Μανώλης Ρασούλης

«Εμεις δεν προδώσαμε, δεν πουληθήκαμε, είμαστε εκείνοι πού μασταν και αυτό είναι το μανιφέστο μας» Μανώλης Ρασούλης

Της Κρυσταλίας Πατούλη

για το tvxs.gr

Τεσσάρων χρονών, πριν από 40 τόσα χρόνια, Μάρτιο μήνα, έχασα τον πατέρα μου, οπότε, είμαι ευγνώμων για όλους αυτούς τους «πατεράδες» που ερήμην τους τους… υιοθέτησα παίρνοντας απλόχερα την πνευματική και ψυχική κληρονομιά που μου χάρισαν. Πάμπλουτοι άλλωστε άνθρωποι, πάμπλουτοι! Σε ψυχή, μυαλό, ζωή, ταλέντο! Μοίρασαν απλόχερα και με γενναιότητα μαζί (που μη ξεχνάμε, οι περισσότεροι την πλήρωσαν!) όλα τα «υπάρχοντά» τους, δώρο ζωής σε όλους μας! Ένας από αυτούς τους λίγους μοναδικούς, αναντικατάστατους, ήταν και ο Ρασούλης. Καθόμουν χτες το βράδυ, και άκουγα πάλι τα τραγούδια του…. Πόσα έχει πει με τους στίχους του, με την ίδια την αιρετική, ανατρεπτική, ασυμβίβαστη στάση ζωής του, το χαμόγελο του, το χιούμορ του, τα βιβλία του. Πάντα κάτι θα μας ξεφεύγει και συνεχώς κάτι θα έχουμε να ανακαλύπτουμε μέχρι… τέλους, και μετά από εμάς οι επόμενοι και οι επόμενοι…

Ένα «ευχαριστώ», λοιπόν, μοιάζει τόσο λίγο.

Για όλα αυτά και για «φι, χι, ψι λόγους» (όπως θα λεγε και ο ίδιος) προτιμώ να αφήσω να «μιλήσει» με τα δικά του λόγια, που μαγνητοφωνούσα πριν έναν περίπου χρόνο, καθισμένη απέναντί του σε ένα παγκάκι της παραλίας της Θεσσαλονίκης, αλλά και από την πρόσφατη συνέντευξή του για την έρευνα του tvxs.gr «Τι πρέπει να κάνουμε». Ο Ρασούλης άλλωστε μπορούσε να μιλάει ώρες. Για τα πάντα. Για όλο τον πλανήτη, που άντεχε να κρατά κάθε λεπτό μέσα του. Προτελευταία φορά, δώσαμε ραντεβού στον Ιανό τη βραδιά που τραγούδησε α καπέλλα ένα περήφανο κρητικό τραγούδι, για το «γύρο του θανάτου» (!) το πρόσφατο βιβλίο του Κοροβίνη. Με την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασιακή ερμηνεία του, φορώντας το χαρακτηριστικό καπέλο του, στάθηκε όρθιος μπροστά μας. Σαν να μας αποχαιρετούσε.

Τελευταία φορά τον είδα την Πέμπτη στις 3/3/2011 στο Θησείο και μαζί με τη φίλη Αναστασία… πήγαμε μια  βόλτα στο Γκάζι. Την επομένη θα έφευγε για τη Θεσσαλονίκη. Χαιρετηθήκαμε για πάντα μόνο που… δεν το ξέραμε. Καλή αντάμωση αγαπημένε Μανώλη. Καλό ταξίδι.

Κι αν όπως είχες πει:

«το Ρασούλης σημαίνει στα αραβικά προφήτης και εγώ γούσταρα να γίνω προφήτης»

Ξανά για… φι, χι, ψι λόγους θα ‘λεγα ότι το κατάφερες:

«Το πιο παράξενο τραγούδι που ‘χω πει,
το πιο γλυκό, το πιο βαρύ
είναι η ίδια μου, η ίδια μου η ζωή.

Κάθε στίχος του και πίκρα,
κάθε αγάπη και στροφή,
θέλω να το πω στο τέλος,
μα μου τρέμει η φωνή.

