Συναξαρι Αντρεα Κορδοπατη. Του Θαναση Βαλτινου

Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη. Του Θανάση Βαλτινού

18:12, 05 Δεκ 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/78007

Το πρώτο μισό του 20ου αιώνα είναι γεμάτο από συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα τα οποία συναντάμε συχνά, μετουσιωμένα σε λογοτεχνία, μέσα στις σελίδες μυθιστορημάτων ή διηγημάτων…» o συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για την δημιουργική εμπειρία – από την έμπνευση έως το τυπογραφείο – του βιβλίου: «Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη. Βιβλίο δεύτερο, Βαλκανικοί –’22» των εκδόσεων της Εστίας.

«… Συγγραφικά με ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτή η περιοχή των εθνικών περιπετειών. Η μετανάστευση, οι πόλεμοι, ο Εμφύλιος.
Με βασικό υλικό αυτό το ιστορικό φορτίο έχει χτιστεί το «Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη. Βιβλίο δεύτερο, Βαλκανικοί –’22».

Το βιβλίο κινείται χρονικά από την εποχή των βαλκανικών πολέμων έως την Μικρασιατική καταστροφή. Είναι μια θριαμβική εθνική πορεία που θα καταλήξει στη συμφορά της Σμύρνης, με τον βίαιο εκπατρισμό ενός και μισού εκατομμυρίου Ελλήνων από τις εστίες του της Ιωνίας.

Σε αντίθεση με το πρώτο βιβλίο, αυτό το δεύτερο «Συναξάρι» δεν στηρίζεται στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση του κεντρικού ήρωα. Αποτελείται από πολλές φωνές. Αυτό για τεχνικούς λόγους. Το υλικό ήταν τεράστιο, τα χρονικά ανοίγματα μεγάλα και τα προβλήματα σύνθεσης που παρουσιάζονταν έπρεπε να αντιμετωπιστούν δραστικά.

Η λογοτεχνία δεν γράφεται μόνο με αισθήματα ή εντυπώσεις. Απαιτεί μελέτη και έρευνα, μια παρατεταμένη προεργασία, κυρίως όταν τα θέματα ξεπερνούν την εποχή μας και τα όρια των αναμνήσεών μας.

Για να εντρυφήσει κάποιος σε παρελθόντες χρόνους υπάρχουν τα ιστορικά βιβλία και οι μαρτυρίες –καταγεγραμμένες ή προφορικές- ανθρώπων που έχουν ζήσει την αντίστοιχη εποχή.

Χρησιμοποίησα και τις δύο πηγές. Ιδιαίτερα χρήσιμες βρήκα τις προφορικές μαρτυρίες. Κυρίως των απλών ανθρώπων που είχαν λάβει μέρος σε εκείνους τους πολέμους. Ήταν οι μεγάλες τους ώρες και τους άρεσε να ξαναγυρίζουν σ’ αυτές.

Ήσαν τα νιάτα τους. Η βοήθεια που μου έδωσαν δεν περιοριζόταν στις πληροφορίες μόνο. Κράτησα στοιχεία από την αλήθεια των ζωών τους.

– Να μαζέψω το μυαλό μου να τα θυμηθώ όλα. Το καλοκαίρι σε σκηνές, τον χειμώνα στα αμπριά. Λάσπη και υγρασία. Με τις χλαίνες και μια κουβερτούλα μονή, μαδημένη. Έντεκα χρόνια στρατιώτης.
-Θα ήθελες να ξαναπάς, να τα δεις εκείνα τα μέρη;
-Μπορεί. Τα βλέπω στον ύπνο μου κάτι φορές.
– Τα βλέπεις;
-Ναι. Και γω είμαι όπως τότε. Είκοσι χρονών.
»

——————

Η νουβέλα του Θανάση Βαλτινού Ο τελευταίος Βαρλάμης εκφωνήθηκε ως ομιλία στις 27.04.2010, κατά την επίσημη τελετή υποδοχής του ως νέου τακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών.

«Δύο πιστολιές, ακριβώς από πίσω του και αμέσως άλλες δύο θρυμματίζουν τη νύχτα. Ύστερα βήματα που απομακρύνονται τρέχοντας. Η Φιλίτσα ουρλιάζει δείχνοντας τον αποσβολωμένο Μισέλ: «Αυτός με ξέρει». Τα βήματα επιστρέφουν.
            Τις δύο και τις άλλες δύο πιστολιές ο Μισέλ δεν τις άκουσε. Η Φιλίτσα εξακολουθούσε να ουρλιάζει υστερικά: «Αυτός με ξέρει».
            Ο Μισέλ κρατώντας με τα χέρια την ανοιχτή κοιλιά του κατάφερε να συρθεί, σχεδόν πάνω από τον νεκρό Σαράντη, ως τον πλάτανο. Ακούμπησε στην τραχιά ρίζα του και λίγο πριν το κεφάλι του πέσει δίπλα ξερό, ήρθε η Βιργινία Βαρλάμη και τον φίλησε στο μέτωπο».

