Αφιερωμα «Ο δικος μου Χεμινγουεϊ»_ Ισμηνη Καπανταη και Αμαντα Μιχαλοπουλου

Αφιέρωμα «Ο δικός μου Χέμινγουεϊ»_ Ισμήνη Καπάνταη και Αμάντα Μιχαλοπούλου

12:09, 28 Σεπ 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/70948

Με αφορμή την εκδήλωση της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης και των Εκδόσεων Καστανιώτη, όπου δέκα σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς πρόκειται να μοιραστούν με το κοινό την εμπειρία ανάγνωσης του έργου του μεγάλου αμερικανού νομπελίστα, το tvxs πραγματοποιεί αφιέρωμα στον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, μιλώντας με τους συμμετέχοντες με στόχο -εκτός των άλλων- την αποτύπωση της επιρροής που ενδεχομένως άσκησε στον καθένα ξεχωριστά τόσο το έργο όσο και η προσωπικότητά του. Σήμερα, οι συγγραφείς Ισμήνη Καπάνταη και Αμάντα Μιχαλοπούλου μιλούν στην Κρυσταλία Πατούλη για τον… δικό τους Χέμινγουεϊ.


«Ως συγγραφέας δεν είμαι σε θέση να πω αν στο έργο μου  υπάρχουν επιρροές από τον Χέμινγουέι. Αν  ὑπάρχουν, και αν ενδιαφέρει κάποτε να βρεθούν, αυτό είναι μια καθαρά φιλολογική δουλειά και δεν με απασχολεί, την Ισμήνη Καπάνταη ωστόσο ο Χεμινγουέι  και το έργο του  την έχουν επηρεάσει και πολύ μάλιστα.
Φαντάζομαι πως στους περισσότερους συγγραφείς έρχεται κάποτε η στιγμή που ἀναγνώστες των βιβλίων τους, τους θέτουν ένα υπερβολικά απλό, κι εντούτοις, για εμένα τουλάχιστον, τρομερά δύσκολο στο ν᾽ απαντηθεί ερώτημα, τουτέστιν «ποιός είναι ο αγαπημένος τους συγγραφέας» ή πάλι «ποιό απ᾽ όλα τα βιβλία που διάβασαν είναι το πιο σημαντικό;»

Δύσκολο; Είναι, γιατί  μπορεί στο σχολείο ή και αργότερα στα πρώτα νιάτα μας να λέγαμε με περισσή ευκολία και ανάλογα με το ποιόν είχαμε ανακαλύψει εκείνη την περίοδο, ότι ο Τάδε ή η Δείνα είναι ο μεγαλύτερος ή η μεγαλύτερη συγγραφέας, ζωγράφος, ποιητής, ποιήτρια, σκηνοθέτης κ.ο.κ. τώρα όμως τα πράγματα δυσκολεύουν.
Ποιός λοιπόν είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας; Αν πρέπει να απαντήσω και αφού πρώτα σκεφτώ πολὺ θα πρέπει να πώ: ὅλοι, και είναι αμέτρητοι, έλληνες, ρώσοι, άγγλοι, αμερικάνοι, χιλιανοί, ινδοί, κινέζοι και ό,τι άλλο βάζει ο νούς μας, τόσο οι πολύ μεγάλοι, όσο και οι ελάσσονες, οι συγγραφεῖς και ποιητές  που μαζί τους έζησα τη ζωή μου, οι συγγραφεις που με διαμόρφωσαν σαν προσωπικότητα, οι συγγραφείς που ενδεχομένως ένα ορισμένο βιβλίο τους, ένα απ᾽αυτά που διάβασα π.χ. όταν ἀκόμα ήμουν νεαρό κορίτσι στο σχολείο, μ᾽επηρέασε σε τέτοιο βαθμό, ως ἀποδέκτη (του κόσμου που παρουσίαζε), ώστε να μην θέλω τώρα να το ξαναδιαβάσω για να μην καταστραφεί ό,τι κερδήθηκε τότε σ᾽εκείνη την πρώτη ανάγνωση.
Τους μεγάλους τους διαβάζω και τους ξαναδιαβάζω, είναι σταθερά δίπλα μου, στήριγμά μου, και κάθε φορά η καινούργια ανάγνωση ειναι μια άλλη προσέγγιση και είναι άλλα τα οφέλη. Σ᾽ορισμένα  όμως πολύ νεανικά μου διαβάσματα η συγκίνηση και η ευδαιμονία ήταν τόσο μεγάλη, συνάρτηση ασφαλώς και της δικής μου αλλοτινής «αναγνωστικής αγνότητας», που δεν θα διακινδύνευα ποτέ να τα ξαναδιαβάσω.
Τον Γέρο καὶ τὴν Θάλασσα όπως και τον Ἀποχαιρετισμό στα Όπλα τὰ ἔχω διαβάσει πάνω από μια φορά· προχθές πήγα στον Ελευθερουδάκη και έκανα ένα πείραμα· αγόρασα ένα paperback, το For Whom the Bell Tolls, που πρωτοδιάβασα όταν ἤμουν δεκαπέντε; δεκέξι; κάτι τέτοιο, καὶ πράγμα περίεργο ή πάλι όχι και τόσο περίεργο, από τότε δεν είχα επιχειρήσει, — κι αποφεύγω επίτηδες να σκεφτώ πόσα χρόνια πέρασαν από τότε για να μην μελαγχολήσω —, δεν είχα επιχειρήσει λοιπόν να το ξαναδιαβάσω.
Το έχω στο τραπεζάκι, δίπλα στο κρεβάτι μου μαζὶ με κάποια άλλα και με προκαλεί, έχω όμως την εντύπωση, ή μάλλον εύχομαι, ότι δεν θα  υποκύψω για  να κρατήσω ατόφια την πρώτη εκείνη αίσθηση.».
Ισμήνη Καπάνταη

«Ο δικός μου Χέμινγουει γράφει διηγήματα. Αυτή είναι η καλύτερη στιγμή του – η μκρή φόρμα, το υπονοούμενο. Πιστεύω ότι τα διηγήματά του θα έπρεπε να διδάσκονται σε όλα τα τμήματα δημιουργικής γραφής όταν οι διδάσκοντες κάνουν μνεία του υπαινιγμού και του περίφημου «show, don’t tell»- του “δείξε, μην το εξηγείς» επί το ελληνικότερον.

Ο Χέμινγουει δείχνει, παρατηρεί και αφήνει την ψυχική συμμετοχή στον αναγνώστη. Σπάνιο επίτευγμα στην εποχή του παραπόνου, της φλυαρίας και της επανάληψης.».
Αμάντα Μιχαλοπούλου

Σημείο συνάντησης για την ανοιχτή συζήτηση-αφιέρωμα με τίτλο «Ο δικός μου Χέμινγουεϊ», θα είναι το θέατρο της Ελληνοαμερικάνικης Ένωσης. Η εκδήλωση διοργανώνεται στο πλαίσιο της έκθεσης με τίτλο Ernest Hemingway: From Life to Fiction (Ernest Hemingway: Από τη ζωή στο έργο) για την συμπλήρωση πενήντα χρόνων από το θάνατό του. Οι δέκα συγγραφείς που θα μιλήσουν για «Τον δικό τους Χέμινγουεϊ» είναι οι: Λένα Διβάνη, Αθηνά Κακούρη, Ισμήνη Καπάνταη, Μένης Κουμανταρέας, Ηλίας Μαγκλίνης, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Ανδρέας Μήτσου, Μιχάλης Μοδινός, Φωτεινή Τσαλίκογλου και Ευγενία Φακίνου.

O Έρνεστ Χέμινγουεϊ (21 Ιουλίου 1899 – 2 Ιουλίου 1961) συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Μέλος της αποκαλούμενης «Χαμένης Γενιάς» των αμερικανών διανοούμενων που εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι κατά το Μεσοπόλεμο, επηρέασε με τον αφηγηματικό του λόγο την αμερικανική και παγκόσμια λογοτεχνία. Την εποχή του όμως απασχόλησε και με την πολυτάραχη προσωπική του ζωή, στην οποία έβαλε ο ίδιος τέλος αυτοκτονώντας το 1961. Αν και γεννήθηκε στις ΗΠΑ, τη ζωή του σημάδεψαν τα ταξίδια του σε όλο τον κόσμο από τα οποία εμπνεύσθηκε για τα έργα του. Το 1953 τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ, ενώ τον επόμενο χρόνο βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για «τον δυναμισμό και τον απόλυτο έλεγχο του ύφους του και για την επίδρασή του στην τέχνη της μοντέρνας αφήγησης».