Ελάτε όλοι σας απόψε που ‘χω πιει
κι όλοι μαζί, τέμπο βαρύ,
μέχρι τον Άδη, τον Άδη ν’ ακουστεί»

 

Τι σας έκανε να ζείτε στη Θεσσαλονίκη, εσάς έναν βέρο Κρητικό;

Στη Θεσσαλονίκη ζουν χιλιάδες Κρητικοί. Από την αρχαιότητα είχαμε εξαιρετικές σχέσεις με τους Μακεδόνες. Μην ξεχνάμε τον Νέαρχο, τον ναύαρχο του Αλέξανδρου. Υπάρχει μια αλληλοσυμπάθεια. Σε δύσκολες στιγμές της Μακεδονίας, η Κρήτη πάντα ήτανε παρούσα και υπάρχουν πολλά αγάλματα Κρητών μακεδονομάχων στη Θεσσαλονίκη.

Εγώ για άλλους λόγους ανέβηκα στη Σαλονίκη, όμως έπειτα από 20 χρόνια εδώ, αναδύθηκε η ευθύνη του Κρητικού ως προς τα ζωτικά και εθνικά ζητήματα.

Τοιουτοτρόπως, τρία άτομα μιλούν σθεναρά υπέρ της Θεσσαλονίκης-Μακεδονίας: ο Παναγιώτης Ψωμιάδης (Πόντιος), ο μητροπολίτης Άνθιμος (από τον Πύργο της Ηλείας) κι εγώ (Κρητικός). Ο κάθε ένας από τη σκοπιά του και το όραμά του. Η καταγωγή μου με βοήθησε να προσεγγίσω καλύτερα το θέμα των πολιτών της Σαλονίκης εβραϊκής καταγωγής και της ιλιγγιώδους περίπτωσης του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Τι σας κάνει να θέλετε να συνεχίζετε να ζείτε εκεί;

Παγιώθηκε μέσα μου το πατριωτικό χρέος της αποκέντρωσης από την Αθήνα. Να ’χουμε δύο τουλάχιστον πόλεις στην Ελλάδα. Είναι πια σαν αποστολή. Την αγαπώ την πόλη και, νομίζω, μ’ αγαπά. Αν και όλα συμβαίνουν στην Αθήνα, το πολιτιστικό κέντρο βάρους της χώρας βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, γιατί α) ζω εγώ εκεί, β) αντικειμενικά περιέχει το δικαίωμα να είναι πολιτιστικό κέντρο των Βαλκανίων επειδή είναι και η πιο αρχαία πόλις που διατηρήθηκε ανά τους αιώνες.

 

Ποια αξέχαστη δική σας (προσωπική ή και επαγγελματική) ιστορία συνδέεται με την Θεσσαλονίκη;

Και επαγγελματικές και προσωπικές ιστορίες με συνδέουν με τη Θεσσαλονίκη. Εκτός από την ηχογράφηση της Εκδίκησης της γυφτιάς, η Αθήνα για φι, χι, ψι λόγους με εξέβρασε επί ξύλου κρεμάμενο στη Σαλονίκη. Σιγά σιγά, μου παρέσχε δουλειά και κάπως στανιάρισα από την ένδεια της Αθήνας. Επίσης, το 70% των σχέσεών μου με το άλλο φύλλο, κατά μυστήριο τρόπο, ήταν και είναι Σαλονικιές. Έρως και πάθος για επικοινωνία. Μ’ όλα τα σκαμπανεβάσματα, τις αγωνίες, τις συγκινήσεις… Όμως αυτό που με συγκλονίζει είναι η περίπτωση του βαφτισιμιού μου, του Πασχάλη. Mε τη φίλη μου Κ.Φ. είμαστε ανάδοχοι γονείς ενός παιδιού με ειδικές ανάγκες, που είναι ένα πλάσμα ολομόναχο που το αγαπήσαμε και το αγαπάμε όσο τίποτα. Νομίζω ότι ο Πασχάλης είναι η κύρια αιτία που παραμένω στη Σαλονίκη, στην πόλη που δεν μου παρέχει όλα εκείνα που χρειάζομαι για το όραμά μου – παρ’ όλη την αγάπη.

 

Πόσο ρόλο έπαιξε η Θεσσαλονίκη στο έργο σας;

Δεν έπαιξε κυρίαρχο ρόλο. Όμως μου παρείχε τη συνθήκη να δουλέψω – εργασιακά και ιδεολογικά. Ένας κόσμος άπειρος και μοιραίος παρουσιάστηκε όταν το ζήτημα των Εβραίων που χάθηκαν στην κατοχή και το ζήτημα του Αλεξάνδρου ήρθαν σαν μαγική καραμπόλα στη ζωή μου. Ως εκ τούτων, πάω 8 χρόνια τώρα στο Ισραήλ, έβγαλα ένα εξαιρετικό CD με τον συνεργάτη μου Γεχούδα Πόλικερ, πολύ αγαπητό καλλιτέχνη, με τους γονείς του να κατάγονται από τη Σαλονίκη, και έχω εντρυφήσει στη λύση του μεσανατολικού ζητήματος, αλλά και στο θέμα των Σκοπίων και των Βαλκανίων.

Πολλά τραγούδια μου και βιβλία μου τα έχω γράψει εδώ. Όμως δεν παριστάνω τον Θεσσαλονικιό συγγραφέα, παρ’ ότι και οι ενθάδε καλλιτέχνες με εκτιμούν και ο σαλονικιός εκδοτικός οίκος ΙΑΝΟΣ ήδη έχει εκδώσει 4 βιβλία μου. Όμως υπάρχει μια δυσκολία και μια μαύρη τρύπα στην πόλη. Αυτό προσεγγίζω διαρκώς και ξεψαχνίζω, και αυτό νομίζω είναι δημιουργικό. Όμως η πόλη διαθέτει τόνους στατικότητας, παρ’ όλη την υπερκινητικότητα της Θύρας 4 του ΠΑΟΚ.

 

Αν σας ζητούσαμε να αφιερώσετε κάτι από το έργο σας στη Θεσσαλονίκη ποιο θα ήταν αυτό;

Επιθυμώ να αφιερώσω όλο το έργο μου στη Θεσσαλονίκη. Και αν κάποιος θα ’θελε να μελετήσει το μικρό μου έργο, να ’ρχεται στη Θεσσαλονίκη να ερευνά. Ο πολιτιστικός χαρακτήρας της πόλης είναι σύνθετος κι έτσι αντανακλάται και στην ποικίλη δουλειά μου.

Έτσι κι αλλιώς, έχω γράψει κάποια τραγούδια για κοπέλες Σαλονικιές που έτυχε να έχω σχέση για κάποιον καιρό. «Η Ζολί – που άφησε τον γάμο και πήγε για στουρνάρια». Είναι ένα πικρόχολο τραγούδι για μια ωραία κοπέλα που ήθελα, μέσα από το πάθος μου, να την κάνω σύμβολο ομορφιάς, τότε που η Σαλονίκη ήταν Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. Ποτέ δεν κατάλαβε τι ήθελα να πω. Έχουν εδώ έντονη την αγωνία για επιβίωση. Τα οράματα τύπου δικού μου τα θεωρούν τρελαμάρες. Παρ’ όλη την πόζα, είναι συντηρητικός κόσμος. Αυτή η ατμόσφαιρα συχνά με πνίγει. Όμως την αγαπώ και της έχω αφιερωθεί. Ψυχή τε και σώματι. Δεν φτάνει;

 

Γράψατε ποτέ κάτι έχοντας στο μυαλό σας την Θεσσαλονίκη (είτε ως φόντο είτε ως θέμα);

Όπως είπα και παραπάνω, αναπόφευκτα έχω γράψει πολλά έχοντας στο μυαλό μου τη Θεσσαλονίκη είτε ως φόντο είτε ως θέμα: το βιβλίο μου Κνώσοντας την αλήθεια – Το κρητικό μανιφέστο, το’γραψα εδώ. Δεκάδες άρθρα σε περιοδικά και στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος». Συνεντεύξεις, εκπομπές στα ραδιόφωνά της. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, έχω την αίσθηση ότι θα μπορούσε να ήταν καλύτερα τα πράγματα.