Ένα μακρύ διήγημα, όπου το πραγματικό και το φανταστικό συμπλέκονται με ένταση σε μια πυκνή αφήγηση όλης σχεδόν της νεοελληνικής ιστορίας. Έχει ιδιαίτερη σημειολογική σημασία, καθώς είναι το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που εκφωνήθηκε αντί ομιλίας στην Ακαδημία Αθηνών, κατά την επίσημη τελετή υποδοχής του συγγραφέα ως τακτικού μέλους της.  Λαμπρινή Κουζέλη, Το Βήμα της Κυριακής, 05/09/10

Τόσο παραδοσιακός, τόσο μοντέρνος. Αυτό μπορείς να σκεφθείς για το πρόσφατο βιβλίο του Θανάση Βαλτινού Ο τελευταίος Βαρλάμης. Ένα δημοτικό ολιγόστιχο τραγούδι για τον χαμένο πολεμιστή του 1821 γίνεται αφορμή για περιδιάβαση τους δύο τελευταίους αιώνες της ιστορίας μας. Όχι με την έννοια της ιστορικής καταγραφής αλλά με το ρίγος ζωής που τη διαπερνά. Ακολουθώντας τα χνάρια των αρρένων απογόνων του Βαρλάμη ο Θανάσης Βαλτινός θα αναφερθεί στην ντροπή του 1897, στους Βαλκανικούς Πολέμους, στη διαμάχη «βενιζελικών» και βασιλικών, στην Κατοχή. Θα σκιαγραφήσει αισθαντικά το μεσοπολεμικό κλίμα, την αισθητική της Ελλάδας στην αρχή του αιώνα. Ένα κείμενο 50 μόλις σελίδων που παίζει με την Ιστορία και την Τέχνη.  Γιάννης Μπασκόζος, από συνέντευξη του συγγραφέα στο Βήμα της Κυριακής, 28/11/2010

Η ιστορία της οικογένειας του πολέμαρχου Βαρλάμη, από την Επανάσταση του ’21 ως τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, σ’ ένα αφήγημα που πατά στη δημοτική παράδοση, διατρέχει τις περιπέτειες της νεοελληνικής συνείδησης και μεταδίδει ακέραιο το ρίγος της Ιστορίας.  Σταυρούλα Παπασπύρου, περιοδικό επτά της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, 12/12/10

————

Ο Θανάσης Βαλτινός έχει γράψει διηγήματα, μυθιστορήματα, όπως και σενάρια για τον κινηματογράφο. Έχει μεταφράσει αρχαίους Τραγικούς: Τρωάδες, Ορέστεια, Μήδεια.
Το 1984 τιμήθηκε με το Βραβείο Σεναρίου του Φεστιβάλ Καννών· το 1990 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος· το 2001 με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη.
Το 2008 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

To εθνος να λυπαστε… Καλιλ Γκιμπραν

Το έθνος να λυπάστε… Καλίλ Γκιμπράν

07:12, 05 Δεκ 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/77833

Το έθνος να λυπάστε αν φορεί ένδυμα που δεν το ύφανε.
Ψωμί αν τρώει αλλά όχι απ’ τη σοδειά του.
Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.
Το έθνος να λυπάστε που δεν υψώνει τη φωνή παρά μονάχα στη πομπή της κηδείας.
Που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες τα ερείπιά του.
Που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα.
Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα για φιλόσοφο, μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του.
Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους. «Kαλίλ Γκιμπράν, «ο Κήπος του Προφήτη» – 1923

O Kahlil ή Khalil Gibran (1883-1931), ποιητής, στοχαστής και ζωγράφος, που έγινε ευρύτερα γνωστός με το βιβλίο του «Ο προφήτης», γεννήθηκε στο Bsharri του Λιβάνου από φτωχή οικογένεια μαρωνιτών χριστιανών.

Το 1895 η οικογένειά του αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τη φυλάκιση του πατέρα του και τη δήμευση της περιουσίας του από τις οθωμανικές αρχές, και εγκαταστάθηκε στη Βοστώνη, περιοχή όπου υπήρχε μεγάλη κοινότητα λιβανέζων. Επειδή δεν είχει πάει καθόλου σχολείο, λόγω των οικονομικών δυσκολιών των παιδικών του χρόνων (είχε διδαχθεί τα αραβικά στο σπίτι), γράφτηκε στο αγγλόφωνο σχολείο-γυμνάσιο της περιοχής. Το 1898 επέστρεψε στη Βηρυτό, όπου γράφτηκε στο κολέγιο και παρέμεινε για τέσσερα χρόνια για να επανασυνδεθεί με τις πολιτισμικές του ρίζες. Εν τω μεταξύ, η ικανότητά του στη ζωγραφική είχε ήδη συγκεντρώσει το ενδιαφέρον του αβάν-γκαρντ φωτογράφου, καλλιτέχνη και εκδότη της Βοστώνης Fred Holland Day, που τον ενθαρρύνει στις προσπάθειές του.

Το 1904 οργανώνει την πρώτη του έκθεση ζωγραφικής στη Βοστώνη, κατά τη διάρκεια της οποίας γνωρίζεται με την οκτώ χρόνια μεγαλύτερή του Mary Elizabeth Haskell, με την οποία θα συνδεθεί με φιλία για όλη του τη ζωή. Το 1908 πηγαίνει στο Παρίσι για να μαθητεύσει για δύο χρόνια κοντά στον Αύγουστο Ροντέν, όπου γνωρίζεται με τον, επίσης πιστό φίλο του, γλύπτη Youssef Howayek. Ενώ τα πρώτα έργα του Γκιμπράν είναι γραμμένα στα αραβικά, τα περισσότερα έργα του μετά το 1918 είναι γραμμένα απευθείας στα αγγλικά. Σαν συγγραφέας, θα επιχειρήσει με την πένα του να γεφυρώσει τον πολιτισμό της Ανατολής με αυτόν της Δύσης. Ζώντας στην Αμερική, θα προσπαθήσει, δίκην προφήτη, να διασώσει την ελληνοχριστιανική πολιτισμική παράδοση του ανθρωπισμού, της οποίας η εγκατάλειψη είναι περισσότερο από αισθητή, και, ταυτόχρονα, να επανασυνδέσει τον δυτικό άνθρωπο με τη σοφία που είναι κρυμένη μέσα του.

Ο Γκιμπράν έλαβε μέρος, επίσης, στην κίνηση των «μεταναστών ποιητών» -Al-Mahjar- της Νέας Υόρκης, μαζί με σημαντικούς αμερικανολιβανέζους συγγραφείς όπως οι Ameen Rihani (ο «πατέρας» της λιβανέζικης αμερικανικής λογοτεχνίας), Mikhail Naimy και Elia Abu Madi. Ο Γκιμπράν ξανάγραψε πολλές φορές τον «Προφήτη» -μια σύνθεση 23 ποιητικών στοχασμών- μέχρι να εκδοθεί, τελικά, το 1923. Γραμμένο από τον ίδιο στην αγγλική γλώσσα, είναι το βιβλίο που τον έκανε περισσότερο γνωστό και γνώρισε πολλές επανεκδόσεις. Πέθανε τον Απρίλιο του 1931 στη Ν. Υόρκη από φυματίωση και κίρρωση του ήπατος και θάφτηκε στην πατρίδα του, τον επόμενο χρόνο, από τη Mary Elizabeth Haskell, σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία.

Τα γνωστότερα βιβλία του είναι: «Ara’is al-Muruj» («Νύμφες της κοιλάδας» ή «Νύμφες του πνεύματος», 1906), «al-Arwah al-Mutamarrida» («Επαναστατημένα πνεύματα» ή «Ανυπόταχτες ψυχές», 1908), «al-Ajniha al-Mutakassira» («Σπασμένα φτερά», 1912), «Dam’a wa Ibtisama» («Το δάκρυ και το χαμόγελο», 1914), «The Madman» («Ο τρελός», 1918), «al-Mawakib» («Η λιτανεία», 1919), «al-‘Awasif» («Η θύελλα», 1920), «The Forerunner» («Ο πρόδρομος», 1920), «al-Bada’i’ waal-Tara’if» («The New and the Marvellous»,1923), «The Prophet» («Ο προφήτης», 1923), «Sand and Foam» («Άμμος και αφρός», 1926), «The Son of Man» («Ο γιός του ανθρώπου», 1928), «The Earth Gods» («Οι θεοί της γης», 1929), «The Wanderer» («Ο περιπλανώμενος», 1932), «The Garden of the Prophet» («Ο κήπος του προφήτη», 1933), κ.ά.

Σχετικά Άρθρα: