Ποια θα ‘ναι αλήθεια η ετυμηγορία της ιστορίας… Αλέξης Πάρνης

07:06, 26 Ιουν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/98500

«Αρχή άνδρα δείνκυνι» λέει το ρητό. Όμως και η πτώση από το θώκο της, ο τρόπος που την αντιμετωπίζει είναι ενδεικτικός για τον ηγέτη και την ποιότητά του.
Ό,τι με εντυπωσίασε ιδιαίτερα στη συμπεριφορά του Νίκου Ζαχαριάδη τα χρόνια της δοκιμασίας μετά την καθαίρεση κι εκτόπιση στ’ απόκοσμο, βαλτωμένο Μποροβίτσι ήταν η αξιοπρέπεια και η ακατάβλητη καρτερία του στα πλήγματα της μοίρας.

Η κατοπινή εξορία στο ζοφερό πηγάδι του Σοργκούτ, όσα τράβηξε εκεί, έντεκα μαρτυρικά χρόνια, ως την «προγραμματισμένη» αυτοκτονία του (ήταν το τέλος του κυκλωμένου πολεμιστή που διαλέγει το θάνατο από την παράδοση), επιβεβαίωσαν την εντύπωσή μου.

Αυτά τα δεκαεφτά χρόνια κάθειρξης στη Σοβιετική Ένωση, τη χώρα που λάτρεψε κι υπερασπίστηκε όσο κανείς άλλος Ευρωπαίος κομμουνιστής ηγέτης, η αντίστασή του στην αισχρή συμπεριφορά της έκλυτης σοβιετικής νομενκλατούρας –της θαμμένης τώρα πια στο σκουπιδαριό της ιστορίας-, που δεν μπόρεσε να τον λυγίσει, είναι για μένα ισάξια με τη λεβέντικη, πατριωτική του στάση στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο και το ιστορικό «Ανοιχτό γράμμα», το έναυσμα της κατοπινής εαμικής αντίστασης.

Ποια θα ‘ναι αλήθεια η ετυμηγορία της ιστορίας γι’ αυτό τον αλύγιστο Έλληνα επαναστάτη, που διάλεξε να αυτοκτονήσει σαν τον ομηρικό Αίαντα για να διασώσει την τιμή, την αξιοπρέπεια, τα ιδανικά του αγώνα του για μιαν «Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς»,, μ’ ένα γνήσιο λαϊκό πολιτισμό, δίχως καμιά ξένη εξάρτηση;

Εγώ προσωπικά έχω τη γνώμη ότι αυτό θα εξαρτηθεί απ’ τη σύνθεση του ειδικού δικαστηρίου: Αν τον κρίνουν ο Σπάρτακος, ο Δαντών, ο Ροβεσπιέρος, οι εξεγερμένοι της παρισινής κομμούνας, η λενινιστική φρουρά του μεγάλου Οκτώβρη του 1917 κι άλλοι ομοϊδεάτες, θα δικαιωθεί πανηγυρικά.

Το αντίθετο θα συμβεί έτσι και ανέβουν στην έδρα κάποιοι εκπρόσωποι τ’ αστικού κοινοβουλίου, αν κι εδώ που τα λέμε θα έπρεπε να δηλώσουν αναρμοδιότητα.

Υπάρχει κι ένα τρίτο δικαστήριο, αυτό της επικής ποίησης, που πετυχαίνει πολύ πιο δίκαια, ανθρώπινα και ουσιαστικά ν’ αποτυπώνει ανεξίτηλα τα πρόσωπα και τα πράγματα κάποιων κοσμογονικών εποχών. […]

Ωραία και καλά όλ’ αυτά, θα μπορούσε να παρατηρήσει ο καλοπροαίρετος αναγνώστης. Αλλά δε νομίζεις ότι θα πρέπει να επισημαίνουμε τους λαθεμένους χειρισμούς κάποιου σεβαστού κατά τα’ άλλα ηγέτη, ώστε να παραδειγματίζονται οι επόμενες αγωνιστικές γενιές;