 

Ποιοι είναι οι σύγχρονοι θρύλοι της Θεσσαλονίκης για εσάς;

Κατ’ αρχάς, είναι ο Κούδας. Αυτός έχει περάσει πια στη σφαίρα της μυθολογίας. Όχι μόνο για τον λαό του ΠΑΟΚ. Για όλους.

Βεβαίως και ο Νίκος Γκάλης. Θεσπέσιος! Κατά κάποιον τρόπο -για μένα- είναι ο Διονύσης Σαββόπουλος, οριακό σημείο στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Εν μέρει, ο ποιητής Χριστιανόπουλος. Η πόλη έχει τη δημιουργική ιδιομορφία της, αλλά η Αθήνα προσπαθεί να την ελέγξει και να την καταστρατηγήσει. Βγάζει αρκετό ανθρώπινο υλικό που το απορροφά η Αθήνα, η οποία δεν είναι στη δημιουργικότερή της περίοδο.

 

Με τι είναι συνδεδεμένη η Θεσσαλονίκη με εσάς περισσότερο;

Σας είπα: ο έρως, η δουλειά, ο Πασχάλης και το μυστήριο που κρύβει και σου ανοίγει πύλες του ανεξήγητου μέρα με τη μέρα. Είναι συνδεδεμένη και με το όραμά μου για ένα κοινό βαλκανικό πλέγμα, με βαλκανικό κοινοβούλιο, εγκατεστημένο για πάντα στη Θεσσαλονίκη.

Βεβαίως, η Θεσσαλονίκη έχει και ένα ακατανίκητο μπον βιβέρ: απόκτησα μια μπάκα – ανεπίτρεπτο, κι όμως αληθινό! Η οποία όμως φεύγει σιγά σιγά, διότι επανέρχεται ο μεταβολισμός μου που σακατεύτηκε από τότε που δούλευα σεζόν ολόκληρες στο κλαμπ Πλατώ, στη Χαριλάου, και που για να αντεπεξέλθω έπινα δυο ουίσκια στο φόρτε του προγράμματος. Και αρκετό «Γεροβασιλείου», που μ’ αρέσει ιδιαίτερα. Τώρα περπατώ πολύ στην παραλία, 2-3 ώρες την ημέρα, και κάνω αρκετή καύση.

 

Ποιες αρετές εκτιμάτε στους Θεσσαλονικείς;

Έχουν αρετές οι Θεσσαλονικείς. Είναι πράοι, δεν έχουν την εφιαλτική ένταση που έχουν στην Αθήνα. Είναι γενικά καλοί άνθρωποι, ιδίως με μας τους Κρητικούς. Αποπνέουν μια ανθρωπίλα. Που δεν είναι βέβαια η καλύτερη πρώτη ύλη. Υπάρχουν προβλήματα, και δουλεύω πάνω σ’ αυτά. Θα ’θελα μια περισσότερη επίγνωση, μια τσίτα ιδεολογική, για να ανέβη η πόλη σύσσωμη. Έτσι, ώστε μια γκρίνια υπόγεια ενάντια στην Αθήνα να πάρει εμφανείς πολιτικές μορφές.

Η άπλα χρόνου και χώρου δημιουργούν ήθη στους Θεσσαλονικείς που χάνονται σε άλλες πόλεις. Φοβούμαι ότι και στη Σαλονίκη αρχίζει να αλλοιώνεται αυτό το φαινόμενο. Βρισκόμαστε, π.χ., σε ορθάδικα που ψήνουν κοψίδια, κι εκεί ανταλλάσσουμε απόψεις και δείχνουμε τη συμπάθειά μας σ’ αυτά τα έθιμα. Εβίβα!