  • Info:

«Ο δικός μου Χέμινγουεϊ»
Ελληνοαμερικανική Ένωση σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Καστανιώτη
Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011, στις 20:00
στο Θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης (Μασσαλίας 22, Κολωνάκι)

Μια φορά κι ένα τραγούδι: Η Ζήνωνος, πια, δεν είναι μια οδός. Νίκος Ζούδιαρης

11:09, 29 Σεπ 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/71073

Η Ζήνωνος, πια, δεν είναι μία οδός. Σήμερα είναι όλη η Ελλάδα Ζήνωνος. Εκεί, σε ένα υπόγειο θέλουν να κατεβούμε όλοι. Και να χαθούμε.  Νίκος Ζούδιαρης

Μια φορά κι ένα τραγούδι… από την Κρυσταλία Πατούλη

«Ξέρω μόνο να διηγηθώ, πόσο πόνεσα όταν έγραφα τη «Ζήνωνος» όσο καιρό πήρε μέσα μου να… δουλεύει κάθε νότα της και λέξη. Αυτό το τραγούδι αναφέρεται στην εποχή που εγκατέλειπε ο αγροτικός κόσμος τα χωριά και ερχόταν να εγκατασταθεί στις πόλεις και στις βιομηχανικές περιοχές, συνήθως… με υποσχέσεις. Εκείνη την εποχή την έζησα και εγώ, ως παιδί από ένα χωριό το Αυγείο της Ηλείας που φέρει το όνομά του από τον Αυγέα τον βασιλιά.

Από τη δεκαετία του ’60 η μητέρα μου, δασκάλα ούσα, μάς έπαιρνε το καλοκαίρι αλλά και το Πάσχα από την Αθήνα και μας πήγαινε στο χωριό για διακοπές. Πριν ξεκινήσουμε, πάντα μάς ψώνιζε ειδικά για την Ανάσταση: Περνάγαμε από τον Δραγώνα, μας έπαιρναν ένα ζευγάρι παπούτσια, μας ντύνανε και λίγο παραπάνω με κανένα καινούργιο ρουχαλάκι…

Στις αρχές της δεκαετίας του 70, είχα μεγαλώσει λίγο, είχα γίνει 10-11 χρονών, και ενώ παίζαμε στις αλάνες και στην πλατεία του χωριού όλη τη Μεγάλη βδομάδα με τους κολλητούς  μου, ξαφνικά, το βράδυ της Ανάστασης στην εκκλησία δεν με πλησίαζαν! Κρυβόντουσαν πίσω από τα πόδια του μπαμπά ή της μαμάς τους οι φίλοι μου, και εγώ τους κοίταζα χωρίς να μπορώ να καταλάβω, τότε, ότι φάνταζα εντελώς διαφορετικός απέναντί τους… με το κουστουμάκι μου και το λουστρίνι παπούτσι!  Από την επόμενη μέρα, πλέον, ουσιαστικά θα με… απέφευγαν.

Με αυτά και μ αυτά, μπήκαμε στην εφηβεία. Έτσι κι αλλιώς θα χανόμασταν με τους περισσότερους, αλλά εμένα μου είχε «μείνει» καρφωμένο στο μυαλό αυτό το περιστατικό γιατί από εκείνη τη νύχτα είχε εξαφανιστεί όλος ο αυθορμητισμός των φίλων μου έναντί μου.  Κράτησα λοιπόν, μέσα μου, μία απολογία απέναντι σε αυτά τα παιδιά που δεν την εξέφρασα ποτέ…

Επιπλέον, συνέβαινε κατά κόρον εκείνο τον καιρό, όσοι ζούσαν ήδη στην πρωτεύουσα να κατεβαίνουν στο χωριό και να παραμυθιάζουν τους πάντες με την… σπουδαία Αθήνα! Τους είχαν πείσει με παραμύθια για μια Αθήνα, ικανή να πραγματοποιήσει τα όνειρα όλων. Ποτέ, δεν ομολόγησε κανείς, από τους μεγάλους στα καφενεία μέχρι τους μικρούς μεταξύ μας, το λούκι που… τράβαγε για να επιβιώσει στις συνθήκες της πόλης.

Πέρασαν έτσι τα χρόνια, και κάποια στιγμή άρχισε η αστυφιλία να μαστίζει και τους συνομήλικους του χωριού μου και όλο και πιο συχνά μάθαινα ότι το τάδε ή το δείνα παιδί έφυγε από το χωριό.

Έτσι συνέβη κάποια νύχτα κάπου το 1987 να συναντήσω, ξαφνικά, ενώ περπατούσα στην πλατεία Κουμουνδούρου, ένα από τα πιο ευαίσθητα συνομήλικα παιδιά του χωριού που ήμασταν πολύ φίλοι ως πιτσιρίκια. Κατάλαβα, όμως, ότι βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση αφού έδειχνε εξαθλιωμένος και από όλη την εικόνα του φαινόταν και η ανάλογη ψυχική του κατάσταση. Πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλο, αλλά είπαμε μόνο ένα γρήγορο «γεια», καθώς εκείνος ξεγλίστρησε και έφυγε γρήγορα…  Βαθειά όμως μέσα στα μάτια του, πρόλαβα και διέκρινα εκείνη την παιδική αθωότητα του να ψυχορραγεί, σα να είχαν μείνει μόνο τα ίχνη της… γιατί στην πραγματικότητα, ο παιδικός μου φίλος είχε γίνει κάποιος άλλος.  Και ενώ γύρισε και έφυγε ανεβαίνοντας προς την Ομόνοια, έστρεψα κι εγώ πίσω τα μάτια μου και τον παρακολούθησα για μερικά δευτερόλεπτα βλέποντάς τον να μπαίνει σε ένα υπόγειο μπαρ της Ζήνωνος και να χάνεται….

Από εκείνο το βράδυ άρχισε να με τρώει μέσα μου, η κατάστασή του και θυμήθηκα πολλά διαφορετικά στιγμιότυπα για τον άνθρωπο αυτόν, όπως επίσης θυμήθηκα, αναγκαστικά, και αυτό που ανέφερα πριν, το μέγα ψεύδος που πουλούσαν στα χωριά τη δεκαετία του ’60 και του 70 όλοι οι… πρωτευουσιάνοι.  Ένιωσα μία ευθύνη για όλο αυτό, και ήθελα μέσα από το τραγούδι με κάποιο τρόπο, να ζητήσω ένα «συγγνώμη» εκ μέρους όλων, για τη ζωή του.

Ξεκίνησα να το γράφω κάπου το 1990 και το τελείωσα το 1992.
Ένα χρόνο, δηλαδή, κράτησε η δημιουργία του, γιατί τα τραγούδια που πονάνε πολύ δεν τελειώνουν εύκολα. Ίσως δεν τελειώνουν και ποτέ…  Αυτό που μου συμβαίνει, άλλωστε, γράφοντας ένα τραγούδι, είναι ότι το αφήνω να είναι μπροστά, να προηγείται. Έτσι, έπαιρνα την κιθάρα κάθε τόσο και τη σκάλιζα μαζί με τους στίχους και κάθε φορά που αισθανόμουν ότι ήμουν εύστοχος στο να εκφράσω αυτό που ήθελα, με έπιανε η ψυχή μου δεν άντεχα και το παράταγα και μετά από ένα μήνα, άντε πάλι από την αρχή… Η γνώση και ο πόνος είναι ζευγάρι σε αυτή τη διαδικασία.

Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε η «Ζήνωνος», και μπήκε στο στούντιο ένα χρόνο μετά, το 1992, μέσα στον πρώτο μου δίσκο «Στην αγορά του κόσμου» που κυκλοφόρησε το 1993 με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη σε μία συνταραχτική ερμηνεία αν και ήταν η πρώτη φορά που τραγουδούσε σε δισκογραφία.  Μέχρι να κυκλοφορήσει ο δίσκος υπήρξε, βέβαια, και περιπέτεια γιατί στην αρχή είχε απορριφθεί από την ίδια την εταιρεία που κατόπιν τον κυκλοφόρησε παίρνοντας όλο το ρίσκο η Δήμητρα Γαλάνη που ήταν και η παραγωγός, στην πραγματικότητα επιβάλλοντάς τον στη δισκογραφική.

