιστορία του. Αυτός ήταν ο ο κυρ Γιάννης, ένας τυφλός και χωρίς χέρι ψαράς στη Λάγκαδα της Χίου. Ίσως ο κυρ Γιάννης να μας διάλεξε, καθώς αποκαλύφθηκε σε έμας με πολύ μαγικό τρόπο, κάνωντας ωτοστόπ.

Οι στιγμές που ζήσαμε μαζί και το ταξίδι που κάναμε με τον κυρ Γιάννη δεν θα το ξέχασουμε ποτέ. Σαλπάραμε με τον κυρ-Γιάννη σε ένα ταξίδι που το παραμύθι και ο ρεαλισμός είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, φανερώντας τις αντιθετικές και συναρπαστικές δυνάμεις που χρωματίζουν την ανθρώπινη ψυχή. Είδαμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια αυτού του υπέροχου ανθρώπου, σε μια πορεία που αποκαλύπτει το σθένος και την υπέρβαση του ανθρώπινου πνεύματος.

Ουσιαστικά χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα από ντοκιμαντέρ– καθώς και οι δύο προερχόμαστε από το χώρο της φωτογραφίας, με μια φωτογραφική μηχανή, με μηδέν παραγωγή και με τη βοήθεια φίλων, κατορθώσαμε να παράξουμε ένα πειραματικό ντοκιμαντέρ και αυτό να μας δώσει την αυτοπεποίθηση ότι μπορούμε να κάνουμε και άλλα παρόμοια. Αργότερα το ντοκιμαντέρ συγκίνησε και το κοινό θεσσαλονίκης στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ και απέσπασε το 1ο βραβείο.  Επιπλέον, στη πορεία, το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», αποφάσισε να στηρίξει την παραγωγή του όλου εγχειρήματος και να είναι ο αποκλειστικός χορηγός.

Μέχρι στιγμής εκτός από τον τυφλό ψαρά έχουμε παράξει δύο μικρής διάρκειας ντοκιμαντέρ, που αφορούν τη ζωή ένος εξαιρετικού καραβομαραγκού, καθώς και τη καθημερινότητα ένος νεαρού Γάλλου αυτάρκη αγρότη που ζει στην Ελλάδα.

Επίσης προχώρησαμε στη φωτογράφιση ένος μικρού κομματιού της άγονης γράμμης και ξεκινήσαμε τη συλλογή αφήγησεων. Σκόπος μας είναι για περίπου δυο χρόνια από τώρα να οργώνουμε την Ελλάδα με το αυτοκινούμενο όχημα μας και να αναζητούμε ανθρώπους ξεχωριστούς, να συλλέγουμε ιστορίες.

Στόχος μας είναι η δημιουργία μιας διαφορετικής πλατφόρμας παίδευσης με πολιτιστική και εκπαιδευτική δράση σε πόλεις, πλατείες και χωριά, η οποία θα πραγματώνει τη βαθιά μας ανάγκη για συμμετοχή και διάδραση.

Σε συνεργασία με ντόπιους φορείς, πραγματοποιούμε συχνές παρουσιάσεις του έργου μας στις πιο απομακρυσμένες περιοχές στην Ελλάδα και σε συνεργασία με το φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα προβάλλουμε τη πολιτιστική μας δράση σε επιλεγμένες πόλεις της Ελλάδας με στόχο την προσέγγιση του κοινού μέσα από τη δύναμη της ανθρώπινης ιστορίας.

Σε αυτήν την περιήγηση που ξεκινάμε δεν υπάρχουν βεβαιότητες και συνταγές, αλλά μια θέληση και πίστη για μια βαθιά σύνδεση με τους τόπους, τις περιστάσεις και τους ανθρώπους που θα σταθούν πλάι μας σ’αυτό το ταξίδι και θα μας δείχνουν κάθε φορά το δρόμο.-»

«Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν εφορμά στο άγνωστο και να γνωρίσει ένα άλλο κόσμο, όποιος δεν διακινδυνεύει την βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο»
~Pablo Neruda

Καλεσμα για επικοινωνία
Η όλη ιδέα μας, βασίζεται στην επικοινωνία, τη διάδραση και την ανταλλαγή ιδεών και απόψεων για την υλοποίησή του. Με το επίσημο ξεκίνημα λοιπόν του Caravan Project, καλούμε το κόσμο να μοιραστεί μαζί μας ιστορίες και να μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε όσο το δυνατόν περισσότερους  «Ξεχωριστούς Ανθρώπους», από όλα τα μήκη και πλάτη της Ελλάδας.

Όποιος επιθυμεί, μπορεί να επικοινωνεί μαζί μας είτε μέσω της ιστοσελίδας του «Ένας Άλλος Κόσμος Είναι Εδώ» http://www.anotherworldishere.com/ είτε μέσω Facebook http://www.facebook.com/pages/Another-World-Is-Here/215631725173344, είτε μέσω email στις διευθύνσεις info@anotherworldishere.com, info@stratisvogiatzis.com, thekla Malamou studiored1@gmail.com.

Όσον αφορά τα όνειρα… Του Φερνάντο Πεσσόα

Όσον αφορά τα όνειρα… Του Φερνάντο Πεσσόα

10:07, 21 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/101207

«Όσον αφορά τα όνειρα, είμαι όμοιος με το παιδί για τα θελήματα ή τη μοδίστρα. Το μόνο στο οποίο διαφέρω είναι ότι ξέρω να γράφω. Ναι, είναι μια πράξη, μια δική μου πραγματικότητα που με κάνει να διαφέρω από αυτούς. Στην ψυχή είμαι όμοιός τους» Φερνάντο Αντόνιο Νογκέιρα Πεσσόα   (1888-1935)

Αγαπάω, τα αργόσυρτα καλοκαιρινά βράδια, την ησυxία της κάτω πόλης, και προπάντων την ησυxία που η αντίθεση την κάνει ακόμη εντονότερη στα μέρη που την ημέρα σφύζουν από κίνηση.

Η Ρούα ντου Αρσενάλ, η Ρούα ντα Αλφάντεγκα, οι θλιβεροί δρόμοι που εκτείνονται προς τα ανατολικά, μετά το τέρμα της Ρούα ντα Αλφάντεγκα, οι έρημες αποβάθρες σε ευθεία γραμμή, όλα αυτά με ανακουφίζουν από τη μελαγχολία μου, αν κάποιο από εκείνα τα βράδια εισxωρήσω στη μοναξιά των διαδρομών τους. Ζω σε μια εποχή παλαιότερη από αυτή στην οποία ζω. Απολαμβάνω να νιώθω πως είμαι σύγχρονος του Σεζάριο Βέρδε, κι έχω μέσα μου όχι άλλους στίχους σαν τους δικούς του, αλλά την ίδια ουσία από την οποία είναι φτιαγμένοι οι στίχοι του. Περιφέρω, μέχρι να πέσει η νύχτα, μια αίσθηση ζωής ίδια με αυτών των δρόμων.

Τη μέρα είναι γεμάτοι από φασαρία που δεν σημαίνει τίποτα. Τη νύχτα είναι γεμάτοι από έλλειψη φασαρίας, που πάλι δεν σημαίνει τίποτα. Εγώ τη μέρα είμαι ένα τίποτα, αλλά τη νύχτα είμαι εγώ. Δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα σε μένα και τους δρόμους από την πλευρά της Αλφάντεγκα, εκτός από το ότι αυτοί είναι δρόμοι και εγώ ψυχή, το οποίο μπορεί να μην έχει καμιά σημασία μπροστά στην ουσία των πραγμάτων. Υπάρχει ένα κοινό πεπρωμένο, καθότι αφηρημένο, για τους ανθρώπους και τα πράγματα – ένας εξίσου αδιάφορος ορισμός στην άλγεβρα του μυστηρίου.

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα… Εκείνες τις αργές και άδειες ώρες ανεβαίνει από την ψυχή στο πνεύμα μου μια θλίψη ολόκληρου του είναι μου, η πίκρα ότι όλα είναι μια αίσθηση δική μου και συνάμα ένα πράγμα εξωτερικό, που δεν είναι στο χέρι μου να το αλλάξω. Αχ, πόσες φορές τα όνειρά μου υψώνονται μπροστά μου σαν πράγματα, όχι για να υποκαταστήσουν την πραγματικότητα, αλλά για να μου πουν ότι της μοιάζουν στο ότι δεν τα θέλω, στο ότι εμφανίζονται ξαφνικά απ’ έξω, όπως το τραμ που κάνει στροφή στο βάθος του δρόμου ή όπως η φωνή του νυχτερινού ντελάλη -τι να διαλαλεί αραγε;-, που ξεχωρίζει, αραβική μελωδία, σαν απρόσμενο σιντριβάνι, στη μονοτονία του δειλινού.

Περνούν μέλλοντα ζευγάρια, περνούν μοδιστρούλες δυο δυο, περνούν νεαρoί στο κατόπι της ηδονής, καπνίζουν στο αιώνιo πεζοδρόμιό τους οι συνταξιούχοι των πάντων, πού και πού βγαίνουν στην πόρτα τους για λίγο οι ακίνητοι αλήτες που λέγονται μαγαζάτορες. Αργοί, γεροδεμένοι και καχεκτικοί, οι νεοσύλλεκτοι υπνοβατούν σε παρέες άλλοτε πολύ θορυβώδεις, άλλοτε παραπάνω κι από θορυβώδεις. Πότε πότε εμφανίζεται και κάποιος φυσιολογικός άνθρωπος. Τούτη την ώρα τα αυτοκίνητα δεν είναι πολλά. Αυτά εδώ είναι μουσικά. Στην καρδιά μου υπάρχει μια αγωνιώδης ειρήνη, και η ηρεμία μου είναι καμωμένη από παραίτηση.

Όλα περνούν και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μου λέει τίποτα, όλα είναι ξένα στο πεπρωμένο μου, ξένα στο ίδιo τους το πεπρωμένο -ανεμελιά, βρισιές απρόβλεπτες, όταν η μοίρα πετάει πέτρες, αντίλαλοι αγνώστων φωνών-, συλλoγική σαλάτα της ζωής.

Αντιμετωπίζω με ηρεμία, χωρίς τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι είναι για την ψυχή ένα χαμόγελο, το ενδεχόμενο να κλείσω για πάντα τη ζωή μου σ’ αυτή τη Ρούα ντος Ντοραδόρες, σ’ αυτό το γραφείο, σ’ αυτή την ατμόσφαιρα τούτων των ανθρώπων. Νά ‘χω κάτι για να τρώω και να πίνω, και κάπου να μένω, και λίγο ελεύθερο χρόνο για να ονειρεύομαι, να γράφω, να κοιμάμαι’ τι άλλο μπορώ να ζητήσω από τους θεούς ή να ελπίσω από τη μοίρα;

Είχα μεγάλες φιλοδοξίες και υπέρμετρα όνειρα – αλλά τα ίδια είχαν και το παιδί για τα θελήματα και η μοδίστρα, γιατί όνειρα έχει όλος ο κόσμος. Αυτό που μας διαφοροποιεί είναι η δύναμη να τα υλοποιούμε ή η τύχη να τα βλέπουμε να υλοποιούνται για μας.

Όσον αφορά τα όνειρα, είμαι όμοιος με το παιδί για τα θελήματα ή τη μοδίστρα. Το μόνο στο οποίο διαφέρω είναι ότι ξέρω να γράφω. Ναι, είναι μια πράξη, μια δική μου πραγματικότητα που με κάνει να διαφέρω από αυτούς. Στην ψυχή είμαι όμοιός τους.

(Απόσπασμα από Το βιβλίο της ανησυχίας (του Μπερνάντο Σοάρες) – Τόμος Α – εκδ. Εξάντας, 2004, δημοσιευμένο στο http://k-m-autobiographies.blogspot.gr. Αποσπάσματα προδημοσιεύθηκαν στο περιοδικό ΠΟΙΗΣΗ – τ.23, 2004. Η μετάφραση είναι της Μαρίας Παπαδήμα)

Ο Φερνάντο Αντόνιο Νογκέιρα Πεσσόα (1888-1935), γεννήθηκε στη Λισαβόνα στις 13 Ιουνίου 1888 και πέθανε στις 30 Νοεμβρίου 1935. Την παραμονή του θανάτου του, σημειώνει από την κλίνη του νοσοκομείου: «I Know not what tomorrow will bring». Αυτό που το μέλλον έφερε αναμφισβήτητα είναι η καταξίωση του ως ενός από τους σημαντικότερους ποιητές του εικοστού αιώνα. Ο Πεσσόα είναι ταυτόχρονα ποιητής και μύθος ποιητικός. Έζησε τη ζωή του στα όρια της ανυπαρξίας, δημοσίευσε ελάχιστο μέρος του τεράστιου έργου του, ενός έργου ανολοκλήρωτου και πολλαπλού, το οποίο κληροδότησε στις μέλλουσες γενιές κλεισμένο στο περίφημο μπαούλο, εξασφαλίζοντας έτσι την υστεροφημία του.

Ελάχιστα γεγονότα συνθέτουν τη βιογραφία του: θάνατος του πατέρα του, μετακίνηση μαζί με τη νέα του οικογένεια στο Ντέρμπαν της Αφρικής, αγγλική παιδεία, επιστροφή στη Λισαβόνα, βιοπορισμός ως αλληλογράφος σε εμπορικούς οίκους, ένας λευκός έρωτας, πολλή μοναξιά.

Η πολυσχιδής ποιητική ζωή του βρίσκεται στους αντίποδες της βιογραφίας του. Ο Πεσσόα, ο οποίος υπογράφει το έργο του με το όνομα του αλλά και με τα 72 καταγεγραμμένα ετερώνυμά του, συνιστά μοναδικό παράδειγμα στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Κύριοι συντελεστές σε πρωτοτυπία αλλά και παραγωγικότητα οι εξής τέσσερις ετερώνυμοί του: ο δάσκαλος όλων Αλμπέρτο Καέιρο, ποιητής του «Φύλακα των κοπαδιών», ο εκκεντρικός ναυπηγός μηχανικός Άλβαρο ντε Κάμπος, ποιητής της «Θαλασσινής ωδής» και του «Καταστήματος φιλικών», ο επικούρειος, στωικός κλασικιστής συνθέτης ωδών Ρικάρντο Ρέις και, τέλος, ο Μπερνάρντο Σοάρες, συγγραφέας του «Βιβλίου της ανησυχίας». Αριστοτεχνικός διευθυντής αυτής της ιδιόμορφης ορχήστρας ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα, ο ποιητής του «Μηνύματος», ο διηγηματογράφος του «Αναρχικού τραπεζίτη», ο ακάματος δοκιμιογράφος επί παντός του επιστητού, ο θεατρικός συγγραφέας ενός ανολοκλήρωτου «Φάουστ», ο οποίος ορίζει την τέχνη του λέγοντας: «Προσποίηση είναι του ποιητή η τέχνη».

ALVARO DE CAMPOS

[…] Πόσες εθνικότητες στον κόσμο! Πόσα επαγγέλματα! Πόσοι άνθρωποι!
Πόσες μοίρες διαφορετικές μπορεί να κρύβει η ζωή,
η ζωή, τελικά, κατά βάθος, πάντα η ίδια!
Πόσες φάτσες παράξενες! Ολες οι φάτσες είναι παράξενες
και δεν υπάρχει τίποτα ιερότερο από το να κοιτάζεις πολύ τους ανθρώπους.
Η αδελφοσύνη τελικά δεν είναι ιδέα επαναστατική.
Είναι κάτι που μας το μαθαίνει η ζωή, όπου πρέπει να ανεχόμαστε τα πάντα,
και τελικά βρίσκουμε ευχάριστο αυτό που πρέπει ν’ ανεχόμαστε,
και καταλήγουμε να κλαίμε σχεδόν από τρυφερότητα γι’ αυτό
που ανεχτήκαμε!

Α, όλα τούτα είναι ωραία, είναι ανθρώπινα και ταιριάζουν τόσο
με τα ανθρώπινα συναισθήματα, τόσο κοινωνικά και καθωσπρέπει,
τόσο πολύπλοκα απλά, τόσο μεταφυσικά θλιβερά!
Η πολυτάραχη, η διαφορετική ζωή μάς διαπαιδαγωγεί τελικά στα ανθρώπινα.
Καημένοι άνθρωποι! Καημένοι όλοι μας! […]

Απόσπασμα από την ποιητική σύνθεση του Φερνάντο Πεσσόα: Θαλασσινή ωδή του Άλβαρο ντε Κάμπος, μτφρ.-επίμ.: Μαρία Παπαδήμα, σχ.: Πάολο Γκέτσι, Εκδόσεις Νεφέλη 2012. Δημοσιευμένο στο http://www.e-poema.eu

Κωνσταντίνος Δ. Καραβίδας: Με ακούτε τι λέω;

«Οι δικές μας μορφές πολιτισμού και οι δικοί μας Παστέρ, οι δικοί μας Κρόμβελ, οι δικοί μας Μαρξ καθώς και οι νέοι μας Κίμωνες και Αισχύλοι και Καραϊσκάκηδες δεν θάλθουν σε μας μέσα από τα μεταφραστικά γραφεία των ξένων βιβλίων και των ξένων νόμων, της ξένης γενικά μορφολογίας (όπως περιμένουν φαίνεται τα Υπουργεία μας και τα Πανεπιστήμια μας) αλλά θα σηκωθούν και θάλθουν προς εμάς αναμεσα από τις εληές μας, από τα αμπέλια μας, από τα βουνά μας και από τ΄ακρογιάλια μας, ωσάν όρθια φωτεινή κι εναθρωπισμένη ενσάρκωσι των γνησίων και βαθειών ζωϊκών δυνάμεων του τόπου», Κ. Δ. Καραβίδας, “Σοσιαλισμός και Κοινοτισμός” (σελ. 26)
13:07, 20 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/101077

Με ακούτε τι λέω ή θέλετε να σας το επαναλάβω; λέω ότι ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός, ως φαινόμενα ιστορικά, θα περάσουν και ότι ο κοινοτισμός, ως δεδομένο ζωικό, θά επιβίωση αυτών«, Κωνσταντίνος. Δ. Καραβίδας: *Σοσιαλισμός και κοινοτισμός (1930) σελ 60.

Πράγματι — ο Οικονομικός Ρεζιοναλισμός1, ο εκ μονίμων γεωοικονομικών λόγων επιχωριάζων εν τω ημετέρω πολυπτυχωμένω ξηροθερμικώ και δυσκόλω τόπω, καθορίζεται—εν συνδυασμώ και με τον μικροαστικόν χαρακτήρα της οικονομίας μας και με την κοινοτικήν οργάνωσιν αυτής, από ουσιώδη και εκδηλότατα δεδομένα.

Έν εξ αυτών είνε το ότι όλα σχεδόν τα χωρικά μας προϊόντα είνε φύσει—και δη χωρίς την απαίτησιν μεγάλων χρηματικών κεφαλαίων—επιδεκτικά μίας πλήρως και εν αυτώ τούτω τω τόπω της παραγωγής των αποσυγκεντρωμένης βιοτεχνικής και βιομηχανικής επεξεργασίας, έτι δε και αυτής της εμπορικής εκμεταλλεύσεως· —πράγμα, το οποίον, εάν συνδυαστή και με την προσφυά εις τας επιδόσεις ταύτας οργάνωσιν της κοινοπραξίας και με τον εξαγνισμόν της πίστεως κάτω από ευθείας και αυστηράς κυρώσεις άρα και τόκους χαμηλούς εν ταις ρεζιοναλιστικαίς τραπέζαις—είνε πρόδηλον, ότι θέλει φέρει εις την ανάλογον εντός του ιδίου τόπου αύξησιν της ζητήσεως εργασίας και του οικονομικού εν γένει χώρου εις κάθε τοπικήν περιοχήν, οπού φυσικά και πληθυσμός πολλαπλάσιος θα δύναται να συγκρατηθή τότε.

Τοιαύτα προϊόντα είνε το μαλλί δια την υφαντικήν, το γάλα δια την τυροκομίαν, η ελαία δια την τυποποίησιν καρπού και λαδιού, η άμπελος δια τον τύπον οίνου και δια το οινόπνευμα, τα φρούτα δια την κονσερβικήν, η μικρές θάλασσες δια την ψαρικήν, το μάρμαρο δια την γλυπτικήν κλπ.

Εκτός δε αυτής της ευχέρειας προς ρεζιοναλιστικήν συγκέντρωσιν, της σχετικής με την επεξεργασίαν των προϊόντων— εις την κατά χωράν σύνθεσιν φέρει και αυτή αύτη η διδομένη εν εκάστω περιοχή τοπική βάσις της παραγωγής των προϊόντων τούτων, όπου και εν τη μικρότερα εδαφική πτυχή εύρηται ένας πολύ πιο πυκνότερος και σχεδόν κατά βήμα διαφορισμός και εδαφών και κλίματος και καλλιεργειών και επιδόσεων, εις τρόπον ώστε, επί χιλίων π.χ. και μόνον στρεμμάτων, το τοπίον μας προσφέρει συγχρόνως και θάλασσαν και βουνόν και τόπον αμπέλου και τόπον εληάς και τόπον ριζιού και δημητριακών και βοσκής και εμπορικόν πέρασμα και—ώστε, με τον παράλληλον οργανικόν επίσης τεμαχισμόν της ιδιοκτησίας, κανείς δεν ημπορεί να ζήση εδώ, εκτός υπό τον όρον της αναπτύξεως των πλέον πολλαπλών επιδόσεων και της από πολλών επίσης πηγών συνδέσεως των πόρων του, συνδέσεως μάλιστα, ήτις αυτή ακριβώς δημιουργεί και αυτόν τούτον τον μικροαστικόν χαρακτήρα της οικονομίας μας και, επί πλέον, ήτις, ανακλώμενη εις την διάπλασιν και εις την αγωγήν των ανθρώπων, εξηγεί ευρύτατα και την ροπήν και την απαίτησιν, αλλά και την ευκολίαν ην και ο μικρότερος εδώ πολίτης διεκδικεί δια την προσωπικήν ολοκλήρωσιν και ελευθερίαν του και δια την κυκλικήν εν γένει αντίληψιν της ζωής.

Είνε εδώ πράγματι όλαι αι ιδιότητες της συνθετικής και ανθρωποπλάστρας χώρας μας και συνάμα όλαι αι αρεταί και όλαι αι κακίαι του λαού μας.

Και οκαθείς, που έχει — ένα παιδί γεωργόν και ένα έμπορον, και που και ο ίδιος εξ ανάγκης είνε συγχρόνως και ολίγον ποιμήν και ολίγον ψαράς και ολίγον μπακάλης και ολίγον χρηματιστής και ολίγον ρήτωρ και πολλαπλούς δε καπετάνιος και πρόεδρος—όχι απλούς ανθρακωρύχος ή μηχανοθερμαστής—ο «άνθρωπος αυτός – θρέμμα του οικονομικού μας ρεζιοναλισμού και συνάμα μία ζωντανή προσωποποίησις μιας τόσον απιθάνου συνδετικής ισορροπήσεως των μάλλον αντιθέτων στοιχείων και ροπών—δεν είνε καθόλου παράδοξον αν αυτός ο άνθρωπος με ίσην βασιμότητα τολμά να μετρηθή εις τον αγώνα πολύ μειζόνων συνθέσεων, έως τα ανώτατα π.χ. αξιώματα της Πολιτείας, πράγμα το οποόον κάποτε πότε βεβαίως δεν αποκλείεται να το διεκδική και με ίσην επίσης επιπολαιότητα ή και θρασύτητα, θύμα γινόμενος του αχαληνώτου συνθετικού όσον και ανένδοτα κριτικού πνεύματος του.

Κ.Δ. Καραβίδας: “Η τοπική αυτοδιοίκησις και ο επιχώριος εν Ελλάδι Οικονομικός Ρεζιοναλισμός” (1936) σελ. 23.

Θεωρώ το ύφος μας και γενικά την ατομική μας επεξεργασία, ειδικώς εδώ για την Ελλάδα, ως τό σπουδαιότερο , πάρα πάνω από το οικονομικό, στοιχείο του πολιτισμού μας και το λέω αυτό ειδικώς για την Ελλάδα, γιατί αυτή, χώρα φτωχή και ξηρή, δεν έχει κανέναν άλλο χαρακτηριστικό της άψυχο φυσικό πλούτο, δεν έχει καμμίαν αθρόαν πρώτην ύλη τέτοια που θα μπορούσε να προκαλέσει αυτοτελή ανεξάρτητη από τον καθένα μας ανάπτυξι της τεχνικής μας και ν’ αντανακλάση απάνω μας ένα στρωτό είδος ζωής και ένα ρυθμό σταθερό, δεν έχει, επαναλαμβάνω, κανένα άλλο ως βασικό πρώτο υλικό παρά το ανθρώπινο υλικό της μόνο, παρά πέτρες κι’ ανθρώπους μόνο. Και αφού αυτό έχει, αυτό πρέπει και περισσότερο να επεξεργασθεί και μ’ αυτό να ζήση.

Ξέρετε πολύ καλά, ότι ο Δευκαλίων, όταν αποφάσισε να θεμελίωση εδώ έναν πολιτισμό και χρειάστηκε ανθρώπους, τους έφτιαξε όχι από άλλο άσχετο με την χώρα υλικό αλλά από απλές πέτρες, όπως στην Αγγλία θα τούς έφτιαχνε από άνθρακα και στη νότια Ρωσσία από μαυρόχωμα κι’ από σιτάρι. Και γι’ αυτό λέω πως όπως στις χώρες εκείνες δεν απόχτησαν ανθρώπους αληθινούς και κοινωνικό ρυθμό παρά αφού στηρίχτηκαν στην κυρία οικονομική βάσι τους, στην ειδική πρώτη ύλη τους, στον άνθρακα τους και στο σιτάρι τους, έτσι κι’ εδώ, από μία αντίστροφη οικονομία της φύσεως, δεν θ’ αποχτήσωμε οικονομικό ρυθμό ουδέ καν τα στοιχειώδη μέσα της ζωής παρά μόνο αν στηριχτούμε στην κατάλληλη κοινωνική οργάνωσι, την οποίαν μας επιβάλλει η αναγκαία επιδίωξις όσον το δυνατόν ασφαλεστέρας αποδόσεως από την κυριώτερη πρώτη ύλη της χώρας μας, από τον άνθρωπο.

Είνε άλλως τε φανερό μέσα στην ιστορία ότι η Ελλάδα δεν μπόρεσε ποτέ ούτε και θα μπορέσει ν’ απόκτηση πολιτισμό παρά μόνο με την υπέρτατη συνθετική καλλιέργεια των Ελλήνων, και ενός εκάστου και των μειζόνων ομάδων αυτών, καθώς και με την δυναμική τους συσπείρωσι γύρω στα πρώτα και βασικά κοινωνικά και οικονομικά κύτταρα, μέσα στα οποία εφτιάχτηκαν οι πρώτοι πολίται της Ελλάδος, εκινη-τοποιήθηκε δε κατά το δυνατόν και ο περιωρισμένος και μάλλον ποιοτικός υλικός πλούτος της χώρας μας.

Αυτά όμως τα κύτταρα, όπως άλλως και οι πρώτες ύλες και ο άνθρωπος και όλα τα δώρα της φύσεως και τα κοινωνικά δεδομένα, δεν είνε παντού ταίδια, κύριε Γιαννιέ. Και ιδού γιατί.

Η γεωγραφική θέσις εκάστης χώρας καθώς και οι κατηγορίες των πρώτων υλών, με τας οποίας είνε φυσικά προικισμένη, προκαθορίζουν, μέσα πάντοτε στο πλαίσιο της κρατούσης εκάστοτε τεχνικής, με κάθε δυνατήν ασφάλειαν όλας τας δυνατότητας οικονομικής επιδόσεως της χώρας αυτής προς την Α ή Β κατεύθυνσιν (κτηνοτροφικήν, γεωργικήν, εμπορικήν, βιομηχανικήν…)` μέσα πάλιν σε κάθε μία δυνατότητα επιδόσεως οι ίδιοι όροι προκαθορίζουν το είδος της παραγωγικής εργασίας με την οποίαν οι άνθρωποι είνε υποχρεωμένοι να ζήσουν’ η κάθε μία τέλος παραγωγική εργασία δεν μπορεί νάχη την πρέπουσαν οικονομικήν απόδοσιν γινομένη με οποιονδήποτε σχηματισμό, με οποιαδήποτε μορφή οικονομικής οργανώσεως της παραγωγής.

Το αντίθετο συμβαίνει, ότι η κάθε εργασία  ανάλογα με την εκάστοτε τεχνική επιβάλλει μία ειδική μορφή οργανώσεως, ένα δικό της παραγωγικό κύτταρο` αυτά άλλως δεν μπορεί να είνε αποκαλύψεις για τον ιστορικό υλισμό, ο οποίος επί πλέον ισχυρίζεται ότι μερικοί από τους ανωτέρω ορούς προκαθορίζουν ακόμα και την κοινωνική και την πολιτική οργάνωσι και όλον με μια λέξι τον πολιτισμόν κάθε εποχής.  Οπωσδήποτε μεγάλη σοφία δεν χρειάζεται για να καταλάβη κανείς ότι για να καλλιεργήσουμε δέκα στρέμματα αμπέλι οργανώναμε όχι μία ανώνυμη εταιρία άλλα μία ισχυρή γεωργική οικογένεια` και ότι για ν’ ασφαλτοστρώσωμε ένα δρόμο στέλνομε πάλι ένα τεχνικό συνεργείο με τα απαραίτητα εργαλεία και όχι μία γεωργική οικογένεια με δρεπάνια και με ζευγάρι βώδια.

Στην κεφαλαιοκρατική δυτική Ευρώπη και εν γένει στας χώρας της καπιταλιστικής ατλαντικής οικονομίας εντεύθεν και εκείθεν του Ωκεανού τα βασικά, τα ενεργητικά αυτά κύτταρα είνε μερικές κεφαλαιοκρατικές μορφές οργανώσεως απόλυτα καθωρισμένες’ είνε τα μηχανικά συγκροτήματα και τα εργοστάσια, είνε το απρόσωπα οργανωμένο κεφάλαιο, είνε η ανώνυμη εταιρία, είνε τα καπιταλιστικά Τραστ, είνε τέλος το γύρω στα εργοστάσια συγκεντρωμένο και οργανωμένο βιομηχανικό προλεταριάτο, που είναι ένα ανθρώπινο υλικό, ένα όργανο, ένα ενεργητικό και παθητικό συγχρόνως όργανο της κεφαλαιοκρατίας, απαραίτητο στην κίνησι όλης αυτής της μηχανής.

Όλα δε αυτά εξ άλλου για να σταθούν προϋποθέτουν ότι υπάρχουν, ως εν αποσυνδέσει, κύτταρα παθητικά, ολόκληροι λαοί γεωργικοί, που παράγουν πρώτες ύλες με υπερεργασίαν και που υπόκεινται εις την ενεργητικήν ατλαντικήν οικονομίαν ως αγοραί καταναλώσεως των εξαγωγών αυτής, εις βάρος πάντοτε της βιοτεχνίας των και της πιθανής βιομηχανίας των εις βάρος του διαφορισμένου γεωγραφικώς πολιτισμού αυτών και, για να κυριολεκτήσω, πρέπει να πω ότι οι λαοί αυτοί υποκύπτουν στην ατλαντική κεφαλαιοκρατική οικονομία κατόπιν πραγματικού διαμελισμού του πολιτισμού των.

Άλλως τε σεις είστε δάσκαλός μου σ’ αυτά, όταν λέτε, με όλο το δίκιο σας, ότι το κοινωνικό processus του βιομηχανικού καπιταλισμού είνε το ότι προχωρεί δια της αποσυνθέσεως των παλαιοτέρων, γεωργικών μικροαστικών και εμπορικών μορφών οργανώσεως και δια της προλεταριοποιήσεως και υποδουλώσεως των μαζών του λάου εις την μηχανήν και εις το κεφάλαιον. Ο ίδιος άλλως τε ο Μαρξ είνε που παρετήρησε ότι η ανάπτυξις της βρεττανικής υφαντουργικής βιομηχανίας, διψασμένης για ευθηνές τόσο εργατικές χείρες όσο και πρώτες ύλες, συνεβάδισε με τον διαμελισμό των οργανικών χωρικών κοινωνιών και, της παλαιάς γεωργικής οικονομίας των αγγλικών νήσων μέχρι τοιούτου σημείου ώστε μετέβαλε, όλη τη χώρα σε βοσκότοπο.

Οπωσδήποτε είνε φανερό ότι ο πολιτισμός των υποκειμένων χωρών δεν είνε δυνατόν να πάρη μορφήν θετική, άνοι χώρες αυτές δεν βγουν από την υποτέλειαν της ατλαντική κεφαλαιοκρατικής οικονομίας και από την θέσιν των ως κυττάρων παθητικών` είνε πράγμα που θα το επιτύχουν είτε αναπτύσσοντας τις πιθανές βιομηχανικές των δυνατότητες και μία ολόκληρη φυσικά τεχνική επανάστασι είτε και ανασυνθέτοντας την γεωργική τους οικονομία σε μορφές όμως οργανώσεως τέτοιες, οι οποίες ως προς μεν τα αδύνατα οικονομικώς προϊόντα ν’ αποβλέπουν με, -υπερεργασία εις τας προς αυτεπάρκειαν απλώς καλλιέργειας (όχι για το εμπόριο άλλα για να ζουν άμεσα οι ίδιοι) ως προς δε τα τυχόν ισχυρά οικονομικώς ώστε να μπορούν να βγουν στη διεθνή αγορά με ελπίδα θετικού κέρδους (καπνά λ. χ. ή σταφίδα εν Ελλάδι…) να τα καλλιεργούν με απόλυτη συγκεντρωτική ειδίκευσι` και αυτά μεν είχα να πω για τας μορφάς οργανώσεως της κυριάρχου ατλαντικής κεφαλαιοκρατικής οικονομίας ως και για την θέσιν των υποκειμένων σ’ αυτήν χωρών.

Προκριμένου εξ άλλου για μεσάζουσες χώρες, σαν την δική μας, δεν πιστεύω να επιμένετε ότι πρέπει επ’ άπειρον να πιθηκίζωμε, ν’ αφήνουμε την πρωτοβουλία μας και τον νου μας να σκουριάζη και παθητικά να υποκύπτωμε στον δυτικό καπιταλισμό εν θέσει υπτία. Φυσικά ως προς την ψυχολογιών και ως προς τον σκοπό δεν μπορεί να διαφωνούμε.

Άλλα η διαφορά μας είνε η εξής : ότι εσείς μεν ακολουθώντας στενώς οικονομικά επιχειρήματα και μονομερή ανθρωπιστικά ιδεώδη, με συμβουλεύετε ν’ αντιδράσωμε μιμούμενοι εξ ίσου παθητικά της μορφές οργανώσεως με τις όποιες το δυτικό προλεταριάτο αμύνεται εκεί, προσπαθώντας να αποσυνθέση την δύναμι της κεφαλαιοκρατίας και να την αφοπλίσει χωρίς ίσως να εννοή επαρκώς, ότι τρώγει από τας σάρκας του και ότιη εξασθένησις της δυτικής κεφαλαιοκρατίας της οποίας αποτελεί μέρος θά’ νε και δική του εξασθένησις και ότι η πιθανή πτώσις της θά’νε νίκη όχι δική του αλλά νίκη των λαών των άλλων  ηπείρων’ των υποκειμένων στην βιομηχανική εν συνόλω (κεφάλαιο μαζή και προλεταριάτο) Ευρώπη’ και τα λέτε αυτά διότι εσείς βλέπετε μέρη, τμήματα και όχι σύνολα, βλέπετε το άτομο μονομερώς και σε μία δεδομένη στιγμή του μόνο, δεν το βλέπετε ως σύνολο και στη διάρκεια, σκέπτεστε λογικά και δικονομικά και όχι οντολογικά και βιολογικά` εγώ βλέπω συνθέτες οντότητες, όχι τάξεις’ εσείς βλέπετε αντίπαλες δυνάμεις και κοινωνικές τάξεις και λέτε ότι ο εκάστοτε πολιτισμός είνε προϊόν της πάλης των τάξεων ενώ εγώ βλέπω και αυτές τις τάξεις αλλά και τους άλλους τοπικούς βιολογικούς και ιστορικούς κύκλους, μέσα στους οποίους αυτές οι τάξεις ανήκουν οργανικά και με τους οποίους θα συνεκλείψουν’ και γι’ αυτό λέω ότι ο εκάστοτε μέσα σε καθένα απ’ αυτούς τους κύκλους πολιτισμός στη θετική του μορφή είνε προϊόν όχι πάλης αλλά συνθέσεως που επιβάλλεται κάθε φορά με πρωτοβουλία και μ’ ευθύνη εκείνου που στέκεται εκάστοτε νικητής στον αγώνα των τάξεων.

Κ.Δ. Καραβίδας: “ Σοσιαλισμός και Κοινοτισμός” (1930) σελ 6-10.


(Aποσπάσματα από την φωτογραφική ανατύπωση των κειμένων του K.Δ. Καραβίδα που έγινε από τις εκδόσεις Παπαζήση υπό τον τίτλο: “Το πρόβλημα της αυτονομίας”(1981) το οποίο και είναι εξαντλημένο. Ισοκράτης, δημοσιευμένο στο: http://www.antifono.gr)

*Το δοκίμιο “Σοσιαλισμός και Κοινοτισμός” (περί των γεωοικονομικών και κοινωνικών βάσεων του πολιτισμού των ελληνικών χωρών). του Κ. Δ. Καραβίδα,  εκδ. Ο Κοραής, 1930, ( που εκδόθηκε ως συμβολή εις τον εορτασμό των εκατό χρόνων ελευθερίας), μπορείτε να το διαβάσετε στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη “Ανέμη”: εδώ

«Οι δικές μας μορφές πολιτισμού και οι δικοί μας Παστέρ, οι δικοί μας Κρόμβελ, οι δικοί μας Μαρξ καθώς και οι νέοι μας Κίμωνες και Αισχύλοι και Καραϊσκάκηδες δεν θάλθουν σε μας μέσα από τα μεταφραστικά γραφεία των ξένων βιβλίων και των ξένων νόμων, της ξένης γενικά μορφολογίας (όπως περιμένουν φαίνεται τα Υπουργεία μας και τα Πανεπιστήμια μας) αλλά θα σηκωθούν και θάλθουν προς εμάς αναμεσα από τις εληές μας, από τα αμπέλια μας, από τα βουνά μας και από τ΄ακρογιάλια μας, ωσάν όρθια φωτεινή κι εναθρωπισμένη ενσάρκωσι των γνησίων και βαθειών ζωϊκών δυνάμεων του τόπου», Κ. Δ. Καραβίδας, “Σοσιαλισμός και Κοινοτισμός” (σελ. 26)

 

Χριστιανοί και κρετίνοι. Του Piergiorgio Odifreddi

21:07, 18 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/100910

[…] Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο ίδιος όρος, κρετίνο προέρχεται από το «χριστιανός» (μέσω του γαλλικού crétin, από το chrétien), με ήδη πιστοποιημένη χρήση από την Εγκυκλοπαίδεια το 1754: σύμφωνα με τον Πιανιτζιάνι, «επειδή τέτοιου είδους άτομα θεωρούνταν απλοϊκοί και αγαθοί άνθρωποι, με άλλα λόγια επειδή, κουτοί και ανόητοι καθώς είναι, μοιάζουν σχεδόν απορροφημένοι από το θαυμασμό τους για τα ουράνια πράγματα».

Η σύνδεση ανάμεσα στο Χριστιανισμό και στον κρετινισμό, φαινομενικά αναιδής, στην πραγματικότητα ενισχύεται από την αυθεντική ερμηνεία του ίδιου του Χριστού, που στην επί του Όρους Ομιλία άρχισε τον κατάλογο των μακαρισμών ως εξής: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών» χρησιμοποιώντας μια διατύπωση που τυπικά απαντά και στα εβραϊκά (anawim ruach).

Κατά βάθος, η κριτική στο Χριστιανισμό θα μπορούσε λοιπόν να συνοψιστεί στο εξής: αφού κυριολεκτικά είναι μια θρησκεία για κρετίνους, δεν είναι κατάλληλη για εκείνους που, ίσως για κακή τους τύχη, έχουν καταδικαστεί να μην είναι κρετίνοι.

Μια τέτοια κριτική, παρεμπιπτόντως, θα εξηγούσε εν μέρει και την τύχη του Χριστιανισμού: γιατί, όπως αναφέρει η στατιστική, ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός έχει ευφυϊα κατώτερη από τον μέσο όρο, και άρα λοιπόν είναι κατάλληλα προδιατεθειμένος πνευματικά γι’ αυτόν και για άλλους μακαρισμούς.

Μολονότι είναι απολύτως ικανοποιητική ως προς τα συμπεράσματά της, η ετυμολογική κριτική θα μπορούσε να αντικρουστεί εύκολα από όσους θα έβρισκαν την επιχειρηματολογία της υπερβολικά αβαθή: κατά βάθος, ως Ευρωπαίοι (στα ελληνικά ευρύς+ωψ, ωπός, «ανοιχτομάτης, με μεγάλα μάτια»), μπορεί να μην είμαστε κυριολεκτικά «ανοιχτομάτηδες», αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι έχουμε όλοι κρετίνικη έκφραση, και άρα, λοιπόν, ως Ευρωπαίοι δεν μπορούμε να μην λεγόμαστε Χριστιανοί (αν και κάποιοι το έκαναν με όχι σαφέστερα επιχειρήματα).

Εάν θέλουμε να φτάσουμε με πειστικό τρόπο στα ίδια συμπεράσματα, δηλαδή ότι ο Χριστιανισμός είναι ανάξιος για τον ορθολογισμό και την ευφυϊα του ανθρώπου, θα πρέπει τότε να φορτωθούμε στους ώμους μας τη Βίβλο και να ανηφορίσουμε την οδό του μαρτυρίου προς τον Γολγοθά μιας ερμηνείας της: όχι μόνο των Ευαγγελίων (από την ελληνική λέξη ευαγγέλιον, «καλή είδηση» ή «καλή αγγελία»), αλλά όλων των γραφών από τις οποίες εμπνεύστηκαν οι συγγραφείς τους και που με τη σειρά τους ενέπνευσαν στη συνέχεια, από τη Γένεση μέχρι την Κατήχηση.

Συνεπώς, εάν θα θέλαμε να αποδείξουμε ότι ο Χριστιανισμός δεν αποτέλεσε το εφαλτήριο ή τις ρίζες της ευρωπαϊκής δημοκρατικής και επιστημονικής σκέψης, αλλά την τροχοπέδη ή τα ζιζάνια που κατέπνιγαν μονίμως την ανάπτυξή της, θα έπρεπε να κλείσουμε τη μύτη μας και να διατρέξουμε πάλι τη δύσοσμη ιστορία του αίματος των θυμάτων των Σταυροφοριών και των καπνών από τα πυρά της Ιεράς Εξέτασης.

Προκειμένου μάλιστα να αποφύγουμε την υπερβολικά εύκολη αγνόηση αυτής της ιστορίας με την αιτιολογία «δεν αφορά την εποχή μας», θα πρέπει να θυμίσουμε ότι και η δική μας εποχή έχει τις σταυροφορίες της και τις ιερές της εξετάσεις: η κατάκτηση των πετρελαιοπηγών των Μουσουλμάνων ή η διενέργεια δημοψηφίσματος ενάντια στις βιοτεχνολογίες δεν διαφέρουν και πολύ από την απελευθέρωση του Παναγίου Τάφου από τους άπιστους ή από τη δίωξη του ηλιοκεντρισμού.

Κυρίως όταν ο Θεός που «το θέλει» ή «είναι μαζί μας» είναι ο ίδιος που το όνομά του, εκτός από την επίκλησή του μέσα στις εκκλησίες, χαράσσεται πάνω στις ναζιστικές πόρπες και τυπώνεται πάνω στα αμερικανικά δολάρια.

Το ζήτημα δεν είναι, φυσικά, να τα βάλουμε όλα σε ένα καζάνι, μολονότι η Καθολική Εκκλησία τα κατάφερε τον 20ό αιώνα να βγάζει από κάθε καζάνι ένα κονκορδάτο, θα κάνουμε διάκριση μεταξύ των ποικίλων προσδιορισμών του Χριστιανισμού, αλλά θα εστιάσουμε, φυσικά, στον Καθολικισμό, όχι ασφαλώς για τις φανταστικές αξιώσεις του ότι αποτελεί την αυθεντική εκδοχή της χριστιανικής θρησκευτικότητας, αλλά για τις πραγματικές του ικανότητες να κατευθύνει την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή των χωρών της Νότιας Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής (που, όχι τυχαία, είναι οι πιο καθυστερημένες των ηπείρων τους).

Κατά βάθος, επειδή ακριβώς ο Χριστιανισμός γενικά, και ο Καθολικισμός ειδικότερα, δεν είναι (μόνο) πνευματικά φαινόμενα και έχουν βαρύνουσα παρέμβαση στην εξέλιξη της πολιτικής ζωής ολόκληρων εθνών, οι μη πιστοί μπορούν πάντα να διεκδικούν το δικαίωμα, και μερικές φορές οφείλουν να επιφορτίζονται με το καθήκον, να αναχαιτίζουν την επιρροή τους: κυρίως όταν, όπως σήμερα, ο αντικληρικισμός συνιστά περισσότερο υπεράσπιση της κοσμικότητας του κράτους παρά επίθεση στη θρησκεία της εκκλησίας.

Σε κανονικές συνθήκες, μια τέτοια υπεράσπιση θα αποτελούσε καθήκον των θεσμών και των αντιπροσώπων του λαού. Δυστυχώς όμως, τούτοι οι καιροί είναι ανισόρροποι, αφού πρόεδροι, υπουργοί και κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι συναγωνίζονται ποιος θα γονατίσει πρώτος μπροστά σε πάπες, καρδινάλιους κι επισκόπους και δέχονται οποιαδήποτε βοήθεια από τους αποστάτες όχι μονο του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού, αλλά και του ίδιου του Ρισορτζιμέντο, της ενότητας και της ανεξαρτησίας της Ιταλίας, οι θεμελιωτές της οποίας είχαν δεόντως διαχωρίσει τα ζητήματα του κράτους από εκείνα της εκκλησίας.

[…] Ο κλήρος λοιπόν πέφτει στους απλούς πολίτες να αναλάβουν την υπεράσπιση του λαϊκού κράτους, για να διορθώσουν τις ανεπάρκειες των αντιπροσώπων τους. Και, στο υπό συζήτηση θέμα, ο κλήρος πέφτει σε ένα μαθηματικό να αναλάβει το βάρος να φανερώσει αυτή τη φορά τις ανεπάρκειες των φιλοσόφων.

Κυρίως εκείνων που στα λόγια υπερασπίζονται το κοσμικό κράτος, αλλά στην πράξη καταλήγουν να είναι πιο παπιστές από τον πάπα: μια ολυμπιακού μεγέθους επιχείρηση, με δεδομένο ότι οι πάπες είναι σκληρά καρύδια. Και φυσικά ένας μαθηματικός δεν θα μπορούσε να μην αποδώσει φόρο τιμής, τουλάχιστον στον τίτλο, στον πιο διαπρεπή από τους προγενέστερους: στον Μπέρτραντ Ράσελ του Γιατί δεν είμαι χριστιανός (1975), που ήταν ο αντίλογος στο Γιατί δεν μπορούμε να μη λεγόμαστε χριστιανοί του Μπενεντέτο Κρότσε (1943). Δηλαδή, κάθε εποχή δεν διαθέτει μόνο τους συνεργάτες φιλοσόφους της, αλλά και τους αντιστασιακούς μαθηματικούς της.

Αντίθετα, η εναρμόνιση με το απόφθεγμα του Σέρεν Κίρκεγκορ, δεν μπορούμε να είμαστε χριστιανοί, είναι απλή και καθαρή ταυτοφωνία: πράγματι, δεν δείχνει απλώς την υποτιθέμενη ανεπάρκεια του πιστού που θα τον εμπόδιζε να πετύχει μια αυθεντική προσωπική σχέση με τον Χριστό, αλλά τον αποδεδειγμένο παραλογισμό της ίδιας της χριστιανικής πίστης που αξιώνει να σερβίρει ακόμα στον σύγχρονο άνθρωπο της Δύσης μπαγιάτικους μύθους της Μέσης Ανατολής και παιδιάστικες μεσαιωνικές δεισιδαιμονίες.

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να ανακαλύψουμε μαζί αυτούς τους μύθους και τις δεισιδαιμονίες, για να δείξουμε με παρρησία ότι δεν βαίνουν όλα προς το καλύτερο στην (αυτοαποκαλούμενη) καλύτερη από όλες πίστεις.

Αν έπειτα οι αφελείς υπεραισιόδοξοι «πιστεύοντες» και «θεούσοι» θα διατηρήσουν με αισιοδοξία το Πιστεύω τους και τον Θεό τους, θα είμαστε όλοι ευτυχείς: κατά βάθος, και βάσει αρχών επίσης, ο αθεϊσμός δεν είναι πίστη και δεν ασκεί αντι-προσηλυτισμό.

Διεκδικεί μόνο, χριστιανικά, να μπορεί να αποδώσει τα της Λογικής στη Λογική. Και δεν λησμονεί, μέσα στο πνεύμα του Βολταίρου, ότι χρειάζεται να καλλιεργεί κανείς και τον δικό του κήπο και όχι μόνο εκείνον της Εδέμ.

Νέα Υόρκη και Σαν Μάουρο, 11 Φεβρουαρίου – 20 Σεπτεμβρίου 2006.

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Piergiorgio Odifreddi, Γιατί δεν μπορούμε να είμαστε χριστιανοί και πόσο μάλλον καθολικοί, μετάφραση: Βέρα Δαμόφλη, εκδ. Ίταμος, 2008.

«Ο πρώτος σταθμός της δικής μας via crucis, της δικής μας οδού του μαρτυρίου, είναι η αρχή όλων των αρχών: η εβραϊκή μυθολογία της δημιουργίας του κόσμου και του ανθρώπου, εξιστορημένη σε δύο διαφορετικές και αντιφατικές εκδοχές στα κεφάλαια Α΄-ΙΑ΄ της Γένεσης»:

Έτσι ξεκινάει αυτό το εξαίσιο ταξίδι του αυθάδη μαθηματικού Πιερτζιόρτζιο Οντιφρέντι στις Γραφές αλλά και στην ιστορία της Εκκλησίας, μέχρι τις ημέρες μας. Ως άνθρωπος της επιστήμης, θεωρεί τη διαβεβαίωση ότι ο Θεός της Βίβλου είναι ο μοναδικός αληθινός Θεός βλασφημία προς Εκείνον που οι άνθρωποι καλής πίστης, από τον Πυθαγόρα και τον Πλάτωνα ως τον Σπινόζα και τον Αϊνστάιν, ανέκαθεν ταύτιζαν με την Ευφυΐα-τη Νοημοσύνη του Σύμπαντος και την Αρμονία του Κόσμου.

Ως πολίτης δηλώνει ότι ο χριστιανισμός δεν αποτέλεσε το εφαλτήριο της ευρωπαϊκής δημοκρατικής και επιστημονικής σκέψης, αλλά την τροχοπέδη που κατέπνιξε σοβαρά την πολιτική και ηθική ανάπτυξη και υποστηρίζει ότι σήμερα ο αντικληρικισμός αποτελεί περισσότερο μία άμυνα του κοσμικού κράτους παρά μία επίθεση στη θρησκεία της Εκκλησίας.

Ως συγγραφέας, εν τέλει, διαβάζει την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη καθώς και τις διαδοχικές δογματικές επεξεργασίες-ερμηνείες της Εκκλησίας για να αποκαλύψει σε αυτές, με τεκμηριωμένη όσο και συναρπαστική κριτική, όχι μόνο τις λογικές ανακολουθίες αλλά και τα ιστορικά αβάσιμα, αποδίδοντας τα του Λόγου στο Λόγο και αφήνοντας την Αλήθεια να ξεπροβάλει από τα κείμενα: δηλαδή, λέει ο Οντιφρέντι, ότι «ο Μωυσής, ο Ιησούς και ο πάπας είναι γυμνοί».


Ο Πιερτζόρτζιο Οντιφρέντι (1950) σπούδασε μαθηματικά στην Ιταλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Σοβιετική Ένωση. Διδάσκει Λογική στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο και στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ. Συνεργάτης της εφημερίδας Repubblica και των περιοδικών L’ Espresso, Le Scienze και Psychologies.

Το 1998 του απονεμήθηκε το Βραβείο Γαλιλαίος της ιταλικής Μαθηματικής Εταιρείας, το 2002 το βραβείο Premio Peano della Mathesis και το 2006 το Premio Italgas για την εκλαΐκευση. Έχει δημοσιεύσει τα βιβλία Τα ψέματα του Οδυσσέα (2004), Ο αυθάδης μαθηματικός (2005) και Συναντήσεις με εξαίρετα μυαλά (2006).

«Εάν η Βίβλος ήταν ένα έργο εμπνευσμένο από ένα Θεό, δεν θα έπρεπε να είναι ορθό, σαφές, αληθινό, ευφυές, σωστό και όμορφο;
Και γιατί άραγε ξεχειλίζει από επιστημονικά παράλογα, λογικές αντιφάσεις, ιστορικές πλάνες, ανθρώπινες ανοησίες, ηθικές διαστροφές και λογοτεχνικές ασχήμιες;»

Αλίμονο αν πάψουμε να ονειρευόμαστε _ Της Ελένης Ρουφάνη

08:07, 15 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/100597

…είναι η δική μου κραυγή ότι μπορεί ο κόσμος να γίνεται απαίσιος, αλλά αλίμονο αν πάψουμε να τον ονειρευόμαστε _όλοι μας και προπάντων οι νέοι άνθρωποι. » η συγγραφέας Ελένη Ρουφάνη, αφηγείται στην Κρυσταλία Πατούλη, τη δημιουργική εμπειρία της συγγραφής –από την έμπνευση μέχρι το τυπογραφείο– του νέου της βιβλίου με τον επίκαιρο τίτλο «Κάτω τα χέρια από τα όνειρά μου«, των εκδόσεων Κέδρος.


«Η προγραμματισμένη από μήνες παρουσίαση προηγούμενου βιβλίου μου, το Δεκέμβρη του 2008, συνέπεσε με την κηδεία του μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Δεν κατάφερα να αναβάλω τη μικρή μου γιορτή, ψέλλισα δυο λόγια απολογητικά και συνέχισα να υπερασπίζομαι τις λέξεις.

Τα παιδιά μου ήσαν τότε έντεκα και δώδεκα χρονών και παρακολουθούσαν τα γεγονότα που συγκλόνιζαν την Αθήνα με θυμό, αδυνατώντας να τα κατανοήσουν. Τουλάχιστον θα πάψουν ν’ ανήκουν στη γενιά του καναπέ, σκέφτηκα, έχοντας ήδη νιώσει την ιδιότυπη εκείνη ανάγκη παρηγορίας που οδηγεί στη γέννηση ενός επόμενου βιβλίου.

Αντίκριζα με τρόμο την προοπτική μιας κοινωνίας που -εκτός των άλλων δεινών και εξαιτίας τους- εκτοπίζει το όνειρο. Το ένιωθα άδικο και επικίνδυνο για όλους, πόσο μάλλον για τους έφηβους. Πήρα λοιπόν θέση να το υπερασπιστώ, πλάθοντας τους χαρακτήρες που περιφέρονται στις σελίδες του «Κάτω τα χέρια από τα όνειρά μου». Εκεί, η Αλίκη αγωνίζεται για το δικαίωμα να ζωγραφίζει τους ασπρόμαυρους εφιάλτες της και ο Φοίβος ν’ αντιμετωπίζει τον έρωτα αλλά και τη βία. Ο καθένας τους διεκδικεί με πείσμα το δικό του μερίδιο στην ευτυχία κι ας μη μοιάζει πια τίποτα γύρω τους εξασφαλισμένο.

Το Φάσμα ζωντανεύει μέσα από τα σκίτσα της Αλίκης, για να τη βοηθήσει στον πόλεμο με την ταραγμένη κοινωνική πραγματικότητα, αλλά και με τις ορμόνες της, με το άλλο φύλλο  και με τα εξοργιστικά αποσιωπητικά στις απαντήσεις των ενηλίκων. Δεν είναι παρά ένα παιχνίδι του μυαλού της, ένα πλάσμα της φαντασίας που του δίνει σχήμα και φωνή, εξουσιοδοτώντας το άλλοτε να κάνει πράγματα που εκείνη δε θα τολμούσε κι άλλοτε να βάλει φρένο στην επιθετικότητά της. Είναι μια επινόηση που εξασφαλίζει τη συμμετοχή του αναγνώστη στις συνωμοσίες της, μια και δεν υπάρχει για κανέναν από τους υπόλοιπους ήρωες της ιστορίας. Πρόκειται για ένα φάντασμα που μου επέτρεψε να ενσωματώσω υπερβάσεις και φαντασιώσεις σε μια απολύτως καθημερινή ιστορία.

Στο μεταξύ, τα μελανά χρώματα της κρίσης, η βία και η πείνα είχαν ήδη γίνει κομμάτι μιας απίστευτης καθημερινότητας. Όταν ξεκίνησα τα εικαστικά για την εικονογράφηση, πάλευε μέσα μου η οργή με το φόβο κι έπρεπε κάθε τόσο να φωνάζω πως όχι, θα νικήσει η ελπίδα. Έβαλα μια μέρα τα καλά μου και βγήκα βόλτα στην πόλη. Στους κεντρικούς δρόμους συνάντησα το πρόσωπο του κοινωνικού εφιάλτη. Άνθρωποι που ψάχνουν φαγητό στα σκουπίδια και κοιμούνται σε χαρτόκουτα, κάποιοι λιπόθυμοι στα πεζοδρόμια κι οι πιο τυχεροί να τους προσπερνάμε τρομοκρατημένοι. Σειρήνες περιπολικών, οπλισμένοι με ασπίδες και κράνη στις γωνίες κι η μυρωδιά του θυμού ν’ απλώνεται μέχρι το λόφο της Ακρόπολης.

Σκοτείνιασε. Γύρισα στο σπίτι, άναψα το φως και άνοιξα το συρτάρι με τα χρώματα. Να ξορκίσω το κακό, να κάνω χώρο στην ψυχή μου για το όνειρο και την ελπίδα. Να δείξω την ζωγραφιά στον διπλανό μου και μαζί ν’ αλλάξουμε τον κόσμο.

Με τέτοιες σκέψεις, που συχνά φάνταζαν γελοίες και με ληγμένες ενέσεις απ’ το προσωπικό μου οπλοστάσιο, κατάφερα να ολοκληρώσω το «Κάτω τα χέρια από τα όνειρά μου». Προτού καν φτάσει στο τυπογραφείο, η Αλίκη και ο Φοίβος είχαν ορθώσει το ανάστημά τους και απαιτούσαν να παρηγορήσουν τα χειρότερα που προέκυπταν γύρω μου καθημερινά.

Το επόμενο, άτιτλο προς το παρόν βιβλίο που ακόμα δουλεύω, τους συναντάει λίγο πριν από τις πανελλήνιες εξετάσεις, όταν η χώρα συγκλονίζεται από την άνοδο του φασισμού, με την ανεργία να ξεπερνάει το είκοσι τέσσερα τοις εκατό, με το εξήντα οκτώ τοις εκατό του πληθυσμού να ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και με καθημερινές αυτοκτονίες απελπισμένων πολιτών.

Στο μεταξύ, το «Κάτω τα χέρια από τα όνειρά μου», αργούσε να βρει το δρόμο για τα βιβλιοπωλεία. Είχε κολλήσει στο τυπογραφείο, την πόρτα του οποίου ζήτησα να περάσω την πιο κρίσιμη στιγμή. Ήξερα πως οι δεκαπέντε ultra marine μονοχρωμίες μου θα τυπώνονταν ασπρόμαυρες, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει πως στο σαμουά χαρτί θα εξαφανίζονταν τα λευκά.

Το σαμουά ευνοεί το κείμενο, ενώ το άσπρο ευνοεί τις ζωγραφιές. Σκάλωσα. Ακόμα κι αν ήταν δική μου η επιλογή, δε θα ήξερα ποιο απ’ τα παιδιά μου ν’ αδικήσω. Ίσως δεν έπρεπε να παραβρεθώ σ’ αυτή τη διαδικασία. Το ζήτησα από φόβο μην μπουκώσουνε τα μαύρα κι εξαφανιστούνε τα γκρίζα, αλλά αυτή είναι μόνο η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή έχει να κάνει με την αθεράπευτη περιέργειά μου.

Ήταν η δεύτερη φορά που βρισκόμουν σε τυπογραφείο και πήγα εξοπλισμένη με τη φωτογραφική μου μηχανή. Μου έδωσαν πρόθυμα την άδεια να τη χρησιμοποιήσω. Οι μυρωδιές και οι ήχοι δραπέτευσαν από τις ογδόντα επτά λήψεις της κάμερας, αλλά όχι και από το σχετικό αρχείο του εγκεφάλου μου.

Δε νομίζω να ξεχάσω ποτέ το σπινάρισμα του μηχανήματος, καθώς μ’ έβαζε κάθε φορά στον πανικό πως λέξεις και εικόνες θα γίνουν μια γκρίζα σούπα που θα σερβιριστεί με την υπογραφή μου. Κι ύστερα, το ρυθμικό alarm -απλή σηματοδότηση λήξης για κάθε στάδιο της διαδικασίας- αντηχούσε στα αυτιά μου σα σειρήνα νοσοκομειακού σε μποτιλιάρισμα. Όσο να ‘ναι, η μυρωδιά του τυπογραφείου προκαλεί μια ελαφριά μέθη…

«Αν δεν είναι κόπος, θα έπινα τώρα εκείνο το καφεδάκι» είπα και σωριάστηκα στην καρέκλα. Ολόγυρά μου ντάνες από δεκαεξασέλιδα περίμεναν τη σειρά τους για τα μηχανήματα που θα τις δίπλωναν, θα τις έκοβαν και θα τις βιβλιοδετούσαν. Οι λιγοστοί άνθρωποι που τα χειρίζονταν πηγαινοέρχονταν σιωπηλοί. Οι υπάλληλοι σχόλασαν στις τρεις και μισή.

Ο τυπογράφος δε φεύγει ποτέ πριν τις εννιά το βράδυ. Υπερασπίζεται τη μικρή του επιχείρηση που λειτουργεί με όλο και λιγότερο προσωπικό, όλο και μεγαλύτερα έξοδα, όλο και χειρότερες προοπτικές. Ό,τι ακριβώς ισχύει και για τους εκδότες, τους βιβλιοπώλες, τους δημιουργούς αλλά και τους αποδέκτες του κάθε βιβλίου. Κι όμως, στεκόμασταν εκεί και αυξομειώναμε τα γκρίζα σα να ήταν το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο. Οι φράσεις μας για την κοινωνικοοικονομική κρίση έμεναν μετέωρες _πολεμούσαμε το τέρας με ανεπαίσθητες  αποτυπώσεις.

Παραμονές Χριστουγέννων και τα χρώματα του απομεσήμερου έμοιαζαν ανοιξιάτικα. Οι έφηβοι του σπιτιού, θα είχαν επιστρέψει απ’ το σχολείο. Η σκέψη πως υπήρχε φαγητό στο ψυγείο με γέμισε ανακούφιση. Δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ στην παρόρμηση να ψάξω για μια «λούπα» _το μικρό, θαυματουργό φακό που εισβάλει στα άδυτα κάθε φωτογραφημένης πινελιάς, αποκαλύπτοντας τους λευκούς και μαύρους της κόκκους.

Ευτυχώς, για το επόμενο βιβλίο είχα δουλέψει περισσότερο το κείμενο παρά τις εικόνες. Ο τυπογράφος μου έδωσε πολύτιμες συμβουλές για καλύτερο αποτέλεσμα στην εκτύπωση. Δυνατά contrast σε λείο χαρτί _άσπρο, μαύρο, άντε κι ένας τόνος γκρίζο. Για μια στιγμή είχα την ψευδαίσθηση ότι ξεκαθάρισαν οι ασπρόμαυρες εικόνες και οι χρωματιστές λέξεις στο κεφάλι μου.

Το «Κάτω τα χέρια από τα όνειρά μου» θα έβρισκε τελικά τη θέση του στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Είχε έρθει επιτέλους η μοναδική εκείνη στιγμή… Κάθε φορά σα να είναι η πρώτη φορά. Νομίζεις ότι το ορίζεις, αλλά ήδη από τις πρώτες σελίδες έχει δική του υπόσταση, δικές του ανάγκες. Κι είναι πάντα περισσότερες απ’ όσα μπορείς να του προσφέρεις. Ζητάει αλλαγές, διεκδικεί το χρόνο και την προσοχή σου, φέρνει τα πάνω κάτω στη ζωή σου.

Ένα ατέλειωτο πήγαινε – έλα ανάμεσα στον παράδεισο και στην κόλαση η ανατροφή του. Όταν επιτέλους ολοκληρώνεται, το εμπιστεύεσαι σε άλλους, για να οργανώσουν την είσοδό του στον κόσμο. Από μια απόσταση πια, βλέπεις τα ελαττώματά του, αλλά δε μπορείς τίποτα να κάνεις. Υπάρχει μια τελευταία στιγμή που είστε μόνοι οι δυο σας, όταν παίρνεις το πρώτο αντίτυπο στα χέρια σου με τη μυρωδιά του τυπογραφείου. Εγώ, αναρωτιέσαι, το έκανα αυτό; Και το αφήνεις. Από ‘δω και μπρος είναι δικό σου λιγότερο από ποτέ.

Και στο επόμενο, η απόπνοια του μπαρουτιού μερικές στιγμές γίνεται θαλασσινή, θυμαρίσια, ερωτική. Και θες να μείνεις εκεί για πάντα, να κουβαλήσεις το σπίτι σου σαν το σαλιγκάρι, να το κρύψεις στα σκοίνα και στις αλυκές και να τα τολμήσεις όλα. Όλα όσα σου στερούν τα ουρλιαχτά  στην τηλεόραση. Θες να φωνάξεις «έτσι πρέπει να ‘ναι η ζωή», αλλά ντρέπεσαι. Ντρέπεσαι να χαρείς.

Γυρίζεις λοιπόν στο άλλο σπίτι, το καθημερινό, γέρνοντας του ώμους. Αγνοείς τις οθόνες κι ανάβεις το φως _όχι, όχι το ηλεκτρικό. Ψάχνεις σε συρτάρια σκονισμένα, μέχρι να βρεις εκείνο το κερί από την τελευταία φορά που πήγες σε ανάσταση. Ήσουν ακόμα παιδί και το ‘χεις φυλάξει κρυφά κι από τον εαυτό σου _φως ζεστό, σα φλόγα ερωτική, ντροπαλή και λαίμαργη.

Όχι, όχι ενοχή! Τιμή σου ταπεινή να θυμίσεις στον άνθρωπο τη χαρά. Δεν είναι πολυτέλεια το όνειρο. Είναι ανάγκη η ελπίδα, είναι όπλο ενάντια στο φόβο και στον τρόμο.

Το «Κάτω τα χέρια από τα όνειρά μου» είναι η δική μου κραυγή ότι μπορεί ο κόσμος να γίνεται απαίσιος, αλλά αλλοίμονο αν πάψουμε να τον ονειρευόμαστε _όλοι μας και προπάντων οι νέοι άνθρωποι.»

Η Ελένη Ρουφάνη γεννήθηκε το 1959 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ελλάδα και την Αμερική, απ’ όπου επέστρεψε το 1985 με μάστερ κοινωνιολογίας. Εργάστηκε ως καθηγήτρια σε κολέγια των Αθηνών και ως κειμενογράφος σε διαφημιστικές εταιρίες. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών. Έχει μεταφράσει κείμενα και διηγήματα από τα αγγλικά, για το περιοδικό «Πολιορκία», 1986, και το «Αποχαιρετισμός στα όπλα» του E. Hemingway, εκδ. Ερατώ, 1989. Το 1993 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα «Το δώρο του φόβου», εκδ. Μέδουσα, το 1999, το «Έλα να παίξουμε…», εκδ. Καστανιώτη και «Το ταξίδι του Καμάλ» το 2007, από τις εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί. Το Δεκέμβρη του 2008 κυκλοφόρησε το παραμύθι «Κρυφτό μέσα στα χρώματα», από τις εκδόσεις Κέδρος, στο οποίο έκανε και τις ζωγραφιές. Το τελευταίο της μυθιστόρημα Κάτω τα Χέρια από τα Όνειρα μου, κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Κέδρος, με δική της εικονογράφηση.

Χάρις Κατάκη _ Η πορεία προς το συν είναι μονόδρομος

23:07, 14 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/100618
Σε μια εποχή που τα αδιέξοδα του πλανήτη έχουν πια συνδεθεί με τις δικές μας προσωπικές και συλλογικές επιλογές, όλα τα διλήμματα, όλες οι διχογνωμίες, όλες οι αντιφατικές αντιλήψεις που μας διχάζουν μπορούν να αντιμετωπιστούν και να επιλυθούν όταν είμαστε ανοιχτοί να χτίσουμε γέφυρες, ανάμεσα σε εσωτερικούς, διαπροσωπικούς και επιστημολογικούς  διχασμούς»  η διδάκτωρ ψυχολογίας Χάρις Κατάκη, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη, με αφορμή την σημερινή πολιτικοκοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα, συμμετέχοντας στο δημόσιο διάλογο του tvxs.
«Στην εποχή της πληροφορικής, η πληροφορία, το πολυτιμότερο αγαθό για την επιβίωση του είδους, γίνεται θανάσιμος κίνδυνος. Κάτι σαν την πυρηνική ε­νέργεια.  Άτομα, οικογένειες και  κοινωνικές ομά­δες, υποφέρουν από τα συμπτώματα της ενδημικής ασθένειας της εποχής της πληροφορικής: Σύγχυση και ασάφεια. Όσοι δεν  καταφέρνουν να επεξεργαστούν, να συνθέσουν και να οργανώσουν την πληροφορία που τους αφορά, κινδυνεύουν σοβαρά.
Χωρίς, λοιπόν, μια ενοποιητική οπτική, που να ξεπερνάει δυϊσμούς και κατακερματισμούς δεν είναι δυνατόν να επιβιώσουμε.
Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το ΣΥΝ και ότι αυτό συνεπάγεται είναι το ζητούμενο για να συνεχίσει ο άνθρωπος την ανοδική του πορεία.
Γιατί ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να βλέπεις πιο βαθιά, πιο καθαρά και πιο μακριά είναι να παρατηρείς τα επιμέρους ερεθίσματα που δέχεσαι, να συνδέεις και να συνθέτεις τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται. Αυτή η διαδικασία, μοιάζει σαν να έχουμε εμφυτεύσει στο μυαλό μας έναν ευρυγώνιο φακό που  επιτρέπει να βλέπουμε ολόκληρη την εικόνα, και αυτή η  συνθετική αντίληψη έχει βαθιές ρίζες στην διαλεκτική σκέψη της αρχαιοελληνικής γραμματείας (θέση, αντίθεση, σύνθεση).
Μια τέτοια ολιστική οπτική της ζωής και της γνώσης, μάς προσφέρει τη δυνατότητα να βλέπουμε τα δέντρα στα πλαίσια του δάσους, ως μέρη δηλαδή μιας ολότητας, για να είμαστε σε θέση να αξιοποιούμε τον πλούτο των πληροφοριών που συσσωρεύεται συνεχώς.
Επιπλέον η ολιστική λογική, μάς επιτρέπει να γεφυρώνουμε οπτικές, βιώματα και να οδηγούμαστε ευκολότερα σε συναίνεση.
Αν βρίσκεσαι σε μια πεδιάδα, δεν βλέπεις παρά το μονοπάτι που ακολουθείς και το μάτι σου σταματάει στον κοντινό ορίζοντα. Αν βρίσκεσαι στην κορυφή ενός λόφου έχεις μια ευρύτερη εποπτεία του χώρου που σε περιβάλλει και γι’ αυτό μπορείς να διακρίνεις εναλλακτικούς δρόμους για να πορευτείς, να ξεδιαλύνεις στόχους, να ατενίζεις απρόσκοπτα τον  μακρινό ορίζοντα.
Τα ΣΥΝ της εποχής, βλέπουμε να πραγματώνονται μέσα από τα διευρυμένα δίκτυα (πολιτικά, πολιτισμικά,  κοινωνικά, τεχνολογικά, επιστημονικά). Έννοιες όπως παγκοσμιοποίηση, διαδίκτυο, θεωρία των πάντων, θεωρία του χάους, κλπ., εκφράζουν την σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στα μέρη ενός συστήματος.
Τα τείχη καταρρέουν, καθώς τα δίκτυα αγκαλιάζουν όλο και μεγαλύτερες ανθρώπινες ομάδες. Βιώνουμε πια ότι είμαστε άρρηκτα συνδεδεμένοι με τους άλλους.
Φαίνεται ότι ο συλλογικός νους αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι μόνο ΜΑΖΙ μπορούμε να ψάχνουμε  μέσα μας και γύρω μας, να βρίσκουμε τι να κρατήσουμε, τι να πετάξουμε τι να μεταλλάξουμε, για να βρίσκουμε το δρόμο μας μέσα στο πολύπλοκο ρευστό και  αβέβαιο κόσμο που φτιάξαμε.
Τί θα δούμε αν εξετάσουμε τα ορατά φαινόμενα της κρίσης της ελληνικής κοινωνίας, φαινόμενα που όλοι μας βιώνουμε μέσα από μια συστημική σκοπιά;
Μέσα στο χάος, παρακολουθώντας τον χειρότερο μας εαυτό μέσα από τις οθόνες της τηλεόρασης, αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι η οικονομική κρίση που μαστίζει την χώρα έχει βαθιές ρίζες. Η φούσκα των ψευδαισθήσεων έσκασε και βρεθήκαμε στο κενό.
Μέσα σε αυτόν τον πανικό, που νοιώθουμε ότι χάσαμε τα χνάρια μας, αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι χρειάζεται να κοιτάξουμε προς τα πίσω για να τα ξαναβρούμε.
Συνειδητοποιούμε, ότι δεν μπορείς να  γνωρίσεις τον εαυτό σου αν δεν κοιτάξεις προς τα πίσω (καταβολές, ταυτίσεις, παραδόσεις). Μια  αφρικάνικη παροιμία λέει: Αν δεν ξέρεις προς τα πού να κατευθυνθείς ψάξε από πού έρχεσαι.
Η διαχρονική οπτική φέρνει στο φως το πώς αλλάζουν οι αντιλήψεις μας, για το ποιοι είμαστε, που πάμε και γιατί.  Για το πώς δηλαδή κατασκευάζουμε, συν-κατασκευάζουμε και ανακατασκευάζουμε τις αλήθειες μας σε ότι αφορά την ύπαρξη και την συνύπαρξη. Μέσα από αυτό το πρίσμα μπορούμε να δούμε τόσο τις   αρνητικές όσο και τις θετικές διαστάσεις των πολιτισμικών μας καταβολών.
Εξετάζοντας τα επώδυνα ορατά φαινόμενα που όλοι βιώνουμε, μέσα από μια συστημική οπτική γνωρίζουμε πως η κρίση μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο μιας βαθιάς και ουσιαστικής μεταμόρφωσης, γιατί κάτω από το έκδηλο χάος υπάρχει μια άλλη τάξη πραγμάτων, που όταν έρθει η ώρα θα εκδηλωθεί με τη μορφή νέων δομών και νέου κύκλου διεργασιών σε ανώτερο επίπεδο οργάνωσης.
Ένα άλλο πλεονέκτημα της συνθετικής οπτικής είναι ότι σου επιτρέπει να βλέπεις αναλογίες ανάμεσα σε συστήματα που ανήκουν σε διαφορετικά επίπεδα (ατομικό, οικογενειακό, πολιτισμικό,  κοινωνικό  και πανανθρώπινο).
Πρόσφατα έπεσε στην αντίληψη μου ο τίτλος επιφυλλίδας σε κυριακάτικη εφημερίδα που έλεγε: Το πρόβλημα δεν είναι οι Έλληνες αλλά η εθνική μας κουλτούρα. Αυτή  η διατύπωση είναι απολύτως συνεπής με την βασική θέση της συστημικής προσέγγισης στην οικογενειακή θεραπεία, η οποία υποστηρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι εκείνος που η οικογένεια θεωρεί προβληματικό, αλλά οι διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις, δηλαδή η οικογενειακή κουλτούρα.
Το μέλος της οικογένειας που με τα συμπτώματά του εκφράζει την δυσλειτουργία ολόκληρου του συστήματος ονομάστηκε «επίσημος ασθενής». Όπως συμβαίνει και με τις οικογένειες, τα συμπτώματα της οικονομικής κρίσης έφεραν στην επιφάνεια τα αδιέξοδα που διαιωνίζονταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα και που μας οδήγησαν στο να  γίνουμε ο επίσημος ασθενής της Ευρώπης. Το παραβατικό παιδί με την βούλα.
Μέσα από αυτή τη συστημική λογική, λοιπόν, το «μαζί τα φάγαμε» και όλες οι άλλες  γενικόλογες δηλώσεις είναι πολύ επικίνδυνες, αν δεν ορίσουμε αυστηρά τους όρους που χρησιμοποιούμε.
Όταν για παράδειγμα, σε μια οικογένεια υπάρχει ένα πρόβλημα, εμείς οι συστημικοί ψυχοθεραπευτές δεν εστιάζουμε στο σύμπτωμα, αλλά σε ολόκληρο το σύστημα. Το ίδιο ισχύει για την κοινωνία.
Οι πολιτικοί, όντως τα φάγανε αλλά εμείς τους ψηφίζαμε και έτσι διατηρούνταν οι ισορροπίες που βόλευαν όλους.  Τη φαυλότητα των πολιτικών την έχουμε ενισχύσει και εμείς, με τα ανάλογα, δικά μας χαρακτηριστικά.  Γιατί, άλλωστε, να μιλήσω για τη φαυλότητα των πολιτικών και να μη μιλήσω και για τη φαυλότητα των γιατρών, ή τη φαυλότητα των υδραυλικών;
Ιδωμένη, λοιπόν, μέσα από μια συστημική λογική, η μονοδιάστατη διαμάχη μνημόνιο-αντιμνημόνιο είναι ένα ψευτοδίλημμα, και κανένα από τα κόμματα εξουσίας δεν μιλάει για το μόνο που μπορεί να μας σώσει: την προσωπική ευθύνη και κοινωνική συνείδηση.
Στο βιβλίο μου «Το ήμερο φίδι του θεού», υπάρχει μια ζωγραφιά που έφτιαξε ένα μέλος μιας θεραπευτικής ομάδας, που έδειχνε ένα αυτοκίνητο μέσα σε ένα αδιέξοδο δρόμο, για να εκφράσει αυτό που θεωρούσε ότι ήταν το αδιέξοδο του. Όμως η ζωγραφιά δηλώνει, ότι δεν είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου σε αδιέξοδο
(μπορεί να βάλει, άλλωστε, την όπισθεν και να βγει) αλλά αδιέξοδος είναι ο δρόμος που ακολουθεί!
Το δύσκολο, το χρονοβόρο ζητούμενο, είναι να δούμε, ότι υπάρχουν εναλλακτικοί τρόπου αντιμετώπισης των προβλημάτων μας και ότι έχουμε και άλλες επιλογές.
Ενώ όμως εξακολουθούμε να σκεπτόμαστε με στατικές αλήθειες που εκφράζουμε με ξύλινη γλώσσα, ενώ προσπαθούμε να βρούμε μεμονωμένες αιτίες για τα φαινόμενα, ενώ ψάχνουμε τις a priori προδιαγραφές, ενώ αναλύουμε με βάση γραμμικές σχέσεις, όλο και πιο έντονα βιώνουμε καθημερινά, ότι στον πολύπλοκο κόσμο μας όλα είναι αλληλένδετα και τίποτα δεν μένει αναλλοίωτο.
Μέσα σε αυτή την κατάσταση, θεωρώ, ότι χρειάζεται, κυρίως, να εστιάσουμε όχι μόνο στα αρνητικά στοιχεία της ταυτότητας μας, αλλά και στα θετικά μας χαρακτηριστικά.
Πιστεύω, ότι σε  αυτά θα πρέπει να βασιστούν όσοι καθοδηγούν, ώστε να τα αξιοποιήσουν. Διότι, και στο κοινωνικό επίπεδο ισχύει αυτό που  εμείς οι θεραπευτές ξέρουμε καλά. Όταν ένα άτομο έχει κακή εικόνα του εαυτού του, θα λειτουργήσει με βάση την κακή του εικόνα. Άρα, το να έχεις μια θετική εικόνα του εαυτού σου, σε βοηθάει να λειτουργήσεις θετικά.
Ως εκ τούτου είναι πάρα πολύ σημαντικό να μιλήσουμε για το ποιοι είμαστε θετικά και μετά να  ψάξουμε να βρούμε, όπως είπα, τι θα πετάξουμε, τι θα αλλάξουμε και τι θα μεταλλάξουμε.
Για παράδειγμα, γιατί είμαστε τόσο καλοί στη Ναυτιλία; Γιατί οι Έλληνες της διασποράς προκόβουν, γιατί το μετρό είναι μια όαση καθαριότητας, γιατί εκεί μέσα υπάρχει σεβασμός του χώρου που θα τρίβαμε τα μάτια μας αν τον βλέπαμε στους γεμάτους σκουπίδια δρόμους των ελληνικών πόλεων; Γιατί στην μία αυτή μαγική εβδομάδα των Ολυμπιακών αγώνων υπήρξαμε αγνώριστοι; Πού πήγαν αυτοί οι υπέροχοι εθελοντές, οι πειθαρχημένοι  πολίτες;
Από πού ξεφύτρωσε η προσωπική ευθύνη, η κοινωνική συνείδηση, το φιλότιμο; Άλλοι έλληνες ήταν εκείνοι; Όχι. Εμείς μεταμορφωθήκαμε, και γι’ αυτό λειτουργήσαμε συλλογικά. Αφήσαμε στην άκρη το προσωπικό συμφέρον και βγάλαμε από το σεντούκι του συλλογικού μας νου, τα θετικά εκείνα στοιχεία που είναι καταχωρημένα στο  συλλογικό μας ασυνείδητο και τα ενεργοποιήσαμε.
Είναι αυτός ο λόγος που συχνά λέω, ότι αν μείνουμε στο ποιος φταίει θα συνεχίσουμε να ψάχνουμε τις λύσεις έξω από μας. Το να ψάχνουμε να βρούμε ποιος φταίει είναι μια άκαρπη διαδικασία που διαιωνίζει τα αρνητικά στοιχεία της εθνικής μας κουλτούρας.
Σήμερα, αυτοί που βρίσκονται στο τιμόνι, και αυτοί που τους πλαισιώνουν,  έχουν αυξημένη ευθύνη να βρουν τρόπους να ενισχύσουν τα προωθητικά στοιχεία της ταυτότητας μας. Το ξέρουμε καλά αυτό εμείς οι θεραπευτές που δεν ακολουθούμε μια ατομοκεντρική προσέγγιση. Όταν οι γονείς αναλάβουν την ευθύνη τους και αρχίσουν να συντελούνται αλλαγές στον πυρήνα της οικογένειας τα συμπτώματα της δυσλειτουργίας μειώνονται και σταδιακά εξαφανίζονται.
Ένα άλλο σημαντικό θέμα, που θα πρέπει να αναγνωρίσουμε και να αξιοποιήσουμε είναι οι αντιλήψεις μας για τις ανθρώπινες σχέσεις. Για μας τους Έλληνες, μετράνε ιδιαίτερα οι προσωπικές σχέσεις. Ο κύκλος των δικών μας περιορίζεται, όμως, σε πρόσωπα με τα οποία έχουμε σχέση αλληλεξάρτησης. Κουβαλάμε μέσα μας τα βιώματα και τις αντιλήψεις της μικρής κλειστής παραδοσιακής κοινότητας. Δεν τα καταφέρνουμε να λειτουργήσουμε με βάση τις πιο απρόσωπες σχέσεις, όπως συμβαίνει στις χώρες της δύσης.
Για να μπορέσουμε να συμβαδίσουμε με τους εταίρους μας δεν χρειάζεται να γίνουμε άλλοι, αλλά καλούμαστε να διευρύνουμε τον κύκλο των δικών και να αναλάβουμε, όπως ανέφερα, τις ευθύνες μας σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο.
Γιατί ο αυτοέλεγχος και η κοινωνική συνείδηση που ευδοκιμούσε κάτω από τις συνθήκες του παραδοσιακού τρόπου ζωής, είναι καταγραμμένα στο συλλογικό μας ασυνείδητο. Δεν θα γίνουμε ούτε  γερμανοί ούτε Σουηδοί. Εμείς, όπως όλοι οι λαοί, έχουμε τον δικό μας τρόπο να βλέπουμε τα πράγματα, και πάνω εκεί θα πρέπει να βασιστούμε για να προχωρήσουμε. Να αποκτήσουμε την αυτογνωσία που χρειαζόμαστε.
Εφόσον εμείς οι Έλληνες, δρούμε αποτελεσματικά μέσα σε μικρές ομάδες, σε κοινότητες, θεωρώ, λοιπόν, ότι σε αυτήν τη φάση είναι σημαντικό να ενισχυθούν οι μικρές ομάδες (καλλιτεχνικές, πολιτιστικές, εθελοντικές, θεραπευτικές).
Και δεν χρειαζόμαστε το αναξιόπιστο κράτος. Τα καταφέρνουμε και χωρίς αυτό. Μέσα σε αυτές μικρές ομάδες συσπειρωνόμαστε και λειτουργούμε δημιουργικά.  Εκφράζουμε τον καλύτερο μας εαυτό.
Θεωρώ ότι σε αυτή τη φάση, η ευθύνη αυτών που έχουν την γνώση πάνω σε τέτοια θέματα είναι αυξημένη. Έχουμε  την υποχρέωση να συμβάλλουμε στη εκστρατεία της αυτογνωσίας και της μεταμόρφωσης της ελληνικής κοινωνίας.
Αν κοιτάξει, μάλιστα, κανείς κάτω από την επιφάνεια, διαπιστώνει ότι  έχει αρχίσει ένας έντονος προβληματισμός σε σχέση με τους βαθύτερους λόγους της οικονομικής κρίσης. Αρχίζουν να ακούγονται οι φωνές που μας φέρνουν σε επαφή με τον βαθύτερο μας εαυτό και με τις θεμελιακές διαστάσεις  της εθνικής μας κουλτούρας.  Η κρίση γίνεται μοχλός. Αναζητάμε να απαντήσουμε στο ερώτημα ποιοί είμαστε και πού πάμε.
Διανοητές και κοινωνικοί επιστήμονες που μελετούσαν αυτά τα θέματα απομονωμένοι στα γραφεία τους, βρίσκονται πλέον και στις οθόνες μας, στα έντυπα μας και στο διαδίκτυο οι φωνή τους πολλαπλασιάζεται και η ηχώ των νέων συνειδητοποιήσεων διαδίδεται και αναπαράγεται. Γι’ αυτό και ο  δημόσιος διάλογος του tvxs είναι τόσο σημαντικός.
Και εμείς στο Εργαστήριο έχουμε ξεκινήσει πριν δυο χρόνια ένα Πρόγραμμα Κοινωνικών Δράσεων που ονομάσαμε ΓΕΦΥΡΕΣ ΠΑΝΤΟΥ. Μια από τις δράσεις μας είναι να συμβάλλουμε στον διάλογο για  το ποιοι είμαστε, που πάμε και γιατί. Με την  γέφυρα που έστησε η Κρυσταλία  Πατούλη, η οποία  ανήκει και στους δύο χώρους, δηλαδή στη δημοσιογραφία και στη Συστημική Συμβουλευτική, μας έδωσε την ευκαιρία να πολλαπλασιάσουμε τις φωνές που θα συμβάλλουν στην μεταμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας.
Μερικές φορές αναρωτιέμαι γιατί  κοιτάμε μόνο προς δυσμάς για να βρούμε απαντήσεις για θέματα που είναι τόσο βαθιά συνδεδεμένα με την ύπαρξη και την συνύπαρξη. Γιατί  δεν αντλούμε από την δική μας παράδοση και ακολουθούμε τις προδιαγραφές άλλων πολιτισμικών ομάδων που έχουν άλλη παράδοση και άλλη ιστορική μνήμη. Στις ΗΠΑ για  να προχωρήσουν γρήγορα και αποτελεσματικά πρέπει να ξεφορτωθούν τα βαρίδια του παρελθόντος.
Σαν τον cowboy που οδηγεί την άμαξα και ξεφορτώνεται τα περιττά εφόδια για να φτάσει πιο γρήγορα στον προορισμό του. Ίσως εμείς να πρέπει να γυρίσουμε πίσω, στο παρελθόν μας, για να αντλήσουμε δυναμισμό και έμπνευση, πληροφορίες και γνώση. Εξάλλου δεν χρειάζεται να χάσουμε το ένα για να  κρατήσουμε το άλλο. Υπάρχει και το ΚΑΙ. 
Επίσης, στην Ελλάδα, ίσως η ανάπτυξη μπορεί να έρθει σε μεγάλο βαθμό μέσα από το μικροεπιχειρείν, δηλαδή μέσα από πρωτοβουλίες ατομικές και μέσα από προσωπικές σχέσεις γιατί σε αυτό το πεδίο υπάρχουν οι καταβολές, οι μνήμες, οι παραδόσεις. Ίσως η  δική μας καινοτομία να μπορεί να βασιστεί σε γνώριμα βιώματα και μνήμες (τον ήλιο μας, την φιλοξενία, την ψυχαγωγία, το μοίρασμα).

Γιατί όπως λέει ο Σαββόπουλος «οι έλληνες κάνουνε κυκλώματα»:
«Κι είτε με τις αρχαιότητες, είτε με Ορθοδοξία,
των Ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλο γαλαξία.
Να μας έχει ο Θεός γερούς, πάντα να ανταμώνουμε να ξεφαντώνουμε… με χορούς κυκλωτικούς,
και στης νύχτας το λαμπάδιασμα να πυκνώνει ο δεσμός μας
και να σμίγει παλιές και αναμμένες τροχιές με το ροκ του μέλλοντός μας».
Η πραγματική συλλογικότητα, άλλωστε, δεν δημιουργείται χωρίς προσωπική ευθύνη.  Ας μην ξεχνάμε ότι στις παραδοσιακές κοινωνίες όσο πιο έντονη ήταν η ιδέα της κοινότητας τόσο πιο έντονη ήταν και η προσωπική ευθύνη.

Η παραδοσιακή Ελλάδα δεν εξαφανίστηκε σε μια μέρα. Σιγά –σιγά διαβρώθηκε, αλλά δεν πάψαμε να  έχουμε τέτοιες ρίζες και μνήμες.  Γι αυτό μπορούμε να αλλάξουμε αρνητικές συμπεριφορές. Μπορούμε να αναβιώσουμε θετικά χαρακτηριστικά της πολιτισμικής μας ταυτότητας. Δεν ευθυνόμαστε μόνο για τα κακά της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και για τα καλά της!
Πολλές από τις αξίες που μπορούν να μας οδηγήσουν σε πιο φωτεινά μονοπάτια έχουν το  ΣΥΝ σαν πρώτο συνθετικό: συλλογικότητα, συμμετοχή, συνεργασία, συναίσθημα, συνεννόηση, συνοχή, συνεκτικότητα, συντροφικότητα, συναίνεση αλλά και άλλες αξίες που θα μπορούσαν να μας βάλουν σε μια καινούργια τροχιά είναι νοηματικά συνδεδεμένες με τον κώδικα ΣΥΝ, όπως  μοίρασμα, αλληλεγγύη, κοινωνική συνείδηση, προσωπική ευθύνη. Είναι ίσως ενδεικτικό το ότι πάρα πολλές ελληνικές λέξεις έχουν το ΣΥΝ ως πρώτο συνθετικό και  εκφράζουν την πολιτισμική προσήλωσή μας στο ΣΥΝ.
Έχω προ πολλού συνειδητοποιήσει ότι οι βαθύτεροι λόγοι για τους οποίους προσωπικά απέρριψα την τόσο διαδεδομένη διχαστική αντίληψη για την ζωή  και τη γνώση  (τα διαζευκτικά ή), και οδηγήθηκα στα «και», είναι πολιτισμικοί. Είμαι ελληνίδα και κουβαλάω στις καταβολές μου, όπως όλοι μας, τον κώδικα της συνθετικής αντίληψης.
Τρελαίνεται και πεθαίνει ο σύγχρονος άνθρωπος συμβολικά και κυριολεκτικά, γιατί ενώ αναζητά να επικοινωνήσει με όλο και περισσότερους ανθρώπους σε όλο τον πλανήτη (το face book ως γνωστόν πληθυσμιακά είναι η τρίτη χώρα στον κόσμο),  αδυνατεί να επικοινωνήσει με τους πιο κοντινούς του ανθρώπους και το κυριότερο, με τον ίδιο του τον εαυτό.
Άτομα, οικογένειες και ολόκληρες κοινωνικές ομάδες, προσπαθώντας απεγνωσμένα να βρουν απαντήσεις σε καυτά ερωτήματα, εντοπίζουν μεμονωμένες, ορατές αιτίες, έξω από τους ίδιους που φταίνε για το αδιέξοδό τους. Φταίνε κάποιες ιδέες, φταίνε κάποιοι άνθρωποι, φταίνε κάποια κέντρα αποφάσεων, φταίει η τεχνολογία και η πρόοδος.
Με την ίδια λογική, ψάχνουμε να βρούμε λύσεις πάλι έξω από εμάς. Κάποιες ιδέες, κάποιοι άνθρωποι, κάποιες κοινωνικές παροχές, κάποια νέα εφεύρεση, κάποιο μαγικό υγρό, που θα μας βγάλει από το αδιέξοδο.
Έτσι, διαιωνίζονται οι φαύλοι κύκλοι, οι ψεύτικες ελπίδες και προσδοκίες για έτοιμες λύσεις.
Η ψυχική υγεία νοσεί σοβαρά, ειδικά σήμερα, γιατί άτομα, οικογένειες αλλά και ολόκληρες κοινωνικές ομάδες, μη βρίσκοντας τρόπο να οργανώσουν μέσα τους την όλο και αυξανόμενη πολυπλοκότητα των προβλημάτων, μάταια προσπαθούν να θωρακιστούν από το χάος.
Αλλά για μας, πλέον, είναι βιωμένη πεποίθηση ότι ο μόνος τρόπος να οργανωθεί η πληροφορία είναι με τη συναισθηματική συμμετοχή στα πράγματα. Μόνο ότι μας κάνει νόημα γιατί το βιώσαμε καταγράφεται και δημιουργεί πληροφορία.
Το συναίσθημα είναι όπως το νερό της βροχής που πέφτει στο άγονο λιβάδι για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για γόνιμες εσωτερικές και διαπροσωπικές διεργασίες, που προωθούν τις νέες συλλογικές αλήθειες που φτιάχνουμε και στη συνέχεια αναθεωρούμε για να μένουμε σε επαφή με τις συνεχείς εξωτερικές μεταλλάξεις.
Σε μια εποχή που τα αδιέξοδα του πλανήτη έχουν πια συνδεθεί με τις δικές μας προσωπικές και συλλογικές επιλογές, όλα τα διλήμματα, όλες οι διχογνωμίες, όλες οι αντιφατικές αντιλήψεις που μας διχάζουν μπορούν να αντιμετωπιστούν και να επιλυθούν όταν είμαστε ανοιχτοί να χτίσουμε γέφυρες, ανάμεσα σε εσωτερικούς, διαπροσωπικούς και επιστημολογικούς  διχασμούς. Η πορεία προς το συν είναι, πλέον, μονόδρομος.-»

Η Χάρις Κατάκη είναι ιδρύτρια και πρόεδρος του Εργαστηρίου Διερεύνησης Ανθρωπίνων Σχέσεων, με διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό και συγγραφικό έργο. Η έννοια της σύνθεσης υπήρξε  ο κεντρικός άξονας της θεωρητικής, ερευνητικής, θεραπευτικής και εκπαιδευτικής της  πορείας. Έχει αναπτύξει ένα Συνθετικό Μοντέλο Συστημικής Θεραπείας το οποίο εφαρμόζεται στην Ελλάδα εδώ και πολλές δεκαετίες από έναν μεγάλο αριθμό συστημικών θεραπευτών. Οι θεωρητικές θέσεις, η ερευνητική εργασία και οι εφαρμογές του μοντέλου έχουν παρουσιαστεί σε πολλές δημοσιεύσεις, βιβλία, διαλέξεις, σεμινάρια και  παρουσιάσεις σε συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

 

Μουσουρλού

«τo τραγούδι αυτό έχει γνωρίσει εκατοντάδες εκτελέσεις.Μισιρλού, που σημαίνει Αιγύπτια (από την τουρκική λέξη «Mısırlı»; που παράγεται από το αραβικό مصر, Miṣr, «Αίγυπτος» και σημαίνει «Αιγύπτιος/Αιγύπτια») είναι ο τίτλος ενός ελληνικού ρεμπέτικου τραγουδιού, που είναι σήμερα πολύ δημοφιλές σε τέσσερα εντελώς διαφορετικά είδη μουσικής: στο ρεμπέτικο, στη λαϊκή μουσική της Μέσης Ανατολής, στην εβραϊκή μουσική που παίζεται σε γάμους και γιορτές (Κλεζμέρ), και στο surf rock.
Το τραγούδι πρωτοπαίχτηκε από τη ρεμπέτικη ορχήστρα του Μιχάλη Πατρινού στην Αθήνα, το 1927. Όπως συνέβαινε και με σχεδόν όλα τα πρώιμα ρεμπέτικα τραγούδια, ο αυθεντικός συνθέτης του τραγουδιού έμεινε άγνωστος, και η σύνθεση κατοχυρώθηκε στον αρχηγό της κομπανίας. Η μελωδία κατά πάσα πιθανότητα συντέθηκε συλλογικά από τους μουσικούς, όπως συνέβαινε συχνά εκείνη την εποχή, ενώ οι στίχοι ήταν σχεδόν σίγουρα του Πατρινού. Στην αρχική έκδοση του τραγουδιού, το όνομα της κοπέλας του τίτλου προφερόταν από τον Πατρινό «Μουσουρλού», με βαριά Σμυρναΐικη προφορά.»


Στίχοι: Νίκος Ρουμπάνης
Μουσική: Νίκος Ρουμπάνης
Πρώτη εκτέλεση: Σοφία Βέμπο

Άλλες ερμηνείες:
Δανάη Στρατηγοπούλου
Γλυκερία
Γιάννης Κότσιρας

Μισιρλού μου, η γλυκιά σου η ματιά
φλόγα μου ‘χει ανάψει μες στην καρδιά,
αχ γιαχαμπίμπι, αχ γιαλελέλι, αχ
τα δυο σου χείλη στάζουνε μέλι, οϊμέ.

Αχ, Μισιρλού, μαγική ξωτική ομορφιά,
τρέλα θα μου ‘ρθει, δεν υποφέρω πια,
αχ, θα σε κλέψω μέσ’ απ’ την Αραπιά.

Μαυρομάτα Μισιρλού μου τρελή
η ζωή μου αλλάζει μ’ ένα φιλί,
αχ γιαχαμπίμπι, μ’ ένα φιλάκι, αχ
απ’ το δικό σου το στοματάκι, οϊμέ.

Δε θα ξεχάσω όσους αγάπησα κι όσους με αγαπήσανε _ Νίκος Κούνδουρος

04:07, 14 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/100439

*Η ταινία έτρεχε μ’ όση δύναμη είχαν κανονίσει αυτοί που έφτιαξαν τη μηχανή. Τώρα θα σπάσει, σκέφτηκα και δεν έκανα τίποτα να τη σταματήσω.

[…] Και ήμουν εγώ αυτός που έπαιζε με τα κουμπιά της μηχανής. Εγώ έσβηνα τον ήχο, εγώ έκανα την εικόνα να τρέχει σαν παλαβή, εγώ με μια κίνηση θα τα σταματήσω όλα σε μια παγωμένη νεκρή στιγμή, και με μια ακόμα μικρή κίνηση στο κουμπί θα κάνω την εικόνα να ξεκινήσει πάλι, με μανία λες, άνθρωποι και μηχανές, αυτοκίνητα και ποδήλατα…

[…] Η μνήμη, χαλαρή, κάνει τα πάντα να σμίγουν σε μια γιορτή, απρόσιτη στους άλλους, στημένη μόνο για μένα. Αφήνω μια εικόνα και πιάνω την άλλη που θα την αφήσω κι αυτή στη μέση, σαν τα ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης που οι τραγουδιστάδες δε λένε ποτέ τον τελευταίο στίχο, γιατί κάθε τέλος σέρνει μαζί του θλίψη.

[…] Αναγνώστη, όποιος και να ‘σαι. Το είπα από την αρχή και σ’ το ξαναλέω. Δεν είναι λάθος ούτε βιασύνη ούτε σάλεμα του νου η αταξία σε τούτα τα γραφτά. Είναι ηθελημένη. Και όταν μίλησα για σπαράγματα στο υπόγειο κάποιου μουσείου αυτό θέλησα να πω.

Κάθε χτύπημα στη γη με το σκεπάρνι του αρχαιολόγου, κάθε κομμάτι μάρμαρο ή κεραμικό που έκρυβε η γη στα σπλάχνα της είχε δικαίωμα στον ίδιο σεβασμό, γιατί κάποτε ένα χέρι ανθρώπινο το κράτησε, ένας νους το ‘χε πλάσει στον πηλό ή το ‘χε σμιλέψει στο μάρμαρο.

Έτσι σκεφτόμουν τότε έτσι σκέφτομαι και τώρα. Κάθε γραμμένη αράδα στα κιτρινισμένα πια φύλλα που ανασύρθηκαν από τα συρτάρια και τα χαρτονένια κουτιά, κάθε ξεχασμένη κουβέντα που ειπώθηκε και γράφτηκε τότε, κάτι έπρεπε να σημαίνει.

Ο φόβος της οριστικής λησμονιάς με τρόμαξε. Εγώ δεν έχω χώμα για να σκάψω, σκάβω και ανασκαλεύω τα χαρτιά και τα λόγια.

Όμως μια αδιόρατη μελαγχολία μου κάνει παρέα στην τρίχρονη περιπέτειά μου, και τώρα που αρχίζω να βλέπω κάποιο τέλος θέλω να πω και τούτο. Νιώθω μια σχεδόν χριστιανική συγνώμη, για ανθρώπους και πράγματα, ο χρόνος σοφός και αδυσώπητος βάζει τη δικιά του τάξη χωρίς να ρωτάει και χωρίς να περιμένει απάντηση. Σας χαιρετώ.

[…] Εδώ τελειώνω. Απότομα, όπως το άρχισα τούτο το συναξάρι της ζωής, μισό αληθινό και μισό ψεύτικο. Έτσι καθώς ταιριάζει στο νου μου, που έμαθε να φτιάχνει ιστορίες και παραμύθια με ανθρώπους και φαντάσματα.

Γιατί η αλήθεια η δικιά μου είναι μόνο δικιά μου και τις αλήθειες των άλλων πάλι εγώ τις αλέθω όπως θέλω, και όπως με βολεύει.

Βοηθάει και η θολούρα τόσων χρόνων και η ύπουλη μνήμη που δε ρωτάει, παίζει τα δικά της παιχνίδια, διαλέγει ό,τι θέλει και τα άλλα τα πετά στην αιώνια και οριστική λησμονιά.

Μια μυστηριακή δύναμη αποφασίζει, χωρίς να με ρωτήσει, χωρίς να τυραννιέται από αμφιβολίες και πισωγυρίσματα. Όμως δε θα ξεχάσω όσους αγάπησα κι όσους με αγαπήσανε.

Ένας αρχαίος σεβασμός τους προστατεύει και με προστατεύει από τη λησμονιά. Ζήστε για να μας θυμάστε, πάλι η κουβέντα της μάνας. Μείνε ήσυχη μάνα, σκέφτηκα τότε. Και τώρα το ίδιο σκέφτομαι.

Μείνε ήσυχη μάνα.

Νίκος Κούνδουρος
1η Απρίλη 2009


*Ήταν ένα απόσπασμα, από τον επίλογο του βιβλίου «Ονειρεύτηκα πως πέθανα«, του σκηνοθέτη και συγγραφέα Νίκου Κούνδουρου, των εκδόσεων Ίκαρος.

Δεν γινόταν να επιλέξω κάποιο άλλο μέρος αυτού του βιβλίου, να κόψω, δηλαδή, στη μέση την αφήγηση ή να κάνω «διάλειμμα» σε αυτήν την 60χρονη πορεία αγωνιστικών, όσο και καλλιτεχνικών βιωμάτων, με γεγονότα και πρόσωπα που ο συγγραφέας, εκεί, μπροστά σου, προβάλει σε γραπτή οθόνη…

Σε αυτό το προσωπικό, όσο και ιστορικό ντοκιμαντέρ, ο σκηνοθέτης, θα κάνει ζουμ στην Σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας, γραμμένη με αληθινά, όσο και ιστορικά πρόσωπα που άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στο πέρασμά τους, όχι μόνο στη χώρα μας, στην Ευρώπη και στον κόσμο, μα και στον ίδιο τον αφηγητή, που ζώντας δίπλα τους, μέσω αυτού του εξομολογητικού ημερολογίου, όρμάει σαν… Κρητικός πολεμιστής να λαβωθεί την ζωή τους, μοιραία και τη δική του, απαθανατίζοντάς τες.

Το συγγραφικό του βλέμμα, είναι εκείνο που ανακαλύπτεται όταν τα χρόνια περάσουν, όταν τα… ντουβάρια κιτρινίσουν, και γι αυτό επιτρέψουν στις εικόνες, να προβληθούν ξανά ολοζώντανες και πολυδιάστατες, από ποτέ, στους τοίχους τους…

Θα ‘ταν ευχής έργον, ο αυτοβιογραφούμενος Κούνδουρος, να επιχειρήσει στο μέλλον, μια ακόμη…  επίθεση στο παρελθόν, αφού ένιωθα διαβάζοντάς το απνευστί, σαν να ‘ταν ένας γερός πρόλογος, που χαράζει και υπόσχεται συνέχεια… Κρυσταλία Πατούλη

Γράμμα από ένα βοσκό για την κρίση

 

«Κύριε Νίκο, σε καλημερίζω  Λέγομαι Κωστής Γερακιανάκης και είμαι από τον Πατσίδερο. Εκεί εγεννήθηκα κι εμεγάλωσα κι εκεί μένω ακόμη. Η δουλειά μου είναι βοσκός. Στο σκολείο δεν επήγα , γιατί δεν μ’ αρέσανε τα γράμματα. Ετελείωσα το δημοτικό απηλωχτός , που λένε. Γι’ αυτό ανέ κάμω λάθητα σε τούτανε που γράφω, να μου τα συμπαθήσεις. Θέλω να σου γράψω δυο λόγια για τον πολιτισμό, όπως τόνε καταλαβαίνω εγώ ο απλός άθρωπος, ο βοσκός. Πολλοί από μας όταν ακούμε τη λέξη πολιτισμός, το μυαλό μας πηγαίνει στα μουσεία, στην Κνωσσό ή στην Ακρόπολη. Άλλοι πάλι νομίζουνε πολιτισμό τα μεγάλα σπίθια που ‘χουνε πισίνες. Δεν είναι όμως έτσι. Πολιτισμός δεν είναι μόνο τα μουσεία κι ο Παρθενώνας, ούτε τα γυαλιστερά μάρμαρα και το μετρό, ούτε τα μεγάλα φώτα που θαμπώνουνε. Πολιτισμό μπορεί να παράξει και μια γυναίκα που αλέθει τα ροβίθια τζη στο χερόμυλο και μετά να ζυμώσει το ψωμί. Όμως η μεγαλύτερη έννοια του πολιτισμού είναι άλλη: Ο πολιτισμός είναι βαθιά ριζωμένος στην ψυχή μας και στη νοοτροπία μας και αποδεικνύει το επίπεδο ντου κυρίως από τη συμπεριφορά μας απέναντι στο συνάνθρωπο μας απέναντι στη φύση και στο περιβάλλον. Τη φύση που τη βιάζουμε κάθε μέρα και ασεβούμε εις βάρος τζη με βαρβαρότητα  Τώρα θα γεμίσουνε τα βουνά μας με μύλους ψηλούς ,σαν τα φανταξά, να βγάνουνε ρεύμα. Αυτό λέγεται εξέλιξη. Πως μπορούμε να συνδυάσωμε τον πολιτισμό μας με την εισαγόμενη εξέλιξη; αφού η εξέλιξη είναι αιτία και ποθαίνουνε οι αθρώποι. Και το σπουδαιότερο: εγώ μαθαίνω των κοπελιών μου ν’ αγαπούνε τη ζωή όχι το θάνατο. Την άλλη μέρα θα με ρωτήξουνε: Αντιστάθηκες πατέρα στην καινούργια κατοχή; Τι θα τους απαντήσω; Κωστής Γερακιανάκης, Πατσίδερος».   πηγή: http://www.creteplus.gr/

Το τετράφυλλο δάκρυ _ Γράφει η Ανώνυμη

23:07, 10 Ιουλ 2012 | tvxsteam tvxs.gr/node/100191

Χτες τη νύχτα, έπεσε στα χέρια μου, ένα κείμενο ενός συγγραφέα, το οποίο μιλούσε για το: Που βαδίζουμε; Πώς να εκφραστούμε καλλιτεχνικά; Με τί είδους υλικό, να πορευτούμε, απέναντι σε μια Ελλάδα που καταρρέει; Ο συγγραφέας, μιλούσε για την προσωπική κυρίως αγωνία του, που, όμως, αντικατοπτριζόταν σιγά σιγά στα μάτια όλων γύρω του.

Το βάρος του προβληματισμού του, έφτασε κάποια στιγμή, να εστιάσει σε μια βιωμένη εικόνα, ενός άντρα, που ένα βράδυ έψαχνε τα σκουπίδια έξω από ένα μαγαζί για να βρει κάτι να φάει και καθώς σκάλιζε τα άχρηστα αντικείμενα πέταγε και κάποια από αυτά έξω από τον κάδο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, θα έβγαινε μία πωλήτρια από το κατάστημα και βλέποντάς τον θα μονολογούσε: «Εγώ, τώρα, θα πρέπει να τα ξαναμαζέψω όλα αυτά;». Ο άντρας στη συνέχεια θα έλεγε μονολεκτικά «πεινάω!», ενώ ο συγγραφέας, σε αυτό ακριβώς το σημείο, τραπόταν σε φυγή, χωρίς να δρασκελίσει την είσοδο του μαγαζιού, όπως είχε σκοπό λίγο πιο πριν.

Στη συνέχεια, το ίδιο βράδυ, όπως εξομολογούνταν, θα έχανε και τον ύπνο του. Δεν είχε ξαναζήσει κάτι ανάλογο σε όλη του τη ζωή, δεν είχε ξαναδεί με τα ίδια του τα μάτια τέτοιο απελπισμένο βλέμμα, δεν είχε ξανακούσει άνθρωπο, με τα ίδια του τα αυτιά, να λέει «πεινάω». Είχε, λοιπόν, μείνει εμβρόντητος όσο και τρομερά ταραγμένος. Μπορεί και τρομοκρατημένος. Επιπλέον, μέσα στο μυαλό του έμοιαζε να απαξιώνεται η ίδια η τέχνη που μέχρι εκείνη τη στιγμή, υπηρετούσε… Το θέμα της, οι περιοχές άντλησης του περιεχομένου της, όπως και το μήνυμα που μοιραζόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή με τους αναγνώστες του, έμοιαζε ανούσια πολυτέλεια.

Ερωτήματα, αναπάντητα, εισέβαλλαν στο μυαλό του: Πώς άραγε μεταμορφώνεται κάτι σε δημιουργία σε ανάλογες συνθήκες; Ποιό όραμα για το αύριο είναι δυνατό να δημιουργηθεί, ώστε, ει δυνατόν, να μετουσιωθεί σε τέχνη, σε… σκαλοπάτι για να ανυψωθούμε ψυχικά όσο και πνευματικά, διαμορφώνοντας εκείνη την ελπίδα που ίσως συνεισφέρει στο να ξεπεράσουμε τα… χάλια μας;

Πρωτόγνωρα συναισθήματα και νέο υλικό για έναν δημιουργό, που η δυστυχία έφτασε έξω ακριβώς από το κατώφλι του, με τη μορφή ενός παραμορφωμένου ανθρωπόμορφου μαλλιαρού ζώου που γρύλιζε «πεινάω», σαρώνοντας κάθε τι που μέχρι πριν από λίγο φωτιζόταν με νόημα και… έμπνευση.

Είναι όμως; Ή, ακόμη, θα ‘πρεπε ποτέ να είναι, η τέχνη, πολυτέλεια; Και πώς άραγε αντιμετωπίζουμε, όλοι μας, ανάλογα περιστατικά που συμβαίνουν, πλέον, μέσα στο «σπίτι» μας; Το βάζουμε στα πόδια; Ή προβάλουμε την δική μας δυσκολία, έχοντας απέναντί μας το δράμα ενός πεινασμένου;

Ο συγκεκριμένος άντρας, δεν έκλεψε, δεν ζητιάνεψε, δεν σκότωσε, για να βρει κάτι να φάει, ενώ, έδειξε ότι συνεχίζει να αγωνίζεται, με τον δικό του τρόπο… Το μόνο που έκανε, ήταν να εκφράσει την ανάγκη του, κάτι -ψυχικά όσο και κοινωνικά- φυσιολογικό και υγιές (απορίας άξιον, μάλιστα, πόσο πολύ υγιές!) αλλά και απόλυτα κατανοητό και ανθρώπινο, για την κατάστασή του.

Κανείς, όμως, από τους… χορτασμένους, δεν σκέφτηκε το αυτονόητο: Να του δώσει κάτι να φάει! Αν αυτό συμβαίνει, πιθανά, σε ένα μεγάλο μέρος των νεοελλήνων, αναρωτιέμαι και εγώ με τι σειρά μου, τί μέρες ζούμε, αλλά και τί μέρες έρχονται, ελλείψει πνεύματος αλληλεγγύης όσο και βοήθειας, των δυνατότερων έναντι των αδυνάτων. Γιατί, όλοι μας, πρέπει κάποτε να καταλάβουμε, ότι είμαστε δυνατότεροι έναντι κάποιων άλλων.

Με ένα 41% -μόνο- που εργάζεται στην Ελλάδα, δεν νοείται, να μην βοηθά ο καθένας μας έναν τουλάχιστον άνθρωπο, πιο αδύναμο δίπλα του –για οποιονδήποτε λόγο-, εκτός από την ανάγκη για συμμετοχή σε ακτιβιστικές ή άλλες κινήσεις, υποστήριξης ή αλληλοϋποστήριξης, ασθενέστερων ανθρώπων της κοινωνίας.

Δε γίνεται να μη θυμηθώ, μέσα από αυτές τις σκέψεις, το μεγαλείο μιας γυναίκας (που τον άντρα της σκότωσαν από αμέλεια οι γιατροί) που δούλευε σε τρεις δουλειές για να επιβιώσει η ίδια και τα τρία ανήλικα παιδιά της, η οποία, καλούσε σπίτι της, κάθε τόσο, μια άλλη γυναίκα, την κυρα Μαργαρώ, για να την βοηθήσει στις δουλειές του σπιτιού της, που λόγω υπερωριών εργασίας έμεναν αφρόντιστες. Όταν το νοικοκυριό τους τελείωνε, η γυναίκα δεν είχε, φυσικά, χρήματα να δώσει στην κυρά Μαργαρώ, γι’ αυτό έδινε ρούχα δικά της ή των παιδιών της που δεν τους χωρούσαν πια, ή δεν τούς ήταν απολύτως απαραίτητα, όπως και παπούτσια, παιχνίδια, ή φαγητό, ή ότι άλλο μπορούσε.

Αν μη τί άλλο, τα παιδιά αυτά, σίγουρα έμαθαν τι σημαίνει η λέξη αλληλεγγύη, και συγχρόνως, τι σημαίνει να νιώθεις… πλούσιος! αφού μπορούσαν να συνεισφέρουν έστω και ελάχιστα, σε μια άλλη οικογένεια, της κυρα Μαργαρώς, που ήταν και η ίδια χήρα, είχε μια κόρη και 5 εγγόνια, και τον γαμπρό της στη φυλακή με απουσία… μοίρας στον ήλιο!

Υπάρχει, και άλλη μια σκηνή, που έρχεται στη μνήμη μου, μέσα από μια φωτογραφία, που έχει κάνει το γύρο του διαδικτύου: Ένας άστεγος, που παρόλη την ανέχειά του, φροντίζει τον σκύλο του. Διότι, όποιος και αν είμαι ή αν είσαι, σε οποιεσδήποτε συνθήκες ζωής κι αν επιβιώνεις, έχεις τη δυνατότητα να βοηθήσεις, έστω και ελάχιστα, έστω και έναν άνθρωπο που για χ ή ψ λόγους, βρίσκεται σε δυσκολότερη κατάσταση από σένα και από μένα, ή ακόμα και ένα μικρό ζωάκι.

Όσο για τους όποιους, σοκαρισμένους πνευματικούς ανθρώπους, θυμίζω τους αρχαίους Έλληνες, που ήξεραν να δημιουργούν μέσα από τραγωδίες. Που ήξεραν να κάνουν τέχνη, την ίδια την τραγωδία. Κυρίως, όμως, να διαχειρίζονται την όποια τραγωδία, και μάλιστα, ώστε να αφορά και να αγγίζει όλα τα κοινωνικά στρώματα, από τον 1ο μέχρι τον τελευταίο πολίτη.

Ναι, είναι ψυχικός τραυματισμός (σοκ) να έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον που το μόνο που μπορεί να πει, είναι «πεινάω!».

Ναι, είναι, επίσης, πολύ σημαντικό το τί καλείται να υπηρετεί, στις σημερινές συνθήκες, η ελληνική τέχνη όσο και σε ποιους απευθύνεται, διότι ένα σημαντικό έργο τέχνης, μπορεί να γίνει ακόμη και σανίδα σωτηρίας για τον απελπισμένο, να του δώσει δύναμη να συνεχίσει τον αγώνα του.

Και ναι, είναι πολύ σημαντικό κάθε άνθρωπος να έρθει σε επαφή με την πραγματικότητα γύρω του, χωρίς, ούτε να υπερβάλλει, ούτε να την υποτιμήσει μετατρέποντάς την σε φτηνό μελό, ούτε όμως και να την απαξιώσει, αλλά να την διαχειριστεί, τόσο προσωπικά, όσο και κοινωνικά, βρίσκοντας τη θέση του μέσα σε αυτήν για να την εκφραστεί με τα μέσα που διαθέτει. Και η θέση μας μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα που ζούμε, χρειάζεται, όχι μόνο ωριμότητα, όχι μόνο ψυχή, αλλά, και όσο ποτέ άλλοτε, κατανόηση, συνεργασία και αλληλεγγύη.

Εύχομαι, λοιπόν, να αναζητήσουμε, πραγματικά, μέσα μας, τον άνθρωπο εκείνον, που έχει σίγουρα τη δύναμη, ανεξάρτητα από τα όποια δικά του προβλήματα, να βοηθήσει έστω και έναν δίπλα του, και οι όποιοι πνευματικοί άνθρωποι μάς απέμειναν, να ανασύρουν από τα βιώματά τους και από τις γνώσεις τους, έστω και ένα χιλιοστό από την δημιουργική γενναιότητα, εκείνων των μεγάλων που πέρασαν από την Ελλάδα, χωρίς να κλείσουν τα μάτια μπροστά στην όποια τραγική πραγματικότητα, αλλά αντίθετα, να χωρέσουν στα παπούτσια των συνανθρώπων τους, για να αποτυπώσουν με τον δικό τους λόγο το βίωμά τους, και να αντέξουν μέχρι και να αναρωτηθούν: «Πού να βρω την ψυχή μου, το τετράφυλλο δάκρυ;», μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο… «τον μικρό, τον Μέγα».

Τέλος, εύχομαι, να ανασύρουν, να ανασύρουμε, το παράδειγμα του έργου όσων κατάφεραν να δημιουργήσουν υπερβαίνοντας τον εαυτό τους, για την ψυχής τους. Γιατί, προσωπικά, αυτό νομίζω ότι είναι η τέχνη, εκείνη που μένει αθάνατη μέσα στο χρόνο: Η ψυχή μας. Και, επιτέλους, σήμερα, καλούμαστε να την ανακαλύψουμε!

Υγ. Τετράφυλλο δάκρυ = Ανατολή, Δύση, βοράς, νότος (προσωπική ερμηνεία του στίχου του αείμνηστου ποιητή).

Νάσος Βαγενάς _ Η Ευρώπη δεν μας έχει αδικήσει

08:07, 10 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/99800

Το θέαμα είναι θλιβερό και θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε αμέσως και δραστικά. Όμως την ίδια στιγμή θα πρέπει να αγωνιστούμε για να μη δούμε χειρότερα. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει αν καταγγέλλουμε την Ευρώπη, η οποία δεν μας έχει αδικήσει» ο Νάσος Βαγενάς, ποιητής και Καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Παν/μιο Αθηνών, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για την σημερινή πολιτικοοικονομική κατάσταση της χώρας, συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs.

Ν.Β.: Πιστεύω ότι αυτό που ζούμε τώρα δεν είναι κρίση, όπως λέγεται. Είναι τα αποτελέσματα μιας κρίσης. Την κρίση τη ζούσαμε όλα αυτά τα τριάντα χρόνια της Μεταπολίτευσης χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Θέλω να πω ότι αυτή η πλασματική κατάσταση την οποία ζούσαμε, ένα είδος ευμάρειας που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική οικονομική κατάσταση της χώρας, με όλα όσα συνεπαγόταν στο ηθικό επίπεδο, με την διαφθορά των συνειδήσεων την οποία επέφερε, αυτή ήταν μια πραγματική κατάσταση κρίσης.

Κρ. Π.: Εννοείτε, ότι αυτή η κατάσταση της διαφθοράς, είναι η αιτία; Διότι κάθε κρίση υποχρεώνει από μόνη της για αλλαγή…

Ν.Β.: Επιτρέψτε μου να θεωρώ ότι εκείνη η κατάσταση ήταν η κρίση. Συνήθως – και ανακριβώς – ονομάζουμε κρίση τα αποτελέσματα μιας κρίσης. Όμως οι κρίσεις, δεν παράγονται αυτομάτως. Είναι προϊόν μιας διαδικασίας. Αυτή η διαδικασία μας παρείχε μια πλασματική, μια εικονική πραγματικότητα, που τη βιώναμε ως πραγματική.

Κρ. Π.: Πώς νομίζετε ότι θα μπορούσαμε να βγούμε από αυτήν την κρίση;

Ν.Β.: Οι ενδείξεις ότι θα μπορούσαμε να βγούμε δεν είναι ενθαρρυντικές. Δεν φαίνεται να έχουμε απαλλαγεί από τη νοοτροπία της Μεταπολίτευσης, πράγμα που θα μπορούσε να μας οδηγήσει στην έξοδο. Συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε με το μυαλό μας της τελευταίας τριακονταπενταετίας. Θα μπορούσα να σας αναφέρω πολλά στοιχεία που το δείχνουν αυτό.

Κρ. Π.: Θέλετε να αναφέρετε κάποιο από αυτά;

Ν.Β.: Το χοντρικότερο είναι η άγρια αντίθεσή μας στο Μνημόνιο. Τα αποτελέσματα των δύο τελευταίων εκλογών έδειξαν ότι ο Έλληνας δεν το θέλει – το αποστρέφεται.

Κρ. Π.: Και είναι λάθος;

Ν.Β.: Θα ήταν φυσικό, αν υπήρχε κάποιος άλλος, ευκολότερος τρόπος να σωθούμε. Εγώ δεν τον βλέπω. Ούτε βλέπω να τον βλέπουν όσοι κατήγγειλαν το Μνημόνιο, και εξακολουθούν να το καταγγέλλουν. Δεν θα ήθελα, βέβαια, να νομίσετε ότι πιστεύω ότι η εφαρμογή των δεσμεύσεων που μας έχει επιβάλει το Μνημόνιο θα κάνει τη ζωή μας ευτυχισμένη· όμως θα μας προφυλάξει από μεγαλύτερη δυστυχία. Το μη χείρον δεν είναι βέλτιστον, όπως λέγεται, σίγουρα όμως είναι βέλτιον.

Κρ. Π.: Δεν θα πρέπει να αγωνιστούμε για να αλλάξουν οι επαχθείς όροι του Μνημονίου;

Ν.Β: Εξαρτάται από το νόημα που δίνουμε στο ρήμα να αγωνιστούμε. Αν εννοείται ότι θα πρέπει να διαπραγματευθούμε, ώστε να πείσουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους άλλους εταίρους του Μνημονίου ότι αυτό θα ήταν για το συμφέρον όλων μας, τότε συμφωνώ. Αλλά αν το να αγωνιστούμε σημαίνει απεργίες, διαδηλώσεις, ταραχές, όπως απειλούν όσοι κατήγγειλαν το Μνημόνιο, αυτό σημαίνει συνέχιση της καταγγελίας του, δηλαδή της πεποίθησης ότι δεν χρωστάμε τίποτα. Δηλαδή συνέχιση του εκβιασμού τον οποίο επιχείρησαν οι αντίπαλοι του Μνημονίου, με προεξάρχοντα τον ΣΥΡΙΖΑ: ότι αν δεν μας χαρίσετε όσα σας χρωστάμε και φύγουμε από την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα καταρρεύσετε κι εσείς. Πιστεύετε ότι η Ευρώπη θα ανεχτεί έναν τέτοιο εκβιασμό;

Κρ. Π.: Πιστεύετε ότι αυτοί που μας οδήγησαν στην επιβολή του Μνημονίου, δηλαδή, κυρίως το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, μπορούν να δώσουν τη λύση;

Ν.Β: Πιστεύω ότι είναι λάθος να πιστεύουμε ότι στην κατάσταση της επιβολής του Μνημονίου μας οδήγησαν μόνο τα κόμματα εξουσίας, η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Εξίσου υπεύθυνα γι` αυτό ήταν και τα κόμματα της Αριστεράς, που αντιτάχθηκαν στον εξορθολογισμό των δημοσιονομικών της χώρας εν ονόματι του λεγόμενου λαϊκού συμφέροντος. Θέλω να πω ότι η συμμετοχή της Αριστεράς στο πελατειακό σύστημα των κομμάτων κάθε άλλο παρά αμελητέα ήταν (και είναι και σήμερα – το σύστημα αυτό λειτουργεί και σήμερα). Σε όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης η Αριστερά ασκούσε (ασκεί και σήμερα) ένα είδος παράπλευρης εξουσίας, η οποία ήταν εξίσου υπεύθυνη για τους λόγους που μας οδήγησαν στο Μνημόνιο.

Κρ. Π.: Μοιάζει να είστε εξίσου επικριτικός για τον ρόλο της Αριστεράς, σαν να ήταν σε κάποια κυβέρνηση… Και προέρχεστε από τον χώρο της Αριστεράς.

Ν.Β.: Όχι μόνο προέρχομαι αλλά και ανήκω στον χώρο της Αριστεράς. Ντρέπομαι που αναγκάζομαι να το δηλώσω αυτό, γιατί δεν ανήκω σ` εκείνη την περιοχή της Αριστεράς που διαλαλεί αυτάρεσκα την αριστεροσύνη της. Πιστεύω ότι υπάρχει κάτι το αντιαισθητικό στη φράση: «Εμείς οι αριστεροί…». Το πού ανήκει κανείς πολιτικά το δείχνουν περισσότερο οι πράξεις του και λιγότερο οι δηλώσεις του. Αλλά, βέβαια, θα πρέπει να ορίσουμε και ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο, σήμερα, του όρου Αριστερά.

Κρ. Π.: Να επανέλθουμε στο ερώτημα των υπευθύνων για την προσφυγή στο Μνημόνιο…

Ν.Β.: Ναι… Έλεγα ότι δεν ευθύνονται μόνο τα κόμματα που άσκησαν την εξουσία αλλά και η Αριστερά με την παράπλευρη δύναμή της που επηρέαζε, και μάλιστα σημαντικά, τη λήψη των αποφάσεων. Αλλά υπεύθυνοι δεν είναι μόνο αυτοί. Είναι και ο ίδιος ο ελληνικός λαός. Και είναι όχι μόνο συλλογικά – αυτός εξέλεξε στην κυβέρνηση τα κόμματα που επιθυμούσε – αλλά και ατομικά, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες ως άτομα. Στην πλειονότητά τους συμμετείχαν, περισσότερο ή λιγότερο, σε αυτό που σωστά χαρακτηρίστηκε «λεηλασία του κράτους».

Κρ. Π.: Δηλαδή συμφωνείτε στο «μαζί τα φάγαμε»;

Ν.Β.: Το «μαζί» είναι ένα σχήμα λόγου που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όταν μιλάμε για τον λαό με όρους πολιτικούς, εννοούμε την πλειονότητά του που με όρους εκλογικούς ονομάζεται πλειοψηφία, η οποία εκλέγει τις κυβερνήσεις. Πιστεύω ότι στην πλειονότητά του ο ελληνικός λαός συμμετείχε στη λεηλασία του κράτους. Και αυτό αποδεικνύεται με απλούς υπολογισμούς. Οι περιπτώσεις διαφθοράς των πολιτών και εξαπάτησης του δημοσίου, που έρχονται καθημερινά στο φώς, είναι τόσες πολλές, που μαζί με εκείνες που δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί (οι έρευνες συνεχίζονται) και εκείνες που (σύμφωνα με τον νόμο των πιθανοτήτων) δεν πρόκειται να αποκαλυφθούν ποτέ, δείχνουν ότι εκατομμύρια Ελλήνων έχουν εξαπατήσει το κράτος. Θα ήταν ανιαρό να απαριθμήσω όλες αυτές τις περιπτώσεις εξαπάτησης, που τις διαβάζουμε καθημερινά στις εφημερίδες. Θα αναφέρω, δειγματοληπτικά, μόνο δύο: την έκταση (και το βάθος) της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής (μέγιστο, μη καταρρίψιμο, πανευρωπαϊκό ρεκόρ, για το βιβλίο Γκίνες) και τις καταστάσεις-μαϊμού (συντάξεων, επιδομάτων κ.τ.λ.). Μιλάμε για πολλές εκατοντάδες χιλιάδες περιπτώσεων, στις οποίες εμπλέκονται (αν υπολογίσουμε και τα μέλη των οικογενειών των εξαπατώντων) εκατομμύρια πολιτών.

Κρ. Π.: Δεν υπάρχουν εκατομμύρια πολιτών, που δεν έχουν συμμετάσχει σε αυτή τη λεηλασία;

Ν.Β.: Και εκατομμύρια που έχουν συμμετάσχει. Αυτό που θέλω να πω, με το σχήμα λόγου που χρησιμοποιώ, είναι ότι είναι λάθος να λέμε ότι τα έφαγαν μόνο οι πολιτικοί, και μάλιστα μόνο οι πολιτικοί των κομμάτων εξουσίας. Διότι υπάρχουν και πολιτικοί αυτών των κομμάτων που δεν έφαγαν τίποτα. Αν δούμε τα πράγματα αναλογικά, θα διαπιστώσουμε ότι το ποσοστό των πολιτών που συμμετείχε στη λεηλασία του κράτους δεν ήταν μικρότερο από εκείνο των πολιτικών.

Κρ. Π.: Είναι το ίδιο να λεηλατήσεις για παράδειγμα, κάποια ευρώ, και το ίδιο να λεηλατήσεις εκατομμύρια δις ή και τρις; Και, πώς μπόρεσαν όσοι πολίτες… λεηλάτησαν, να το καταφέρουν, εάν δεν τους δόθηκε το… πράσινο φως από το υπάρχον σύστημα, το οποίο, αν μη τι άλλο, προφανώς, δεν διέθετε ανάλογο έλεγχο της διαφθοράς;

N.B.: Οι συγκρίσεις μου είναι γενικές και αναλογικές. Πιστεύω ότι αν αθροίσουμε τα εκατομμύρια που έφαγαν συνολικά οι πολιτικοί και εκείνα που έφαγαν συνολικά οι πολίτες η διαφορά των δύο αθροισμάτων (αν υπάρχει) δεν θα είναι μεγάλη. Και σε ό,τι αφορά τη διαφθορά των πολιτών, η ευθύνη των κυβερνήσεων γι` αυτήν είναι, πιστεύω, μικρότερη από την ευθύνη των ίδιων των πολιτών. Θα πρέπει, επίσης, κάποτε να μετρηθεί και η συμβολή των πολιτών στη διαφθορά των κυβερνήσεων.

Κρ. Π.: Η, δε, κατάχρηση ενός πολιτικού, συγκρίνεται με ενός πολίτη;

Ν.Β.: Όχι, βέβαια, δεν συγκρίνεται. Οι πολιτικοί θα πρέπει να τιμωρούνται αυστηρότερα απ` ό,τι οι πολίτες. Όχι μόνο οι πολιτικοί, αλλά να τιμωρούνται και τα κόμματα, όταν οι μίζες πηγαίνουν σε αυτά. Αλλά, βέβαια, όλες οι περιπτώσεις διαφθοράς δεν είναι ίδιες. Το έγκλημα του Τσοχατζόπουλου είναι πολύ βαρύτερο από το έγκλημα του Τσουκάτου, για τον οποίο δεν είμαι βέβαιος ότι οι μίζες πήγαιναν στην τσέπη του και ότι δεν πήγαιναν στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ. Και οι περιπτώσεις διαφθοράς των πολιτών δεν είναι όλες του ίδιου βαθμού. Όπως και να έχει το πράγμα, αν δεν πάει κόσμος στη φυλακή, δεν μπορούμε να ελπίζουμε για κάθαρση.

Κρ. Π.: Δεν χρειαζόταν – όπως πολλοί αναφέρουν- να έχει γίνει άρση βουλευτικής ασυλίας, να είχε ερευνηθεί το πόθεν έσχες, όπως και το θέμα του χρέους πριν πάει οποιαδήποτε κυβέρνηση να ψηφίσει δύο μνημόνια που προσβάλλουν ακόμη και την εθνική μας κυριαρχία; Θα μπορούσαν π.χ. να δημευτούν περιουσίες, εφόσον αποδεικνύονταν καταχρήσεις δημοσίου χρήματος. Όπως, επίσης, να είχε φορολογηθεί π.χ. και η εκκλησία, και το μεγάλο κεφάλαιο. Συγχρόνως να είχε παταχθεί η διαφθορά; 

Ν.Β.: Η άρση της ασυλίας και η έρευνα για το πόθεν έσχες έπρεπε να είχαν τεθεί σε εφαρμογή πολύ πριν εμφανιστεί στον ορίζοντα το φάντασμα του Μνημονίου. Το οποίο, από τη στιγμή που εμφανίστηκε, απαιτούσε άμεση αντιμετώπιση. Θέλω να πω, δεν υπήρχε χρόνος για το πόθεν έσχες και για το θέμα του χρέους, γιατί οι ημερομηνίες έτρεχαν, και μετά την 15η Ιουνίου θα διακοπτόταν η ροή του εξωτερικού δανεισμού και θα είχαμε παύση πληρωμών, με όλα όσα συνεπάγεται αυτό. Όσο για τη διαφθορά γενικά, αυτή δεν πατάσσεται από τη μια μέρα στην άλλη. Και θα επαναλάβω το ρητό: «Το μη χείρον βέλτιστον». Νομίζετε ότι χαίρομαι επειδή ο Σαμαράς έγινε πρωθυπουργός; Όμως τα δύο πρώην και νυν κόμματα εξουσίας γνωρίζουν την πραγματική κατάσταση της χώρας καλύτερα απ` ό,τι οι αεροβατούντες πολέμιοι του Μνημονίου, και γι` αυτό πιστεύω ότι είναι αρμοδιότερα να το αντιμετωπίσουν επιτυχέστερα απ` ό,τι οι επιμένοντες στην κατάργησή του.

Κρ. Π.: Για τη ΔΗΜΑΡ τί έχετε να πείτε;

Ν. Β.: Πιστεύω ότι η στάση της, η υποστήριξη της σημερινής κυβέρνησης, δείχνει ότι υπάρχει μια μερίδα της Αριστεράς, που βλέπει με ρεαλιστικό μάτι την κατάσταση. Πιστεύω, ωστόσο, ότι η διαπραγματευτική ικανότητα της κυβέρνησης θα ήταν ισχυρότερη αν το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ συμμετείχαν ενεργότερα στην κυβέρνηση. Για να τελειώσω αυτά που θα ήθελα να πω για τη ΔΗΜΑΡ, πιστεύω ότι στο πλαίσιο της σημερινής πολιτικοοικονομικής συγκυρίας της Ευρώπης, και όχι μόνο αυτής, (το υπογραμμίζω αυτό), η ΔΗΜΑΡ, είναι το μόνο πραγματικό κόμμα της Αριστεράς γιατί έχει αντιληφθεί ότι οι σκοποί μιας αριστερής πολιτικής δεν προωθούνται καλύτερα με την τυφλή αντίθεση στο Μνημόνιο, την οποία ευαγγελίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ που είναι, κατά την άποψή μου συντηρητικό κόμμα. Διότι συντήρηση είναι το να αντιδράς στην ανάγκη για αναδιάρθρωση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας προβάλλονται αιτήματα που στην παρούσα συγκυρία είναι εξωπραγματικά. Αυτό που κυρίως ενοχλεί στον ΣΥΡΙΖΑ είναι η αφ` υψηλού θεώρηση της πραγματικότητας και η υπεροψία με την οποία επικρίνει τους αντιπάλους του, σε συνδυασμό με το μέγεθος της δημαγωγίας του, που συναγωνίζεται την παλαιότερη δημαγωγία (διότι τώρα την έχουν μετριάσει) της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ. Όταν ένα κόμμα της Αριστεράς δημαγωγεί, παύει να συμπεριφέρεται ως κόμμα της Αριστεράς. Ο ΣΥΡΙΖΑ, κατά τη γνώμη μου, και ως κόμμα δημαγωγικό είναι ένα κόμμα παλαιοκομματικό.

Κρ. Π.: Και για την ολοένα και περισσότερη δυστυχία και καταστροφή, που βλέπουμε γύρω μας σήμερα;

Ν.Β: Το θέαμα είναι θλιβερό και θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε αμέσως και δραστικά. Όμως την ίδια στιγμή θα πρέπει να αγωνιστούμε για να μη δούμε χειρότερα. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει αν καταγγέλλουμε την Ευρώπη, η οποία δεν μας έχει αδικήσει. Θα αποτρέψουμε τα χειρότερα και θα βάλουμε τις βάσεις για μιαν έξοδο από τη σημερινή κατάσταση μόνο αν η χώρα μας ανακτήσει τη διεθνή αξιοπιστία της. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς μεταρρυθμίσεις που έχουμε δεσμευτεί να πραγματοποιήσουμε και οι οποίες χρονίζουν από καιρό. Με την κατά μέτωπο σύγκρουση μαζί της θα ζήσουμε καταστάσεις ακόμη χειρότερες.

Λαοκράτης Βάσσης _ Πρέπει να κρατηθούμε απ’ την ψυχή μας

02:07, 08 Ιουλ 2012 |  tvxs.gr/node/99767

Δεν έχουμε φτάσει ακόμα στον πάτο της κρίσης. Κατρακυλάμε. Διαρκώς κατρακυλάμε […] Πρέπει, λοιπόν, να περιμαζέψουμε την ψυχή μας, να ανακτήσουμε όλα τα αξιακά μας στοιχεία, να κρατηθούμε απ’ την ψυχή μας και να κάνουμε τη μεγάλη έφοδο, συγκρουόμενοι και με τον πόλο του εθνικιστικού σκοταδισμού –που τώρα έχει αιχμή του τη Χρυσή Αυγή–, αλλά και με όλους αυτούς τους δήθεν προοδευτικούς της αποεθνοποιητικής αποδόμησης, που έκαναν «σουρωτήρι» την πολιτιστική και την εθνική συνείδησή μας» o φιλόλογος και συγγραφέαςΛαοκράτης Βάσσης, μιλά στην Κρυσταλία Πατούληγια την σημερινή πολιτικοοικονομική κατάσταση της χώρας,  συμμετέχοντας στο δημόσιο διάλογο του tvxs.xs.  

Έχω την εντύπωση πως αυτό που λέμε πολιτική τάξη,ηγέτιδα τάξη, για πάρα πολλούς λόγους δεν έχει αντιληφθεί τα βαθύτερα αίτια της κρίσης που περνάει ο τόπος και, βεβαίως, αφού δεν έχει αντιληφθεί τα βαθύτερα αίτια, δεν έχει καταστρώσει και σωστή στρατηγική εξόδου από την κρίση.

Είμαστε σε διαρκή πτώση, χωρίς όμως να συνειδητοποιούμε εις βάθος την κατάστασή μας. Συνήθως τις μεγάλες κρίσεις τις συνοδεύει ένα σύμπτωμα: Είναι σαν να κουβαλάνε ναρκωτικό, εξαιτίας του οποίου οι άνθρωποι που υφίστανται τις κρίσεις δεν καταλαβαίνουν τα βαθύτερα αίτιά τους. Ή, αλλιώς, σαν να τις συνοδεύει αυτό που θα λέγαμε «σύνδρομον Τιτανικού». Δεν έχουμε φτάσει όμως ακόμα στον πάτο της κρίσης. Κατρακυλάμε. Διαρκώς κατρακυλάμε.

Κρ.Π.: Θα είχατε κάτι να προτείνετε;

Τι εγώ προτείνω… Να προσθέσω, κατ’ αρχάς, σε αυτή τη διαπίστωση που κάνατε. Η κυβέρνηση που προέκυψε είναι αυτό που λέμε –για να συνεννοούμαστε– μνημονιακής λογικής. Είναι μια κυβέρνηση μέσα στη λογική της κρίσης. Αλλά, όταν μια κυβέρνηση έχει τη λογική της κρίσης, δεν μπορεί να αναμετρηθεί με την κρίση. Η προσθήκη του Κουβέλη είναι προσθήκη φύλλου συκής. Είναι ένα άλλοθι, σε μια λογική μνημονιακής συνευθύνης –θα έλεγα– και μνημονιακής συνενοχής.

Εγώ, που είμαι έξω από τα πράγματα, δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο από το να μιλήσω θεωρητικά και να πω πως, για να πατήσουμε φρένο στον κατήφορο, πρέπει να καταλάβουμε το βάθος της κρίσης και να υπάρξει ένας εθνικός συναγερμός, με στόχο, σε κάποια χρόνια, να βγούμε σε αυτό που θα λέγαμε «μετατροϊκανό ξέφωτο». Μας κατάντησαν χώρα περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας! Χώρα η οποία, εννιά χρόνια πριν από τα διακόσια της απελευθέρωσής μας από τους Τούρκους, έχει απωλέσει μεγάλο μέρος της εθνικής της ανεξαρτησίας. Άρα, εδώ που φτάσαμε, πρέπει να σκεφτούμε πώς θα βγάλουμε τον τόπο από τη βαθιά κρίση, πώς θα βγάλουμε τον χαλκά της Τρόικας από τη μύτη μας, πώς θα βγάλουμε (αυτό που λέμε στην πατρίδα μου, την Ήπειρο) τη χανάκα από το λαιμό μας!

Η χανάκα ήταν ένα ξύλινο τρίγωνο, που έβαζαν παλιά στα οικόσιτα ζώα, κυρίως στα γουρούνια, για να μην μπαίνουν στους κήπους. Σαν λαός, λοιπόν, έχουμε τώρα τη χανάκα στο λαιμό! Υπάρχει κι ένας πολύ ωραίος στίχος του Βάρναλη: «Λευτεριά της χανάκας και του ξύλου, για τ’ αξύπνητο χαϊβάνι». Πρέπει να βγάλουμε τη χανάκα από το λαιμό. Αν δεν λειτουργήσουμε έτσι και δεν πληρώσουμε όλοι μας το κόστος που οφείλουμε, για να ξαναγίνουμε πραγματικά ελεύθεροι, δεν θα μπορέσουμε να μπούμε σε αυτήν την κρίσιμη ανηφοριά.

Ανήκω στους πολύ ανήσυχους, γιατί δεν βλέπω και αυτό που θα λέγαμε πνευματική πρωτοπορία του τόπου να επαναστατεί, να σηκώνει κεφάλι, να δείχνει τον δρόμο, να συλλαμβάνει τα αιτήματα των καιρών και να βοηθάει. Ειλικρινά, πολλές φορές, δεν ξέρω αν αυτή η πνευματική πρωτοπορία εκφράζει τις προσδοκίες του, αν κοιτάζει στο παρελθόν ή κοιτάζει στο μέλλον. Δεν ξέρω αν και το τελευταίο αποτέλεσμα των εκλογών είναι νοσταλγία παρελθόντος (δηλαδή, προνομίων της αμαρτωλής Μεταπολίτευσης) ή νοσταλγία μέλλοντος, που σημαίνει μια άλλη λογική, μια άλλη φιλοσοφία για τον τόπο.

Στο διά ταύτα, η Ελλάδα πρέπει να ανασυγκροτηθεί εκ βάθρων. Χρειάζεται μία αναθεμελιωτική αντίληψη, μία πολιτική στρατηγική η οποία: θα βοηθήσει την κοινωνία να λειτουργήσει με θεσμικούς όρους· θα βοηθήσει την πολιτεία μας να γίνει ευνομούμενη πολιτεία· θα βοηθήσει τον καθένα μας να γίνει πραγματικός πολίτης και όχι πελάτης, όχι αυτό που ήμασταν στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η οποία έκανε πάρα πολύ μεγάλη ζημιά – και τη μεγαλύτερη ζημιά την έκανε γιατί αυτή η κρίση άγγιξε το ίδιο το πολιτιστικό μας κύτταρο.

Θα έλεγα και μια βαριά κουβέντα: χαλάσαμε λίγο και σαν λαός. Όλο το αξιακό μας οπλοστάσιο ή, αν όχι όλο, ένα μεγάλο μέρος της αξιακής μας περιουσίας πήγε περίπατο.

Κρ.Π.: Ως ένας εκπαιδευτικός με πολύχρονη πείρα, που έχετε «αφήσει ιστορία» στις γενιές μας, τι λέτε σήμερα στα νέα παιδιά;

Ξεκινώ από μια αποφθεγματική άποψη: Αν δεν βλέπει η παιδεία, δεν βλέπει ο τόπος όλος! Η παιδεία μας αυτά τα χρόνια της Μεταπολίτευσης δεν έβλεπε, και δεν βλέπει ακόμα! Την πήραν στα χέρια τους οι λεγόμενοι προοδευτικοί και της τα αποβγάλανε τα μάτια!

Διότι αυτό το οποίο εκόμισαν δεν ήταν προοδευτικότητα. Δεν ήταν μια παιδεία που θα έπρεπε να πατάει στις αξίες του τόπου μας και στις οικουμενικές αξίες. Έτσι ώστε αυτόν τον τόπο να τον σηκώσει, να τον ανασυγκροτήσει, να τον βοηθήσει να πάει μπροστά.

Εδώ, θα σας κάνω μία παρέκβαση, σε ένα θέμα το οποίο καίει.

Όλοι βλέπουμε στο ελληνικό κοινοβούλιο τη Χρυσή Αυγή. Είχαμε, δηλαδή, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, την τραγική εκκόλαψη του αυγού του φιδιού. Ακούω διάφορες αναλύσεις, κανείς όμως δεν αναφέρεται στα τεράστια κενά της παιδείας, τα οποία ήρθε με πολύ λαθραίο, τραγικό, ελληναράδικο τρόπο να καλύψει η Χρυσή Αυγή.
Τι εννοώ: Δεν είναι οι ανοιχτές κερκόπορτες των νεοϊστορικών και των αποδομητών μία από τις μεγάλες αιτίες που δημιούργησαν κενά στις συνειδήσεις των νέων ανθρώπων κι έτσι ήρθε, για ένα κομμάτι από αυτούς, να καλύψει αυτά τα κενά, με τραγικό –όπως είπα– τρόπο, η Χρυσή Αυγή;

Λείπει από την παιδεία μας η ποιοτική πατριωτική βάση – και μιλώ για ποιοτική πατριωτική βάση (άλλοι θα μπορούσαν να την ονομάσουν πατριωτικά διεθνιστική ή διεθνιστικά πατριωτική, πάντως πατριωτική) η οποία, κατά Γκράμσι, είναι ένας από τους βασικούς όρους για να πάμε μπροστά. Γιατί, όπως έλεγε ο Γκράμσι: «η αφετηρία είναι εθνική και η προοπτική διεθνιστική».

Είχαμε εμείς τέτοια παιδεία, ώστε τα παιδιά μας να δικαιούνται να καμαρώνουν με σωστό τρόπο για την ιστορία τους; Ή η αποδομητική λαίλαπα δεν επέτρεπε στα παιδιά να καμαρώνουν ούτε για τον Μάρκο Μπότσαρη ούτε για τον Κολοκοτρώνη ούτε για κανέναν; Οι λεγόμενοι προοδευτικοί, οι οποίοι σε μια προσπάθεια, τάχατες, να καθάρουν την ιστορία, διέλυσαν την αξιακή της βάση.

Τι λέω, λοιπόν, εγώ στα παιδιά; Λέω στα παιδιά πως αξίζει να καμαρώνουν για έναν τόπο –ας μην μιλήσουμε και για τους αρχαίους Έλληνες– που έχει στη νεοελληνική αφετηρία του έναν Ρήγα Φεραίο, έναν Διονύσιο Σολωμό, έναν Ανδρέα Κάλβο, και που καταλήγει στη σύγχρονη δική μας περίοδο, σε μια τριαδική ποιητική θεότητα: Ρίτσο, Σεφέρη, Ελύτη.

Εκεί, μέσα σε αυτήν την πνευματική κληρονομιά, υπάρχει μια τεράστια αξιακή περιουσία. Η οποία είναι περιουσία εθνική, αλλά με οικουμενική βάση και προοπτική. Πάνω εκεί πατώντας, με ένα καλώς εννοούμενο αίσθημα υπερηφάνειας, θα πρέπει να ξαναχτίσουμε τη συλλογικότητά μας, και να κάνουμε την προσπάθεια να βγάλουμε τον τόπο μας από αυτήν την τραγική κρίση.

Τα παιδιά μας έχουν μια τάση φυγής. Γι’ αυτό, θα πρέπει να τους καλλιεργήσουμε μια μαχητική στάση ζωής. Θα έλεγα πως χρειαζόμαστε μια νέα Αντίσταση! Αντίσταση στον κατήφορο, αντίσταση στην παρακμή. Αλλά με ανοιχτά όλα τα παράθυρα και τις πόρτες προς τους άλλους λαούς και τις αξίες όλου του κόσμου.
Έτσι ώστε να μην αφήσουμε κανένα περιθώριο σε αυτό που αποκαλείται αμυντικός πατριωτισμός, νοσηρός πατριωτισμός, νοσηρή πατριδολατρεία… Θα πρέπει, δηλαδή, πάντα να σεβόμαστε το αξιακό βάθος του τόπου μας, το οποίο –το ξαναλέω– είναι, μες στη βαθύτερη ουσία του, οικουμενικό!

Θα αναφερθώ και πάλι στους πνευματικούς ανθρώπους. Αυτοί πρέπει να σηκώσουν τα λάβαρα αυτής της νέας Αντίστασης στην παρακμή, στον κατήφορο, και να υπάρξει μέσα από τον κόσμο τον πνευματικό, τον εκπαιδευτικό, η «ύφανση» της Ελλάδας του αύριο.

Δεν λέω ότι μέσα σε οκτώ χρόνια θα τα καταφέρουμε, αλλά να έχουμε ανοίξει έναν τέτοιο δρόμο, ώστε, μετά από 8-9 χρόνια, που θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Απελευθέρωσή μας, να έχουμε, κατά το κοινώς λεγόμενο, μούτρα, πρόσωπο, να γιορτάσουμε την Εθνική Παλιγγενεσία!

Κρ.Π.: Οι αγωνιστές της Αντίστασης ανέσυραν από τη μνήμη τους,τούς αγωνιστές του 1821. Αυτό παρατηρείται ιστορικά να συμβαίνει σε περιόδους αγώνων, δηλ. να ανασύρονται παλαιότερες γενιές αγωνιστών, για να «πατήσουν» οι νέοι, πάνω στις αξίες τους, «να φορέσουν», όπως λέγεται, τις στολές τους»* Σήμερα, που χρειάζεται, όπως είπατε, μία νέα Αντίσταση, δεν θα πρέπει, να ανασύρουμε, αγωνιστές, της αμέσως προηγούμενης ιστορικά πιο μεγάλης Αντίστασης της ιστορίας μας; Όμως, ποιος μας δίδαξε την ιστορία της Αντίστασης, όταν, αντίθετα, ουσιαστικά αποσιωπήθηκαν, όπως αναφέρεται, τα συγκεκριμένα χρόνια της ιστορίας μας, λόγω του μετέπειτα Εμφυλίου; Δηλαδή, δεν συνέβη μία «λοβοτομή» στη συλλογική ιστορική μας μνήμη, με κορυφαίο σημείο, το κάψιμο των αρχείων της αστυνομίας;

Συμφωνώ. Πρώτα πρώτα, το έπος του ’40, αν το διδάξει κανείς σωστά, εμπεριέχει όλα αυτά τα στοιχεία που μπορούν να διαμορφώσουν αυτό που θα λέγαμε «πιτιά» στον εσωτερικό κόσμο κάθε νέου. Είναι τεράστιο το μήνυμα του έπους του ’40. Και μέσα απ’ αυτό ξεπήδησε και η Αντίσταση. Η οποία είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος.
Τώρα, το γιατί έγινε η «λοβοτομή» το ξέρουμε. Όταν, όμως, αυτός ο μαύρος κύκλος έκλεισε το 1974, σιγά σιγά στα πράγματα, ιδίως από πλευράς ιδεολογικής, πνευματικής, ηθικής, ήρθαν πολιτικές δυνάμεις που θα έπρεπε να δικαιώσουν την ουσία όλων όσων είχαν χαθεί.

Τότε, όμως, είχαμε πάλι ένα άλλο λάθος. Στη θέση του πόλου που έκανε τη «λοβοτομή», ήρθε ένας άλλος πόλος, ούλτρα εκσυχρονιστικός, δήθεν προοδευτικός, βαθύτατα όμως αποδομητικός παντός του εθνικού και ελληνικού. Αυτός, λοιπόν, ο πόλος άλωσε εν πολλοίς πανεπιστήμια και μέσα ενημέρωσης, με απίθανους δημοσιολογούντες, μπροστά στους οποίους δεν μπορούσε κανείς να σταθεί και να μιλήσει για την αξιοπρέπεια αυτού του τόπου, χωρίς να κατηγορηθεί για κρυπτοεθνικισμό ή εθνικισμό.

Έτσι περίπου, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η Ελλάδα συνεθλίβη ανάμεσα στους επίγονους του εθνικιστικού πόλου, με όλα τα νέα του στοιχεία, και στους προοδευτικοφανείς, ενίοτε και αριστεροφανείς, του αποεθνοποιητικού και εθνομηδενιστικού πόλου.

Γι’ αυτό, τώρα, πρέπει να περιμαζέψουμε τα υπόλοιπα της ψυχής μας. Γιατί, για να πάμε μπροστά, όπως γίνεται πάντα σε κρίσιμες ώρες, πρέπει να κρατηθούμε απ’ την ψυχή μας!

Πρέπει, λοιπόν, να περιμαζέψουμε την ψυχή μας, να ανακτήσουμε όλα τα αξιακά μας στοιχεία, να κρατηθούμε απ’ την ψυχή μας και να κάνουμε τη μεγάλη έφοδο, συγκρουόμενοι και με τον πόλο του εθνικιστικού σκοταδισμού –που τώρα έχει αιχμή του τη Χρυσή Αυγή–, αλλά και με όλους αυτούς τους δήθεν προοδευτικούς της αποεθνοποιητικής αποδόμησης, που έκαναν «σουρωτήρι» την πολιτιστική και την εθνική συνείδησή μας.

Γιατί είμαστε σε μια φοβερή ιστορική καμπή, που πρέπει να βάλουμε όλοι πλάτη, για να υπάρξει μια νέα επανεκκίνηση για τον τόπο μας.

Κρ.Π.: Ποιες είναι αυτές οι αξίες, οι οποίες, πιθανά απαξιώθηκαν, δεν τιμήθηκαν, ή διαστρεβλώθηκαν,που χρειάζεται να ανασύρουμε από την ψυχή μας, δηλαδή την ιστορία και τον πολιτισμό μας;

Είμαστε ένας τυχερός λαός, που, όπως έλεγε ο Ελύτης, «έχουμε τους αιώνες της ιστορίας στο πλάι μας». Πολύ τυχερός λαός! Να πιάσουμε την αρχαιότητα; Ξεκινώντας από τον Όμηρο και περνώντας στους τραγικούς; Είναι λίγο μακριά, αλλά και πολύ κοντά. Να πιάσουμε τη νεότερη εποχή, από τον Ρήγα και δώθε; Αν πάρει κανείς μονάχα την ποιητική δημιουργία, βγάζει τόση ποιότητα, έτσι που, αν τη στύψει, μπορεί με αυτό το μαγικό απόσταγμα να ράνει όλη την Ελλάδα. Άρα, εκεί πρέπει να πατήσουμε.

Ποιες είναι οι αξίες; Θα σταθώ, εντελώς ενδεικτικά, σε δύο, που συνιστούν τη βαθύτερη ουσία του αξιακού μας κώδικα και ορίζουν τη στάση ζωής μας. Πρόκειται για το φιλότιμο και τη λεβεντιά. Το φιλότιμο, που είναι η πεμπτουσία της ευγένειας της ψυχής μας, του ήθους μας και της αξιοπρέπειάς μας, του ελληνικού ήθους και της ελληνικής αξιοπρέπειας. Τη λεβεντιά, που είναι η πεμπτουσία της αντρειοσύνης και του ανυπότακτου της φύσης μας, που σχετίζεται με το «εύψυχον» των αρχαίων Ελλήνων και με ό,τι ο Σβορώνος εννοούσε όταν έλεγε πως «έχουμε την αντίσταση στο κύτταρό μας». Ας μην θεωρηθεί υπερβολή αν πω πως αυτές οι θεμελιώδεις αρετές μας συνιστούν τη γονιδιακή (μεταφορικά μιλώ) σχέση μας με την ελευθερία.

Να ξαναβρούμε, λοιπόν, αυτά τα θεμέλια της ψυχικής ιδιοσυστασίας μας, το φιλότιμό μας και τη λεβεντιά μας. Να ξαναβρούμε τις αγωνιστικές μας αρετές, για να αρχίσει η δυναμική επανεκκίνησή μας, που θα μας βγάλει απ’ το ζοφερό αδιέξοδο. Η εθνική αξιοπρέπεια έχει κόστος. Και πρέπει να το πληρώσουμε για να την ανακτήσουμε.


*Στο βιβλίο του Λαοκράτη Βάσση «Η χρεοκοπία της Μεταπολίτευσης– Πολιτιστικές αναγνώσεις» (Εκδόσεις Ταξιδευτής) κατατίθενται οι συνολικές απόψεις του για τα βαθύτερα αίτια και την έξοδο απ’ την κρίση.

Τελειότητα της φύσης και τρίχες κατσαρές

Χάρρυ Κλυνν: Τελειότητα της φύσης και τρίχες κατσαρές, μέχρι να ωριμάσει ο εγκέφαλός μας, έχουν σαπίσει τα υπόλοιπα όργανά μας!

Αντώνης Καφετζόπουλος _ Το μετεμφυλιακό κράτος κατέρρευσε!

02:07, 07 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/99696

…το μπάχαλο δεν ξεκίνησε από τη μεταπολίτευση. Προσωπικά, με εκνευρίζει αυτός ο αφορισμός που λέγεται ότι «το μεταπολιτευτικό κράτος κατέρρευσε». Ποιό μεταπολιτευτικό κράτος κατέρρευσε; Το μετεμφυλιακό κράτος κατέρρευσε!» ο ηθοποιός Αντώνης Καφετζόπουλος, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για τη μετεκλογική κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας, συμμετέχοντας στο δημόσιο διάλογο του τvxs.

Κατ’ αρχήν αυτό που ζούμε σήμερα, ήταν κάτι, το οποίο, φοβόμουνα. Δηλαδή, εδώ και πολλά χρόνια δεν σταματάω να λέω μαζί με άλλους απλούς  πολίτες, ότι δεν παράγουμε τίποτα σαν χώρα, ότι έχουμε σοβαρά προβλήματα δημόσιας διοίκησης (μεγέθους και ρόλου του κράτους), οπότε, κάποια στιγμή, θα φτάναμε με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, εδώ…

Kαι ο τρόπος ήταν βίαιος και εξωτερικός. Δηλαδή, δεν σταμάτησαν να μας δανείζουν αυτοί που το κάνουν για κέρδος, απλά ζητούσαν εξωφρενικά κέρδη, επειδή το ρίσκο που έπαιρναν ήταν μεγάλο, λόγω της επικείμενης πτώχευσης μας… Φαντάζεται κανείς τι θα γινόταν αν, όπως η Αργεντινή, δεν είχαμε το μαξιλάρι της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από εκεί και πέρα, είναι ένα παιχνίδι χειρισμών ανάμεσα σε δυνάμεις μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδεολογικά συνεκτικές, ή, αν θέλετε, άλλες δυνάμεις από πλευράς συμφερόντων, που συγκλίνουν σε ορισμένες απόψεις για την οικονομία και την «ανάπτυξη».

Το ιδεολογικό μέρος, παίζει μεγάλο ρόλο, όπως για παράδειγμα, το ότι υπάρχουν γραφειοκρατικές-πολιτικές ελίτ που θεωρούν πως αυτή η κρίση πρέπει να αντιμετωπιστεί με έναν τρόπο συλλογικής τιμωρίας, ακόμα και ανθρώπων που δεν έχουν καμία ευθύνη για την δημιουργία της.

Δηλαδή, αν έπρεπε να φωνάζουμε για κάτι, εδώ, θα ήταν για τον διαχωρισμό των Ελλήνων, ως διαφορετικής κατηγορίας ευρωπαίων πολιτών. Γιατί κάποια από τα μέτρα, έθιξαν ευθέως, αυτό που λέμε ευρωπαϊκό κεκτημένο…

Οπότε, δεν φταίει η γιαγιά ή η μάνα μου, εξίσου με όσους έπαιρναν αποφάσεις και όλους εκείνους τους άλλους, τους μη πολιτικούς, που απομύζησαν από το κράτος, συχνά με όχι νόμιμους τρόπους οτιδήποτε, αυτό, θα μπορούσε να τους δώσει. Δεν έχουμε όλοι την ίδια ευθύνη.

Και επειδή, ως ευρωπαίοι πολίτες έχουμε περίπου τα ίδια δικαιώματα και κεκτημένα, παρουσιάζεται σήμερα μια ευρωπαϊκή παραφωνία: Οι Έλληνες αντιμετωπίζονται, περίπου, όπως αντιμετωπίστηκαν, για παράδειγμα, οι Βούλγαροι, όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας «Άσ’ τους να κρυώνουν χωρίς πετρέλαιο και χωρίς γάλα για τα παιδιά τους, για να μάθουνε να προσέχουν την επόμενη φορά».

Αυτά, ως προς τις ευθύνες των άλλων, των έξω, που πάντα με μεγάλη προθυμία τους φορτώνουμε όλα τα κακά. Τώρα, σε ότι αφορά τις δικές μας ευθύνες, ε, ναι, είναι τρομακτικές.

Κατ’ αρχήν αυτό το κράτος, φοβάμαι ότι από τη γέννησή του είχε σοβαρά προβλήματα (και εννοώ από το 1830-‘31 που σταθεροποιήθηκε σαν κρατική οντότητα) και σίγουρα μετά τον εμφύλιο, δημιουργήθηκε ένα κράτος, το οποίο με νόμους και συνταγματικές ρυθμίσεις, επέτρεπε σε όποιον έχει την εξουσία, να το έχει περίπου υποχείριό του.

Κρ.Π.: Και υπήρχε, ήδη, από τότε, μεγάλη διαφθορά…

Από ιδεολογική άποψη, έχω την πεποίθηση, ότι η διαφθορά είναι συνυφασμένη με οποιοδήποτε είδος εξουσίας, αλλά, για να μην κάθομαι στον καναπέ και κάνω κριτική γενικώς στην εξουσία, αν θέλει κάποιος να περιορίσει τη διαφθορά, θα πρέπει να φροντίσει να έχει πολλαπλούς μηχανισμούς ελέγχου. Δεν γίνεται αλλιώς.
Μια μεγάλη πηγή διαφθοράς, είναι το πολιτικό σύστημα που έχουμε. Η δομή του η ίδια.

Το ότι, όλες οι εξουσίες, απόλυτες εξουσίες, βρίσκονται στα χέρια του πρωθυπουργού για ένα μεγάλο διάστημα, που μάλιστα, αυτός ο ίδιος αποφασίζει πόσο θα διαρκέσει. Δεν είναι, για παράδειγμα, υποχρεωμένος καν να εξαντλήσει την τετραετία. Αν στα δυόμιση χρόνια, δει ότι τον συμφέρει, προκηρύσσει εκλογές με κάποιο ασήμαντο πρόσχημα.

Τα τελευταία χρόνια έγιναν εκλογές χωρίς καμία αιτιολογία, απ’ αυτές που τυπικά, έστω, προβλέπει και απαιτεί το Σύνταγμα. Εν πάση περιπτώσει, το ουσιαστικό είναι, ότι, η ίδια η πρωθυπουργοκεντρική πυραμίδα που υπάρχει στο κράτος, είναι πρόβλημα και αποτελεί κεντρική πηγή διαφθοράς. Είναι το βασίλειο του κακού.

Ο πρωθυπουργός είναι σ’ ένα αόρατο κέλυφος, προστατευμένος από τον οποιοδήποτε έλεγχο. Ε, δεν πάει άλλο αυτό. Πρέπει να το αλλάξουμε. Να μια σημαντική αλλαγή μπροστά μας.

Μιλάμε σήμερα, όλοι, για το πολιτικό σύστημα που κατέρρευσε, κλπ. Πράγματι κατέρρευσε. Θαυμάσια! Το ευχόμουν, το ήλπιζα και προσωπικά, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, έκανα ότι πέρναγε απ’ το χέρι μου για να γίνει. Πάρα πολύ ωραία.

Με τί το αντικαθιστούμε αυτό; Με έναν ακόμα πρωθυπουργό που έχει αυτές απέραντες εξουσίες; Με μία βουλή που είναι βουλή κατατρομαγμένων ανθρωπαρίων, που εξαρτάται η ζωή τους, η καριέρα τους, το συνταξιοδοτικό τους και οι σπουδές των παιδιών τους από τις αποφάσεις ενός ανθρώπου, πάλι, που συνήθως είναι ο υποψήφιος πρωθυπουργός; Αυτά πρέπει να αλλάξουμε.

Το βασικό είναι, επειδή υπάρχει μία δικλίδα σε αυτό το σημείο που είναι εφικτή, και που ευτυχώς συζητιέται, (γιατί υπάρχουν και άλλα πράγματα που θα μπορούσαμε να κάνουμε, αλλά φοβάμαι ότι θα μου πετάνε ντομάτες αν αρχίσω να λέω για κληρωτούς εκπροσώπους σε όλα τα αντιπροσωπευτικά σώματα).

Αλλά, να ένα πράγμα που συζητιέται πολύ, αυτό το διάστημα: να ενισχυθεί ο πόλος της εξουσίας και οι ίδιες οι αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, να εκλέγεται από τον λαό, να είναι ουσιαστικός ρυθμιστής και εκπρόσωπος της βούλησης για το που θα πρέπει να πάνε τα πράγματα, με εντολή για ανελαστικό διάστημα θητείας και εγγυητής των αξιών της ελληνικής δημοκρατίας.

Ιδού η Ρόδος, υπάρχουν, πράγματα που μπορούν να γίνουν άμεσα, σε αυτήν τη θητεία της βουλής.

Όλα αυτά τα λέω, επειδή δεν θεωρώ, ότι είναι από φιλοσοφική άποψη, η ευτυχία, κάτι εφικτό με άπλες αλλαγές στο πολιτικό σύστημα. Αλλά η αντιμετώπιση της δυστυχίας, η αντιμετώπιση της ανομίας, της μη ισονομίας, η βελτίωση της καθημερινής μας ζωής, είναι πράγματα εφικτά, όπως έχει αποδειχτεί ιστορικά, σε διάφορες χώρες αυτού του κόσμου, που ναι μεν δεν είναι τέλειες, αλλά εν πάση περιπτώσει δεν έχουν και αυτό το χάλι που έχει αυτή τη στιγμή η Ελλάδα.

Κρ. Π.: Σε αυτό βασίζεται και όλο το ευρωπαϊκό ιδεώδες, δηλαδή στην μείωση της δυστυχίας, ουσιαστικά, στην προσπάθεια δικαιοσύνης, αντίθετα με την Αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας που στόχο είχε την ευτυχία. Όμως, σήμερα, όπως είπε ο καθηγητής φιλοσοφίας, Στέφανος Ροζάνης, ζούμε την κατάρρευση του Ευρωπαϊκού πνεύματος…

Συμφωνώ απολύτως, και είναι ένας στόχος, η μείωση της δυστυχίας, που υπήρχε στην «ευρωπαϊκή πλατφόρμα», το οποίο το θεωρώ εφικτότατο.  Αυτό το λίγο ουτοπικό, και φιλοσοφικά συζητήσιμο, που βάζει το αμερικάνικο σύνταγμα, η επίτευξη της προσωπικής ευτυχίας του καθενός, δεν ξέρω… Τι θα πει αυτό, δηλαδή; Σηκώνει πολύ συζήτηση. Αλλά η μείωση της ατομικής και συλλογικής δυστυχίας, είναι κάτι εφικτότατο. Επίσης η διαφάνεια και ο αγώνας για τον έλεγχο κάθε βαθμίδας εξουσίας.
Εδώ στην Ελλάδα, παράλληλα με αυτό το μπάχαλο των τελευταίων 40 – 50 χρόνων, γιατί το μπάχαλο δεν ξεκίνησε από τη μεταπολίτευση.

Προσωπικά, με εκνευρίζει αυτός ο αφορισμός που λέγεται ότι «το μεταπολιτευτικό κράτος κατέρρευσε». Ποιό μεταπολιτευτικό κράτος κατέρρευσε; Το μετεμφυλιακό κράτος κατέρρευσε! Το μπάχαλο άρχισε, ακριβώς, όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όπου υπήρχαν παντού κινήματα διεύρυνσης της ελευθερίας, την ίδια, ακριβώς περίοδο, είχαμε στην Ελλάδα, την κήρυξη της δικτατορίας. Η αφετηρία του μπάχαλου, βρίσκεται εκεί.

Κρ.Π.: Η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη, αλλά και άλλοι, έχουν πει, ότι η χούντα ήταναποτέλεσμα του εμφυλίου.  

Ασφαλώς. Για όσους θυμούνται εκείνα τα χρόνια, τα μετεμφυλιακά, γιατί τον εμφύλιο δεν τον πρόλαβα, άλλωστε γεννήθηκα το ‘51 στην Κωνσταντινούπολη, και ήταν κάτι μακρινό, για μας εκεί, αλλά στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, το μετεμφυλιακό κλίμα, ήταν κυρίαρχο.

Κρ. Π.: Επίσης, έχει αναφέρει, ότι μέχρι σήμερα, δεν έχουμε διαχειριστεί τον εμφύλιο.

Συμφωνώ απολύτως. Δεν έχουμε διαχειριστεί τον εμφύλιο και έχουμε ένα κράτος το οποίο είναι προϊόν του εμφυλίου. Αυτές οι εξουσίες του κράτους, και ο φασίζων αυταρχισμός του, που αντανακλάται ακόμη και στον τελευταίο δημόσιο υπάλληλο, και από την άλλη, στον τρόπο που ο κάθε πολίτης αντιμετωπίζει τον δημόσιο υπάλληλο, είναι προϊόντα ενός κράτους που χτίστηκε μετά τον εμφύλιο και ως απάντηση στον εμφύλιο.

Όπου το κράτος, έπρεπε να είναι και μπαμπάς, και αστυνόμος, και τιμωρός, και δάσκαλος, και παπάς και να έχει και βίτσα, και όλοι οι πολίτες να μην έχουν τα ίδια δικαιώματα. Δεν έχουμε τελειώσει με αυτό το πράγμα. Τώρα θα τελειώσουμε, ελπίζω.

Κρ.Π.: Επιπλέον αναφέρεται, ότι τα αρχεία της αστυνομίας, που κάψαμε, ήταν σαν λοβοτομή της συλλογικής ιστορικής μνήμης μας, διότι, το να… καις την ιστορία σου, είναι σα να καις ένα κομμάτι του… μυαλού σου, ως έθνος.

Αν πάμε και πιο παλιά, έχουμε υποστεί αρκετές λοβοτομές. Η σύγχρονη ιστορία μας, από την ώρα που γεννήθηκε αυτό το κράτος, μετά το 1821, έχει κάνει στον ελληνικό λαό, μια σειρά από λοβοτομές. Λοβοτομές καθαρά ιδεολογικές: είμαστε ή δεν είμαστε εξ’ αίματος απόγονοι των αρχαίων ελλήνων, είμαστε η δεν είμαστε περιουσίας λαός και άλλα.

Κρ.Π.: Και η πνευματική κληρονομιά…

Για την πνευματική, που λέτε, από την άλλη, αντί να δοξάζουμε την τύχη μας, την καλή, που μέσα από διάφορες δυστυχίες, (κατακτήσεις, τη φεουδαρχική περίοδο, μαύρες περιόδους Βυζαντινών κατακτητών, Τούρκων κατακτητών, και άλλων περαστικών από εδώ, δηλαδή, άλλων, που δεν στέριωσαν για αιώνες), δεχτήκαμε έναν τεράστιο πλούτο!

Ο οποίος, δεν περιοριζόταν στην κληρονομιά του αυταρχικού κράτους της Σπάρτης, ούτε της Δημοκρατίας της Αθήνας, αλλά ήταν ένας πλούτος που ερχόταν από όλες τις πλευρές, σαν πολιτισμός, σαν κουλτούρα, σαν καθημερινότητα, σαν μαγειρική, σαν τρόπο επικοινωνίας με τους άλλους, με μία ποικιλία που σε ζαλίζει. Σε μία τόσο μικρή περιοχή, όπως είναι η ελληνική χερσόνησος, μπορούσε κάποιος μέχρι πριν δύο αιώνες να βρει λόγου χάριν, εικοσιπέντε ντοπολαλιές και οκτώ διαφορετικά ήδη τοπικής παραδοσιακής μουσικής, σημαντικά διαφορετικά μεταξύ τους. Ε, αυτός ο πλούτος, ισοπεδώθηκε από τη λοβοτομή της εθνογέννεσης.

Είμαστε, επίσης ένοχοι, μαζί με τους Τούρκους, ίσως, για μια τρομακτική, παγκόσμια πρωτιά. Την ανταλλαγή πληθυσμών. Δηλαδή, την αμοιβαία αποδοχή, βάση κρατικής συμφωνίας, ότι είναι νόμιμο, ηθικό και ωραίο, να γίνει εθνική κάθαρση. Αυτά τα έχουμε απωθήσει, ή αν θέλετε τα έχουμε διαστρεβλώσει στη συλλογική μνήμη, σαν βαρβαρότητες μόνο των άλλων, σαν να μη συμμετείχαμε, σα να μην υπέγραψε το ελληνικό κράτος αυτά τα ανήκουστα πράγματα.
Έχουμε πολλά θέματα.

Κρ.Π.: Και δεν τα γνωρίζουμε τα περισσότερα… διότι, οι Έλληνες, δεν γνωρίζουμε την ιστορία μας; Για παράδειγμα, στο σχολείο φτάναμε μέχρι το Αλβανικό, και τη,,, Βέμπο. Ούτε για την Αντίσταση μάθαμε, και βέβαια για τον εμφύλιο, ούτε συζήτηση…

Και η δική μου, γενιά, σας βεβαιώ, ήταν πολύ πιο αδαής, και όσοι από μας κάνουμε σκέψεις πάνω σε όλα αυτά, τις κάνουμε από προσωπικό ενδιαφέρον. Στο σχολείο δεν μαθαίναμε τίποτα.

Αν αντί για έθνος, αντί για ελληνικός λαός, ήμασταν άτομο, θα είχαμε προβληματίσει πολύ σοβαρά τον ψυχίατρό μας…

Έχουμε πολλά θέματα. Και το σημαντικότερο απ’ όλα, είναι να καταλάβουμε ότι αυτή η κρίση, είναι ταυτοχρόνως (και δεν το λέω όπως το λένε οι πολιτικοί, όπως καταλαβαίνετε…) μια πολύ μεγάλη ευκαιρία.

Κρ. Π.: Είναι αναγκαστική αλλαγή, αφού, κάθε κρίση είναι αλλαγή. Τώρα, αν θα πάει, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο, είναι στο χέρι μας. Και προς το παρόν, δεν νομίζετε, ότι όλο και χειροτερεύει;

Όπως, όλες οι κρίσεις, δυστυχώς, εξελίσσεται
με έναν βίαιο τρόπο. . Ελπίζω, να μη γίνει ακόμα πιο βίαιος, και να μην φτάσουμε στο σημείο να λύνουμε τις διαφορές μας με τρόπους που θα χαροποιούσαν τη Χρυσή Αυγή, ή άλλους ανθρώπους, οι οποίοι θεωρούν ότι, ανάλογα προβλήματα λύνονται με μια βαριοπούλα ή με ένα γιαούρτι.

Κρ.Π.: σαν μάχη δεινοσαύρων… που κέρδιζε εκείνος που διέθετε τα μεγαλύτερα… σωματικά όπλα και όχι τα μεγαλύτερα επιχειρήματα…

Νομίζω ότι αδικείτε, λιγάκι, τους δεινόσαυρους.

Κρ.Π.: Ναι, οπωσδήποτε… αλλά θέλω να πω για την παντελή απουσία λογικής.

Ο καθένας από εμάς, το κάθε ανθρώπινο ον, είναι ένα πολύ αντιφατικό πράγμα, και αυτή είναι η βάση όλης της ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών. Είμαστε εξαιρετικά ατομιστές και εγωιστές, με πολύ μεγάλες φιλοδοξίες για την προσωπική του επέκταση, ο καθένας μας, και ταυτόχρονα γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι δεν μπορούμε να την πετύχουμε κάπου ψηλά στο βουνό μόνοι μας. Το πεδίο της μάχης, δηλαδή, είναι η ίδια η κοινωνία.

Αυτό είναι, αν θέλετε, η ατομική θεωρία των κοινωνιών, δηλαδή, εκεί κρίνονται όλα. Δεν κρίνονται, ούτε στον πόλεμο των τάξεων, ούτε στον πόλεμο των εθνών, ούτε στο αν ο παππούς μου ήταν πιο τσίφτης στρατηγός από τον Γουέλινγκτον, ή το αντίθετο.

Τα πράγματα και οι κοινωνίες, κρίνονται από τις ατομικές φιλοδοξίες, και το πόσο ο καθένας από μας, έχει τη μόρφωση, την ωριμότητα, ή θα τον υποχρεώσει η κοινωνία, να αντιληφθεί, ότι έξω από τη συλλογικότητα, δηλαδή, τη συνεργασία, την κοινωνικότητα και την αλληλεγγύη, δεν υπάρχει ευτυχία.

Κρ.Π.: Από τα κινήματα παγκοσμίως του Occupy, έχουν αναδυθεί συλλογικότητες με οριζόντια οργάνωση, και όχι πυραμιδική, όπως αναφέρατε νωρίτερα. Έχουν αρχίσει, δηλαδή, να αναδύονται άλλοι τρόποι συνεργασίας σε αυτές τις συλλογικότητες.

Να σας πω την αλήθεια, δεν πιστεύω στις μη ιεραρχημένες κινήσεις. Καλό είναι να ξέρει κανείς με ποιους συνεργάζεται και τι πιστεύει ο καθένας από αυτούς. Δεν πιστεύω, στην ταύτιση απόψεων, των ανθρώπων μεταξύ τους.

Νομίζω, ότι ο καθένας έχει τη δική του παραλλαγή γνώμης, και καλά κάνει και την έχει και ως εκ τούτου, θεωρώ, ότι πολλές από αυτές τις συλλογικότητες, όπως το δικό μας κίνημα των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα, είναι επιρρεπείς στον λαϊκισμό. Στον λαϊκισμό με την παθητικότερη, μάλιστα, έννοια. Όταν δεν έχεις μια πατρική μορφή στο μπαλκόνι να σε παραμυθιάζει, μαζεύεσαι με άλλους, και εκτονώνεσαι αυτοπαραμυθιαζόμενος.

Κρ.Π.: Σε σχέση με την συνεργασία, και σχετικά με τα όποια κοινά σημεία μπορεί να υπάρχουν ανάμεσα στους λαούς, η αγωνίστρια της Αντίστασης Κατίνα Τέντα-Λατίφη, έχει πει, ότι είναι απορίας άξιο, που δεν υπήρξε ποτέ, μία πανευρωπαϊκή, για παράδειγμα, ένωση, για τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Φαντάζομαι ότι αυτό υπονοεί, ότι τα συμφέροντα για παράδειγμα, των Γερμανών εργαζομένων, δεν είναι ίδια με τα συμφέροντα των Πορτογάλων εργαζομένων.
Με την ευκαιρία, θα ήθελα να πω, ότι το τελικό πεδίο της μάχης, δεν είναι η Ευρώπη. Το πεδίο της μάχης, είναι αν θα καταφέρουμε να καβατζάρουμε τον αιώνα χωρίς να καταστρέψουμε τον πλανήτη. Γιατί, έχουν παγώσει, σήμερα αυτές οι σκέψεις.

Ένα από τα μεγάλα προβλήματα του πλανήτη, εκτός από τη υπερθέρμανση, εκτός από την πιθανή άνοδο της στάθμης της θάλασσας που θα ακολουθήσει, εκτός από τέλος της εποχής των υδρογονανθράκων, που θα έρθει αργά ή γρήγορα, είναι το πρόβλημα της παραγωγής τροφής (διότι, είμαστε ήδη υπεράριθμοι), και το πρόβλημα της εκμετάλλευσης των οικονομιών και των ανθρώπων, των κοινωνιών, δηλαδή, του «μη αναπτυγμένου» κόσμου, από τον αναπτυγμένο.

Έχουμε, το γνωστό παράδειγμα, ότι και οι δικοί μας αγρότες, θα ήταν αδύνατο να βρούνε, έστω και ένα σημείο συνεννόησης, με τους αγρότες –για παράδειγμα- της υποσαχάριας Αφρικής, όταν οι δικοί μας αγρότες έχουν την απαίτηση να επιδοτούνται για τα προϊόντα τους, ενώ οι φουκαριάρηδες οι αφρικανοί, πουλάνε προϊόντα που παράγονται με τρομακτικές δυσκολίες και ελάχιστους πόρους.

Είναι φανερό ότι δεν έχουν τα ίδια συμφέροντα, αν το δει κανείς κοντόφθαλμα, ότι, δηλαδή, είναι δύο εχθρικοί κόσμοι. Και είναι υποκριτικό να λέει κανείς «αχ! αυτοί οι πτωχοί, να τους βοηθήσουμε…» κλπ. Αλλά, αυτό είναι το επόμενο σημείο παγκόσμιας σύγκρουσης και έρχεται πολύ γρήγορα. Εγώ σε 30 χρόνια δεν θα ζω, αλλά θα το ζήσουν τα παιδιά μου. Δεν είναι πετυχημένος ο κόσμος που τους αφήνω. Ούτε κατά προσέγγιση.

Κρ.Π.: Και, το ζητούμενο, δεν είναι να συνεννοηθούμε, επιτελους, για τα βασικά στον πλανήτη; «Δεν υπάρχει PLANet Β», όπως γράφει σε ένα σκίτσο το Occupy Wall Street

Δεν υπάρχει κανένα απολύτως. Είναι αυτή η μικρή, πεπερασμένη σε επιφάνεια και πόρους κουκίδα μες στο αχανές διάστημα. Η Γη. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο έξω από αυτό. Ή εδώ θα επιβιώσουμε, ή θα αποχαιρετήσουμε και μείς τον κόσμο όπως οι δεινόσαυροι, οι οποίοι δεν έκαναν και τίποτα για να τον χάσουν, ενώ εμείς θα το έχουμε καταφέρει μόνοι μας.

Κρ.Π.: Για να επιστρέψουμε στην δική μας… καταστροφή. Θα μάθατε, ότι –εκτός των άλλων- πάμε να πιάσουμε το ρεκόρ του 24% στην ανεργία, ότι αρχίζουμε να ξεπερνάμε το 68% σε ανθρώπους που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, ή ότι οι άστεγοι είναι τουλάχιστον 20.000, και βέβαια, ότι κάπου 3 άνθρωποι αυτοκτονούν κάθε μέρα…

Δεν ξέρω, αν μερικά είναι υπερβολικά, αλλά το γενικό κλίμα, είναι αυτό που περιγράφετε. Και το ποσοστό των ανθρώπων που είναι κοντά ή κάτω από το όριο της φτώχειας, πιθανόν να τείνει να γίνει κυρίαρχη τάση, και η ανεργία πολύ δυναμικά εξελίσσεται κάθε μέρα προς το χειρότερο.