 

Πιστεύετε ότι με το έργο σας επηρεάσατε και την σύγχρονη ιστορία της πόλης;

Δεν νομίζω ότι επηρέασα τελειωτικά την πόλη. Στην επιφάνεια, μπορεί. Προσπάθησα και προσπαθώ. Όταν η Θεσσαλονίκη θα γίνει επίσημα πρωτεύουσα πολιτισμική των Βαλκανίων, με μια νέα φιλοσοφία, ελπιδοφόρα και παραγωγική, τότε θα μπορώ να πω ότι την επηρέασα.

 

Σας έκανε ποτέ το κοινό της Θεσσαλονίκης να νιώσετε σαν ένας μικρός θεός;

Ορισμένες στιγμές και φορές, ναι. Ορισμένες, πάλι, η φοβερή αγκύλωση και η στατικότητά της με ξαφνιάζουν. Όμως ανασταίνομαι κάθε φορά. Κι αυτό πάει σκοινί-κορδόνι. Όταν ήρθα στη Σαλονίκη, το ’89, ήμουν σχεδόν άγνωστος και εντελώς απένταρος. Μ’ αγάπησαν, και τώρα έχω κι εγώ ένα σπίτι -όχι ιδιόκτητο- και ένα παλτό Αρμάνι. Με χαιρετούν στον δρόμο: «Γεια σου, Μανώλη! Γεια σου, Δάσκαλε! Άρχοντα, μεγάλε…» κ.λπ. Κάτι έχει αλλάξει.

 

Τι θα θέλατε να πείτε στους ανθρώπους της Θεσσαλονίκης;

Τι άλλο να πω; Έχω πει τόσα πολλά. Αν και -παρ’ όλα αυτά- νιώθω ότι σπέρνω στον βράχο. Είναι δεμένοι με τον πολύ ανθρώπινο τρόπο ζωής. Δεν είναι να τους πω. Να είμαι παράδειγμα για το τι εννοώ. Νοιώθειν. Αυτό είναι πιο εσωτερικό, πιο ψυχικό, πιο εικονοκλαστικό. Ζούμε στην εποχή της εικόνας. Με βλέπουν κάθε μέρα στους δρόμους. Καλημεριζόμαστε. Φτάνει. Νιώθουν ότι είμαι δικός τους, ένας απ’ αυτούς.

 

Ποιον είχατε πρότυπο όταν ήσασταν παιδί;

Κατ’ αρχάς, τον πατέρα μου. Δύο άλλοι ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Μίκης Θεοδωράκης. Βαυκαλίζομαι ότι συνθέτω και τους τρεις. Αργότερα γνώρισα την περίπτωση του Τρότσκι. Σχεδόν τον ερωτεύτηκα! Έκανα ό,τι μπορούσα για την παγκόσμια επανάσταση, και ακόμα είμαι ενεργών στη «διαρκή επανάσταση», θεωρία του Τρότσκι. Μετά κατάλαβα ότι ο κύκλος έκλεισε κι εκεί ως διά μαγείας γνώρισα τον Osho! Και τον σύστησα στους Έλληνες.

 

Η ταινία-τραγούδι-βιβλίο που σας σημάδεψε;

Η ινδική ταινία Μαγκάλα, το Ρόδο των Ινδιών, και το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου. Αργότερα και άλλα πολλά.

 

Ο μεγαλύτερος φόβος σας…

Ότι δεν θα προλάβουμε τα καλπάζοντα γεγονότα του πλανήτη. Εκτροχιαστήκαμε. Φαινόταν, παλαιόθεν. Κι όμως, πάμε προς τον καταρράκτη. Ο Θεός βοηθός. Συν Αθηνά και χείρα κίνει. Και μηδένα προ του τέλους μακάριζε. Ελπίζω να πούμε «τέλος καλό, όλα καλά». Και βέβαια, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

 

Αγαπημένο σας απόφθεγμα…

Ουκ εν τω πολλώ το ΕΥ. – Ουδέν κακόν αμιγές καλού.

 

Ποιο είναι το επόμενο βήμα σας στη ζωή (προσωπική και επαγγελματική);

Να σώσω τον κόσμο – αν σώζεται. Και την ψυχή μου.

 

 

————————————–

Εδώ είναι του Ρασούλη (άρθρο του ίδιου)

Λένε πως ο δίσκος «Η εκδίκηση της Γυφτιάς» άλλαξε τον ρου του ελληνικού τραγουδιού και το ανανέωσε. Αυτά ειπώθηκαν σχεδόν «κατόπιν εορτής». Εγώ απλώς τόχα από μικρός να κάνω τον κόσμο να χορέψει, να τραγουδήσει, απλά, λαϊκά και να υποστείλει μιλιτέρ φόρμουλες. Αυτή ήταν η επιθυμία μου, η προσδοκία μου. Μαγεμένος από τις ινδικές ταινίες – όπως ακριβώς κι ο Καζαντζίδης- και από τα ινδικά τραγούδια, όπως ακριβώς ο Καζαντζίδης, ο οποίος τα ανάπλασε αλά ελληνικά και «σφυριλατήθηκε» απ’ αυτά τραγουδώντας σ’ αυτό το στιλ τη «Μαντουμπάλα», τη «Ζηγκουάλα» κι ένα σωρό άλλα τέτοια παρόμοια, τόχα μέσα μου αυτό το αναβράζον υλικό και αν δεν το ‘βγαζα κάποια μέρα θα ‘σκαγε μέσα μου κι αλίμονο σε μένανε.

Τόχα, τόχα, τόχα, ώσπου μια μέρα για μια ταινία του Βούλγαρη ο Σαββόπουλος γράφει ένα τραγούδι, τη «Θητεία», που το τραγούδησε ο Μιχάλης Μενιδιάτης.

Αυτό ήταν. Άνοιξε η μπουκαπόρτα. Προηγουμένως όμως εγώ δούλευα με τον Σαββόπουλο επί δύο χρόνια στις παραστάσεις του «Αχαρνείς», εκεί κι ο Νίκος Παπάζογλου, εκεί κι ο Ηλίας Λιούγκος που με σύστησε σ έναν γείτονά του ονόματι Νίκο Ξυδάκη. Πώς έγινε και γίναμε σύντομα συγκάτοικοι, μιας κι εγώ δεν είχα κείνη την εποχή που την κεφαλή κλίναι. Για μήνες μπουρ μπουρ και μια μέρα τον πρεσάρισα να γράψουμε καμία νότα. Και πράγματι αρχίσαμε και βγαίνανε κάτι ήσυχες μπαλάντες. Ώσπου κάποτε του είπα: «Πάρε τις πέντε πρώτες νότες απ΄ τη  «Θητεία» και πάμε να τις ταξιδέψουμε. Και ω του θαύματος,  κωλοβάρα κωλοβάρα, βγήκε η μελωδία του άσματος «Τρελή κι αδέσποτη».

Είχαμε πάρει φόρα. Έβγαινε το ένα μετά το άλλο. Μια μέρα ήρθε κι ο Παπάζογλου, μαθαίνοντας την παραγωγή μας, και λέει: «Τι κάνετε εδώ ρε μαλάκες;». «Γράφουμε κάτι τραγούδια» του λέω. «Ε, δος μου και μένα κανένα» μου λέει. Δεν ήξερα καν αν γράφει καλά, όμως επειδή μου περισσεύανε του έδωσα ένα, το «Κυρ διευθυντά των δίσκων» το οποίο ξέχασα μετά. Όμως μια μέρα μού ‘στειλε μια κασέτα όπου υπήρχε το άσμα μελοποιημένο. Ήσαν έκπληξη. Μ’ άρεζε.

Όταν τελειώσαμε τον περισσότερο όγκο της δουλειάς της «Γυφτιάς», τα πήγα στο Σαββόπουλο στο σπίτι του. Αμέσως ανέλαβε να είναι παραγωγός, ετστετερά ετσετερά.

Υπάρχουν πολλά συμβάντα μέχρι την ηχογράφηση του δίσκου. Και κατά τη διάρκεια της ηχογραφήσεως στο στούντιο «Αγροτικόν», στην Παπάφη, στη Σαλονίκη, που τα χαρακτηρίζει ο ενθουσιασμός, η ένδεια, η αγωνία, ο θαυμασμός, η απογοήτευση. Ωσπου έγινε η δουλειά, αν και δεν την ακούσαμε ηχογραφημένη, γιατί ο Σαββόπουλος, ως μπος, μας έδιωξε εμένα και τον Ξυδάκη, γιατί του μπαίναμε στα ρουθούνια και ας πούμε ότι καλά έκανε και θύμωσε, γιατί το υλικό το ευεργέτησε. Επέβαλε τον Παπάζογλου ως κύριο τραγουδιστή, απεμπολώντας τον δεύτερο τη τάξη Δημήτρη Κοντογιάννη και μέχρι εδώ ας πούμε καλά. Μετά στο εξώφυλλο έκανε ένα αερόμπικ άλμα, βάζοντας τον φίλο τον Κιριτσόπουλο να κάνει ένα εξώφυλλο υπέροχο αλλά άξιο προς ψυχογράφημα. Επέβαλε με συμφωνία με την Lyra έναν υπερβολικό Παπαζογλισμό. Κι εντάξει η φωτογραφία του Νίκου με το αγγελάκι.  Ήταν ομορφιά. Στο οπισθόφυλλο έγινε το όργιο. Υπάρχει μια μεγάλη φωτογραφία στο κέντρο, που δείχνει τον Σαββό και τον Παπάζογλου –που στη δουλειά μπήκε από αράουτ- σαν να συσκέπτονται (sic!) κι εμάς τους δημιουργούς κάτι λιλιπούτιες φωτο στην πάνω μεριά, που ανάγκασαν έναν δημοσιογράφο στην πρες κόνφερανς να ζητά από τον διευθυντή της Lyra  κ. Πατσιφά το μεγεθυντικό φακό για να μας μεγεθύνει και να μας βλέπει. Δεν μας άρεσε η τόση ανισότητα και αδικία. Επιπλέον ο Ξυδάκης θύμωσε που ‘βαλαν χωρίς την θέλησή μας ένα ακόμη άσμα του Παπάζογλου – Σιμώτα (φίλου του Σαββόπουλου), το «Μπαγλαμαδάκι», το οποίο ομολογουμένως έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στο όλο πείραμα.

Εμείς, Ξυδάκης κι εγώ- ενώ ο Σαββόπουλος είπε περήφανος ότι πάμε για τον επόμενο δίσκο – αποφασίσαμε «ανταρσία» και ξεκινήσαμε μόνοι μας ανεξάρτητη παραγωγή και κάναμε «Τα δήθεν», ώστε βάλαμε σεμνά και ταπεινά τις φωτογραφίες μας, εμάς των δημιουργών. Η Lyra αργότερα το τράβηξε εκτός αγοράς. Τώρα ξανακυκλοφορεί από τη Legent.

Όμως, έτσι ή αλλιώς, εγώ προσωπικά πέτυχα αυτό που ήθελα. Άρχισαν πρώτα οι φοιτητές, μετά επεκτάθηκε σ’ όλα τα στρώματα. Χόρεψαν, χόρεψαν, τραγούδησαν, χαλάρωσαν, ότι έκανε ο Χατζιδάκης μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο, έγινε μ’ εμάς μετά τη Χούντα. Ήταν και το κοινωνικό κλίμα που άλλαξε. Ανέρχονταν νέες πολιτικές δυνάμεις στο προσκήνιο.

Λένε ότι ακόμη πουλάει. Ακόμη το χαίρεται  ο κοσμάκης. Κι εγώ χαίρομαι όταν χαίρεται ο κόσμος. Όλα τα άλλα είναι ιστορία, θεωρίες και μάρκετινγκ.

Εγώ συνεχίζω στο ίδιο πνεύμα και ο νοών νοήτω. Μανώλης Ρασούλης ,

(από την «άκοπη» συνέντευξη αλλά και άρθρο του, στην Κρυσταλία Πατούλη για το περιοδικό Thessaloniki Confidential, Εκδ. Λυμπέρη 2010)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s