Tagesspiegel: Ο κανιβαλισμός δεν είναι μακριά. Του Γιάννη Μακριδάκη

tvxs.gr _Tagesspiegel: Ο κανιβαλισμος δεν ειναι μακριά. Του Γιαννη Μακριδακη

In Ruinen. Dieses Dorf auf Chios ist verlassen, seit dem Krieg mit den Türken 1822. Quelle: Foto: LAIF

«Πώς το κράτος κλέβει τους πολίτες του και η Ευρώπη προσπαθεί να σώσει το τομάρι της». Το άρθρο του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη που δημοσιεύεται σήμερα στο tvxs, κυκλοφόρησε την Τρίτη με παρόμοιο υπότιτλο στην γερμανική εφημερίδα «Der Tagesspiegel» στο  πρωτοσέλιδο του Kultur. Η ενημέρωση για τη δημοσίευση έγινε κατόπιν επικοινωνίας της Κρυσταλίας Πατούλη με τον κ. Ελευθέριο Οικονόμου από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού στο Βερολίνο*.

«Πριν από πενήντα χρόνια ο άνθρωπος που έμενε στο σπίτι το οποίο τώρα διαβιώ, στο χωριό Βολισσός της Χίου, ενός νησιού στην άκρη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέναντι από τη Σμύρνη της Τουρκίας, έκανε πάρα πολλές δουλειές για να ζήσει. Καλλιεργώντας τη γη του και εκμεταλλευόμενος τα ζωντανά του εξασφάλιζε το καθημερινό φαγητό της οικογένειάς του και δυο τρεις φορές το χρόνο προγραμμάτιζε από καιρό πριν το μεγάλο ταξίδι. Φόρτωνε δυο μουλάρια με διάφορα προιόντα μεταξύ των οποίων κάρβουνα και ρακί παραγωγής του, καβαλούσε κι αυτός τον γάιδαρο και ξεκινούσε μέσα από τα μονοπάτια των βουνών για να φτάσει στην πρωτεύουσα Χίο, να πουλήσει την πραμάτεια του και να δει το χρώμα του χρήματος που του ήταν αναγκαίο κάποιες φορές και έπρεπε να το ’χει. Οι εποχές που υπήρχαν ληστές και πειρατές στο διάβα των ανθρώπων ήτανε πλέον περασμένες ανεπιστρεπτί. Ο μόνος φόβος που του είχε απομείνει ήτανε το Κράτος. Συνήθως τα ξυλοκάρβουνα και το ρακί ήτανε λαθραίας παραγωγής, λίγες οκάδες όλα κι όλα, μη φανταστείτε, αλλά δίχως άδεια νόμιμη κι αυτό ήτανε αιτία αρκετή για να χει ο άνθρωπος μπλεξίματα. Έτσι η διαδρομή προς την πρωτεύουσα γινότανε μετά φόβου Θεού και με πολλές προφυλάξεις. Στις διασταυρώσεις των μονοπατιών με τον αμαξωτό τη στήνανε πότε πότε οι χωροφύλακες και κάνανε έλεγχο στα κοφίνια, ενώ στο μοναδικό καφενείο που συναντούσε κατά την εννιάωρη οδοιπορία του και περνούσε από κει για να δροσιστεί τα καλοκαίρια ή να ζεστοκοπηθεί λιγάκι τους χειμώνες, συνήθως ήταν στρατοπεδευμένοι δασονόμοι και ψάχνανε για το παράνομο κάρβουνο. Η κυρά Άννα η καφετζού κάθε φορά που ήτανε η εξουσία, χωροφυλάκοι ή δασικοί, να τρωγοπίνει μες στα πόδια της και να χει στημένο καρτέρι, ανέβαινε στο τσαρδί του καφενείου και άπλωνε ένα λευκό σεντόνι, δήθεν να στεγνώσει η μπουγάδα και με τον τρόπο αυτό ειδοποιούσε τους οδοιπόρους, μαζί και τον δικό μου, ότι στο μαγαζί της βρίσκεται το Κράτος, οι λήσταρχοί του, να κάνουν κράτει στο διάβα τους τους ειδοποιούσε, να περιμένουν πότε θα κατέβει το σεντόνι ή να αλλάξουνε ρότα, να τραβήξουνε από άλλο μονοπάτι κατά την πρωτεύουσα, να μην περάσουνε ούτε απ’ έξω από το καφενείο της.