Εννοείται βέβαια ότι η κριτική είναι δασκάλα της εμπειρίας και της γνώσης, αρκεί να γίνεται δίχως εμπάθεια και ευτελείς προσωπικούς λόγους, αλλά με αίσθημα ιστορικής ευθύνης, με ανάλογο σεβασμό και περίσκεψη –έτσι όπως κάνουν οι άνθρωποι μέσα στην ίδια τους την οικογένεια-, για όσους πρωτοστάτησαν στη δημιουργία μιας μεγάλης ιστορικής εποχής, ανεβάζοντας το επίπεδο των λαϊκών αγώνων μέχρι την ένοπλη σύγκρουση με τους ξένους και ντόπιους δυνάστες κάθε μορφής.

Αυτό, ακόμα κι από μόνο του, ήταν μια μεγάλη ηθική νίκη με τεράστια θετική επίδραση στις επόμενες γενιές –έστω κι αν δεν έφερε το αναμενόμενο θετικό αποτέλεσμα.

Κι όσο για τις στραβοτιμονιές και τα λάθη, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ήταν οι ηγέτες μιας αδυσώπητης κοινωνικής σύγκρουσης, όπου κι οι δυο αντίπαλες πλευρές έκαναν τα πάντα για να επικρατήσουν, χρησιμοποιώντας τους πιο σκληρούς, ανορθόδοξους τρόπους.

Όσοι είχαν το κουράγιο αλλά και την τύχη –καλή ή κακή- να πάρουν μέρος σε παρόμοιους αγώνες ήξεραν καλά ότι δε θα χόρευαν μαζί με την ιστορία το πράο «κοινοβουλευτικό» ταγκό, αλλά τον πολεμικό «χορό των σπαθιών», που μπορεί να σε φέρει, στο φούντωμα της μάχης, να χτυπήσεις μαζί με τον εχτρό και το δικό σου.

Γιατί π.χ. σκότωσε ο Μέγας Αλέξανδρος το φίλο του Κλείτο, και γιατί έστειλε το Δαντών στην γκιλοτίνα ο Ροβεσπιέρος, που κι αυτός καρατομήθηκε από τον Καμπόν;
Και γιατί ο Γκούρας στραγγάλισε τον Αντρούτσο, κι οι Μαυρομιχάληδες σκότωσαν τον Καποδίστρια, και γιατί χτυπήθηκε τόσο σκληρά ο Ν. Ζαχαριάδης με τον επιστήθιο φίλο της νιότης του Κ. Καραγιώργη, και γιατί…;

Πολλά θα μπορούσε να πει κανείς επί του προκειμένου. Αλλά ίσως θα ‘ταν καλύτερο να σωπάσει, κοιτώντας ψηλά με το δέος και την αμήχανη απορία του αμύητου στο αινιγματικό μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης –σαν ένα βουβό πρόσωπο απ’ την «Ταφή του κόμητος Οργκάθ».

Ω, πόσο ατελές είναι το ανθρώπινο πλάσμα, και πόσες ακόμα βασανιστικές επεξεργασίες θα πρέπει να γίνουν ως να μπει στη τελική φάση της ολοκλήρωσης!

«Πάντα ρει» κι ο καθένας «χους εστί και εις χουν απελεύσεται». Αλλά, όπως λέει κι ο θαυμάσιος Ισπανός ποιητής Λουίς Θερνούδα (1902-1963), που πέθανε ως πολιτικός εξόριστος μακρία απ’ τη γη του, ο άνθρωπος δε θα πάψει ποτέ να είναι «το χώμα που αγωνίζεται να γίνει φτερούγα».

Κι αυτό είναι το αισιόδοξο μήνυμα κάθε γενιάς στην επόμενη. Αλλά κι ο βασικός λόγος για να θυμόμαστε με στοργική κατανόηση τους τραγικούς ήρωες της αέναης εξελικτικής πορείας […]

Ναι, πρέπει να τους θυμόμαστε, έχοντας ωστόσο κατά νου ότι οι ήρωες μιας επικής ιστορικής εποχής ανήκουν σ’ ένα ιδιόμορφο «οικοσύστημα», με δικούς του νόμους, θέσφατα, κώδικες.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους κατακρεουργημένους απ’ τις αδικίες των καιρών και των περιστάσεων τραγικούς ήρωες της ελληνικής επαναστατικής Αριστεράς. Και το Ζαχαριάδη, και το Βελουχιώτη, και τον Πλουμπίδη, και τον Καραγιώργη, και τους λοιπούς της ατέλειωτης φάλαγγας.

Δεν πρέπει να τους εξωραϊζουμε ή να τους αναπαλαιώνουμε, ερμηνεύοντας τη ζωή, τη δράση και το μαρτύριό τους έξω από την εποχή που τους ανέδειξε, μοιράζοντας ολόχρυσες τιάρες στους μεν κι ακάνθινα στέφανα στους δε…

Είναι όλοι τους ουσιαστικά τμήματα από τον ίδιο θρυμματισμένο και θαμμένο στη γη «αμφορέα».

Όταν με τον καιρό θα τα συναρμολογήσει σωστά ο αντικειμενικός μελετητής, ελευθερώνοντας τις παραστάσεις, τα χρώματα ή τα «παλίμψηστα» από την αιθάλη των πρόσκαιρων παθών και φανατισμών, θα τους δει πάλι μαζί καθισμένους, εμπρός σε μιαν αντάρτικη φωτιά ή μέσα σε ένα παράνομο σπίτι της Αθήνας ή οπουδήποτε στην Ελλάδα (έτσι όπως τους ζωγράφισε η «ομηρική» τους εποχή), να μιλάν για τα παλιά, λύνοντας τις διαφορές σαν παιδιά της ίδιας επαναστατικής οικογένειας… […]

Όπως διδάσκει η κοινωνική εξέλιξη, τα κοινωνικά «άλματα μετά φοράς», δηλαδή οι λαϊκές ένοπλες επαναστάσεις, δεν είναι καθημερινό προσφάι και ψωμοτύρι.
Ποιος ξέρει σε πόσα χρόνια και με ποια μορφή θα γεννηθεί η ανάγκη μιας παρόμοιας εξόρμησης στην ψυχή αυτών που έρχονται! […]

Πρόκειται ουσιαστικά για το αυτοβιογραφικό οδοιπορικό μου στους δύσβατους δρόμους μιας επικής εποχής, ανεξίτητα σφραγισμένης απ’ την ηγετική επαναστατική προσωπικότητα του Νίκου Ζαχαριάδη.

Αλλά ας βάλουμε τα γράμματά του στη σειρά…»

Αλέξης Πάρνης

(Σωτήρης Λεωνιδάκης)

Απόσπασμα από τον Πρόλογο του βιβλίου του, Γεια χαρά – Νίκος, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011.

Αγαπητέ Αλέξη,
Το προηγούμενο γράμα σου που πήρα είνε 20.10.
Είνε αφτό που το αρχίζεις έτσι: «Χτες με διέγραψαν απτό κόμα». Άλλο γράμα σου δεν πήρα. Ώστε λείπουν, τα δυο γράματα που γράφεις ότι μούστειλες. Δεν κάνει ναργάς έτσι, γιατί, όπως ξαίρεις, αποτελείς το μοναδικό κάβο που κρατώ ζωντανή επαφή με τον έξω κόσμο…»

Από γράμμα του Νίκου Χαχαριάδη προς τον Αλέξη Πάρνη, το Δεκέμβρη του 1956

To «Γεια χαρά – Νίκος» έχει ως κεντρικό άξονα την αλληλογραφία του Αλέξη Πάρνη με τον καθαιρεμένο και εκτοπισμένο στο Μποροβίτσι της βόρειας Ρωσίας ηγέτη του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη. Η σχέση τους έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ηθική, πολιτική και λογοτεχνική διαμόρφωση του συγγραφέα. Μέσα από την αλληλογραφία τους αναβιώνει μια συνταρακτική εποχή για τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, τη Σοβιετική Ένωση και το ΚΚΕ. Φωτίζονται πρόσωπα και καταστάσεις, και δίνονται νέες ερμηνείες σε γεγονότα που φάνταζαν μέχρι σήμερα ακλόνητα.


Ο Αλέξης Πάρνης (κατά κόσμον Σωτήρης Λεωνιδάκης) γεννιέται το 1924 στον Πειραιά. Αποφοιτά από το Α’ Γυμνάσιο (Ιωνίδειο Σχολή) το 1942, όταν η Ελλάδα βρίσκεται πλέον κάτω απ’ τη ναζιστική κατοχή. Πριν ακόμα οργανωθεί στην Εαμική Aντίσταση, κρύβει και σώζει μαζί με τον πατέρα του μια εβραϊκή οικογένεια. Για την πράξη τους αυτή το Ίδρυμα Γιαν Βάνσεν θα τιμήσει και τους δύο μεταγενέστερα με τον τίτλο «Δίκαιος των Eθνών».

Σε ηλικία είκοσι χρόνων, ο Aλέξης Πάρνης παίρνει μέρος ως καπετάνιος εφεδρικού ελασίτικου λόχου στην τελευταία μάχη εναντίον των Γερμανών στο Περιστέρι (Γέφυρα Kολοκυνθούς, 12/9/1944). Στα Δεκεμβριανά τραυματίζεται σοβαρά, πολεμώντας την αγγλική επέμβαση. Την περίοδο 1945-1948 βρίσκεται πολιτικός πρόσφυγας στο Ρουμπίκ και στο Μπούλγκες. Στη συνέχεια υπηρετεί στο Δημοκρατικό Στρατό ως πολεμικός ανταποκριτής.

Απ’ το 1949 ως το 1962 ζει στην ΕΣΣΔ. Φοιτά στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο Μαξίμ Γκόρκι της Μόσχας.

Το 1954 δημοσιεύει στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νόβι Μιρ» το μεγάλο επικό ποίημά του «Μπελογιάννης», για το οποίο τον επόμενο χρόνο τιμάται με το Α’ Βραβείο Ποίησης στο Φεστιβάλ Βαρσοβίας. Η κριτική επιτροπή που τον βραβεύει αποτελείται από τους: Πάμπλο Νερούντα (Πρόεδρος), Ναζίμ Χικμέτ, Νικόλα Γκιλιέν, Ουόρις Ίβενς κ.ά. Το όνομά του περνά στη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια.

Το 1960 ανεβαίνει στο «Μάλι Τεάτρ» της Μόσχας το θεατρικό έργο του «Το νησί της Αφροδίτης», το οποίο για δύο χρόνια παίζεται σε 175 θέατρα της ΕΣΣΔ και των υπόλοιπων Λαϊκών Δημοκρατιών. Το 1963 παρουσιάζεται και στην Ελλάδα από την Κυβέλη στο ΚΘΒΕ, ενώ το 1969 γίνεται ταινία με πρωταγωνίστρια την Κατίνα Παξινού.

Το 1966, έχοντας πλέον επαναπατριστεί, ο Αλέξης Πάρνης παρουσιάζει το σατιρικό μυθιστόρημα «Ο Διορθωτής». Το έργο μεταφράζεται το 1981 στα αγγλικά και ο κριτικός Τόμας Χάιντ γράφει στη Σάντει Τέλεγκραφ: «Ο «Διορθωτής» πρέπει να γίνει υποχρεωτικό ανάγνωσμα για όλους τους επαναστάτες στη Γη».

Το 1967 ανεβαίνει στο Θέατρο Ο’ Νιλ, στο Πλέι Χάουζ της Μασαχουσέτης, το δράμα του «Λεωφόρος Πάστερνακ». Οι κρίσεις για το έργο, το σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς είναι εγκωμιαστικές. Μερικά χρόνια αργότερα, η «Λεωφόρος Πάστερνακ» κυκλοφορεί και σε μυθιστορηματική εκδοχή.
Άλλα έργα: «Μια Πράγα στον καθένα», «Ο Κινηματίας», «Ο Μαφιόζος», «Η οδύσσεια των διδύμων» (μυθιστορήματα), «Σπορά Ελπίδας» (νουβέλες), «Φτερά Ικάρου», «Λευκή Κηλίδα», «Ανοιχτός Λογαριασμός» (θεατρικά) κ.ά.

Απ’ τη γη του Βίτσι και του Γράμμου
μέχρι του Προμηθέα τον ουρανό,
για την Ιθάκη της πολέμησε η γενιά μου
κι όχι για κάποιο
«πουκάμισο αδειανό»

Το μόνο που μας σώζει είναι η φιλία. Του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

07:06, 25 Ιουν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/98501

Το νέο, σύντομο μυθιστόρημά μου (νουβέλα), με τον τίτλο «Φίλοι», εκτυλίσσεται, κατά το ένα τρίτο του, την εποχή της εξάρθρωσης της 17 Νοέμβρη.
Επέλεξα τη συγκεκριμένη περίοδο συνειδητά, αφού σκοπός μου ήταν να παρακολουθήσω τη διαδρομή της γενιάς μου μέσα στην τελευταία πεντηκονταετία.

Με τη σύλληψη του Σάββα Ξηρού και όσων άλλων φέρονται ως μέλη της οργάνωσης, σαν να έκλεισε ο κύκλος που άρχισε με τη Μεταπολίτευση.

Το καλοκαίρι του 2002, υπήρχε ένας διάχυτος φόβος ή μούδιασμα στην ατμόσφαιρα, λες και επρόκειτο οι διώξεις να γενικευτούν και να συμπεριλάβουν οποιονδήποτε αριστερό, από την εποχή του αντιδικτατορικού αγώνα και μετά.

Ή λες και απώτερος στόχος των διώξεων ήταν να ενοχοποιηθούν όσοι προανέφερα.

Τόσο η γενιά του Πολυτεχνείου όσο και η δική μου, της Μεταπολίτευσης, ξεκίνησαν με συλλογικά οράματα για να καταλήξουν εγκλωβισμένες στο κουκούλι της ιδιώτευσης.

Και οι μέρες της εξάρθρωσης της 17 Νοέμβρη ήταν σαν να μας υπενθύμιζαν τι ακριβώς υπήρξαμε και σε τι έχουμε μεταβληθεί τώρα πια.

Ήταν σαν ένας τελευταίος σπασμός του συλλογικού που έσβηνε, μια τελευταία του αναλαμπή.

Γι’ αυτό και μου φάνηκε κατάλληλο το όλο κλίμα για το αφήγημά μου, το οποίο οδηγείται στην πικρή διαπίστωση πως το μόνο συλλογικό που μας απέμεινε σήμερα, είναι η φιλία.

Αλλά ίσως υπάρχει εδώ και μια αισιόδοξη νότα.

Γιατί η φιλία θα μπορούσε να παίξει κι ένα ρόλο μαγιάς για ό,τι συλλογικό αναδυθεί στο άμεσο μέλλον!
Κάτι σαν την παλιά Φιλική Εταιρεία!

Το μόνο που μας σώζει είναι η φιλία. Θα μπορούσε να το θέσει κανείς κι έτσι. […]

Στα πρώτα μου βιβλία, της δεκαετίας του ’80, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της εποχής μου, κατόρθωσα –κατά γενική ομολογία- να αιχμαλωτίσω κάποια συλλογικά χαρακτηριστικά της γενιάς μου. Αργότερα, εξερεύνησα τον ατομικισμό και το λαβύρινθό του.

Κατηγόρησαν, όχι μόνο εμένα, αλλά ολόκληρη τη γενιά μου, για εμμονή στο λάιφσταϊλ, ή ίσως για σύμπλευση μαζί του. Αλλά αυτή ήταν η δεκαετία του ’90: η εποχή του λάιφσταϊλ.

Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για όλους μας, και ως πεζογράφοι εκείνης της εποχής, το εξερευνήσαμε.

Άλλωστε, και η πολιτικοποίηση της μεταπολίτευσης είχε παραγίνει, το συλλογικό είχε καταντήσει παρωδία, κι όταν ανέτειλε ο αστερισμός του ατομικισμού, ήταν σαφώς ριζοσπαστικός.

Με τους «Φίλους», είναι σαν να επιστρέφω στη συλλογικότητα.

Υπάρχει ένα ρεύμα επιστροφής στην πολιτική, το βλέπεις μέχρι και στις ταινίες του Χόλυγουντ, απλώς δεν έχει ακόμη πάρει μαζικές διαστάσεις.

Είναι σαν να επανέρχεται βαθμιαία η κοινωνική συνείδηση.

Και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, κάτω απ’ αυτήν ακριβώς τη σκοπιά, ανακαλύπτω τη φιλία ως λύση και λύτρωση, ως αντίσταση στην εμπορευματοποίηση των πάντων.
Ωστόσο, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τη φιλία στενά, μόνο ως σχέση μεταξύ εφήβων, φέρ’ ειπείν, αλλά ακόμη και μεταξύ ζευγαριών, παιδιών και γονιών.

Ως αφορμή και αιτία που θα δημιουργήσει και πάλι μια συλλογικότητα, κάτι ελπιδοφόρο. […]

Παρατηρώ τους σημερινούς πιτσιρικάδες, τους εικοσιπεντάχρονους, αίφνης, σε τι σύγχυση παραδέρνουν. Ενώ αποτελούν τον κρίκο μιας αλυσίδας, αυταπατώνται ότι αποτελούν παρθενογένεση, επειδή ακριβώς δεν έχουν ζήσει ποτέ τους κάτι συλλογικό.

Η γενιά μου είχε την αίσθηση ότι κάτι είχε προηγηθεί πριν απ’ αυτήν, και ότι κάτι θ’ ακολουθούσε.

Εμείς είχαμε συνείδηση της ιστορικής σκυταλοδρομίας.

(Απόσπασμα από το βιβλίου του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας, Εκδ. Ίκαρος, 2012)

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος (Αθήνα, 1959) εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο στα είκοσί του. Έχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα και νουβέλες: «Η αυτοκρατορική μνήμη του αίματος», «Λούλα», «Mαύρος γάμος», «Χάσαμε τον Μπαμπά», «Φίλοι», «Η Μεγάλη Άμμος» κ.ά. Σπονδυλωτά έργα: «Έμμονες ιδέες», «Η γενιά μου», «Ιστορίες της Λίμνης». Μεταξύ χρονικού και αυτοβιογραφίας: «Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο;», «Η δική μου Αμερική», «Λίγη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας», «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας».Καθώς και μεταφρασμένα αποσπάσματα από αρχαίους έλληνες συγγραφείς. «Τα τζιτζίκια» εκδόθηκαν στα αγγλικά, «Η απίστευτη ιστορία της πάπισσας Ιωάννας» στα ιταλικά. «Ο εργένης» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, τα «Διόδια» στην τηλεόραση, ενώ «Η επινόηση της πραγματικότητας» διασκευάστηκε για το θέατρο. Συνολικά έχουν τυπωθεί περισσότερα από 250.000 αντίτυπα των βιβλίων του. Ιστοσελίδα: http://vangelisraptopoulos.wordpress.com

Διαβάστε επίσης στο tvxs: