Εργαστηριο Δημιουργικης Αφηγησης _ 4ος κυκλος

Εργαστήριο Δημιουργικής αφήγησης (4oς κύκλος)

« Αφηγήσεις ζωής» – Πόσο γνωρίζουμε την… ιστορία της ζωής μας; Πόσο γνωρίζουμε τον αφηγηματικό μας εαυτό;

Συντονισμός: Κρυσταλία Πατούλη

Διάρκεια εργαστηρίου: 2 μήνες

Συναντήσεις:

Κάθε Παρασκευή 20:30 – 23:30, (για 8 συναντήσεις), με 2 προσκεκλημένους γνωστά πρόσωπα των γραμμάτων και των τεχνών σε «Αφηγήσεις Έργου-ζωής».

Έναρξη συναντήσεων: την Παρασκευή 4 ΜΑΪΟΥ 2012

«Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς αλλά αυτή που θυμάται και όπως τη θυμάται για να την διηγηθεί» Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές

«Οι ιστορίες μας γίνονται τόσο πολύ δικό μας κομμάτι, ώστε και εμείς δεν τις συνειδητοποιούμε, όπως το ψάρι που ανακαλύπτει το νερό τελευταίο» έχει πει ο Jerome Bruner (τεχνικές αφήγησης).

Στόχος μας σε αυτό το εργαστήριο είναι να ανακαλύψουμε το… νερό.

Ο εαυτός μας είναι πιθανώς το εντυπωσιακότερο έργο τέχνης που συνεχώς δημιουργούμε και σίγουρα το πιο περίπλοκο. Και αυτό, γιατί δημιουργούμε όχι μόνο μια ιστορία για τον εαυτό μας αλλά πολλές.

Σύμφωνα με τον Bruner: «Δεν υπάρχει ένας εαυτός που απλώς στέκεται εκεί έτοιμος να περιγραφεί με λέξεις, αλλά πολύ περισσότεροι. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι συνεχώς κατασκευάζουμε και ανακατασκευάζουμε τον εαυτό μας με βάση το παρελθόν, το παρόν αλλά και το μέλλον – τις προσδοκίες που έχουν οι άλλοι για μας».

Με τη δύναμη της γραφής και κυρίως της ρεαλιστικής αφήγησης ως δημιουργικό εργαλείο αλλαγών, και στόχο τη φράση: «Να είσαι ο εαυτός σου, αν… τον ξέρεις», το εργαστήριο αυτό, θα μπορούσε να προσυπογράψει εκείνο που έλεγε ο Σωκράτης: «Ζωή που δεν μπορείς να την αναλύσεις, δεν αξίζει να την ζεις!».

Καθώς οι λέξεις είναι το βασικό υλικό που χτίζουμε τη σχέση μας με την πραγματικότητα, ενώ συγχρόνως οι πραγματικές ιστορίες των ανθρώπων έχουν συνήθως… μεγαλύτερη φαντασία από οποιαδήποτε λογοτεχνική επινόηση, η ρεαλιστική αφήγηση ζωής μπορεί να είναι απρόβλεπτα αποκαλυπτική ακόμη και στον ίδιο τον αφηγητή της και κάποιες φορές, περισσότερο ενδιαφέρουσα σε ανάγνωση και από ένα αριστούργημα παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Αυτό το εργαστήρι μέσω της δημιουργικής αφήγησης ζωής, μπορεί επιλεκτικά, να αυξήσει, το επίπεδο της αυτογνωσίας όλων εκείνων των κρυμμένων συγγραφικών εαυτών που ο καθένας μπορεί να ανακαλύψει γράφοντας και έχει τη δύναμη ακόμη και να αλλάξει το παρελθόν, μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία του παρόντος!

  • Ασκήσεις γραπτής και προφορικής αφήγησης: Ανακαλύπτουμε το πρόσωπο του αφηγηματικού μας εαυτού (ύφος, χαρακτήρας, στόχοι, στυλ γραφής, επίπεδο επίγνωσης)
  • Γνωριμία με βιβλία και συγγραφείς no-fiction ιστοριών.
  • «Ανάγνωση» ρεαλιστικών αφηγήσεων σε όλες τις μορφές τέχνης (φωτογραφία, κινηματογράφος, θέατρο, λογοτεχνία, στιχουργική, ζωγραφική κλπ)
  • Βιωματικές ασκήσεις με στόχο την αύξηση της αυτογνωσίας και της δημιουργικότητας αλλάζοντας συνεχώς πλαίσια και οπτικές γωνίες αφήγησης.
  • Συζητήσεις πάνω στα κείμενα της κάθε ομάδας με στόχο τη δημιουργική ανάλυση και σύνθεση όλων των αφηγήσεων.
  • Σημαντικές αυτοβιογραφίες – αφηγήσεις ζωής.
  • Στα πλαίσια του σεμιναρίου διοργανώνονται λογοτεχνικές αλλά και άλλες συναντήσεις με τίτλο «Αφήγηση Έργου – Ζωής» με γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών και παρακολουθούνται προαιρετικά θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές ταινίες, και γενικά πολιτιστικά δρώμενα που άπτονται στα θέματα του εργαστηρίου, όπως και επισκέψεις σε προσωπικότητες που άφησαν το στίγμα τους μέσα από το αυτοβιογραφικό τους έργο.

Σε κάθε κύκλο του εργαστηρίου, σημαντικός στόχος της «δημιουργικής αφήγησης» εκτός από τις ανεξάντλητες γνώσεις για την δύναμη της γραφής και της προφορικής αφήγησης, είναι να ανακαλυφθούν για τον συμμετέχοντα όσο περισσότερες άγνωστες πτυχές του συγγραφικού εαυτού που θα καταφέρουν να αποτελέσουν την πρόκληση για ένα μαγικό όσο και ρεαλιστικό ταξίδι γραφής, με πρόθεση την έκδοση ενός βιβλίου –τσέπης από πατςγουορκ επιλεγμένων κειμένων από όλες τις ομάδες συμμετεχόντων.

Τέλος, όλοι οι συμμετέχοντες του εργαστηρίου «Αφήγηση Ζωής» διαχειρίζονται την ιστοσελίδα www.crystal-metaepikoinonia.blogspot.com , δημοσιεύοντας άρθρα τους, αλλά και ότι άλλο τους ενδιαφέρει αναφορικά με τις δραστηριότητές του σεμιναρίου αλλά και σχετικές με αυτό.

Βιογραφικό σημείωμα:

H Κρυσταλία Πατούλη γεννήθηκε στον Πειραια το 1965. Σπούδασε Ψυχολογία και ειδικεύτηκε στη Συστημική Συμβουλευτική και στο Ψυχόδραμα, όπως και στην πρόληψη-θεραπεία εξαρτήσεων («Θησέας», «Daytop-Iθάκη», Ανοιχτή Θεραπευτική κοινότητα «Στροφή» του ΚΕ.Θ.Ε.Α. κ.ά.) και εργάζεται ως Συστημικός Σύμβουλος σε θέματα ανθρωπίνων σχέσεων, εργασίας, αυτογνωσίας και προσωπικής ανάπτυξης (Μέλος της Ελληνικής και της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συμβούλων Ψυχικής Υγείας).

Συγχρόνως, από το 1990 έως σήμερα, εργάζεται κυρίως ως συντάκτης και αρχισυντάκτης στα ΜΜΕ (Μέλος της ΕΣΠΗΤ)

α) σε Εκδόσεις (πχ. Λυμπέρη ΑΕ, Δ.Ο.Λ. ΑΕ, Άρης Τερζόπουλος ΑΕ, Δάφνη Επικοινωνίες ΑΕ, Αττικές Εκδόσεις ΑΕ, Πήγασος Εκδοτική ΑΕ, Δέσμη Εκδοτική ΑΕ),

β) σε περιοδικά (πχ. Status, Αθηνόραμα, 2Board, σειρά Confidential, Focus, Prevention, Best of the Best, Conde Nast Traveller, Life & Style, Το παιδί μου και εγώ κ.α.),

γ) σε ένθετα εφημερίδων (πχ. Το άλλο Βήμα, 6η Μέρα, κ.ά.).

δ) σε τηλεοπτικούς σταθμούς αλλά και ως ραδιοφωνικός παραγωγός όπως και στον ηλεκτρονικό τυπο (π.χ. www.tvxs.gr).

Εγγραφή Μέλους

Αντρε Γκορζ _ Το μελλον μπορει να εφευρεθει

Αντρέ Γκορζ: Το μέλλον μπορεί να εφευρεθεί

08:04, 09 Απρ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/90674

Οι περίοδοι κρίσης είναι περίοδοι μεγάλης ελευθερίας. Ο κόσμος αποδιαρθρώνεται, οι κοινωνίες αποσυντίθενται, οι αξίες και οι ελπίδες με τις οποίες ζήσαμε καταρρέουν. Το μέλλον παύει να είναι η προέκταση των προηγούμενων τάσεων. Η κατεύθυνση της εξέλιξης των πραγμάτων είναι συγκεχυμένη, η πορεία της ιστορίας μένει μετέωρη. Επειδή η παλιά τάξη πραγμάτων δεν μπορεί να συνεχιστεί και καμία διαφορετική δεν είναι έτοιμη να γεννηθεί, το μέλλον μπορεί να εφευρεθεί σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από πριν.

Δεν είναι πια δυνατό να καταδικάζονται, στο όνομα του ρεαλισμού, όσοι προτείνουν μια θεμελιακά διαφορετική κοινωνία.
Αντίθετα, ρεαλισμός σημαίνει να διαπιστώνει κανείς ότι ο «βιομηχανισμός» έχει φτάσει σε ένα στάδιο πέρα από το οποίο η ανάπτυξή του δεν μπορεί να συνεχιστεί: ανακόπτεται από εμπόδια που έχει γεννήσει ο ίδιος.

Αν τίποτα δεν μπορεί να συνεχιστεί όπως πριν, αυτό οφείλεται ακριβώς σε ό,τι δεν έχει γίνει πριν.
Τα μπλοκαρίσματα δεν μπορούν να ξεπεραστούν με μεμονωμένα μέτρα.
Θα ξεπεραστούν μονάχα με μια συνολική αλλαγή και μετασχηματισμό.
Η έννοια αυτής της αλλαγής και αυτού του μετασχηματισμού δεν είναι προκαθορισμένη, μολονότι διαγράφονται ήδη κάποιες τάσεις του.
Πολλές «έξοδοι από την κρίση» είναι δυνατές, όπως και πολλές μετακαπιταλιστικές και μετασοσιαλιστικές κοινωνίες.
Ο προσανατολισμός σύμφωνα με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η έξοδος από την κρίση είναι το βασικό ζητούμενο.
Εξαρτάται από τις πολιτικές , τεχνολογικές, πολιτιστικές επιλογές που γίνονται σήμερα.

Να δούμε την κρίση

Η παρούσα κρίση, αλλά όχι και η ημερομηνία κατά την οποία θα ξέσπαγε, μπορούσε να προβλεφθεί ήδη από την εποχή κατά την οποία ο πρόεδρος Τζόνσον πανηγύριζε για ην ικανότητα του καπιταλισμού να εξασφαλίζει την αέναη επέκταση και ευημερία.

Μπορούσε να προβλεφθεί όχι μόνο γιατί κανένα σύστημα δεν μπορεί να αναπτύσσεται επ’ άπειρο αλλά και γιατί, ήδη από εκείνη την εποχή, ήταν προφανείς οι δυσκολίες που συναντούσε η αμερικάνικη οικονομία στις προσπάθειές της να εξασφαλίσει την κατανάλωση μιας ολοένα αυξανόμενης παραγωγής.
Η εμπλοκή των Αμερικανών στο Βιετνάμ έπαιξε ένα ρόλο «συγκυριακής στήριξης» που δεν κατανοήθηκε πάντα σωστά.

Ωστόσο η ιδεολογία της αέναης ανάπτυξης ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη ώστε το να αμφισβητήσει κανείς τόσο το εφικτό όσο και το ευκταίο αυτής της ανάπτυξης, για μεν τη δεξιά υποδήλωνε έναν καταστροφισμό κακής ποιότητας για δε την αριστερά ήταν ένα δείγμα εχθρότητας στην «πρόοδο».

Από τότε, τόσο η αριστερά όσο και η δεξιά δεν έπαψαν να διαχειρίζονται την κρίση σαν να επρόκειτο για μια περαστική διαταραχή.

Σε τρεις μήνες ή σε ένα χρόνο, προβλέπανε, η «ανάκαμψη» της οικονομίας θα διασφάλιζε την επιστροφή στην ανάπτυξη και θα περιόριζε την ανεργία. […]
Ο τρόπος κατανόησης της παρούσας κρίσης είναι αυτός καθαυτός ένα από τα ζητούμενα.

Πράγματι, αυτή η κρίση, μόνο και μόνο από την υπόστασή της, βάζει σε αμφισβήτηση την ορθότητα των προηγούμενων πολιτικών, την προτεραιότητα της οικονομικής διάστασης, τη νομιμότητα της κυρίαρχης ιδεολογίας και του κυρίαρχου πολιτικού προσωπικού, είτε αυτό είναι δεξιό είτε αριστερό.

Γιατί η κρίση κάνει πρόδηλο ότι η λειτουργία της οικονομίας όχι μόνο δεν ελέγχεται αλλά ούτε καν γίνεται κατανοητή από τους ηγέτες και τους διεκπεραιωτές της.

Οι κοινωνίες μας δεν κυριαρχούν πάνω στο μέλλον τους.

Ενώ ζούμε την αποδιάρθρωση αυτού του μέλλοντος, ταυτόχρονα μας υπόσχονται πως αύριο θα ξαναβρούμε τις ελπίδες της προηγούμενης δεκαπενταετίας, που στο μεταξύ έχουν διαψευσθεί.

Όλες οι κυρίαρχες ιδεολογίες συνασπίζονται για να μας εμποδίσουν να δούμε την κρίση σαν το τέλος της βιομηχανιστικής εποχής και την ενδεχόμενη αρχή μιας άλλης, θεμελιωμένης σε κάποια διαφορετική ορθολογικότητα, διαφορετικές αξίες, σχέσεις, ζωή.

Ν’ αλλάξουμε σοσιαλισμό

Όταν μιλάμε για βιομηχανιστικό πολιτισμό δε σημαίνει ότι αρνούμαστε ή ότι αγνοούμε τον ουσιαστικά καπιταλιστικό χαρακτήρα του.
Το γεγονός ότι ο βιομηχανισμό είναι κοινός στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό αποκαλύπτει τη δύναμη και τη σημασία αυτής της έννοιας.
Πράγματι, και η κρίση επίσης είναι κοινή στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]
Ο σοσιαλισμός του μέλλοντος ή θα είναι μεταβιομηχανικός και αντιπαραγωγικός ή δεν θα υπάρξει.
Ο προσδιορισμός του αποτελεί άλλο ένα θεμελιακό ζητούμενο, σε παγκόσμια κλίμακα, δηλαδή πέρα από τα σύνορα που χωρίζουν τους τρεις κόσμους.

Να αλλάξουμε ανάπτυξη

Όπως ο καπιταλισμός, έτσι και ο σοσιαλιστικός βιομηχανισμός, που θέλησε να αποτελέσει το ορθολογικοποιημένο αντίγραφο του πρώτου, δεν διαθέτει την απάντηση στην παρούσα κρίση, ούτε το φάρμακο κατά της πείνας και της εξαθλίωσης[…]

Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπορούν να ξαπλωθούν σε πλανητική κλίμακα, μια και είναι το ίδιο καταστροφικοί για τους πεπερασμένους φυσικούς πόρους και τις ισορροπίες, τις απαραίτητες στη συνέχιση της ζωής.

Η λύση στα ιδιαίτερα προβλήματα του κόσμου της πείνας απαιτεί από τον βιομηχανοποιημένο κόσμο να υιοθετήσει ένα μοντέλο κατανάλωσης και παραγωγής λιγότερο σπάταλο, λιγότερο επιδεικτικό, που να γεννάει λιγότερο την εξάρτηση και την ανικανότητα να παράγουμε αυτά που καταναλώνουμε. […]
… η πείνα και η εξαθλίωση […] δεν προκύπτουν ούτε από την «καθυστέρηση» ούτε από την ανεπάρκεια των παραγωγικών δυνάμεων. Προκύπτουν από:

  1. Τις αφαιμάξεις που διενεργούν οι βιομηχανοποιημένες καπιταλιστικές χώρες πάνω στους πόρους τους.
  2. Τα πολιτικά και κοινωνικά εμπόδια (για τα οποία ο αποικισμός και στη συνέχεια ο νέο-αποικισμός των πολυεθνικών φέρουν τεράστια ευθύνη) που παρεμβάλλονται στη χρησιμοποίηση των δικών τους παραγωγικών δυνάμεων.

Αρκεί να ξέρουμε ότι σε όλες τις χώρες της πείνας το ποσοστό ανεργίας κυμαίνεται ανάμεσα στο 20% και το 60% (εκτίμηση που κατά γενικό κανόνα είναι κατώτερη από την πραγματικότητα μια και δεν παίρνει υπόψη την υποαπασχόληση […]), για να εντοπίσουμε το πρωταρχικό πρόβλημα: να επιτραπεί στους πληθυσμούς να παράγουν τα μέσα διαβίωσής τους με εργαλεία που μπορούν να παράγονται άμεσα και να χρησιμοποιούνται επί τόπου – και όχι να πουλιούνται με πίστωση στις κυβερνήσεις τους ετοιμοπαράδοτα εργοστάσια που θα πληρώνουν μισθούς δυτικού επιπέδου σε τεχνικούς εκπαιδευμένους στη Δύση και θα προσφέρουν σε ένα μηδαμινό ποσοστό του ενεργού πληθυσμού την πρόσβαση στη μισθωτή εργασία και στο αμερικάνικο μοντέλο (αλλά όχι και επίπεδο) κατανάλωσης.

Η ιδέα ενός «ευρωπαϊκού σχεδίου Μάρσαλ» που θα διοχέτευε στον τρίτο κόσμο βιομηχανικά πλεονάσματα που δεν μπορούν να πουληθούν αλλού είναι μια ηλίθια απάτη: προκειμένου, δηλαδή, να «προσφέρει εργασία» (ευχαριστούμε, ω, αφέντες!) στους ευρωπαίους εργάτες, θα μπορούσε να εφοδιάσει χώρες – στις οποίες το 20, 40 ή 60% του πληθυσμού δεν διαθέτει ούτε γη, ούτε εργασία, ούτε μέσα εργασίας- με μηχανές και εργαλεία που επιτρέπουν την εξοικονόμηση εργατικού δυναμικού.
Και αυτές οι μηχανές και τα εργαλεία, τι θα παράγουν και για ποιους αγοραστές;

Καταναλωτικά προϊόντα πάνω απ’ όλα, αυτό εννοείται, για τους καταναλωτές (συμπεριλαμβανομένων και των ανέργων) του πλούσιου κόσμου.
Γιατί στον φτωχό κόσμο δεν υπάρχουν αξιόχρεοι καταναλωτές, ούτε καν για τα προϊόντα των εδαφών που έχουν υφαρπάξει οι γαιοκτήμονες και οι πολυεθνικές.
Όλοι οι διεθνείς οργανισμοί βοήθειας και ανάπτυξης (ΟΗΕ, UNESCO, UNICEF, Διεθνής Τράπεζα κλπ.) υποχρεώθηκαν να παραδεχτούν την προφανή διαπίστωση:

Η πείνα και η εξαθλίωση δεν πρόκειται να εξαλειφθούν μέσα από την οικονομική ανάπτυξη βιομηχανιστικού τύπου αλλά μέσα από ειδικού τύπου πολιτικές που θα προσφέρουν στον πληθυσμό τη μεγαλύτερη δυνατή πρόσβαση στα μέσα αυτοπαραγωγής (και συγκεκριμένα στη γη) και επομένως στην ίδια την αυτοπαραγωγή. […]

Ένα από τα κεντρικά ζητούμενα της κρίσης είναι το κατά πόσον θα δοθεί ή όχι η δυνατότητα στον προ-βιομηχανικό κόσμο να φτάσει σε ένα μεταβιομηχανικό και μετακαπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δίχως να περάσει μέσα από τη γενίκευση των μισθωτών και εμπορευματικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν τον βιομηχανισμό.

