Αντρε Γκορζ _ Το μελλον μπορει να εφευρεθει

Αντρέ Γκορζ: Το μέλλον μπορεί να εφευρεθεί

08:04, 09 Απρ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/90674

Οι περίοδοι κρίσης είναι περίοδοι μεγάλης ελευθερίας. Ο κόσμος αποδιαρθρώνεται, οι κοινωνίες αποσυντίθενται, οι αξίες και οι ελπίδες με τις οποίες ζήσαμε καταρρέουν. Το μέλλον παύει να είναι η προέκταση των προηγούμενων τάσεων. Η κατεύθυνση της εξέλιξης των πραγμάτων είναι συγκεχυμένη, η πορεία της ιστορίας μένει μετέωρη. Επειδή η παλιά τάξη πραγμάτων δεν μπορεί να συνεχιστεί και καμία διαφορετική δεν είναι έτοιμη να γεννηθεί, το μέλλον μπορεί να εφευρεθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από πριν.

Δεν είναι πια δυνατό να καταδικάζονται, στο όνομα του ρεαλισμού, όσοι προτείνουν μια θεμελιακά διαφορετική κοινωνία.
Αντίθετα, ρεαλισμός σημαίνει να διαπιστώνει κανείς ότι ο «βιομηχανισμός» έχει φτάσει σε ένα στάδιο πέρα από το οποίο η ανάπτυξή του δεν μπορεί να συνεχιστεί: ανακόπτεται από εμπόδια που έχει γεννήσει ο ίδιος.

Αν τίποτα δεν μπορεί να συνεχιστεί όπως πριν, αυτό οφείλεται ακριβώς σε ό,τι δεν έχει γίνει πριν.
Τα μπλοκαρίσματα δεν μπορούν να ξεπεραστούν με μεμονωμένα μέτρα.
Θα ξεπεραστούν μονάχα με μια συνολική αλλαγή και μετασχηματισμό.
Η έννοια αυτής της αλλαγής και αυτού του μετασχηματισμού δεν είναι προκαθορισμένη, μολονότι διαγράφονται ήδη κάποιες τάσεις του.
Πολλές «έξοδοι από την κρίση» είναι δυνατές, όπως και πολλές μετακαπιταλιστικές και μετασοσιαλιστικές κοινωνίες.
Ο προσανατολισμός σύμφωνα με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η έξοδος από την κρίση είναι το βασικό ζητούμενο.
Εξαρτάται από τις πολιτικές , τεχνολογικές, πολιτιστικές επιλογές που γίνονται σήμερα.

Να δούμε την κρίση

Η παρούσα κρίση, αλλά όχι και η ημερομηνία κατά την οποία θα ξέσπαγε, μπορούσε να προβλεφθεί ήδη από την εποχή κατά την οποία ο πρόεδρος Τζόνσον πανηγύριζε για ην ικανότητα του καπιταλισμού να εξασφαλίζει την αέναη επέκταση και ευημερία.

Μπορούσε να προβλεφθεί όχι μόνο γιατί κανένα σύστημα δεν μπορεί να αναπτύσσεται επ’ άπειρο αλλά και γιατί, ήδη από εκείνη την εποχή, ήταν προφανείς οι δυσκολίες που συναντούσε η αμερικάνικη οικονομία στις προσπάθειές της να εξασφαλίσει την κατανάλωση μιας ολοένα αυξανόμενης παραγωγής.
Η εμπλοκή των Αμερικανών στο Βιετνάμ έπαιξε ένα ρόλο «συγκυριακής στήριξης» που δεν κατανοήθηκε πάντα σωστά.

Ωστόσο η ιδεολογία της αέναης ανάπτυξης ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη ώστε το να αμφισβητήσει κανείς τόσο το εφικτό όσο και το ευκταίο αυτής της ανάπτυξης, για μεν τη δεξιά υποδήλωνε έναν καταστροφισμό κακής ποιότητας για δε την αριστερά ήταν ένα δείγμα εχθρότητας στην «πρόοδο».

Από τότε, τόσο η αριστερά όσο και η δεξιά δεν έπαψαν να διαχειρίζονται την κρίση σαν να επρόκειτο για μια περαστική διαταραχή.

Σε τρεις μήνες ή σε ένα χρόνο, προβλέπανε, η «ανάκαμψη» της οικονομίας θα διασφάλιζε την επιστροφή στην ανάπτυξη και θα περιόριζε την ανεργία. […]
Ο τρόπος κατανόησης της παρούσας κρίσης είναι αυτός καθαυτός ένα από τα ζητούμενα.

Πράγματι, αυτή η κρίση, μόνο και μόνο από την υπόστασή της, βάζει σε αμφισβήτηση την ορθότητα των προηγούμενων πολιτικών, την προτεραιότητα της οικονομικής διάστασης, τη νομιμότητα της κυρίαρχης ιδεολογίας και του κυρίαρχου πολιτικού προσωπικού, είτε αυτό είναι δεξιό είτε αριστερό.

Γιατί η κρίση κάνει πρόδηλο ότι η λειτουργία της οικονομίας όχι μόνο δεν ελέγχεται αλλά ούτε καν γίνεται κατανοητή από τους ηγέτες και τους διεκπεραιωτές της.

Οι κοινωνίες μας δεν κυριαρχούν πάνω στο μέλλον τους.

Ενώ ζούμε την αποδιάρθρωση αυτού του μέλλοντος, ταυτόχρονα μας υπόσχονται πως αύριο θα ξαναβρούμε τις ελπίδες της προηγούμενης δεκαπενταετίας, που στο μεταξύ έχουν διαψευσθεί.

Όλες οι κυρίαρχες ιδεολογίες συνασπίζονται για να μας εμποδίσουν να δούμε την κρίση σαν το τέλος της βιομηχανιστικής εποχής και την ενδεχόμενη αρχή μιας άλλης, θεμελιωμένης σε κάποια διαφορετική ορθολογικότητα, διαφορετικές αξίες, σχέσεις, ζωή.

Ν’ αλλάξουμε σοσιαλισμό

Όταν μιλάμε για βιομηχανιστικό πολιτισμό δε σημαίνει ότι αρνούμαστε ή ότι αγνοούμε τον ουσιαστικά καπιταλιστικό χαρακτήρα του.
Το γεγονός ότι ο βιομηχανισμό είναι κοινός στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό αποκαλύπτει τη δύναμη και τη σημασία αυτής της έννοιας.
Πράγματι, και η κρίση επίσης είναι κοινή στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]
Ο σοσιαλισμός του μέλλοντος ή θα είναι μεταβιομηχανικός και αντιπαραγωγικός ή δεν θα υπάρξει.
Ο προσδιορισμός του αποτελεί άλλο ένα θεμελιακό ζητούμενο, σε παγκόσμια κλίμακα, δηλαδή πέρα από τα σύνορα που χωρίζουν τους τρεις κόσμους.

Να αλλάξουμε ανάπτυξη

Όπως ο καπιταλισμός, έτσι και ο σοσιαλιστικός βιομηχανισμός, που θέλησε να αποτελέσει το ορθολογικοποιημένο αντίγραφο του πρώτου, δεν διαθέτει την απάντηση στην παρούσα κρίση, ούτε το φάρμακο κατά της πείνας και της εξαθλίωσης[…]

Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπορούν να ξαπλωθούν σε πλανητική κλίμακα, μια και είναι το ίδιο καταστροφικοί για τους πεπερασμένους φυσικούς πόρους και τις ισορροπίες, τις απαραίτητες στη συνέχιση της ζωής.

Η λύση στα ιδιαίτερα προβλήματα του κόσμου της πείνας απαιτεί από τον βιομηχανοποιημένο κόσμο να υιοθετήσει ένα μοντέλο κατανάλωσης και παραγωγής λιγότερο σπάταλο, λιγότερο επιδεικτικό, που να γεννάει λιγότερο την εξάρτηση και την ανικανότητα να παράγουμε αυτά που καταναλώνουμε. […]
… η πείνα και η εξαθλίωση […] δεν προκύπτουν ούτε από την «καθυστέρηση» ούτε από την ανεπάρκεια των παραγωγικών δυνάμεων. Προκύπτουν από:

  1. Τις αφαιμάξεις που διενεργούν οι βιομηχανοποιημένες καπιταλιστικές χώρες πάνω στους πόρους τους.
  2. Τα πολιτικά και κοινωνικά εμπόδια (για τα οποία ο αποικισμός και στη συνέχεια ο νέο-αποικισμός των πολυεθνικών φέρουν τεράστια ευθύνη) που παρεμβάλλονται στη χρησιμοποίηση των δικών τους παραγωγικών δυνάμεων.

Αρκεί να ξέρουμε ότι σε όλες τις χώρες της πείνας το ποσοστό ανεργίας κυμαίνεται ανάμεσα στο 20% και το 60% (εκτίμηση που κατά γενικό κανόνα είναι κατώτερη από την πραγματικότητα μια και δεν παίρνει υπόψη την υποαπασχόληση […]), για να εντοπίσουμε το πρωταρχικό πρόβλημα: να επιτραπεί στους πληθυσμούς να παράγουν τα μέσα διαβίωσής τους με εργαλεία που μπορούν να παράγονται άμεσα και να χρησιμοποιούνται επί τόπου – και όχι να πουλιούνται με πίστωση στις κυβερνήσεις τους ετοιμοπαράδοτα εργοστάσια που θα πληρώνουν μισθούς δυτικού επιπέδου σε τεχνικούς εκπαιδευμένους στη Δύση και θα προσφέρουν σε ένα μηδαμινό ποσοστό του ενεργού πληθυσμού την πρόσβαση στη μισθωτή εργασία και στο αμερικάνικο μοντέλο (αλλά όχι και επίπεδο) κατανάλωσης.

Η ιδέα ενός «ευρωπαϊκού σχεδίου Μάρσαλ» που θα διοχέτευε στον τρίτο κόσμο βιομηχανικά πλεονάσματα που δεν μπορούν να πουληθούν αλλού είναι μια ηλίθια απάτη: προκειμένου, δηλαδή, να «προσφέρει εργασία» (ευχαριστούμε, ω, αφέντες!) στους ευρωπαίους εργάτες, θα μπορούσε να εφοδιάσει χώρες – στις οποίες το 20, 40 ή 60% του πληθυσμού δεν διαθέτει ούτε γη, ούτε εργασία, ούτε μέσα εργασίας- με μηχανές και εργαλεία που επιτρέπουν την εξοικονόμηση εργατικού δυναμικού.
Και αυτές οι μηχανές και τα εργαλεία, τι θα παράγουν και για ποιους αγοραστές;

Καταναλωτικά προϊόντα πάνω απ’ όλα, αυτό εννοείται, για τους καταναλωτές (συμπεριλαμβανομένων και των ανέργων) του πλούσιου κόσμου.
Γιατί στον φτωχό κόσμο δεν υπάρχουν αξιόχρεοι καταναλωτές, ούτε καν για τα προϊόντα των εδαφών που έχουν υφαρπάξει οι γαιοκτήμονες και οι πολυεθνικές.
Όλοι οι διεθνείς οργανισμοί βοήθειας και ανάπτυξης (ΟΗΕ, UNESCO, UNICEF, Διεθνής Τράπεζα κλπ.) υποχρεώθηκαν να παραδεχτούν την προφανή διαπίστωση:

Η πείνα και η εξαθλίωση δεν πρόκειται να εξαλειφθούν μέσα από την οικονομική ανάπτυξη βιομηχανιστικού τύπου αλλά μέσα από ειδικού τύπου πολιτικές που θα προσφέρουν στον πληθυσμό τη μεγαλύτερη δυνατή πρόσβαση στα μέσα αυτοπαραγωγής (και συγκεκριμένα στη γη) και επομένως στην ίδια την αυτοπαραγωγή. […]

Ένα από τα κεντρικά ζητούμενα της κρίσης είναι το κατά πόσον θα δοθεί ή όχι η δυνατότητα στον προ-βιομηχανικό κόσμο να φτάσει σε ένα μεταβιομηχανικό και μετακαπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δίχως να περάσει μέσα από τη γενίκευση των μισθωτών και εμπορευματικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν τον βιομηχανισμό.

—–
Η ανεργία δεν είναι παρά η ορατή εκδήλωση μιας πολύ πιο ριζικής μείωσης της εργασίας στη σύγχρονη κοινωνία. Αυτή η τάση είναι πια αμετάκλητη. Ποια προοπτική απομένει; Που μας οδηγεί η κατάργηση της εργασίας;
Ραλφ Νταρεντορφ
Δ/ντής της London School of Economics

Πριν εκδιωχθούν από τον Παράδεισο, ο Αδάμ και Εύα απολάμβαναν, δίχως να εργάζονται, ένα ψηλό βιοτικό επίπεδο. Μετά την εκδίωξή τους, υποχρεώθηκαν να ζήσουν μέσα στη φτώχεια και να δουλεύουν από το πρωί ως το βράδυ.
Η ιστορία της τεχνικής προόδου των τελευταίων διακοσίων ετών είναι η ιστορία της πεισματικής προσπάθειας να ξαναβρεθεί ο δρόμος του Παραδείσου.
Ωστόσο, τι θα γινόταν αν όλα τα πλούτη προσφέρονταν δίχως να χρειάζεται να δουλεύουμε με αντίτιμο ένα μισθό; Οι άνθρωποι θα πέθαιναν από πείνα στον Παράδεισο εκτός και αν απαντήσουμε με μια νέα εισοδηματική πολιτική στη νέα τεχνολογική κατάσταση.

Βασίλι Λεοντιεφ
Βραβείο Νόμπελ της Οικονομίας

Να δουλεύουμε λιγότερο, να δουλεύουμε όλοι – και να ζούμε καλύτερα
C.F.D.T.
(Γαλλική δημοκρατική Συνομοσπονδία Εργαζομένων)

—–
*Αποσπάσματα από το βιβλίο του Αντρέ Γκορζ, Οι δρόμοι του παραδείσου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2007.

—-
Ο Αντρέ Γκορζ γεννημένος στη Βιέννη τον Φεβρουάριο του 1923, ως Γκέραρντ Χορστ, ήταν γιος ενός Εβραίου εμπόρου και μιας καθολικής γραμματέως, γόνου καλλιεργημένης οικογένειας.

Αν και οι γονείς του δεν διέθεταν μια έντονη αίσθηση εθνικής ή θρησκευτικής ταυτότητας, επειδή μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον αντισημιτικό, ο πατέρας του οδηγήθηκε στο να ασπαστεί τον καθολικισμό, το 1930.
Το 1939, η μητέρα του τον στέλνει σε ένα καθολικό ίδρυμα της Λοζάνης, για να αποφύγει την επιστράτευσή του στον γερμανικό στρατό.
Το 1945, αποφοιτά από τη Σχολή Μηχανικών του πανεπιστημίου της Λοζάνης με πτυχίο χημικού μηχανικού.

Δείχνει ενδιαφέρον για τη φαινομενολογία και για το έργο του Σαρτρ.
Η γνωριμία του με τον Σαρτρ, την επόμενη χρονιά, σηματοδοτεί τη διανοητική του διαμόρφωση.
Ξεκινώντας την επαγγελματική του δραστηριότητα ως μεταφραστής αμερικανικής λογοτεχνίας σε έναν Ελβετό εκδότη, δημοσιεύει επίσης τα πρώτα του άρθρα στην εφημερίδα ενός συνεταιριστικού κινήματος.
Τον Ιούνιο του 1949, μετακομίζει στο Παρίσι.

Η είσοδός του στο ParisPresse σηματοδοτεί το ντεμπούτο του στη δημοσιογραφία, με το ψευδώνυμο Μισέλ Μποσκέ.

Ο Ζαν-Ζακ Σερβάν-Σρεμπέρ, το 1955, τον προσλαμβάνει ως οικονομικό συντάκτη στο LExpress.
Παράλληλα, πλησιάζει την ομάδα των σαρτρικών και υιοθετεί μια υπαρξιστική προσέγγιση του μαρξισμού, που τον οδηγεί στο να παραχωρήσει μια κεντρική θέση στα ζητήματα της αλλοτρίωσης και της απελευθέρωσης, και όλα αυτά μέσα στο πλαίσιο μιας συλλογιστικής όπου η κατευθυντήρια αρχή είναι η προσήλωση στην υπαρξιακή εμπειρία και στην ανάλυση των κοινωνικών συστημάτων από τη σκοπιά του ατομικού βιώματος.

Αυτές οι αναφορές στην φαινομενολογία και στον μαρξισμό υπαρξισμό αποτελούν τα φιλοσοφικά θεμέλια των πρώτων του βιβλίων, τα οποία υπογράφει πλέον ως Αντρέ Γκορζ: Le Traitre (Le Seuil, 1958), La Morale de lhistoire (Le Seuil, 1959), Les fondements pour une morale (Galilee, 1977).
Στον πυρήνα της σκέψης του κυριαρχεί λοιπόν το ζήτημα της αυτονομίας του ατόμου.
Συνάγει λοιπόν μια αντίληψη βαθύτατα χειραφετιστική του κοινωνικού κινήματος, όπου η έννοια της ανάπτυξης της ατομικής αυτονομίας προσλαμβάνεται ως η προϋπόθεση εκ των ουκ άνευ για τη μετατροπή της κοινωνίας.

Αυτή την ιδέα, πως ατομική και συλλογική απελευθέρωση αλληλοκαθορίζονται αμοιβαία, τη μοιράζεται με τον Χέρμπερτ Μαρκούζε, προσωπικό φίλο, αλλά κυρίως μεγάλη μορφή της Σχολής της Φρανκφούρτης. Επηρεασμένος από την τάση της φρανκφουρτιανής προσέγγισης – να ξεπεραστεί ο οικονομισμός της παραδοσιακής μαρξιστικής ανάλυσης της κοινωνίας -, κριτικάρει την υποταγή της κοινωνίας στις επιταγές της οικονομικής λογικής.
Ο στρουκτουραλισμός, εξ αιτίας της ίδιας της αφετηρίας του (κεντρικότητα της δομής) και της άρνησης του υποκειμένου και της υποκειμενικότητας, γίνεται επίσης το αντικείμενο βίαιης κριτικής.

Η θέση του, ταυτόχρονα αντιθεσμική, αντιστρουκτουραλιστική και αντι-αυταρχική, βρίσκεται και στη γραμμή που δίνει στην επιθεώρηση Les Temps Modernes, με την είσοδό του στη συντακτική της επιτροπή (1961).
Βρίσκεται λοιπόν στο ίδιο μήκος κύματος με Ιταλούς ριζοσπάστες όπως ο Γκαραβάνι, ο νεοκεϊνσιανιστής κομμουνιστής Μπρούνο Τρεντίν ή ο ελευθεριακός συνδικαλιστής Βιτόριο Φόα.

Ως επικεφαλής της ομάδας των διανοουμένων της «ιταλικής» τάσης της νέας Αριστεράς, ασκεί αρκετή επιρροή πάνω στους αγωνιστές της UNEF και της CFDT, ιδιαίτερα στους Ζαν Οζέρ, Μισέλ Ρολάν και Φρεντό Κρουμνόφ.

Με το βιβλίο του Εργατική Στρατηγική και νεοκαπιταλισμός (Le Seuil, 1964), αναφέρεται στα συνδικαλιστικά κινήματα και τις στρατηγικές που τους προσφέρονται, ενώ προβαίνει σε μια αυστηρή κριτική του μοντέλου της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Την ίδια χρονιά, εγκαταλείπει το LExpress μαζί με τους Σερζ Λαφορί, Ζακ-Λοράν Μποστ, Κ.Σ. Καρόλ και Ζαν Ντανιέλ, για να ιδρύσει το Noubel Observateur.
Ενώ συνεχίζει να επεξεργάζεται μια θεωρία επαναστατικών μεταρρυθμίσεων, με τα έργα του Le Socialisme Difficele (Le Seuil, 1967) & Reforme et Revolution (Le Seuil, 1969), το κύμα αμφισβήτησης που ξεσηκώνει ο Μάης του ’68 τον επηρεάζει βαθιά.

Η υπαρξιστική του σκοπιά του σοσιαλισμού έρχεται σε σύγκλιση με εκείνον τον αριστερίστικο αυθορμητισμό που καταγγέλλει το πώς οι διάφορες μορφές των θεσμών (το κράτος, το σχολείο, η οικογένεια, η επιχείρηση, κλπ) περιορίζουν την ελευθερία του ανθρώπου.
Οι θέσεις του Ιβάν Ίλιτς πάνω στην εκπαίδευση, την ιατρική ή την κατάργηση της μισθωτής εργασίας, τίθενται πλέον στο επίκεντρο της συλλογιστικής του.
Όμως η εξέλιξή του έχει αντίκτυπο στις συνεργασίες του.
Στο Temps Modernes έχει την ευθύνη της έκδοσης από το 1969, αλλά από το 1974, μια διαφωνία ως προς το τεύχος το αφιερωμένο στην ιταλική οργάνωση Λότα Κοντίνουα προκαλεί την παραίτησή του.

Αν και παραμένει επί μακρόν παραίτηση στα χαρτιά και μόνο, αντικατοπτρίζει την απομάκρυνσή του από τν Ζαν – Πολ Σαρτρ.
Παράλληλα στον Nouvel Observateur, μπαίνει στο περιθώριο του οικονομικού τμήματος, προς όφελος πιο κλασικών οικονομολόγων.
Η εκστρατεία του κατά της πυρηνικής βιομηχανίας, είχε ως συνέπεια να ασκηθούν ισχυρές πιέσεις στην εφημερίδα από τη γαλλική ΔΕΗ και να περικοπούν οι διαφημίσεις.
Η άρνηση της διεύθυνσης του περιοδικού να του παραχωρήσει ένα ειδικό τεύχος πάνω στο θέμα, τον οδηγεί να δημοσιεύσει το αφιέρωμά του στο Que Choisir?, που σημειώνει μεγάλη επιτυχία.

Η εξέλιξή του αυτή πάει χέρι χέρι με τη στράτευσή του στους κόλπους ενός ρεύματος της ριζοσπαστικής οικολογίας, όπου αναδεικνύεται με τα δοκίμιά του σε εξέχουσα φυσιογνωμία.

Δημοσιεύει μια συλλογή άρθρων και δοκιμιών, με τον τίτλο, Ecologie et Politique (Galilee 1975, Οικολογία και Πολιτική, έκδοση, Λιβάνης), ανάμεσά τους το δοκίμιο Οικολογία και Ελευθερία, που συνιστά αφ’ εαυτού «ένα από τα θεμελιώδη κείμενα της οικολογικής προβληματικής».
Έρχεται σε ρήξη με την ελευθεριακή παράδοση, στο εσωτερικό της οποίας τοποθετούσε έως τότε τη συλλογιστική του .
Σε μια λογική υπονόμευσης του καπιταλιστικού συστήματος και σε μια απόπειρα σύζευξης του μαρξισμού με την οικολογία, επιχειρεί να φέρει μια οικολογική απάντηση στις ανάγκες του συστήματος, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα τις καταστροφικές προεκτάσεις του παραγωγίστικου υποδείγματος πάνω στις οικολογικές και κοινωνικές ισορροπίες.

Μέσω μιας σκέψης θεμελιωδώς αντι-οικονομίστικης, αντιχρησιμοθηρικής και αντι-παραγωγίστικης, συνδυάζει την απόρριψη της καπιταλιστικής λογικής της συσσώρευσης πρώτων υλών, ενέργειας και εργασίας, με μια κριτική του διευρυμένου καταναλωτισμού, μετά τη μελέτη της έκθεσης του Κλαμπ της Ρώμης σχετικά με τα όρια της κατανάλωσης.
Στη συνέχεια, φαίνεται να επηρεάζεται από τον Λουί Ντιμόν, υιοθετώντας την οπτική του ότι η μαρξιστική παράδοση, όπως η φιλελεύθερη παράδοση, απορρέει από μια οικονομίστικη λογική.

Η αντίθεσή του προς τον ηδονιστικό και χρησιμοθηρικό ατομικισμό, καθώς και προς τον παραγωγίστικο και υλιστικό κολεκτιβισμό, αντανακλά τη σπουδαιότητα που έχει γι’ αυτόν η διεκδίκηση των αξιών του ανθρώπου.
Μετά το Οικολογία και Ελευθερία, η αντίληψή του για την οικολογία σαν ένα εργαλείο ριζικού και μετωπικού κοινωνικού μετασχηματισμού του καπιταλισμού, αντικατοπτρίζει μια αντίληψη σαφώς πιο αντικαπιταλιστική.

Τονίζοντας την ενδογενή σχέση μεταξύ παραγωγισμού, ολοκληρωτισμού και λογικής του κέρδους, επιβεβαιώνει, κατ’ εξοχήν, τη δομική σχέση μεταξύ οικολογικής κρίσης και καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης.
Καλεί λοιπόν σε μια «επανάσταση οικολογική, κοινωνική και πολιτισμική, που θα καταργήσει τους καταναγκασμούς και τις πιέσεις του καπιταλισμού».
Όμως προσβλέπει πάντα στη σύνθεση αυτού του οικολογικού προτάγματος με τη σοσιαλιστική ουτοπία της κατάργησης της μισθωτής εργασίας.
Αυτό είναι ορατό και στο έργο του Adieux au proletariat (Galilee, 1980, Ελλ. Εκδ. Αποχαιρετισμός στο Προλεταριάτο), σφοδρή αμφισβήτηση του μαρξισμού και της λατρείας του προλεταριάτου.

Η αρχή της δεκαετίας του ’80 σηματοδοτεί τη ρήξη του με τα διάφορα ρεύματα με τα οποία είχε συνδεθεί.
Κατ’ αρχής, με το σαρτρικό κίνημα, μια και παύει να συνεργάζεται στο περιοδικό, μετά του θάνατο του ιδρυτή του (1980).
Κατόπιν, με τις διάφορες μαρξιστικές ευαισθησίες, στις επιθέσεις των οποίων απαντά με το les Cemins du Paradis (Galilee, 1983. Οι δρόμοι του Παραδείσου, πρώτη ελληνική έκδοση, Κομμούνα 1985).
Διάκειται ευνοϊκά προς την ιδέα ενός κοινωνικού εισοδήματος, ανεξάρτητου από την εργασία, αναπτύσσει τους προβληματισμούς του κυρίως γύρω από τη διαφορά μεταξύ πλούτου και ανταλλακτικής αξίας.

Δίνει τέλος στη ζωή του σε ηλικία 84 χρονών, μαζί με τη γυναίκα του Ντορίν, που έπασχε από ανίατη ασθένεια, στις 24 Σεπτεμβρίου του 2007. Αυτήν που, το 2006, της είχε αφιερώσει το βιβλίο Lettre a D.Histoire dun amour, Μια ωδή στην Ντορίν. (ελλ. Εκδ. Γράμμα στη Ντ. , Ποταμός).

Ένα απόσπασμα: « […] θα γίνεις ογδόντα δύο χρονών. Έχεις ζαρώσει έξι εκατοστά, ζυγίζεις μόλις σαράντα έξι κιλά και είσαι πάντα όμορφη, χαριτωμένη και επιθυμητή. Πάνε πενήντα οχτώ χρόνια που ζούμε μαζί και σ’ αγαπώ πιο πολύ από ποτέ.
Πρόσφατα, σε ξαναερωτεύτηκα για μια ακόμα φορά και με κατακλύζει και πάλι ένα τεράστιο κενό, που το καλύπτει μόνο το σώμα σου, σφιγμένο πάνω στο δικό μου […] θα θέλαμε να μη ζήσει κανείς μας τον θάνατο του άλλου. Έχουμε συχνά πει ότι, αν παρ’ ελπίδα, είχαμε μια δεύτερη ζωή, θα θέλαμε να τη ζήσουμε μαζί».

(Τα στοιχεία για τον Γκορζ και το έργο του προέρχονται από τη γαλλική έκδοση της Wikipedia)

H κοινωνια ως μηχανη αποκλεισμου _ Της Κατερινας Ματσα

Η κοινωνία ως «μηχανή αποκλεισμού». Της Κατερίνας Μάτσα

18:04, 08 Απρ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/90637

Στην καρδιά της ορθολογικότητας της δικιάς μας κουλτούρας βρίσκεται ένας αποκλεισμός, που προηγείται οποιουδήποτε άλλου, πιο ριζικός από τον αποκλεισμό των τρελών, των παιδιών ή των κατώτερων φυλών, ένας αποκλεισμός που προηγείται όλων αυτών και χρησιμεύει ως πρότυπό τους, ο αποκλεισμός του νεκρού και του θανάτου».

[…] Προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα, σιωπηλοί μάρτυρες μιας χωρίς προηγούμενο κρίσης της κοινωνίας και του πολιτισμού.
Ένας πραγματικός μικρόκοσμος που βιώνει καθημερινά το θάνατο, ζώντας στο κοινωνικό περιθώριο, μέσα σ’ έναν κόσμο που γεννά και συσσωρεύει καταστροφές.

Η χρήση των ναρκωτικών γι’ αυτά τα νέα παιδιά γίνεται ένα παιχνίδι ρώσικης ρουλέτας, μια διαρκής αναμέτρηση με το θάνατο.

Αναζητούν απελπισμένα τη δύση τους, γνωρίζοντας ότι κάθε δόση μπορεί να είναι η μοιραία δόση.
Ζουν μέσα στην εξαθλίωση, γνωρίζοντας ότι αυτός ο τρόπος ζωής τους εκθέτει σε μυριάδες κινδύνους (λοιμώξεις, ατυχήματα, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές κ.α.).
Παρ’ όλα αυτά επιμένουν.

Το κάνουν όχι από ευχαρίστηση, όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά από ανάγκη.
Τα ναρκωτικά δεν αποτελούν αντικείμενο επιθυμίας αλλά ανάγκης.

Η εξάρτηση δεν είναι παρά ένας τυραννικός καταναγκασμός, καθημερινό μαρτύριο, που μετατρέπει τη ζωή σε κόλαση.
Για τους τοξικομανείς η προβληματική της επιθυμίας έχει μετατεθεί στο πεδίο της ανάγκης, ο θάνατος κυριαρχεί στην ψυχική σκηνή.
«Μέσα από τη χρήση των ναρκωτικών», λέει η Sylvie Le Poulichet, «επιτελείται μια διαρκής προσομοίωση θανάτου».
Η έναρξη της χρήσης ουσιών γίνεται, συνήθως, στην αρχή της εφηβείας.

Είναι η ηλικία της ανακάλυψης της άγνωστης, ακόμα, ηπείρου της σεξουαλικότητας και της συνάντησης του υποκειμένου με το ζήτημα του θανάτου.
Είναι η εποχή της αναμέτρησής του με το άγνωστο, το τυχαίο, το αβέβαιο, μέσα σε ένα φαντασιωτικό παιχνίδι, όπου το επίδικο είναι η ζωή του ή ο θάνατός του.

Από την ικανότητά του να «επιβιώσει» ψυχικά μέσα από αυτή την αναμέτρηση, από την ικανότητά του, δηλαδή, να βρει το δικό του πέρασμα προς τη ζωή, θα εξαρτηθεί το ίδιο το ψυχικό του γίγνεσθαι.

Στις περιπτώσεις όμως που υπάρχουν βαθιά ελλείμματα στον ψυχισμό του και συνθήκες κρίσης στο οικογενειακό και στο κοινωνικό περιβάλλον, τότε αυτό το πέρασμα προς τη ζωή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ικανοποιητικά για το άτομο και το παιχνίδι με το θάνατο γίνεται τρόπος ζωής, που μπορεί να πάρει τη μορφή της τοξικομανίας. […]

Το βέβαιο όμως είναι ότι σ’ αυτό το μακάβριο παιχνίδι η διαρκής πρόκληση του θανάτου αποσκοπεί, βασικά στην ακύρωσή του. […]

Όταν κάνουν χρήση δεν έχουν στο μυαλό τους το θάνατο, δεν επιδιώκουν – εκτός από συγκεκριμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις όπου συνυπάρχει ψυχοπαθολογία – να αυτοκτονήσουν. Ρισκάρουν το θάνατο για να κερδίσουν τη ζωή.

Επιδιώκουν, βασικά, να αποδείξουν –στον εαυτό τους, πρώτα απ’ όλα- ότι μπορούν να ακυρώσουν το θάνατο και να βγουν νικητές.
Κρύβουν την τρομακτική τους ανασφάλεια πίσω από την επίδειξη της –φαντασιωσικής- παντοδυναμίας που δίνουν τα ναρκωτικά. […]

Γι’ αυτό η λήψη υπερβολικής δόσης (OD) είναι τόσο συνήθης πρακτική, στην οποία ο ίδιος ελάχιστες, σχετικά, φορές δίνει το χαρακτήρα της απόπειρας αυτοκτονίας. […]
Όταν κάνει χρήση δεν υπάρχει γι’ αυτόν ο Άλλος, ως ζωντανή παρουσία στη ζωή του.

Υπάρχει μόνο το χάσμα της απουσίας, που δίνει τραγική διάσταση στη μοναξιά του.

Ο θάνατος, λοιπόν, σφραγίζει την καθημερινότητα της μίζερης ζωής τους, γιατί έχει ήδη σφραγίσει, από πριν, τον εσωτερικό ψυχικό τους κόσμο.
Μέσα σ’ αυτόν βρίσκεται, συχνά, κλεισμένος ένας αγαπημένος νεκρός που δεν μπόρεσαν να τον πενθήσουν, εγκιβωτισμένος σε μία «κρύπτη» στο εσωτερικό του Εγώ.

Το πένθος αυτού του νεκρού ήταν ανέφικτο μέσα στις συνθήκες που συντελέστηκε η μεγάλη απώλεια.

Αυτός ο ψυχικός τραυματισμός, που δεν έγινε δυνατό να μεταβολιστεί ψυχικά, μπορεί να συνδέεται με προσωπικά βιώματα, μπορεί όμως και να μεταδόθηκε από προηγούμενες γενιές και να αφορά συλλογικές εμπειρίες (της κοινότητας, του έθνους, της κουλτούρας στην οποία ανήκει η οικογένεια του συγκεκριμένου ατόμου).
Αυτό το τραύμα διαμορφώνει με πολύπλοκο και κρυπτικό, συνήθως, τρόπο τα δυναμικά της ψυχικής ζωής του ίδιου αλλά και της οικογένειάς του.

Γεννά κρύπτες και «φαντάσματα» που «στοιχειώνουν» τους ζωντανούς. […]

Η κλινική μας εμπειρία επιβεβαιώνει την παρουσία όλων αυτών των φαινομένων σε πολλούς τοξικομανείς, που προσήλθαν στον Συμβουλευτικό Σταθμό του 18 ΑΝΩ και ζήτησαν να ενταχθούν σε κάποιο από τα θεραπευτικά προγράμματα που υλοποιούνται στη Μονάδα.

Παρατηρήσαμε αρχικά ότι στο ιστορικό της οικογένειας των τοξικομανών αναφέρονται πολλοί θάνατοι, συνήθως πρόωροι και απροσδόκητοι.

Το πένθος γι αυτούς τους νεκρούς δεν έγινε εφικτό, για πολλούς λόγους, ιδιαίτερους για τον καθέναν.
Η έναρξη της χρήσης ουσιών τοποθετείται, συνήθως, χρονικά, μετά την τραυματική απώλεια και ο αδύνατο πένθος της. […]

Παρατηρήσαμε στην κλινική πράξη ότι στις περιπτώσεις που υπήρχε αδύνατο πένθος η θεραπευτική διαδικασία ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και οι υποτροπές συχνές, ακόμα και μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος.

Σ’ αυτά τα άτομα αναπτυσσόταν, συχνά, μετά την απεξάρτησή τους από τα ναρκωτικά, μια εξαρτητική σχέση με το αλκοόλ, η οποία προηγούνταν της υποτροπής στα ναρκωτικά και στη συνέχεια εξελισσόταν παράλληλα. […]

Η επιθυμία να φωτιστούν και να διερευνηθούν διεξοδικά όλα αυτά τα ζητήματα υπαγορεύτηκε βασικά από την ανάγκη να συμβάλουμε, ως 18 ΑΝΩ και στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, στο να γίνει η θεραπευτική διαδικασία της απεξάρτησης πληρέστερη, να προχωρήσει σε μεγαλύτερο βάθος και να είναι πιο αποτελεσματική.
Μ’ άλλα λόγια, διερευνήσαμε το πεδίο του θανάτου για να υπηρετήσουμε τη ζωή.

Η απώθηση του θανάτου και του πένθους

[…] Η διαδικασία του πένθους πραγματοποιείται στον τόπο της συνάντησης του ψυχικού με το κοινωνικό.
Η έκφραση του πένθους παίρνει πολλές μορφές (θρήνος, παράπονο, θλίψη, άγχος, οργή, αγανάκτηση, κ.α.).

Στους περισσότερους πολιτισμούς ο θρήνος αποτελεί την πρώτη αντίδραση στο θάνατο.
Σε όλους τους τύπους κοινωνιών οι τιμές στο νεκρό αποδίδονται μέσα από επιθανάτιες τελετές.
Πάντως ο τρόπος που εκφράζεται το πένθος σε μια κοινωνία συναρτάται στενά με την κουλτούρα της, με τον τρόπο που αφήνει ελεύθερα, προβάλλει και νοηματοδοτεί ή αντίθετα καταπνίγει και απαγορεύει να εκφραστούν τα αρνητικά συναισθήματα που γεννά η απώλεια.

Στις παραδοσιακές, τις προκαπιταλιστικές, κοινωνίες η εργασία του πένθους είχε κοινωνικό χαρακτήρα και αποτελούσε μέρος ενός τελετουργικού, στο πλαίσιο μια κοινωνικής πρακτικής, που περιελάμβανε ένα υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο γύρω από τον πενθούντα και μία διαδικασία από κοινού συμμετοχής της κοινότητας στο πένθος για τον νεκρό. […]

Ο άνθρωπος σ’ εκείνες τις κοινωνίες ήταν βαθιά και άμεσα κοινωνικός και δεν διαχώριζε τον εαυτό του από τη φύση.
Η οικειότητα με το θάνατο ήταν μια μορφή παραδοχής της τάξης και της φύσης.
Από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα, οι δημογραφικές μεταβολές, η βιομηχανική επανάσταση και η πρόοδος της Ιατρικής άλλαξαν τη στάση των ανθρώπων απέναντι στο θάνατο.

Ο θάνατος καθενός, καθώς και ο θάνατος των οικείων του, εσωτερικεύεται, απωθείται και εκδιώκεται από την καθημερινότητά του.
Η απώλεια ενός οικείου και ο χρόνος του πένθους δεν αποτελούν πλέον μια εμπειρία στην οποία συμμετέχει και το κοινωνικό σώμα.
Το πένθος στις κοινωνίες της νεωτερικότητας έχει χάσει το κοινωνικό του χαρακτήρα και έχει γίνει μια στενά ατομική υπόθεση, μια ατομική ψυχική διεργασία.
Αυτό που κυριαρχεί σε κοινωνικό επίπεδο είναι η απώθηση του θανάτου μέσα σε συνθήκες ακραίας εξατομίκευσης.

«Η σύγχρονη κοινωνία», λέει ο Αρίες, «στερεί τον άνθρωπο από το θάνατό του και δεν του τον επιστρέφει παρά μόνο εφόσον δεν πρόκειται να ταράξει τους ζωντανούς. Από την άλλη μεριά, απαγορεύει στους ζωντανούς να δείχνουν συγκινημένοι από το θάνατο του άλλου, δεν τους επιτρέπει ούτε να κλάψουν τους νεκρούς, ούτε να κάνουν ότι τους νοσταλγούν».

Σε μια κοινωνία η οποία μέσα στην κρίση της λειτουργεί ως «μηχανή αποκλεισμού», δημιουργώντας όρους κοινωνικού αποκλεισμού για ένα ευρύτατο και διαρκώς διευρυνόμενο φάσμα ατόμων και κοινωνικών ομάδων, ο μεγαλύτερος αποκλεισμός είναι αυτός του νεκρού και του θανάτου.