Μακάρι, κάποιος επόμενος καλλιτέχνης, να συνεχίσει την ιστορία της Ζήνωνος, γράφοντας για την επιστροφή… από τις πόλεις πίσω στα χωριά, γιατί νομίζω ότι σε λίγο θα φύγουμε όλοι από τα αστικά κέντρα και θα ψάχνουμε τα πάτρια εδάφη, τα χωριά μας, για να εγκατασταθούμε και να επιβιώσουμε, για να ξαναβρούμε ίσως και τις χαμένες μας αξίες, να αναζητήσουμε εκείνη την χαμένη τεχνογνωσία, πώς φυτεύουμε μία ντομάτα, ή πώς κόβουμε ένα τσαμπί σταφύλι από το αμπέλι για να μη καταστραφεί το κλήμα. Πράγματα, δηλαδή, που ήταν αυτονόητα και μας είχαν θρέψει και μας είχαν ευνοήσει, και χάθηκαν όλα. Όπως χάθηκε και η έννοια του «παππού», που όλα τα ήξερε, που είχε πείρα από τη ζωή και είχε να μας δώσει ως ένας βασικός πρωταγωνιστής της καθημερινότητάς μας, αφού πρώτα αμφισβητήθηκε από όλους ως «τελειωμένος» εφόσον –εκτός των άλλων- δεν μπορεί πλέον, να δώσει ούτε ένα… χαρτζιλίκι στο εγγόνι του.  Στην Ελλάδα που ζούμε τώρα, δυστυχώς, έχει αφαιρεθεί ο λόγος από τον κάθε «παππού», ως σύμβολο γνώσης μέσα στον κοινωνικό ιστό που θα μπορούσε να βοηθήσει για να… ραφτεί ξανά το κοινωνικό δίχτυ που είναι τρύπιο. Έτσι,  όποιος «πέσει» μέσα του, πάει, χάθηκε. Δεν υπάρχει τίποτε να τον κρατήσει ενώ συγχρόνως οι υπόλοιποι παρακολουθούμε τον… θάνατο και την εξόντωσή του μόνο από την… τηλεόραση.

Κάπως έτσι φτάσαμε σε κοινωνικά αίσχη με τη μανία του κέρδους. Με τους μανιακούς του κέρδους. Ανθρώπους, προφανώς, με τεράστια ψυχολογικά προβλήματα που ανάλογα με το κενό του ο καθένας σέρνει θεούς και δαίμονες μέσα του ως ισοδύναμο ισόρροπο ενός ελλείμματος. Όταν ένας άνθρωπος για παράδειγμα, είχε μια επιχειρησούλα με σουβλάκια και συναντιόταν με έναν καλό καθηγητή Πανεπιστημίου (και λέω «καλό» γιατί υπάρχουν και… κακοί) έναν άνθρωπο δηλαδή που προσφέρει επί της ουσίας και σε βάθος χρόνου στην κοινωνία, θα τον ρωτούσε αμέσως «πόσα παίρνεις;» για να σκεφτεί στη συνέχεια «έλα μωρέ, τι είσαι εσύ τώρα; Εγώ βγάζω περισσότερα». Όλες οι αξίες μετριόντουσαν σε χρήμα.

Κρατάω, λοιπόν, αυτό το τραγούδι ως σπονδή, για εκείνους τους ανθρώπους που χάθηκαν, στους οποίους και αναφέρεται. Κάποτε άλλωστε, πρέπει να μιλήσουμε για τον χαμένο έλληνα. Τον «Άγνωστο Πολίτη» της Ζήνωνος.». Νίκος Ζούδιαρης

Ζήνωνος

Στίχοι: Νίκος Ζούδιαρης
Μουσική: Νίκος Ζούδιαρης
Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης

Άλλες ερμηνείες:
Θάνος Μικρούτσικος & Κώστας Θωμαΐδης ( Ντουέτο )

Ζήνωνος Πάσχα στο χωριό συγκέντρωση μετοίκων
Τα νέα απ’ την Αθήνα στα όνειρα μου σφήνα
Πόζα και λουστρίνι, ο Νάκος φιγουρίνι
Πείνα μου μοιραία ζήλεια μου ρομφαία
Μπήκα σ’ ένα τρένο πίσω δεν κοιτούσα
Μέσα μου πετούσα ψήλωσα δυο πόντους

Ζήνωνος…
Μ’ έντυσε η ζωή στρατιώτη
Ζήνωνος…
Πόρνη η αγάπη η πρώτη
Κι από βράδυ σε πρωί μου τελειώνει η ντροπή
Ζήνωνος…

Εδώ οι χωριανοί μου δεν βοηθάνε άλλον
Σκούριασαν τα χέρια βρήκα άλλους τρόπους
Είπα να χαθώ το τέλος μου να βάλω
Λίγο ακόμα επάνω τρέλα μου σε φτάνω
Στις εφημερίδες μάνα αν με είδες
Μη μου στεναχωριέσαι
Μάνα δεν μου αξίζει

Ζήνωνος…

Aφιερωμα «Ο δικος μου Χεμινγουεϊ»: Αθηνα Κακουρη

Με αφορμή την εκδήλωση της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης και των Εκδόσεων Καστανιώτη, όπου δέκα σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς πρόκειται να μοιραστούν με το κοινό την εμπειρία ανάγνωσης του έργου του μεγάλου αμερικανού νομπελίστα, το tvxs.gr πραγματοποιεί αφιέρωμα στον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, μιλώντας με τους συμμετέχοντες με στόχο -εκτός των άλλων- την αποτύπωση της επιρροής που ενδεχομένως άσκησε στον καθένα ξεχωριστά τόσο το έργο όσο και η προσωπικότητά του. Σήμερα, η συγγραφέας Αθηνά Κακούρη μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη για τον… δικό της Χέμινγουεϊ.


«Κατά τύχην  έπεσε  προσφάτως στό χέρια μου τό διήγημα του Χέμιγκγουέη Ὁ Σύντομος ευτυχής Βίος τού Φράνσις Μακόμπερ. Νομίζω πώς αξίζει νά τό διαβάσει όποιος δέν ἔχει ἤδη διαμορφωμένη γνώμη γιά τόν συγγραφέα αὐτόν, πού θαυμάστηκε πολύ ως ρεπόρτερ, ως τεχνίτης τού λόγου καί ως τό πρότυπο τοῦ σπόρτσμαν, του ανδρός δηλαδή πού ἀναμετράται μέ τά θηρία καί μέ τήν ίδια τή φύση.

Ο χρόνος έχει μειώσει πολύ τήν άξία του ως  ανταποκριτού. Στόν μέν Πρώτον Παγκόσμιο Πόλεμο ἐφθασε στήν Εὐρώπη  ἕνα θαρραλέο ἀλλά τελείως ἀστοιχείωτο παλληκαράκι, ἐθελοντής τραυματιοφορέας. Χωρίς καμιά προετοιμασία, δίχως γνώσεις των ευρωπαικων υποθέσεων ή της ιστορίας, χωρίς κάν τήν ανησυχία ότι ίσως αυτά πού τού λένε νά μήν ειναι τά σωστά, ανέλαβε νά ἐνημερώνει  τούς ἀμερικανούς ἀναγνώστες του. Στόν δέ Ισπανικό Έμφύγιο Πόλεμο ηταν πιά ωριμος ανδρας καί διάσημος συγγραφέας, αλλά οι ανταποκρίσεις του έχουν κενά πού δέν δικαιολογούνται σ΄έναν ευσυνείδητο δημοσιογράφο καί τείνουν περισσότερο πρός τόν εντυπωσιασμό παρά πρός τήν παροχή ειδήσεων. Ακούστηκε πολύ αλλά δέν συγκρίνεται μέ τόν Τζών ντός Πάσος, λόγου χάριν,  ή μέ τόν Τζώρτζ  Όργουελ.

Η κινηματογραφική ἀπόδοση μυθιστορημάτων του, μέ πρωταγωνιστάς τούς μεγαλύτερους γόητες τοῦ κινηματογράφου τότε, βοήθησε πολύ τήν διάδοσή τους.

Οἱ ἀρετές του φανερώνονται στά διηγήματά του, καί ειναι πραγματικά σπουδαίες.
Είχε μιά βαθειά κατανόηση γιά τή φύση καί τά ζωντανά της, μιά λατρεία τῆς φυσικῆς ρώμης,  ἕνα ἐξαιρετικά προσεκτικό μάτι, μιά μνήμη φωτογραφική, καί δούλευε τή γλώσσα μέ ἐπιμονή καί τελειομανία. Τά οσα περιγράφει τά έχει γνωρίσει από πρώτο χέρι – ξέρει πώς εκπυροκροτεί ένα πιστόλι καί πόσο διαφέρει από μιά καραμπίνα, πόσο σκληρά εινα τά κέρατα τού βούβαλιού κι αν θά τσακιστούν στίς σφαίρες τού επαναληπτικοῦ ή αν θά τίς ἀποστρακίσουν, πόσο γρήγορα κινείται το ζαρκάδι εν σχέση μ’ένα αὐτοκίνητο καί τί αντοχή έχει τό κάθε ψάρι, κάθε ἀγκίστρι, κάθε πετονιά… Κι όλες αυτές τίς γνώσεις τίς χρησιμοποιεί όπως ο ζωγράφος τίς σίγουρες πινελιές τών πολλαπλων αποχρώσεων, έτσι ωστε τό κείμενό του σέ καθυποτάζει μέ τήν ατμόσφαιρα της γνησιότητος, σέ παίρνει μαζί του στίς περιπέτειες πού περιγράφει, είτε πάνω στόν ωκεανό, είτε τά βάθη της Άφρικής, είτε στίς αρένες της Ισπανίας.

Ἐξαιρετικά φειδωλός στά λόγια, στήνει διαλόγους πού ειναι σύντομοι αλλά μεστοί από πληροφορίες γιά τό τί είναι καί τί σκέφονται καί τί νοιώθουν κάθε στιγμή τά πρόσωπα πού ζωντανεύει – διαλόγους πού δημιουργοῦν στό μυαλό σου αντηχήσεις, πού συν τώ χρονω βαθαίνουν τά νοήματα ή τά αλλοιώνουν.

Τό θέμα του ειναι, κατά τήν γνώμη μου ένα, αιώνιο και παναθρώπινο: η δοκιμασία της ανθρώπινης ψυχής όταν αναμεράται μέ τόν θανάσιμο κίνδυνο.

Μάς έχει δώσει πολλές παραλλαγές τόσο γιά τό κεντρικό του πρόσωπο όσο καί γιά τά δευτερεύοντα – πώς επιδρά στόν καθένα από τούς γύρω του τό κουράγιο ενός ανθρώπου ή η δειλία του; Συχνά αφήνει νά κυριαρχήσει η αμφισημία, δέν εισαι σίγουρος οχι γιά τήν πράξη –αυτή περιγράφειται μέ ακρίβεια χαρακτικτού έργου. Η πράξη λοιπόν ειναι σαφέστατη, αλλά ποιό ειναι τό νόημά της, ποιό τό πραγματικό κίνητρο, τί  παρενέβη άνάμεσα στήν πρόθεση καί τό απότέλεσμα;

Έναν συγγραφέα της ολκής του Χέμιγκγουέη αξίζει πάντα νά τόν διαβάζει κανείς εκεί ὅπου ειναι κορυφαίος. Καί ο Χεμιγκγουέη ειναι στό διήγημα.».
Αθηνά Κακούρη

Σημείο συνάντησης για την ανοιχτή συζήτηση-αφιέρωμα με τίτλο «Ο δικός μου Χέμινγουεϊ», θα είναι το θέατρο της Ελληνοαμερικάνικης Ένωσης. Η εκδήλωση διοργανώνεται στο πλαίσιο της έκθεσης με τίτλο Ernest Hemingway: From Life to Fiction (Ernest Hemingway: Από τη ζωή στο έργο) για την συμπλήρωση πενήντα χρόνων από το θάνατό του. Οι δέκα συγγραφείς που θα μιλήσουν για «Τον δικό τους Χέμινγουεϊ» είναι οι: Λένα Διβάνη, Αθηνά Κακούρη, Ισμήνη Καπάνταη, Μένης Κουμανταρέας, Ηλίας Μαγκλίνης, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Ανδρέας Μήτσου, Μιχάλης Μοδινός, Φωτεινή Τσαλίκογλου και Ευγενία Φακίνου.

O Έρνεστ Χέμινγουεϊ (21 Ιουλίου 1899 – 2 Ιουλίου 1961) συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Μέλος της αποκαλούμενης «Χαμένης Γενιάς» των αμερικανών διανοούμενων που εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι κατά το Μεσοπόλεμο, επηρέασε με τον αφηγηματικό του λόγο την αμερικανική και παγκόσμια λογοτεχνία. Την εποχή του όμως απασχόλησε και με την πολυτάραχη προσωπική του ζωή, στην οποία έβαλε ο ίδιος τέλος αυτοκτονώντας το 1961. Αν και γεννήθηκε στις ΗΠΑ, τη ζωή του σημάδεψαν τα ταξίδια του σε όλο τον κόσμο από τα οποία εμπνεύσθηκε για τα έργα του. Το 1953 τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ, ενώ τον επόμενο χρόνο βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για «τον δυναμισμό και τον απόλυτο έλεγχο του ύφους του και για την επίδρασή του στην τέχνη της μοντέρνας αφήγησης».

  • Info:

«Ο δικός μου Χέμινγουεϊ»
Ελληνοαμερικανική Ένωση σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Καστανιώτη
Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011, στις 20:00
στο Θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης (Μασσαλίας 22, Κολωνάκι)

Αφιερωμα «Ο δικος μου Χεμινγουεϊ» _ Φωτεινη Τσαλικογλου και Ευγενια Φακινου

Αφιέρωμα «Ο δικός μου Χέμινγουεϊ»: Φωτεινή Τσαλίκογλου και Ευγενία Φακίνου

06:09, 21 Σεπ 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr/node/69724

Με αφορμή την εκδήλωση της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης και των Εκδόσεων Καστανιώτη, όπου δέκα σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς πρόκειται να μοιραστούν με το κοινό την εμπειρία ανάγνωσης του έργου του μεγάλου αμερικανού νομπελίστα, το tvxs.gr πραγματοποιεί αφιέρωμα στον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, μιλώντας με τους συμμετέχοντες με στόχο -εκτός των άλλων- την αποτύπωση της επιρροής που ενδεχομένως άσκησε στον καθένα ξεχωριστά τόσο το έργο όσο και η προσωπικότητά του. Σήμερα, η συγγραφέας και Καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πάντειο, Φωτεινή Τσαλίκογλου και η συγγραφέας Ευγενία Φακίνου, μιλούν στην Κρυσταλία Πατούλη για τον… δικό τους Χέμινγουεϊ.


Φωτεινή Τσαλίκογλου:
«Ένας διαταρακτικός στη ζωή και το έργο του συγγραφέας
Το όνομα  Χέμινγουεϊ το άκουσα για πρώτη φορά ως μαθήτρια στο σχολείο.
Σαν  ανάμνηση κρατώ  την ένταση που ένοιωσα διαβάζοντας το πρώτο του κείμενο «Ο γέρος της θάλασσας» και μαθαίνοντας παράλληλα για τη ζωή του.
Ο Εξωφρενικός τρόπος της ζωής του, η πληθωρικότητα του, οι περιπετειώδεις περιπλανήσεις του σε μέρη εξωτικά, ο εμπόλεμος βίος του με σαγήνεψαν και με τρόμαξαν.
Ο ανίερος τρόπος να πραγματεύεται  βίαια θέματα μου προκαλούσε ένα ρίγος, ένα μείγμα θαυμασμού και αποτροπιασμού. Για παράδειγμα: Πως είναι δυνατόν να αποφαίνεται για ένα τόσο βίαιο θέμα όπως η ταυρομαχία πως «κάθε φορά που τελειώνει αισθάνομαι πολύ  θλιμμένος αλλά και πολύ όμορφά» (Death in the Afternoon).
H θλίψη μαζί με την ομορφιά, η αγριότητα μαζί με την τρυφερότητα, η θνητότητα μαζί με την αθανασία, τα αταίριαστα σε πρώτη όψη και κυρίαρχα στο έργο του ζεύγη, προκαλούσαν το μυαλό μου. Ο βίαιος τρόπος που διάλεξε  να φύγει από τη ζωή συμπλήρωνε το ψηφιδωτό του εξωφρενικού.
Πολύ αργότερα θα μπορούσα να συλλογιστώ πόσο αυτό ακριβώς το εξωφρενικό ήταν το συστατικό στοιχείο του εαυτού του που εμψύχωνε μοναδικά το έργο και  τη γλώσσα του.  Μια γλώσσα ξεδιάντροπη στην απλότητα της, κοφτερή σαν μαχαίρι,  ακατάδεχτη σε κάθε  φκιασίδι ή περιττό στολίδι. Μια γλώσσα εκτός συμβάσεων αντίστοιχη με τον ξεχωριστό εκπρόσωπο μιας χαμένης, αλλιώς κερδισμένης, γενιάς.».


