Παντοτε θα υπαρχουν και χειροτερα _ Πετρος Τατσοπουλος

Πάντοτε θα υπάρχουν και χειρότερα. Πέτρος Τατσόπουλος

07:12, 31 Δεκ 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/80530

Ήθελα να βγω στον καθαρό αέρα. Πρέπει να ήταν έντεκα όταν έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Κατέβηκα στο ισόγειο. Κατηφόρισα προς τη Φωκίωνος Νέγρη. Προσπέρασα το δημοτικό μου σχολείο. Στο ύψος της Επτανήσου έστριψα αριστερά. Κατευθύνθηκα προς το παλιό μου γυμνάσιο. Στην οδό Χανίων….
Ένιωθα τρομερή έξαψη, καθώς προχωρούσα στο δρόμο, εκείνη τη νύχτα του Νοεμβρίου – μια έξαψη που επιθυμούσα το συντομότερο κάπου να τη διοχετεύσω, με κάποιον να τη μοιραστώ…»
Πέτρος Τατσόπουλος

«…Αυθόρμητα επέλεξα την τότε φιλενάδα μου, ένα συνομήλικό μου κορίτσι από τη Λακωνία, δίχως να πολυψειρίσω τις πιθανές παρενέργειες. Διέμενε μαζί με το θείο της και τη μητέρα του θείου της σ’ ένα διαμέρισμα επί της οδού Χανίων, λίγο πιο κάτω από το παλιό μου γυμνάσιο. Παρέβλεψα ότι ο θείος της αγνοούσε το δεσμό μας και ότι η ώρα ήταν μάλλον περασμένη για δεκαεννιάχρονες Σπαρτιάτισσες. Παρέβλεψα τα πάντα. Της τηλεφώνησα από ένα θάλαμο να κατέβει στην είσοδο της πολυκατοικίας κι έπειτα πήγα γραμμή στο σπίτι της.

Εκεί, μέσα στην πολυκατοικία, μόλις ένα δυο μέτρα από την είσοδο, η φιλενάδα μου έμαθε το μεγάλο μυστικό. Δεν είχε συνέλθει ακόμη από την έκπληξή της, όταν αντίκρισε το θείο της να προβάλλει από την πόρτα του ασανσέρ. Ολοφάνερα ο θείος δεν έδειχνε ευδιάθετος.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε απότομα. «Γιατί μας ανησυχείς τέτοιαν ώρα;»
«Συγγνώμη για την ώρα» ψέλλισα. «Ήθελα να πω κάτι στην ανιψιά σας. Ειλικρινά, δεν ήθελα να σας ανησυχήσω».

«Τι πράγμα;» επέμεινε.
Προσπάθησα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου.
«Συγγνώμη και πάλι. Θα προτιμούσα να μην σας το πω. Είναι άλλωστε κάτι που δεν έχει σχέση μ’ εσάς».

Με κοίταξε παγερά. Θα έλεγε κανείς ότι είχα ξεστομίσει την πιο εξωφρενική παραδοξολογία.
«Είναι κάτι» επανέλαβε αργά αργά, στην προσπάθειά του να το κατανοήσει, «που αφορά την ανιψιά μου και δεν αφορά εμένα;»
«Φαντάζομαι ότι θα είναι ελάχιστα αυτά, τα πράγματα» τόλμησα να σχολιάσω «αλλά έτσι είναι. Συγγνώμη».

Αγνόησε παντελώς την τρίτη μου συγγνώμη στη σειρά. Μου έδειξε την εξώπορτα.
«Βγες έξω» πρόσταξε.
Υπενθυμίζω ότι δεν ήμουν μέσα στο διαμέρισμά του. Ήμουν απλώς μέσα στην πολυκατοικία. Μου μιλούσε εξ ονόματος ολόκληρης της πολυκατοικίας και, απ’ όσο ήμουν σε θέση να γνωρίζω, δεν ήταν καν ο διαχειριστής.

«Κοιτάξτε» δήλωσα κατευναστικά «ειλικρινά, δεν θέλω να το τραβήξουμε».
«Βγες έξω αμέσως!»
«Εντάξει» συναίνεσα απρόθυμα «αφού επιμένετε… Σήμερα λοιπόν, απόψε, για πρώτη φορά στη ζωή μου, έμαθα πως είμαι υιοθετημένος».

Περίμενα να τον σοκάρω με την ευθύτητά μου και να του σπάσω τον τσαμπουκά. Αντ’ αυτού μου έριξε ένα απλανές βλέμμα, λες και αυτή η παραδοξολογία ήταν πιο εξωφρενική και από την προηγούμενη.
«Κι εμένα» ρώτησε «τι με αφορά;»

Είμαι αδύναμος άνθρωπος. Ανέκαθεν ήμουν αδύναμος άνθρωπος. Δεν επισκέφτηκα ποτέ γυμναστήριο. Δεν ενόχλησα ποτέ τον παραμικρό μυώνα. Τότε μάλιστα – πάνε πια είκοσι οκτώ χρόνια- ήμουν και ασύγκριτα ελαφρύτερος. Κλαράκι στον άνεμο. Ένας μίσχος. Εξάλλου, παρότι διασκέδαζα όταν η Σίσι Σπέισικ, στην Kάρι, μετακινούσε με τη σκέψη της μαχαιροπίρουνα και τα κάρφωνε στις μοχθηρές συμμαθήτριές της ή όταν παρακολουθούσα τα αντίστοιχα καμώματα του Γιούρι Γκέλερ, δεν πίστεψα ποτέ στις ψυχοκινητικές σαχλαμάρες.

Εντούτοις, εκείνη τη στιγμή, βρισκόμουν ένα μόλις βήμα, όχι πριν τις πιστέψω απλώς, αλλά πριν τις βάλω σ’ εφαρμογή. Όλη η έξαψη της βραδιάς είχε συμπυκνωθεί και είχε συγκεντρωθεί στα ακροδάχτυλά μου. Ήμουν σίγουρος πως, έτσι και άγγιζα το θείο της φίλης μου, θα εκσφενδονιζόταν στον απέναντι τοίχο. Πρέπει να μετέδωσα και στο βλάκα ένα μέρος από αυτή την ενέργεια, διότι ενστικτωδώς άρχισε να οπισθοχωρεί προς το ασανσέρ.

Καθώς οπισθοχωρούσε έντρομος, τον έλουζα με κάθε είδους βρισιές. Δεν ήταν κοινές βρισιές. Ήταν ο Αντίχριστος στα μεγάλα του κέφια. Θυμίζαμε σκηνή από τον Εξορκιστή. Όπως ήταν αναμενόμενο, σηκώσαμε την πολυκατοικία στο ποδάρι.

Θορυβημένοι νοικάρηδες και ιδιοκτήτες κατέβαιναν στο ισόγειο και αντίκριζαν τον δαιμονισμένο. Κανένας δεν τολμούσε να με πλησιάσει. Στοιχίζονταν όλοι πίσω από το θείο. Αυτός ήταν ο Αϊ-Γιώργης που θα κάρφωνε το δράκο.

Μόνο μια γριά γυναίκα κότησε να σταθεί στο πλάι του.
«Τι συμβαίνει, παιδάκι μου;»
Ο θείος την κοίταξε με απόγνωση.

«Μαμά, με είπε μαλάκα».

Αυτό ήταν. Η οργή μεταμορφώθηκε μεμιάς σε ευφορία. Δάκρυα γέλιου ανέβλυσαν από τα μάτια μου. Ο άνθρωπος ήταν ευλογημένος. Πιο αδιαπέραστος κι από σιδηροπαγές σκυρόδεμα. Δεν θα πέθαινε ποτέ. Θα έτρεπε τον καρκίνο σε άτακτη φυγή. Θα ρύθμιζε τις αρρυθμίες. Ακόμα και τη δική μου διάθεση είχε καταφέρει να διορθώσει. Έφυγα από την πολυκατοικία του ανακουφισμένος.

Τι υιοθεσίες και κουραφέξαλα; Πάντοτε θα υπάρχουν και χειρότερα.»

Πέτρος Τατσόπουλος

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η καλοσύνη των ξένων», Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2011. Η πρώτη του έκδοση ήταν τον Νοέμβριο του 2006)

Άλλα άρθρα του Πέτρου Τατσόπουλου στο tvxs.gr:
Φαντασία και Πολιτική ορθότητα. Του Πέτρου Τατσόπουλου
Π. Τατσόπουλος στο tvxs.gr: Η τεχνολογία στην υπηρεσία των… αναλφάβητων
Κοροβέσης, Μακριδάκης, Μίσσιος, Τατσόπουλος, Φάρος για τη φοροδιαφυγή της εκκλησίας
Ο Π. Τατσόπουλος μιλά στο tvxs για… το 1821
Τι πρέπει να κάνουμε; Απαντά ο Πέτρος Τατσόπουλος
Πέτρος Τατσόπουλος: Λίγο ακόμη και θα το πιστέψουν
Η ατάκα της ημέρας
Ο Π. Τατσόπουλος για Μ. Ψωμιάδη και οικογένεια Μητσοτάκη

Kαποια απο τα δημοσιευμενα θεματα στο tvxs.gr _ 2011 _ 2012

Kαποια απο τα δημοσιευμενα θεματα στο tvxs.gr _ 2011 _ 2012

Γιαννης Τσαρουχης

Ό, τι να πεις, είναι επικίνδυνο. Γιάννης Τσαρούχης

06:01, 01 Ιαν 2012 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/80518

Δεν ξέρω γιατί έγραψα αυτά τα κείμενα. Ίσως νόμιζα ότι η αδύνατή μου φωνή θα υπερνικήσει το θορυβώδες τραίνο που περνάει χωρίς να σταματά…»
Γιάννης Τσαρούχης
(1910-1989)


«… Έχοντας αποθέσει όλες μου τις ελπίδες στην ζωγραφική, είχα τύψεις
όταν ασχολιόμουν με κάτι άλλο.

Δεν έχω ταλέντο συγγραφέα, αλλά έχω ιδέες. Να μου συχωρέσουν αυτή την αδυναμία να το νομίζω. Με τη ζωγραφική μόνο δεν θα μπορούσα να βγάλω το άχτι μου για ένα σωρό πράγματα με τα οποία διαφωνούσα στην καθημερινή μου ζωή.

Ότι έγραψα, κατά το αρχαίο ελληνικό σύστημα, είναι ελαφρώς ρετουσαρισμένο. Αν οι Αιγύπτιοι εφεύραν την μεγέθυνση με τα τετράγωνα, οι αρχαίοι Έλληνες, μ’ όλη την αυθορμησία τους, βρήκαν το ρετουσάρισμα. Πολύ αργότερα το απεδέχθησαν οι φωτογράφοι. Το ρετουσάρισμα έχει δύο όψεις: είναι το χονδροειδές μακιγιάζ που δείχνει αυτό που θέλεις να κρύψεις, η μια του όψη, και η άλλη είναι το ρετουσάρισμα που κάνουμε για να έχουμε το πράγμα που αξίζει τον κόπο χωρίς τα περιττά του. «Μια φορά μας μίλησε η σελήνη, μια φορά μας μίλησε ο έρωτας, η άνοιξη, όλα τα άλλα είναι βαρετά διαλείμματα», λέει ο φιλόσοφος.

Το κακό με μένα είναι ότι θέλω να πω κάτι μ’ αυτά που γράφω και δεν έχω το χάρισμα που έχουν οι αληθινοί λογοτέχνες να γράφουν σελίδες πολλές χωρίς να λένε τίποτε.

Ό, τι να πεις, είναι επικίνδυνο. Καλύτερα θα ήταν να μην γράφει κανείς καθόλου, ιδίως όταν είναι ελεύθερος.

Και όταν έχει καταλάβει πως η διόρθωση των ατόμων είναι βιασμός της ιδιοτροπίας της φύσεως. Το αρχαίο ιδεώδες να είσαι ένας καλός υπηρέτης του πλησίον σου και ν’ αγαπάς συγχρόνως τον εαυτό σου καθίσταται μέρα με τη μέρα αδύνατον. Και καταντάει τέλος να κάνεις όλο τον κόσμο για την ασφάλειά του να είναι «όνος δορά λέοντος επενδυθείς». Ο Χριστός θέλοντας να βρει τη δυνατότερη μορφή αγάπης την οποία πρέπει να δίνεις στον πλησίον σου, θεώρησε την αγάπη προς τον εαυτό μας ως την πιο ισχυρή, φυσική και τέλεια.

Αυτοί όλοι που δεν αγαπούν τον εαυτό τους πώς μπορεί να είναι χριστιανοί;

Η αστική υπεροψία σπρώχνει πάντοτε τους ανθρώπους να κάνουν κάτι το κακό ή το αξιοθαύμαστο. Αυτή ευθύνεται για τα ναρκωτικά, αυτή για τα εγκλήματα, αυτή για ό,τι μας αηδιάζει στον άνθρωπο. Απ’ αυτή βγαίνουν όλες οι επαναστάσεις για ν’ αποφύγουμε τη χειρότερη δικτατορία που είναι της οικογένειας.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν εκτιμούν τους καλλιτέχνες. Μόνο αυτοί που ξέρουν να παρακαλούνε γονατιστοί θεωρούνται άξιοι να ενισχυθούν από το Κράτος.

Είναι τραγικό για τη σημερινή νεολαία που ζητά μόνο διορισμό. Κανείς δεν θέλει να κερδίσει από μια τίμια εξυπηρέτηση του πλησίον που μόνο με μια εξυπηρέτηση και ολοκλήρωση του πάθους του μπορεί να συνδυαστεί. Κάποτε νόμιζα ότι όλη αυτή την κατάσταση του μικρού και του μεγάλου αστού εύκολα μπορώ να την αλλάξω. Αδύνατον όμως.

Όση αηδία κι αν προκαλεί ο σημερινός άνθρωπος,  αστικός άνθρωπος την πόλεως, δεν είναι εύκολο να τον μετατρέψεις όσα κι αν του δίνεις.
Πολλά πράγματα έρχονται από την Ευρώπη με τα βιβλία και τα περιοδικά.

Δεν είναι δυνατόν όμως να βρεθεί ο χαρακτήρας της Ελλάδος αν δεν έχουμε τη δυνατότητα αυτή την αυστηρή πραγματικότητα του υποκειμένου να την απαλλάξουμε από την πλήρη ταυτότητα με τον εαυτό μας.

Πάω σχεδόν να μαρτυρήσω γιατί έγραψα αυτά τα κείμενα. «Ο νοών νοήτω» τι θέλω να πω. Αλλά εγώ πρέπει να έχω μια μάσκα να προφυλάγομαι από τις επικίνδυνες και ποικιλόμορφες τιμωρίες της κοινωνίας.

Ανακατεύομαι με τον κόσμο που αντιπροσωπεύει η εφημερίδα μη μπορώντας ν’ αντέξω τη μοναξιά αυτή που δεν κάνει ό,τι κάνει όλος ο κόσμος.
Μ’ αρέσει η μοναξιά αλλά φοβάμαι μήπως με κλείσουν σε τείχη ανεπαισθήτως.

Οι φρόνιμοι καλλιτέχνες που κρατούν τη θέση τους, που ξέρουν να κάνουν ένα αφηρημένο ταμπλώ άρτιο, που σκοπό τους έχουν να κάνουν μια καριέρα, δεν μπορούν να καταλάβουν πως η ζωγραφική μου δεν είναι τόσο ανειδοποίητη από τα ζωγραφικά προβλήματα.

Αλλά μ’ ενδιαφέρει να πολιορκήσω επιτυχώς τα θέματα που μ’ απασχολούν, που είναι και σύμβολα ελευθερίας.»
Γιάννης Τσαρούχης, Μαρούσι, Σεπτέμβρης ‘86

(Εισαγωγή του βιβλίου «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», εκδ. Καστανιώτη, 1989)


——————-

«Καλότυχοι όσοι είναι διχασμένοι…»

«… Αγαπώ την Κάλας και τη Σωτηρία Μπέλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος. Ας κοπιάσουν όσοι σκανδαλίζονται γι’ αυτό να καταλάβουν τι μου συμβαίνει.

Εγώ πάντως κοπίασα και κοπιάζω για να βρω μια τάξη και μια ισορροπία. Θέλω συνεχώς να γνωρίζω και να ξεκαθαρίζω. Για να είμαι ελεύθερος ν’ αγαπήσω απόλυτα.

Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι προηγούμενες επιτυχίες. Είναι φυσικό να θέλω να κάνω ελληνικό ό,τι μ’ αρέσει στην Αναγέννηση. Αλλά ποτέ δεν θέλησα να γίνω Ιταλός.

Τελικά, θέλω να αισθανθώ τη μεγάλη χαρά του να μπορώ να κάνω εγώ ο ίδιος έργα τέλεια, σχεδόν αχειροποίητα, όπως οι χρωμολιθογραφίες που θαύμαζα στις ταβέρνες και στις λατέρνες, ξεκινώντας από πρόσωπα υπαρκτά και σύγχρονα που με συγκινούν.

Ο γραφισμός του Καραγκιόζη και της Κεραμεικής είναι κάτι το έμφυτο στη μεσογειακή ράτσα και το αγαλματώδες και φωτοσκιασμένο είναι η μεγάλη και επίσημη παράδοσή μας, από την αρχαιότητα ως τις εικόνες.

Μού ‘ρχεται να πω: Καλότυχοι όσοι είναι διχασμένοι…

Θα ήθελα να υπάρχουν και άλλοι τρόποι για ν’ αποδώσουν ακόμη πιο πιστά την πραγματικότητα. Η μοντέρνα τέχνη και οι ελευθερίες της μ’ ενδιαφέρουν ως πιθανότητες τελειοποιήσεως της πειστικής αναπαραστάσεως και όχι ως φυγές απ’ αυτήν.

Τι είναι πραγματικότης; Δεν ξέρω, αλλά είναι κάτι σχετικό με την ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί θεωρήματα.»
Γιάννης Τσαρούχης, Μαρούσι, Σεπτέμβρης ‘86

(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», εκδ. Καστανιώτη)

(Φωτογραφία πορτραίτου: Γιώργος Τουρκοβασίλης 1970)

Δεν θα υποκυψουμε! Του Γιαννη Μακριδακη

Δεν θα υποκύψουμε! Του Γιάννη Μακριδάκη

09:01, 01 Ιαν 2012 | tvxsteam tvxs.gr/node/80692

Αποχαιρέτισα το 2011 κάνοντας επίσκεψη σε έναν αγαπημένο μου φίλο ο οποίος γεννήθηκε το 1916. Τον βρήκα να κάθεται σ’ ένα σκαμνί δίπλα στο τζάκι του σπιτιού του και να κοιτάζει τις φλόγες. Οι κόρες των ματιών του ίσα που φαινότανε μέσα από τα χοντρά γυαλιά του αλλά με γνώρισε αμέσως μόλις μπήκα στο σπίτι και φώναξα το όνομά του για να μην τρομάξει.

Μεγάλος αγωνιστής ο μπάρμπα Στέλιος. Στρατό στο αλβανικό, ξανά στρατό στη Μέση Ανατολή, σύρματα στο Ντεκαμερέ κι ύστερα Αη Στράτη και Μακρονήσι, κοντά είκοσι χρόνια βασανισμένος από την εξουσία και όλα τα υπόλοιπα από την κοινωνία. Δαχτυλοδειχτούμενος αριστερός ανάμεσα σε ανθρώπους αμόρφωτους, έρμαια κάθε λογής προπαγάνδας και προκατάληψης.

Έμαθα πως πήρες το περιβόλι του τάδε, μου είπε γελώντας μόλις έκατσα πλάι του. Χάρηκα μόλις το ‘μαθα πως το πήρες εσύ. Αυτός ήτανε σκληρός άνθρωπος. Στην Πείνα πουλούσε ένα ζευγάρι λαστιχένιους πάτους των παπουτσιών και έπαιρνε 28 οκάδες λάδι. Μαυραγορίτης, έτσι τα ‘καμε τα λεφτά και την περιουσία. Και εμένα μου λεγε, Στέλιο, εγώ τα λεφτά τα καμα με τον ίδρο μου, δεν είμαι εγώ κουμουνιστής σαν εσένα. Σφούγγιξε με τον αντίχειρα το μέτωπό του ο μπάρμπα Στέλιος γέρνοντας λίγο το κεφάλι δεξιά για να μου δείξει ακριβώς την κίνηση και το ύφος του τότε συνομιλητή του.

Ύστερα, συνέχισε, όταν έχτιζε το σπίτι του, είχε πάρει εργολάβο τον αδερφό μου. Και του είπα λοιπόν του αδερφού μου να τον ρωτήσει μήπως μπορώ να πάω να δουλέψω κι εγώ στην οικοδομή επειδή χρειαζόμουνα μεροκάματα για να ταίσω τα παιδιά μου. Τον ρωτάει λοιπόν τον αδερφό μου σαν του το πε, αυτός είναι κουμουνιστής, εγγυάσαι εσύ για αυτόν;  Εγγυήθηκε λοιπόν ο αδερφός του ο Παναγής και δούλεψε μεροκάματο στο γιαπί ο Στέλιος. Κι ο Παναγής ήτανε στον Άη Στράτη και στη Μακρόνησο αλλά τον θεωρούσανε δευτέρας τάξεως κουμουνιστή, πιο ακίνδυνο διότι δεν είχε κάνει στα Σύρματα όπως ο άλλος. Τον Στέλιο τον είχανε για κομουνιστική αυθεντία!

Και κοίτα πως τα φερε η ζωή, μου λέει μετά γελαστός πάλι. Να τη διαφυλάει ως κόρη οφθαλμού την περιουσία του, να γδέρνει τον κόσμο για να την αβγατίσει και μόλις τα ‘κλεισε τα μάτια του, την πουλήσανε οι απόγονοι, τη διασκορπίσανε, και έτυχε να το πάρεις εσύ το περιβόλι! Αν γινότανε τώρα να αναστηθεί και να το ‘βλεπε αυτό το πράμα, θα ξαναπέθαινε αμέσως! Πως πήγε το πιο καλό του περιβόλι σε έναν αριστερό! Δε μπορούσε να συγκρατήσει τα γέλια του ο Στέλιος καθώς τα λεγε αυτά και τα άφησε να ξεχυθούνε γάργαρα, έλαμπε ευχαριστημένη η φάτσα του μπρος στο τρέμουλο της φωτιάς.

Όση ώρα τα λεγε αυτά, εμένα το μυαλό μου έτρεχε στις σύγχρονες «αγορές» που κυβερνάνε με τον ίδιο κι απαράλλαχτο τρόπο τον κόσμο σήμερα. Που ξεζουμίζουνε λαούς ολόκληρους για να αβγατίσουνε τα κέρδη τους. Στις «αγορές» που πίσωθέ τους κρύβονται άνθρωποι, άπληστοι, αμόρφωτοι άνθρωποι, άνθρωποι αλαζόνες που δεν έχουνε καταλάβει τίποτα από τη μικρότητά τους, ούτε καν την πνοή τους που τους ορίζει και μια των ημερών θα πάψει αλλά ο κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά από αυτούς.

Εκεί τώρα να σπέρνεις, να βάζεις κήπους, σοβάρεψε απότομα ο μπάρμπα Στέλιος και μου διέκοψε τις σκέψεις, με προσγείωσε πάλι μπρος στο τζάκι του. Είδες τι μας έχουνε κάνει; Κατοχή έχομε πάλι, θα ρθει και πείνα όπου να ‘ναι. Εγώ συμφωνούσα αμίλητος. Αλλά εμείς δεν θα υποκύψομε, μου είπε με φωνή που έγινε ξαφνικά στεντόρια, σαν να βγήκε μέσα από τις πέτρες του τζακιού ένιωσα. Μπορεί να μην έχουμε να φάμε αλλά δεν θα υποκύψομε. Λάμψανε τα μάτια του. Η ψυχή του το λεγε ακόμα. Θα τρώμε χόρτα και ρίζες άμα χρειαστεί, αλλά δεν θα υποκύψομε, ξανάπε για τρίτη φορά, θα αγωνιστούμε. Σταμάτησε και με κοίταζε μες στα μάτια κάτω από τα χοντρά του γυαλιά.

Nαι μπάρμπα Στέλιο, δεν θα υποκύψουμε, είπα. Δεν θα μας στείλουνε αυτοί ούτε στο ψυχιατρείο ούτε στον τάφο.

Ε, στο ψυχιατρείο, μπορεί να πάνε κάποιοι από μας, ανταπάντησε σε τόνο χαμηλό, συνωμοτικό, και αναστέναξε προβληματισμένος. Μάλλον γύρισε η σκέψη του πίσω. Διότι τα μάτια του καρφώθηκαν στις φλόγες και δεν ξαναμίλησε. Αναθυμόταν μάλλον τους συντρόφους του στο Μακρονήσι, που τρελαθήκανε από το ξύλο το ανελέητο των ΕΣΑτζήδων. Μου τις είχε διηγηθεί αυτές τις ιστορίες αμέτρητες φορές στο παρελθόν.

Σηκώθηκα να φύγω αργά αργά μιας και ταξίδευε το μυαλό του.

Χαιρετηθήκαμε με μια απλή ευχή. Να ξαναβρεθούμε σύντομα. Τίποτ’ άλλο.

Γιάννης Μακριδάκης

http://yiannismakridakis.gr/