Μια έλλειψη περιέργειας μάλλον αθεράπευτη… Ίρβιν Γιάλομ

15:05, 10 Μάιος 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/93855
 

«Ας του δώσουμε το απολυτήριο να τον ξεφορτωθούμε. Έχει μια έλλειψη περιέργειας μάλλον αθεράπευτη. Όπου και να σκάψει κανείς στο μυαλό του, συναντάει ένα υπόστρωμα πετρωμένων πεποιθήσεων χωρίς έρεισμα», απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Ίρβιν Γιάλομ, «Το πρόβλημα Σπινόζα», των εκδόσεων Άγρα.

Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο αντίγραφο με τις φράσεις του Γκαίτε, ο Άλφρεντ όρθωσε το ανάστημά του, ανήγγειλε: «Από την αυτοβιογραφία του Γκαίτε» και άρχισε:

«Ο νους ο οποίος είχε τόσο αποφασιστική επίδραση πάνω μου και τόσο μεγάλη επιρροή στον όλο τρόπο σκέψης μου ήταν ο Σπινόζα.
Έχοντας μάταια αναζητήσει παντού, σε ολόκληρο τον κόσμο, ένα μέσο να καλλιεργήσω την παράξενη φύση μου, έτυχε τέλος να συναντήσω την Ηθική αυτού του ανθρώπου. Εδώ βρήκα ένα ηρεμιστικό για τα πάθη μου’ ήταν σαν ν’ άνοιγε για μένα μια πλατιά και απρόσκοπτη θέα αυτού του υλικού και θνητού κόσμου».

«Επομένως, Ρόζενμπεργκ», διέκοψε ο διευθυντής, «τι πήρε ο Γκαίτε από τον Σπινόζα;»
«Ε… μήπως την ηθική του;»
«Όχι, όχι. Ύψιστε Θεέ, μα δεν κατάλαβες ότι Ηθική είναι ο τίτλος του βιβλίου του Σπινόζα; Τι λέει ο Γκαίτε ότι πήρε από το βιβλίο του Σπινόζα; Τι πιστεύεις εσύ ότι εννοεί “ένα ηρεμιστικό για τα πάθη μου”;»
«Κάτι που τον ηρέμησε;»
«Ναι, εν μέρει κι αυτό. Συνέχισε όμως: η ίδια ιδέα θα ξανάρθει σε λίγο».
Για να ξαναβρεί το σημείο, ο Άλφρεντ απήγγειλε λίγο από μέσα του κι έπειτα άρχισε:
«Εκείνο όμως που με έδεσε ειδικά με τον Σπινόζα ήταν η απεριόριστη ιδιοτέλεια που αναδυόταν…»
«Ανιδιοτέλεια, όχι ιδιοτέλεια!» γρύλισε ο διευθυντής Έπσταϊν που παρακολουθούσε στενά κάθε λέξη της απαγγελίας από τις σημειώσεις. «Ανιδιοτέλεια σημαίνει ότι δεν περιμένεις ανταπόδοση».

Ο Άλφρεντ κούνησε καταφατικά το κεφάλι και συνέχισε:
«Εκείνο όμως που με έδεσε ειδικά με τον Σπινόζα ήταν η απεριόριστη ανιδιοτέλεια που αναδυόταν από κάθε του φράση. Αυτή η υπέροχη έκφραση: “Εκείνος που αγαπά σωστά τον Θεό οφείλει να μην επιθυμεί ο Θεός να ανταποδώσει την αγάπη του”, με όλα τα θεμέλια στα οποία στηρίζεται και με όλες τις συνέπειες που την πλαισιώνουν, γέμισε όλη τη δύναμη της σκέψης μου».

«Αυτό είναι δύσκολο κομμάτι» είπε ο διευθυντής Έπσταϊν. «Θα σου το εξηγήσω. Ο Γκαίτε λέει πως ο Σπινόζα τον δίδαξε να ελευθερώνει το νου του από την επίδραση των άλλων. Ν’ ανακαλύπτει τα δικά του αισθήματα και τα δικά του συμπεράσματα και να δρα με βάση αυτά. Με άλλα λόγια, άσε την αγάπη σου να ρέει και μην της επιτρέπεις να επηρεάζεται από τη σκέψη της αγάπης που πιθανόν να έρθει ως ανταπόδοση.

Νά κάτι που θα άξιζε να το εφαρμόσουμε στις προεκλογικές ομιλίες. Ο Γκαίτε δεν θα έβγαζε έναν λόγο βασισμένο στο θαυμασμό που θα έπαιρνε από τους άλλους. Ούτε θα έλεγε εκείνα που οι άλλοι θα ήθελαν να τον ακούσουν να λέει. Καταλαβαίνεις; Συλλαμβάνεις το νόημα;»

Ο Άλφρεντ έγνεψε ναι. […] Περίμενε το νεύμα του για να συνεχίσει:
«Επιπλέον, δεν πρέπει ν’ αρνούμαστε ότι οι πιο στενοί δεσμοί προκύπτουν από δύο αντίθετα. Η τόσο επιβλητική ηρεμία του Σπινόζα βρισκόταν σε έντονη αντίθεση με τη δική μου τόσο διασπαστική ενεργητικότητα. Η μαθηματική του μέθοδος ήταν το αντίθετο των ποιητικών μου αισθημάτων. Ο πειθαρχημένος τρόπος σκέψης του με έκανε παθιασμένο μαθητή του, τον πιο πιστό υμνητή του. Ο νους και η καρδιά, η κατανόηση και το συναίσθημα, αναζητούσαν το ένα το άλλο με μία αναγκαία συγγένεια, και από εκεί προήλθε η ένωση των πιο διαφορετικών φύσεων».

«Καταλαβαίνεις τι εννοεί εδώ μιλώντας για τις δύο διαφορετικές φύσεις Ρόζενμπεργκ;» ρώτησε ο διευθυντής Έπσταϊν.
«Νομίζω ότι εννοεί το νου και την καρδιά».
«Ακριβώς. Και ποιος είναι ο Γκαίτε και ποιος ο Σπινόζα;»
Ο Άλφρεντ έδειχνε προβληματισμένος.
«Η εργασία δεν γίνεται για να εξασκήσεις τη μνήμη σου, Ρόζενμπεργκ! Θέλω να τα κατανοείς αυτά τα λόγια. Ο Γκαίτε είναι ποιητής. Τι είναι λοιπόν εδώ, ο νους ή η καρδιά;»
«Η καρδιά. Είναι όμως κι ένας μεγάλος νους».
«Α, μάλιστα. Τώρα καταλαβαίνω γιατί μπερδεύεσαι. Εδώ όμως λέει ότι ο Σπινόζα του προσφέρει μια ισορροπία που του επιτρέπει να συμφιλιώσει το πάθος του και την υπερτροφική του φαντασία με την αναγκαία ηρεμία και λογική. Και γι’ αυτό ακριβώς λέει ότι είναι ο “πιο πιστός υμνητής” του Σπινόζα. Καταλαβαίνεις;»
«Μάλιστα»
«Συνέχισε τώρα»

[…] «Ορισμένοι τον παρουσίασαν ως άθεο και τον θεώρησαν κατακριτέο, παραδέχονταν όμως ότι ήταν ένας ήσυχος στοχαστικός άντρας, ένας καλός πολίτης, ένας συμπαθητικός άνθρωπος. Οι επικριτές του Σπινόζα φαίνεται λοιπόν πως ξεχνούν τα λόγια του Ευαγγελίου, “Από των καρπών αυτών επιγνώσεσθαι αυτούς”΄ γιατί πώς μπορεί μια ζωή που οι άνθρωποι και ο Θεός την εγκρίνουν να πηγάζει από διεφθαρμένες αρχές; Δεν ξεχνώ τη γαλήνη και η διαύγεια που με κυρίεψαν την πρώτη φορά που φυλλομέτρησα την Ηθική αυτού του αξιοθαύμαστου ανθρώπου. Έσπευσα λοιπόν να ξαναδιαβάσω το έργο, στο οποίο όφειλα τόσο πολλά, και πάλι ο ίδιος γαλήνιος αέρας με τύλιξε. Παραδόθηκα στην ανάγνωση και κοιτάζοντας προς τα μέσα σκέφτηκα πως ποτέ δεν είχα δει τον κόσμο τόσο καθαρά». […]

«… Με άλλα λόγια (μιλά ο διευθυντής στον Άλφρεντ) εκείνο που μετράει δεν είναι τι πιστεύεις ή τι λες ότι πιστεύεις αλλά πώς ζεις. Και τώρα Ρόζενμπεργκ, μία τελευταία ερώτηση γι’ αυτό το απόσπασμα. Πές μας άλλη μια φορά τι πήρε ο Γκαίτε από τον Σπινόζα;»
«Λέει ότι πήρε έναν αέρα γαλήνης και ηρεμίας. Λέει επίσης ότι είδε τον κόσμο πιο καθαρά. Αυτά ήταν τα κυριότερα».

«Ακριβώς. Γνωρίζουμε πως ο μεγάλος Γκαίτε κουβαλούσε ένα αντίτυπο της Ηθικής του Σπινόζα στην τσέπη του επί έναν χρόνο. Το φαντάζεσαι; Έναν ολόκληρο χρόνο! Κι όχι μόνο ο Γκαίτε, και πολλοί άλλοι Γερμανοί. Ο Λέσσινγκ κι ο Χάινε μίλησαν επίσης για μια διαύγεια και ηρεμία που άντλησαν απ’ αυτό το βιβλίο.

Ποιός ξέρει, ίσως να έρθει η μέρα στη ζωή σου που κι εσύ θα νιώσεις την ανάγκη για την ηρεμία και την καθαρότητα που προσφέρει η Ηθική του Σπινόζα. Δεν θα σου ζητήσω να τη διαβάσεις τώρα.

Είσαι πολύ μικρός για να συλλάβεις το νόημά της. Θέλω όμως να μου υποσχεθείς ότι θα το κάνεις πριν κλείσεις τα εικοσιένα. Ή μάλλον θα έπρεπε να σου πω, διάβασέ τη όταν έχεις πλήρως ενηλικιωθεί. Μου δίνεις το λόγο σου σαν καλός Γερμανός;»

«Μάλιστα, έχετε το λόγο μου, κύριε». Για να γλυτώσει απ’ αυτή την ιερά εξέταση, ο Άλφρεντ ήταν έτοιμος να υποσχεθεί να διαβάσει ολόκληρη την εγκυκλοπαίδεια στα κινέζικα.

«Προχωράμε τώρα στο κυρίως μέρος της εργασίας. Σου έχει γίνει απολύτως σαφές γιατί σου αναθέσαμε να διαβάσεις αυτά τα κεφάλαια;»
«Ε…, όχι κύριε. Νόμιζα απλώς επειδή είπα ότι θαύμαζα τον Γκαίτε πάνω απ’ όλους».
«Εν μέρει είναι κι αυτός ο λόγος. Ασφαλώς όμως θα αντιλαμβάνεσαι ποιο ήταν το πραγματικό μου ερώτημα».
Ο Άλφρεντ παρέμεινε ανέκφραστος.

«Σε ρωτώ τι σημαίνει για σένα ότι ο άνθρωπος που εσύ θαυμάζεις πάνω απ’ όλους επιλέγει έναν Εβραίο ως τον άνθρωπο που εκείνος θαυμάζει περισσότερο απ’ όλους;»
«Έναν Εβραίο;»
«Δεν ήξερες πως ο Σπινόζα ήταν Εβραίος;»
Σιωπή. […] «Ο Γκαίτε το γνώριζε πως ήταν Εβραίος;»
«Ύψιστε Θεέ! Φυσικά το γνώριζε».

«Επιτέλους Ρόζεντμπεργκ», είπε ο Χερ Σαίφερ που άρχιζε πιά κι αυτός να χάνει την υπομονή του, «αναλογίσου την ερώτησή σου. τι σημασία έχει αν γνώριζε ότι ο Σπινόζα ήταν Εβραίος; Και πρώτα απ’ όλα, γιατί να θέσεις αυτό το ερώτημα; Πιστεύεις πως ένας άνθρωπος του μεγέθους του Γκαίτε –τον οποίο εσύ ο ίδιος αποκάλεσες οικουμενική μεγαλοφυΐα – δεν θα ασπαζόταν μία μεγάλη ιδέα άσχετα από την πηγή της;»

Ο Άλφρεντ έδειχνε αποσβολωμένος. Ποτέ δεν είχε βρεθεί σ’ έναν τέτοιο καταιγισμό θεωρητικών προβληματισμών. Ο διευθυντής Έπσταϊν ακούμπησε το χέρι του στο μπράτσο του Χερ Σαίφερ, για να τον κάνει να σωπάσει, και συνέχισε να σφυροκοπεί τον μαθητή του.
«Το κύριο ερώτημα που σου έθεσα παραμένει αναπάντητο: Πώς εξηγείς το γεγονός ότι η οικουμενική μεγαλοφυΐα της Γερμανίας βοηθήθηκε τόσο πολύ από τις ιδέες ενός ανθρώπου που ανήκε σε μια κατώτερη φυλή;»

«Ίσως να ισχύει εκείνο που απάντησα για τον (εβραίο επίσης) γιατρό Άπφελμπαουμ. Ίσως εξαιτίας μιας μετάλλαξης να μπορεί να προκύψει ένας καλός Εβραίος, παρόλο που η φυλή είναι διεφθαρμένη και κατώτερη».

«Η απάντηση αυτή δεν είναι αποδεκτή» είπε ο διευθυντής. «Άλλο να μιλάς για έναν γιατρό που είναι καλός και ασκεί καλά το λειτούργημά του κι άλλο να μιλάς έτσι για μια μεγαλοφυΐα που ίσως να άλλαξε ακόμα και τη ροή της Ιστορίας.
Είναι άλλωστε πασίγνωστη η μεγαλοφυΐα πολλών άλλων εβραίων. Θα σου θυμίσω κάποιους, τους οποίους γνωρίζεις κι εσύ ο ίδιος, πιθανόν όμως να μην ξέρεις ότι ήταν Εβραίοι.

Ο Χερ Σαίφερ μου λέει ότι στην τάξη του απήγγειλες ποιήματα τυ Χάινφριχ Χάινε. Μου λέει επίσης ότι σου αρέσει η μουσική. Φαντάζομαι λοιπόν πως έχεις ακούσει μουσική του Γκούσταβ μάλερ και του Φέλιξ Μέντελσον. Σωστά;»

«Είναι κι αυτοί Εβραίοι, κύριε;»
«Βεβαίως. Φαντάζομαι θα γνωρίζεις ότι και ο Ντισραέλι, ο μεγάλος πρωθυπουργός της Αγγλίας, ήταν Εβραίος».
«Δεν το γνώριζα, κύριε».

«Μάλιστα. Κι αυτή την εποχή εδώ στη Ρίγα παίζονται τα “Παραμύθια του Χόφφμαν” που η μουσική τους γράφτηκε από τον Γιάκομπ Όφφεμπαχ, άλλον έναν που ανήκει στην εβραϊκή φυλή. Ποια εξήγηση δίνεις για τόσες μεγαλοφυΐες;»

«Δεν μπορώ να απαντήσω στην ερώτησή σας. Πρέπει να το σκεφτώ. Μπορώ να φύγω, σας παρακαλώ; Δεν νιώθω καλά. Σας υπόσχομαι να το σκεφτώ».
«Ναι, μπορείς να φύγεις» είπε ο διευθυντής. «Θα ήθελα πολύ να σκεφτείς. Η σκέψη κάνει καλό. Σκέψου τη σημερινή μας συζήτηση. Σκέψου τον Γκαίτε και τον Εβραίο φιλόσοφο Σπινόζα».

Αφού έφυγε ο Άλφρεντ, ο διευθυντής Έπσταϊν και ο Χερ Σαίφερ κοιτάχτηκαν μερικές στιγμές κι έπειτα ο διευθυντής μίλησε. «Λέει πως θα το σκεφτεί Χέρμαν». Το θεωρείς πιθανό;»

«Σχεδόν καθόλου, θα έλεγα» απάντησε ο Χερ Σαίφερ. «Ας του δώσουμε το απολυτήριο να τον ξεφορτωθούμε. Έχει μια έλλειψη περιέργειας μάλλον αθεράπευτη. Όπου και να σκάψει κανείς στο μυαλό του, συναντάει ένα υπόστρωμα πετρωμένων πεποιθήσεων χωρίς έρεισμα».

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Ίρβιν Γιάλομ, «Το πρόβλημα Σπινόζα», Κεφάλαιο έξι, Εσθονία – 1910, Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου, εκδ. Άγρα.



O Irvin D. Yalom (1931-) είναι επίτιμος καθηγητής ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ. Μαθητής και συνεργάτης του Rollo May, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους, εν ζωή, εκπροσώπους της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική και είναι συγγραφέας του εγκυρότερου και πληρέστερου εγχειρίδιου υπαρξιακής ψυχοθεραπείας («Existential Psychotherapy»).
Το πρώτο του βιβλίο, «Theory and Practice of Group Psychotherapy», έχει μεταφραστεί σε 14 γλώσσες και αποτελεί βασικό διδακτικό εγχειρίδιο σε πολλές σχολές ψυχιατρικής και ψυχοθεραπείας. Ο Yalom έχει γράψει πολλά ακόμη επιστημονικά βιβλία και άρθρα.
Το λογοτεχνικό του έργο αρχίζει όψιμα και περιλαμβάνει δύο συλλογές διηγημάτων («Love’s Executioner» και «Momma and the Meaning of Life») και τρία μυθιστορήματα («When Nietzsche Wept», «Lying on the Couch» και «The Schopenhauer Cure»), που όλα έχουν γίνει μπεστ-σέλλερ σε πολλές χώρες. Όλα του τα λογοτεχνικά βιβλία αποτελούν ιστορίες ψυχοθεραπείας και ο ίδιος τα θεωρεί προέκταση του διδακτικού του έργου, το οποίο, όπως λέει, βρίθει ούτως ή άλλως ιστοριών και διηγήσεων.
Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα βιβλία του: «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», «Στο ντιβάνι» και «Η θεραπεία του Σοπενάουερ» (μυθιστορήματα)· «Ο δήμιος του έρωτα» και «Η μάνα και το νόημα της ζωής» (διηγήματα)· «Θρησκεία και ψυχιατρική», «Το δώρο της ψυχοθεραπείας», «Στον κήπο του Επίκουρου – Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου», «Θεωρία και πράξη της ομαδικής ψυχοθεραπείας και Ενδονοσοκομειακή ομαδική ψυχοθεραπεία» (δοκίμια και μελέτες)· «Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά – Μια ψυχοθεραπεία ειπωμένη δυό φορές» (με την Ginny Elkin)· «Θα φωνάξω την αστυνομία» που συνέγραψε με τον R.L.Berger (αφήγημα), ενώ ετοιμάζεται το βιβλίο «Υπαρξιακή ψυχοθεραπεία».

Η Ελλάδα, το λίκνο της δημοκρατίας, κλονίζει τον πλανήτη. Του Μαρκ Μαζάουερ

08:05, 10 Μάιος 2012 | tvxsteam tvxs.gr/node/93877

To tvxs αναδημοσιεύει το άρθρο του βρετανού ιστορικού κι συγγραφέα Μαρκ Μαζάουερ που αν και πρωτοδημοσιεύτηκε το 2011, εξακολουθεί να είναι άκρως επίκαιρο. Το κείμενο είναι από τους New York Times και δημοσιεύτηκε στα ελληνικά στο Βήμα, στις 30 Ιουνίου του 2011. 

Χθες, όλος ο κόσμος παρακολουθούσε την Ελλάδα καθώς το κοινοβούλιό της ψήφισε ένα διχαστικό πακέτο μέτρων λιτότητας το οποίο θα μπορούσε να έχει κρίσιμες επιπτώσεις στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Ίσως προκαλεί έκπληξη που αυτή η μικρή άκρη της χερσονήσου των Βαλκανίων συγκεντρώνει τόση προσοχή. Σκεφτόμαστε συνήθως την Ελλάδα ως την πατρίδα του Πλάτωνα και του Περικλή, με την πραγματική της σημασία να βρίσκεται βαθιά στην αρχαιότητα.

Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που για να κατανοήσεις το μέλλον της Ευρώπης χρειάζεται να στραφείς μακριά από τις μεγάλες δυνάμεις στο κέντρο της ηπείρου και να κοιτάξεις προσεκτικά όσα συμβαίνουν στην Αθήνα. Τα τελευταία 200 χρόνια η Ελλάδα ήταν στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης της Ευρώπης. Στη δεκαετία του 1820, στη διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία από την οθωμανική αυτοκρατορία, η Ελλάδα έγινε ένα πρώιμο σύμβολο δραπέτευσης από τη φυλακή της αυτοκρατορίας.

Για τους φιλέλληνες, η παλιγγενεσία της αποτελούσε τον πιο ευγενή αγώνα. «Στο μεγάλο πρωινό του κόσμου», έγραψε ο Σέλεϊ στο ποίημα του «Ελλάς», «το μεγαλείο της Ελευθερίας τινάχτηκε και έλαμψε!». Η νίκη θα σήμαινε τον θρίαμβο της ελευθερίας όχι μόνο επί των Τούρκων αλλά και επί όλων των δυναστών που κρατούσαν υπόδουλους τόσο πολλούς ευρωπαίους. Γερμανοί, Ιταλοί, Πολωνοί και Αμερικανοί έτρεξαν να πολεμήσουν υπό την γαλανόλευκη σημαία της Ελλάδας για χάρη της δημοκρατίας. Και μέσα σε μια δεκαετία, η χώρα κέρδισε την ελευθερία της.

Στη διάρκεια του 20ου αιώνα ο ριζοσπαστικός νέος συνδυασμός της συνταγματικής δημοκρατίας και του εθνικισμού που ενσάρκωσε η Ελλάδα εξαπλώθηκε στην ήπειρο και κορυφώθηκε στην «ειρήνη που τερμάτισε κάθε ειρήνη» στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τρεις αυτοκρατορίες, η οθωμανική , εκείνη των Αψβούργων και η ρωσική, κατέρρευσαν και αντικαταστάθηκαν από έθνη-κράτη.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα άνοιξε και πάλι τον δρόμο για το μέλλον της Ευρώπης. Μόνο που τώρα ήταν η σκοτεινή πλευρά της δημοκρατίας που βγήκε στο προσκήνιο.

Σε έναν κόσμο εθνικών κρατών, εθνοτικές μειονότητες όπως ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Ελλάδας και οι ορθόδοξοι χριστιανοί της Μικράς Ασίας ήταν μια συνταγή για διεθνή αστάθεια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, Έλληνες και Τούρκοι ηγέτες αποφάσισαν να ανταλλάξουν τους μειονοτικούς πληθυσμούς τους, εκτοπίζοντας περί τα δύο εκατομμύρια χριστιανούς και μουσουλμάνους προς χάριν της εθνικής ομοιογένειας.

Η ελληνο – τουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών ήταν η μεγαλύτερη οργανωμένη μετακίνηση προσφύγων στην ιστορία μέχρι τότε και μοντέλο που οι ναζιστές και άλλοι θα το επικαλούνταν αργότερα για να εκτοπίσουν ανθρώπους στην ανατολική Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία. Είναι ειρωνικό, λοιπόν, που η Ελλάδα ήταν επίσης στην πρωτοπορία της αντίστασης στους ναζιστές.

Τον χειμώνα του 1940-41, ήταν η πρώτη χώρα που αντεπιτέθηκε αποτελεσματικά κατά των δυνάμεων του Άξονα, ταπεινώνοντας τον Μουσολίνι στον ελληνο – ιταλικό πόλεμο ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη επευφημούσε την Ελλάδα. Και πολλοί χειροκρότησαν πάλι λίγους μήνες αργότερα όταν ένας νεαρός αριστερός αντιστασιακός ονόματι Μανώλης Γλέζος σκαρφάλωσε στην Ακρόπολη ένα βράδυ με έναν φίλο και κατέβασαν τη σημαία με την σβάστικα που οι Γερμανοί είχαν πρόσφατα υψώσει. Σχεδόν 70 χρόνια αργότερα, η ελληνική αστυνομία θα έριχνε δακρυγόνα στον κ. Γλέζο ο οποίος διαδήλωνε κατά του προγράμματος λιτότητας. Αλλά στο τέλος, η Ελλάδα υπέκυψε στη γερμανική κατοχή.

Η κυριαρχία των ναζιστών έφερε μαζί της την πολιτική κατάρρευση, την μεγάλη πείνα, και μετά την απελευθέρωση, την βύθιση της χώρας σε έναν εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στις κομμουνιστικές και τις αντικομμουνιστικές δυνάμεις. Μόλις λίγα χρόνια μετά την ήττα του Χίτλερ, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της ιστορίας, ως μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου. Το 1947, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν χρησιμοποίησε τον κλιμακούμενο εμφύλιο στην Ελλάδα για να πείσει το Κογκρέσο να στηρίξει το Δόγμα Τρούμαν και την ειρηνική δέσμευση αμερικανικών πόρων για τον αγώνα κατά του Κομμουνισμού και την ανοικοδόμηση της Ευρώπης.

Ανυψωμένη ξαφνικά σε έναν διατλαντικό αγώνα, η Ελλάδα συμβόλιζε τώρα μια πολύ διαφορετική Ευρώπη – μία Ευρώπη που είχε αυτοκαταστραφεί, και που ο μόνος δρόμος εξόδου από την ανέχεια των μέσων της δεκαετίας του 1940 ήταν ως μικρότερος εταίρος της Ουάσινγκτον. Καθώς τα δολάρια άρχισαν να ρέουν, αμερικανοί σύμβουλοι έλεγαν στους Έλληνες πολιτικούς τι να κάνουν και αμερικανικές βόμβες ναπάλμ έκαιγαν τα ελληνικά βουνά καθώς οι κομμουνιστές αντάρτες τρέπονταν σε φυγή.

Η πολιτική και οικονομική ένωση της Ευρώπης υποτίθεται ότι θα έβαζε τέλος στις αδυναμίες και την εξάρτηση της διχοτομημένης ηπείρου. Και εδώ η Ελλάδα έγινε σύμβολο μιας νέας φάσης στην ευρωπαϊκή ιστορία. Η πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974 δεν έφερε στη χώρα μόνο την πλήρη ένταξη σε αυτό που θα γινόταν η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Προανήγγειλε επίσης (μαζί με τη μετάβαση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στη δημοκρατία την ίδια εποχή) το παγκόσμιο κύμα εκδημοκρατισμού της δεκαετίας του 1980 και του ’90, πρώτα στη Νότια Αμερική και τη Νοτιοανατολική Ασία και μετά στην Ανατολική Ευρώπη.

Και έδωσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση την όρεξη για διεύρυνση και τη φιλοδοξία να εξελιχθεί από ένα μικρό κλαμπ πλούσιων δυτικοευρωπαϊκών κρατών σε φωνή για ολόκληρη την προσφάτως εκδημοκρατισμένη ήπειρο, η οποία εξαπλώθηκε κατά πολύ στο νότο και την ανατολή. Και τώρα, σήμερα, αφότου έσβησε η ευφορία της δεκαετίας του ’90 και μια νέα ταπεινοφροσύνη χαρακτηρίζει τους Ευρωπαίους, ο κλήρος πέφτει και πάλι στην Ελλάδα ως χώρας η οποία θα προκαλέσει τους μανδαρίνους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα θέσει το ερώτημα: «ποιό θα είναι το μέλλον της ηπείρου;».

Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποτίθεται ότι θα ένωνε μια κατακερματισμένη Ευρώπη, ότι θα ενίσχυε τις δημοκρατικές της δυνατότητες και ότι θα μεταμόρφωνε την ήπειρο σε μια ανταγωνιστική δύναμη στην παγκόσμια σκηνή. Είναι ίσως ταιριαστό που ένα από τα αρχαιότερα και πιο δημοκρατικά έθνη – κράτη της Ευρώπης βρίσκεται στην καινούργια εμπροσθοφυλακή, όσων θέτουν εν αμφιβόλω όλα αυτά τα επιτεύγματα.

Γιατί είμαστε όλοι μικρές δυνάμεις τώρα, και για άλλη μια φορά η Ελλάδα πολεμάει στην πρώτη γραμμή του αγώνα για το μέλλον.

* Μαρκ Μαζάουερ
Βρετανός ιστορικός και συγγραφέας,
καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Κολούμπια των ΗΠΑ.

Σχετικά Άρθρα: