«Ονειρευόμαστε με αφηγήματα» _ της Αθηνάς Ανδριτσοπούλου

07:07, 31 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102076

Οι άνθρωποι είμαστε κατ’ εξοχήν «αφηγηματικά όντα» (Maclntyre, 1961), που σημαίνει πως «ονειρευόμαστε με αφηγήματα, ονειροπολούμε με αφηγήματα, θυμόμαστε, προσδοκούμε, ελπίζουμε, απογοητευόμαστε, πιστεύουμε, αμφιβάλλουμε, σχεδιάζουμε, αναθεωρούμε, κριτικάρουμε, κατασκευάζουμε, κουτσομπολεύουμε, μαθαίνουμε, μισούμε και αγαπάμε με αφηγήματα» (Mardy, 1968, σ.5).

Αν τα όνειρα αποτελούν συνέχεια της εγρήγορσης, τότε στον ύπνο μας συνεχίζουμε να κάνουμε ό,τι και στον ξύπνιο μας, δηλαδή να σκεφτόμαστε, να οργανώνουμε και να προσπαθούμε να νοηματοδοτήσουμε τις εμπειρίες μας μέσω της αφήγησης σε κάποιο ακροατήριο, ακόμα και αν αυτό το τελευταίο αποτελείται μόνο από τον εαυτό μας.

Έχω τη συνήθεια να συγκρατώ όνειρα δικά μου και ονειρικές αφηγήσεις φίλων, συναδέλφων και θεραπευόμενων τα οποία μου έκαναν μεγάλη εντύπωση, είτε επειδή τα θεώρησα ιδιαίτερα ευρηματικά είτε επειδή με βοήθησαν να καταλάβω περισσότερα για τη γλώσσα των ονείρων.
Ένα τέτοιο όνειρο, το οποίο μου διηγήθηκε ένας καινούριος θεραπευόμενός μου και που θα εξετάσουμε αναλυτικά στη συνέχεια αυτού του κεφαλαίου, είναι το εξής:
Βρισκόταν στην Αλάσκα σε μια αποστολή. Μπροστά του προχωρούσαν και άλλοι άντρες. Ο ένας πίσω από τον άλλο μετέφεραν πράγματα στους ώμους τους, ενώ το σώμα τους ήταν βουτηγμένο ως τη μέση σε νερό, την επιφάνεια του οποίου κάλυπτε στρώμα πάγου. Εκείνος ήταν ο τελευταίος στη σειρά. Ξάφνου ένιωσε κάτι να ακουμπάει το πόδι του.

Κατάλαβε ότι ήταν καρχαρίας, αλλά δεν μπορούσε να βγάλει άχνα, και κανείς από τους μπροστινούς του που απομακρύνονταν δεν είχε καταλάβει ότι κινδύνευε. Έμεινε ακίνητος ώσπου του φάνηκε πως ο καρχαρίας απομακρύνθηκε.

Τα όνειρα ως αυτοβιογραφικές αφηγήσεις

Τα όνειρα λοιπόν αποτελούν αυτοβιογραφικές αφηγήσεις. Παρουσιάζονται όμως όλα τα όνειρα με την μορφή αφηγημάτων; Είδαμε […] ότι περίπου το 80% των ανθρώπων που ξύπνησαν ενώ βρίσκονταν στο στάδιο REM ανέφερε ότι ονειρευόταν, ενώ μόνο 7% των ανθρώπων τους οποίους οι ερευνητές ξύπνησαν σε άλλα στάδια ανέφερε πως έβλεπε όνειρο. Πολλά εξαρτώνται από το πώς ορίζουμε το όνειρο.

Σε μια σχετική έρευνα του Rachyschaffen και του μαθητή του Orlinsky,  η οποία δημοσιεύτηκε το 1967 και παρατίθεται από τον Jouvet (1992)] οι μελετητές κατέταξαν όλες τις ονειρικές εμπειρίες σε οκτώ κατηγορίες, αριθμώντας τες από το μηδέν έως το επτά:

  1. Καμιά ονειρική ανάμνηση,
  2. Καμιά ανάμνηση για κάτι συγκεκριμένο,
  3. Ανάμνηση μιας απομονωμένης ιδέας, ενός αντικειμένου, ενός προσώπου ή μιας σκηνής,
  4. Πολλές ασύνδετες σκέψεις, σκηνές ή δράσεις,
  5. Μικρό όνειρο με συνοχή (π.χ. μια συζήτηση αντί μιας ιδέας)
  6. Λεπτομερής ανάμνηση μιας ονειρικής αλληλουχίας με κάποια συνοχή,
  7. Ανάμνηση μακρύτερης ονειρικής αλληλουχίας (έως τέσσερα επεισόδια) με συνοχή,
  8. Ανάμνηση πολύ μακριάς ονειρικής αλληλουχίας με πολλές λεπτομερειες και συνδεδεμένα επεισόδια ή ανάμνηση πολλών ονείρων.

[…] «αθώα» είναι η γλώσσα των ονείρων, όχι τα ίδια τα όνειρα, τα οποία είναι τόσο αθώα ή πονηρά όσο οι σκέψεις που κάνουμε και τα συναισθήματα που έχουμε σε λιγότερο συνειδητό αλλά και σε συνειδητό επίπεδο.

[…] Τα όνειρα αντικατοπτρίζουν τη συνέχεια της συνειδητής αλλά και της λιγότερο συνειδητής προσπάθειας που γίνεται στον ξύπνιο μας για νοηματοδότηση των εμπειριών μας, για αποκρυστάλλωση σκέψεων και για σύνδεσή τους με συναισθήματα.
Οι περισσότεροι θεραπευτές πιστεύουν πως, προκειμένου τα όνειρα να έχουν κάποια χρησιμότητα, είναι απαραίτητη η «ερμηνεία» τους. Είναι σίγουρο πως η «ερμηνεία» ή καλύτερα η «μετάφραση» βοηθά τη συνειδητοποίηση κάποιων πραγμάτων στην περίπτωση εκείνων που είναι πρόθυμοι να την κάνουν. Στην περίπτωση όμως εκείνων που δεν είναι έτοιμοι να κάνουν καμία συνειδητοποίηση, τα όνειρά τους δεν θα βοηθήσουν, γιατί δεν θα αποτυπώσουν καμιά απολύτως ανησυχία.

[…] αν αντιμετωπίσουμε τα όνειρα ως ιστορίες μέσω των οποίων εμείς οι ίδιοι προσπαθούμε να οργανώσουμε τις εμπειρίες μας, η εικονογραφική γλώσσα τους γίνεται περισσότερο κατανοητή και η «μετάφρασή» τους πιο εύκολη. […] όσο πιο κοντά είμαστε στη συνειδητοποίσηση σκέψεων και συναισθημάτων, τόσο τα όνειρά μας μοιάζουν πιο ρεαλιστικά. Αντίθετα, όσο πιο μακριά είμαστε από συνειδητές συνδέσεις, τόσο πιο σουρεαλιστικές είναι οι ιστορίες των ονείρων μας και τόσο πιο κοπιώδης είναι η μετάφρασή τους.

Αποσπάσματα από το βιβλίο της Αθηνάς Ανδριτσοπούλου, Η αθώα γλώσσα των ονείρων μας, Εκδόσεις Ανθρώπινα Συστήματα

Η ιστορία της ζωής μας απαιτεί και τα δύο, και την εγρήγορση και τα όνειρα.
– Boss

– Στα όνειρά μας εκφράζουμε «απαγορευμένες» επιθυμίες του ασυνείδητου… (Σ. Φρόιντ)

– Είδες ψάρια στον ύπνο σου, λαχτάρα θα σε βρει! (λαϊκή δοξασία)

Ο γοητευτικός κόσμος των ονείρων μας είναι πλούσιος σε ερεθίσματα, που διαπλέκονται και δημιουργούν ευφάνταστες πρωτότυπες, εκπληκτικές ιστορίες. Υπάρχουν όνειρα διάσημα και άλλα λιγότερο γνωστά, τα οποία ειδικοί και μη προσπαθούν να εξηγήσουν, να ερμηνεύσουν, να μεταφράσουν.

Αυτό όμως που φαίνεται τελικά είναι ότι στα όνειρα μας δεν υπάρχει κάποιο κρυμμένο νόημα. Απλώς αποτυπώνουν όσα το μυαλό μας συνεχίζει να σκέφτεται και να φαντάζεται στον ύπνο –δείχνουν την προσπάθειά μας να επεξεργαστούμε και να νοηματοδοτήσουμε τις εμπειρίες μας. Αν λοιπόν δούμε τα όνειρά μας σαν ακόμα μια αυτοβιογραφική αφήγηση, σαν εικονογραφημένες ιστορίες τις οποίες «λέμε» είτε για να ξεκαθαρίσουμε τους προβληματισμούς μας και να βρούμε λύσεις είτε για να διασκεδάσουμε είτε για να νιώσουμε καθησυχασμένοι, τότε θα κατανοήσουμε πιο εύκολα την «αθώα» γλώσσα τους.


*Φωτογραφία από έργο του ζωγράφου Νίκου Μιχαλιτσιάνου

Συράκος Δανάλης: Μια αέναος κίνηση ήταν για μένα η ζωή μου

11:07, 30 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/102009

Έχω ζήσει πάρα πολλά, έχω ακούσει πάρα πολλά, έχω γυρίσει όλον σχεδόν τον κόσμο, και την Ελλάδα, σαν σβούρα, από μία και δυο και τρεις φορές. Μια αέναος κίνηση ήταν για μένα η ζωή μου. Και γι αυτό, προφανώς, μου έλειπε τόσο πολύ Αθήνα και δεν έβρισκα την ώρα να γυρίσω πίσω. Αυτή –χοντρικά- ήταν η ζωή μου στον κινηματογράφο», ο γνωστός βετεράνος διευθυντής φωτογραφίας του κινηματογράφου και του θεάτρου, Συράκος Δανάλης, πολυβραβευμένος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με πάνω από 150 ταινίες και 800 ντοκυμαντέρ στο ενεργητικό του, αλλά και ο άνθρωπος που «έχει κάνει τη μισή Ελλάδα σκηνοθέτες»,  μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για το tvxs, εξ αφορμής της δεύτερης έκθεσης* που παρουσιάζεται στην Αίγινα για φιλανθρωπικό σκοπό, με θέμα τα πολύμορφα ξύλινα καράβια του.

Σ.Δ.: Όλη μου η ζωή, όπου έχω βρεθεί, τυχαία ήτανε… Μόνο οι σπουδές μου ήταν συγκεκριμένες, αλλά δεν τελείωσαν ποτέ.
Γεννήθηκα το 1927, στην Αθήνα, στην Κυψέλη, Φωκίωνος Νέγρη΄ η οποία Φωκίωνος Νέγρη, τότε, ήταν ρέμα. Στη συνέχεια πήγα σχολείο, έκανα όλα αυτά που κάνουνε οι νέοι, πήγα Γυμνάσιο, τελείωσα, πήγα στρατιώτης…

Κρ.Π.: Ζήσατε και τον πόλεμο του ’40.

Σ.Δ.: Στον πόλεμο, σχεδόν, δεν έκανα τίποτα. Ήμουν σε μια ηλικία που δεν μπορούσα να προσφέρω. Γράφαμε στους τοίχους, μοιράζαμε προκηρύξεις, και όλα αυτά, παράνομα, βέβαια.
Έζησα και τον θάνατο ενός πολύ κολλητού μου φίλου, που μαζί γεννηθήκαμε, μαζί μεγαλώσαμε και μαζί είμαστε όταν τον σκοτώσανε.

Κρ.Π.: Ήσασταν στην ΕΠΟΝ τότε;

Σ.Δ.: Ναι, επί Κατοχής. Την ώρα που γράφαμε στην άσφαλτο, μας είδαν κάποιοι ταγματασφαλίτες, από την ομάδα του Μόρφη, οι οποίοι άρχισαν να πυροβολούν, και σκότωσαν το παιδί που ήταν δίπλα μου.
Στη συνέχεια είχα και φυλακές… Μετά πέρασε ο πόλεμος, και κατόπιν κοιτούσαμε πως θα δουλέψουμε, γιατί δουλειές, βέβαια, δεν υπήρχαν με τίποτε… αφού, δεν λειτουργούσε τίποτε.
Έτσι, στα 18 μου χρόνια, αναγκάστηκα να μπω τυχαία και περιστασιακά, σε κάποιο κινηματογραφικό συνεργείο. Μπήκα στον κινηματογράφο, για μεροκάματα, κάνοντας όλες τις δουλειές. Γιατί τότε, εκτός από τον διευθυντή φωτογραφίας και τον ηχολήπτη, όλοι οι άλλοι, έκαναν όλες τις δουλειές.
Σιγά – σιγά, δούλεψα όσο δούλεψα, και μετά πήγα στο στρατό. Άλλο βάσανο εκεί, να μην τα πολυλογούμε, ιστορίες, εμφύλιος, και με την επιστροφή…

Κρ.Π.: Όταν ξεκίνησε ο εμφύλιος;

Σ.Δ.: Με φέρνεις πίσω και είναι τόσα πολλά τα γεγονότα, και τόσο θλιβερά, για μένα, που δεν ξέρω, μπορεί να μη μπορούμε να συνεχίσουμε τη συνέντευξη…
Εμείς όλοι, είχαμε από έναν φάκελο στην αστυνομία. Να σκεφτείς ότι μετά την Χούντα, αν θυμάμαι καλά, χρειάστηκε να πάω να κάνω κάποιες ταινίες στην Αμερική. Διαβατήριο; Όχι βέβαια΄ δε μου δίνανε με τίποτα.
Αναγκάστηκε να πάει στον Αρχηγό της Αστυνομίας, ο ίδιος ο παραγωγός της ταινίας, όπου εκεί έβγαλαν έναν χοντρό φάκελο και του είπαν «Ορίστε, ο κύριος, αυτός είναι! Πώς να σου δώσουμε τη βίζα;».
Τρόμαξα με αυτά που είδα σε αυτόν τον φάκελο… Έμενα στη Νάξο, πάνω σε ένα απομακρυσμένο  βουνό, όχι φυσικά για παραθερισμό, αλλά γιατί τα πράγματα εδώ ήταν πάρα πολύ δύσκολα.  Και με τα παιδιά, του σπιτιού που έμενα, πηγαίναμε στους αγρούς με τις κατσίκες… και καθώς είχε μία ωραία κατσίκα, κάτασπρη, με το μυαλό μου το παιδικό, όπως θα το χαρακτήριζα -γιατί ένας άνθρωπος με μια λογική δεν θα το έκανε ποτέ- πήρα κατακόκκινα μπορντώ μούρα και ζωγράφισα από τη μια και την άλλη πλευρά ένα σφυροδρέπανο! Καταλαβαίνεις, πως, όταν τα είδαν οι χωριανοί, κόντεψαν να με σκοτώσουν. Γιατί οι Ναξιώτες, τότε, ήταν κατ’ εξοχήν Βασιλικοί.
Θέλω, να πω, είναι τόσα πολλά αυτά που γίνονταν… Τέλος πάντων, κατάφερε ο παραγωγός και πήρε τη βίζα, με την προϋπόθεση να φύγω μόνο για να κάνω τις ταινίες και να γυρίσω αμέσως. Και πράγματι αυτό έγινε.
Αν και στην Αμερική, μου δόθηκε μία καταπληκτική ευκαιρία, μέσω μίας παραγωγού, η οποία μου έκανε την πρόταση: «Συράκο, αν  μείνεις πέντε χρόνια εδώ στην Αμερική, δεν θα χρειαστεί να ξαναδουλέψεις στη ζωή σου, γιατί θα έχεις κερδίσει τόσα χρήματα…», αλλά εγώ της απάντησα ότι «δεν μένω ούτε πέντε ώρες», διότι ήμουν λάτρης της Αθήνας. Όπου πήγαινα, το μυαλό μου ήταν στο πότε θα γυρίσω πίσω…

Κρ.Π.: Και πότε γίνατε Διευθυντής Φωτογραφίας στον Κινηματογράφο;

Σ.Δ.: Πριν από όλα αυτά, να σου πω, ότι πήγα στην Ιταλία, στο Πέργαμο, να σπουδάσω σχεδιαστής υφαντουργικής, αλλά λόγω κάποιον οικονομικών μέτρων του Μαρκεζίνη αναγκάστηκα να τις σταματήσω και να γυρίσω πίσω, όπου, βέβαια, δεν υπήρχαν δουλειές, και έτσι πάλι βρέθηκα να δουλεύω στον κινηματογράφο. Στον οποίον, τελικά, «κόλλησα» κιόλας.

Κρ.Π.: Είπατε ότι ξεκινήσατε να σπουδάζετε σχεδιαστής υφαντουργικής, όπου φαντάζομαι, φάνηκε ότι έχετε ταλέντο να δημιουργείτε με τα χέρια, όπως σήμερα με αυτή την έκθεση με τα καράβια…

Σ.Δ.: Ναι, ίσως. Και πριν αρχίσω τα καράβια, έφτιαχνα καθρέφτες. Οι καθρέφτες αυτοί, με γεωμετρική ζωγραφική, ήταν σημείο αναφοράς.  Δηλαδή, δεν ήταν καθρέφτες που μπορούσες να βάλεις στο μπάνιο κλπ…

Κρ.Π.: Και η υφαντική τέχνη, επίσης έχει γεωμετρική ζωγραφική…

Ναι, αυτού του είδος το σχέδιο, μου άρεσε. Έκανα και εκθέσεις με τους καθρέφτες που πήγαν πολύ καλά. Στη συνέχεια, κάποιες παραμονές Χριστουγέννων, η σύντροφός μου η Άννα, μου λέει «θέλω να κάνεις από χαρτόνι ένα καραβάκι να το στολίσω», και έτσι έφτιαξα το πρώτο καράβι, το στόλισε, και όλα ωραία και καλά. Αλλά μετά, μου λέει, «γιατί δεν κάνεις ένα ξύλινο;». Της λέω, «δεν έχω ιδέα!», «όχι!..» επέμενε, σαν τα παιδιά, «…θέλω να μου κάνεις ένα ξύλινο!».
Βρε μπελά που έβαλα, έλεγα, και ξεκίνησα να κάνω ένα ξύλινο, ένα πρωτόλειο βέβαια, σε μέγεθος 70 εκατοστών. Στο τέλος, κάπου μου άρεσε, όλη αυτή η ιστορία, ήθελα και εγώ να ασχολούμαι με κάτι, και κάπως έτσι, το προχώρησα επί χρόνια, και έχω φτάσει εδώ, και είμαι ικανοποιημένος. Αν και ποτέ δεν είσαι ικανοποιημένος. Οπότε θα προσπαθώ για ακόμα κάτι καλύτερο.

Κρ.Π.: Τι είδους καράβια είναι αυτά; Τί το ιδιαίτερο έχουν;

Σ.Δ.: Για μένα δεν έχουν τίποτα το ιδιαίτερο, για τον κόσμο είναι… Εγώ τα κάνω έτσι όπως μου ‘ρθει… Βέβαια, με τη μορφή του καραβιού πάντα. Κάνω διάφορα: κουρσάρικα, μπρατσέρες, φεριμπόουτ, υπερωκεάνια, ναυάγια, αλλά όλα αυτά -εκτός από τα κότερα– που θα βρίσκονται στην έκθεση, όλα φωτίζονται. Οι καμπίνες τους, τα πάντα, είναι φωτισμένα. Τα κουρσάρικα που είναι και εντυπωσιακά, με τις γέφυρες πίσω, ψηλές, μεγάλες…
Κάναμε πριν δύο χρόνια την πρώτη έκθεση στο Λαογραφικό Μουσείο και πήγε καλά. Τώρα κάνουμε τη δεύτερη, η οποία δεν είναι προς όφελος δικό μου, αφού όλα τα χρήματα θα διατεθούν για φιλανθρωπικό σκοπό. Δηλαδή, για το Νοσοκομείο της Αίγινας το οποίο πάσχει, και για το Θέατρο το οποίο είναι ένα Καποδιστριακό παλιό κτίριο, που το μεταχειριζόμαστε σαν θέατρο, και όπου υπάρχει μια φοβερή ακουστική στην κεντρική του αίθουσα, που δεν το συναντάς στην Αθήνα, σε κανένα θέατρο.
Εκείνοι που το έφτιαξαν, πριν 200 χρόνια, τυχαία, βέβαια το έφτιαξαν έτσι. Αλλά στην Ελλάδα, όπως συμβαίνει συνήθως, τα αφήνουνε και ερημώνουν, και σαπίζουν οι πόρτες και εμείς τα διορθώνουμε. Δεν είχε καθόλου θέρμανση, και πέρυσι έβαλα χρήματα και στην συνέχεια, βέβαια, τα πήρα πίσω. Αλλά πώς τα πήρα; Δίνοντας ένα καράβι, που το βγάλανε στη λοταρία…  Έτσι μπήκε θέρμανση στο θέατρο, και είναι ένα… από τα επτά θαύματα!

Κρ.Π.: Συνήθως τα δημιουργήματα της τέχνης, επειδή πηγάζουν κυρίως από τα βιώματα, έχουν ως αφετηρία την παιδική ηλικία. Τα δικά σας καράβια, έχουν κάποια σχέση με αυτήν;

Σ.Δ.: Όχι, όχι. Δεν έχουν καμία καταγωγή, ούτε εμπειρία, ούτε από το σόι μου… Δεν ήταν καπεταναίοι, καμία σχέση. Καμία απολύτως.
Το ξεκαθάρισα, ότι με τη θάλασσα δεν έχω καμία σχέση.

Κρ.Π.: Το καράβι συμβολίζει το ταξίδι της ζωής…

Σ.Δ.: Γι’ αυτό λοιπόν, και εγώ έχω φροντίσει να κάνω από όλων των ειδών τα καράβια…

Κρ.Π.: Δεν είπατε, πώς φτάσατε μέχρι την δεύτερη έκθεση, από το πρώτο ξύλινο καράβι…

Σ.Δ.: Μου άρεσε η διαδικασία. Συνταξιούχος είμαι, πια, εργάτης είμαι, και φτιάχνω διάφορα καράβια. Ανάλογα το κέφι μου.
Μάλλον, έχεις δίκιο, για τις εσωτερικές καταβολές. Το κάθε τι που έχω ζήσει, μπορεί να συμβολίζει και ένα διαφορετικό καράβι. Δεν ξέρω.

Κρ.Π.: Ως Διευθυντής Φωτογραφίας, έχετε βιώσει τις διαφορετικές οπτικές μιας αφήγησης.

Σ.Δ.: Τις «γωνίες» που λέμε. Ναι, πάρα πολλές. Έχω ζήσει πάρα πολλά, έχω ακούσει πάρα πολλά, έχω γυρίσει όλον σχεδόν τον κόσμο, και την Ελλάδα, σαν σβούρα, από μία και δυο και τρεις φορές. Μια αέναος κίνηση ήταν για μένα η ζωή μου. Και γι αυτό, προφανώς, μου έλειπε τόσο πολύ Αθήνα και δεν έβρισκα την ώρα να γυρίσω πίσω. Αυτή –χοντρικά- ήταν η ζωή μου στον κινηματογράφο.
Ξεκίνησα κάνοντας τα πάντα, αλλά με υπομονή και επιμονή. Στη συνέχεια μου δόθηκε μια ευκαιρία να γίνω βοηθός οπερατέρ, γιατί εδώ στην Ελλάδα, ο διευθυντής φωτογραφίας κάνει και τις δυο δουλειές΄ και οπερατέρ και διευθυντής φωτογραφίας. Για λόγους οικονομίας, δηλαδή.
Ενώ στο εξωτερικό, άλλος είναι ο οπερατέρ και άλλος είναι ο διευθυντής φωτογραφίας.
Σιγά σιγά, δούλεψα με μεγάλους διευθυντές φωτογραφίας, έμαθα, πρόσεξα, μ’ άρεσε, ήθελα να εξελιχθώ, και από κει και πέρα προχώρησα, βάζοντας ένα στοίχημα με τον εαυτό μου, λέγοντας ότι σε πέντε χρόνια, εάν και εφόσον δεν καταφέρω ν’ ανέβω προς τα πάνω, θα τα παρατήσω.
Πράγματι, τα κατάφερα. Και τότε, άρχισαν απανωτά οι ταινίες, τα βραβεία, τα φεστιβάλ, όλα αυτά, εν πάση περιπτώσει, και στο τέλος καταλήξαμε στην ΕΡΤ, λόγω του ότι, πέθανε ο κινηματογράφος.
Όπως ξέρεις, το ’74 – ’75, τελείωσε ο κινηματογράφος. Δηλαδή, όποιος έμεινε να κάνει κινηματογράφο, απλώς, έβγαζε δισκάκι στο δρόμο, για να ζήσει. Δεν γίνονταν ταινίες πια.
Εκείνο τον καιρό, μου έκαναν μια πρόταση από την ΕΡΤ και τελικά, πήγα. Γιατί, στην αρχή, όταν επισκέφτηκα την Ρηγίλλης για να κάνω το συμβόλαιο, λέω «Τί είναι αυτό»; Συνηθισμένος από τον κινηματογράφο, που παίρναμε εκείνα τα χρήματα που παίρναμε, είπα, τί θα ‘ρθω για… το γιαούρτι μου; Και σηκώθηκα και έφυγα.
Τότε, ακριβώς έξω από τον τότε Βασιλικό Κήπο, όπως τον έλεγαν, με πρόλαβε η κυρία Ζαχαροπούλου, και μπράβο της και την ευχαριστώ γι’ αυτό, και μου λέει, σε παρακαλώ Συράκο, γύρνα, υπόγραψέ το, δεν σε πιέζει κανείς, ότι ώρα θες φεύγεις! Αλλά, δυστυχώς, επαληθεύτηκε το μηδέν μονιμότερον του προσωρινού… Βεβαίως, δεν μετανιώνω.

Κρ.Π.: Πόσα χρόνια εργαστήκατε στην ΕΡΤ;

Σ.Δ.: Δεκαοκτώ. Μια ζωή! Αλλά δεν μετανιώνω, όπως είπα. Γιατί, στη συνέχεια, και οικονομικά ικανοποιήθηκα, και έκανα δουλειές ωραίες, που μου αρέσανε, τελικά.
Δηλαδή, έκανα φοβερά πράγματα στην ΕΡΤ, σε σχέση ειδικά με τα ντοκυμαντέρ, εκτός από σήριαλ, τηλεταινίες, κλπ. Πρέπει να έχω κάνει, χωρίς υπερβολή, κάπου 800 με 1000, ημίωρα ντοκυμαντέρ, μόνο για την εκπομπή «Η ΕΡΤ στη Βόρειο Ελλάδα» αλλά και στο «Μουσικό οδοιπορικό» με τη Δόμνα Σαμίου, έγιναν 400 ημίωρα, μόνο από δύο εκπομπές. Και άλλα, εκατοντάδες. Μου άρεσε η εναλλαγή, το ότι σε μια δυο μέρες έφευγες από το ένα μέρος και πήγαινες να κάνεις κάτι άλλο. Δεν καθόσουν, όπως στις ταινίες, δύο και τρεις μήνες στο ίδιο μέρος… Τα ίδια και τα ίδια΄οι ηθοποιοί, ξανά, μανά, κλακέτες, πάμε, άλλος δεν τά ‘λεγε…
Θυμάμαι μία ηθοποιό, μεγάλη κιόλας, που έπρεπε ένα πει σε ένα μαραγκούδικο: «Η πόρτα που μου έφτιαξες, τρίζει». Ε, δεν μπορούσε να το πει΄ έλεγε «θρίζει». Κι η πόρτα «θρίζει»… και η πόρτα «θρίζει»… και έτσι «έθριζε»… μέχρι το πρωί! Καταλαβαίνεις, ότι ανάλογα γεγονότα, σου διαλύουν τα νεύρα. Γι αυτό έκανα και ελάχιστα διαφήμιση. Δεν μπορούσα να κάθομαι πίσω από ένα μπουκάλι πέντε ώρες! Ή μπροστά από ένα μωρό που κλαίει, από το πρωί μέχρι το απόγευμα… Γινόμουν ερείπιο!

Κρ.Π.: Επί τη ευκαιρία, παιδιά κάνατε;

Σ.Δ.: Βεβαίως. Έχω μία κόρη και έναν εγγονό μεγάλο, σπουδαγμένο.

Κρ.Π.: Οι γονείς σας, πού γεννήθηκαν και με τι ασχολούνταν;

Σ.Δ.: Ο πατέρας και η μητέρα μου, ήταν από την Κεφαλλονιά.  Ο πατέρας μου ήταν καθηγητής μαθηματικών στο Σουδάν, και μετά πήγε στην Αλεξάνδρεια, και όταν γύρισε στην Ελλάδα, γνώρισε τη μάνα μου, παντρεύτηκαν και έκαναν πάρα πολλά παιδιά.

Κρ.Π.: Πόσα;

Σ.Δ.: Μην τρομάξεις… Έντεκα!  Βέβαια ποτέ δεν είμαστε έντεκα. Επτά ήμασταν, όταν γεννήθηκα εγώ. Αλλά, τώρα είμαι μόνος μου. Είμαι ο μοναδικός επιζών, που λένε. Και σκοπεύω να ζήσω αρκετά ακόμα. Ήμουν όμως, ο βενιαμίν. Και έχω μοιάσει στη μάνα μου.
Μάλιστα, τώρα το θυμήθηκα αυτό, στην αρχή, ήθελα να γίνω καπετάνιος. Οι φίλοι μου, η παρέα μου, ήθελαν να γίνουν καπεταναίοι… και γω από κοντά… Η μάνα μου, όμως, δεν με άφησε να γίνω, με τίποτα, γιατί είχε χάσει τόσα παιδιά, και φοβόταν.

Κρ.Π.: Το όνομά σας, Συράκος, από πού προέρχεται; 

Σ.Δ.: Ο παππούς μου, ο πατέρας του πατέρα μου,  εργαζόταν στο Αργοστόλι, για τους Κοσμετάτους, δύο αδέλφια, ανύπαντροι και οι δυο. Στη συνέχεια ο ένας από αυτούς, ζήτησε να με βαφτίσει μια και ήταν πολύ φίλοι με τον πατέρα μου. Όπως έμαθα αργότερα, με βάφτισε μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, μια γερμανίδα, της οποίας της άρεσε πολύ η Ελλάδα, και σε ένα ταξίδι τους, πέρασε και από το χωριό του Κρυστάλλη του ποιητή, το Συρράκος, (γράφεται με δύο ρ και περισπωμένη στο άλφα) έξω από τα Γιάννενα, απέναντι από τους Καλλαρύτες, (φοβερά χωριά και τα δύο, μάλιστα στο Συρράκος, δεν πάτησαν οι Τούρκοι ποτέ), και της άρεσε, λοιπόν, αυτό το χωριό και μου… φόρτωσε το όνομά του. Τώρα, καλά έκανε; Κακά; Δεν ξέρω. Το πήρε και ο εγγονός μου, και ελπίζω να μη με βλαστημάει…

Τη νονά μου, τη γερμανίδα αυτή, μια μέρα στην Κατοχή, μου είπε η μητέρα μου «έλα εδώ», είχε μία φωτογραφία, που ήταν κρεμασμένη η νονά μου. Μένοντας στην Ελλάδα, που την λάτρευε, όπως είπα, έγινε σύνδεσμος με τους αντάρτες, οπότε, την έπιασαν και την κρεμάσανε.

Κρ.Π.: Θυμάστε κάτι αξιοσημείωτο από την ιστορία της οικογένειά σας;

Σ.Δ.: Τίποτα το αξιοσημείωτο. Ήμασταν μια αστική οικογένεια που μεγαλώναμε όπως όλες οι αστικές οικογένειες.

Κρ.Π.: Με πολλά παιδιά όμως…

Σ.Δ.: Και γι αυτό, είχαμε τέτοια ανεξαρτησία… Δεν μπορούσαν να μας ελέγξουν. Περάσαμε καλή ζωή. Εκτός βέβαια από την Κατοχή, και όλα αυτά…

Κρ.Π.: Πόσες ταινίες κάνατε; Θέλετε να μιλήσετε για κάποιες από αυτές, όπως και για τα ντοκιμαντέρ;

Σ.Δ.: Όσα ντοκιμαντέρ έκανα, χωρίς να αναφέρω και εκείνα της ΕΡΤ, όλα βραβεύτηκαν στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης.
Είχα το σκεπτικό, ότι όλοι οι νέοι σκηνοθέτες, πρέπει να βοηθιούνται, και ότι αυτοί είναι και το μέλλον του κινηματογράφου.
Τί γινόταν στον κινηματογράφο τότε; Ήταν περίεργο. Ένας νέος σκηνοθέτης, έμπαινε μέσα; Αμέσως υπήρχε δούλεμα και ψιλοειρωνείες. Μα, τι να ξέρει ένας νέος σκηνοθέτης; Ξέρει, όσα μπορεί να ξέρει. Δηλαδή, δεν ξέρει πολλά πράγματα. Στο κάτω κάτω της γραφής, οι περισσότεροι έκαναν ότι μπορούσαν, ούτως ώστε να τον πετάξουν έξω… Εγώ, ήμουν τελείως αντίθετος. Γι αυτό κυκλοφορούσε και στην πιάτσα του κινηματογράφου, ότι ο Συράκος Δανάλης, έχει κάνει τη μισή Ελλάδα σκηνοθέτες.

Κρ.Π.: Κάποιοι Έλληνες σκηνοθέτες, από τους σημαντικότερους, που έχετε δουλέψει μαζί τους;

Σ.Δ.: Και με ποιόν δεν έχω δουλέψει.. Και με τον Παντελή Βούλγαρη, αφού όμως, πρώτα, είχε κάνει καριέρα και ήταν γνωστός. Και στην αρχή, που έκανε τον Τζίμη τον Τίγρη, μια ιστορία μικρού μήκους, εκεί ήμασταν όλοι, με ότι μπορούσε ο καθένας. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κανένας σκηνοθέτης που να μην έχω δουλέψει μαζί του, εκτός από τον Αγγελόπουλο, που στην πρώτη του ταινία, την Αναπαράσταση, ενώ ήταν να την κάνουμε μαζί, δεν το καταφέραμε, γιατί είχα ένα άλλο συμβόλαιο στις ίδιες τις ημερομηνίες για κάποια άλλη ταινία.

Κρ.Π.: Κάποιες ταινίες που ήταν σταθμοί στην καριέρα σας, ως Διευθυντής Φωτογραφίας;

Σ.Δ.: Σταθμός ήταν η Εκδρομή του Κανελλόπουλου, η πρώτη μου δουλειά σαν διευθυντής φωτογραφίας, αν θυμάμαι καλά. Εκεί πήρα και το πρώτο βραβείο φωτογραφίας. Στη συνέχεια, κάναμε την Παρένθεση, πάλι με τον Κανελλόπουλο, και μετά την ταινία Με τη λάμψη στα μάτια, με τον Γλυκοφρύδη, που πήρε οκτώ βραβεία στη Θεσσαλονίκη.
Και εκτός από τις ταινίες, επακολούθησαν και όλα τα παρελκόμενα. Σήριαλ, τηλεταινίες, ντοκυμαντέρ.

Κρ.Π.: Κάποιο βιβλίο γράψατε για όλα αυτά;

Σ.Δ.: Δεν έχω γράψει και ούτε πρόκειται. Δε με ενδιαφέρει. Τα αφήνω πίσω όλα αυτά.

Κρ.Π.: Τουλάχιστον, για τους φοιτητές, που θέλουν να μάθουν την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου θα ήταν πολύ ενδιαφέρον. 

Σ.Δ.: Το ίδιο πράγμα μου λέει η Άννα, χρόνια τώρα. Αλλά, δεν μπορώ, φορτίζομαι. Διότι, δεν μπορώ να αφηγηθώ μόνο για τον κινηματογράφο. Να αφηγηθώ, και θέλω να μπορέσω, από την Κατοχή και μετά. Γιατί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, το οποίο εξακολουθεί να ζει, είναι αυτή η ιστορία με την Αντίσταση, όπως είπα πριν, που σκότωσαν τον κολλητό μου, αυτοί οι αλήτες. Την ώρα που γράφαμε στην άσφαλτο -γιατί τότε εμείς κάναμε… μόδα να γράφουν στην άσφαλτο, εκτός από τους τοίχους- με τον φίλο μου τον Κανάκη, βγήκαν από ένα σπίτι δύο με πολιτικά, και μόλις μας είδαν, έβγαλαν τα περίστροφα και τον σκοτώσανε, ενώ τραυμάτισαν και τον μεγάλο αδελφό μου.

Κρ.Π.: Όλα αυτά, εκτός των άλλων, θα είχαν μεγάλη αξία να τα πείτε και στην εθελοντική Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Κυψέλης, που καταγράφει προσωπικές μαρτυρίες για τη δεκαετία του ’40. Επιστρέφοντας, τώρα, στη δεύτερη έκθεση με τα ξύλινα καράβια σας, τι είναι το πιο σημαντικό που θα θέλατε να αναφερθεί;

Σ.Δ.: Το σημαντικό, κατ’ αρχάς, είναι ότι θα γίνει η έκθεση. Αλλά, γι αυτό που έχω μία μικρή αγωνία, είναι να πουληθούν τα καράβια. Άλλωστε, η τιμή τους είναι σχεδόν τσάμπα, ούτως ώστε να μαζευτούν κάποια χρήματα, για να δοθούν σε αυτό το Νοσοκομείο, που δεν έχει σύριγγες, δεν έχει γάζες… είναι τραγωδία. Όπως και στο θέατρο, να φτιαχτούν αυτές οι πόρτες, επιτέλους, κάποτε.

Κρ.Π.: Τα έσοδα δηλαδή, θα δοθούν, τα μεν για την φροντίδα της υγείας του σώματος, τα δε για την φροντίδα της υγείας… της ψυχής; Μάλλον, δεν είναι τυχαίο, που αυτά τα δύο, το Νοσοκομείο και το Θέατρο, τα «πονάτε».  

Σ.Δ.: Ναι, τα «πονάω», όπως και η Άννα Γεραλή, η γυναίκα μου, που παλεύει και εκείνη γι’ αυτό. Δεν γίνεται. Το χειμώνα, για παράδειγμα, στο θέατρο, οι θεατές παρακολουθούσαν με παλτά και σκούφους στο κεφάλι, και οι ηθοποιοί έπαιζαν φορώντας ένα μπλουζάκι… Δεν γινόταν. Πήρα την άδεια από τον Δήμαρχο και βάλαμε θέρμανση…

Κρ.Π.: Επιστρέφοντας στην παρούσα έκθεση, τι άλλο θα θέλατε να προσθέσετε;

Σ.Δ.: Να αναφέρουμε οπωσδήποτε την κυρία Μάρθα Σημαντώνη, που μας παραχωρεί τον χώρο, δωρεάν βέβαια, και την ευχαριστούμε, επί της οδού Σπύρου Ρόδη, πίσω ακριβώς από τα ψαράδικα. Επίσης, ευχαριστούμε την κυρία Βάρτζελη, η οποία είναι η Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Γυναικών «Η Αφαία», που διοργανώνει και την έκθεση.

Κρ.Π.: Στην Αίγινα πώς αποφασίσατε να μείνετε μόνιμα;

Σ.Δ.: Το 1950, ήρθε ο πατέρας της Αννούλας, ο ποιητής Γιώργος Γεραλής, τον οποίο κάλεσε ο Τάκης Καλμούχος ένας σπουδαίος ζωγράφος, προσωπικός φίλος του  Καζαντζάκη και αγόρασε ένα οικόπεδο πλάι στη θάλασσα και έχτισαν ένα μικρό σπίτι΄όπως γινόταν τότε. Από τότε που ήμασταν μαζί με την Άννα, ερχόμασταν πάντα ένα μήνα κάθε καλοκαίρι. Πριν 7 χρόνια, της λέω «Γιατί να μη μείνουμε εδώ;». Εμένα προσωπικά με την Αθήνα δε με συνδέει κάτι, όλοι μου οι φίλοι έχουν φύγει. Έμεινα τελευταίος. Όλο, τελευταίος μένω…
Και έτσι, μείναμε εδώ μόνιμα. Να φανταστείς, ότι δεν θέλω ούτε να την ακούω την Αθήνα. Τα παιδιά μου είναι στην Αθήνα; Όποιος θέλει να έρθει…

Κρ.Π.: Μείνατε τελευταίος, να… ταξιδεύετε, όλους τους αγαπημένους σας;

Σ.Δ.: Ακριβώς.

Κρ.Π.: Τι θα λέγατε σε κάποιον νέο που ασχολείται με την φωτογραφία στον κινηματογράφο;

Σ.Δ.: Θα του έλεγα ότι αν δεν το αγαπάει να μην το κάνει. Αν το κάνει μόνο για βιοποριστικούς λόγους, να τα παρατήσει και να κοιτάξει να βρει μια άλλη δουλειά.

Κρ.Π.: Και αν θέλατε να του πείτε, το πιο ωραίο που έχει αυτή η δουλειά, ή και το πιο άσχημο ενδεχομένως; Ποιο θα ήταν αυτό;

Σ.Δ.: Για μένα η ομορφιά αυτής της δουλειάς, είναι το αποτέλεσμα. Όταν το αποτέλεσμα ήταν αυτό που φιλοδοξούσα να είναι, ήμουν πανευτυχής, αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο. Γιατί; Γιατί αυτό που έκανα το αγαπούσα. Παρόλο που είναι η πιο σκληρή δουλειά που μπορεί να υπάρξει. Όχι ο τωρινός κινηματογράφος. Εκείνος ο κινηματογράφος… που δεν είχες τα μέσα.
Για παράδειγμα, θυμάμαι ένα νυχτερινό γύρισμα στο Λαγκαδά. Ο Κανελλόπουλος μου ζήτησε ένα πλάνο, του Κώστα Καραγιώργη, με τα μάτια του. Ένα τρε γκρο πλαν που λέμε. Αυτό για να το κάνεις, πρέπει να έχεις κάποιο ανάλογο φακό. Που να τους βρούμε τους φακούς, όμως, τότε; Λέω, λοιπόν, θα το επιχειρήσω, και θα δούμε. Όσο ο φακός μακραίνει από το σημείο εστίασης, τόσο γίνεται πιο ζουμ -να το πούμε – πιο μικρός, κλειστός. Λοιπόν, τί έκανα; Έβγαλα το φακό, από τη θέση του, και τον έφερα προς τα έξω και κέρδισα, έτσι, ένα εκατοστό. Και με αυτό, πράγματι, έγινε το πλάνο που ήθελε ο Κανελλόπουλος. Με φόβο ψυχής, μη πέσει ο φακός κάτω… Σήμερα, δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα, κανένα. Ακόμα κι αν θέλει να πάρεις το μισό μάτι σου…
Χωρίς αυτό να λέει, ότι θέλω να παραστήσω τον εαυτό μου σαν ήρωα, ή τους παλιούς, αλλά γενικά, πράγματι, ήταν ήρωες. Ήταν ηρωικός κινηματογράφος!

Πλέον, έχω κάνει την αυτοκριτική μου, είμαι ήρεμος, είμαι 86 χρονών, και θα πάω 110. Εκεί υπολογίζω. Κάνω τα καραβάκια μου΄ δεν τα πουλάω ποτέ, τα χαρίζω στους φίλους μου΄ όλοι οι φίλοι μου έχουν καράβια΄ να ταξιδεύουν και να ναι καλά. Όλοι, οι καινούργιοι φίλοι μου. Γιατί οι παλιοί έχουν φύγει, όπως είπα, όλοι. Ο τελευταίος ήταν ο Κατσουρίδης


Η έκθεση θα πραγματοποιηθεί από 3 έως 16 Αυγούστου 2012 στο κτήριο της οδού Σπύρου Ρόδη 9, πίσω από το Δημαρχείο.

Ν. Βαγενάς _ Ζούμε στην εποχή της σύγχυσης των αξιολογικών διακρίσεων

08:07, 28 Ιουλ 2012 | tvxsteam tvxs.gr/node/101827

Είναι ελάχιστα τα καλά μυθιστορήματα, ή διηγήματα, σήμερα, που αποκτούν πολλούς αναγνώστες. Τους περισσότερους τους αποκτούν μυθιστορήματα της παραλογοτεχνίας. Αυτό όμως, είναι ένα γενικό φαινόμενο στην εποχή μας, που ένα κύριο χαρακτηριστικό της είναι η σύγχυση των αξιολογικών διακρίσεων» ο Νάσος Βαγενάς, ποιητής και Καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Παν/μιο Αθηνών, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή το ενδέκατο ποιητικό βιβλίο του «Στη νήσο των Μακάρων«.

Κρ.Π.: Πώς γράφεται ένα λογοτεχνικό έργο;

Ν.Β.: Για να ξεκινήσουμε με τα αυτονόητα: Το έργο του καλλιτέχνη, πηγάζει κυρίως από το ασυνείδητο. Το πραγματικό λογοτεχνικό έργο γράφεται με ολόκληρο τον εαυτό του συγγραφέα, όχι μόνο με το μυαλό του. Κανένας γνήσιο συγγραφέας δεν ξέρει πώς θα τελειώσει ένα έργο του, όταν αρχίζει να το γράφει.
Για να αναφέρω κάτι σχετικό: Στο μυθιστόρημα του Σεφέρη «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη» κάποιος ρωτάει τον ήρωα του βιβλίου, που είναι ποιητής: «Ποιες είναι οι πολιτικές απόψεις σας;». Κι εκείνος απαντά: «Δεν ξέρω. Θα σας απαντήσω αφού γράψω το ποίημα». Μπορεί να ξεκινήσεις να γράφεις ένα ερωτικό ποιήμα και να σου βγει πολιτικό, και το αντίστροφο.

Κρ.Π.: Κάθε δημιουργία, χρειάζεται τη συνεργασία και των δύο ημισφαιρίων του εγκεφάλου, του συνειδητού και του ασυνειδήτου…

Ν.Β.: «Οι μέτριοι ποιητές γράφουν με το χέρι στην καρδιά. Οι καλοί με το χέρι παρακάτω».

Κρ.Π.: Το κέντρο ενέργειάς μας, βρίσκεται κάτω από την κοιλιά. Αυτό λένε οι καθηγητές π.χ. ορθοφωνίας.

Ν.Β.: Στην περιοχή του υπογάστριου. Αυτό δεν σημαίνει ότι το μυαλό παίζει ρόλο κομπάρσου κατά την προετοιμασία ενός έργου. Η ποίηση –όπως λέει ο Σεφέρης- γράφεται με την ευαισθησία, που είναι ένα αξεδιάλυτο κράμα αισθήματος και σκέψης, στο οποίο η σκέψη παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Τον ρόλο όμως αυτό τον παίζει τη στιγμή της συγγραφής ενός έργου. Πιστεύω ότι δεν μπορεί να είναι κανείς σημαντικός συγγραφέας, αν δεν είναι και διαννοούμενος.

Κρ.Π.: Ξεκινώντας, με αφορμή την πρόσφατη ποιητική σας συλλογή «Στη Νήσο των Μακάρων» , ποιά είναι η… μοίρα κάποιου που εντρυφεί, στο έργο συγγραφέων και ποιητών, μέχρι το βαθμό που φτάνετε στο συγκεκριμένο το βιβλίο;

Ν.Β.: Οι συγγραφείς δεν διαβάζουν με τον τρόπο που διαβάζουν οι άνθρωποι που δεν είναι συγγραφείς.

Κρ.Π.: Το έχετε ξαναπεί σε συνέντευξη…  

Ν.Β.: …οι συγγραφείς στα έργα τα οποία διαβάζουν, διαβάζουν κυρίως τον εαυτό τους. Διαβάζουν, δηλαδή, με έναν ωφελιμιστικό τρόπο.

Κρ.Π.: Με ιδιοτέλεια…

Ν.Β.: Με ιδιοτέλεια, γιατί θέλουν να ανακαλύψουν στοιχεία που θα τους επιτρέψουν να απεικονίσουν τον δικό τους κόσμο.

Τα ποιήματα της συλλογής στην οποία αναφερθήκατε, είναι ποιήματα, που μιλούν για τη ζωή και το έργο ποιητών. Ως ένα βαθμό είναι και ποιήματα, που περιέχουν μιαν αξιολογική εκτίμηση του έργου τους. Αναφέρονται σε ποιητές που εμένα με ενδιέφεραν και με ενδιαφέρουν πολύ, ανεξαρτήτως του μεγέθους τους.

Βέβαια, τα περισσότερα αναφέρονται σε μεγάλους ποιητές, αλλά όπως θα έχετε δει, έχω ποιήματα και για ελάσσονες, όπως είναι ο Κοτζιούλας, ο Φιλύρας, που με ενδιαφέρουν οι ποιητικές τους περιπτώσεις.

Θα έλεγα, ότι το βιβλίο αυτό, είναι ιδιότυπο, κατά το ότι, αποτελείται, ολόκληρο, από ποιήματα για ποιητές, και κατά το ότι, σχεδόν ολόκληρο (πλην ενός ποιήματος) αποτελείται από ποιήματα γραμμένα με τη μορφή του σονέτου.

Φυσικά, μέσα από τα ποιήματα αυτά, βλέπει κανείς, τη δική μου σχέση με τους ποιητές αυτούς. Ως ένα βαθμό, είναι και ένα είδος δικής μου ποιητικής αυτοβιογραφίας. Τα αγαπάω αυτά τα ποιήματα, γιατί αγαπάω αυτούς τους ποιητές, ακόμα και αυτούς που σήμερα πια δεν τους διαβάζει κανείς, όπως τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή, ο οποίος πιστεύω ότι ήταν μια σημαντική περίπτωση, την οποία προσπαθώ να περιγράψω μέσα στο ποίημα.

Επίσης, είναι ποιήματα, ορισμένα από τα οποία επανεκτιμούν ποιητές, όπως είναι το ποίημά μου για τον Κοτζιούλα, ο οποίος είναι ένας ποιητής, που δεν τον ξέρει ο πολύς κόσμος. Πιστεύω ότι είναι σημαντικός ποιητής, και ότι θα πρέπει να κατακτήσει μια θέση καλύτερη από αυτήν την οποία κατέχει σήμερα.
Βέβαια, τη δεσπόζουσα θέση στο βιβλίο αυτό την έχει ο Κάλβος. Για τον Κάλβο έχω μία σειρά σονέτων, επτά, με τα οποία προσπαθώ να αποτυπώσω ποιητικά, την ποιητική βιογραφία του.

Επίσης, με τον Μπόρχες έχω μία ειδική σχέση. Έτυχε να τον γνωρίσω και τον κάναμε Επίτιμο Διδάκτωρα στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, όταν ήμουν εκεί. Είναι ένας συγγραφέας που με έχει σφραγίσει, όχι μόνο ποιητικά αλλά και δοκιμιακά.

Μία ειδική θέση στο βιβλίο κατέχει το ποίημα για τον Σεφέρη. Είναι το μόνο ποίημα που δεν έχει γραφτεί με τη μορφή του σονέτου. Έχει γραφτεί με τη μορφή μιας ωδής.
Η συλλογή αυτή, έχει και μία άλλη ιδιοτυπία. Κατά κάποιον τρόπο θέτει σε εφαρμογή κάποιες απόψεις μου για την λειτουργία της ποίησης σήμερα, και για την προσπάθεια διεξόδου από ένα εκφραστικό αδιέξοδο, στο οποίο έχει περιέλθει η ποίηση που γράφεται στις μέρες μας, στη χώρα μας, σήμερα, αναφέρομαι στη λιμνάζουσα κατάσταση στην οποία  την οποία την έχει οδηγήσει ο ελεύθερος στίχος.

Δηλαδή, πιστεύω ότι ελεύθερος στίχος που γράφεται σήμερα, δεν είναι στίχος. Είναι περισσότερο πρόζα.

Φυσικά υπάρχουν και ποιήματα που είναι πραγματικά ποιήματα σε ελεύθερο στίχο. Αλλά η μεγάλη πλειονότητα των ελευθερόστιχων ποιημάτων, ουσιαστικά δεν είναι γραφή ποιητική, αλλά ποιητικίζουσα – ο στίχος τους είναι παρωδία του ελεύθερου στίχου.

Ο ελεύθερος στίχος, δεν μπορεί να είναι στίχος αν είναι ελεύθερος. Η φράση «ελεύθερος στίχος» είναι μία αντίφαση όρων, γιατί στίχος σημαίνει έλλειψη ελευθερίας. Σημαίνει τάξη. Σημαίνει κανονικότητα.

Ελεύθερος στίχος, λοιπόν, δεν είναι ένας στίχος που είναι ελεύθερος από τους μετρικούς καταναγκασμούς, αλλά ένας στίχος που έχει ένα δικό του μέτρο. Είναι και αυτός «έμμετρος», αλλά με ένα μέτρο ατομικό, δύσκολα προσδιορίσιμο, διαφορετικό από τα μέτρα στα οποία είναι γραμμένη η παραδοσιακή ποίηση, η παλαιότερη.
Άρα, για να είναι στίχος, ένας ελεύθερος στίχος, πρέπει να αναπτύξει το δικό του είδος της εμμετρότητας, το οποίο κατασκευάζει ο κάθε ποιητής ατομικά. Το δημιουργεί ο ίδιος. Γι’ αυτό και είναι πολύ πιο δύσκολο να γράψεις σε ελεύθερο στίχο, παρά σε έμμετρο.

Για να σας δώσω να καταλάβετε: Πάρτε την αναλογία με τη ζωγραφική.  Μπορεί κανείς να είναι καλός αφηρημένος ζωγράφος αν δεν ξέρει σχέδιο; Μπορεί κανείς να είναι καλός μουσικός αν δεν ξέρει νότες; Δεν μπορεί κανείς να είναι καλός ποιητής του ελεύθερου στίχου, αν δεν μπορεί να γράψει σε έμμετρο στίχο.

Τις απόψεις αυτές, τις έχω διατυπώσει και θεωρητικά, με μία πρόταση την οποία ονομάζω «επαναμάγευση του ποιητικού λόγου». Επαναμάγευση με την έννοια της ανύψωσης του στίχου από ένα επίπεδο υψηλότερο από εκείνο της πρόζας.

Η συνομιλία του ποιητή με τις παλαιότερες έμμετρες μορφές αν γίνει δημιουργικά, όχι δηλαδή με την πιστή αναπαραγωγή των παραδοσιακών μέτρων, αλλά με την επιδέξια χρήση τους και ζύμωσή τους με τον ελεύθερο στίχο, μπορεί να επιτύχει αυτή την επαναμάγευση, δηλαδή, να σηκώσει τον στίχο από το πεζό περπάτημά του.

Κρ.Π.: Αναφέρεστε, σχετικά, και στο βιβλίο σας «Μεταμοντερνισμός και λογοτεχνία» που τυπώθηκε πρόσφατα σε δεύτερη έκδοση, και περιέχει και δύο ακόμα δοκίμια που δεν είχαν περιληφθεί στην πρώτη έκδοση, γιατί δεν είχαν γραφτεί ακόμα…

Ν.Β.: Το ένα από τα δύο δοκίμια, που γίνεται πια και το κεντρικό στη νέα έκδοση, έχει τον τίτλο «Ποίηση και οργανική μορφή» και υποστηρίζει κάτι που ήταν πάντοτε αυτονόητο, αλλά που στις μέρες μας παραδόξως αμφισβητείται: ότι η ποίηση, αλλά και η λογοτεχνία γενικότερα, δεν μπορεί να υπάρξει, εάν η γλώσσα –η οποία είναι το υλικό της ποίησης- δεν αποκτήσει μία οργανική μορφή.
Οργανική μορφή: Εννοώ την σχέση των σημαινόντων με τα σημαίνοντα των λέξεων, δηλαδή τη σχέση της μορφής των λέξεων με το περιεχόμενό τους, η οποία πρέπει να είναι μία σχέση οργανική. Με την έννοια ότι η λογοτεχνία αρχίζει από τη στιγμή που η μορφή και το περιεχόμενο των λέξεων δεν μπορούν να νοηθούν χωριστά. Γίνονται ένα πράγμα, είναι σαν ένα ζωντανό σώμα. Ενώ στην κοινή γλώσσα…

Κρ.Π.: Γίνεται, δηλαδή, ανανοηματοδότηση των λέξεων μέσα από την σύνθεσή τους;

Ν.Β.: Στην κοινή γλώσσα, την καθημερινή γλώσσα, τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά:  μία λέξη μπορεί να αντικατασταθεί με μία άλλη συνώνυμή της.
Η διαφορά, δηλαδή, στον λογοτεχνικό λόγο και τον μη λογοτεχνικό, είναι ακριβώς αυτό: η λογοτεχνία αρχίζει από τη στιγμή που αισθάνεται κανείς πως η γλώσσα αποκτά μία οργανικότητα, ότι σημαίνονται και σημαινόμενα συγχωνεύονται το ένα με το άλλο με τρόπο αξεχώριστο και λειτουργούν με τρόπο διαφορετικό απ’ ότι λειτουργεί η καθημερινή, η κοινή γλώσσα.

Κρ.Π.: Για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και την ποίηση, σήμερα, τι έχετε να πείτε; Έχετε πει ότι δεν είστε και τόσο αισιόδοξος…

Ν.Β.: Κοιτάξτε, δεν ζούμε σήμερα σε μία εποχή ποιητικής κοσμογονίας. Είναι και τα σημεία των καιρών. Οι παλαιότεροι ποιητές, ίσως ήταν πιο τυχεροί απ’ ότι είμαστε σήμερα εμείς. Λόγου χάριν, η γενιά του ’30, η οποία εμφανίστηκε σε μία εποχή που γινόντουσαν στον ποιητικό λόγο τεράστιες αναδιατάξεις. Από τον έμμετρο στίχο πηγαίναμε στον ελεύθερο. Είναι η περίοδος του μοντερνισμού.

Σήμερα στην ποίηση παράγονται καλά ποιήματα, αλλά όχι ανάλογα σε ποιότητα με τα ποιήματα εκείνης της εποχής.
Και θα ήταν και λίγο αφύσικο να περιμέναμε να παραχθούν, ακριβώς γιατί η εποχή εκείνη ήταν μία εποχή βαθιάς μεταβατικότητας, που ευνοούσε τα μεγάλα επιτεύγματα.

Κρ.Π.: Και για την πεζογραφία, τι έχετε να πείτε;

N.B.: Έχουμε καλούς πεζογράφους, αλλά δυστυχώς έχει κυριαρχήσει το ευπώλητο μυθιστόρημα. Βλέπουμε μυθιστορήματα μετριότατα να αποκτούν χιλιάδες αναγνώστες, και άλλα πεζογραφήματα πολύ αξιολογότερα να μένουν απούλητα.

Είναι ελάχιστα τα καλά μυθιστορήματα, ή διηγήματα, σήμερα, που αποκτούν πολλούς αναγνώστες. Τους περισσότερους τους αποκτούν μυθιστορήματα της παραλογοτεχνίας. Αυτό όμως, είναι ένα γενικό φαινόμενο στην εποχή μας, που ένα κύριο χαρακτηριστικό της είναι η σύγχυση των αξιολογικών διακρίσεων.

Κρ.Π.: Έχουν γίνει όλα μια «σαλάτα» δηλαδή; Δεν υπάρχει σοβαρή αξιολόγηση, γενικώς;

Ν.Β.: Και αυτό οφείλεται και στους πολύ πρωτοποριακούς διανοουμένους, και στα πνευματικά ρεύματα της εποχής, τα διεθνή, και σ’ αυτό που ονομάζουμε «πολιτική ορθότητα». Σήμερα τα πάντα επιτρέπονται, και σε αυτό, πιστεύω οφείλεται και η παρακμή της τέχνης.

Αν πάτε και αφήσετε στην New Tate Gallery του Λονδίνου, ένα τενεκέ με σκουπίδια και του κολλήσετε ένα ταμπελάκι με τίτλο «η αίσθηση της φθοράς» δεν αποκλείεται να βραβευτείτε.

Έχουν συμβεί ανάλογα γεγονότα! Αυτό που θέλω να πω είναι ότι στην εποχή μας τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και την πραγματικότητα έχουν γίνει τόσο δυσδιάκριτα, ώστε είναι δύσκολο να τα ξεχωρίσει κανείς. Για την ακρίβεια, θεωρούνται ότι έχουν γίνει δυσδιάκριτα.

Διότι τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και την τέχνη είναι πάντοτε τα ίδια, ακόμη και όταν διακρίνονται δύσκολα. Αυτό που δεν είναι το ίδιο, που διαφοροποιείται από εποχή σε εποχή, είναι η ικανότητα να τα διακρίνει κανείς, η οποία εξαρτάται από παράγοντες που βρίσκονται έξω από την τέχνη.

Κρ.Π.: Ποιοί είναι αυτοί οι παράγοντες;

Ν.Β.: Οι εξωκαλλιτεχνικές αιτίες αυτής της σύγχυσης έχουν αναλυθεί από τη σοβαρή –όμως ανίσχυρη «επικοινωνιακά» τεχνοκριτική. Σήμερα το τι είναι τέχνη καθορίζεται λιγότερο από τους καλλιτέχνες και περισσότερο από τους διεθνείς εμπόρους της τέχνης σε αγαστή συνεργασία με ιθύνοντες των μουσείων, με συλλέκτες και με τεχνοκρίτες ελαστικής.

Kρ.Π.: Μπορείτε να αναφερθείτε σε κάποιους σημαντικούς λογοτέχνες και ποιητές, σύγχρονους ή και παλιούς που θα προτείνατε στους αναγνώστες, να μην τους αγνοήσουν;

N.B.: Τους σημερινούς σημαντικούς, λίγο –πολύ τους ξέρουμε. Καθώς όμως μου δίνεται η ευκαιρία να αναφέρω και παλαιούς, θα αναφέρω έναν που σήμερα δεν διαβάζεται γιατί, όπως λένε, δεν εκφράζει το πνεύμα της εποχής μας: τον Γιώργο Ιωάννου, που τον θεωρώ μεγάλο πεζογράφο.

Πιστεύω ότι ο Ιωάννου, θα διαβάζεται στο μέλλον, όπως διαβάζονται σήμερα ο Βιζυηνός και ο Παπαδιαμάντης.

Κρ.Π.: Για το θέμα της Παιδείας γενικά, στην Ελλάδας, τι θα λέγατε;

Ν.Β.: Δεν είμαι οπαδός της θεωρίας της παλιάς καλής εποχής, όμως η σημερινή κατάσταση της παιδείας μας είναι αισθητά χειρότερη από εκείνη παλαιότερων εποχών. Αλλά θα ήταν περίεργο να μην ήταν έτσι, αν κρίνουμε από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η χώρα μας.

Κρ.Π.: Κάνετε κάποια άλλα μαθήματα, εκτός από τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο;

Ν.Β.: Έκανα και μια σειρά μαθημάτων στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο, της Στοάς του Βιβλίου, επίσης κάνω κάποιες διαλέξεις, και αρθρογραφώ.

ΜΠΟΡΧΕΣ

Έβλεπες με τα σωθικά, όχι με τα μάτια,
που ήταν σβησμένα πριν ακόμα τ’ ανοίξεις.
Βυθομετρούσες τη ζωή με αφίξεις
σε μυστικούς σταθμούς πέρα απ’ την επικράτεια

του ορατού, ή κατεβαίνοντας σε υπόγεια
χλοερά, μακριά απ’ την έρημο του πλήθους,
εξερευνώντας άλλους λαβυρίνθους,
εκεί όπου ο χρόνος δεν μετριέται με ρολόγια.

(Στο Ρέθυμνο μιλούσες για τ θαύμα
– «κάτι σαν αύρα στην καρδιά της ανεμοζάλης» –
κρατώντας το άδειο ποτήρι σαν γεμάτο).

Ζώντας το νόημα έβλεπες καθαρά το πράγμα:
τα χρώματα του δειλινού, τις φλέβες των φύλλων. Οι άλλοι
έβλεπαν μόνο τους ίσκιους των πραγμάτων.

(Νάσος Βαγενάς, Στη νήσο των Μακάρων, Εκδ. Κέδρος, 2010)

Μα είναι που σκοτώνουν την ψυχή κάθε λαού. Του Γιάννη Υφαντή

Αυτό που ονομάζαμε «τρίτο κόσμο», ήταν ουρά της Δύσης, δημιούργημα πάντως του Καπιταλισμού κι όχι του Κομμουνισμού ή της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Καπιταλισμός μετά την επιτυχία του να δώσει τέλος στη Σοβιετική Ένωση, άνοιξε το δρόμο προς το μεγάλωμα αυτής του της ουράς, επιδιώκοντας να κάνει  όλο τον πλανήτη τριτοκοσμικό.…» ο ποιητής Γιάννης Υφαντής, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη συμμετέχοντας στην έρευνα για την ελληνική κρίση.

       Στην Ελλάδα μόλις έπεσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» έλεγαν: «Είδατε τι θα παθαίναμε αν ανήκαμε στο κομμουνιστικό μπλοκ; Αυτά που παθαίνουν τώρα οι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης». Όμως οι ομιλούντες τοιουτοτρόπως δεν αντιλαμβάνονταν ότι ο Καπιταλισμός μας «πρόσεχε» κάπως ως τότε, μόνο και μόνο για να είμαστε με το μέρος του. Άλλωστε όλη η Δυτική Ευρώπη κι εμείς οι Νότιοι μαζί, αποτελέσαμε βιτρίνα του Καπιταλισμού για ν’ ανακόψει την ροή προς τον κομμουνισμό.

 

Αλλ’ ιδού ενώ προετοίμαζαν την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, ανακάλυψαν ότι ο Τσαουσέσκου λόγου χάριν ήταν τύραννος. Οι καπιταλιστές, αυτοί οι κατασκευαστές τυράννων τάχα μου ενοχλήθηκαν από τον «τύραννο» Τσαουσέσκου. Οι δικές μου πηγές λένε ότι όλο το μένος εναντίον του Τσαουσέσκου υπήρξεν επειδή ο Τσαουσέσκου είπε στον λαό του: «Θα ζήσουμε φτωχά μα δεν θα παραδοθούμε στους τοκογλύφους.  Δεν θα δανειστούμε ούτ’ ένα δολάριο από τις τράπεζές τους». Γι’ αυτό άλλωστε τον καθάρισαν στα γρήγορα, χωρίς δίκη, με το πρόσχημα της Τιμοσοάρα που ήταν απλώς μια συμπλοκή με λίγα θύματα όπως είπαν αργότερα στα ψιλά των ειδήσεων και δεν είχε καμμιά σχέση με την τάχα μου στρατιωτική επέμβαση του «τύραννου»Τσαουσέσκου στον τόπο αυτόν.

 

Ύστερα κατασκεύασαν έχθρα ανάμεσα στους  Σέρβους και στους Μουσουλμάνους που ως τότε συμβιούσαν άριστα. Ώστε με πρόσχημα τη σωτηρία των Μουσουλμάνων να χτυπήσουν μια χώρα προσκείμενη στη Ρωσία, την στιγμή που η Ρωσία δεν μπορούσε ν’ αντιδράσει δυναμικά.

 

Και βέβαια, όπως αναμενόταν από κάποιους, έφτασε και η σειρά μας. Με τη λέξη «Έλλην», είχες το καλύτερο διαβατήριο προς όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Αλλά ήρθε ο Φόκους να μας διδάξει την ιστορία μας. Προσπάθησε να μας ψυχαναλύσει, μέχρι και να μας κάνει αιματολογική εξέταση. Ισχυριζόταν ότι κάπου εκεί στο 300 με 500 μετά Χριστόν εξαφανίστηκαν οι Έλληνες. Αυτό είναι εν μέρει αληθές. Δεν εξαφανίστηκαν, επιδιώχθηκε ο αφανισμός τους. Την γενοκτονία τους επεδίωξαν. Κανείς όμως δεν ρώτησε για το ποιος επιχείρησε αυτή την γενοκτονία. Και ύστερα ο αρθρογράφος λοιδόρησε τα θύματα αυτής της γενοκτονίας. Από τη μια υπέστημεν γενοκτονία κι από την άλλη έπρεπε να νοιώσουμε εξευτελισμένοι γι’ αυτήν. Την υποστήκαμε, κι από πάνω φταίγαμε κιόλας. Περίεργο που κάποιοι* εδώ, ήθελαν να την μάθουμε αυτή την ψευδοϊστορία του Φόκους, (ανακατεμένη βεβαίως και με λίγες αλήθειες), ώστε ν’ αρχίσουμε κιόλας να νοιώθουμε ένοχοι που μας αφάνισαν. Κι ακόμα να εξηγήσει γιατί είμαστε «διεφθαρμένοι» και «τεμπέληδες». Γιατί; Γιατί δεν είμαστε απόγονοι των λαμπρών προγόνων.

 

* Εγώ τους απάντησα: «Την ιστορία μου την έμαθα από τους ιστορικούς μας, από τις εμπειρίες μου, από τους ποιητές μας, δεν θα μου την μάθουν αυτοί που πυροβολούσαν τον πατέρα μου κι όταν πιάσαν τον σύντροφό του, τον μετέφεραν στο αλώνι,  του πλάκωσαν πόδια και χέρια με πέτρες, έβαλαν φωτιά στ’ άχυρο και τον έκαψαν ζωντανό».

 

Τον ισχυρισμό ότι δεν είμαστε απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων, επειδή είναι ανίσχυρος, προσπαθούν να τον ισχυροποιήσουν με διάφορα σχέδια υπονόμευσης. Έτσι πριν από το ψυχολογικό και οικονομικό σοκ προηγήθηκε και συνεχίζεται να εφαρμόζεται μεθοδικά η αλλοίωση της γλώσσας μας. Ώστε αυτή να καταντήσει τέτοια που να μην μοιάζει συνέχεια της αρχαίας ελληνικής.

Και δίπλα στο σχέδιο με τη γλώσσα, η μεθοδευμένη είσοδος πλήθους μεταναστών.

Η αναφορά μου αυτή στους μετανάστες, καμμιά δεν πρέπει να έχει σχέση με την κακομεταχείριση των δύστυχων αυτών από κάποιους δήθεν ελληνόψυχους κι άλλα ηχηρά παρόμοια.

Όμως σχεδιασμένα και κακόβουλα έχει γεμίσει η χώρα από τόσο μεγάλο πλήθος μεταναστών. Ακριβώς για να καταργηθεί ο ζωτικός χώρος του Έλληνα (που τον έχουν όλα τα έμβια όντα), να βρεθεί στην αγχόνη, σε κατάσταση πολέμου, ώστε, για την όποια άμυνά του, να κατηγορείται ως ρατσιστής και φασίστας.

 

Όμως αυτά που έλεγε ο Φόκους παραδόξως τα έλεγαν πριν δεκαετίες «Έλληνες» διανοούμενοι. Ήσαν δε τόσο σοφοί αυτοί οι διανοούμενοι ώστε δεν μπορούσαν ν’ αντιληφθούν ότι η γάτα, δεν είναι καλύτερη από τον σκύλο, αλλ’ είναι απλώς διαφορετική, κι ότι είναι ηλίθιο να συγκρίνουμε διαφορετικά είδη ζώων, το φίδι ας πούμε και την καμήλα.

Τόσο έξυπνοι ήσαν αυτοί οι «Έλληνες» διανοούμενοι που δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι κάθε λαός έχει σύμφωνα με το κλίμα του και το περιβάλλον του (το γεωγραφικό πλάτος και μήκος) τους δικούς του βιολογικούς ρυθμούς. Είχε βεβαίως τρωτά ο Έλληνας, (επίκτητα, εξωτερικά, θα έλεγα μάλιστα σκοπίμως υπερενισχυμένα), μα τούτοι οι διανοούμενοι ήσαν πάντα μ’ εκείνους που δεν ήθελαν να διορθωθούν αυτά τα τρωτά, με τίποτε.

1. Γούσταραν πολύ αυτούς του Έλληνες που πετούν παντού σκουπίδια, που κάνουν ηχορύπανση σε σπίτια, γειτονιές, πλοία, λεωφορεία. Ήθελαν -κι αυτό ήταν το βαθειά προδοτικό- («μα έχουμε να κάνουμε με μια χώρα διεφθαρμένων είπε ο Γ. Παπανδρέου») να μένουν ατιμώρητοι οι παραβάτες αυτοί, ακριβώς για να είμαστε όλοι οι Έλληνες δακτυλοδεικτούμενοι, ως βάρβαρος λαός, μη έχων σχέση με τον αρχαίο εκείνον λαό.

2. Βοηθούς τους σε αυτό το διαβρωτικό έργο τους οι «διανοούμενοι» αυτοί, είχαν τους φίλους τους πολιτικούς, οι οποίοι κι αν ακόμη ψήφιζαν νόμο εναντίον όλων αυτών, δεν τον εφάρμοζαν, γιατί η εφαρμογή του θα σήμαινε απώλεια ψήφων.

 

 Πάντως οι διανοούμενοι αυτοί, αν και δεξιοί, δηλαδή χωμένοι μες στη διαφθορά των πελατειακών σχέσεων της δεξιάς και των διορισμένων  ουσιαστικά κυβερνήσεων, φοβεροί εχθροί του πασοκισμού, τι περίεργο, μόλις ανέλαβε ο άνθρωπός τους ο Σημίτης, ήσαν ενθουσιασμένοι.

 

 

Αφορισμοί κι ερωτήματα:

 

  1. 1.  Γιατί η Άννα Ψαρούδα Μπενάκη είπε φωναχτά και δημόσια στον Παπούλια κατά την ανάληψη της προεδρίας του το 2005, ότι «η θητεία σας θα συμπέσει με απώλεια μέρους της εθνικής μας κυριαρχίας;». Τι ήξεραν από τότε όλοι τους αυτοί; Τι σχεδίαζαν; Γιατί κανείς δεν αντέδρασε; Γιατί κανείς δεν ζήτησε εξηγήσεις; Γιατί κανείς δεν έδρασε για την αποτροπή αυτού του σχεδίου;

 

  1. 2.  Ανάμεσα σε όσους μίλησαν αυτό το διάστημα αναλύοντας την κατάσταση της κρίσεως, αυτοί που μίλησαν με γνώση και ειλικρίνεια κατ’ εμέ και σύμφωνα με τον (ξεχασμένο αλλοίμονό μας) συλλογικό μας εαυτό, ήσαν ο Θεοδωράκης, ο Καζάκης, είτε λόγου χάριν ο Ιατρόπουλος. Ο καθένας με τον τρόπο του. Αυτοί οι τρεις κυρίως με καλύπτουν πλήρως με τα όσα μέχρι στιγμής έχουν δηλώσει.

 

  1. 3.  Η αναπνοή που αποτελεί και το βασικό στοιχείο της ζωής μας («η αναπνοή είναι ότι ονομάζουμε ζωή» λέγει ο Δημόκριτος) είναι εισπνοή και εκπνοή. Σε όλα τα ζητήματα, δεν υπάρχει μόνο το μέσα ή μόνο το έξω. Ακούω: «Ο άνθρωπος είναι μόνο  το μέσα του». Κι από την άλλη: «Ο άνθρωπος είναι μόνο το έξω του». Λάθος, διότι είμαστε μέσα κι έξω, κι αλλοίμονο αν δεν έχουν ισόρροπη δύναμη τα δύο αυτά. Κι ακόμη ακούω: «Φταίνε μόνο οι ξένοι», ή, «φταίμε μόνο εμείς». Λάθος. Η αλήθεια είναι ότι φταίνε μερικοί Έλληνες και μερικοί ξένοι που έχουν κοινά συμφέροντα.

 

  1. 4.  Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί λαοί. Υπάρχουν καλοί και κακοί κυβερνήτες. Του ενός γείτονα το κοπάδι επειδή το περιποιείται, λάμπει, είναι υγειές, γαλακτοφόρο. Του άλλου γείτονα το κοπάδι είναι άρρωστο, λερωμένο, εξασθενημένο. Φταίνε τα κοπάδια; Τα κοπάδια είναι διαφορετικά διότι οι δυο αυτοί γείτονες βοσκοί τα μεταχειρίζονται διαφορετικά.

 

  1. 5.  Το «εμείς τους ψηφίζουμε» είναι μέγα ψεύδος. Μα δεν ψηφίζουν συνειδητοί πολίτες, διότι, στην αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία, που είναι εκμοντερνισμένος τσιφλικαδισμός, υπάρχουν μόνο υπήκοοι, κοπάδια που άγονται και φέρονται, μέσα στην παραπληροφόρηση, τους εκβιασμούς, την κατατρομοκράτηση, τους εκμαυλισμούς.

 

  1. 6.  Υπεύθυνος είναι ο λαός όταν είναι πλήρως πληροφορημένος για το τι πράγματι συμβαίνει κι αυτό το έχουμε στην Άμεση Δημοκρατία, όπου όλοι είναι συνειδητοί πολίτες, κυβερνώμενοι από τον δήμο κι όταν ακόμα κυβερνούν, κυβερνώντες κι όταν ακόμα κυβερνώνται. Έναν τέτοιο λαό απαρτιζόμενο από συνειδητούς πολίτες, μπορούμε να τον κατηγορήσουμε και να του ζητήσουμεν ευθύνες. Δεν μπορούμε όμως να κατηγορούμε και να ζητούμε ευθύνες από ένα λαό, που ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια, ουσιαστικά αυτό που τον εξαναγκάζουν να ψηφίσει.

 

  1. 7.  Βεβαίως, μέσα στο αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό σύστημα, οι λαοί όντας κοπάδια, εύκολα παραπληροφορούνται, παρασύρονται, «κουρδίζονται», γίνονται επικίνδυνοι.

 

  1. 8.  Δεν μου μοιάζει καθόλου αθώο που φέρονται αυτή τη στιγμή ως αντίπαλοι μέσα στην Ευρώπη δύο λαοί στους οποίους υπήρχε πάντα μια βαθύτερη αλληλοεκτίμηση. Γερμανοί κι Έλληνες. Σχεδιασμένα, μεθοδικά, κάποιοι, έχοντας τον σκοπό τους, έσπειραν ανάμεσα στους δυο αυτούς λαούς το μίσος. Γιατί ειδικά σε αυτούς;

 

9. Την καταστροφή στον πλανήτη και στη χώρα μας την φέρνει η ιλουστρασιόν (φανταχτερή) ηλιθιότητα λίγων (που περνιέται για εξυπνάδα), ακολουθούμενη από την απλή ηλιθιότητα πολλών που θαμπωμένοι, υπνωτισμένοι ακολουθούν (αυτή την ιλουστρασιόν ηλιθιότητα).

 

Σήμερα κυβερνούν οι τοκογλύφοι, οι κατέχοντες τράπεζες. (Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν οι μυστικιστικά και θρησκευτικά σκεπτόμενοι, για κυριαρχία επί του πλανήτη κι άλλα ηχηρά παρόμοια. Ηχηρά και κούφια διότι «η μεγαλύτερη ήττα είναι η νίκη».

Τους τοκογλύφους, γνωρίζοντας πόσο επικίνδυνοι είναι, προσπάθησαν ν’ αναχαιτίσουν οι διανοούμενοι του μεσοπολέμου. Έχασαν τη μάχη διότι την διεκπεραίωση την ανέλαβαν μικρόψυχοι, μεγαλομανείς ρατσιστές κυβερνήτες, (Χίτλερ, Μουσολίνι), που κατάφεραν με τις μεθόδους των να ηρωοποιήσουν  τους τοκογλύφους και να θέσουν στο περιθώριο τους διανοούμενους, μαζί και τον σοφό ιδεολογικό προσανατολισμό τους.

 

 

Λύσεις;

 

Προσωπικότητες απ’ όλο τον Ελληνισμό, που αγαπούν τη χώρα στην κατεύθυνση εκείνη ενός Σεφέρη, ενός Ρίτσου, ενός Ελύτη, ει δυνατόν ξένοι εντελώς προς τους μέχρι τώρα πολιτικούς, άριστοι ο καθένας στον τομέα του, να κάμουν εθνοσυνέλευση, πιθανότητα έξω από τη χώρα και σε χώρο ασφαλή. Να κάμουν κυβέρνηση. Να ζητήσουν τη βοήθεια του στρατού* για την απελευθέρωση του τόπου από τους ντόπιους και ξένους νταβατζήδες. Για την εγκαθίδρυση στη χώρα δημοκρατίας. Όλοι για δημοκρατία μιλούν. Δικτάτορες, τύραννοι, βασιλιάδες.  Εννοώ την δημοκρατία της δικαιοσύνης, της αξιοκρατίας, που κατεύθυνσή της δεν θα έχει τον υδροκεφαλισμό των Βρυξελλών αλλά την άμεση δημοκρατία που κέντρα της θα έχει τους δήμους της χώρας.

 

* Διότι ο στρατός δεν είναι για να κάνουν με αυτόν δικτατορίες οι Αμερικάνοι, ούτε για να τρέχει στα πέρατα της γης για να βοηθήσει τον ιμπεριαλισμό. Ο στρατός είναι παιδιά του λαού ταγμένα στη διαφύλαξη των συνόρων, της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης. Μην ξεχνούμε ότι η σημαντικότερη πλατεία της χώρας έχει πάρει το όνομά της από την επέμβαση του Μακρυγιάννη με στρατό (πώς αλλιώς;), για ν’ απαιτήσει σύνταγμα κι ελευθερία.

       Μια τέτοια κυβέρνηση θα έχει ως έργο της για παράδειγμα τα εξής:

 

Αποδέσμευση από την Ε.Ε., και τις δόλιες συμφωνίες που υπεγράφησαν ερήμην του λαού. Αποδέσμευση μεθοδευμένη, με τρόπο έξυπνο σαν εκείνο του Οδυσσέα όταν ήθελε να βγει από τη σπηλιά του Κύκλωπα.

 

Τούτο δεν σημαίνει μίσος προς την Ευρώπη αλλ’ απλώς σημαίνει ότι δεν συγχέουμε την Ευρώπη των λαών και των σοφών της,  με την Ε. Ε .των λύκων. Η μεγάλη μανία με την Ε.Ε., η μεγάλη προπαγάνδα υπέρ του ν’ ανήκουμε σ’ αυτήν, μου λέει ότι οι αεριτζήδες μας, είναι ανύπαρχτοι χωρίς αυτήν, τρέμουν την εμφάνιση και δράση των πραγματικών δυνάμεων του λαού. Κι ακόμη μου θυμίζουν τους αρχαίους Έλληνες τυράννους: Αυτοί δεν μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς την στήριξη του Μεγάλου Βασιλέως, δηλαδή της Περσικής Αυτοκρατορίας.

 

Προτροπή και βοήθεια να επιστρέψουν στη γη τους όσοι έχουν γη κι όσοι δεν έχουν ν’ αγοράσουν. Αποχτώντας επαφή με τη γη σαν τον Ανταίο θ’ αποχτήσουμε ξανά τη δύναμή μας.

 

ΥΓ. Η χώρα διαθέτοντας άριστο κλίμα και άριστο φυσικό περιβάλλον, τεράστια πολιτιστική κληρονομιά, μεγάλο πλούτο της πανίδας και της χλωρίδας, ορυκτό και θαλάσσιο, μπορεί να κάμει και τους κατοίκους της κατ’ εικόνα της και ομοίωσή της, αν εκείνοι με σοφία το επιδιώξουν. Η χώρα μπορεί να αναπτύξει τον άριστο τουρισμό και να καταστεί το κέντρο, ο κατ’ εξοχήν τόπος, της παιδείας και του πολιτισμού.

 

 

Γιάννης Υφαντής, Yfantis.grκαι ahach.blogspot.com

 

 

ΤΟ ΚΑΛΑΜI

ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΟ ΚΑΛΑΜΙ*

 

Καλάμι εσύ που ο τσιφούτης όλα τα λεφτά του εντός σου έχει μάσει

και δεν τολμά να παίξει μετά σού μην τύχει και τα χάσει.

 

Καλάμι που σε ίππευσε κι ο γάιδαρος των όνων η κουφάλα

και γύριζε σε στέκια επαρχιώτικα και φώναζε τον κόκκορα κεφάλα.

 

Καλάμι εσύ που σε ιππεύουν μπουρδολόγοι Αθηναίοι, Πατρινοί και

 Αγρινιώτες

κι έτσι φαντάζονται πως είναι συγγραφείς και ποιητές και του Σωτήρος οι

ιππότες.

 

Καλάμι που σε ιππεύουν όσοι απ’ τους ομοίους τους παινεύονται για όποια

τυπωμένη τους βλακεία

κ’ ύστερα πάνε και πουλάνε μούρη σοβαρού, στοχαστικού μεγάλου ανδρός

       τα καφενεία.

 

Καλάμι που σε ίππευσε ακόμα κ’ η Γυναίκα εκείνη από τη Ζάκυνθο του

Αγίου Σολωμού,

κι όσα κακά δεν εύρισκε στους άλλους τα ’φκιαχνε μονάχη από τον ίδιο της

 το νου.

 

Καλάμι που σε ιππεύσαν κριτικοί κι εν τέλει εσύ κακό το τέλος είχες

γιατί ως λέγουν πάντα της ψωλής που ’ναι κοντή της φταίγανε οι τρίχες.

 

Καλάμι που σε ιππεύουνε αυτοί που μεταξύ τους δίνουνε και παίρνουνε

  βραβεία

και κάνουνε τον Κώστα Καρυωτάκη απανωτά να φτάνει σε θανάτου

  οργασμούς από αηδία.

 

            Καλάμι που σε ιππεύουν όσοι πίσω απ’ αρχόντων κ’ ιερέων κουστωδία

κρύβονται για να κάνουνε επίσημη και νόμιμη την όποια δυσωδία.

 

Καλάμι περιμένεις από βάρβαρους ηγέτες ν’ αγαπήσουνε τα δώρα των

  Μουσών;

Κοίτα τους υπουργούς τους με τι ζήλο οι αχρείοι παραχώνουνε το στόμα των

βρυσών.

 

              Καλάμι δεν με νοιάζουν οι τιμές τους κι όλα εκείνα που ο Έλιοτ ονόμασε

  κηλίδες

μα είναι που σκοτώνουν την ψυχή κάθε λαού για να την κάνουν παλιοσίδερα

και βίδες.

 

 

 

ΥΓ.

Καλάμι που σε δώσανε ως σκήπτρο στο Χριστό

για να του κάνουνε με σε τον εμπαιγμό χειροπιαστό

 

μα δεν ηξεύρανε πως ήσουνα το πλέον ταιριαστό

για βασιλέα ποιητή και για εξόριστο θεό.

 

Καλάμι όσοι είναι στα μετόπισθεν δεν ξέρουν

ποιος είναι όντως ο εχθρός και για ποιο λόγο υποφέρουν.

 

Κι ούτε μπορεί κανείς να φτάσει εκεί να τους το πει

γιατί τα νέα τούς τα φέρνουν αλλαγμένα οι εχθροί.

 

Αλλοίμονο στους αγγελιοφόρους.

Οι ψηφοθήρες θέλουν μόνο ψηφοφόρους

 

και πληρωμένοι χειροκροτητές

τους κρύβουν σα σκοτώνουν ποιητές.

 

Καλάμι μόνο αν βρίσκεσαι στην πρώτη τη γραμμή

ξέρεις ποιος είναι ο εχθρός, πώς πολεμάει, και γιατί.

___________________

*Πρώτο μέρος

 

Η Ισπανία στο δρόμο και η Ελλάδα του… Κωσταλέξι

11:07, 24 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/101510

Marisa Paredes, Vicente Cuesta, Juan Diego Botto και Javier Bardem στην χτεσινή διαδήλωση στη Μαδρίτη όπου οι καλλιτέχνες είχαν χωριστό μπλοκ. Κάποια από τα πλακάτ πίσω τους, γράφουν “ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΕΙΡΗΝΗ…”, “Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΜΕ γκιλοτίνα”.

Μια εικόνα που στην Ελλάδα δεν είδαμε ακριβώς, ακόμα… Δεν αναρωτιέμαι. Δεν αναρωτιέται κανείς για τη διαφορά. Πού να είναι οι άνθρωποι της Τέχνης και των γραμμάτων στην Ελλάδα…

Ο καθένας στο σπίτι του, στον καναπέ του ή στο γραφείο του. Δεν μοιράζεται ούτε την προσωπική του κρίση, που είναι απόρροια της κοινωνικοπολιτικής κρίσης στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον κόσμο.

Στη χώρα μας εδώ και χρόνια επιβραβευόταν όχι μόνο ο ατομισμός, αλλά και το κλειστό… κύκλωμα ζωής, η έμφαση στο προσωπικό συμφέρον, η δαιμονοποίηση της έκφρασης και διαχείρισης συναισθημάτων και της όποιας προσωπικής δυσκολίας. Το μοίρασμα… πήγε περίπατο.

Πώς, τώρα, να διαχειριστεί ο Έλληνας πολίτης τις κοινωνικές δυσκολίες, τα κοινωνικά προβλήματα;

Όταν μάθαινε για χρόνια, ότι τα προσωπικά προβλήματα λύνονται “κεκλεισμένων των θυρών”;

Όταν έμαθε ότι “η κόλασή του είναι οι άλλοι”;

Όταν ξέχασε τους κοινωνικούς αγώνες, τη συνεργασία, την αλληλεγγύη;

Καθώς κυνηγούσε να ξεκάνει για χρόνια όσους βρέθηκαν και τα τίμησαν όλα αυτά, ή όταν έκαιγε την ιστορία του, τα αρχεία της ιστορίας του;

Όταν έκανε λοβοτομή… Όταν ξόρκιζε το κάθε “κακό”, με το να το κλείνει στο αμπάρι, στο υπόγειο… σαν εκείνη την τραγική φιγούρα του χωριού Κωσταλέξι; Και μ’ αυτόν τον τρόπο, τελικά, να το γιγαντώνει…

Ελάχιστοι μιλάνε. Και ακόμα πιο ελάχιστοι δουλεύουν συλλογικά. Ελάχιστοι κάνουν διάλογο.

Το ότι η ελληνική κοινωνία, αντιμετωπίζει με ανάλογο τρόπο την τραγική της κρίση, δείχνει, πώς έμαθε και κάθε έλληνας να αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται την κάθε προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική του κρίση.

Κλείνοντας τα πατζούρια!

Και αυτό, δεν σημαίνει περηφάνια… Μη βιάζεστε.

Φοβάμαι, σημαίνει, πως τα προβλήματα μάθαμε να μην προσπαθούμε να τα λύσουμε. Αφού πρώτα, μάθαμε να μην τα αναγνωρίζουμε, να μην τα αποδεχόμαστε. Μάθαμε, μάλλον, να τα κουκουλώνουμε. Μάθαμε να κάνουμε ότι δεν υπάρχουν, και να περιμένουμε με έναν μαγικό τρόπο να… βαρεθούν και να εξαφανιστούν μόνα τους.

Το βλέπω καθημερινά, χρόνια τώρα.  Όταν άνθρωποι κρύβονται με το να εξαφανίζονται από φιλίες, από δουλειές, από σχέσεις. Από τον κόσμο γύρω τους που τους τα θυμίζει. Όταν δεν αγωνίζονται να λύσουν καμία κρίση και απλά το βάζουν στα πόδια… με ένα εύκολο delete.

Όλες οι ανακαλύψεις της επιστήμης στις τηλεπικοινωνίες τελικά πήγαν χαμένες, γιατί όσο πιο εύκολο έγινε να επικοινωνήσεις με έναν άνθρωπο πρακτικά, τόσο πιο δύσκολο συνέβη να επικοινωνείς ουσιαστικά.

Αυτή είναι η κοινωνία μας. Μια κοινωνία… Κωσταλέξι. Κλειδαμπαρωμένη και μοναχική, όσο δήθεν και επιφανειακή. Όσο φυγόπονη και αδαής.

Και με τα προβλήματά της εκεί, στο υπόγειο, να την περιμένουν… μεγαλώνοντας.

Γιατί μια μέρα θα ανοίξει η πόρτα. Φοβάμαι σύντομα. Φοβάμαι ότι μάλλον, έχει ήδη ανοίξει. Και ας κάνει δήθεν σα να μη το αναγνωρίζει… το τέρας που δημιούργησε.

Κι όλα τ’ αφήσαμε για τα νέα παιδιά. Να κόψουν το λαιμό τους για το πώς θα επιβιώσουν, πώς θα βρουν νόημα στη ζωή τους… πώς και από τί, και από ποιούς θα εμπνευστούν…

Kρυσταλία Πατούλη
https://afigisizois.wordpress.com/

Στρ. Βογιατζής – Θ. Μαλάμου: Ένας άλλος κόσμος είναι εδώ!

20:07, 22 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/101371

Οι δημιουργοί του Caravan Project, Στρατής Βογιατζής και Θέκλα Μαλάμου, αφηγούνται στην Κρυσταλία Πατούλη, την ιστορία του οδοιπορικού τους στην ελληνική ενδοχώρα και τα νησιά, με όχημα τη φωτογραφία, την κινηματογράφηση, όπως και τη συλλογή προφορικών αφηγήσεων, με βασική επιδίωξη να φέρουν στο προσκήνιο την προσωπική ιστορία και την ανθρώπινη μαρτυρία, και κυρίως, να τονίσουν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής από αυτόν που συστηματικά προβάλλεται από τα μέσα ενημέρωσης και τις κυρίαρχες τάσεις, εστιάζοντας στην ιδιαιτερότητα της άγονης και απομακρυσμένης Ελλάδας και φωτίζοντας έναν τόπο που συνεχίζει να δημιουργεί και να ονειρεύεται, θέλοντας να υποστηρίξουν ότι «Ένας Άλλος Κόσμος Eίναι Εδώ».  

«Νιώθαμε πως έπρεπε να κάνουμε κάτι, μπροστά σε αυτό που συνέβαινε γύρω μας. Να πάρουμε θέση, κρατώντας ταυτόχρονα μια αναγκαία απόσταση από μια φορτισμένη ιδεοληψία και μια μανιχαϊστική εμμονή για το ποιο είναι το λάθος και το σωστό στην κοινωνία που ζούμε.

Σκεφτήκαμε, λοιπόν, πως σε αντιδιαστολή με αυτό το ζοφερό σκηνικό κρίσης που τόσο μελανά χρωματίζεται από τα επίσημα μέσα ενημέρωσης, υπάρχει μια διαφορετική Ελλάδα που δεν έχει φωνή μέσα σε αυτά, υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να δημιουργούν και να ονειρεύονται, που αρνούνται να συνταχθούν με τις ‘επίσημες γραμμές’ και εν τέλη αρνούνται να υιοθετήσουν- σχεδιασμένα από άλλους- υποτελή πρότυπα συμπεριφοράς.

Γι αυτό το λόγο, αποφασίσαμε να οργανώσουμε ένα οδοιπορικό στην Ελλάδακαι στις απομακρυσμένες της περιοχές, ένα καραβάνι με ένα αυτοκινούμενο όχημα, για να αναζητήσουμε αυτούς τους ανθρώπους και να μεταδώσουμε τις ιστορίες τους.

Από  εκείνη τη στιγμή, με όχημα τη φωτογραφία, το ντοκιμαντέρ και την αφήγηση, επιδιώκουμε να φέρουμε στο προσκήνιο προσωπικές ιστορίες, ανθρώπους ξεχωριστούς που θα μας παρασύρουν στη δίνη της μοναδικής τους ζωής.

Πιστεύουμε πως η μετάδοση προσωπικών ιστοριών στους ταραχώδεις καιρούς που διανύουμε, είναι μια επαναστατική πρακτική που αυξάνει τις αντιστάσεις μας και στροβιλίζει ξανά τη λαχτάρα για ζωή, μεταφέροντας μας έτσι  στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο παλιός κόσμος φαίνεται να καταρρέει και ένας νέος κόσμος φαίνεται να αναδύεται, όπου απαιτείται από όλους μας ένας ριζικός επαναπροσδιορισμός του «ποιοι είμαστε» και πώς μπορούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας, αλλάζοντας ταυτόχρονα τον κόσμο γύρω μας.  Και μέσα σε έναν κόσμο όπου τα πάντα φαίνονται να καταρρέουν, η κρίση ίσως να είναι ωφέλιμη γιατί μπορεί να μας κατευθύνει στον επαναπροσδιορισμό του αναγκαίου.

Ο σημερινός άνθρωπος αποσυντίθεται και καλούμαστε να συνθέσουμε μαζί την εικόνα του μελλοντικού ανθρώπου, όπως λέει ο Καστοριάδης. Σε αυτή την εποχή που ζούμε, οφείλουμε όλοι να είμαστε ακτιβιστές, ελεύθεροι, επαναστάτες …δηλαδή φυσιολογικοί άνθρωποι όπως λένε οι Ζαπατίστας.

Σε αυτό το νέο γεννοβόλημα που συντελείται, οι ιστορίες έρχονται να παίξουν κεντρικό ρόλο, λόγω της ιδιότητας τους να συγκινούν, να μεταμορφώνουν και να συμπαρασύρουν με την ορμή τους τις ζωές των ανθρώπων. Η ιστορία του φτωχού νέου βιοπαλαιστή που πυρπόλησε τον εαυτό του και ο τρόπος που ο κόσμος αφηγούνταν την ιστορία του, πυροδότησε ολόκληρη την Αραβική Άνοιξη.

Μέσα στο κυρίαρχο -και συχνά ασφυκτικό- οικιστικό τρόπο ζωής, μέσα στις θυελλώδεις αλλαγές που έχει επιφέρει στις ζώες μας η οικονομική πραγματικότητα,  στόχος μας είναι να ανιχνεύσουμε την παρουσία εναλλακτικών δυνατοτήτων, να τονίσουμε την ποικιλομορφία διαφορετικών μορφών πράττειν. Μέσα σε έναν αβέβαιο κόσμο και μια ρευστή κοινωνική πραγματικότητα, το Caravan Project επιδιώκει να συνεισφέρει δημιουργικά σε έναν αναγκαίο διάλογο που θα επαναδιαπραγματευτεί ξανά τις αρχές που μας φέρνουν κοντά σε μια πιο ουσιαστική μορφή του «ευ ζην».

Με την πολιτιστική μας δράση “Ένας Άλλος Κόσμος Είναι Εδώ”, θα προσπαθήσουμε να επαναφέρουμε στο προσκήνιο, αυτά που με τόσο βίαιο τρόπο αφαίμαξε από εμάς ο κατεστημένος τρόπος ζωής των τελευταίων χρόνων: την αξιοπρέπεια για ζωή, τη δυνατότητα να είμαστε κοντά στις πραγματικές μας ανάγκες και τον αυτοπροσδιορισμό μας, ως ελεύθεροι άνθρωποι.

Πρόκειται για ένα όραμα, που σα στόχο του έχει να μπολιάσει τον κοινωνικό μας περίγυρο, όχι από γεγονότα και πληροφόρηση, αλλά από ιστορίες και βιώματα, να αναδείξει την ιδιαιτερότητα των ανθρώπων του και να εμπλουτίσει το δεδομένο πλαίσιο ζωής με μια διαφορετική κουλτούρα, που απλά ορίζει το πεπρωμένο της με διαφορετικό τρόπο.

To Caravan Project αποτελείται από τις εξής ενότητες:

I. Ξεχωριστοί Άνθρωποι.


Σε αυτό το τμήμα της εργασίας περιλαμβάνεται μια σειρά από ντοκιμαντέρ, τα οποία θα βασίζονται σε ξεχωριστούς ανθρώπους που μέσα από τα μάτια τους θα φανερώνεται ο τόπος, ο τρόπος και η φιλοσοφία ζωής που ασπάζονται και που με αυτή πορεύονται. Στόχος μας είναι να φέρουμε στο προσκήνιο ανθρώπινες ιστορίες που μπορούν να συγκινήσουν και να εμπνεύσουν με την αυθεντικότητά τους, ιστορίες που θα φωτίζουν ανθρώπους με ζωντανό πνεύμα και ξεχωριστή στάση ζωής.

Η εποχή μας χρειάζεται πάνω από όλα πρότυπα, όχι με την έννοια του ήρωα ή του ταγού, αλλά ανθρώπους που έχουν αποσκιρτήσει από την καθεστηκυία και γιορτάζουν τη διαφορετικότητά τους, περιπετειώδεις ανθρώπους, ασυμβίβαστους και ανυπάκοους που παίρνουν ρίσκα, αψηφούν τους κανόνες και έχουν την ιδιότητα να διαμορφώνουν οι ίδιοι το πεπρωμένο τους.

Το κοινό νήμα που θα συνδέει τα επιμέρους ντοκιμαντέρ, αυτούς τους καθημερινούς ήρωες, θα είναι μια ζωντανή εσωτερική φλόγα για ζωή, που τους κάνει να αγωνίζονται γι’ αυτό που αγαπάνε και αντανακλούν μέσα από το αυθεντικό κομμάτι της ύπαρξης τους στον υπόλοιπο κόσμο.

Στόχος μας είναι να κοιτάξουμε τον κάθε τόπο της Ελλάδας μέσα από τα μάτια τους, να συναντήσουμε ανθρώπους που ασκούν ακόμα παραδοσιακά επαγγέλματα, δασκάλους σε απομονωμένες περιοχές, ανθρώπους που ασκούν κοινωνική προσφορά, νέους επιχειρηματίες που κάνουν πράξη το όραμά τους σε απομακρυσμένες περιοχές, δίνοντας ζωή σ’ αυτές, ανθρώπους οικολογικά ευαισθητοποιημένους, καλλιτέχνες και δημιουργούς, καθημερινούς ανθρώπους που κρατώντας όμως μια αυθεντική στάση στη ζωή, είναι σε θέση να εμπνεύσουν και να αφυπνίσουν συνειδήσεις.

ΙΙ. Συλλογή Ιστοριών

Με το ερώτημα «Πες μου μια ιστορία που σου αρέσει να διηγείσαι συχνά», στόχος μας είναι να φιλμάρουμε αφηγήσεις ανθρώπων από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ελλάδας, δημιουργώντας έτσι ένα μωσαϊκό ιστοριών, μια εγκυκλοπαίδεια αφηγήσεων που χρωματίζουν με το δικό τους τρόπο την ανθρώπινη ψυχή.

Οι ιστορίες είναι τα νήματα που συνδέουν τις ζωές μας και νοηματοδοτούν τη βαθειά ανάγκη του ανθρώπου, να κατανοήσει τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του και έπειτα να μοιραστεί και να μεταφέρει αυτή του την μαρτυρία. Aν η ζωή είναι αλληλουχίες από ασύνδετα φαινόμενα και συμβάντα, οι ιστορίες είναι η αδέξια- όσο κι αρχέγονη- προσπάθεια του ανθρώπου να δώσει νοήμα σε αυτές τις αλλόκοτες αλληλουχίες.

Οι ανθρώπινες ιστορίες, μας βοηθάνε περοσσότερο να αισθανθούμε παρά να πεισθούμε, μας φέρνουν κοντά στο ποιητικό παράδοξο της ζωής και μας ‘αναγκάζουν’ να τη βιώσουμε σαν ολότητα, όπου κανένα κομμάτι της δεν απομονώνεται, αλλά όλα φαίνονται να ηχούν σε μια ακατανόητη- προς εμάς- μελώδια.

Μέσα σε μια εποχή όπου κυριαρχούν οι γνώμες και οι ιδέες, οι ιστορίες έρχονται να μας υπενθυμίσουν τη σύνδεση του ανθρώπου με το ποιητικό παράδοξο της ζωής  και μας μαθαίνουν να βλέπουμε ήττες μέσα στις νίκες και νίκες μέσα στις ήττες.

Οι ιστορίες μας ταξιδεύουν, μας μεταφέρουν στον υπέροχο κόσμο των άλλων και μας οδηγούν πίσω στις δικές μας ζωές, σαν ένας αλάνθαστος οδηγός για ενδοσκόπηση. Εξασφαλίζουν τη συνέχεια των εμπειριών μας  και μας διαβεβαιώνουν πως η φαντασία ειναι ισχυρότερη από τη γνώση, πως ο μύθος ειναι πιο αναγκαίος από την πραγματικότητα, πως τα όνειρα ειναι πιο σημαντικά από τα γεγονότα.

Το caravan project ξεκίνησε σαν τρέλα, σαν μια διάθεση να ζήσουμε ένα παιδικό μας όνειρο. Και σε αυτό το όνειρο ήρθε να του δώσει σάρκα και όστα ο πρώτος άνθρωπος που αποφασίσαμε να καταγράψουμε την ιστορία του. Αυτός ήταν ο ο κυρ Γιάννης, ένας τυφλός και χωρίς χέρι ψαράς στη Λάγκαδα της Χίου. Ίσως ο κυρ Γιάννης να μας διάλεξε, καθώς αποκαλύφθηκε σε έμας με πολύ μαγικό τρόπο, κάνωντας ωτοστόπ.

Οι στιγμές που ζήσαμε μαζί και το ταξίδι που κάναμε με τον κυρ Γιάννη δεν θα το ξέχασουμε ποτέ. Σαλπάραμε με τον κυρ-Γιάννη σε ένα ταξίδι που το παραμύθι και ο ρεαλισμός είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, φανερώντας τις αντιθετικές και συναρπαστικές δυνάμεις που χρωματίζουν την ανθρώπινη ψυχή. Είδαμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια αυτού του υπέροχου ανθρώπου, σε μια πορεία που αποκαλύπτει το σθένος και την υπέρβαση του ανθρώπινου πνεύματος.

Ουσιαστικά χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα από ντοκιμαντέρ– καθώς και οι δύο προερχόμαστε από το χώρο της φωτογραφίας, με μια φωτογραφική μηχανή, με μηδέν παραγωγή και με τη βοήθεια φίλων, κατορθώσαμε να παράξουμε ένα πειραματικό ντοκιμαντέρ και αυτό να μας δώσει την αυτοπεποίθηση ότι μπορούμε να κάνουμε και άλλα παρόμοια. Αργότερα το ντοκιμαντέρ συγκίνησε και το κοινό θεσσαλονίκης στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ και απέσπασε το 1ο βραβείο.  Επιπλέον, στη πορεία, το Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», αποφάσισε να στηρίξει την παραγωγή του όλου εγχειρήματος και να είναι ο αποκλειστικός χορηγός.

Μέχρι στιγμής εκτός από τον τυφλό ψαρά έχουμε παράξει δύο μικρής διάρκειας ντοκιμαντέρ, που αφορούν τη ζωή ένος εξαιρετικού καραβομαραγκού, καθώς και τη καθημερινότητα ένος νεαρού Γάλλου αυτάρκη αγρότη που ζει στην Ελλάδα.

Επίσης προχώρησαμε στη φωτογράφιση ένος μικρού κομματιού της άγονης γράμμης και ξεκινήσαμε τη συλλογή αφήγησεων. Σκόπος μας είναι για περίπου δυο χρόνια από τώρα να οργώνουμε την Ελλάδα με το αυτοκινούμενο όχημα μας και να αναζητούμε ανθρώπους ξεχωριστούς, να συλλέγουμε ιστορίες.

Στόχος μας είναι η δημιουργία μιας διαφορετικής πλατφόρμας παίδευσης με πολιτιστική και εκπαιδευτική δράση σε πόλεις, πλατείες και χωριά, η οποία θα πραγματώνει τη βαθιά μας ανάγκη για συμμετοχή και διάδραση.

Σε συνεργασία με ντόπιους φορείς, πραγματοποιούμε συχνές παρουσιάσεις του έργου μας στις πιο απομακρυσμένες περιοχές στην Ελλάδα και σε συνεργασία με το φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα προβάλλουμε τη πολιτιστική μας δράση σε επιλεγμένες πόλεις της Ελλάδας με στόχο την προσέγγιση του κοινού μέσα από τη δύναμη της ανθρώπινης ιστορίας.

Σε αυτήν την περιήγηση που ξεκινάμε δεν υπάρχουν βεβαιότητες και συνταγές, αλλά μια θέληση και πίστη για μια βαθιά σύνδεση με τους τόπους, τις περιστάσεις και τους ανθρώπους που θα σταθούν πλάι μας σ’αυτό το ταξίδι και θα μας δείχνουν κάθε φορά το δρόμο.-»

«Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν εφορμά στο άγνωστο και να γνωρίσει ένα άλλο κόσμο, όποιος δεν διακινδυνεύει την βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο»
~Pablo Neruda

Καλεσμα για επικοινωνία
Η όλη ιδέα μας, βασίζεται στην επικοινωνία, τη διάδραση και την ανταλλαγή ιδεών και απόψεων για την υλοποίησή του. Με το επίσημο ξεκίνημα λοιπόν του Caravan Project, καλούμε το κόσμο να μοιραστεί μαζί μας ιστορίες και να μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε όσο το δυνατόν περισσότερους  «Ξεχωριστούς Ανθρώπους», από όλα τα μήκη και πλάτη της Ελλάδας.

Όποιος επιθυμεί, μπορεί να επικοινωνεί μαζί μας είτε μέσω της ιστοσελίδας του «Ένας Άλλος Κόσμος Είναι Εδώ» http://www.anotherworldishere.com/ είτε μέσω Facebook http://www.facebook.com/pages/Another-World-Is-Here/215631725173344, είτε μέσω email στις διευθύνσεις info@anotherworldishere.com, info@stratisvogiatzis.com, thekla Malamou studiored1@gmail.com.

Όσον αφορά τα όνειρα… Του Φερνάντο Πεσσόα

Όσον αφορά τα όνειρα… Του Φερνάντο Πεσσόα

10:07, 21 Ιουλ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/101207

«Όσον αφορά τα όνειρα, είμαι όμοιος με το παιδί για τα θελήματα ή τη μοδίστρα. Το μόνο στο οποίο διαφέρω είναι ότι ξέρω να γράφω. Ναι, είναι μια πράξη, μια δική μου πραγματικότητα που με κάνει να διαφέρω από αυτούς. Στην ψυχή είμαι όμοιός τους» Φερνάντο Αντόνιο Νογκέιρα Πεσσόα   (1888-1935)

Αγαπάω, τα αργόσυρτα καλοκαιρινά βράδια, την ησυxία της κάτω πόλης, και προπάντων την ησυxία που η αντίθεση την κάνει ακόμη εντονότερη στα μέρη που την ημέρα σφύζουν από κίνηση.

Η Ρούα ντου Αρσενάλ, η Ρούα ντα Αλφάντεγκα, οι θλιβεροί δρόμοι που εκτείνονται προς τα ανατολικά, μετά το τέρμα της Ρούα ντα Αλφάντεγκα, οι έρημες αποβάθρες σε ευθεία γραμμή, όλα αυτά με ανακουφίζουν από τη μελαγχολία μου, αν κάποιο από εκείνα τα βράδια εισxωρήσω στη μοναξιά των διαδρομών τους. Ζω σε μια εποχή παλαιότερη από αυτή στην οποία ζω. Απολαμβάνω να νιώθω πως είμαι σύγχρονος του Σεζάριο Βέρδε, κι έχω μέσα μου όχι άλλους στίχους σαν τους δικούς του, αλλά την ίδια ουσία από την οποία είναι φτιαγμένοι οι στίχοι του. Περιφέρω, μέχρι να πέσει η νύχτα, μια αίσθηση ζωής ίδια με αυτών των δρόμων.

Τη μέρα είναι γεμάτοι από φασαρία που δεν σημαίνει τίποτα. Τη νύχτα είναι γεμάτοι από έλλειψη φασαρίας, που πάλι δεν σημαίνει τίποτα. Εγώ τη μέρα είμαι ένα τίποτα, αλλά τη νύχτα είμαι εγώ. Δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα σε μένα και τους δρόμους από την πλευρά της Αλφάντεγκα, εκτός από το ότι αυτοί είναι δρόμοι και εγώ ψυχή, το οποίο μπορεί να μην έχει καμιά σημασία μπροστά στην ουσία των πραγμάτων. Υπάρχει ένα κοινό πεπρωμένο, καθότι αφηρημένο, για τους ανθρώπους και τα πράγματα – ένας εξίσου αδιάφορος ορισμός στην άλγεβρα του μυστηρίου.

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα… Εκείνες τις αργές και άδειες ώρες ανεβαίνει από την ψυχή στο πνεύμα μου μια θλίψη ολόκληρου του είναι μου, η πίκρα ότι όλα είναι μια αίσθηση δική μου και συνάμα ένα πράγμα εξωτερικό, που δεν είναι στο χέρι μου να το αλλάξω. Αχ, πόσες φορές τα όνειρά μου υψώνονται μπροστά μου σαν πράγματα, όχι για να υποκαταστήσουν την πραγματικότητα, αλλά για να μου πουν ότι της μοιάζουν στο ότι δεν τα θέλω, στο ότι εμφανίζονται ξαφνικά απ’ έξω, όπως το τραμ που κάνει στροφή στο βάθος του δρόμου ή όπως η φωνή του νυχτερινού ντελάλη -τι να διαλαλεί αραγε;-, που ξεχωρίζει, αραβική μελωδία, σαν απρόσμενο σιντριβάνι, στη μονοτονία του δειλινού.

Περνούν μέλλοντα ζευγάρια, περνούν μοδιστρούλες δυο δυο, περνούν νεαρoί στο κατόπι της ηδονής, καπνίζουν στο αιώνιo πεζοδρόμιό τους οι συνταξιούχοι των πάντων, πού και πού βγαίνουν στην πόρτα τους για λίγο οι ακίνητοι αλήτες που λέγονται μαγαζάτορες. Αργοί, γεροδεμένοι και καχεκτικοί, οι νεοσύλλεκτοι υπνοβατούν σε παρέες άλλοτε πολύ θορυβώδεις, άλλοτε παραπάνω κι από θορυβώδεις. Πότε πότε εμφανίζεται και κάποιος φυσιολογικός άνθρωπος. Τούτη την ώρα τα αυτοκίνητα δεν είναι πολλά. Αυτά εδώ είναι μουσικά. Στην καρδιά μου υπάρχει μια αγωνιώδης ειρήνη, και η ηρεμία μου είναι καμωμένη από παραίτηση.

Όλα περνούν και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μου λέει τίποτα, όλα είναι ξένα στο πεπρωμένο μου, ξένα στο ίδιo τους το πεπρωμένο -ανεμελιά, βρισιές απρόβλεπτες, όταν η μοίρα πετάει πέτρες, αντίλαλοι αγνώστων φωνών-, συλλoγική σαλάτα της ζωής.

Αντιμετωπίζω με ηρεμία, χωρίς τίποτα περισσότερο απ’ ό,τι είναι για την ψυχή ένα χαμόγελο, το ενδεχόμενο να κλείσω για πάντα τη ζωή μου σ’ αυτή τη Ρούα ντος Ντοραδόρες, σ’ αυτό το γραφείο, σ’ αυτή την ατμόσφαιρα τούτων των ανθρώπων. Νά ‘χω κάτι για να τρώω και να πίνω, και κάπου να μένω, και λίγο ελεύθερο χρόνο για να ονειρεύομαι, να γράφω, να κοιμάμαι’ τι άλλο μπορώ να ζητήσω από τους θεούς ή να ελπίσω από τη μοίρα;

Είχα μεγάλες φιλοδοξίες και υπέρμετρα όνειρα – αλλά τα ίδια είχαν και το παιδί για τα θελήματα και η μοδίστρα, γιατί όνειρα έχει όλος ο κόσμος. Αυτό που μας διαφοροποιεί είναι η δύναμη να τα υλοποιούμε ή η τύχη να τα βλέπουμε να υλοποιούνται για μας.

Όσον αφορά τα όνειρα, είμαι όμοιος με το παιδί για τα θελήματα ή τη μοδίστρα. Το μόνο στο οποίο διαφέρω είναι ότι ξέρω να γράφω. Ναι, είναι μια πράξη, μια δική μου πραγματικότητα που με κάνει να διαφέρω από αυτούς. Στην ψυχή είμαι όμοιός τους.

(Απόσπασμα από Το βιβλίο της ανησυχίας (του Μπερνάντο Σοάρες) – Τόμος Α – εκδ. Εξάντας, 2004, δημοσιευμένο στο http://k-m-autobiographies.blogspot.gr. Αποσπάσματα προδημοσιεύθηκαν στο περιοδικό ΠΟΙΗΣΗ – τ.23, 2004. Η μετάφραση είναι της Μαρίας Παπαδήμα)

Ο Φερνάντο Αντόνιο Νογκέιρα Πεσσόα (1888-1935), γεννήθηκε στη Λισαβόνα στις 13 Ιουνίου 1888 και πέθανε στις 30 Νοεμβρίου 1935. Την παραμονή του θανάτου του, σημειώνει από την κλίνη του νοσοκομείου: «I Know not what tomorrow will bring». Αυτό που το μέλλον έφερε αναμφισβήτητα είναι η καταξίωση του ως ενός από τους σημαντικότερους ποιητές του εικοστού αιώνα. Ο Πεσσόα είναι ταυτόχρονα ποιητής και μύθος ποιητικός. Έζησε τη ζωή του στα όρια της ανυπαρξίας, δημοσίευσε ελάχιστο μέρος του τεράστιου έργου του, ενός έργου ανολοκλήρωτου και πολλαπλού, το οποίο κληροδότησε στις μέλλουσες γενιές κλεισμένο στο περίφημο μπαούλο, εξασφαλίζοντας έτσι την υστεροφημία του.

Ελάχιστα γεγονότα συνθέτουν τη βιογραφία του: θάνατος του πατέρα του, μετακίνηση μαζί με τη νέα του οικογένεια στο Ντέρμπαν της Αφρικής, αγγλική παιδεία, επιστροφή στη Λισαβόνα, βιοπορισμός ως αλληλογράφος σε εμπορικούς οίκους, ένας λευκός έρωτας, πολλή μοναξιά.

Η πολυσχιδής ποιητική ζωή του βρίσκεται στους αντίποδες της βιογραφίας του. Ο Πεσσόα, ο οποίος υπογράφει το έργο του με το όνομα του αλλά και με τα 72 καταγεγραμμένα ετερώνυμά του, συνιστά μοναδικό παράδειγμα στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Κύριοι συντελεστές σε πρωτοτυπία αλλά και παραγωγικότητα οι εξής τέσσερις ετερώνυμοί του: ο δάσκαλος όλων Αλμπέρτο Καέιρο, ποιητής του «Φύλακα των κοπαδιών», ο εκκεντρικός ναυπηγός μηχανικός Άλβαρο ντε Κάμπος, ποιητής της «Θαλασσινής ωδής» και του «Καταστήματος φιλικών», ο επικούρειος, στωικός κλασικιστής συνθέτης ωδών Ρικάρντο Ρέις και, τέλος, ο Μπερνάρντο Σοάρες, συγγραφέας του «Βιβλίου της ανησυχίας». Αριστοτεχνικός διευθυντής αυτής της ιδιόμορφης ορχήστρας ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα, ο ποιητής του «Μηνύματος», ο διηγηματογράφος του «Αναρχικού τραπεζίτη», ο ακάματος δοκιμιογράφος επί παντός του επιστητού, ο θεατρικός συγγραφέας ενός ανολοκλήρωτου «Φάουστ», ο οποίος ορίζει την τέχνη του λέγοντας: «Προσποίηση είναι του ποιητή η τέχνη».

ALVARO DE CAMPOS

[…] Πόσες εθνικότητες στον κόσμο! Πόσα επαγγέλματα! Πόσοι άνθρωποι!
Πόσες μοίρες διαφορετικές μπορεί να κρύβει η ζωή,
η ζωή, τελικά, κατά βάθος, πάντα η ίδια!
Πόσες φάτσες παράξενες! Ολες οι φάτσες είναι παράξενες
και δεν υπάρχει τίποτα ιερότερο από το να κοιτάζεις πολύ τους ανθρώπους.
Η αδελφοσύνη τελικά δεν είναι ιδέα επαναστατική.
Είναι κάτι που μας το μαθαίνει η ζωή, όπου πρέπει να ανεχόμαστε τα πάντα,
και τελικά βρίσκουμε ευχάριστο αυτό που πρέπει ν’ ανεχόμαστε,
και καταλήγουμε να κλαίμε σχεδόν από τρυφερότητα γι’ αυτό
που ανεχτήκαμε!

Α, όλα τούτα είναι ωραία, είναι ανθρώπινα και ταιριάζουν τόσο
με τα ανθρώπινα συναισθήματα, τόσο κοινωνικά και καθωσπρέπει,
τόσο πολύπλοκα απλά, τόσο μεταφυσικά θλιβερά!
Η πολυτάραχη, η διαφορετική ζωή μάς διαπαιδαγωγεί τελικά στα ανθρώπινα.
Καημένοι άνθρωποι! Καημένοι όλοι μας! […]

Απόσπασμα από την ποιητική σύνθεση του Φερνάντο Πεσσόα: Θαλασσινή ωδή του Άλβαρο ντε Κάμπος, μτφρ.-επίμ.: Μαρία Παπαδήμα, σχ.: Πάολο Γκέτσι, Εκδόσεις Νεφέλη 2012. Δημοσιευμένο στο http://www.e-poema.eu