Έτσι γινότανε οι δουλειές, αυτή ήτανε η ζωή τότε. Μεγάλες οι δυσκολίες του βίου, μικρές οι ανομίες και ένα κράτος μπαμπούλας να απειλεί καθημερινά με πρόφαση αυτά τα μικροαδικήματα που τότε ήτανε τεράστιας σημασίας. Αυτή ήτανε και η πορεία των χωρικών προς την πρωτεύουσα. Τέλος, αυτό ήτανε και το πιο μεγάλο ταξίδι του βίου τους. Από το χωριό προς την πόλη της Χίου. Διότι μακρύτερα δεν πηγαίνανε, δεν είχανε λόγο κανέναν για να πάνε. Όλα τα βρίσκανε στην πρωτεύουσα, εννιά ώρες δρόμο μακριά από το σπιτικό τους, ακόμα και τον μπελά τους βρίσκανε αφού δεν ήτανε λίγες οι φορές που πέφτανε πάνω στις κακοτοπιές. Που το Κράτος τούς συλλάμβανε, τους έχωνε στο αυτόφωρο και στο τέλος τους έκοβε βαριά και δυσβάσταχτα πρόστιμα διότι αυτός ήτανε ο μοναδικός του στόχος. Να μαζέψει χρήμα. Το Κράτος λοιπόν ήτανε ο μεγάλος τους φόβος, ο μοναδικός τρόμος της διαδρομής, ο τελευταίος λήσταρχος.».

Το άρθρο συνεχίζει:

«Σήμερα, μισόν αιώνα μετά, πολλά έχουν αλλάξει. Ο σύγχρονος ένοικος του παλαιού πέτρινου σπιτιού στο οποίο διαβιώ στη Βολισσό της Χίου, εγώ δηλαδή, έχει άλλες ανέσεις στην καθημερινότητά του. Έχει ηλεκτρικό ρεύμα και διαδίκτυο, δεν χρειάζεται να καταφεύγει σε μικροπαρανομίες φτιάχνοντας ξυλοκάρβουνα και ρακί λαθραία για να ζήσει. Καλλιεργεί όμως κι αυτός τη γη για να χει την τροφή του και γράφει βιβλία για να βλέπει το χρώμα του χρήματος που είναι σήμερα απόλυτα απαραίτητο, όχι όπως τότε. Με το αυτοκίνητό του πηγαίνει σε μία ώρα στην πόλη αλλά η πόλη δεν είναι η πρωτεύουσα πλέον. Η πρωτεύουσα είναι πάλι εννιά ώρες μακριά (υπό τις πιο ευνοϊκές συνθήκες) και πρέπει να πάρει δυο αεροπλάνα για να φτάσει ως εκεί. Έφτασε σαράντα χρονών κι ακόμα στην πρωτεύουσα δεν έλαχε να πάει, δεν είχε λόγο ως τώρα. Μα να που η ώρα έφτασε. Ένα βιβλίο του παρουσιάζεται και είναι καλεσμένος. Θα πάει στο Βερολίνο, στην πρωτεύουσα. Πέντε μήνες πιο νωρίς άρχισε να προετοιμάζει κι εκείνος το ταξίδι του. Όπως ο παλιός ένοικος του σπιτιού του. Έκλεισε εισιτήρια, έκανε συνεννοήσεις για τα ξενοδοχεία και κανόνισε τα ραντεβού του για τις όποιες συναντήσεις του εκεί. Όταν τα τέλειωσε όλα αυτά ησύχασε και περίμενε απλά πότε θα έρθει η μέρα της αναχώρησης. Ο φόβος όμως και αυτού παρέμεινε ένας και μοναδικός. Ο ίδιος, απαράλλαχτος, ο παλιός φόβος. Ο μοναδικός λήσταρχος που καραδοκεί ακόμα, όχι πια στη διαδρομή διότι τα μέτρα ασφαλείας στα αεροδρόμια είναι σύγχρονα και δρακόντεια, αλλά μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Και αποδείχτηκε για άλλη μια φορά βάσιμος αυτός ο διαρκής και αναλλοίωτος μισόν αιώνα τώρα φόβος. Μέχρι να ‘ρθει η ώρα της αναχώρησής του βρέθηκε πέντε φορές αντιμέτωπος με τον λήσταρχο που του ’χε στημένο καρτέρι τρωγοπίνοντας, και τις πέντε φορές το πλήρωσε πολύ ακριβά. Έκτακτες εισφορές, φόρος ακίνητης περιουσίας (για το παλαιό πέτρινο χωριατόσπιτο) και στο τέλος, τρεις μέρες πριν την αναχώρηση, ένας αβάσταχτος και εκβιαστικά συνδεδεμένος με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ειδικός φόρος ακινήτου (ναι, για το παλαιό πέτρινο σπίτι στο χωριό) για να τον πληρώσει αναγκαστικά, να μη μείνει δίχως ρεύμα μες στο καταχείμωνο που έρχεται. Διότι δεν σκοπεύει να μείνει εσαεί στην πρωτεύουσα, θα επιστρέψει πάλι στο χωριό μετά από λίγες μέρες.


Στο Βερολίνο η κυβέρνηση μετράει αριθμούς, δείκτες, στατιστικά στοιχεία
και λέει το χρέος είναι τόσο, τόσο το έλλειμμα, τόσο τοις εκατό επί του ΑΕΠ και δίνει εντολές. Οι τοπικοί του χωροφύλακες τις εκτελούν φοβισμένοι να μη χάσουν τις θέσεις τους, να μην απολυθούν, και στήνουν, τρωγοπίνοντας πάντα οι ίδιοι, καρτέρια στις ζωές μας. Και έχουν αποθρασυνθεί τόσο που φτάνουν στο σημείο να μας στερούν με αναλγησία πρωτογενείς κοινωνικές παροχές για να μας κάνουν να πληρώσουμε από αυτά που δεν έχουμε. Και οι ίδιοι βέβαια, αυτοί που φορτώνανε επί τριάντα χρόνια το χωριό μας με χρέη για να κάνουνε πολιτική και να νέμονται καρέκλες και εξουσίες, συνεχίζουν να πράττουν ακριβώς τα ίδια βολεύοντας το βαθύ τους κόμμα, αυτό που τους κρατάει στην εξουσία κι έτσι το καλάθι είναι δίχως πάτο. Όσα και να ρίχουν μέσα με τη βία οι χωρικοί, όλα πάνε χαμένα. Τα χρέη ολοένα μεγαλώνουν η πρωτεύουσα μετράει νούμερα και απαιτεί να έρθουνε στα ίσα τους οι δείκτες, συνεχίζει να δίνει εντολές και να απειλεί, οι τοπικοί λήσταρχοι όμως συνεχίζουν αδιάκοπα να μπεκρουλιάζουν με τις παρέες τους στις ταβέρνες και να γραπώνουν όποιον περάσει, να του βάζουν το μαχαίρι στο λαιμό και να του λένε πλήρωσε. Πλήρωσε τα χρέη που δεν έχουν τελειωμό. Ώσπου, μια μέρα η κυβέρνηση της πρωτεύουσας βλέποντας την κατάσταση να χειροτερεύει συνεχώς κι έχοντας κανονίσει τα του οίκου της η ίδια, θα πάρει απόφαση να κόψει τον ομφάλιο λώρο με κείνο το αδιόρθωτο χωριό της επικράτειας, να το αφήσει στη μοίρα του κι έτσι να φάει ο ένας τον άλλον διότι θα είναι πλέον όλοι πάμφτωχοι εκτός από τους λήσταρχους και την παρέα τους που έχουν προνοήσει από χρόνια πολλά πριν.

Στην Ελλάδα ο κανιβαλισμός δεν είναι μακριά, έχει ήδη δείξει τα πρώτα του σημάδια. Και αυτό θα γενικευτεί και θα έχει αλυσιδωτές συνέπειες για όλη την Ευρώπη. Την Ευρώπη που είναι απολύτως υπεύθυνη για όσα συμβαίνουν και για όσα τραγικά έρχονται. Μια Ευρώπη που εδώ και δεκαετίες έχει μοναδικό προσανατολισμό της το χρήμα. Που περνάει κρίση αξιών και ήθους, που έχει ξεχάσει προ πολλού τον Άνθρωπο. Που συναγωνίζεται σε κυνισμό, αναλγησία και απανθρωπιά το υπερατλαντικό μοντέλο. Μια Ευρώπη άξια της μοίρας της.».
Γιάννης Μακριδάκης

*Υπενθυμίζεται ότι ο Γιάννης Μακριδάκης, βρίσκεται στο Βερολίνο ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στα πλαίσια της σειράς πολιτιστικών εκδηλώσεων της «Europa literarisch» (Λογοτεχνική Ευρώπη). Στην συγκεκριμένη διοργάνωση διεξάγονται σειρά παρουσιάσεων βιβλίων και συγγραφέων από όλες τις χώρες, επιλέγοντας κάθε μήνα έναν λογοτέχνη από διαφορετική χώρα της Ευρώπης. Το μυθιστόρημά του συγγραφέα που παρουσιάστηκε είναι το «Ήλιος με δόντια» των εκδόσεων της Εστίας.