Η μόνη μου αντίρρηση είναι για τις αυτοκτονίες. Και η αντίρρησή μου οφείλεται, στο ότι, για να αυτοκτονήσει κανείς, πρέπει να έχει παραβλέψει –και οποιοσδήποτε ψυχίατρος θα σας το βεβαιώσει αυτό- να φροντίσει, εκείνη τη σκοτεινή πλευρά στον εαυτό του, που συνήθως  έχει συγκεκριμένο όνομα, ονομάζεται κλινική κατάθλιψη, και θα έπρεπε να είχε φροντίσει να την αντιμετωπίσει με κάποιον τρόπο.

Δεν νομίζω ότι περισσεύει κανείς, και δεν είναι ωραίο να αυτοκτονούν άνθρωποι, που με λίγη βοήθεια θα μπορούσαν όπως οι υπόλοιποι κατηφείς Έλληνες, να το παλεύουν κάτω από αυτές τις αντίξοες συνθήκες, όπως προσπαθούμε όλοι μας.

Φοβάμαι ότι οι αυτοκτονίες, βγάζουν στην επιφάνεια, ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα, την προκατάληψη που έχουμε για τις ψυχικές παθήσεις, ότι δεν πάμε στον γιατρό μας, δεν φροντίζουμε τον εαυτό μας, και ιδιαίτερα στις ψυχικές παθήσεις, γιατί θεωρούμε ότι υπάρχει κοινωνικό στίγμα.

Κρ.Π.: Στον ειδικό δεν πάει, προφανώς, όποιος έχει πρόβλημα (οι περισσότεροι έχουν). Πάει, όποιος θέλει να το λύσει! Αλλά, για να λύσεις ένα οποιοδήποτε πρόβλημα, πρέπει πρώτα να παραδεχτείς ότι το έχεις… και δεν φτάνουν όλες αυτές οι δυσκολίες, κλείνουν, τώρα, μία μία τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας…

Όταν κάποιος έχει τάσεις αυτοκτονίας, όταν μέσα του υποβόσκει η τάση να κάνει κακό στον εαυτό του, (και αυτή είναι μια κλινική κατάσταση, δεν είναι κοινωνική) και ενισχύεται από μία πολύ κακή οικονομική κατάσταση, όπου όλα γύρω σου είναι μαύρα, κάνεις και το επόμενο βήμα. Κάνεις κακό στον εαυτό σου.

Κρ.Π.: Βέβαια, η τάση αυτοκαταστροφικότητας, είναι προσωπικό ψυχολογικό θέμα που άπτεται κυρίως στην παιδική ηλικία (βλ. Άλις Μίλερ), αλλά είναι και θέμα κοινωνικό, με την έννοια ότι δεν υπάρχει ενημέρωση και παιδεία για το γνώθι σ’ εαυτόν, και ίσως, το μεγαλύτερο ταμπού του 21ου αιώνα φαίνεται να είναι το ασυνείδητο; Αλλά εκτός αυτού, η βίαιη αλλαγή του οικονομικού στάτους, έχει καταγραφεί στατιστικά ως η δεύτερη βασική αιτία (ή, έστω, η αφορμή) αυτοκτονίας.

Οι στατιστικές δείχνουν, ότι ένα μεγάλο ποσοστό από εμάς,
το 17%, έχει τάσεις να κλειστεί στον εαυτό του και να κάνει κακό στον εαυτό του. Αυτό το 17% είναι κρυμμένο μέσα στην ελληνική κοινωνία, από προκατάληψη απέναντι η στις ψυχικές παθήσεις. Και τώρα, φυσικά, εκρήγνυται. Είναι μια τραγωδία αυτό.

Κρ.Π.: Έχετε κάποια πρόβλεψη, ή και κάποια πρόταση, για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση;

Η αισιόδοξη πρόβλεψη μου, είναι, ότι αυτή η κυβέρνηση που έχουμε τώρα, είναι ένα τελευταίο δείγμα, η ύστατη προσπάθεια, της υπάρχουσας πολιτικής ελίτ, και ότι η επόμενη κυβέρνηση, δεν θα προέρχεται από τις ίδιες γραμμές, αλλά θα έχει μέσα της και άλλες δυνάμεις.
Η απαισιόδοξη, είναι απλώς, η καταστροφή.

Κρ.Π.: θα πείτε και για την επιθεώρηση «Τι βουλή θα παραδώσεις μωρή;»* που πρωταγωνιστείτε, και που αυτή τη στιγμή είναι σε περιοδεία, σε όλη την Ελλάδα;

Ο ρόλος της επιθεώρησης είναι να βλέπει από την κωμική οπτική ακόμα και τις τραγωδίες. Επίσης να χλευάζει και να εξαπολύει λίβελους, συχνά, με ασήμαντη αφορμή. Φανταστείτε τι υλικό έχουμε στη διάθεση μας αυτές τις μέρες…!
Η επιθεώρηση έχει κερδίσει το δικαίωμα να είναι ανελέητη, σκληρή, αθυρόστομη και αρκετά επιθετική.
Νομίζω ότι τα πήγαμε καλά σε όλους τους τομείς…

(Φωτογραφία πορτραίτου: Τάκης Διαμαντόπουλος)

Info*
Τι Βουλή θα παραδώσεις μωρή; Πρόγραμμα περιοδείας

Τι Βουλή θα παραδώσεις μωρή;

Ένα καστ «αγανακτισμένων» πρωταγωνιστών, περιοδεύουν φέτος το καλοκαίρι ανά την Ελλάδα παρουσιάζοντας μια σύγχρονη και πολύ επίκαιρη επιθεώρηση.

Συγγραφέας: Άννα Παναγιωτοπούλου, Αλέξης Καλλίτσης, Μίνως Θεοχάρης
Σκηνοθεσία: Φωκάς Ευαγγελινός, Άννα Παναγιωτοπούλου
Παίζουν: Άννα Παναγιωτοπούλου, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Χρύσα Ρώπα, Αντώνης Καφετζόπουλος, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Παντελής Καναράκης, Γιώργος Γαλίτης,Άννα Μονογιού, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Γιώργος Τσούρμας, Κατερίνα Δημάδη.

Πρόγραμμα περιοδείας

06/07 :ΠΟΛΥΓΥΡΟΣ
07/07 :ΞΑΝΘΗ
08/07 :ΟΡΕΣΤΙΑΔΑ
09/07 :ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ
10/07 :KOMOTHNH
11/07 :ΔΡΑΜΑ (ΠΕΤΡΟΥΣΑ)
12/07 :ΣΕΡΡΕΣ
13/07 :ΑΡΙΔΑΙΑ
14/07 :ΣΚΥΔΡΑ
15/07 :ΓΡΕΒΕΝΑ
16/07 :ΚΟΖΑΝΗ
17/07 :ΛΑΡΙΣΑ
18/07 :ΤΡΙΚΑΛΑ
19/07 :ΒΟΛΟΣ
20/07 :ΚΑΡΔΙΤΣΑ
21/07 :ΜΟΥΔΑΝΙΑ
22/07 :ΑΜΦΙΠΟΛΗ
23/07 :ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (ΘΕΑΤΡΟ ΔΑΣΟΥΣ)
24/07 :ΘΕΣΣΑΛOΝΙΚΗ   (ΘΕΑΤΡΟ ΔΑΣΟΥΣ)
26/07 :ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ
28/07 :ΓΑΛΑΤΣΙ

 

Ο έρωτας σήμερα. Μάνος Χατζηδάκις

«Ο έρωτας σήμερα δεν είναι για μένα αποκλειστικά σεξουαλικός μηχανισμός.

Με έλκουν οι νέοι που πρωτίστως νογάνε, αυτοί που θα εκπροσωπήσουν τη γενιά τους αύριο.

Όπως η γέννηση ενός παιδιού είναι ένα διαβατήριο για τη μελλοντική γενιά (όταν δεν αποτελεί δημογραφικό στόχο, αλλά φυσική συνέπεια του έρωτα), έτσι κι αυτή η έλξη μου για τους επίλεκτους νέους διεκδικεί ένα διαβατήριο ποιητικής συνέχειας.

Όμως υπάρχει αυτό το τίμημα της σεξουαλικής γνώσης: έχει χαθεί ο έρωτας ανάμεσα στους νέους.

Υπάρχουν καλές κατασκευές, πολλές φορές μια ωραιότατη πράξη – έχει χαθεί η αδεξιότητα των παλαιοτέρων. Αλλά μαζί μ’ αυτή έχει χαθεί και η ένταση μιας ερωτικής μυθολογίας, αφού όλοι «ερώνται» με εξαλλοσύνη μέσα από ασφαλιστικές δικλείδες.

Παλιότερα οι άνθρωποι χάνονταν στον έρωτα, παραδινόντουσαν. Έχετε δει εσείς σήμερα να χάνεται κανείς από το πάθος;»
M. Xατζιδάκις, 1985

(συνέντευξη στον Σ. Τσαγκαρουσιάνο)

Αγρίμια κι αγριμάκια μου

ΑΓΡΙΜΙΑ  ΚΙ  ΑΓΡΙΜΑΚΙΑ  ΜΟΥ

Τραγούδι «ΛΕΥΚΟΡΕΙΤΙΚΟ» (ριζίτικο) με προέλευση από τα ορεινά του Νομού Χανίων Κρήτης.

Αγρίμια  κι  αγριμάκια  μου  αγρίμια  κι  αγριμάκια  μου,
‘λάφια  ε…  ‘λάφια  μου  με…  μερωμένα  …να  μερωμένα
πέστε  μου  που  …ου  είν’  οι  τό…  πέστε  μου  που  είν’  οι  τόποι  σας.

——

Πέστε  που  είν’  οι  τόποι  σας  πέστε  μου  που  είν’  οι  τόποι  σας,
και  που  ε…  και  που  (ν)τα  χει…  χειμαδιά  σας  τα  χειμαδιά  σας
γκρεμνά  είν’  εμάς  …άς  οι  τό…  γκρεμνά  είν’  εμάς  οι  τόποι  μας.

——

Γκρεμνά  είν’  εμάς  οι  τόποι  μας  γκρεμνά  είν’  εμάς  οι  τόποι  μας,
λες  και(ς)  να  λες  και(ς)  τα  χει…  χειμαδιά  μας  τα  χειμαδιά  μας
τα  σπηλιαρά…  …άκια  του  τα  σπηλιαράκια  του  βουνού.

——

Τα  σπηλιαράκια  του  βουνού  τα  σπηλιαράκια  του  βουνού,
είναι  να  είναι  τα  γο…  γονικά  μας  τα  γονικά  μας
αγρίμια  κι  α…  αγριμά…  αγρίμια  κι  αγριμάκια  μου.
—–

Εκτελέσεις: Ψαραντώνης / Νίκος Ξυλούρης / Χαράλαμπος Γαργανουράκης

Κώστας Βεργόπουλος _ Η Ευρώπη και ο κόσμος σήμερα βαδίζουν προς το πουθενά

15:07, 05 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/99573

Η Ευρώπη, ο κόσμος σήμερα, βαδίζουν προς το πουθενά, ενώ η Αγγλία ενδιαφέρεται να εγκλείσει τους Έλληνες εντός Ελλάδος, σαν να μεταβάλλεται η χώρα μας σε τόπο σωφρονιστηρίου. Συγχρόνως, η ύφεση δεν οδηγεί στην ανάκαμψη, αλλά στην κατάρρευση» ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστημίου VIII του Παρισιού, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με κυρίως θέμα την σημερινή, μετεκλογική, πολιτικοοικονομική κατάσταση της χώρας, συμμετέχοντας στον δημόσιο διάλογο του tvxs.

Παρά την σύσταση της μετεκλογικής τρικομματικής κυβέρνησης, η κατάσταση της χώρας δεν παύει να επιδεινώνεται οικονομικά και κοινωνικά. Παρόλο που οι τρεις κυβερνητικές συνιστώσες επαγγέλλοντο προεκλογικά την σταθεροποίηση της χώρας, εντούτοις σήμερα βλέπουμε ότι η διολίσθηση συνεχίζεται και όλα τα ενδεχόμενα, ακόμη και τα πιο παρακινδυνευμένα, παραμένουν ανοικτά.

Από την άλλη, η Ευρωπαϊκή πλευρά, επιδιώκει να αποφύγει οποιαδήποτε μεταβολή στους όρους του μνημονίου και της δανειακής συμφωνίας που έχει γίνει με την Ελλάδα και σκληραίνει σήμερα τη στάση της. Δεν θέλει καν να διευκολύνει την σημερινή κυβέρνηση, η οποία εν τούτοις, εξελέγει με την υποστήριξη των Ευρωπαίων.

Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση που επικρατούσε προ των εκλογών  συνεχίζεται και μετά από αυτές. Η φθορά των κυβερνητικών συνιστωσών είναι δεδομένη. Όπως εφθάρησαν μέχρι να φτάσουμε στις εκλογές, θα συνεχίσουν να φθείρονται και στη συνέχεια και μάλιστα με επιτάχυνση. Η συμμετοχή στη σημερινή κυβέρνηση εξελίσσεται σε πολιτική αυτοκτονία για όσες δυνάμεις την αναλαμβάνουν.

Το άλλο ζήτημα είναι, ότι η φιλοσοφία της ευρωπαϊκής πλευράς, την οποία ενστερνίζονται και τα ελληνικά στηρίγματά της, είναι ότι η ύφεση είναι αναγκαία για την υποθετική εξυγίανση και ανάκαμψη. Για την ακρίβεια, η ύφεση και ο πόνος, όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει ο Πωλ Κρούγκμαν. Κατά την γερμανική άποψή, πρέπει η Ελλάδα να πονέσει! Και όσο πιο πολύ πονέσει, τόσο ριζικότερη θα είναι η υποθετική εξυγίανση.

Πρόκειται ουσιαστικά για πολιτική χρησιμοποίηση παλαιού θρησκευτικού σχήματος, που έχει ενστερνιστεί η Γερμανία και η ευρωπαϊκή πλευρά και επαναλαμβάνεται από τα στηρίγματά τους στην Ελλάδα. Η ιδεολογία του δήθεν αναγκαίου πόνου, που οδηγεί στο αυτομαστίγωμα, εκλαϊκεύεται στο ευρύ κοινό:  καλά μας κάνουν, αφού δεν είμαστε ανταγωνιστικοί, δεν είμαστε παραγωγικοί, αντίθετα παραμένουμε παρασιτικοί κηφήνες, ψιλό… ή χοντρό… απατεώνες, απείθαρχοι, ανεπρόκοποι και ανεύθυνοι.

Υπ’ αυτούς τους όρους, η οικονομική κατάσταση θα συνεχίσει να επιδεινώνεται, αφού η ακριβώς η ύφεση είναι ο στόχος της πολιτικής που εφαρμόζεται υπό της καθοδήγησης της Τρόικας.

Οι περικοπές δαπανών θα συνεχιστούν, με αποτέλεσμα την όλο και μεγαλύτερη πτώση της οικονομίας, με όλο και χαμηλότερες εισπράξεις εσόδων.

Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο, ο οποίος θα αποδίδει όλο και λιγότερο στο μέλλον, ενώ παράλληλα η οικονομία θα αποσυντίθεται και οι άνθρωποι θα εξωθούνται στα άκρα.

Το ηθικοπλαστικό και θρησκευτικό σενάριο, θα «νομιμοποιείται», με την ιδέα, ότι «στην άλλη ζωή, τα πράγματα θα είναι καλύτερα!», ότι χάσαμε σε αυτή την ζωή. Θα εξασφαλίσουμε, όμως, την άλλη… Θα εξαγοράσουμε τις αμαρτίες μας και  θα γίνουμε τότε ενάρετοι, όπως οι Γερμανοί. Η σημερινή κυβέρνηση παραμένει δεσμευμένη σε αυτή τη λογική, φθείρεται προτού ακόμη λειτουργήσει και η διάρκεια της δεν προβλέπεται να ξεπεράσει τη διάρκεια μερικών μηνών.

Όλες οι συνιστώσες συμφώνησαν προεκλογικά, ότι χρειάζεται να αλλάξει το μνημόνιο, να γίνει επαναδιαπραγμάτευση. Όμως, κανένας από αυτούς, μετεκλογικά, δεν αναλαμβάνει την προεκλογική επαγγελία. Με αυτήν έλαβαν τους ψήφους. Τώρα όμως, αφού δεν αλλάζουν τίποτα, θα υποστούν σύντομα τις συνέπειες.

Κρ.Π.: Σε σχέση με την ευθύνη εκείνων που ηγήθηκαν της διαφθοράς στις μέχρι τώρα κυβερνήσεις που οδήγησαν τη χώρα στο μνημόνιο, τι νομίζετε ότι θα συμβεί;

Και αυτό το πρόβλημα θα τεθεί με μεγαλύτερη οξύτητα, σύντομα.

Μέχρι τότε, βλέπουμε να υπάρχει ένα γενικότερο κλίμα, ηθικοπλαστικό, εις βάρος της Ελλάδας και των Ελλήνων. Η Βρετανία, που δεν βρίσκεται στο ευρώ, δηλώνει μέσω του Πρωθυπουργού της Κάμερον ότι θα λάβει μέτρα για απαγόρευση την είσοδο Ελλήνων, εάν η Ελλάδα βγει από το ευρώ. Τί την ενδιαφέρει τη Βρετανία, εάν η Ελλάδα βγει από ευρώ, εφόσον δεν βρίσκεται σε αυτό ούτε η ίδια;

Επιπλέον, γνωρίζουμε, ότι η Ευρώπη δεν έχει μόνο τις δεκαεπτά χώρες που είναι μέσα στο ευρώ, αλλά και άλλες που δεν είναι αναγκαστικά μέλη της Ευρωζώνης. Οι Ευρωπαίοι πολίτες από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες ταξιδεύουν ελεύθερα στη Βρετανία, είτε αυτές ανήκουν στο ευρώ είτε όχι! Γιατί να επιβληθεί ειδική ποινή αποκλειστικά για τους Έλληνες, όταν βγουν από το ευρώ; Τί τον νοιάζει τον Κάμερον;

Εκδηλώνεται σήμερα ένα διεθνές τιμωρητικό κλίμα, τελείως αδικαιολόγητο και συγχρόνως, ένα κλίμα κακής διάθεσης ως προς την διευκόλυνση και πραγματική προώθηση των ελληνικών προβλημάτων, αλλά και των άλλων υπερχρεωμένων χωρών. Επικρατεί η ιδέα του τιμωρητισμού και ας χαθεί ο κόσμος. Επικαλούνται σήμερα την υπευθυνότητα, αυτοί που κατεξοχήν συμπεριφέρονται ανεύθυνα.

Η σημερινή Ευρώπη, στο σύνολό της, απελπίζει. Ασχολείται περισσότερο με το ηθικολογικό μέρος, με το να λέει ποιος είναι «καλός μαθητής» και ποιος είναι «κακός», και δεν ασχολείται με την οικονομική σταθεροποίηση και αποτελεσματικότητα.

Προβάλει μέτρα και μοντέλα, τα οποία, ακόμη και να θεωρηθούν σωστά, δεν οδηγούν πουθενά, απλώς καταστρέφουν, απλά και μόνο για να τιμωρήσει αυτούς που δεν έχουν συμμορφωθεί με αυτό που η ίδια προβάλλει ως πρότυπο.

Η Ευρώπη, ο κόσμος σήμερα, βαδίζουν προς το πουθενά, ενώ η Αγγλία ενδιαφέρεται να εγκλείσει τους Έλληνες εντός Ελλάδος, σαν να μεταβάλλεται η χώρα μας σε τόπο σωφρονιστηρίου. Συγχρόνως, η ύφεση δεν οδηγεί στην ανάκαμψη, αλλά στην κατάρρευση.

Οι ιθύνοντες δεν ασχολούνται με την πραγματική επίλυση των προβλημάτων, αλλά αποκλειστικά και μόνον με την αφηρημένες προδιαγραφές και κυρώσεις.

Η ελληνική οικονομία όμως χρειάζεται μέτρα για ανάκαμψη. Αυτό συνιστά την απόλυτη προτεραιότητα. Όμως, οι ιθύνοντες αποστρέφουν το πρόσωπο από τις πραγματικές ανάγκες. Νομιμοποιούν την ύφεση και τον πόνο!

Όσοι δεν ενστερνίζονται αυτή τη φιλοσοφία του πόνου διατηρούνται και υπάρχουν ακόμη. Το μέλλον κρίνεται από την σχέση ανάμεσα σε αυτούς που αυτό-αναγνωρίζονται στην φιλοσοφία του πόνου και σε αυτούς που την απορρίπτουν.

Σήμερα, όπως σημειώνει ο Πωλ Κρουγκμαν, η ελπίδα του κόσμου πηγάζει από τον φόβο της επικείμενης μεγάλης καταστροφής. Όσο επεκτείνεται το αίσθημα της καταστροφής, τόσο λιγότεροι θα το βρίσκουν αυτό αναγκαίο και εξυγιαντικό και τόσο περισσότεροι θα αντιλαμβάνονται ότι ανάμεσα στην κόλαση και στον παράδεισο υπάρχει και η μέση οδός, που δεν διέρχεται κατ’ ανάγκην ούτε από το ένα ούτε από το άλλο άκρο του θρησκευτικού σχήματος.

Η ανθρωπότητα σήμερα διαθέτει την γνώση και τα μέσα για να αποφύγει την οπισθοδρόμηση και πτώση στις μεγάλες αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος. Θα ήταν τραγικό, παραδομενη στη θρησκευτικη ακεραιοφροσυνη και αδιαλλαξια, να μην μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει.


Διαβάστε άλλα άρθρα και συνεντεύξεις του Κ. Βεργόπουλου στο tvxs: εδώ

Αμπελοφιλοσοφίες και ραπανάκια για την όρεξη

Ο Ηλίας Πετρόπουλος έχει δηλώσει ότι “στη φυλακή βρήκα την ελευθερία μου”!

Η ελευθερία προφανώς και δεν καθορίζεται από την ύπαιθρο, την γαλανή θάλασσα, τα πουλάκια που κελαηδάνε, και τα φυλλαράκια που θροίζουν στον αέρα, πόσο μάλλον από ζευγαράκια που “κάνουν την επανάστασή τους” και πιάνουνε τις τσάπες, αλλά κατά τα άλλα πιστεύουν σε δεισιδαιμονίες και σε πολλές περιπτώσεις, ενώ δήθεν θεοποιούν τη φύση, από την άλλη δεν σέβονται τους ανθρώπους, παρά μόνο εκείνους που έχουν συμφέρον, και εξαρτώνται σε έναν μεγάλο βαθμό.

Κάτι που συμβαίνει κατά κόρον στις επαρχίες, και ήταν ένας από τους βασικότερους λόγους που τράπηκαν σε φυγή όλοι οι επαρχιώτες πριν 40 περίπου χρόνια, και γέμισαν όλες τις δημόσιες υπηρεσίες της Αθήνας με νιι και λιι.
Ο μεγαλύτερος επαναστάτης είναι εκείνος που ζει μέσα στο σύστημα και το παλεύει καθημερινά, αν, φυσικά, έχει τα κότσια, διότι και στην Άνω Ραχούλα να πάει, πάλι μέσα στο σύστημα θα είναι. Μέρος αυτού. Και ένας απλός παρατηρητής, ακόμα, επηρεάζει ένα σύστημα.

Οι άνθρωποι που έκαναν κάτι, όπως οι μεγάλοι φιλόσοφοι κλπ. δεν είχαν κυρίως, την αγωνία της επιβίωσης. Αυτή ήταν η διαφορά τους από το σύστημα. Είτε γιατί, όπως ο Διογένης, ζούσαν στον δρόμο, απελευθερώνοντας με αυτόν τον τρόπο τον εαυτό του από το σύστημα, είτε γιατί όπως ο Παπαδιαμάντης, ζούσαν ασκητικά ανάμεσα σε φαταούλες (έπαιρνε ένα κομμάτι παξιμαδάκι όπου πήγαινε για να μην έχει υποχρέωση σε κανέναν), είτε γιατί είχαν μια γυναίκα με λεφτά να τους ζει, κλπ.

Μην βαυκαλίζονται, όσοι -μόνον- φυτεύουν ραπανάκια για… την όρεξη, ότι είναι ελεύθεροι άνθρωποι, λοιπόν. Ελεύθερος δεν γίνεσαι ποτέ απ’ έξω σου, όταν είσαι φυλακισμένος μέσα σου. Και δυστυχώς, οι άνθρωποι της επαρχίας σφύζουν από… φυλάκιση και εξάρτηση.

Και ο Μίσσιος πήγε να ζήσει εκτός Αθηνών με τη γυναίκα του, αλλά ήδη είχε κάνει για την κοινωνία, όσα δεν μπορούν να κάνουν εκατομμύρια μαζί. Και απέδειξε ότι όχι μόνο ελεύθερος είναι, αλλά συνεχίζει καθημερινά να ελευθερώνει ανθρώπους με τη σκέψη του μέσα από τα βιβλία του και τις σπάνιες συνεντεύξεις του, με την ίδια του την ψυχή. Λέει, πάρτε τα βουνά για να παραμείνετε ο εαυτός σας… Γιατί μπορεί να μην άλλαξα το σύστημα, όμως δεν θα αφήσω και αυτό να με αλλάξει. Αλλά μιλάμε για έναν άνθρωπο που έχει φτύσει αίμα για να ψάχνει μέσα του και έξω του!

Αν φύγει η κυρά Μάρω η γειτόνισσά μου και πάει να φτιάξει ένα χωράφι στο χωριό της, δεν θα την αλλάξει το χωράφι, αλλά η διαδικασία μέσα της, η οποία δεν εξαρτάται από κανένα χωράφι!

Χαλαρώστε λοιπόν με τις α-τοπίες. Αναρωτηθείτε για την ελευθερία της ψυχής και του πνεύματός σας, μέσα σας, και αγωνιστείτε για το… κοινωνικό σας περιβάλλον, έμπρακτα, και με κάθε τρόπο, όπου και να είστε.

Άλλωστε σε λίγο καιρό ειδικότητες όπως γιατροί, κλπ. που δεν χρυσαφίζουν στην Αθήνα,πλέον, θα πάρουν τον οματιόν τους. Συγχρόνως πάρα πολλοί οι οποίοι μπορούν να ζήσουν στην επαρχία και να δουλεύουν, θα την κάνουν και αυτοί… φαντάζομαι.

Και θα κοιτάει ο καθένας τη ζωούλα του. Και δεν πάει να καεί ο πλανήτης… κλασσικά. Και ουσιαστικές πράξεις μόνο από τις κλασσικές, επίσης, μειονότητες. Κατά τα άλλα, η αμπελοφιλοσοφία στην Ελλάδα, είναι το δημοφιλέστερο σπορ.