—–
Η ανεργία δεν είναι παρά η ορατή εκδήλωση μιας πολύ πιο ριζικής μείωσης της εργασίας στη σύγχρονη κοινωνία. Αυτή η τάση είναι πια αμετάκλητη. Ποια προοπτική απομένει; Που μας οδηγεί η κατάργηση της εργασίας;
Ραλφ Νταρεντορφ
Δ/ντής της London School of Economics

Πριν εκδιωχθούν από τον Παράδεισο, ο Αδάμ και Εύα απολάμβαναν, δίχως να εργάζονται, ένα ψηλό βιοτικό επίπεδο. Μετά την εκδίωξή τους, υποχρεώθηκαν να ζήσουν μέσα στη φτώχεια και να δουλεύουν από το πρωί ως το βράδυ.
Η ιστορία της τεχνικής προόδου των τελευταίων διακοσίων ετών είναι η ιστορία της πεισματικής προσπάθειας να ξαναβρεθεί ο δρόμος του Παραδείσου.
Ωστόσο, τι θα γινόταν αν όλα τα πλούτη προσφέρονταν δίχως να χρειάζεται να δουλεύουμε με αντίτιμο ένα μισθό; Οι άνθρωποι θα πέθαιναν από πείνα στον Παράδεισο εκτός και αν απαντήσουμε με μια νέα εισοδηματική πολιτική στη νέα τεχνολογική κατάσταση.

Βασίλι Λεοντιεφ
Βραβείο Νόμπελ της Οικονομίας

Να δουλεύουμε λιγότερο, να δουλεύουμε όλοι – και να ζούμε καλύτερα
C.F.D.T.
(Γαλλική δημοκρατική Συνομοσπονδία Εργαζομένων)

—–
*Αποσπάσματα από το βιβλίο του Αντρέ Γκορζ, Οι δρόμοι του παραδείσου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2007.

—-
Ο Αντρέ Γκορζ γεννημένος στη Βιέννη τον Φεβρουάριο του 1923, ως Γκέραρντ Χορστ, ήταν γιος ενός Εβραίου εμπόρου και μιας καθολικής γραμματέως, γόνου καλλιεργημένης οικογένειας.

Αν και οι γονείς του δεν διέθεταν μια έντονη αίσθηση εθνικής ή θρησκευτικής ταυτότητας, επειδή μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον αντισημιτικό, ο πατέρας του οδηγήθηκε στο να ασπαστεί τον καθολικισμό, το 1930.
Το 1939, η μητέρα του τον στέλνει σε ένα καθολικό ίδρυμα της Λοζάνης, για να αποφύγει την επιστράτευσή του στον γερμανικό στρατό.
Το 1945, αποφοιτά από τη Σχολή Μηχανικών του πανεπιστημίου της Λοζάνης με πτυχίο χημικού μηχανικού.

Δείχνει ενδιαφέρον για τη φαινομενολογία και για το έργο του Σαρτρ.
Η γνωριμία του με τον Σαρτρ, την επόμενη χρονιά, σηματοδοτεί τη διανοητική του διαμόρφωση.
Ξεκινώντας την επαγγελματική του δραστηριότητα ως μεταφραστής αμερικανικής λογοτεχνίας σε έναν Ελβετό εκδότη, δημοσιεύει επίσης τα πρώτα του άρθρα στην εφημερίδα ενός συνεταιριστικού κινήματος.
Τον Ιούνιο του 1949, μετακομίζει στο Παρίσι.

Η είσοδός του στο ParisPresse σηματοδοτεί το ντεμπούτο του στη δημοσιογραφία, με το ψευδώνυμο Μισέλ Μποσκέ.

Ο Ζαν-Ζακ Σερβάν-Σρεμπέρ, το 1955, τον προσλαμβάνει ως οικονομικό συντάκτη στο LExpress.
Παράλληλα, πλησιάζει την ομάδα των σαρτρικών και υιοθετεί μια υπαρξιστική προσέγγιση του μαρξισμού, που τον οδηγεί στο να παραχωρήσει μια κεντρική θέση στα ζητήματα της αλλοτρίωσης και της απελευθέρωσης, και όλα αυτά μέσα στο πλαίσιο μιας συλλογιστικής όπου η κατευθυντήρια αρχή είναι η προσήλωση στην υπαρξιακή εμπειρία και στην ανάλυση των κοινωνικών συστημάτων από τη σκοπιά του ατομικού βιώματος.

Αυτές οι αναφορές στην φαινομενολογία και στον μαρξισμό υπαρξισμό αποτελούν τα φιλοσοφικά θεμέλια των πρώτων του βιβλίων, τα οποία υπογράφει πλέον ως Αντρέ Γκορζ: Le Traitre (Le Seuil, 1958), La Morale de lhistoire (Le Seuil, 1959), Les fondements pour une morale (Galilee, 1977).
Στον πυρήνα της σκέψης του κυριαρχεί λοιπόν το ζήτημα της αυτονομίας του ατόμου.
Συνάγει λοιπόν μια αντίληψη βαθύτατα χειραφετιστική του κοινωνικού κινήματος, όπου η έννοια της ανάπτυξης της ατομικής αυτονομίας προσλαμβάνεται ως η προϋπόθεση εκ των ουκ άνευ για τη μετατροπή της κοινωνίας.

Αυτή την ιδέα, πως ατομική και συλλογική απελευθέρωση αλληλοκαθορίζονται αμοιβαία, τη μοιράζεται με τον Χέρμπερτ Μαρκούζε, προσωπικό φίλο, αλλά κυρίως μεγάλη μορφή της Σχολής της Φρανκφούρτης. Επηρεασμένος από την τάση της φρανκφουρτιανής προσέγγισης – να ξεπεραστεί ο οικονομισμός της παραδοσιακής μαρξιστικής ανάλυσης της κοινωνίας -, κριτικάρει την υποταγή της κοινωνίας στις επιταγές της οικονομικής λογικής.
Ο στρουκτουραλισμός, εξ αιτίας της ίδιας της αφετηρίας του (κεντρικότητα της δομής) και της άρνησης του υποκειμένου και της υποκειμενικότητας, γίνεται επίσης το αντικείμενο βίαιης κριτικής.

Η θέση του, ταυτόχρονα αντιθεσμική, αντιστρουκτουραλιστική και αντι-αυταρχική, βρίσκεται και στη γραμμή που δίνει στην επιθεώρηση Les Temps Modernes, με την είσοδό του στη συντακτική της επιτροπή (1961).
Βρίσκεται λοιπόν στο ίδιο μήκος κύματος με Ιταλούς ριζοσπάστες όπως ο Γκαραβάνι, ο νεοκεϊνσιανιστής κομμουνιστής Μπρούνο Τρεντίν ή ο ελευθεριακός συνδικαλιστής Βιτόριο Φόα.

Ως επικεφαλής της ομάδας των διανοουμένων της «ιταλικής» τάσης της νέας Αριστεράς, ασκεί αρκετή επιρροή πάνω στους αγωνιστές της UNEF και της CFDT, ιδιαίτερα στους Ζαν Οζέρ, Μισέλ Ρολάν και Φρεντό Κρουμνόφ.

Με το βιβλίο του Εργατική Στρατηγική και νεοκαπιταλισμός (Le Seuil, 1964), αναφέρεται στα συνδικαλιστικά κινήματα και τις στρατηγικές που τους προσφέρονται, ενώ προβαίνει σε μια αυστηρή κριτική του μοντέλου της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Την ίδια χρονιά, εγκαταλείπει το LExpress μαζί με τους Σερζ Λαφορί, Ζακ-Λοράν Μποστ, Κ.Σ. Καρόλ και Ζαν Ντανιέλ, για να ιδρύσει το Noubel Observateur.
Ενώ συνεχίζει να επεξεργάζεται μια θεωρία επαναστατικών μεταρρυθμίσεων, με τα έργα του Le Socialisme Difficele (Le Seuil, 1967) & Reforme et Revolution (Le Seuil, 1969), το κύμα αμφισβήτησης που ξεσηκώνει ο Μάης του ’68 τον επηρεάζει βαθιά.

Η υπαρξιστική του σκοπιά του σοσιαλισμού έρχεται σε σύγκλιση με εκείνον τον αριστερίστικο αυθορμητισμό που καταγγέλλει το πώς οι διάφορες μορφές των θεσμών (το κράτος, το σχολείο, η οικογένεια, η επιχείρηση, κλπ) περιορίζουν την ελευθερία του ανθρώπου.
Οι θέσεις του Ιβάν Ίλιτς πάνω στην εκπαίδευση, την ιατρική ή την κατάργηση της μισθωτής εργασίας, τίθενται πλέον στο επίκεντρο της συλλογιστικής του.
Όμως η εξέλιξή του έχει αντίκτυπο στις συνεργασίες του.
Στο Temps Modernes έχει την ευθύνη της έκδοσης από το 1969, αλλά από το 1974, μια διαφωνία ως προς το τεύχος το αφιερωμένο στην ιταλική οργάνωση Λότα Κοντίνουα προκαλεί την παραίτησή του.

Αν και παραμένει επί μακρόν παραίτηση στα χαρτιά και μόνο, αντικατοπτρίζει την απομάκρυνσή του από τν Ζαν – Πολ Σαρτρ.
Παράλληλα στον Nouvel Observateur, μπαίνει στο περιθώριο του οικονομικού τμήματος, προς όφελος πιο κλασικών οικονομολόγων.
Η εκστρατεία του κατά της πυρηνικής βιομηχανίας, είχε ως συνέπεια να ασκηθούν ισχυρές πιέσεις στην εφημερίδα από τη γαλλική ΔΕΗ και να περικοπούν οι διαφημίσεις.
Η άρνηση της διεύθυνσης του περιοδικού να του παραχωρήσει ένα ειδικό τεύχος πάνω στο θέμα, τον οδηγεί να δημοσιεύσει το αφιέρωμά του στο Que Choisir?, που σημειώνει μεγάλη επιτυχία.

Η εξέλιξή του αυτή πάει χέρι χέρι με τη στράτευσή του στους κόλπους ενός ρεύματος της ριζοσπαστικής οικολογίας, όπου αναδεικνύεται με τα δοκίμιά του σε εξέχουσα φυσιογνωμία.

Δημοσιεύει μια συλλογή άρθρων και δοκιμιών, με τον τίτλο, Ecologie et Politique (Galilee 1975, Οικολογία και Πολιτική, έκδοση, Λιβάνης), ανάμεσά τους το δοκίμιο Οικολογία και Ελευθερία, που συνιστά αφ’ εαυτού «ένα από τα θεμελιώδη κείμενα της οικολογικής προβληματικής».
Έρχεται σε ρήξη με την ελευθεριακή παράδοση, στο εσωτερικό της οποίας τοποθετούσε έως τότε τη συλλογιστική του .
Σε μια λογική υπονόμευσης του καπιταλιστικού συστήματος και σε μια απόπειρα σύζευξης του μαρξισμού με την οικολογία, επιχειρεί να φέρει μια οικολογική απάντηση στις ανάγκες του συστήματος, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα τις καταστροφικές προεκτάσεις του παραγωγίστικου υποδείγματος πάνω στις οικολογικές και κοινωνικές ισορροπίες.

Μέσω μιας σκέψης θεμελιωδώς αντι-οικονομίστικης, αντιχρησιμοθηρικής και αντι-παραγωγίστικης, συνδυάζει την απόρριψη της καπιταλιστικής λογικής της συσσώρευσης πρώτων υλών, ενέργειας και εργασίας, με μια κριτική του διευρυμένου καταναλωτισμού, μετά τη μελέτη της έκθεσης του Κλαμπ της Ρώμης σχετικά με τα όρια της κατανάλωσης.
Στη συνέχεια, φαίνεται να επηρεάζεται από τον Λουί Ντιμόν, υιοθετώντας την οπτική του ότι η μαρξιστική παράδοση, όπως η φιλελεύθερη παράδοση, απορρέει από μια οικονομίστικη λογική.

Η αντίθεσή του προς τον ηδονιστικό και χρησιμοθηρικό ατομικισμό, καθώς και προς τον παραγωγίστικο και υλιστικό κολεκτιβισμό, αντανακλά τη σπουδαιότητα που έχει γι’ αυτόν η διεκδίκηση των αξιών του ανθρώπου.
Μετά το Οικολογία και Ελευθερία, η αντίληψή του για την οικολογία σαν ένα εργαλείο ριζικού και μετωπικού κοινωνικού μετασχηματισμού του καπιταλισμού, αντικατοπτρίζει μια αντίληψη σαφώς πιο αντικαπιταλιστική.

Τονίζοντας την ενδογενή σχέση μεταξύ παραγωγισμού, ολοκληρωτισμού και λογικής του κέρδους, επιβεβαιώνει, κατ’ εξοχήν, τη δομική σχέση μεταξύ οικολογικής κρίσης και καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης.
Καλεί λοιπόν σε μια «επανάσταση οικολογική, κοινωνική και πολιτισμική, που θα καταργήσει τους καταναγκασμούς και τις πιέσεις του καπιταλισμού».
Όμως προσβλέπει πάντα στη σύνθεση αυτού του οικολογικού προτάγματος με τη σοσιαλιστική ουτοπία της κατάργησης της μισθωτής εργασίας.
Αυτό είναι ορατό και στο έργο του Adieux au proletariat (Galilee, 1980, Ελλ. Εκδ. Αποχαιρετισμός στο Προλεταριάτο), σφοδρή αμφισβήτηση του μαρξισμού και της λατρείας του προλεταριάτου.

Η αρχή της δεκαετίας του ’80 σηματοδοτεί τη ρήξη του με τα διάφορα ρεύματα με τα οποία είχε συνδεθεί.
Κατ’ αρχής, με το σαρτρικό κίνημα, μια και παύει να συνεργάζεται στο περιοδικό, μετά του θάνατο του ιδρυτή του (1980).
Κατόπιν, με τις διάφορες μαρξιστικές ευαισθησίες, στις επιθέσεις των οποίων απαντά με το les Cemins du Paradis (Galilee, 1983. Οι δρόμοι του Παραδείσου, πρώτη ελληνική έκδοση, Κομμούνα 1985).
Διάκειται ευνοϊκά προς την ιδέα ενός κοινωνικού εισοδήματος, ανεξάρτητου από την εργασία, αναπτύσσει τους προβληματισμούς του κυρίως γύρω από τη διαφορά μεταξύ πλούτου και ανταλλακτικής αξίας.

Δίνει τέλος στη ζωή του σε ηλικία 84 χρονών, μαζί με τη γυναίκα του Ντορίν, που έπασχε από ανίατη ασθένεια, στις 24 Σεπτεμβρίου του 2007. Αυτήν που, το 2006, της είχε αφιερώσει το βιβλίο Lettre a D.Histoire dun amour, Μια ωδή στην Ντορίν. (ελλ. Εκδ. Γράμμα στη Ντ. , Ποταμός).

Ένα απόσπασμα: « […] θα γίνεις ογδόντα δύο χρονών. Έχεις ζαρώσει έξι εκατοστά, ζυγίζεις μόλις σαράντα έξι κιλά και είσαι πάντα όμορφη, χαριτωμένη και επιθυμητή. Πάνε πενήντα οχτώ χρόνια που ζούμε μαζί και σ’ αγαπώ πιο πολύ από ποτέ.
Πρόσφατα, σε ξαναερωτεύτηκα για μια ακόμα φορά και με κατακλύζει και πάλι ένα τεράστιο κενό, που το καλύπτει μόνο το σώμα σου, σφιγμένο πάνω στο δικό μου […] θα θέλαμε να μη ζήσει κανείς μας τον θάνατο του άλλου. Έχουμε συχνά πει ότι, αν παρ’ ελπίδα, είχαμε μια δεύτερη ζωή, θα θέλαμε να τη ζήσουμε μαζί».

(Τα στοιχεία για τον Γκορζ και το έργο του προέρχονται από τη γαλλική έκδοση της Wikipedia)

H κοινωνια ως μηχανη αποκλεισμου _ Της Κατερινας Ματσα

Η κοινωνία ως «μηχανή αποκλεισμού». Της Κατερίνας Μάτσα

18:04, 08 Απρ 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/90637

Στην καρδιά της ορθολογικότητας της δικιάς μας κουλτούρας βρίσκεται ένας αποκλεισμός, που προηγείται οποιουδήποτε άλλου, πιο ριζικός από τον αποκλεισμό των τρελών, των παιδιών ή των κατώτερων φυλών, ένας αποκλεισμός που προηγείται όλων αυτών και χρησιμεύει ως πρότυπό τους, ο αποκλεισμός του νεκρού και του θανάτου».

[…] Προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα, σιωπηλοί μάρτυρες μιας χωρίς προηγούμενο κρίσης της κοινωνίας και του πολιτισμού.
Ένας πραγματικός μικρόκοσμος που βιώνει καθημερινά το θάνατο, ζώντας στο κοινωνικό περιθώριο, μέσα σ’ έναν κόσμο που γεννά και συσσωρεύει καταστροφές.

Η χρήση των ναρκωτικών γι’ αυτά τα νέα παιδιά γίνεται ένα παιχνίδι ρώσικης ρουλέτας, μια διαρκής αναμέτρηση με το θάνατο.

Αναζητούν απελπισμένα τη δύση τους, γνωρίζοντας ότι κάθε δόση μπορεί να είναι η μοιραία δόση.
Ζουν μέσα στην εξαθλίωση, γνωρίζοντας ότι αυτός ο τρόπος ζωής τους εκθέτει σε μυριάδες κινδύνους (λοιμώξεις, ατυχήματα, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές κ.α.).
Παρ’ όλα αυτά επιμένουν.

Το κάνουν όχι από ευχαρίστηση, όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά από ανάγκη.
Τα ναρκωτικά δεν αποτελούν αντικείμενο επιθυμίας αλλά ανάγκης.

Η εξάρτηση δεν είναι παρά ένας τυραννικός καταναγκασμός, καθημερινό μαρτύριο, που μετατρέπει τη ζωή σε κόλαση.
Για τους τοξικομανείς η προβληματική της επιθυμίας έχει μετατεθεί στο πεδίο της ανάγκης, ο θάνατος κυριαρχεί στην ψυχική σκηνή.
«Μέσα από τη χρήση των ναρκωτικών», λέει η Sylvie Le Poulichet, «επιτελείται μια διαρκής προσομοίωση θανάτου».
Η έναρξη της χρήσης ουσιών γίνεται, συνήθως, στην αρχή της εφηβείας.

Είναι η ηλικία της ανακάλυψης της άγνωστης, ακόμα, ηπείρου της σεξουαλικότητας και της συνάντησης του υποκειμένου με το ζήτημα του θανάτου.
Είναι η εποχή της αναμέτρησής του με το άγνωστο, το τυχαίο, το αβέβαιο, μέσα σε ένα φαντασιωτικό παιχνίδι, όπου το επίδικο είναι η ζωή του ή ο θάνατός του.

Από την ικανότητά του να «επιβιώσει» ψυχικά μέσα από αυτή την αναμέτρηση, από την ικανότητά του, δηλαδή, να βρει το δικό του πέρασμα προς τη ζωή, θα εξαρτηθεί το ίδιο το ψυχικό του γίγνεσθαι.

Στις περιπτώσεις όμως που υπάρχουν βαθιά ελλείμματα στον ψυχισμό του και συνθήκες κρίσης στο οικογενειακό και στο κοινωνικό περιβάλλον, τότε αυτό το πέρασμα προς τη ζωή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ικανοποιητικά για το άτομο και το παιχνίδι με το θάνατο γίνεται τρόπος ζωής, που μπορεί να πάρει τη μορφή της τοξικομανίας. […]

Το βέβαιο όμως είναι ότι σ’ αυτό το μακάβριο παιχνίδι η διαρκής πρόκληση του θανάτου αποσκοπεί, βασικά στην ακύρωσή του. […]

Όταν κάνουν χρήση δεν έχουν στο μυαλό τους το θάνατο, δεν επιδιώκουν – εκτός από συγκεκριμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις όπου συνυπάρχει ψυχοπαθολογία – να αυτοκτονήσουν. Ρισκάρουν το θάνατο για να κερδίσουν τη ζωή.

Επιδιώκουν, βασικά, να αποδείξουν –στον εαυτό τους, πρώτα απ’ όλα- ότι μπορούν να ακυρώσουν το θάνατο και να βγουν νικητές.
Κρύβουν την τρομακτική τους ανασφάλεια πίσω από την επίδειξη της –φαντασιωσικής- παντοδυναμίας που δίνουν τα ναρκωτικά. […]

Γι’ αυτό η λήψη υπερβολικής δόσης (OD) είναι τόσο συνήθης πρακτική, στην οποία ο ίδιος ελάχιστες, σχετικά, φορές δίνει το χαρακτήρα της απόπειρας αυτοκτονίας. […]
Όταν κάνει χρήση δεν υπάρχει γι’ αυτόν ο Άλλος, ως ζωντανή παρουσία στη ζωή του.