Ευγενία Φακίνου:
«θα μιλήσω για την αυτοκτονία του Έρνεστ Χέμινγουεϊ.
Όταν έκανα την έρευνα για τους αυτόχειρες συγγραφείς και ποιητές, είχα εκπλαγεί από την περίπτωσή του.
Για τους άλλους μπορούσα να υποψιαστώ τις αιτίες, γι’ αυτόν όμως;…
Στο μυαλό μου είχα την εικόνα που κυριαρχούσε: Ενός ωραίου, κυρίαρχου, ανδροπρεπή, αθλητή, φυσιολάτρη, ψαρά, κυνηγού λιονταριών, λάτρη των γυναικών, των ταυρομαχιών και της πυγμαχίας, έναν άντρα-πρότυπο μ’ άλλα λόγια, που κάθε Αμερικανός θα ήθελε να του μοιάσει. Ένα πετυχημένο δημοσιογράφο, ένα συγγραφέα που τιμήθηκε με Πούλιτζερ και Νόμπελ, που τα βιβλία του αγαπήθηκαν από το ευρύ κοινό κι έγιναν ταινίες που λατρεύτηκαν. Φαινομενικά τα είχε όλα. Τι του έλειπε, λοιπόν;
Τι κρυβόταν πίσω από το μύθο και την υπερ-αρρενωπότητα;».

Σημείο συνάντησης για την ανοιχτή συζήτηση-αφιέρωμα με τίτλο «Ο δικός μου Χέμινγουεϊ», θα είναι το θέατρο της Ελληνοαμερικάνικης Ένωσης. Η εκδήλωση διοργανώνεται στο πλαίσιο της έκθεσης με τίτλο Ernest Hemingway: From Life to Fiction (Ernest Hemingway: Από τη ζωή στο έργο) για την συμπλήρωση πενήντα χρόνων από το θάνατό του. Οι δέκα συγγραφείς που θα μιλήσουν για «Τον δικό τους Χέμινγουεϊ» είναι οι: Λένα Διβάνη, Αθηνά Κακούρη, Ισμήνη Καπάνταη, Μένης Κουμανταρέας, Ηλίας Μαγκλίνης, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Ανδρέας Μήτσου, Μιχάλης Μοδινός, Φωτεινή Τσαλίκογλου και Ευγενία Φακίνου.

O Έρνεστ Χέμινγουεϊ (21 Ιουλίου 1899 – 2 Ιουλίου 1961) συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Μέλος της αποκαλούμενης «Χαμένης Γενιάς» των αμερικανών διανοούμενων που εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι κατά το Μεσοπόλεμο, επηρέασε με τον αφηγηματικό του λόγο την αμερικανική και παγκόσμια λογοτεχνία. Την εποχή του όμως απασχόλησε και με την πολυτάραχη προσωπική του ζωή, στην οποία έβαλε ο ίδιος τέλος αυτοκτονώντας το 1961. Αν και γεννήθηκε στις ΗΠΑ, τη ζωή του σημάδεψαν τα ταξίδια του σε όλο τον κόσμο από τα οποία εμπνεύσθηκε για τα έργα του. Το 1953 τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ, ενώ τον επόμενο χρόνο βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για «τον δυναμισμό και τον απόλυτο έλεγχο του ύφους του και για την επίδρασή του στην τέχνη της μοντέρνας αφήγησης».

  • Info:

«Ο δικός μου Χέμινγουεϊ»
Ελληνοαμερικανική Ένωση σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Καστανιώτη
Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011, στις 20:00
στο Θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης (Μασσαλίας 22, Κολωνάκι)

Tagesspiegel: Ο κανιβαλισμός δεν είναι μακριά. Του Γιάννη Μακριδάκη

tvxs.gr _Tagesspiegel: Ο κανιβαλισμος δεν ειναι μακριά. Του Γιαννη Μακριδακη

In Ruinen. Dieses Dorf auf Chios ist verlassen, seit dem Krieg mit den Türken 1822. Quelle: Foto: LAIF

«Πώς το κράτος κλέβει τους πολίτες του και η Ευρώπη προσπαθεί να σώσει το τομάρι της». Το άρθρο του συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη που δημοσιεύεται σήμερα στο tvxs, κυκλοφόρησε την Τρίτη με παρόμοιο υπότιτλο στην γερμανική εφημερίδα «Der Tagesspiegel» στο  πρωτοσέλιδο του Kultur. Η ενημέρωση για τη δημοσίευση έγινε κατόπιν επικοινωνίας της Κρυσταλίας Πατούλη με τον κ. Ελευθέριο Οικονόμου από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού στο Βερολίνο*.

«Πριν από πενήντα χρόνια ο άνθρωπος που έμενε στο σπίτι το οποίο τώρα διαβιώ, στο χωριό Βολισσός της Χίου, ενός νησιού στην άκρη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέναντι από τη Σμύρνη της Τουρκίας, έκανε πάρα πολλές δουλειές για να ζήσει. Καλλιεργώντας τη γη του και εκμεταλλευόμενος τα ζωντανά του εξασφάλιζε το καθημερινό φαγητό της οικογένειάς του και δυο τρεις φορές το χρόνο προγραμμάτιζε από καιρό πριν το μεγάλο ταξίδι. Φόρτωνε δυο μουλάρια με διάφορα προιόντα μεταξύ των οποίων κάρβουνα και ρακί παραγωγής του, καβαλούσε κι αυτός τον γάιδαρο και ξεκινούσε μέσα από τα μονοπάτια των βουνών για να φτάσει στην πρωτεύουσα Χίο, να πουλήσει την πραμάτεια του και να δει το χρώμα του χρήματος που του ήταν αναγκαίο κάποιες φορές και έπρεπε να το ’χει. Οι εποχές που υπήρχαν ληστές και πειρατές στο διάβα των ανθρώπων ήτανε πλέον περασμένες ανεπιστρεπτί. Ο μόνος φόβος που του είχε απομείνει ήτανε το Κράτος. Συνήθως τα ξυλοκάρβουνα και το ρακί ήτανε λαθραίας παραγωγής, λίγες οκάδες όλα κι όλα, μη φανταστείτε, αλλά δίχως άδεια νόμιμη κι αυτό ήτανε αιτία αρκετή για να χει ο άνθρωπος μπλεξίματα. Έτσι η διαδρομή προς την πρωτεύουσα γινότανε μετά φόβου Θεού και με πολλές προφυλάξεις. Στις διασταυρώσεις των μονοπατιών με τον αμαξωτό τη στήνανε πότε πότε οι χωροφύλακες και κάνανε έλεγχο στα κοφίνια, ενώ στο μοναδικό καφενείο που συναντούσε κατά την εννιάωρη οδοιπορία του και περνούσε από κει για να δροσιστεί τα καλοκαίρια ή να ζεστοκοπηθεί λιγάκι τους χειμώνες, συνήθως ήταν στρατοπεδευμένοι δασονόμοι και ψάχνανε για το παράνομο κάρβουνο. Η κυρά Άννα η καφετζού κάθε φορά που ήτανε η εξουσία, χωροφυλάκοι ή δασικοί, να τρωγοπίνει μες στα πόδια της και να χει στημένο καρτέρι, ανέβαινε στο τσαρδί του καφενείου και άπλωνε ένα λευκό σεντόνι, δήθεν να στεγνώσει η μπουγάδα και με τον τρόπο αυτό ειδοποιούσε τους οδοιπόρους, μαζί και τον δικό μου, ότι στο μαγαζί της βρίσκεται το Κράτος, οι λήσταρχοί του, να κάνουν κράτει στο διάβα τους τους ειδοποιούσε, να περιμένουν πότε θα κατέβει το σεντόνι ή να αλλάξουνε ρότα, να τραβήξουνε από άλλο μονοπάτι κατά την πρωτεύουσα, να μην περάσουνε ούτε απ’ έξω από το καφενείο της.

Έτσι γινότανε οι δουλειές, αυτή ήτανε η ζωή τότε. Μεγάλες οι δυσκολίες του βίου, μικρές οι ανομίες και ένα κράτος μπαμπούλας να απειλεί καθημερινά με πρόφαση αυτά τα μικροαδικήματα που τότε ήτανε τεράστιας σημασίας. Αυτή ήτανε και η πορεία των χωρικών προς την πρωτεύουσα. Τέλος, αυτό ήτανε και το πιο μεγάλο ταξίδι του βίου τους. Από το χωριό προς την πόλη της Χίου. Διότι μακρύτερα δεν πηγαίνανε, δεν είχανε λόγο κανέναν για να πάνε. Όλα τα βρίσκανε στην πρωτεύουσα, εννιά ώρες δρόμο μακριά από το σπιτικό τους, ακόμα και τον μπελά τους βρίσκανε αφού δεν ήτανε λίγες οι φορές που πέφτανε πάνω στις κακοτοπιές. Που το Κράτος τούς συλλάμβανε, τους έχωνε στο αυτόφωρο και στο τέλος τους έκοβε βαριά και δυσβάσταχτα πρόστιμα διότι αυτός ήτανε ο μοναδικός του στόχος. Να μαζέψει χρήμα. Το Κράτος λοιπόν ήτανε ο μεγάλος τους φόβος, ο μοναδικός τρόμος της διαδρομής, ο τελευταίος λήσταρχος.».

Το άρθρο συνεχίζει:

«Σήμερα, μισόν αιώνα μετά, πολλά έχουν αλλάξει. Ο σύγχρονος ένοικος του παλαιού πέτρινου σπιτιού στο οποίο διαβιώ στη Βολισσό της Χίου, εγώ δηλαδή, έχει άλλες ανέσεις στην καθημερινότητά του. Έχει ηλεκτρικό ρεύμα και διαδίκτυο, δεν χρειάζεται να καταφεύγει σε μικροπαρανομίες φτιάχνοντας ξυλοκάρβουνα και ρακί λαθραία για να ζήσει. Καλλιεργεί όμως κι αυτός τη γη για να χει την τροφή του και γράφει βιβλία για να βλέπει το χρώμα του χρήματος που είναι σήμερα απόλυτα απαραίτητο, όχι όπως τότε. Με το αυτοκίνητό του πηγαίνει σε μία ώρα στην πόλη αλλά η πόλη δεν είναι η πρωτεύουσα πλέον. Η πρωτεύουσα είναι πάλι εννιά ώρες μακριά (υπό τις πιο ευνοϊκές συνθήκες) και πρέπει να πάρει δυο αεροπλάνα για να φτάσει ως εκεί. Έφτασε σαράντα χρονών κι ακόμα στην πρωτεύουσα δεν έλαχε να πάει, δεν είχε λόγο ως τώρα. Μα να που η ώρα έφτασε. Ένα βιβλίο του παρουσιάζεται και είναι καλεσμένος. Θα πάει στο Βερολίνο, στην πρωτεύουσα. Πέντε μήνες πιο νωρίς άρχισε να προετοιμάζει κι εκείνος το ταξίδι του. Όπως ο παλιός ένοικος του σπιτιού του. Έκλεισε εισιτήρια, έκανε συνεννοήσεις για τα ξενοδοχεία και κανόνισε τα ραντεβού του για τις όποιες συναντήσεις του εκεί. Όταν τα τέλειωσε όλα αυτά ησύχασε και περίμενε απλά πότε θα έρθει η μέρα της αναχώρησης. Ο φόβος όμως και αυτού παρέμεινε ένας και μοναδικός. Ο ίδιος, απαράλλαχτος, ο παλιός φόβος. Ο μοναδικός λήσταρχος που καραδοκεί ακόμα, όχι πια στη διαδρομή διότι τα μέτρα ασφαλείας στα αεροδρόμια είναι σύγχρονα και δρακόντεια, αλλά μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Και αποδείχτηκε για άλλη μια φορά βάσιμος αυτός ο διαρκής και αναλλοίωτος μισόν αιώνα τώρα φόβος. Μέχρι να ‘ρθει η ώρα της αναχώρησής του βρέθηκε πέντε φορές αντιμέτωπος με τον λήσταρχο που του ’χε στημένο καρτέρι τρωγοπίνοντας, και τις πέντε φορές το πλήρωσε πολύ ακριβά. Έκτακτες εισφορές, φόρος ακίνητης περιουσίας (για το παλαιό πέτρινο χωριατόσπιτο) και στο τέλος, τρεις μέρες πριν την αναχώρηση, ένας αβάσταχτος και εκβιαστικά συνδεδεμένος με τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ειδικός φόρος ακινήτου (ναι, για το παλαιό πέτρινο σπίτι στο χωριό) για να τον πληρώσει αναγκαστικά, να μη μείνει δίχως ρεύμα μες στο καταχείμωνο που έρχεται. Διότι δεν σκοπεύει να μείνει εσαεί στην πρωτεύουσα, θα επιστρέψει πάλι στο χωριό μετά από λίγες μέρες.


Στο Βερολίνο η κυβέρνηση μετράει αριθμούς, δείκτες, στατιστικά στοιχεία
και λέει το χρέος είναι τόσο, τόσο το έλλειμμα, τόσο τοις εκατό επί του ΑΕΠ και δίνει εντολές. Οι τοπικοί του χωροφύλακες τις εκτελούν φοβισμένοι να μη χάσουν τις θέσεις τους, να μην απολυθούν, και στήνουν, τρωγοπίνοντας πάντα οι ίδιοι, καρτέρια στις ζωές μας. Και έχουν αποθρασυνθεί τόσο που φτάνουν στο σημείο να μας στερούν με αναλγησία πρωτογενείς κοινωνικές παροχές για να μας κάνουν να πληρώσουμε από αυτά που δεν έχουμε. Και οι ίδιοι βέβαια, αυτοί που φορτώνανε επί τριάντα χρόνια το χωριό μας με χρέη για να κάνουνε πολιτική και να νέμονται καρέκλες και εξουσίες, συνεχίζουν να πράττουν ακριβώς τα ίδια βολεύοντας το βαθύ τους κόμμα, αυτό που τους κρατάει στην εξουσία κι έτσι το καλάθι είναι δίχως πάτο. Όσα και να ρίχουν μέσα με τη βία οι χωρικοί, όλα πάνε χαμένα. Τα χρέη ολοένα μεγαλώνουν η πρωτεύουσα μετράει νούμερα και απαιτεί να έρθουνε στα ίσα τους οι δείκτες, συνεχίζει να δίνει εντολές και να απειλεί, οι τοπικοί λήσταρχοι όμως συνεχίζουν αδιάκοπα να μπεκρουλιάζουν με τις παρέες τους στις ταβέρνες και να γραπώνουν όποιον περάσει, να του βάζουν το μαχαίρι στο λαιμό και να του λένε πλήρωσε. Πλήρωσε τα χρέη που δεν έχουν τελειωμό. Ώσπου, μια μέρα η κυβέρνηση της πρωτεύουσας βλέποντας την κατάσταση να χειροτερεύει συνεχώς κι έχοντας κανονίσει τα του οίκου της η ίδια, θα πάρει απόφαση να κόψει τον ομφάλιο λώρο με κείνο το αδιόρθωτο χωριό της επικράτειας, να το αφήσει στη μοίρα του κι έτσι να φάει ο ένας τον άλλον διότι θα είναι πλέον όλοι πάμφτωχοι εκτός από τους λήσταρχους και την παρέα τους που έχουν προνοήσει από χρόνια πολλά πριν.

Στην Ελλάδα ο κανιβαλισμός δεν είναι μακριά, έχει ήδη δείξει τα πρώτα του σημάδια. Και αυτό θα γενικευτεί και θα έχει αλυσιδωτές συνέπειες για όλη την Ευρώπη. Την Ευρώπη που είναι απολύτως υπεύθυνη για όσα συμβαίνουν και για όσα τραγικά έρχονται. Μια Ευρώπη που εδώ και δεκαετίες έχει μοναδικό προσανατολισμό της το χρήμα. Που περνάει κρίση αξιών και ήθους, που έχει ξεχάσει προ πολλού τον Άνθρωπο. Που συναγωνίζεται σε κυνισμό, αναλγησία και απανθρωπιά το υπερατλαντικό μοντέλο. Μια Ευρώπη άξια της μοίρας της.».
Γιάννης Μακριδάκης

*Υπενθυμίζεται ότι ο Γιάννης Μακριδάκης, βρίσκεται στο Βερολίνο ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στα πλαίσια της σειράς πολιτιστικών εκδηλώσεων της «Europa literarisch» (Λογοτεχνική Ευρώπη). Στην συγκεκριμένη διοργάνωση διεξάγονται σειρά παρουσιάσεων βιβλίων και συγγραφέων από όλες τις χώρες, επιλέγοντας κάθε μήνα έναν λογοτέχνη από διαφορετική χώρα της Ευρώπης. Το μυθιστόρημά του συγγραφέα που παρουσιάστηκε είναι το «Ήλιος με δόντια» των εκδόσεων της Εστίας.

——>

20.09.2011 11:08 UhrVon Giannis MakridakisKommentare: 5

Schuldenmisere » In Griechenland ist der Kannibalismus nicht mehr weit»

In Ruinen. Dieses Dorf auf Chios ist verlassen, seit dem Krieg mit den Türken 1822. Quelle: Foto: LAIF
In Ruinen. Dieses Dorf auf Chios ist verlassen, seit dem Krieg mit den Türken 1822. – Foto: LAIF

Der griechische Romancier Giannis Makridakis erläutert wie sein Staat die Bürger ausräubert und Europa seine Haut zu retten versucht.

Vor fünfzig Jahren lebte in dem Haus, in dem ich jetzt wohne, im Dorf Volissós auf Chios, einer Insel gegenüber dem türkischen Izmir am äußersten Rand der EU, ein Mensch, der sehr viele Arbeiten zu verrichten hatte, um zu überleben. Mit der Bestellung der Erde und dem Nießbrauch seines Viehs verschaffte er der Familie die tägliche Nahrung, und zwei, drei Mal im Jahr plante er schon lange im Voraus eine große Reise. Dann belud er zwei Maultiere mit allen möglichen Erzeugnissen, darunter selbst hergestellte Holzkohlen und Raki, stieg auf seinen Esel und machte sich auf den Weg über die Bergpfade bis zur Hauptstadt von Chios, um die Waren zu verkaufen und die Farbe des Geldes zu sehen, das er manchmal benötigte und deshalb beschaffen musste.

Die Zeiten, in denen man unterwegs auf Räuber und Piraten traf, waren unwiderruflich vorbei. Die einzig verbliebene Angst war die vor dem Staat. Holzkohle und Raki waren gewöhnlich schwarz gebrannt, alles in allem zwar bloß ein paar Kilo, aber eben ohne legale Genehmigung, und das war Grund genug, dass dieser Mensch in arge Bedrängnis kommen konnte. Und so vollzog sich der Ritt in die Hauptstadt unter Furcht und Zagen und zahlreichen Vorsichtsmaßnahmen. Wo die Pfade die größeren Straßen kreuzten, lauerten immer wieder Gendarmen und kontrollierten die Körbe, und das einzige Kafenion auf dem neunstündigen Weg, das er ansteuerte, um sich im Sommer ein bisschen zu erfrischen und im Winter ein bisschen aufzuwärmen, wurde häufig von Forstbeamten belagert, die nach illegaler Holzkohle fahndeten.

Wenn die Obrigkeit, sprich Gendarmen und Förster, der Wirtin mit ihrer Völlerei dazwischenkam und im Hinterhalt lag, ging Frau Anna immer in ihre Hütte und hängte ein weißes Laken hinaus, als ob sie Wäsche trocknen wollte; so signalisierte sie den Reisenden – und damit auch meinem –, dass sich der Staat in ihrem Lokal befände, das heißt, seine Räuber und Wegelagerer, und rief sie auf, geduldig zu warten, bis das Laken wieder weg war, oder eine andere Route zu nehmen, einen anderen Pfad zur Hauptstadt, und nicht einmal außen am Kafenion vorbeizureiten.

So war also damals die Arbeit, das war das Leben. Die Mühsal des Lebens war groß, die Gesetzesverstöße klein, und dazu kam ein Staat, der einen unter dem Vorwand dieser kleinen Vergehen täglich bedrohte, die damals eine Riesenbedeutung hatten. Und so war es mit der Reise der Dörfler in die Hauptstadt. Denn weiter reisten sie nicht, es gab dazu keinen Grund. In der Hauptstadt, neun Stunden von ihrem Wohnsitz entfernt, war für sie alles zu finden, auch der Ärger, es kam ja nicht selten vor, dass sie Scherereien hatten. Dass der Staat sie auf frischer Tat ertappte und festnahm und ihnen am Schluss harte Geldstrafen auferlegte, denn das war sein einziges Ziel: Geld einzusammeln. Der Staat, das war also die große Angst, der einzige Schrecken der Route, der letzte Räuberhauptmann.

Gehen Sie auf die nächste Seite und erfahren Sie dort etwas über die heutige Situation der Griechen.

—->

Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό “Πελινναίο”. Έχει γράψει τα βιβλία “Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Μαρτυρίες 1941 – 1946″ (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2006) και “10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912 -1940″, ιστορικό αφήγημα (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2007), το πρώτο μυθιστόρημά του “Aνάμισης ντενεκές” (Eστία 2008) κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο (2009) και στα τουρκικά, “Η δεξιά τσέπη του ράσου”, νουβέλα (Εστία 2009), “Ήλιος με δόντια”, μυθιστόρημα (Εστία 2010), “Λαγού μαλλί”, νουβέλα (Εστία 2010), “Η άλωση της Κωσταντίας”, μυθιστόρημα (Εστία 2011), “Το ζουμί του πετεινού”, νουβέλα (Εστία 2012).


Ανοιχτη επιστολη στον Ευαγγελο Βενιζελο

Ανοιχτή επιστολή στον Ευάγγελο Βενιζέλο, του Γιάννη Μακριδάκη

08:09, 19 Σεπ 2011 | tvxsteam tvxs.gr/node/69879

Κύριε Βενιζέλο,
άκουσα προσεκτικά τη συνέντευξη τύπου που δώσατε το βράδυ της Κυριακής 18 Σεπτεμβρίου 2011 και πραγματικά θαύμασα για μια ακόμα φορά την άνεσή σας στον χειρισμό της ελληνικής γλώσσας, την ρητορική σας δεινότητα και πολύ περισσότερο την ικανότητά σας να περιγράφετε γλαφυρά και με τρόπο ομολογουμένως μοναδικό την οπτική σας απέναντι στην κατάσταση που βιώνουμε όλοι. Παρατήρησα ότι φτάσατε και στο σημείο να επικαλείστε πλέον την υπερηφάνεια του Έλληνα προσπαθώντας να τον πείσετε ότι δεν του αξίζει η χλεύη των ευρωπαίων, η οποία προέρχεται από την αναξιοπιστία της χώρας, η οποία με τη σειρά της οφείλεται σε όλους εμάς αλλά καθόλου στην κυβέρνηση.

Τι μας είπατε λοιπόν την Κυριακή το βράδυ κύριε Βενιζέλο;

Ότι για την τραγική κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει φταίνε όλοι (πολιτικοί αρχηγοί, συνδικάτα, δημοσιογράφοι, λαός), φταίνε ακόμη και κάποιοι εξωγήινοι κερδοσκόποι που χτυπούν το ευρώ, φταίνε ακόμη και οι ηγέτες της Ευρωπαικής Ένωσης οι οποίοι αδυνατούν να προστατέψουν το νόμισμα έχοντας δημιουργήσει μια “ρευστή και νευρική κατάσταση στην Ευρώπη” αλλά καθόλου δεν φταίτε εσείς και η κυβέρνησή σας, η οποία, απεναντίας, κάνει τόσες προσπάθειες θεσπίζοντας δίκαια φορολογικά μέτρα και έχοντας απόλυτη συναίσθηση των δυσκολιών που περνάει ο έλληνας πολίτης, για να βγάλει τη χώρα από αυτό το αδιέξοδο, να αποσοβήσει τη χρεοκοπία.

Ανακοινώσατε στρατηγική τριών αξόνων πολιτκής:

1. Να πετύχουμε τους δημοσιονομικούς στόχους του 2011 και 2012
2. Να πετύχουμε πλεονάσματα πρωτογενή το ταχύτερο δυνατό, ώστε να μην παράγουμε χρέος και να μη ζητούμε βοήθεια τόσο για το παλιό, όσο και για τα καινούργια χρέη που παράγουμε.
3. Να προωθήσουμε όλες τις διαρθρωτικές αλλαγές που θα επιτρέψουν στη χώρα να γίνει ανταγωνιστική.

Και αναρωτιέμαι:

Για ποιο λόγο την ανακοινώσατε στις 18 Σεπτεμβρίου 2011 αυτή τη στρατηγική κύριε Βενιζέλο; Και μάλιστα ως καινούρια που όμως στηρίζεται ακριβώς σε όσα είχατε υπογράψει και ψηφίσει στη Βουλή υπό την κωδική ονομασία “Μεσοπρόθεσμο”;
Δεν ξέρατε, εσείς, η κυβέρνησή σας, οι βουλευτές που υπερψήφισαν τότε, τι ψηφίζατε;

Είχατε μήπως στο μυαλό σας ότι με την κουτοπονηριά και τα διάφορα πολιτικά τσαλίμια θα κατορθώνατε να ξεγελάσετε τους δανειστές της χώρας και να  μην εφαρμόσετε στο τέλος τα όσα υπογράψατε;

Είστε ως κυβέρνηση τόσο ανίκανοι ώστε αν και είχατε πράγματι την ειλικρινή διάθεση να τα εφαρμόσετε, παρ’ όλα αυτά δεν μπορέσατε να κάνετε πράξη ούτε μια αράδα της συμφωνίας που υπογράψατε;

Ό,τι από όλα αυτά και να ισχύει κύριε Βενιζέλο είναι αρκετό για να αποδείξει και να καταδείξει τον κύριο και μοναδικό υπεύθυνο που έφερε την Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού. Είναι αρκετό για να καταδείξει ότι το τελευταίο (δίκαιο κατά την πολυδιατυπωμένη άποψή σας) επαχθέστατο και εκβιαστικό μέτρο του έκτακτου τέλους με την απειλή διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος στα σπίτια των υπερχρεωμένων πολιτών είναι και άδικο και ξεδιάντροπο. Είναι απλά ένας τρόπος για να μετακυλίσετε τις ευθύνες της απραξίας σας στους ώμους των πολιτών καθιστώντας τους και υπεύθυνους της ενδεχόμενης χρεοκοπίας εάν ομιλούν και αφήνουν την αντίθεσή τους και την αγανάκτησή τους να φτάνει στα αυτιά των δανειστών. Χαρακτηρίζοντάς τους εμμέσως πλην σαφώς ως ανθέλληνες, υπονομευτές της χώρας, που πρέπει να τιμωρηθούν με νέα πιο επώδυνα μέτρα.

Με απογοητεύσατε λοιπόν, μάλλον με εξοργίσατε ακόμα περισσότερο δεινέ ρήτορα Υπουργέ Βενιζέλο την Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου. Διότι δείξατε για μια ακόμη φορά ότι δεν έχετε νιώσει τίποτα. Αλλιώς, θα είχατε προβεί σε μια, έστω και διάρκειας μιας πρότασης, αυτοκριτική. Εσείς, η κυβέρνησή σας και οι βουλευτές σας που όλοι μαζί εδώ και δεκαετίες βλέπατε την κατάσταση στην οποία οι ίδιοι οδηγείτε τη χώρα με την μικροπολιτική σας αφού όλους τους στόχους της στρατηγικής που μας ανακοινώσατε στις 18 Σεπτεμβρίου 2011 θα έπρεπε να τους έχετε κατά νου και να τους τηρείτε κατά γράμμα ως Ευαγγέλιο από τη στιγμή που μπήκατε στην πολιτική.

Αντ’ αυτού, εσείς, οι εδώ και δεκαετίες κύριοι υπεύθυνοι που η Ελλάδα βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, προσπαθείτε με όλη σας την πειθώ, τη δεινότητα και τη δημαγωγεία να μας πείσετε ότι είστε οι μόνοι που προσπαθείτε να σώσετε τη χώρα με συγκεκριμένη και στοχευμένη πολιτική αλλά όλοι εμείς σας χαλάμε τη σούπα και εξαγριώνουμε τους δανειστές.

Αυτά Υπουργέ, επιτρέψτε μου, είναι ανυπόστατα και γελοία και όχι οι φήμες περί χρεοκοπίας όπως ο ίδιος σε κάθε ευκαιρία, με κάθε τρόπο και προς κάθε κατεύθυνση διατυμπανίζετε.


Γιάννης Μακριδάκης
Συγγραφέας

Κωστας Γαβρας: Δολοφονοι, οσοι πετανε χιλιους εργατες στο δρομο

Το Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ έχει εκφράσει φόβους ότι η ανεργία πρόκειται να φτάσει έως και το 22% το 2011 στη χώρα μας… Το 2005 στην Εφημερίδα «Καθημερινή» ο κορυφαίος ευρωπαίος σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς έδωσε συνέντευξη στην Μαρία Κραουνάκη με αφορμή την ταινία του «Το τσεκούρι» που διαπραγματευόταν την απόγνωση ενός άνεργου.

Εκτός των άλλων, ο Κ. Γαβράς στην εν λόγω συνέντευξη, είχε αναφέρει:

  • Οι φόνοι (στην ταινία «Το τσεκούρι») είναι μια παραβολή. Αλήθεια είναι εκείνο που βιώνει ο ήρωας από την απώλεια της δουλειάς του.

  • Ο ήρωας, νιώθει – και το δηλώνει- ότι βρίσκεται σε πόλεμο. Στον πόλεμο, λοιπόν, σκοτώνεις χωρίς να θέλεις. Δεν υπάρχουν ηθικοί κανόνες. Η μόνη ηθική είναι να κερδίσεις

Οι τρομοκράτες

  •  Οι δολοφόνοι στην ταινία δεν είναι ο δικός μου χαρακτήρας (ο πρωταγωνιστής) αλλά αυτοί που απολύουν 1000 – 2000 εργάτες, που τους πετάνε στο δρόμο για να κερδίζουν οι μέτοχοι περισσότερα χρήματα. Οι τρομοκράτες είναι αυτοί, όχι ο ήρωάς μου. Και η κοινωνία βαδίζει προς αυτή την κατεύθυνση.

  • Ξεχνάμε τον ουμανισμό και οδεύουμε προς τον οικονομισμό. Η οικονομία υπεράνω όλων. Ακόμη και τα δικτατορικά συστήματα μιλούσαν για τον άνθρωπο. Σήμερα όλες οι δημοκρατίες αναφέρονται στην οικονομία.

  •  Ο σύγχρονος άνθρωπος διαμορφώνεται μέσα στη μοναξιά. Ο καθένας για τον εαυτό του. Εγώ και η οικογένειά μου. Μέχρι τώρα τους εργάτες τους απέλυαν εύκολα και αυτό ήταν σχεδόν αποδεκτό απ’ όλους.

  • Σήμερα, απολύουν χωρίς καμία δυσκολία τα μεσαία τάξη. Στο παρελθόν δεν ήταν καθόλου εύκολο. Πρόσφατα, μια εταιρεία στη Γαλλία απέλυσε 1200 υπαλλήλους ενώ είχε κέρδη 48%! Οι τρομοκράτες βρίσκονται από την άλλη πλευρά

 Πολύ άγριο σύστημα. 500 διευθυντές ελέγχουν το 55% της παραγωγής

  •  Το κράτος υποχωρεί διαρκώς. Σήμερα, δεν ξέρω ποιος δίνει το παράδειγμα, ο Μπους, ο Μπλερ, πάντως οι κοινωνίες φτάνουν ανήκουν σε μερικούς ανθρώπους. Έκανα έναν υπολογισμό: 500 Διευθυντές μεγάλων εταιρειών ελέγχουν το 55% της παραγωγής ολόκληρου του κόσμου. Πεντακόσιοι άνθρωποι για 6δις. Το σύστημα είναι πολύ άγριο σήμερα.

  •  Όσοι χάνουν τη δουλειά τους χάνουν και την αυτοεκτίμησή τους και την εκτίμηση των άλλων, γιατί δεν μπορούν να ζήσουν μαζί με τους άλλους, να κινηθούν στους ίδιους χώρους, να πάνε στα ίδια μέρη… Έτσι χάνονται και οι φίλοι. Διαλύεται η προσωπική και κοινωνική ζωή