——>

20.09.2011 11:08 UhrVon Giannis MakridakisKommentare: 5

Schuldenmisere » In Griechenland ist der Kannibalismus nicht mehr weit»

In Ruinen. Dieses Dorf auf Chios ist verlassen, seit dem Krieg mit den Türken 1822. Quelle: Foto: LAIF
In Ruinen. Dieses Dorf auf Chios ist verlassen, seit dem Krieg mit den Türken 1822. – Foto: LAIF

Der griechische Romancier Giannis Makridakis erläutert wie sein Staat die Bürger ausräubert und Europa seine Haut zu retten versucht.

Vor fünfzig Jahren lebte in dem Haus, in dem ich jetzt wohne, im Dorf Volissós auf Chios, einer Insel gegenüber dem türkischen Izmir am äußersten Rand der EU, ein Mensch, der sehr viele Arbeiten zu verrichten hatte, um zu überleben. Mit der Bestellung der Erde und dem Nießbrauch seines Viehs verschaffte er der Familie die tägliche Nahrung, und zwei, drei Mal im Jahr plante er schon lange im Voraus eine große Reise. Dann belud er zwei Maultiere mit allen möglichen Erzeugnissen, darunter selbst hergestellte Holzkohlen und Raki, stieg auf seinen Esel und machte sich auf den Weg über die Bergpfade bis zur Hauptstadt von Chios, um die Waren zu verkaufen und die Farbe des Geldes zu sehen, das er manchmal benötigte und deshalb beschaffen musste.

Die Zeiten, in denen man unterwegs auf Räuber und Piraten traf, waren unwiderruflich vorbei. Die einzig verbliebene Angst war die vor dem Staat. Holzkohle und Raki waren gewöhnlich schwarz gebrannt, alles in allem zwar bloß ein paar Kilo, aber eben ohne legale Genehmigung, und das war Grund genug, dass dieser Mensch in arge Bedrängnis kommen konnte. Und so vollzog sich der Ritt in die Hauptstadt unter Furcht und Zagen und zahlreichen Vorsichtsmaßnahmen. Wo die Pfade die größeren Straßen kreuzten, lauerten immer wieder Gendarmen und kontrollierten die Körbe, und das einzige Kafenion auf dem neunstündigen Weg, das er ansteuerte, um sich im Sommer ein bisschen zu erfrischen und im Winter ein bisschen aufzuwärmen, wurde häufig von Forstbeamten belagert, die nach illegaler Holzkohle fahndeten.

Wenn die Obrigkeit, sprich Gendarmen und Förster, der Wirtin mit ihrer Völlerei dazwischenkam und im Hinterhalt lag, ging Frau Anna immer in ihre Hütte und hängte ein weißes Laken hinaus, als ob sie Wäsche trocknen wollte; so signalisierte sie den Reisenden – und damit auch meinem –, dass sich der Staat in ihrem Lokal befände, das heißt, seine Räuber und Wegelagerer, und rief sie auf, geduldig zu warten, bis das Laken wieder weg war, oder eine andere Route zu nehmen, einen anderen Pfad zur Hauptstadt, und nicht einmal außen am Kafenion vorbeizureiten.

So war also damals die Arbeit, das war das Leben. Die Mühsal des Lebens war groß, die Gesetzesverstöße klein, und dazu kam ein Staat, der einen unter dem Vorwand dieser kleinen Vergehen täglich bedrohte, die damals eine Riesenbedeutung hatten. Und so war es mit der Reise der Dörfler in die Hauptstadt. Denn weiter reisten sie nicht, es gab dazu keinen Grund. In der Hauptstadt, neun Stunden von ihrem Wohnsitz entfernt, war für sie alles zu finden, auch der Ärger, es kam ja nicht selten vor, dass sie Scherereien hatten. Dass der Staat sie auf frischer Tat ertappte und festnahm und ihnen am Schluss harte Geldstrafen auferlegte, denn das war sein einziges Ziel: Geld einzusammeln. Der Staat, das war also die große Angst, der einzige Schrecken der Route, der letzte Räuberhauptmann.

Gehen Sie auf die nächste Seite und erfahren Sie dort etwas über die heutige Situation der Griechen.

—->

Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό “Πελινναίο”. Έχει γράψει τα βιβλία “Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Μαρτυρίες 1941 – 1946″ (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2006) και “10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912 -1940″, ιστορικό αφήγημα (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2007), το πρώτο μυθιστόρημά του “Aνάμισης ντενεκές” (Eστία 2008) κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο (2009) και στα τουρκικά, “Η δεξιά τσέπη του ράσου”, νουβέλα (Εστία 2009), “Ήλιος με δόντια”, μυθιστόρημα (Εστία 2010), “Λαγού μαλλί”, νουβέλα (Εστία 2010), “Η άλωση της Κωσταντίας”, μυθιστόρημα (Εστία 2011), “Το ζουμί του πετεινού”, νουβέλα (Εστία 2012).


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s