«Στην καρδιά της ορθολογικότητας της δικιάς μας κουλτούρας βρίσκεται ένας αποκλεισμός, που προηγείται οποιουδήποτε άλλου, πιο ριζικός από τον αποκλεισμό των τρελών, των παιδιών ή των κατώτερων φυλών, ένας αποκλεισμός που προηγείται όλων αυτών και χρησιμεύει ως πρότυπό τους, ο αποκλεισμός του νεκρού και του θανάτου».

Οι σύγχρονες πόλεις είναι χτισμένες σαν να μην υπάρχει θάνατος. Το φέρετρο είναι πολύ δύσκολο να φτάσει στον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας ή του ουρανοξύστη.
Κανείς πια δεν είναι διαθέσιμος για να «ξενυχτήσει» τον νεκρό στο σπίτι του το τελευταίο βράδυ πριν από την ταφή και να συμπαρασταθεί στους πενθούντες συγγενείς του. […]
Σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές απουσιάζει τραγικά ένα υποστηρικτικό δίκτυο ανθρώπων γύρω από τους πενθούντες, για να μοιραστεί μαζί τους τον πόνο της απώλειας και να θρηνήσει τον νεκρό.

Όμως η εμπειρία του πένθους χρειάζεται, οπωσδήποτε, έναν συνομιλητή για να βιωθεί και να εκφραστεί με λόγια, να μιληθεί. […]
Ο θάνατος του προσφιλούς προσώπου πρέπει να εγγραφεί κοινωνικά, να πάρει το χαρακτήρα μιας κοινής «μαρτυρίας», μιας από κοινού συμμετοχής στον πόνο της απώλειας, ενός συλλογικού θρήνου.

Η απουσία αυτού του κοινωνικού συνομιλητή που μπορεί να λειτουργήσει για τους πενθούντες ως υποστηρικτικό δίκτυο οδηγεί στην αποκοινωνικοποίηση και τελικά στην απώθηση του πένθους.
Ο βαθμός της απώθησης του πένθους σε κοινωνικό επίπεδο αποτελεί δείκτη του βαθμού αποξένωσης των ανθρώπων, μέτρο της κοινωνικής αλλοτρίωσης.

Μέσα στις συνθήκες που ορίζονται από την κυρίαρχη σήμερα ιδεολογία του ατομικισμού διαμορφώνεται ο ψυχισμός της νέας γενιάς, της γενιάς «χωρίς μέλλον» (generation no future”) και εμφανίζεται πολύμορφα η αδυναμία της, σε συλλογικό επίπεδο, να επιτελέσει το πένθος της για ένα καλύτερο μέλλον, που δικαιούται, αλλά της το στερούν.

Μήπως, λοιπόν, αυτό το αδύνατο πένθος των νέων της εποχής μας γίνεται ένας από τους παράγοντες που πυροδοτούν, σε τόσο μεγάλη έκταση, τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές τους; Μήπως η σημερινή κοινωνία του θεάματος είναι ανίκανη να πενθήσει επειδή έχει μετατρέψει και τον ίδιο το θάνατο σε θέαμα;

Ακόμα και οι μαζικοί θάνατοι των πολέμων, των βομβαρδισμών, των μαζικών καταστροφών δεν αντιπροσωπεύουν για τον θεατή τους – που τους παρακολουθεί στην τηλεόραση, αμέτοχος, με το αίσθημα της ασφάλειας που παρέχει ο ιδιωτικός του χώρος- παρά απλές τηλεοπτικές εικόνες που συντηρούν την ψευδαίσθηση ότι ο θάνατος δεν τον αφορά προσωπικά, είναι κάτι ξένο προς αυτόν, δεν επηρεάζει την καθημερινότητά του.
Πίσω από αυτή την αδυναμία του μέσου ανθρώπου της εποχής μας να αποδεχτεί το θάνατο και να μιλήσει ανοιχτά για αυτόν, βρίσκεται η αδυναμία του να πενθήσει τους νεκρούς του.

Βρίσκεται η ανικανότητά του να επεξεργαστεί ψυχικά τον τραυματισμό της απώλειας και να τον επουλώσει.
Βρίσκεται μια βαθιά ελλειμματική λειτουργία συμβολοποίησης και μετουσίωσης.

Γι’ αυτό δεν αντέχει τον ψυχικό πόνο και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον ναρκώνει.
Ακόμα και στις κορυφαίες στιγμές του αποχαιρετισμού του νεκρού, κατά την τελετή της ταφής του, οι πενθούντες, συγγενείς και φίλοι, παρευρίσκονται συνήθως με ναρκωμένες τις αισθήσεις από τα ηρεμιστικά που καταναλώνουν.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, βέβαια, μπλοκάρουν ακόμα περισσότερο τη διαδικασία του πένθους, τη στιγμή ακριβώς που θα έπρεπε να αρχίσει.

«Τελικά», λέει ο Αρίες, «καταλήγει κανείς να αναρωτηθεί αν μεγάλο μέρος της σημερινής κοινωνικής παθολογίας πηγάζει από την τοποθέτηση του θανάτου έξω από την καθημερινή ζωή, από την απαγόρευση του πένθους και του δικαιώματος να πενθούμε τους νεκρούς μας».

Αποσπάσματα από το νέο βιβλίο της Κατερίνας Μάτσα, «Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη» Ο τοξικομανής και ο θάνατος, των εκδ. Άγρα.

Η ψυχίατρος Κατερίνας Μάτσα γεννήθηκε το 1947 στη Νέα Αρτάκη Ευβοίας. Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και Ψυχιατρική στο Παρίσι και την Αθήνα. Είναι η γυναίκα του Σάββα Μιχαήλ.
Εργάζεται στο Ε.Σ.Υ., στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, το γνωστό Δαφνί, από το 1974 μέχρι σήμερα. Είναι η επιστημονική υπεύθυνη της Μονάδας Απεξάρτησης Τοξικομανών Ψ.Ν.Α. – 18 ΑΝΩ και εκδότρια του περιοδικού «Τετράδια Ψυχιατρικής».
Το 2001 κυκλοφόρησε στις Εκδόσεις «Άγρα» το βιβλίο της «Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές… Το αίνιγμα της τοξικομανίας» το 2006 «Η περίπτωση Ευρυδίκη – Κλινική της τοξικομανίας» και «Ψυχοθεραπεία και τέχνη στην απεξάρτηση – Το «παράδειγμα» του 18 Άνω (2008).


Διαβάστε επίσης στο tvxs.gr:

H τεχνη του να γινουμε ο εαυτος μας _ Aldo Carotenuto

H τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας. Aldo Carotenuto

07:04, 04 Απρ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/90108

Η παραβολή του υιού που δεν ήθελε να αγαπηθεί:

Τα παιδιά σας δεν είναι δικά σας παιδιά.

Είναι γιοι και κόρες της λαχτάρας της ζωής για τη ζωή.

Έρχονται στη ζωή με την βοήθειά σας αλλά όχι από σας

και, μ’ όλο που είναι μαζί σας, δεν ανήκουν σε σας.

Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας όχι όμως και τις ιδέες σας

γιατί αυτά έχουν τις δικές τους ιδέες.

Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους όχι όμως και την ψυχή τους

γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο

που εσείς δεν μπορείτε να επισκεφτείτε ούτε στα όνειρά σας.

Χ. Γκιμπράν

(Ο προφήτης, J.B. Verde – G.F. Pallanca 1984, σελ. 33)

Στον κόσμο των ανθρώπων η εμπειρία του χωρισμού είναι η ίδια η εμπειρία της ζωής. Ακόμη και η συγγραφή αυτού του βιβλίου θα μπορούσε να θεωρηθεί παράδειγμα δυισμού.

Ο «λόγος για κάτι» είναι σκέψη και η σκέψη μπορεί να θερίζει αμείλικτα χωρισμούς, να δημιουργεί αποσπάσεις και διαφορές, να αποκαλύπτεται ως η απερίγραπτη προδοσία της άμεσης εμπειρίας.

Ένα πιο ακραίο παράδειγμα αυτού του είδους της προδοσίας είναι και η συγγραφή που οδηγεί τον αναγνώστη σε περιοχές της ψυχής οι οποίες δεν έχουν «εξερευνηθεί» επαρκώς από τον συγγραφέα.

Πάνω σ’ αυτό ο Κίρκεγκωρ θλιβόταν για την παρακμή του συγγραφικού έργου.

Υπάρχουν ορισμένοι, σχολίαζε ο μεγάλος Δανός φιλόσοφος στο εκτεταμένο του ημερολόγιο, που γράφουν για θέματα τα οποία δεν κατέχουν, γιατί ούτε τα έζησαν ούτε τα σκέφτηκαν ποτέ.

Και προσθέτει:

«Αποφάσισα να μη διαβάζω παρά μόνο γραπτά ανθρώπων που καταδικάσθηκαν σε θάνατο ή πάντως με κάποιο τρόπο βίωσαν τον πραγματικό κίνδυνο.»

(Κίρκεγκωρ 1834-55, σελ. 97)


[…] Αυτό που θέλω να τονίσω, λοιπόν,
είναι το γεγονός ότι μας φαντάζονται πριν γεννηθούμε, πριν εμείς ανακαλύψουμε τι και πώς είμαστε –κοιτάζοντας μέσα μας ή σε καθρέφτη-, κάποιος άλλος το έχει κάνει για μας.

Η ύπαρξη και η αυτονομία μας προκαθορίζονται, γιατί μας έχουν επινοήσει πριν έρθουμε στον κόσμο, και μας έχουν επινοήσει οι γονείς τους οποίους επίσης είχαν επινοήσει.

Η προδοσία, επομένως, μεταβιβάζεται αμείλικτα διά μέσου των γενεών.

Υπ’ αυτή την οπτική, ο Murrey Bowen, πρωτοπόρος της οικογενειακής θεραπείας, δικαίως εκσωμάτωσε αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «διεργασία προβολής της οικογένειας» – δηλαδή διεργασία «μέσω της οποίας τα προβλήματα των γονέων μεταβιβάζονται στα παιδιά»- στην ευρύτερη έννοια της «αλληλοεξάρτησης συναισθηματικών πεδίων πολλών γενεών» (Bowen 1966, σελ. 33).

Ο Bowen παρατήρησε ότι:

Στο σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα των 150-200 χρόνων ένα άτομο μπορεί να κατάγεται από 64-128 οικογένειες, κάθε μία από τις οποίες έχει συνεισφέρει από κάτι. Καθώς όλοι οι μύθοι, οι διαβουλεύσεις, οι μνήμες και οι γνώμες αναπόφευκτα επηρεάζονται από το συναίσθημα, θα είναι δύσκολο να γνωρίσουμε τον Εαυτό ή τα μέλη της οικογένειας με την προσωπική έννοια, στο παρόν ή στο πρόσφατο παρελθόν. Μόνον όταν ανασυνθέσουμε γεγονότα από το απώτερο παρελθόν, ενός ή δύο αιώνων, γίνεται ευκολότερο να ξεπεράσουμε την επιρροή των μύθων και να γίνουμε «ρεαλιστές»

(ό.α., σελ. 7)


Ο Bowen εισάγει έτσι την πιθανότητα παραλληλισμού
των εννοιών του «Κάρμα» και του «προπατορικού αμαρτήματος». Σ’ αυτή την περιοχή αναφέρεται προφανώς ο Γιουνγκ όταν, στην εισαγωγή του στο έργο του F.G. Wickes “Ο ψυχικός κόσμος της παιδικής ηλικίας”, δηλώνει:

Αυτό που έχει την ισχυρότερη ψυχική επίδραση στο παιδί είναι εκείνο το κομμάτι της ζωής του που δεν έζησαν οι γονείς (αλλά και οι πρόγονοι αφού πρόκειται για το αρχέγονο ψυχολογικό φαινόμενο του προπατορικού αμαρτήματος). (Γιουνγκ 1927-31, σελ. 19)

Κατά τον Γιουνγκ μάλιστα:

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αληθινοί γεννήτορες του παιδιού δεν είναι τόσο οι γονείς όσο οι πρόγονοί τους, προπαππούδες και προγιαγιάδες, παππούδες και γιαγιάδες, κι ότι μ’ αυτούς εξηγείται η ατομικότητα του παιδιού πολύ περισσότερο απ’ ότι με τους άμεσους και τυχαίους φυσικούς γονείς.

(ό.α. σελ. 20)

[…] Ο Γιουνγκ γράφει:

Προλεταριακές τάσεις σε απογόνους ευγενών, εγκληματικά ένστικτα σε βλαστούς ενάρετων και αξιοσέβαστων, οκνηρία σε απογόνους δραστήριων και πετυχημένων ατόμων δεν είναι μόνο συνέπειες μιας ζωής που ηθελημένα δεν βιώθηκε, αλλά προέρχονται και από ένα νόμο αποζημίωσης του πεπρωμένου, που έχει σχέση με μια φυσική ηθική, η οποία τείνει να ταπεινώσει τους ισχυρούς και να εξυψώσει τους ταπεινούς. Καμιά παιδεία και καμιά ψυχοθεραπεία δεν μπορούν να το ανατρέψουν αυτό. Το μέγιστο που μπορούν να κάνουν, εφόσον εφαρμοστούν σωστά, είναι να ενθαρρύνουν το παιδί να εκπληρώσει το έργο που του έχει ανατεθεί από τη φυσική ηθική. Η ενοχή των γονιών είναι απρόσωπη και τα παιδιά πρέπει να πληρώσουν με εξίσου απρόσωπο τρόπο. (ό.α. σελ. 20)

Αυτές είναι οι βαθιά οδυνηρές πλευρές για τις οποίες δεν υπάρχει διέξοδος. Πατέρες και γιοι βρίσκονται αντιμέτωποι, τόσο διαφορετικοί στον τρόπο που νιώθουν και αντιλαμβάνονται τη ζωή. Μεγάλη δύναμη από τη μία, μεγάλη παθητικότητα από την άλλη. Είναι στιγμές απόλυτης απόγνωσης, γιατί, όσο βαθιά κι αν σκάψει κανείς, όσο παθιασμένα κι αν αναζητήσει τα πιθανά λάθη (πάντοτε βρίσκονται τέτοια), δεν θα βρει τίποτε που να δικαιολογεί τόσο ριζικές και ολέθριες διαφορές.

Ο Γιουνγκ μας μιλάει για ένα νόμο αποζημίωσης του πεπρωμένου, αλλά εγώ θεωρώ πιο σωστό να αποδεχτούμε την ιδέα της αναζήτησης- διαφοροποίησης και της προτίμησης από ένα γενικώς μέτριο τρόπο ζωής, για κάποιον που, μολονότι εγκληματίας, είναι βασικά διαφορετικός.

Θα ήταν δύσκολο να μη νιώθουμε ότι και μόνον το γεγονός ότι ζούμε τη ζωή μας αποτελεί παράβαση της οποία μας καταλογίζει ο άλλος, σε απάντηση της υπαρξιακής του ανεπάρκειας. Παρότι ο Γιουνγκ προσπαθεί να δώσει μια εξήγηση αυτών των φαινομένων μέσω της έννοιας του απρόσωπου αμαρτήματος, κάθε καταστροφική πράξη των τέκνων βιάζει αυτή την ιδιότητα του απρόσωπου και προκαλεί βαθύτατη απόγνωση.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη και οι πιο δυνατοί γονείς αισθάνονται ανίκανοι.

Εκεί φανερώνονται τα όρια της ζωής και όλα δείχνουν προαποφασισμένα.

Η προδοσία, όμως, μπορεί να συντελεστεί και στην κατάσταση του απρόσωπου, και, για άλλη μια φορά είναι πιθανό να ευθύνεται, ως ένα βαθμό, αυτή ακριβώς η ιδιότητα του απρόσωπου για την τάση των γονιών να φαντάζονται τα παιδά που πρόκειται να έρθουν στον κόσμο.

Το γεγονός ότι μας έχουν φανταστεί -πριν γεννηθούμε- το βιώνουμε, περισσότερο ή λιγότερο ασυνείδητα, ως βία, ως ληστεία, ως απογύμνωση.

Η αιτία γι’ αυτό είναι η ατομικότητά μας, η ιδιαιτερότητα ή η ψυχική μας φυσιογνωμία, που μπορούν να μας ανήκουν πραγματικά μόνον όταν είναι αποτέλεσμα των δικών μας προσπαθειών και όχι προκατασκευασμένο δώρο που μας χαρίζεται.

Ο γιος οδηγείται να ενσαρκώσει επιθυμίες, τις φαντασίες και τις σκέψεις της μητέρας σε μια δυναμική η οποία επαναλαμβάνεται σε κάθε συνάντηση με μια άλλη γυναίκα και, κατά κάποιο τρόπο, στη σχέση του με την ίδια τη ζωή.

Δεν είναι σπάνιο η πιο γνήσια ψυχική μας διάσταση να μη βρίσκει την έκφρασή της μέσα στην αληθινή ζωή, ενώ η ουσία της φαντασίας των άλλων που κατασκευάστηκε για εμάς να αποκτά όλο και μεγαλύτερη υπόσταση, να γίνεται η δική μας ουσία.

Αυτή η κατάσταση, που αποτελεί την εξέχουσα ψυχική φυλακή, είναι πολύ πιο κοινή απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε ή να παραδεχτούμε.

Υπάρχει μια θαυμάσια φράση του Γκαίτε που περιέχει όλη την ειρωνεία αυτού του αλληλεπιδρόντος μηχανισμού:

«Εγώ σ’ αγαπώ. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με σένα».

Ο Γκαίτε, μ’ αυτόν τον τρόπο, θέτει υπό αμφισβήτηση την αντίληψή μας για εκείνους που δηλώνουμε πως αγαπούμε και για εκείνους που διακηρύσσουν πως μας αγαπούν.

Ο Ρανκ, σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου του «Το θέμα της αιμομειξίας στη λογοτεχνία και τους θρύλους» (1912), αναφέρει μια φράση του Γκαίτε η οποία αναφέρεται στην αγάπη προς την αδερφή του:

Γράφει, λοιπόν, ο Γκαίτε:

Η ιδέα που έχω για τη γυναίκα δεν είναι μια αφαίρεση των εκδηλώσεων της ορατής πραγματικότητας αλλά είναι κάτι έμφυτο, ή κάτι που έχει πλαστεί μέσα μου – ένας Θεός μόνον ξέρει πώς. Όλες οι γυναίκες μου είναι καλύτερες απ’ αυτές που μπορεί να συναντήσει κανείς στην πραγματικότητα (Rank 1912, σελ. 182)

Είναι βαριά και ασήκωτη τιμωρία για ένα ανθρώπινο πλάσμα η απαίτηση να προσαρμόζεται στο όνειρο των άλλων, να βάζει τα δυνατά του για να μπορεί να πει το πιραντελικό «είμαι όπως με θέλεις εσύ».

Εξαναγκάζεται να ανεβάσει στη σκηνή ένα έργο, μια φαντασία που δεν συνέλαβε, να ερμηνεύσει ένα σενάριο που δεν έγραψε, να παίξει με κανόνες άλλων.

Τα θύματα, όμως αυτής της απαλλοτρίωσης της ταυτότητας είναι συνήθως και συνένοχοι, γιατί η ενσωμάτωση των προβολών και των φαντασιών των άλλων είναι κάτι πραγματικά καθησυχαστικό.

Με τον ίδιο τρόπο, η μητέρα (ή όποιος άλλος είναι στη θέση της, αφού έχουμε μπει σε μια πολύ ευρύτερη συζήτηση για την ταυτότητα του ατόμου) φοβάται ό,τι είναι ριζικά, βαθιά ξένο προς αυτήν ως κάτι εν δυνάμει ικανό να επιφέρει αυθεντική αντιπαράθεση.

Να γιατί η μητέρα, καθώς κυοφορεί το μωρό της και, μετά, καθώς το μεγαλώνει, ευκολότερα σκέφτεται και φαντάζεται εικόνες που της είναι οικείες και επιβεβαιώνουν την ταυτότητά της και την ικανότητά της να πλάθει άλλους.

Η ζωή ως προδοσία αποτελεί κλειδί για την κατανόηση όλων των φαινομένων της ύπαρξής μας.

Ανοίγει άλλους, ευρύτερους ορίζοντες και μας βοηθά να αποκρυπτογραφήσουμε τη φιλία, την αιμομειξία, το γάμο, την οικογένεια, το θάνατο που έρχεται και το θάνατο που επιλέγουμε. Πρώτα απ’ όλα, όμως, την προδοσία της γέννησης.

Η σχέση ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί ισοδυναμεί με μια σχέση ισχύος, διότι επιβάλλεται ως τρομακτικά, δυσανάλογα ασύμμετρη.

Το ανθρώπινο είδος, αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στο είδος των ζώων, χαρακτηρίζεται από την απόλυτη αδυναμία και ευπάθεια του νεογνού, το οποίο, χωρίς την άμεση φροντίδα του περιβάλλοντός του, πεθαίνει.

Ως εκ τούτου, η διάρκεια της εξάρτησης, η οποία, όπως ξέρουμε, είναι μεγαλύτερη από ό,τι στα άλλα είδη, αναγκαστικά αποτελεί τη βάη όλων των ανθρώπινων νευρώσεων, αλλά αναπαριστά τα μη αναστρέψιμα θεμέλια μια ασύμμετρης σχέσης ισχύος, ένα χρέος που θα πληρώνουμε σ’ όλη μας τη ζωή.

Γι’ αυτό είναι ανάγκη να αφυπνιστούμε έγκαιρα, με την έννοια της ενηλικίωσης, να αποκτήσουμε συνείδηση αυτής της ισχυρής σχέσης και να ανακαλύψουμε το δικό μας δρόμο με κόπο και αποφασιστικότητα.

Το ότι η πρωτογενής σχέση είναι μια σχέση δύναμης είναι μια πραγματικότητα, αλλά είναι και μια καλή μεταφορά, που μας βοηθάει να καταλάβουμε την προδοσία που σημαδεύει ολόκληρη την τροχιά της ύπαρξής μας.

Η σκιά της προδοσίας κρέμεται πάνω από την απαρχή της ατομικότητας του κάθε ανθρώπου και, από τη στιγμή τής προ τη γέννηση ύπαρξής μας, ξέρουμε πως έχει καταστεί από κάθε πλευρά δύσκολο να διαφοροποιηθούμε από τον περιβάλλοντα κόσμο.

Η σκέψη που θα ήθελα να αναφέρω, και ως ψυχολόγος δεν θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά, είναι ότι, παρά τα εμπόδια, μέσα στον καθένα μας υπάρχει μια δύναμη που τον ωθεί προς μια αποκλειστική και μοναδική ατομικότητα, εκείνη που οι Γνωστικιστές περιέγραψαν ως «αναλαμπή» και που, σύμφωνα με τον Mester Eckhart, κατοικεί οριστικά και αμετάκλητα μέσα στην ψυχή. Παρόλο που ο δρόμος προς την ατομική προσωπικότητα δεν είναι χωρίς κινδύνους (και μόνο η επιλογή έχει το τίμημά της), «η ανάπτυξη της προσωπικότητας θεωρείται ένα από τα πολύτιμότερα αγαθά» (Γιουνγκ 1929-57, σελ. 29).

Κατά τη γνώμη μου, το πολυτιμότερο.

Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει ο Γιουνγκ (ως επακόλουθο της κατανόησης από τη μεριά του Νίτσε), αυτό το αγαθό συνεπάγεται:

Να πούμε «ναι» στον εαυτό μας, να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας σαν αυτό να είναι το σοβαρότερο απ’ όλα τα καθήκοντά μας. (ό.α. σελ. 30)

Αυτό είναι και το σπουδαιότερο έργο τέχνης του ανθρώπου. Μπορεί να εργάζεται και να έχει πολλές επιδόσεις, ο χώρος, όμως, μέσα στον οποίο γίνεται πραγματικά μεγάλος καλλιτέχνης, αληθινός δάσκαλος, είναι η ατομικότητά του και για να την αποκτήσει πρέπει να εισχωρήσει στη βαθύτατη διάστασή του.

Η τέχνη του να γίνουμε ο εαυτός μας δεν ενθαρρύνεται από τη συλλογική λογική που, στραμμένη καθώς είναι στη διατήρηση της ομοιομορφίας, βλέπει τη διαφορετικότητα και τη διαφοροποίηση ως απειλή.

Γι’ αυτό, από τη γέννησή μας μπορεί να νιώσουμε παράξενα ξένοι, παρείσακτοι, απρόσκλητοι, χωρίς δικαιώματα ιθαγένειας στην πραγματικότητα.

Στη διάρκεια της ζωής μας, καθώς οι σχέσεις πληθαίνουν, αυτή η εντύπωση ότι δεν έχουμε δικαίωμα σε ένα χώρο, το δικό μας χώρο, μπορεί να γίνει σταδιακά εντονότερη, να εμπνεύσει το καφκικό αίσθημα του ανθρώπου που «τα πιστοποιητικά του δεν είναι εν τάξει».

Ακριβώς, όμως, η επίγνωση της αποξένωσης, η διεκδίκηση της «θέσης μας στον ήλιο», η γνώση της μοναδικότητας και της διαφορετικότητάς μας είναι αυτά που ανοίγουν το δρόμο για την εξατομίκευση.

Η αναγνώριση του ότι κάτι έχει κλαπεί από την ταυτότητά μας είναι απολύτως αναγκαία, γιατί αυτή η κλοπή είναι η πρωτογενής προδοσία, η πιο επίπονη στην αντιμετώπισή της, κι ατή από την οποία κανείς δεν γλυτώνει.

Αυτό που επίσης πρέπει να ξέρουμε είναι ότι συνειδητοποιώντας πόσο «διαφορετικούς» μας περίμεναν απ’ αυτό που είμαστε, νιώθουμε αποκαρδιωμένοι και έκπληκτοι γι’ αυτό που στην ουσία είναι η απόρριψή μας.

Αυτή η πρώτη αποκήρυξη είναι η πηγή της προληπτικής θεώρησης της ύπαρξής μας, σύμφωνα με την οποία νιώθουμε τυχεροί ή άτυχοι, ανάλογα με τις επιδόσεις και τις επιτυχίες μας στον έξω κόσμο.

Πολύ πιο δύσκολο είναι να στηρίξουμε την αυτοεκτίμησή μας σ’ αυτό που πραγματικά είμαστε και νιώθουμε.

Πρέπει να έχουμε το θάρρος να παραδεχτούμε ότι, κάτω από το ψυχολογικό καθεστώς αυτής της πρόληψης, η αληθινή αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων είναι μύθος.

Και καθώς οι σχέσεις των ανθρώπων συχνά βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στη σύγκριση, τον ανταγωνισμό και το μαραθώνιο επιδόσεων, πρόκειται λιγότερο για αλληλεγγύη και περισσότερο για ασυνείδητη συνενοχή στη διαιώνιση ενός τρόπου ζωής που υποβιβάζει τη μοναδική ατομικότητα του ανθρώπου.

Αρκεί να σκεφτούμε όλους αυτούς που, ενώ χύνουν ποταμούς δακρύων για τις καταστροφές των σεισμών στην άλλη άκρη της γης, δεν μπορούν να απλώσουν το χέρι για να βοηθήσουν το γείτονα.

Όποιος θελήσει να αμφισβητήσει αυτό το σύστημα συμπεριφορών αναπόφευκτα θα καταδικαστεί από το μέσο όρο των ανθρώπων, γιατί αντιπροσωπεύει τον κίνδυνο να έρθει οριστικά και αμετάκλητα στο φως η ανυπαρξία του μέσου ανθρώπου, αυτού που ζει μόνο για να παραδίδεται στις ισχύουσες αξίες, χωρίς ενστάσεις, χωρίς κριτική, χωρίς καν να εξετάζει την προσωπική του ηθική ή τη συνείδησή του με βάση την εσωτερική του εμπειρία, δηλαδή ακούγοντας τις εσωτερικές του φωνές.

Όταν η αρχαία σοφία και η σύγχρονη ψυχολογία του ασυνείδητου, με διαφορετικές αποχρώσεις αλλά και βασικές αναλογίες, μας λένε ότι ο σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε «άτομα», δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι άλλοι κατέχουν κάτι που δεν κατέχουμε εμείς.

Ένα μοιραίο λάθος, στο οποίο πέφτουν πολλοί, αφού η παρότρυνση είναι απλούστατα να γίνουμε ο εαυτός μας και όχι κάποιος άλλος.

Κατά τον Γιουνγκ, «υγεία είναι μόνον αυτό που είναι κανείς στην πραγματικότητα».

Το τίμημα, όμως, σε μοναξιά και αποκλεισμό που πληρώνουμε προκειμένου να μείνουμε πιστοί στην ατομική προσωπικότητά μας, είναι πολύ υψηλό.

Ο Ντοστογιέφσκι, που με τις απόψεις του μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος της ψυχολογίας του ασυνειδήτου, όπως σωστά παρατήρησε ο Breger (1989, σελ. 6-12), είχε διαβλέψει τις οδυνηρές συνέπειες της κάθε διεργασίας εξατομίκευσης.

Ο πόνος της εξατομίκευσης φαίνεται από τη διαδρομή μοναξιάς, απομόνωσης, νεύρωσης, απώλειας των αισθήσεων, αποξένωσης, ενόχής και ανεπάρκειας που διανύουν οι ήρωές του πριν τελικά φτάσουν στη στιγμή της φώτισης και συμφιλιώσης με τη ζωή.

Οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι αποδεικνύουν επίσης ότι τίποτε δεν εγγυάται πως ο άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει δημιουργικά την «προδοσία» ταυτότητας.

Μόνο μια μερίδα απ’ αυτούς που μπαίνουν στην άγνωστη αυτή σφαίρα γυρίζουν, μυστηριωδώς, πιο ζωντανοί, πιο ικανοί να σταθούν στη ζωή, ευνοημένοι πραγματικά από το φως που τους έλουσε.

Μόνο για ορισμένους η πληγή που άνοιξε η γνώση της εξατομίκευσης και η ακραία δυσκολία για την απόκτησή της, συνέτεινε στο να γίνουν απεριόριστα πιο ανθρώπινοι.

Πριν γεννηθούμε, πέφτουν βροχή πάνω μας ελπίδες και υποθήκες.

Είμαστε υπόγεια υποθηκευμένοι, απογυμνωμένοι από την ατομική μας αξία, όταν οι γονείς –και προσέξτε, όχι μόνον η μητέρα- εναποθέτουν στη γέννησή μας το έργο της ικανοποίησης κάποιων αναγκών τους (όπως το να αποδείξουν, λόγου χάρη, την ικανότητα για τεκνοποίηση, ή να γεμίσουν ένα κενό στη σχέση του ζευγαριού, ή, ακόμη χειρότερα, με την ψευδαίσθηση ότι αυτό θα σώσει τον αποτυχημένο γάμο τους).

Μπορεί ακόμη να αναθέσουν, στο βλαστάρι που έρχεται, κατακτήσεις και αντεκδικήσεις στις οποίες οι ίδιοι απέτυχαν.

Κοντολογίς, ένα άλυτο πρόβλημα προβάλλεται πάνω στο παιδί και το μπερδεύει, το εγκλωβίζει.

Αλλά οι συνέπειες από το κύμα της προδοσίας που πέφτει πάνω στη ζωή του παιδιού, δυστυχώς, δεν σταματάνε εδώ.

Η ίδια η ζωή του παιδιού γίνεται πηγή ερεθισμού και ενόχλησης. Αυτό σημαίνει πως, από τη στιγμή της γέννησής μας, χρειάζεται να καταβάλλουμε μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να κατακτήσουμε έναν αληθινό χώρο για τον εαυτό μας.

Η αίσθηση του αποκλεισμού μας έχει τις ρίζες της σ’ αυτή την πρωτογενή προδοσία.

Πρώτιστο καθήκον μας, λοιπόν, γίνεται να βρούμε ή να επινοήσουμε τον δικό μας χώρο, ο οποίος δεν είναι ούτε ευδιάκριτος ούτε ευπρόσιτος, αλλά είναι κάτι απροσδιόριστο, αφηρημένο, φευγαλέο.

Επειδή, όμως, είναι πιεστική και μόνιμη η ανάγκη μας για σταθερότητα, συγκεκριμένα σχέδια και οικεία μονοπάτια, μοιραία διαλέγουμε κάποιες δραστηριότητες ή συγκεκριμένες αξίες, όπως οι σπουδές, το επάγγελμα, ο γάμος, τα πλούτη, η επιτυχία.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, τον απατηλό τρόπο, ο χώρος που ψάχνουμε μας εμφανίζεται σαν κάτι το «πραγματικό».

Όμως, με λίγη εμπειρία, αρχίζουμε να κατανοούμε ότι ο χώρος που πραγματικά χρειαζόμαστε, η κατοικία μέσα στην οποία είμαστε στ’ αλήθεια ο εαυτός μας, βρίσκεται αλλού.

Ο βασικός χώρος, ο θησαυρός για τον οποίο μιλούν με τις ποικίλες παραλλαγές τους οι μύθοι, η «βασιλεία των ουρανών», για την οποία μιλάει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, βρίσκεται μέσα μας.

Η φιλοσοφική λίθος, το ιερό Γκράαλ, το χρυσόμαλλο δέρας, η δολοφονία του δράκου που ελευθερώνει το δρόμο για το θησαυρό αντιπροσωπεύουν περιπέτειες που δεν διαδραματίζονται στον κόσμο των ορατών πραγμάτων, της εξωτερικής πραγματικότητας.

Αλλά δεν πρέπει να παγιδευτούμε στην κυριολεξία, στις συγκεκριμένες εικόνες που προτείνει ο μύθος.

Η κυριολεξία είναι ένας αλάνθαστος τρόπος προδοσίας της εμπειρίας.

Όπως διαβάζουμε και στον Απόστολο Παύλο, η κυριολεξία, «το γράμμα», σκοτώνει.

Ο μύθος είναι το απόσταγμα, σε εικόνες, του κορμού της ανθρώπινης σοφίας που αποκτήθηκε διά μέσου χιλιετιών΄ υπό το φως της η ανθρωπότητα βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση, σε αδιάκοπη αναζήτηση της αλήθειας.

Η ανάγκη να περάσουμε επιτυχώς συγκεκριμένες και επικίνδυνες δοκιμασίες παραπέμπει σε κάποιες άλλες δοκιμασίες που πρέπει να αντιμετωπίσουμε, ως άτομα, σε διάφορα και διαφοροποιημένα επίπεδα.

Ο Ιάσονας έψαχνε το χρυσόμαλλο δέρας, ο Πάρσιφαλ και οι ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης έψαχναν για το ιερό Γκράαλ, και ο καθένας από μας, ανάλογα με την προσωπική του ιστορία, πρέπει, κατά τη διάρκεια της ζωής του, να μπει στην τροχιά αναζήτησης ενός «αντικειμένου» καθοριστικής σημασίας, από το οποίο είναι αδύνατον να παραιτηθεί.

Η επιτυχής έκβαση αυτής της αναζήτησης είναι το αναγκαίο πρελούδιο για την κατάκτηση εσωτερικών χώρων.

Αυτή η αναζήτηση είναι η μόνη δυνατή απάντηση στο τραγικό, το βασικό για την ύπαρξή μας γεγονός, αυτό της προδοσίας της γέννησης.

(Μετάφραση: Κούλα Καφετζή)

Απόσπασμα από το βιβλίο του Aldo Carotenuto, Αγάπη και προδοσία, Εκδ. Ίταμος

H Eλλαδα χωρις φωνη _ Toυ Jose Manouel Lamarque

Η Ελλάδα χωρίς φωνή. Του Jose Manouel Lamarque

14:04, 01 Απρ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/89841

Ενώ η Ευρώπη βιώνει μια κρίση χωρίς προηγούμενο, όπου έθνη όπως η Ισπανία ξυπνούν εμβρόντητα και φωνές ακούγονται υπέρ του ελληνικού λαού, γιατί δεν ακούγεται καμιά φωνή στην Ελλάδα; Γιατί ένας διανοούμενος, ένας καλλιτέχνης, καμία προσωπικότητα δεν βγάζει καμία κραυγή απελπισίας και ένα κάλεσμα για αλληλεγγύη;

Που είναι οι θυγατέρες και οι εγγονές της Μπουμπουλίνας, της Μελίνας, της Ειρήνης Παπά;

Γιατί, ενώ η Ελλάδα είναι ένα μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και όχι μια απομονωμένη χώρα, γιατί η εκκωφαντική σιωπή έρχεται από τη θάλασσα του Αιγαίου;

Οταν η Ελλάδα ήταν μια δικτατορία, οι Ελληνες της εξορίας, οι πολιτικοί πρόσφυγες έκαναν αισθητή τη φωνή τους σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Σήμερα όμως, τίποτε, τίποτε άλλο από μια σιωπή που μας εκπλήσσει και μας κουφαίνει.

Εχασαν άραγε οι Ελληνες την αίσθηση που είχαν της αντιπολίτευσης, της αντίστασης, του αγώνα;…

Εγιναν όπως πολλοί λαοί της Ευρώπης, χορτάτοι, μπουχτισμένοι, απελπισμένοι μέχρι του σημείου να πιστεύουν ότι κανένας δεν θα τους ακούσει, ότι κανένας δεν θα ξέρει να τους ακούσει;

Λοιπόν η βοή σβύνει, αργά, σιγά, μαλακά για να πεθάνει στην Ιόνιο θάλασσα.

Τότε γιατί να προσπαθεί κάποιος να καταλάβει, να ελπίζει ότι μπορεί να βοηθήσει, να εύχεται την αδελφοσύνη των λαών της Ευρώπης για ένα λαό του οποίου τα παιδιά, το μέλλον του, διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο;

Γιατί κάθε ώρα, κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα να συντηρεί την φλόγα που θα ήθελε να είναι όπως το φως στη νύκτα, ώστε να διαβεβαιώνει τους Ελληνες ότι δεν είναι μόνοι;

Γιατί να θέλουμε να διώξουμε την νύκτα και να προσφέρομε στην Ελλάδα μια αυγή που θα φέρει τον ήλιο της ελπίδας, όταν χιλιάδες χέρια τραβούν πάντα, και ακόμη, τις κουρτίνες του σκόταδιού πάνω στο σώμα τους, και αρνούνται το φως της λευτεριάς;

Είναι άραγε αυτή η μάταιη ελπίδα των εκλογών που κάνει τους Ελληνες να πιστεύουν, ότι ένας Σωτήρας, ένας θεόσταλτος άνθρωπος θα έλθει να τους σώσει, όπως ένας μυθικός αετός που ξεπετιέται από τ’ αστέρια τα ξημερώματα;

Εάν το πιστεύουν, εάν το σκέπτονται, δεν μπορούμε να τους μεταπείσουμε, αφού από αυτούς τους ίδιους εξαρτάται η σωτηρία τους.

Σέβομαι τις ονειροπολήσεις σας, μην εύχεστε να μου χαμογελάσουν.

Jose Manouel Lamarque
helpthegreekpeople.blogspot.com

———-

(Σημείωση: Στις 21/3/2012, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, δημοσιεύτηκε άρθρο του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη στο tvxs με τίτλο «Πώς να τιμήσει την ποίηση η νεκρή Ελλάδα», ενώ λίγες μέρες μέρες μετά, στις 30/3/2012, ένας Γάλλος φιλέλληνας δημοσιογράφος, ο Jose Manouel Lamarque, δημοσίευσε ένα ανάλογο προβληματισμού άρθρο, που μόλις διαβάσατε. Εν τω μεταξύ, το tvxs.gr, είχε αναδημοσιεύσει πρώτο στην Ελλάδα, την ανοιχτή επιστολή του Γιάννη Μακριδάκη προς τους Γάλλους: Η Ευρώπη στα πρόθυρα της δικτατορίας στις 13/3/2012, όπως και τη δεύτερη που ακολούθησε, προς τους Ευρωπαίους: Ελλάδα. Tο πρώτο θύμα της Ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, στις 28/3/2012, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στον ξένο Τύπο.)