Υπάρχει μόνο το χάσμα της απουσίας, που δίνει τραγική διάσταση στη μοναξιά του.

Ο θάνατος, λοιπόν, σφραγίζει την καθημερινότητα της μίζερης ζωής τους, γιατί έχει ήδη σφραγίσει, από πριν, τον εσωτερικό ψυχικό τους κόσμο.
Μέσα σ’ αυτόν βρίσκεται, συχνά, κλεισμένος ένας αγαπημένος νεκρός που δεν μπόρεσαν να τον πενθήσουν, εγκιβωτισμένος σε μία «κρύπτη» στο εσωτερικό του Εγώ.

Το πένθος αυτού του νεκρού ήταν ανέφικτο μέσα στις συνθήκες που συντελέστηκε η μεγάλη απώλεια.

Αυτός ο ψυχικός τραυματισμός, που δεν έγινε δυνατό να μεταβολιστεί ψυχικά, μπορεί να συνδέεται με προσωπικά βιώματα, μπορεί όμως και να μεταδόθηκε από προηγούμενες γενιές και να αφορά συλλογικές εμπειρίες (της κοινότητας, του έθνους, της κουλτούρας στην οποία ανήκει η οικογένεια του συγκεκριμένου ατόμου).
Αυτό το τραύμα διαμορφώνει με πολύπλοκο και κρυπτικό, συνήθως, τρόπο τα δυναμικά της ψυχικής ζωής του ίδιου αλλά και της οικογένειάς του.

Γεννά κρύπτες και «φαντάσματα» που «στοιχειώνουν» τους ζωντανούς. […]

Η κλινική μας εμπειρία επιβεβαιώνει την παρουσία όλων αυτών των φαινομένων σε πολλούς τοξικομανείς, που προσήλθαν στον Συμβουλευτικό Σταθμό του 18 ΑΝΩ και ζήτησαν να ενταχθούν σε κάποιο από τα θεραπευτικά προγράμματα που υλοποιούνται στη Μονάδα.

Παρατηρήσαμε αρχικά ότι στο ιστορικό της οικογένειας των τοξικομανών αναφέρονται πολλοί θάνατοι, συνήθως πρόωροι και απροσδόκητοι.

Το πένθος γι αυτούς τους νεκρούς δεν έγινε εφικτό, για πολλούς λόγους, ιδιαίτερους για τον καθέναν.
Η έναρξη της χρήσης ουσιών τοποθετείται, συνήθως, χρονικά, μετά την τραυματική απώλεια και ο αδύνατο πένθος της. […]

Παρατηρήσαμε στην κλινική πράξη ότι στις περιπτώσεις που υπήρχε αδύνατο πένθος η θεραπευτική διαδικασία ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και οι υποτροπές συχνές, ακόμα και μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος.

Σ’ αυτά τα άτομα αναπτυσσόταν, συχνά, μετά την απεξάρτησή τους από τα ναρκωτικά, μια εξαρτητική σχέση με το αλκοόλ, η οποία προηγούνταν της υποτροπής στα ναρκωτικά και στη συνέχεια εξελισσόταν παράλληλα. […]

Η επιθυμία να φωτιστούν και να διερευνηθούν διεξοδικά όλα αυτά τα ζητήματα υπαγορεύτηκε βασικά από την ανάγκη να συμβάλουμε, ως 18 ΑΝΩ και στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, στο να γίνει η θεραπευτική διαδικασία της απεξάρτησης πληρέστερη, να προχωρήσει σε μεγαλύτερο βάθος και να είναι πιο αποτελεσματική.
Μ’ άλλα λόγια, διερευνήσαμε το πεδίο του θανάτου για να υπηρετήσουμε τη ζωή.

Η απώθηση του θανάτου και του πένθους

[…] Η διαδικασία του πένθους πραγματοποιείται στον τόπο της συνάντησης του ψυχικού με το κοινωνικό.
Η έκφραση του πένθους παίρνει πολλές μορφές (θρήνος, παράπονο, θλίψη, άγχος, οργή, αγανάκτηση, κ.α.).

Στους περισσότερους πολιτισμούς ο θρήνος αποτελεί την πρώτη αντίδραση στο θάνατο.
Σε όλους τους τύπους κοινωνιών οι τιμές στο νεκρό αποδίδονται μέσα από επιθανάτιες τελετές.
Πάντως ο τρόπος που εκφράζεται το πένθος σε μια κοινωνία συναρτάται στενά με την κουλτούρα της, με τον τρόπο που αφήνει ελεύθερα, προβάλλει και νοηματοδοτεί ή αντίθετα καταπνίγει και απαγορεύει να εκφραστούν τα αρνητικά συναισθήματα που γεννά η απώλεια.

Στις παραδοσιακές, τις προκαπιταλιστικές, κοινωνίες η εργασία του πένθους είχε κοινωνικό χαρακτήρα και αποτελούσε μέρος ενός τελετουργικού, στο πλαίσιο μια κοινωνικής πρακτικής, που περιελάμβανε ένα υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο γύρω από τον πενθούντα και μία διαδικασία από κοινού συμμετοχής της κοινότητας στο πένθος για τον νεκρό. […]

Ο άνθρωπος σ’ εκείνες τις κοινωνίες ήταν βαθιά και άμεσα κοινωνικός και δεν διαχώριζε τον εαυτό του από τη φύση.
Η οικειότητα με το θάνατο ήταν μια μορφή παραδοχής της τάξης και της φύσης.
Από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα, οι δημογραφικές μεταβολές, η βιομηχανική επανάσταση και η πρόοδος της Ιατρικής άλλαξαν τη στάση των ανθρώπων απέναντι στο θάνατο.

Ο θάνατος καθενός, καθώς και ο θάνατος των οικείων του, εσωτερικεύεται, απωθείται και εκδιώκεται από την καθημερινότητά του.
Η απώλεια ενός οικείου και ο χρόνος του πένθους δεν αποτελούν πλέον μια εμπειρία στην οποία συμμετέχει και το κοινωνικό σώμα.
Το πένθος στις κοινωνίες της νεωτερικότητας έχει χάσει το κοινωνικό του χαρακτήρα και έχει γίνει μια στενά ατομική υπόθεση, μια ατομική ψυχική διεργασία.
Αυτό που κυριαρχεί σε κοινωνικό επίπεδο είναι η απώθηση του θανάτου μέσα σε συνθήκες ακραίας εξατομίκευσης.

«Η σύγχρονη κοινωνία», λέει ο Αρίες, «στερεί τον άνθρωπο από το θάνατό του και δεν του τον επιστρέφει παρά μόνο εφόσον δεν πρόκειται να ταράξει τους ζωντανούς. Από την άλλη μεριά, απαγορεύει στους ζωντανούς να δείχνουν συγκινημένοι από το θάνατο του άλλου, δεν τους επιτρέπει ούτε να κλάψουν τους νεκρούς, ούτε να κάνουν ότι τους νοσταλγούν».

Σε μια κοινωνία η οποία μέσα στην κρίση της λειτουργεί ως «μηχανή αποκλεισμού», δημιουργώντας όρους κοινωνικού αποκλεισμού για ένα ευρύτατο και διαρκώς διευρυνόμενο φάσμα ατόμων και κοινωνικών ομάδων, ο μεγαλύτερος αποκλεισμός είναι αυτός του νεκρού και του θανάτου.

«Στην καρδιά της ορθολογικότητας της δικιάς μας κουλτούρας βρίσκεται ένας αποκλεισμός, που προηγείται οποιουδήποτε άλλου, πιο ριζικός από τον αποκλεισμό των τρελών, των παιδιών ή των κατώτερων φυλών, ένας αποκλεισμός που προηγείται όλων αυτών και χρησιμεύει ως πρότυπό τους, ο αποκλεισμός του νεκρού και του θανάτου».

Οι σύγχρονες πόλεις είναι χτισμένες σαν να μην υπάρχει θάνατος. Το φέρετρο είναι πολύ δύσκολο να φτάσει στον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας ή του ουρανοξύστη.
Κανείς πια δεν είναι διαθέσιμος για να «ξενυχτήσει» τον νεκρό στο σπίτι του το τελευταίο βράδυ πριν από την ταφή και να συμπαρασταθεί στους πενθούντες συγγενείς του. […]
Σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές απουσιάζει τραγικά ένα υποστηρικτικό δίκτυο ανθρώπων γύρω από τους πενθούντες, για να μοιραστεί μαζί τους τον πόνο της απώλειας και να θρηνήσει τον νεκρό.

Όμως η εμπειρία του πένθους χρειάζεται, οπωσδήποτε, έναν συνομιλητή για να βιωθεί και να εκφραστεί με λόγια, να μιληθεί. […]
Ο θάνατος του προσφιλούς προσώπου πρέπει να εγγραφεί κοινωνικά, να πάρει το χαρακτήρα μιας κοινής «μαρτυρίας», μιας από κοινού συμμετοχής στον πόνο της απώλειας, ενός συλλογικού θρήνου.

Η απουσία αυτού του κοινωνικού συνομιλητή που μπορεί να λειτουργήσει για τους πενθούντες ως υποστηρικτικό δίκτυο οδηγεί στην αποκοινωνικοποίηση και τελικά στην απώθηση του πένθους.
Ο βαθμός της απώθησης του πένθους σε κοινωνικό επίπεδο αποτελεί δείκτη του βαθμού αποξένωσης των ανθρώπων, μέτρο της κοινωνικής αλλοτρίωσης.

Μέσα στις συνθήκες που ορίζονται από την κυρίαρχη σήμερα ιδεολογία του ατομικισμού διαμορφώνεται ο ψυχισμός της νέας γενιάς, της γενιάς «χωρίς μέλλον» (generation no future”) και εμφανίζεται πολύμορφα η αδυναμία της, σε συλλογικό επίπεδο, να επιτελέσει το πένθος της για ένα καλύτερο μέλλον, που δικαιούται, αλλά της το στερούν.

Μήπως, λοιπόν, αυτό το αδύνατο πένθος των νέων της εποχής μας γίνεται ένας από τους παράγοντες που πυροδοτούν, σε τόσο μεγάλη έκταση, τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές τους; Μήπως η σημερινή κοινωνία του θεάματος είναι ανίκανη να πενθήσει επειδή έχει μετατρέψει και τον ίδιο το θάνατο σε θέαμα;

Ακόμα και οι μαζικοί θάνατοι των πολέμων, των βομβαρδισμών, των μαζικών καταστροφών δεν αντιπροσωπεύουν για τον θεατή τους – που τους παρακολουθεί στην τηλεόραση, αμέτοχος, με το αίσθημα της ασφάλειας που παρέχει ο ιδιωτικός του χώρος- παρά απλές τηλεοπτικές εικόνες που συντηρούν την ψευδαίσθηση ότι ο θάνατος δεν τον αφορά προσωπικά, είναι κάτι ξένο προς αυτόν, δεν επηρεάζει την καθημερινότητά του.
Πίσω από αυτή την αδυναμία του μέσου ανθρώπου της εποχής μας να αποδεχτεί το θάνατο και να μιλήσει ανοιχτά για αυτόν, βρίσκεται η αδυναμία του να πενθήσει τους νεκρούς του.

Βρίσκεται η ανικανότητά του να επεξεργαστεί ψυχικά τον τραυματισμό της απώλειας και να τον επουλώσει.
Βρίσκεται μια βαθιά ελλειμματική λειτουργία συμβολοποίησης και μετουσίωσης.

Γι’ αυτό δεν αντέχει τον ψυχικό πόνο και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον ναρκώνει.
Ακόμα και στις κορυφαίες στιγμές του αποχαιρετισμού του νεκρού, κατά την τελετή της ταφής του, οι πενθούντες, συγγενείς και φίλοι, παρευρίσκονται συνήθως με ναρκωμένες τις αισθήσεις από τα ηρεμιστικά που καταναλώνουν.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, βέβαια, μπλοκάρουν ακόμα περισσότερο τη διαδικασία του πένθους, τη στιγμή ακριβώς που θα έπρεπε να αρχίσει.

«Τελικά», λέει ο Αρίες, «καταλήγει κανείς να αναρωτηθεί αν μεγάλο μέρος της σημερινής κοινωνικής παθολογίας πηγάζει από την τοποθέτηση του θανάτου έξω από την καθημερινή ζωή, από την απαγόρευση του πένθους και του δικαιώματος να πενθούμε τους νεκρούς μας».

Αποσπάσματα από το νέο βιβλίο της Κατερίνας Μάτσα, «Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη» Ο τοξικομανής και ο θάνατος, των εκδ. Άγρα.

Η ψυχίατρος Κατερίνας Μάτσα γεννήθηκε το 1947 στη Νέα Αρτάκη Ευβοίας. Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και Ψυχιατρική στο Παρίσι και την Αθήνα. Είναι η γυναίκα του Σάββα Μιχαήλ.
Εργάζεται στο Ε.Σ.Υ., στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, το γνωστό Δαφνί, από το 1974 μέχρι σήμερα. Είναι η επιστημονική υπεύθυνη της Μονάδας Απεξάρτησης Τοξικομανών Ψ.Ν.Α. – 18 ΑΝΩ και εκδότρια του περιοδικού «Τετράδια Ψυχιατρικής».
Το 2001 κυκλοφόρησε στις Εκδόσεις «Άγρα» το βιβλίο της «Ψάξαμε ανθρώπους και βρήκαμε σκιές… Το αίνιγμα της τοξικομανίας» το 2006 «Η περίπτωση Ευρυδίκη – Κλινική της τοξικομανίας» και «Ψυχοθεραπεία και τέχνη στην απεξάρτηση – Το «παράδειγμα» του 18 Άνω (2008).


Διαβάστε επίσης στο tvxs.gr: