Μανώλης Ρασούλης

«Εμεις δεν προδώσαμε, δεν πουληθήκαμε, είμαστε εκείνοι πού μασταν και αυτό είναι το μανιφέστο μας» Μανώλης Ρασούλης

Της Κρυσταλίας Πατούλη

για το tvxs.gr

Τεσσάρων χρονών, πριν από 40 τόσα χρόνια, Μάρτιο μήνα, έχασα τον πατέρα μου, οπότε, είμαι ευγνώμων για όλους αυτούς τους «πατεράδες» που ερήμην τους τους… υιοθέτησα παίρνοντας απλόχερα την πνευματική και ψυχική κληρονομιά που μου χάρισαν. Πάμπλουτοι άλλωστε άνθρωποι, πάμπλουτοι! Σε ψυχή, μυαλό, ζωή, ταλέντο! Μοίρασαν απλόχερα και με γενναιότητα μαζί (που μη ξεχνάμε, οι περισσότεροι την πλήρωσαν!) όλα τα «υπάρχοντά» τους, δώρο ζωής σε όλους μας! Ένας από αυτούς τους λίγους μοναδικούς, αναντικατάστατους, ήταν και ο Ρασούλης. Καθόμουν χτες το βράδυ, και άκουγα πάλι τα τραγούδια του…. Πόσα έχει πει με τους στίχους του, με την ίδια την αιρετική, ανατρεπτική, ασυμβίβαστη στάση ζωής του, το χαμόγελο του, το χιούμορ του, τα βιβλία του. Πάντα κάτι θα μας ξεφεύγει και συνεχώς κάτι θα έχουμε να ανακαλύπτουμε μέχρι… τέλους, και μετά από εμάς οι επόμενοι και οι επόμενοι…

Ένα «ευχαριστώ», λοιπόν, μοιάζει τόσο λίγο.

Για όλα αυτά και για «φι, χι, ψι λόγους» (όπως θα λεγε και ο ίδιος) προτιμώ να αφήσω να «μιλήσει» με τα δικά του λόγια, που μαγνητοφωνούσα πριν έναν περίπου χρόνο, καθισμένη απέναντί του σε ένα παγκάκι της παραλίας της Θεσσαλονίκης, αλλά και από την πρόσφατη συνέντευξή του για την έρευνα του tvxs.gr «Τι πρέπει να κάνουμε». Ο Ρασούλης άλλωστε μπορούσε να μιλάει ώρες. Για τα πάντα. Για όλο τον πλανήτη, που άντεχε να κρατά κάθε λεπτό μέσα του. Προτελευταία φορά, δώσαμε ραντεβού στον Ιανό τη βραδιά που τραγούδησε α καπέλλα ένα περήφανο κρητικό τραγούδι, για το «γύρο του θανάτου» (!) το πρόσφατο βιβλίο του Κοροβίνη. Με την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασιακή ερμηνεία του, φορώντας το χαρακτηριστικό καπέλο του, στάθηκε όρθιος μπροστά μας. Σαν να μας αποχαιρετούσε.

Τελευταία φορά τον είδα την Πέμπτη στις 3/3/2011 στο Θησείο και μαζί με τη φίλη Αναστασία… πήγαμε μια  βόλτα στο Γκάζι. Την επομένη θα έφευγε για τη Θεσσαλονίκη. Χαιρετηθήκαμε για πάντα μόνο που… δεν το ξέραμε. Καλή αντάμωση αγαπημένε Μανώλη. Καλό ταξίδι.

Κι αν όπως είχες πει:

«το Ρασούλης σημαίνει στα αραβικά προφήτης και εγώ γούσταρα να γίνω προφήτης»

Ξανά για… φι, χι, ψι λόγους θα ‘λεγα ότι το κατάφερες:

«Το πιο παράξενο τραγούδι που ‘χω πει,
το πιο γλυκό, το πιο βαρύ
είναι η ίδια μου, η ίδια μου η ζωή.

Κάθε στίχος του και πίκρα,
κάθε αγάπη και στροφή,
θέλω να το πω στο τέλος,
μα μου τρέμει η φωνή.

Ελάτε όλοι σας απόψε που ‘χω πιει
κι όλοι μαζί, τέμπο βαρύ,
μέχρι τον Άδη, τον Άδη ν’ ακουστεί»

 

Τι σας έκανε να ζείτε στη Θεσσαλονίκη, εσάς έναν βέρο Κρητικό;

Στη Θεσσαλονίκη ζουν χιλιάδες Κρητικοί. Από την αρχαιότητα είχαμε εξαιρετικές σχέσεις με τους Μακεδόνες. Μην ξεχνάμε τον Νέαρχο, τον ναύαρχο του Αλέξανδρου. Υπάρχει μια αλληλοσυμπάθεια. Σε δύσκολες στιγμές της Μακεδονίας, η Κρήτη πάντα ήτανε παρούσα και υπάρχουν πολλά αγάλματα Κρητών μακεδονομάχων στη Θεσσαλονίκη.

Εγώ για άλλους λόγους ανέβηκα στη Σαλονίκη, όμως έπειτα από 20 χρόνια εδώ, αναδύθηκε η ευθύνη του Κρητικού ως προς τα ζωτικά και εθνικά ζητήματα.

Τοιουτοτρόπως, τρία άτομα μιλούν σθεναρά υπέρ της Θεσσαλονίκης-Μακεδονίας: ο Παναγιώτης Ψωμιάδης (Πόντιος), ο μητροπολίτης Άνθιμος (από τον Πύργο της Ηλείας) κι εγώ (Κρητικός). Ο κάθε ένας από τη σκοπιά του και το όραμά του. Η καταγωγή μου με βοήθησε να προσεγγίσω καλύτερα το θέμα των πολιτών της Σαλονίκης εβραϊκής καταγωγής και της ιλιγγιώδους περίπτωσης του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Τι σας κάνει να θέλετε να συνεχίζετε να ζείτε εκεί;

Παγιώθηκε μέσα μου το πατριωτικό χρέος της αποκέντρωσης από την Αθήνα. Να ’χουμε δύο τουλάχιστον πόλεις στην Ελλάδα. Είναι πια σαν αποστολή. Την αγαπώ την πόλη και, νομίζω, μ’ αγαπά. Αν και όλα συμβαίνουν στην Αθήνα, το πολιτιστικό κέντρο βάρους της χώρας βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, γιατί α) ζω εγώ εκεί, β) αντικειμενικά περιέχει το δικαίωμα να είναι πολιτιστικό κέντρο των Βαλκανίων επειδή είναι και η πιο αρχαία πόλις που διατηρήθηκε ανά τους αιώνες.

 

Ποια αξέχαστη δική σας (προσωπική ή και επαγγελματική) ιστορία συνδέεται με την Θεσσαλονίκη;

Και επαγγελματικές και προσωπικές ιστορίες με συνδέουν με τη Θεσσαλονίκη. Εκτός από την ηχογράφηση της Εκδίκησης της γυφτιάς, η Αθήνα για φι, χι, ψι λόγους με εξέβρασε επί ξύλου κρεμάμενο στη Σαλονίκη. Σιγά σιγά, μου παρέσχε δουλειά και κάπως στανιάρισα από την ένδεια της Αθήνας. Επίσης, το 70% των σχέσεών μου με το άλλο φύλλο, κατά μυστήριο τρόπο, ήταν και είναι Σαλονικιές. Έρως και πάθος για επικοινωνία. Μ’ όλα τα σκαμπανεβάσματα, τις αγωνίες, τις συγκινήσεις… Όμως αυτό που με συγκλονίζει είναι η περίπτωση του βαφτισιμιού μου, του Πασχάλη. Mε τη φίλη μου Κ.Φ. είμαστε ανάδοχοι γονείς ενός παιδιού με ειδικές ανάγκες, που είναι ένα πλάσμα ολομόναχο που το αγαπήσαμε και το αγαπάμε όσο τίποτα. Νομίζω ότι ο Πασχάλης είναι η κύρια αιτία που παραμένω στη Σαλονίκη, στην πόλη που δεν μου παρέχει όλα εκείνα που χρειάζομαι για το όραμά μου – παρ’ όλη την αγάπη.

 

Πόσο ρόλο έπαιξε η Θεσσαλονίκη στο έργο σας;

Δεν έπαιξε κυρίαρχο ρόλο. Όμως μου παρείχε τη συνθήκη να δουλέψω – εργασιακά και ιδεολογικά. Ένας κόσμος άπειρος και μοιραίος παρουσιάστηκε όταν το ζήτημα των Εβραίων που χάθηκαν στην κατοχή και το ζήτημα του Αλεξάνδρου ήρθαν σαν μαγική καραμπόλα στη ζωή μου. Ως εκ τούτων, πάω 8 χρόνια τώρα στο Ισραήλ, έβγαλα ένα εξαιρετικό CD με τον συνεργάτη μου Γεχούδα Πόλικερ, πολύ αγαπητό καλλιτέχνη, με τους γονείς του να κατάγονται από τη Σαλονίκη, και έχω εντρυφήσει στη λύση του μεσανατολικού ζητήματος, αλλά και στο θέμα των Σκοπίων και των Βαλκανίων.

Πολλά τραγούδια μου και βιβλία μου τα έχω γράψει εδώ. Όμως δεν παριστάνω τον Θεσσαλονικιό συγγραφέα, παρ’ ότι και οι ενθάδε καλλιτέχνες με εκτιμούν και ο σαλονικιός εκδοτικός οίκος ΙΑΝΟΣ ήδη έχει εκδώσει 4 βιβλία μου. Όμως υπάρχει μια δυσκολία και μια μαύρη τρύπα στην πόλη. Αυτό προσεγγίζω διαρκώς και ξεψαχνίζω, και αυτό νομίζω είναι δημιουργικό. Όμως η πόλη διαθέτει τόνους στατικότητας, παρ’ όλη την υπερκινητικότητα της Θύρας 4 του ΠΑΟΚ.

 

Αν σας ζητούσαμε να αφιερώσετε κάτι από το έργο σας στη Θεσσαλονίκη ποιο θα ήταν αυτό;

Επιθυμώ να αφιερώσω όλο το έργο μου στη Θεσσαλονίκη. Και αν κάποιος θα ’θελε να μελετήσει το μικρό μου έργο, να ’ρχεται στη Θεσσαλονίκη να ερευνά. Ο πολιτιστικός χαρακτήρας της πόλης είναι σύνθετος κι έτσι αντανακλάται και στην ποικίλη δουλειά μου.

Έτσι κι αλλιώς, έχω γράψει κάποια τραγούδια για κοπέλες Σαλονικιές που έτυχε να έχω σχέση για κάποιον καιρό. «Η Ζολί – που άφησε τον γάμο και πήγε για στουρνάρια». Είναι ένα πικρόχολο τραγούδι για μια ωραία κοπέλα που ήθελα, μέσα από το πάθος μου, να την κάνω σύμβολο ομορφιάς, τότε που η Σαλονίκη ήταν Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. Ποτέ δεν κατάλαβε τι ήθελα να πω. Έχουν εδώ έντονη την αγωνία για επιβίωση. Τα οράματα τύπου δικού μου τα θεωρούν τρελαμάρες. Παρ’ όλη την πόζα, είναι συντηρητικός κόσμος. Αυτή η ατμόσφαιρα συχνά με πνίγει. Όμως την αγαπώ και της έχω αφιερωθεί. Ψυχή τε και σώματι. Δεν φτάνει;

 

Γράψατε ποτέ κάτι έχοντας στο μυαλό σας την Θεσσαλονίκη (είτε ως φόντο είτε ως θέμα);

Όπως είπα και παραπάνω, αναπόφευκτα έχω γράψει πολλά έχοντας στο μυαλό μου τη Θεσσαλονίκη είτε ως φόντο είτε ως θέμα: το βιβλίο μου Κνώσοντας την αλήθεια – Το κρητικό μανιφέστο, το’γραψα εδώ. Δεκάδες άρθρα σε περιοδικά και στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος». Συνεντεύξεις, εκπομπές στα ραδιόφωνά της. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, έχω την αίσθηση ότι θα μπορούσε να ήταν καλύτερα τα πράγματα.

 

Ποιοι είναι οι σύγχρονοι θρύλοι της Θεσσαλονίκης για εσάς;

Κατ’ αρχάς, είναι ο Κούδας. Αυτός έχει περάσει πια στη σφαίρα της μυθολογίας. Όχι μόνο για τον λαό του ΠΑΟΚ. Για όλους.

Βεβαίως και ο Νίκος Γκάλης. Θεσπέσιος! Κατά κάποιον τρόπο -για μένα- είναι ο Διονύσης Σαββόπουλος, οριακό σημείο στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Εν μέρει, ο ποιητής Χριστιανόπουλος. Η πόλη έχει τη δημιουργική ιδιομορφία της, αλλά η Αθήνα προσπαθεί να την ελέγξει και να την καταστρατηγήσει. Βγάζει αρκετό ανθρώπινο υλικό που το απορροφά η Αθήνα, η οποία δεν είναι στη δημιουργικότερή της περίοδο.

 

Με τι είναι συνδεδεμένη η Θεσσαλονίκη με εσάς περισσότερο;

Σας είπα: ο έρως, η δουλειά, ο Πασχάλης και το μυστήριο που κρύβει και σου ανοίγει πύλες του ανεξήγητου μέρα με τη μέρα. Είναι συνδεδεμένη και με το όραμά μου για ένα κοινό βαλκανικό πλέγμα, με βαλκανικό κοινοβούλιο, εγκατεστημένο για πάντα στη Θεσσαλονίκη.

Βεβαίως, η Θεσσαλονίκη έχει και ένα ακατανίκητο μπον βιβέρ: απόκτησα μια μπάκα – ανεπίτρεπτο, κι όμως αληθινό! Η οποία όμως φεύγει σιγά σιγά, διότι επανέρχεται ο μεταβολισμός μου που σακατεύτηκε από τότε που δούλευα σεζόν ολόκληρες στο κλαμπ Πλατώ, στη Χαριλάου, και που για να αντεπεξέλθω έπινα δυο ουίσκια στο φόρτε του προγράμματος. Και αρκετό «Γεροβασιλείου», που μ’ αρέσει ιδιαίτερα. Τώρα περπατώ πολύ στην παραλία, 2-3 ώρες την ημέρα, και κάνω αρκετή καύση.

 

Ποιες αρετές εκτιμάτε στους Θεσσαλονικείς;

Έχουν αρετές οι Θεσσαλονικείς. Είναι πράοι, δεν έχουν την εφιαλτική ένταση που έχουν στην Αθήνα. Είναι γενικά καλοί άνθρωποι, ιδίως με μας τους Κρητικούς. Αποπνέουν μια ανθρωπίλα. Που δεν είναι βέβαια η καλύτερη πρώτη ύλη. Υπάρχουν προβλήματα, και δουλεύω πάνω σ’ αυτά. Θα ’θελα μια περισσότερη επίγνωση, μια τσίτα ιδεολογική, για να ανέβη η πόλη σύσσωμη. Έτσι, ώστε μια γκρίνια υπόγεια ενάντια στην Αθήνα να πάρει εμφανείς πολιτικές μορφές.

Η άπλα χρόνου και χώρου δημιουργούν ήθη στους Θεσσαλονικείς που χάνονται σε άλλες πόλεις. Φοβούμαι ότι και στη Σαλονίκη αρχίζει να αλλοιώνεται αυτό το φαινόμενο. Βρισκόμαστε, π.χ., σε ορθάδικα που ψήνουν κοψίδια, κι εκεί ανταλλάσσουμε απόψεις και δείχνουμε τη συμπάθειά μας σ’ αυτά τα έθιμα. Εβίβα!

 

Πιστεύετε ότι με το έργο σας επηρεάσατε και την σύγχρονη ιστορία της πόλης;

Δεν νομίζω ότι επηρέασα τελειωτικά την πόλη. Στην επιφάνεια, μπορεί. Προσπάθησα και προσπαθώ. Όταν η Θεσσαλονίκη θα γίνει επίσημα πρωτεύουσα πολιτισμική των Βαλκανίων, με μια νέα φιλοσοφία, ελπιδοφόρα και παραγωγική, τότε θα μπορώ να πω ότι την επηρέασα.

 

Σας έκανε ποτέ το κοινό της Θεσσαλονίκης να νιώσετε σαν ένας μικρός θεός;

Ορισμένες στιγμές και φορές, ναι. Ορισμένες, πάλι, η φοβερή αγκύλωση και η στατικότητά της με ξαφνιάζουν. Όμως ανασταίνομαι κάθε φορά. Κι αυτό πάει σκοινί-κορδόνι. Όταν ήρθα στη Σαλονίκη, το ’89, ήμουν σχεδόν άγνωστος και εντελώς απένταρος. Μ’ αγάπησαν, και τώρα έχω κι εγώ ένα σπίτι -όχι ιδιόκτητο- και ένα παλτό Αρμάνι. Με χαιρετούν στον δρόμο: «Γεια σου, Μανώλη! Γεια σου, Δάσκαλε! Άρχοντα, μεγάλε…» κ.λπ. Κάτι έχει αλλάξει.

 

Τι θα θέλατε να πείτε στους ανθρώπους της Θεσσαλονίκης;

Τι άλλο να πω; Έχω πει τόσα πολλά. Αν και -παρ’ όλα αυτά- νιώθω ότι σπέρνω στον βράχο. Είναι δεμένοι με τον πολύ ανθρώπινο τρόπο ζωής. Δεν είναι να τους πω. Να είμαι παράδειγμα για το τι εννοώ. Νοιώθειν. Αυτό είναι πιο εσωτερικό, πιο ψυχικό, πιο εικονοκλαστικό. Ζούμε στην εποχή της εικόνας. Με βλέπουν κάθε μέρα στους δρόμους. Καλημεριζόμαστε. Φτάνει. Νιώθουν ότι είμαι δικός τους, ένας απ’ αυτούς.

 

Ποιον είχατε πρότυπο όταν ήσασταν παιδί;

Κατ’ αρχάς, τον πατέρα μου. Δύο άλλοι ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Μίκης Θεοδωράκης. Βαυκαλίζομαι ότι συνθέτω και τους τρεις. Αργότερα γνώρισα την περίπτωση του Τρότσκι. Σχεδόν τον ερωτεύτηκα! Έκανα ό,τι μπορούσα για την παγκόσμια επανάσταση, και ακόμα είμαι ενεργών στη «διαρκή επανάσταση», θεωρία του Τρότσκι. Μετά κατάλαβα ότι ο κύκλος έκλεισε κι εκεί ως διά μαγείας γνώρισα τον Osho! Και τον σύστησα στους Έλληνες.

 

Η ταινία-τραγούδι-βιβλίο που σας σημάδεψε;

Η ινδική ταινία Μαγκάλα, το Ρόδο των Ινδιών, και το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου. Αργότερα και άλλα πολλά.

 

Ο μεγαλύτερος φόβος σας…

Ότι δεν θα προλάβουμε τα καλπάζοντα γεγονότα του πλανήτη. Εκτροχιαστήκαμε. Φαινόταν, παλαιόθεν. Κι όμως, πάμε προς τον καταρράκτη. Ο Θεός βοηθός. Συν Αθηνά και χείρα κίνει. Και μηδένα προ του τέλους μακάριζε. Ελπίζω να πούμε «τέλος καλό, όλα καλά». Και βέβαια, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

 

Αγαπημένο σας απόφθεγμα…

Ουκ εν τω πολλώ το ΕΥ. – Ουδέν κακόν αμιγές καλού.

 

Ποιο είναι το επόμενο βήμα σας στη ζωή (προσωπική και επαγγελματική);

Να σώσω τον κόσμο – αν σώζεται. Και την ψυχή μου.

 

 

————————————–

Εδώ είναι του Ρασούλη (άρθρο του ίδιου)

Λένε πως ο δίσκος «Η εκδίκηση της Γυφτιάς» άλλαξε τον ρου του ελληνικού τραγουδιού και το ανανέωσε. Αυτά ειπώθηκαν σχεδόν «κατόπιν εορτής». Εγώ απλώς τόχα από μικρός να κάνω τον κόσμο να χορέψει, να τραγουδήσει, απλά, λαϊκά και να υποστείλει μιλιτέρ φόρμουλες. Αυτή ήταν η επιθυμία μου, η προσδοκία μου. Μαγεμένος από τις ινδικές ταινίες – όπως ακριβώς κι ο Καζαντζίδης- και από τα ινδικά τραγούδια, όπως ακριβώς ο Καζαντζίδης, ο οποίος τα ανάπλασε αλά ελληνικά και «σφυριλατήθηκε» απ’ αυτά τραγουδώντας σ’ αυτό το στιλ τη «Μαντουμπάλα», τη «Ζηγκουάλα» κι ένα σωρό άλλα τέτοια παρόμοια, τόχα μέσα μου αυτό το αναβράζον υλικό και αν δεν το ‘βγαζα κάποια μέρα θα ‘σκαγε μέσα μου κι αλίμονο σε μένανε.

Τόχα, τόχα, τόχα, ώσπου μια μέρα για μια ταινία του Βούλγαρη ο Σαββόπουλος γράφει ένα τραγούδι, τη «Θητεία», που το τραγούδησε ο Μιχάλης Μενιδιάτης.

Αυτό ήταν. Άνοιξε η μπουκαπόρτα. Προηγουμένως όμως εγώ δούλευα με τον Σαββόπουλο επί δύο χρόνια στις παραστάσεις του «Αχαρνείς», εκεί κι ο Νίκος Παπάζογλου, εκεί κι ο Ηλίας Λιούγκος που με σύστησε σ έναν γείτονά του ονόματι Νίκο Ξυδάκη. Πώς έγινε και γίναμε σύντομα συγκάτοικοι, μιας κι εγώ δεν είχα κείνη την εποχή που την κεφαλή κλίναι. Για μήνες μπουρ μπουρ και μια μέρα τον πρεσάρισα να γράψουμε καμία νότα. Και πράγματι αρχίσαμε και βγαίνανε κάτι ήσυχες μπαλάντες. Ώσπου κάποτε του είπα: «Πάρε τις πέντε πρώτες νότες απ΄ τη  «Θητεία» και πάμε να τις ταξιδέψουμε. Και ω του θαύματος,  κωλοβάρα κωλοβάρα, βγήκε η μελωδία του άσματος «Τρελή κι αδέσποτη».

Είχαμε πάρει φόρα. Έβγαινε το ένα μετά το άλλο. Μια μέρα ήρθε κι ο Παπάζογλου, μαθαίνοντας την παραγωγή μας, και λέει: «Τι κάνετε εδώ ρε μαλάκες;». «Γράφουμε κάτι τραγούδια» του λέω. «Ε, δος μου και μένα κανένα» μου λέει. Δεν ήξερα καν αν γράφει καλά, όμως επειδή μου περισσεύανε του έδωσα ένα, το «Κυρ διευθυντά των δίσκων» το οποίο ξέχασα μετά. Όμως μια μέρα μού ‘στειλε μια κασέτα όπου υπήρχε το άσμα μελοποιημένο. Ήσαν έκπληξη. Μ’ άρεζε.

Όταν τελειώσαμε τον περισσότερο όγκο της δουλειάς της «Γυφτιάς», τα πήγα στο Σαββόπουλο στο σπίτι του. Αμέσως ανέλαβε να είναι παραγωγός, ετστετερά ετσετερά.

Υπάρχουν πολλά συμβάντα μέχρι την ηχογράφηση του δίσκου. Και κατά τη διάρκεια της ηχογραφήσεως στο στούντιο «Αγροτικόν», στην Παπάφη, στη Σαλονίκη, που τα χαρακτηρίζει ο ενθουσιασμός, η ένδεια, η αγωνία, ο θαυμασμός, η απογοήτευση. Ωσπου έγινε η δουλειά, αν και δεν την ακούσαμε ηχογραφημένη, γιατί ο Σαββόπουλος, ως μπος, μας έδιωξε εμένα και τον Ξυδάκη, γιατί του μπαίναμε στα ρουθούνια και ας πούμε ότι καλά έκανε και θύμωσε, γιατί το υλικό το ευεργέτησε. Επέβαλε τον Παπάζογλου ως κύριο τραγουδιστή, απεμπολώντας τον δεύτερο τη τάξη Δημήτρη Κοντογιάννη και μέχρι εδώ ας πούμε καλά. Μετά στο εξώφυλλο έκανε ένα αερόμπικ άλμα, βάζοντας τον φίλο τον Κιριτσόπουλο να κάνει ένα εξώφυλλο υπέροχο αλλά άξιο προς ψυχογράφημα. Επέβαλε με συμφωνία με την Lyra έναν υπερβολικό Παπαζογλισμό. Κι εντάξει η φωτογραφία του Νίκου με το αγγελάκι.  Ήταν ομορφιά. Στο οπισθόφυλλο έγινε το όργιο. Υπάρχει μια μεγάλη φωτογραφία στο κέντρο, που δείχνει τον Σαββό και τον Παπάζογλου –που στη δουλειά μπήκε από αράουτ- σαν να συσκέπτονται (sic!) κι εμάς τους δημιουργούς κάτι λιλιπούτιες φωτο στην πάνω μεριά, που ανάγκασαν έναν δημοσιογράφο στην πρες κόνφερανς να ζητά από τον διευθυντή της Lyra  κ. Πατσιφά το μεγεθυντικό φακό για να μας μεγεθύνει και να μας βλέπει. Δεν μας άρεσε η τόση ανισότητα και αδικία. Επιπλέον ο Ξυδάκης θύμωσε που ‘βαλαν χωρίς την θέλησή μας ένα ακόμη άσμα του Παπάζογλου – Σιμώτα (φίλου του Σαββόπουλου), το «Μπαγλαμαδάκι», το οποίο ομολογουμένως έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στο όλο πείραμα.

Εμείς, Ξυδάκης κι εγώ- ενώ ο Σαββόπουλος είπε περήφανος ότι πάμε για τον επόμενο δίσκο – αποφασίσαμε «ανταρσία» και ξεκινήσαμε μόνοι μας ανεξάρτητη παραγωγή και κάναμε «Τα δήθεν», ώστε βάλαμε σεμνά και ταπεινά τις φωτογραφίες μας, εμάς των δημιουργών. Η Lyra αργότερα το τράβηξε εκτός αγοράς. Τώρα ξανακυκλοφορεί από τη Legent.

Όμως, έτσι ή αλλιώς, εγώ προσωπικά πέτυχα αυτό που ήθελα. Άρχισαν πρώτα οι φοιτητές, μετά επεκτάθηκε σ’ όλα τα στρώματα. Χόρεψαν, χόρεψαν, τραγούδησαν, χαλάρωσαν, ότι έκανε ο Χατζιδάκης μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο, έγινε μ’ εμάς μετά τη Χούντα. Ήταν και το κοινωνικό κλίμα που άλλαξε. Ανέρχονταν νέες πολιτικές δυνάμεις στο προσκήνιο.

Λένε ότι ακόμη πουλάει. Ακόμη το χαίρεται  ο κοσμάκης. Κι εγώ χαίρομαι όταν χαίρεται ο κόσμος. Όλα τα άλλα είναι ιστορία, θεωρίες και μάρκετινγκ.

Εγώ συνεχίζω στο ίδιο πνεύμα και ο νοών νοήτω. Μανώλης Ρασούλης ,

(από την «άκοπη» συνέντευξη αλλά και άρθρο του, στην Κρυσταλία Πατούλη για το περιοδικό Thessaloniki Confidential, Εκδ. Λυμπέρη 2010)

Ο Νίκος Παπάζογλου για τη ζωή του στη Κρυσταλία Πατούλη

papazoglou_nikos_002Ένα ανεκτίμητο ενθύμιο από τον… φίλο μου, όπως ήθελε να τον αποκαλώ μετά από αυτή τη συνέντευξη που ακολουθεί. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψω τη συγκίνηση που μου προκαλούσε αυτός ο καλλιτέχνης, με την ίδια τη ζωή, τη σκέψη, τη φωνή και τα τραγούδια του. Τεράστιο κενό, αναντικατάστατο, αφήνει η απουσία του. Όμως η σφραγίδα του έργου-ζωής του χάραξε για πάντα το dna όλων εκείνων που συνθέτουν το όνομα Ελλάδα. Καλό ταξίδι Νίκο.

Στιγμές… ελληνικού flamenco

Ο συνθέτης που δημιούργησε την «Σχολή της Θεσσαλονίκης», ο «ινδιάνος» της ελληνικής μουσικής, μιλά για την «άκρη του κόσμου», για στιγμές ζωής και καριέρας, τον Χατζιδάκη, τον Σαββόπουλο, τον Ντύλαν αλλά και το… ελληνικό flamenco.

Οι αναμνήσεις από τα παιδικά σας χρόνια;

Τα παιδικά; Ω! Είχα εξαιρετικά παιδικά χρόνια. Μεγάλωσα σε μια γειτονιά που ήταν καταπληκτική, ανάμεσα στη στάση Κολόμβου και στο διοικητήριο, με αλάνες γύρω γύρω, με άλογα –επειδή όλες οι μεταφορές γίνονταν με κάρα- με μια φέτα ψωμί και έπαιζα όλη μέρα. Έτρεχα κι έπαιζα, έτρεχα κι έπαιζα. Να οικειοποιηθώ τον κόσμο.

Παίζατε και μπάλα;

Έπαιζα και μπάλα. Ναι. Στο Διοικητήριο και στην πλατεία Αριστοτέλους. Και πρέπει κάποια στιγμή να είχα παίξει και με τον Κούδα.

Ποιον είχατε πρότυπο σαν παιδί;

Πρότυπο είχα τους λεβέντες της γειτονιάς που ήταν όλοι ένας κι ένας, νοικοκυραίοι, σοβαροί, πολλοί καλοί στη δουλειά τους. Αυτά ήταν τα πρότυπά μου. Και φυσικά από το σπίτι. Ο πατέρας, η μάνα μου.

Αυτοί οι λεβέντες, τι δουλειά κάνανε;

Τα πάντα. Ότι μπορείς να φανταστείς. Μαραγκοί, σιδηρουργοί, μηχανικοί…

Κάπως έτσι «βγήκαν» και τα Σύνεργα;

Τα Σύνεργα; Για να μην αλητεύω τα καλοκαίρια με έβαζε ο μπαμπας μου σε δουλειές, και έτσι απέκτησα δεξιότητες σε διάφορες τέχνες που βέβαια μου βγήκαν σε καλό γιατί το να χτίσεις ένα στούντιο ηχογραφήσεων ήθελε από όλα. Όλα περνούσαν από το χέρι μου. Ήθελε  ξυλουργικά, χτισίματα, ηλεκρολογικά, ηλεκτρονικά.

Το στούντιο Αγροτικόν υπάρχει ακόμα…

Υπάρχει, μόνο που έδωσα το μεγάλο χώρο που ήταν εκπληκτικός ακουστικά(γίναν αριστουργήματα εκεί μέσα). Αλλά ήταν πια πολύ το ενοίκιο και πάρα πολύ λίγες οι δουλειές, και έβλεπα ότι στεναχωριόμουν. Οπότε, το ‘δωσα σε κάτι κοριτσόπουλα που είχαν μια σχολή χορού, δίπλα, και μια που έχει και ωραίο ξύλινο πάτωμα, τους ήταν ότι έπρεπε.

Μια ανάμνηση από το στούντιο «Αγροτικόν»;

Κάποια χρονιά είχε έρθει ο Χατζιδάκης γιατί ηχογραφούσε για το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Εγώ όμως κάθε μεσημέρι έπρεπε να μαζέψω τα παιδιά από το σημείο που τα άφηνε το λεωφορείο και να τα πάω σπίτι να φάνε(γιατί έχω έναν χωματόδρομο στο στούντιο, και δεν μπορεί κανένας να έρθει εύκολα).

Και σα βρεγμένη γάτα πάω και του λέω «Μάνο, πρέπει να κάνω αυτό κι αυτό» και μου λέει «Κι ακόμα κάθεσαι;». Τρέχω λοιπόν, κι όταν επέστρεψα τον βλέπω τον καημένο, να είναι στη μοκέτα, κάτω, και να κοιμάται. Πω, πω, αισθάνθηκα, χάλια!

Τι στιγμές να θυμηθώ; Είχαμε καταπληκτικές στιγμές δημιουργίας πρώτα από όλα. Επειδή το στούντιο αποτέλεσε έναν πυρήνα και μαζεύονταν εκεί όλοι, προσέφεραν και ιδέες και παιξίματα. Ερχόταν κάποιος, δηλαδή, να κάνει έναν δίσκο και κατέληγε να είναι μια εξαιρετική εμπειρία, πρώτ’ απ’ όλα και μετά να εμπλουτισμένος με τη δεξιοτεχνία ανθρώπων που δεν το είχε φανταστεί κατ’ αρχάς.

Δηλαδή, ο χώρος ενέπνεε δημιουργικά…

Ναι. Ε, μα βέβαια, ενέπνεε. ΄Ηταν «αγροτικόν» κανονικά: Μπαινόβγαινε όποιος ήθελε. Είχαμε κι ένα καταπληκτικό κυλικείο δίπλα, με δικό μας πάλκο.

Πώς ξεκινήσατε να ασχολείστε με τη μουσική και το τραγούδι;

Με το τραγούδι, από ένα γυμνασιακό συγκρότημα, το οποίο όμως τόσο καλά και διακριθήκαμε σε διάφορα που γίνονταν τότε. Είχα κάνει, φαίνεται, ιδιαίτερη εντύπωση εγώ, οπότε, σε κάποια στιγμή με φώναξαν οι Ολύμπιανς να αντικαταστήσω τον Πασχάλη. Αυτοί είχαν σταθερή δουλειά. Ήταν η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά, αυτή.

Αλλά δεν λέγατε ακριβώς…

Όχι, έλεγα πράγματα που χρειαζόταν το ρεπερτόριο του μαγαζιού. Ξένα κυρίως. Ιταλικά, γαλλικά, αγγλικά, ότι ήθελες…

Από ποιους καλλιτέχνες επηρεαστήκατε(έλληνες και ξένους);

Ο Ντύλαν με συγκλόνισε όταν τον «γνώρισα». Από την Αμερική τους είχε φέρει η ξαδέλφη μου, αλλά δεν μπορούσε η καημένη να βάλει μουσική στο σπίτι, γιατί πενθούσαν, και δανείστηκα τους δίσκους της, και όταν άκουσα τον Ντύλαν, συγκλονίστικα. Πω, πω, είπα! Τι δύναμη είναι αυτή!

Τραγουδούσατε σε πάρκα;

Α, ναι, ναι! Μαζευόμασταν και παίζαμε στο πάρκο της ΧΑΝ. Εκεί όμως, επειδή κυκλοφορούσαν και διάφορα ύποπτα στοιχεία, κάθε βράδυ η ασφάλεια, ερχόταν και μας το διαλούσε. Δεν καταλάβαινε τι κάναμε και ακριβώς…

Μετά, όμως, αρχίσαμε να παίζουμε μες στο Λευκό Πύργο. Ο Λευκός Πύργος, δεν είχε πόρτα. Βέβαια! Στον πρώτο όροφο, λοιπόν, με κεριά(δεν είχε ηλεκτρικό). Κατάληψη. Βέβαια! Το είχαμε κάνει Μπουάτ διαρκείας. Ποτέ δε μας ενόχλησε κανείς. Να, αυτά ήταν τα στοιχεία που σε έκαναν ρε παιδί μου να νιώθεις την πόλη δική σου. Κατάλαβες; Έλεγες «είμαι στο χωρίο μου». Ένα πράγμα που, με τίποτα δεν υπάρχει σήμερα, δυστυχώς.

Οι σημαντικότερες στιγμές της καριέρας σας ποιες ήταν, όπως τις κρίνεται σήμερα;

Από τις πιο σημαντικές στιγμές της καριέρας μου ήταν όταν το ’84, επειδή δεν μας φώναξε κανένας, πήγαμε μόνοι μας στην Αθήνα, νοικιάσαμε το Ζουμ(ήταν το μόνο που είχε άδεια), και τότε είχα πάρα πολύ καλή ορχήστρα, μα πάρα πολύ καλή ορχήστρα. Και κάθε βράδυ ήταν εκεί ο Μάνος Χατζιδάκης με μια παρέα όσο μεγαλύτερη μπορούσε να μαζέψει και Rικ Rάιτ ο κιμπορτίστας των Πινκ Φλόυντ επίσης. Μαζεύανε όσο περισσότερους ανθρώπους μπορούσαν για να μας στηρίξουν! Ήταν τότε που καλογνώρισα τον Μάνο. Ο οποίος μετά με φώναξε στο Σείριο που έγινε στον ίδιο χώρο. Αυτό κι αν ήτανε!  Πω πω! Ήταν τύχη, ήταν επίσης μια συγκλονιστική στιγμή της καριέρας μου.

Εγώ, έμεινα χωρίς ορχήστρα έναν χειμώνα. Και ξαφνικά, χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι, 8 η ώρα το πρωί: «Έλα, Νίκο, ο Μάνος!». Λέω: «Τι έχουμε κύριε Μάνο;». Μου λέει: «Θέλω να παίξεις στο Σείγριο». Του λέω: «Α, δυστυχώς, Μάνο…». «Νοέμβγριο» μου λέει… «Ναι, εντάξει, αλλά, δυστυχώς δεν έχω ορχήστρα!». «Να βγρεις!» λέει, και «μπαπ!» το κλείνει.

Υπέροχο!

Δε σήκωνε τίποτα…

Ποιος δίσκος δικός σας σηματοδότησε τη λεγόμενη «Σχολή της Θεσσαλονίκης» που επηρέασε μετέπειτα νέους καλλιτέχνες?

΄Ηταν το «Χαράτσι», σίγουρα. Ο οποίος, ήταν προσωπικός δίσκος,  από πράγματα που ‘χα φτιάζει από χρόνια και τα δούλευα, τα δούλευα, τα δούλευα, και που φαίνονταν κατ’ αρχάς αταίριαστα μεταξύ τους, αλλά αποφάσισα να τα βάλω να συνυπάρξουν, και δεν έκανα λάθος. Ήτανε όλα πράγματα που αγαπούσα: Ήταν η ηλεκτρική μπάντα, που ήξερα πάρα πολύ καλά να την χειρίζομαι, ήταν ακουστική μπάντα που επίσης την αγαπώ πάρα πολύ, και οι συνθέσεις αποδείχτηκε ότι ήτανε, καλές. Αγαπήθηκε, δε, αυτός ο δίσκος, πάρα πολύ.

Η εκδίκηση της γυφτιάς, τι λέτε; Συνεχίζεται;

Η εκδίκηση της γυφτιάς; Συνεχίζεται, νομίζω, βεβαίως! Βεβαίως, συνεχίζεται.

Με ποιόν τρόπο;

Με ποιόν τρόπο; Έχει επηρεάσει τόσα και τόσα παιδάκια που αυτή την εποχή είναι μεγάλοι, και έχουν κάνει ομάδες και παίζουν. Βέβαια δεν υπάρχουν χώροι να τους φιλοξενήσουν για να βγουν προς τα έξω, κι η δισκογραφία έχει πάθει αυτό το πατατράκ που έπαθε… Και έτσι, όπως και η εκδίκηση τρώγεται πάντα σαν κρύο πιάτο, οι καημένοι, δυσκολεύονται.  

Έχετε πει ότι το life style σκοτώνει τη ζωή. Σας φαίνεται κάπως «δήθεν»; Για να θυμηθούμε και τον δεύτερο προσωπικό σας δίσκο;

Δεν είναι δήθεν, είναι δηλητήριο. Είναι δηλητήριο! Κοιτάξτε τι έχει πάθει ολόκληρη κοινωνία: Συμπεριφέρονται όλοι σαν αμερικάνοι χωρίς δολάρια!

Οι σημαντικές «συναντήσεις» στην καριέρα σας;

Η συνεργασία μου με τον Σαββόπουλο στους Αχαρνείς όταν με κάλεσε να συμμετάσχω στη χορωδία, ήταν κομβικό σημείο της καριέρας μου, και της ζωής μου. Με τον Διονύση αγαπιόμαστε πάρα πολύ. Τον θαυμάζω, τον αγαπώ, είμαι μαζί του σε ότι κάνει, ακόμη και στις πανκ κινήσεις που κάνει. Είναι ο πρώτος που μου έδωσε μια φιλική καρπαζιά και μου είπε «Μάγκα είσαι σε καλό δρόμο».

Ο δεύτερος ήταν ο Μάνος Χατζηδάκις;

Ο δεύτερος ήταν ο Μάνος. Και η δική του φιλική καρπαζιά ήτανε πάρα πολύ σημαντική, γιατί όπως σου είπα ήταν ένα διάστημα που είχα μείνει χωρίς ορχήστρα, κι είχα και μια πάρα πολύ βαθιά απογοήτευση από παλαιότερους συνεργάτες μου και ξανάρχισα τα πάντα από την αρχή! Αν δεν μού χε δώσει αυτό το κουράγιο, δεν ξέρω που θα το βρισκα, γιατί η Θεσσαλονίκη είναι μια μικρή πόλη απ’ αυτή την άποψη, από εφεδρείες μουσικών, φίλων…

Στις συναυλίες σας πάντα υπάρχει το «αδιαχώρητο» και έχετε καταφέρει να δημιουργήσετε έναν μύθο γύρω από το όνομά σας… Είστε ο «ινδιάνος» της ελληνικής μουσικής με το κόκκινο μαντήλι και τη «λοξή φάλαγγα» την ορχήστρα σας. Για όλα αυτά υπήρξε σχέδιο;

Α, όχι βέβαια! Όλα αυτά, είναι…

Πώς ‘γίναν όλα αυτά όμως;

Τα τόλμησα. Αυτό ήτανε. Τα τόλμησα. Και για να κάνω το δικό μου, πέρασα απίστευτες φτώχειες που δε με ενοχλούσαν καθόλου. Ξέρεις τι είναι να πηγαίνεις στο σπίτι σου 11 χιλιόμετρα μακρυά με τα πόδια και να σου την πέφτουν λύκοι; Αφού, αναγκαζόμουν να κυκλοφορώ με ένα σπαθί! Και μια μέρα με σταμάτησε ένα περιπολικό και μου λέει «Κύριε Παπάζογλου, τι είν αυτά;». Αλλά, τι να κανα;

Πώς «βγήκε» αυτός ο χαρακτηριστικός… παπαζόγλιος λυγμός, από τη φωνή σας; Υπήρχε πάντα;

Υπήρχε πάντα. Πρέπει να το ‘χω πάρει απ’ τη μητέρα μου. Της οποίας το τραγούδισμα ήτανε κάπως έτσι. Δηλαδή, μου δόθηκε, σαν… μητρική γλώσσα.

Σαν μητρική γλώσσα! Τι ωραίο!

Δεν το αναρωτήθηκα ποτέ, είν’ η αλήθεια…

Ροκ, ποπ, λαϊκό, όλα αυτά θυμίζει… Αυτός ο ιδιαίτερος Παπαζόγλιος λυγμός, παραπέμπει θα λέγαμε στο ελληνικό flamenco, ή σε ελληνικό αμανέ;

Κοίταξε, το τραγούδισμα μου είναι τροπικό. Ούτως ή άλλως. Είναι τροπικό. Δηλαδή, οι κλίμακες στις οποίες τραγουδώ, είναι τροπικές, δεν είναι αυτές που αντιστοιχούν στα πλήκτρα του πιάνου. Και ίσως αυτό να θυμίζει flamenco, ή Αραβία, ή Τουρκία, ή…(κι αυτοί οι άνθρωποι, τραγουδούν τροπικά, όπως κι εγώ). Μάλλον, καλύτερα, Μικρά Ασία, να το πούμε. Γιατί, δεν ήταν η Τουρκία που τα έκανε αυτά. Ήταν αυτό το συνονθύλευμα που ήτανε στη Μικρά Ασία: Αρμενέοι, Έλληνες, Εβραίοι…

Και στη Θεσσαλονίκη, υπήρχαν πολλές διαφορετικές εθνικότητες, από όλους αυτούς τους μετανάστες, που είχαν έρθει. Και από τη Μικρά Ασία… Οπότε μπορεί είχατε όλα αυτά τα ακούσματα, επίσης.

Δεν αποκλείεται, γιατί στη γειτονιά που μεγάλωσα, ήτανε μια μικρή «Μακεδονική σαλάτα» που λένε… Ξέρεις, οι Γάλλοι, είχαν ονομάσει τη Θεσσαλονίκη «μακεδονική σαλάτα» και τώρα έχει μείνει σαν… πιάτο στη Γαλλία, που έχει μέσα τα πάντα: «Καρότα, λάχανα…»

Κάτι που γράψατε με φόντο ή θέμα την Θεσσαλονίκη;

Μα, βέβαια. Είναι το «Φύσηξε ο βαρδάρης», άλλο είναι αυτό το(τι τίτλο έχει;) και λέει: «Θα πάρω το βαρκάκι μου…», Α! Τα Σύνεργα…

Πολύ ωραίος δίσκος…

Λοιπόν, αυτόν τον δίσκο, όταν τον πρωτοέβγαλα, όλοι μου έλεγαν ότι είναι βαρύς. Λέω, είναι βαρύς, γιατί να μην είναι βαρύς; Τι να κάνουμε; Να τον ελαφρύνουμε για να πουλήσει;

Τι ρόλο έπαιξε η Θεσσαλονίκη στο έργο σας;

Η Θεσσαλονίκη στο έργο μου; Ωωω! Ξέρεις, όταν ήμουν μικρός, πήγαινα σε ένα κομμάτι του τείχους, που είναι κάτω από το Πύργο του Τριγωνίου κι αυτό το τείχος γκρεμίστηκε,και από κει και πέρα είναι… το χάος. Και πήγανα με τους φίλους μου, εκεί, και καθόμουν στην άκρη… Το λέγαμε, δε, «Η Άκρη του κόσμου» σαν πιτσιρίκια. Καθόμουν, λοιπόν, εκεί στην «Άκρη του κόσμου», από κάτω φωτισμένη η Θεσσαλονίκη, και της τραγουδούσα!

Ποιοι ήταν και είναι, οι σημαντικότεροι άνθρωποι στην ζωή σας;

Σε ότι αφορά τη ζωή γενικά, είμαι πολύ τυχερός που έχω κρατήσει ισχυρές φιλίες και βέβαια το οικογενειακό περιβάλλον,  γυναίκα και παιδιά.

«Μ αεροπλάνα και βαπόρια και με τους φίλους τους παλιούς» ένας στίχους που σας ταιριάζει «γάντι»;

Με αεροπλάνα, ιστιοφόρα, και με τους φίλους τους παλιούς… Ναι. Πραγματικά, στους αγώνες τους ιστιοπλοϊκούς που παίρνω μέρος, ή στους τοπικούς εδώ αλλά και στη ρεγκάτα του ανατολικού Αιγαίου,  το πλήρωμα μου είναι μέλη της ορχήστρας και παλιοί φίλοι. Και καπετάνιος πάντα βέβαια ή η γυναίκα μου ή ο γιός μου. Και μας τρέχουν πολύ ρε παιδί μου! Τσιτώνεις τα πανιά, φαίνονται όλα μια χαρά, κάθεσαι να καπνίσεις ένα τσιγάρο, και ακούς τον Αλέξανδρο: «Ε μπαμπά, τι θα γίνει; Βαρεμένη ιστιοπολοία;» Με τρέχει συνέχεια.

Τα μελλοντικά σας σχέδια;

Είμαι του αυτοσχεδιασμού άνθρωπος. Δεν έχω πολλά μακροπρόθεσμα σχέδια. Φυσικά, φτιάχνω τραγούδια. Έχω φτιάξει τώρα τελευταία στη Νίσυρο ένα τόσο ωραίο απτάλικο, που ξυπνούσα το πρωί, και χωρίς καφέ, χωρίς τίποτε, το ‘βαζα να το ξανακούσω. Είναι με μια κιθαρίτσα και ένα μπουζούκι, από μένα όλα, και το άκουγα κι άρχιζα να χορεύω, έτσι, με το βρακί…

Ποιοι είναι οι σύγχρονοι θρύλοι της θεσσαλονίκης;
Οι θρύλοι για μένα πάντοτε ήταν οι πνευματικοί άνθρωποι της Θεσσαλονίκης. Δε με ενδιαφέρουν δηλαδή οι γιάπιδες και οι επιτυχημένοι, κι αυτοί που, ξέρω γω, έχουν ωραίο και βαρύ και ακριβό αυτοκίνητο, και… Τέλος πάντων. Νομίζω πώς από αυτή την άποψη έχουμε φτωχύνει πολύ. Έχουμε φτωχύνει… Μαύρη φτώχεια!

Ποιες αρετές εκτιμάτε στους Θεσσαλονικείς;
Την φιλότητα. Είναι κατ’ αρχάς ανοιχτοί άνθρωποι και εξακολουθούν και έχουν λόγο, δηλαδή, μπέσα.

Αν λέγατε ένα τραγούδι για τη Θεσσαλονίκη;

«Τα κάστρα του Γεντικουλέ τα πήδηξα μια νύχτα, και τότε με περάσανε από μεγάλη δίκη, στη Θεσσαλονίκη, στη Θεσσαλονίκη». Είναι ένα βαρύ ζεϊμπέκικο. Η λέξη Θεσσαλονίκη, δυστυχώς, έχει ελάχιστες λέξεις που μπορεί να κάνει ρίμα. Είναι 4 ή 5. Κι έχουν χρησιμοποιηθεί όλες.

Μουσική, στίχος, ερμηνεία: Ποιο είναι για εσάς το σημαντικότερο;

Είναι η ερμηνεία. Είναι η ερμηνεία! Γιατί, με την ερμηνεία ή ακτινοβολεί κάτι ή δεν ακτινοβολεί. Δηλαδή, όλοι οι έλληνες τραγουδάνε, και στις παρέες ακούς εξαιρετικές φωνές, αλλά υπάρχει κάτι, που κάνει το τραγούδισμα μερικών ανθρώπων να ακτινοβολεί.

Δεν το περίμενα να το πείτε αυτό…

Γιατί είσαι τόσο ευαίσθητη;

Συγκινείτε τους ανθρώπους…

Τι ωραία! Αυτό είναι άλλη μία φιλική καρπαζιά. Αυτό το είσαι στο σωστό δρόμο… Τράβα μπρος…

Η ελληνική μουσική είναι σαν ένα πανεπιστήμιο κι έχει μοναδικά στοιχεία παγκοσμίως. Ένα από τα παραδείγματα, το αυτοβιογραφικό το ρεμπέτικο. Έχει την ιστορία, τη λαογραφία, τον πολιτισμό, την ψυχή… Υπάρχει όμως άγνοια στην Ελλάδα για το τι είναι το ελληνικό τραγούδι…

Και βλέπεις το μπουζούκι, και το ούτι, και το λαϊκό κλαρινέτο, ή το δημοτικό… είναι να διδάσκεται κανείς στο Κρυφό Σχολειό.

Υπάρχει αυτό που κάνουν στην Άρτα, που κάτι γίνεται. Έχουν βγει ταλέντα, απίστευτα! Και ακούς μετά αυτόν τον Πετρίδη… Δηλαδή, έχει φάει μια κλωτσιά το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο μου, μια φορά…

(Μέρος της συνέντευξης, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό THESSALONIKI CONFIDENTIAL 2010, Εκδ. Λυμπέρη)

Δείτε επίσης:

Λίνα Νικολακοπούλου

~ Λίνα Νικολακοπούλου: Ο ορίζοντάς μου ήταν πάντα ανοιχτός

* Η συνάντηση με τον Σταμάτη στην Πάντειο ήταν μοιραία. Ήμουν πάρα πολύ «ήσυχη» μαζί του. ο άνθρωπος αυτός καταλάβαινε τι έλεγα και αυτό με γέμιζε ευτυχία. Επιτέλους είχα βρει κάποιον με τον οποίo μπορούσα να συνεννοηθώ απλά.
*Θυμάμαι ότι όπου βρισκόμουν τραγουδούσα. Είχα και ένα ραδιοφωνάκι που το είχα δέσει με σύρμα στο ποδήλατό μου κι έτσι γύριζα τα Μέθανα, όπου και έμεινα μέχρι την τρίτη δημοτικού. Μου έκανε συντροφιά εκεί δίπλα στη θάλασσα, μέσα στην απόλυτη ησυχία. Απολάμβανα αυτό που μου συνέβαινε, αυτή τη σχέση μου με τη φύση. Το γεγονός ότι είχα βρεθεί εκεί από την Αθήνα μου είχε χαρίσει και τις δύο εικόνες, οπότε το να ονειρεύομαι κάτι άλλο δεν χρειαζόταν. Είχα και την πόλη και την φύση μέσα μου. Από εκείνη την παιδική ηλικία πήρα τα στοιχεία που δεν με εμπόδισαν ποτέ μετά να πάω παντού. Και να μπορώ να κατανοώ όλες τις ζωές. Στην παιδική μου ηλικία είχα ήδη πάρει τις αφορμές για όλη την κατοπινή μου στάση ζωής. Σε αυτήν χρωστάω τις δύο μου πλευρές
* Η πιο ωραία εικόνα εκεί στα Μέθανα: Το τελευταίο καράβι που έφευγε από τον Πόρο για τον Πειραιά. Το πέρασμά του. Ήταν n μαγικότερη στιγμή της ημέρας. Μετά το σφύριγμά του ένιωθα ότι τελειώνουν όλα. Η επικοινωνία τελείωνε. Ήξερα ότι η μαγεία τελείωνε, ότι είναι ένα πράγμα που δεν διαρκεί. Το καράβι έχει φύγει κι εσύ έχεις μείνει πίσω. Και όταν υπάρχει μεγάλος ορίζοντας κρατάει ώρα ο αποχωρισμός. Αυτό με μαρκάρησε. Και σε αυτήν την εικόνα χρωστάω το στίχο «την ώρα που σιδέρωνε, της ήρθε πως ξημέρωνε και σφύριζε καράβι» από το «Σίδερο». Μετά τόσα χρόνια, τώρα αποτύπωσα αυτό το συναίσθημα…
* Από μικρή ήθελα να απολαμβάνω αυτό που ζω, ήθελα να είμαι κοντά σε ό,τι έλεγε η καρδιά και το μυαλό μου. Είναι καταπληκτικό όμως πώς αυτό το παιδί που θυμάμαι εγώ, που ήταν όλη μέρα έξω στο δρόμο, στις γιορτές, στα μαζικά γεγονότα, μέσα στους ανθρώπους, τις καλημέρες, τις χαρές και τα ρέστα στα 13 του έγινε το αντίθετο! Σαν αυτή η ανάγκη να γυρίζω έξω να γύρισε σε ψάξιμο μέσα μου. Και τότε ξεκίνησα να διαβάζω παρά πολύ. Ξεκίνησα με τον Καζαντζάκη -από την «Ασκητική» και το «Ταξιδεύοντας»- και μετά με μια καταπληκτική ευκολία πέρασα στους υπερρεαλιστές.
* Δεν είχα ανασφάλειες γιατί κανένας δεν έμπαινε σε τέτοιο κόπο ώστε να μου τις δημιουργήσει. Νομίζω απλά ότι αυτή την αρχοντική στάση την είχα από πάντα. Ο ορίζοντάς μου ήταν πάντα ανοιχτός, τα πράγματα τα έβλεπα από εμένα και μπροστά και αυτή η κλίμακα πρέπει να έχει τη ρίζα της στα παιδικά μου χρόνια. Τότε που ήθελα να τα βλέπω όλα ανοιχτά μπροστά μου.
* …δεν ήθελα να προκαλέσω ποτέ μάχες, απλά όταν συνέβαιναν δεν υποχωρούσα. Η πρώτη, πάντως, μάχη που θυμάμαι ήταν όταν έκανα την άρρωστη και δεν πήγα να δώσω εξετάσεις για να μπω στην τράπεζα. Αυτή ήταν η πρώτη ουσιαστική πράξη μου ενάντια σε μια άλλη απόφαση. Πάντα, όμως, είχα έντονη μέσα μου τη διεκδίκηση του δίκαιου. Μπορούσα να δώσω και να φάω ξύλο γι αυτό.
* Δεν το κατάλαβα πώς άρχισα να γράφω. Ήταν ένα δώρο αυτό για μένα, ένα δώρο που αναγνωρίστηκε σαν δικαίωμα από τους γονείς μου. Μονάχα η μητέρα μου είχε αγωνία για το πώς θα αντέξω τη σκληράδα των πραγμάτων, αυτού του αγώνα. Βέβαια, όσο ήμουν στον κόσμο μου, ήταν όλα εντάξει. Αν και εκεί μέσα ήταν οδυνηρά τα πράγματα γιατί αυτά που έγραφα με πόναγαν.
* …η διαδικασία για να αποδώσει καρπούς, για να αξιωθείς να πάρεις την υγρασία από τα μάτια του άλλου, να τον αγγίξεις, προϋποθέτει τη σταύρωσή σου. Όπως όταν έγραφα το “Μαμά γερνάω”. Καθόμουν εδώ στο καθιστικό και μέσα κοιμόταν ο Σταμάτης. Μόλις είχαμε γυρίσει μεθυσμένοι. Είχα γράψει το πρώτο κουπλέ και έψαχνα το δεύτερο. Έφερνα, λοιπόν, στο μυαλό μου όλες εκείνες τις στιγμές που με είχαν πονέσει. Όμως το ακριβό ραντάρ μέσα μου, σαν τη ζυγαριά των κοσμηματοπωλών, ήξερε και περίμενε το αληθινό διαμάντι του πόνου. Κι εγώ έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα, μέχρι που αυτό που έβγαλα από το βάθος δεν το άντεξα. Και είπα «αυτό είναι, λοιπόν. Αυτό πρέπει να πω. Αυτό που δεν αντέχω». Αν νομίζει κανείς ότι μπορεί να αναδυθεί κάτι χωρίς έκρηξη ή χωρίς θάνατο κάποιου άλλου πράγματος, κάνει λάθος. Πρέπει κάτι να δώσεις χωρίς τσιγκουνιά, για να βγει στο φως… Κάτι πρέπει να κάψεις…
* Πάντα έμπαινα στη δίνη τoυ έρωτα, αλλά είχα και το νου μου. Πρέπει να έχει κανείς εμπιστοσύνη ότι αυτό είναι ένα κεφάλαιο σπουδαίο. Αλλά ΕΝΑ. Βλέπω την κούραση των ανθρώπων όταν διαδέχεται ο ένας έρωτας τον άλλο, χωρίς αυτοί οι έρωτες να είναι όλοι αληθινοί. Όταν βλέπεις το σενάριο να επαναλαμβάνεται πρέπει να αναρωτηθείς μήπως είσαι σε λάθος κινηματογραφική αίθουσα με λάθος συμπρωταγωνιστές σε λάθος διανομή. Και τότε να αναζητήσεις μέσα σου τι συμβαίνει. Δεν πρέπει να περιμένουμε τα πάντα από αυτήν την κατάσταση. Και όταν κάτι τελειώνει, πρέπει να έχουμε τn δύναμn ν’ αγαπήσουμε αυτό που ζήσαμε μαζί, αυτό που καταλάβαμε για τους εαυτούς μας. Να πάμε κάπου αλλού χωρίς σκοτωμούς… Γιατί, ναι, σίγουρα πάμε κάπου. Ξεκινάμε ένα ταξίδι σαν να δίνουμε όρεξη στον εαυτό μας να παρακολουθήσει ξανά ένα άλλο σχολείο, να αισθανθούμε τnv ανάγκn να πληροφορnθούμε και άλλα πράγματα. Και να συναντnθούμε με τον αληθινό χρόνο. Με τη στιγμή εκείνη που ανακαλύπτουμε το κομμάτι το οποίο θα συμπλnρώσει το παζλ που μπορεί να φτιάχνω όλn την υπόλοιπη περίοδο ζωής.
* …Η καθnμερινότητα ποτέ δεν έπαψε να είναι για μένα αφορμή για έμπνευση. Με συγκινεί το γεγονός ότι δεν σταμάτnσα ποτέ να την αντέχω και να θέλω να τnς δώσω τιμή. Με συγκλονίζει το χαμόγελο που βγαίνει σε έναν άνθρωπο μετά την επίγνωση της δυσκολίας σ’ αυτή τη ζωή, φέροντας εκείνο το κρυμμένο τραύμα που έλεγα στη «Σωτnρία τnς Ψυχής» και οι άλλοι έλεγαν ότι δεν καταλάβαιναν. Συγκλονίζομαι με τους απλούς ανθρώπους και τα μεγάλα έργα τους. Όπως και με τους μεγάλους ανθρώπους όταν τους βλέπεις να είναι εργάτες σ’ αυτό που κάνουν. Όταν είναι έτοιμοι να σε ακούσουν με σοβαρότητα, να σε διδάξουν, είναι παρόντες χωρίς ρόλους.
* Παλιότερα γινόμουν απόμακρη και περίμενα από τον άλλο να με πλησιάσει ζητώντας μου εξηγήσεις, λόγους. Τώρα πια ξέρω ότι δεν χρειάζονται δραματικά πράγματα. Απλά όταν νιώθεις πως θέλεις να ψάξεις κάτι διαφορετικό, πρέπει να το κάνεις κι ας μη σε ακολουθήσουν οι άλλοι. Δεν σημαίνει ότι δεν σε αγαπούν. Είμαι με επίγνωση του τι σημαίνει φιλία και ξέρω ότι η μεγαλύτερη δημιουργία που κάναμε με τους συνεργάτες μου είναι η φιλία μας. Όπως ξέρω ότι υπάρχουν σχέσεις που τελειώνουν για να τελειώσουν και άλλες που τελειώνουν για να επαναπροσδιοριστούν.
* Δουλεύω τον εαυτό μου για να ενωθώ με τους άλλους και να προχωρήσω. Λοιπόν, αυτή είναι η πιο πολύτιμη στιγμή της από ‘δω και πέρα ζωής μου και δεν σταματάω μπροστά σε τίποτα. Η φράση με την οποία εννοώ τον εαυτό μου και τη ζωή μου από ‘δω και πέρα είναι μία: «Mε τον εχθρό παλεύω». Δεν του κλείνω την πόρτα γιατί, ενώ τον βλέπω να με απειλεί, βρίσκω το κουράγιο και τη δύναμη να παραδεχτώ ότι έχει πίσω τόσα κρυφά και σκοτεινά πράγματα που κατ’ αυτόν έχει δίκιο. Και το εχθρός είναι μέσα σε εισαγωγικά. Δεν έχει σημασία αν είναι ιδέα, αν είναι άνθρωπος, αν είναι άλλο κράτος, αν είναι ο μισός μου εαυτός που μου εναντιώνεται. Σημασία έχει να μην αφήνω όλα αυτά πια να με πανικοβάλλουν. Τώρα αισθάνομαι πιο ώριμη και πιο ήσυχη’ είμαι πιο ανοιχτή με τους ανθρώπους.
Λίνα Νικολακοπούλου
* Το κείμενο είναι αποσπάσματα από συνέντευξη που παραχώρησε
η Λίνα Νικολακοπούλου στην Κρυσταλία Πατούλη και τον
Λουκά Καρνή για το περιοδικό DNA – τ.1, Δεκ.1997
*Φωτογραφίες: users.in.gr, e-debate.gr,romios.bravehost.com
Αναδημοσίευση: http://www.autobiographies.blogspot.com
Αποσπάσματα από συνέντευξη της Λίνας Νικολακοπούλου στην Κρυσταλία Πατούλη και τον Λουκά Καρνή:

(εξ αντιγραφής από το περιοδικό DNA – τ.1, Δεκέμβριος 1997)

Οι πιο ισχυρές εκρήξεις βρίσκονται ανάμεσα σε στίχους,στροφές, σιωπές και νότες. Βλέπεις, οι μεγάλες αλήθειες δεν λέγονται. Τραγουδιούνται…

– Πότε συνέβη η πρώτη φυσική επαφή σου με τo τραγoύδι;

Λ.Ν.: Ξεκινά από ηλικία 5 ετών. Θυμάμαι ότι όπου βρισκόμουν τραγουδούσα. Είχα και ένα ραδιοφωνάκι που το είχα δέσει με σύρμα στο ποδήλατό μου κι έτσι γύριζα τα Μέθανα, όπου και έμεινα μέχρι την τρίτη δημοτικού. Μου έκανε συντροφιά εκεί δίπλα στη θάλασσα, μέσα στην απόλυτη ησυχία. Απολάμβανα αυτό που μου συνέβαινε, αυτή τη σχέση μου με τη φύση. Το γεγονός ότι είχα βρεθεί εκεί από την Αθήνα μου είχε χαρίσει και τις δύο εικόνες, οπότε το να ονειρεύομαι κάτι άλλο δεν χρειαζόταν. Είχα και την πόλη και την φύση μέσα μου. Από εκείνη την παιδική ηλικία πήρα τα στοχεία που δεν με εμπόδισαν ποτέ μετά να πάω παντού. Και να μπορώ να κατανοώ όλες τις ζωές. Στην παιδική μου ηλικία είχα ήδη πάρει τις αφορμές για όλη την κατοπινή μου στάση ζωής. Σε αυτήν χρωστάω τις δύο μου πλευρές.

– Σε ποιους ήχους είχες αδυναμία;

Λ.Ν.: Σαν πρώτη επαφή μού έκλεβε την καρδιά το λαϊκό τραγούδι (γέλια). Μάθαινα όλους τους στίχους απέξω. Τραγουδούσα όπου κι αν βρισκόμουν και μεγάλη μου εμμονή ήταν “Το δικό μου πάπλωμα είναι για δύο άτομα”. Είχα παρακαλέσει τους γονείς μου να μου το πάρουν σε 45άρι δισκάκι… Αυτό και το “μείνε αγάπη μου κοντά μου σου μιλάω για καλό…” (αρχίζει το τραγούδι) “θα με συνηθίσεις και θα μ’ αγαπάς”. Ήταν τα δύο τραγούδια που άκουγα το βράδυ πριν κοιμηθώ.

– Τα έκανες εικόνα, τα σκηνοθετούσες;

Λ.Ν.: Καμία σχέση. Τα χόρευα. Μην κοιτάς τη δική σου γενιά, τότε δεν υπήρχε καν ο όρος βιντεοκλίπ. Ήταν, πώς να στο πω, σαν να τρώγαμε ένα καρπούζι. Τόσο πυκνό ήταν το σήμα μέσα μου που το έτρωγα σχεδόν με την καρδιά μου. Συγκεντρωνόμουν στις εικόνες γύρω μου, τους ήχους και έκανα το γλέντι μου…

– Ποια ήταν η πιο ωραία εικόνα εκεί στα Μέθανα;

Λ.Ν.: Το τελευταίο καράβι που έφευγε από τον Πόρο για τον Πειραιά. Το πέρασμά του. Ήταν n μαγικότερη στιγμή της ημέρας. Μετά το σφύριγμά του ένιωθα ότι τελειώνουν όλα. Η επικοινωνία τελείωνε. Ήξερα ότι η μαγεία τελείωνε, ότι είναι ένα πράγμα που δεν διαρκεί. Το καράβι έχει φύγει κι εσύ έχεις μείνει πίσω. Και όταν υπάρχει μεγάλος ορίζοντας κρατάει ώρα ο αποχωρισμός. Αυτό με μαρκάρησε. Και σε αυτην την εικόνα χρωστάω το στίχο «την ώρα που σιδέρωνε, της ήρθε πως ξημέρωνε και σφύριζε καράβι» από το «Σίδερο». Μετά τόσα χρόνια, τώρα αποτύπωσα αυτό το συναίσθημα…

[…]

Λ.Ν. : Από μικρή ήθελα να απολαμβάνω αυτό που ζω, ήθελα να είμαι κοντά σε ό,τι έλεγε η καρδιά και το μυαλό μου. Είναι καταπληκτικό όμως πώς αυτό το παιδί που θυμάμαι εγώ, που ήταν όλη μέρα έξω στο δρόμο, στις γιορτές, στα μαζικά γεγονότα, μέσα στους ανθρώπους, τις καλημέρες, τις χαρές και τα ρέστα στα 13 του έγινε το αντίθετο! Σαν αυτή η ανάγκη να γυρίζω έξω να γύρισε σε ψάξιμο μέσα μου. Και τότε ξεκίνησα να διαβάΖω παρά πολύ.

– Ποιες ήταν οι πρώτες σελίδες που διάβασες;

Λ.Ν. : Ξεκίνησα με τον Καζαντζάκη -από την «Ασκητική» και το «Ταξιδεύοντας»- και μετά με μια καταπληκτική ευκολία πέρασα στους υπερρεαλιστές.

– Λίγο παράδοξο για ένα κορίτσι στην αρχή της εφηβείας της.

Λ.Ν. : Εμένα μου φαινόταν φυσιολογικό όλο αυτό. Δεν υπήρχε τίποτα που να σε περιορίζει εκεί μέσα, υπήρχαν μέσα τους πάρα πολλά χρώματα και αυτήν την αφαιρετική αποτύπωση την κατανοούσα. Άσχετα αν αυτό που καταλάβαινα ήταν υποκειμενικό. Σημασία, πάντως, έχει ότι καταλάβαινα..

[…]

Λ.Ν.: Είχα ανάγκη να εκφράσω ό,τι είχα ζήσει. Όταν έγραψα “Το καλοκαίρι θα ‘ρθει στην ταράτσα του Βοξ» έκαιγα ολόκληρη. Όλα όσα ήταν μέσα μου διάχυτα βγήκαν σε μια σύνταξη. Όλη μου η ζωή μπροστά μου σ’ ένα χαρτί. Και αποφάσισα. “Φύγε, Στέλλα, θα μείνω εγώ”

– Γιατί τόση αυτοδιάθεση;

Λ.Ν. : Γιατί αυτή η διαδικασία για να αποδώσει καρπούς, για να αξιωθείς να πάρεις την υγρασία από τα μάτια του άλλου, να τον αγγίξεις, προϋποθέτει τη σταύρωσή σου. Όπως όταν έγραφα το “Μαμά γερνάω”. Καθόμουν εδώ στο καθιστικό και μέσα κοιμόταν ο Σταμάτης. Μόλις είχαμε γυρίσει μεθυσμένοι, «χα, χα, χα». Είχα γράψει το πρώτο κουπλέ και έψαχνα το δεύτερο. Έφερνα, λοιπόν, στο μυαλό μου όλες εκείνες τις στιγμές που με είχαν πονέσει. Όμως το ακριβό ραντάρ μέσα μου, σαν τη ζυγαριά των κοσμηματοπωλών, ήξερε και περίμενε το αληθινό διαμάντι του πόνου. Κι εγώ έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα, μέχρι που αυτό που έβγαλα από το βάθος δεν το άντεξα. Και είπα «αυτό είναι, λοιπόν. Αυτό πρέπει να πω. Αυτό που δεν αντέχω». Αν νομίζει κανείς ότι μπορεί να αναδυθεί κάτι χωρίς έκρηξη ή χωρίς θάνατο κάποιου άλλου πράγματος, κάνει λάθος. Πρέπει κάτι να δώσεις χωρίς τσιγκουνιά, για να βγει στο φως… Κάτι πρέπει να κάψεις…

– Υπάρχει κάτι τόσο ιερό που δεν θα άγγιζες μέσα από τους στίχους σου;

Λ.Ν. : Την ιερότητα της κόλασης. Τα ένστικτο και τις δυνάμεις που ο άνθρωπος δεν μπορεί να ελέγξει. Αυτά φωτίζονται δύο στιγμές. Την ώρα που τα πρωτοσυλλαμβάνεις και την ώρα που τα νικάς. Τότε μόνο πρέπει να τα εκθέσεις, να τα εξαγνίσεις. Αυτό το έκαναν κάποιοι μεγάλοι, όπως ο Ντοστογιέφσκι. Για μένα όμως δεν έχει φτάσει ακόμη η ώρα να το πειράξω, να φανερώσω τον εσωτερικό μου Άδη. Όμως, δεν το ξεχνώ…

[…]

– Ζωή, θάνατος. Ο έρωτας πότε έγινε παραδοχή;

Λ.Ν. : Πάντα έμπαινα στη δίνη τoυ, αλλά είχα και το νου μου (γέλια). Πρέπει να έχει κανείς εμπιστοσύνη ότι αυτό είναι ένα κεφάλαιο σπουδαίο. Αλλά ΕΝΑ. Βλέπω την κούραση των ανθρώπων όταν διαδέχεται ο ένας έρωτας τον άλλο, χωρίς αυτοί οι έρωτες να είναι όλοι αληθινοί. Όταν βλέπεις το σενάριο να επαναλαμβάνεται πρέπει να αναρωτηθείς μήπως είσαι σε λάθος κινηματογραφική αίθουσα με λάθος συμπρωταγωνιστές σε λάθος διανομή. Και τότε να αναζητήσεις μέσα σου τι συμβαίνει. Δεν πρέπει να περιμένουμε τα πάντα από αυτήν την κατάσταση. Και όταν κάτι τελειώνει, πρέπει να έχουμε τn δύναμn ν’ αγαπήσουμε αυτό που ζήσαμε μαζί, αυτό που καταλάβαμε για τους εαυτούς μας. Να πάμε κάπου αλλού χωρίς σκοτωμούς… Γιατί, ναι, σίγουρα πάμε κάπου.

– Πού;

Λ.Ν. : Ξεκινάμε ένα ταξίδι σαν να δίνουμε όρεξη στον εαυτό μας να παρακολουθήσει ξανά ένα άλλο σχολείο, να αισθανθούμε τnv ανάγκn να πληροφορnθούμε και άλλα πράγματα. Και να συναντnθούμε με τον αληθινό χρόνο. Με τη στιγμή εκείνη που ανακαλύπτουμε το κομμάτι το οποίο θα συμπλnρώσει το παζλ που μπορεί να φτιάχνω όλn την υπόλοιπη περίοδο ζωής.

– Όταν είμασrε συνεπείς με τov εαυτό μας…

Λ.Ν. : Όταν με τn σωστή κίνnσn, τη σωστή στιγμή, επιλέξεις εκείνο το καθαρό κομμάτι που θα σε φέρει αντιμέτωπο με το βέβαιο, το οποίο πάντα γνώριζες πως υπήρχε, απλά δεν το είχες μπροστά σου ολοκλnρωμένο. Και όλα τα άλλα ήταν το ταξίδι για να το βρεις. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι τώρα αρχίΖουν και αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους διττά. Και σαν εξωτερικά ερεθίσματα και σαν εσωτερική πραγματικότnτα. Και έχω κάνει αρκετή δουλειά εκεί, έχω δώσει με το να γράφω και να περιγράφω τα συναισθήματα, τις σκέψεις. Πιστεύω στη συνέπεια. Όποιος για κάποιον απίστευτα οδυνηρό λόγο δεν είναι συνεπής με τον εαυτό του περνάει κόλαση.

– Η έμπνευση από πού προερχόταν;

Λ.Ν. : Η καθnμερινότητα ποτέ δεν έπαψε να είναι για μένα αφορμή για έμπνευση. Με συγκινεί το γεγονός ότι δεν σταμάτnσα ποτέ να την αντέχω και να θέλω να τnς δώσω τιμή. Με συγκλονίζει το χαμόγελο που βγαίνει σε έναν άνθρωπο μετά την επίγνωση της δυσκολίας σ’ αυτή τη ζωή, φέροντας εκείνο το κρυμμένο τραύμα που έλεγα στη «Σωτnρία τnς Ψυχής» και οι άλλοι έλεγαν ότι δεν καταλάβαιναν. Συγκλονίζομαι με τους απλούς ανθρώπους και τα μεγάλα έργα τους. Όπως και με τους μεγάλους ανθρώπους όταν τους βλέπεις να είναι εργάτες σ’ αυτό που κάνουν. Όταν είναι έτοιμοι να σε ακούσουν με σοβαρότητα, να σε διδάξουν, είναι παρόντες χωρίς ρόλους.

Ο θυμος ειναι δικαιωμα σας

Ο θυμός είναι δικαίωμά σας… αλλά εκφράστε τον χωρίς ξεσπάσματα.

από την Κρυσταλία Πατούλη

Μια κινέζική παροιμία λέει πως «μία στιγμή θυμού ισοδυναμεί με 100 χρόνια θλίψης». Και είναι απόλυτα σωστή, καθώς ο θυμός μπορεί να μας οδηγήσει σε αντιδράσεις για τις οποίες αργότερα θα μετανιώσουμε. Ο θυμός μοιάζει με τον έρωτα: είναι κινητήριες δυνάμεις, απρόβλεπτοι και πανίσχυροι, σε σημείο που μπορεί να οδηγήσουν στην… τύφλωση! Λέμε «τυφλώθηκε από το πάθος του», αλλά και «τυφλώθηκε από το θυμό του». Διόλου τυχαία, αφού κάθε τι που νιώθουμε έντονα μας κυριεύει, αλλοιώνει την πραγματική εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, αλλά και για τον ανύποπτο… άλλο.

Ωστόσο, έχουν και μία σημαντική διαφορά: ενώ όλοι λαχταρούμε να ερωτευτούμε, με το θυμό συνήθως διατηρούμε… ολέθρια σχέση. Όταν τον βιώνουμε, είτε τον «θάβουμε» εντελώς, είτε τον συσσωρεύουμε μέσα μας μέχρι να εκραγούμε! «Όταν καταπνίγουμε το θυμό μας, κινδυνεύουμε να κάνουμε σωρεία λαθών», προειδοποιεί η Ελένη Νίνα, κλινική ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια και θεραπεύτρια οικογένειας. Πώς μπορείτε να προλάβετε τις επιπτώσεις του; Σταματώντας να διαχωρίζετε τα συναισθήματα σε θετικά και αρνητικά. Ακόμα και μπροστά από το θυμό μπορείτε να χαράξετε ένα «συν», αρκεί να τον επεξεργαστείτε σωστά.

Τα 7 «θανάσιμα αμαρτήματα»
Ο θυμός δεν αντιμετωπίζεται με συνεχή ξεσπάσματα, ούτε με το να το παίζει κάποιος «θύμα». Ιδού μερικά από τα συχνότερα λάθη:

Τον αρνείστε Δεν θέλετε ούτε καν να τον παραδεχτείτε. Η αδυναμία να έρθετε αντιμέτωποι με τα συναισθήματα που σας έχουν θυμώσει σας εμποδίζει να τον αναγνωρίσετε.

Ξεσπάτε όπου βρείτε Η μέθοδος «σπάω τα πιάτα επειδή θύμωσα με το σύντροφό μου» δεν οδηγεί πουθενά. Την επόμενη μέρα, ο θυμός θα είναι πάλι εκεί. Φυσικά, κάποια δύσκολη στιγμή θα ξεσπάσετε και πάνω του. Και πάλι, την επόμενη μέρα, ο θυμός θα είναι εκεί… ο σύντροφος όμως;

Κάνετε «συλλογή» από θυμούς Μπορεί κατά βάθος να βράζετε από θυμό, αλλά χαμογελάτε με συγκατάβαση. Όμως, καταπιέζοντας το θυμό σας, όχι μόνο δεν τον εξαφανίζετε, αλλά ούτε καν τον μειώνετε. Το αποτέλεσμα; Συσσωρεύεται μέσα σας, «δηλητηριάζοντας» και τα όμορφα συναισθήματα.

Τον ενοχοποιείτε Δηλαδή, δικαιολογείτε τα πάντα και τους πάντες γύρω σας – εκτός από τον εαυτό σας, τον οποίο διαλέγετε να… στήσετε στον τοίχο επειδή θυμώνει! Όταν μετά από καιρό θα δείτε ξεκάθαρα τα πράγματα, ο θυμός σας θα είναι διπλός: αφενός για την αδικία των άλλων και αφετέρου για αυτήν που διαπράξατε απέναντι στον εαυτό σας.

Τον εσωτερικεύετε Μελέτες έχουν δείξει πως ο κρυμμένος θυμός θα βρει κάποιον τρόπο να εκδηλωθεί. Συνήθως σωματοποιείται και ξεσπά π.χ. με έλκη που «τρυπούν» το στομάχι μας ή, σε σοβαρότερες περιπτώσεις, με αυτοκαταστροφικές πράξεις.

Τον συγκρατείτε Μπορεί την κρίσιμη στιγμή να δείξετε ανωτερότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι γίνεστε περισσότερο ώριμοι. Ενδέχεται να πυροδοτήσετε ένα μεγάλο ξέσπασμα.

Τον εκδηλώνετε με παράπονα Έτσι, δεν φανερώνεται η πραγματική αιτία του θυμού σας. Χάνεται πίσω από την κατηγορητική σας στάση, που κουράζει τον άλλο χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα.

Θυμός: οδηγίες χρήσης
Ποιο είναι το μυστικό; Να μην… αποφασίζει αυτός για εσάς, αλλά εσείς για εκείνον. Δηλαδή, να τον ελέγχετε, ώστε να διαφυλάξετε τις σχέσεις σας χωρίς να στερείστε την ψυχική σας ηρεμία. Πώς;

Απομακρυνθείτε από το περιβάλλον όπου βρίσκεται η «πηγή» του θυμού σας. Π.χ., αν σας «έσπασε» τα νεύρα κάποιος συνάδελφος, βρείτε μια αφορμή να βγείτε για λίγο από το γραφείο.

Σας εκνεύρισε κάποιος; Δώστε στον εαυτό σας 20 λεπτά πριν αντιδράσει, όσα χρειάζονται για να πέσει η αδρεναλίνη και να σκεφτείτε καθαρά.

Αναρωτηθείτε τι σας έχει εκνευρίσει πραγματικά. Έτσι θα μπορέσετε να καταρτίσετε το πιο αποτελεσματικό «σχέδιο δράσης».

Δεν μπορείτε να καταλάβετε γιατί είστε θυμωμένοι; Επικεντρωθείτε στο συναίσθημα που προηγήθηκε, π.χ. στο αίσθημα απόρριψης επειδή ο σύντροφός σας δεν θέλει να περάσει ένα βράδι μαζί σας.

Μην εκφράζεστε επιθετικά. Αντί να πείτε «αδιαφορείς για μένα!» προτιμήστε «η αλήθεια είναι ότι με ενόχλησε που δεν θα περάσουμε το βράδι μαζί».

Πίσω από το θυμό, συχνά κρύβεται μια επιθυμία. Ζητήστε αυτό που θέλετε, δίχως να καταφεύγετε σε κατηγορίες.

Να είστε ξεκάθαροι, χωρίς να υποδεικνύετε στους άλλους πώς να φερθούν. Αν π.χ. νιώθετε ότι ο σύντροφός σας παραμελεί το παιδί, αντί να του επιρρίψετε ευθύνες, συζητήστε το: το πιθανότερο είναι να αποφασίσει μόνος του να του αφιερώσει περισσότερο χρόνο.

Μην ξεχνάτε πως συχνά οι άλλοι δεν μπορούν να σας δώσουν αυτό που ζητάτε. Πρέπει να είστε έτοιμοι να επιλέξετε: ή να ζήσετε χωρίς αυτό, ή να το αναζητήσετε αλλού. Ακόμη και στον εαυτό σας.

Η Κρυσταλία Πατούλη για το συγκεκριμένο άρθρο συνεργάστηκε η Ελένη Νίνα, κλινικό ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια και θεραπεύτρια οικογένειας, για το Περιοδικό Prevention, 2007 – Εκδόσεις Λυμπέρη

Θέλω να χωρίσω. Μπορώ; Της Κρυσταλίας Πατούλη

«Διαρκεί ότι έχει λόγο να ξαναρχίσει»


Αν κάποια γυναίκα δυσκολεύεται να χωρίσει ενώ δεν είναι ικανοποιημένη από τη σχέση της, δεν θα πρέπει να δίνει τόσο πολύ έµφαση στο λόγο που φαίνεται να την εμποδίζει να αποδεσμευτεί. Θα πρέπει να βρει το «συµβόλαιο» της σχέσης που την κρατά δεµένη µε αυτό τον άνθρωπο.

Από την Κρυσταλία Πατούλη

Το να επιλέξει ο καθένας από εµάς να επαναπροσδιορίσει (είτε να διακόψει) τη σχέση µε έναν σύντροφο µε τον οποίο συζεί ή είναι παντρεµένος επί χρόνια είναι ίσως µια από τις δυσκο­λότερες αποφάσεις που θα χρειαστεί να πάρει στη ζωή του. Όµως σπανίως τα πρακτικά θέµατα είναι οι κύριοι λόγοι που αναγκάζουν κάποιους να «ανέχονται» µια προβληματική σχέση:

«Κάποιος που δεν αποφασίζει να χωρίσει συνήθως δικαιολογείται στον ίδιο τον εαυτό του αλλά και στους άλλους αναφέροντας τα «ανυπέρβλητα» πρακτικά εµπόδια, χωρις  πολλές φορές να µπορεί να διακρίνει τη σημαντικότερη αιτία που τον αποτρέπει από το να το επιχειρήσει. Και αυτό συμβαίνει δικαιολογημένα, αφού  αυτή η σημαντικότερη αιτία δεν είναι πάντα συνειδητή», µας εξηγεί η Λητώ Κατάκη, Κλινικός Ψυχολόγος – Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια, συνεχίζοντας:

«Για να εστιάσουμε στον πραγματικό λόγο που δεν μπορούμε να αλλάξουμε μια σχέση, θα πρέπει να ανατρέξουμε στον κυριότερο λόγο που µας κρατά δεσμευμένους τόσα χρόνια». Αν λοιπόν κάποια γυναίκα δεν είναι ικανοποιημένη από τη σχέση της, δεν θα πρέπει να δίνει τόσο πολύ έµφαση στο λόγο που φαίνεται να την εμποδίζει να βρει λύση αλλά σε εκείνον -το «συμβόλαιο» της σχέσης­ – που την κρατά δεµένη µε τον άνθρωπο αυτό από την πρώτη κιόλας µέρα!

Το άρρητο συμβόλαιο µιας δέσμευσης

Σε κάθε γάµο, όπως και σε κάθε δέσμευση, υπάρχει τις περισσότερες φορές ένα ασυνείδητο και άρρητο (ανείπωτο) συμβόλαιο που έχει «υπογράψει» το ζευγάρι. Μια µορφή αυτού του συμβολαίου βασίζεται πάνω στο συμπλήρωμα των ρόλων του κάθε ζευγαριού: Μπορεί να ακούγεται κάπως σαν επιστημονική φαντασία, όµως η ψυχολόγος Λητώ Κατάκη µας τονίζει: «Είναι αλήθεια πως όλοι, µεγαλώνοντας, αναπτύσσουμε διάφορους ρόλους. Σε κά­ποιες περιπτώσεις «κολλάµε» σ’ ένα ειδικό και πολύ προσωπικό «σενάριο», που χαρακτηρίζει τις συναναστροφές µας.

Αυτός ο άκαµπτος ρόλος αναπαράγεται σε κάθε σχέση και µας υπαγορεύει το πώς θα χειριστούμε τα καθημερινά µας προβλήματα ή τον τρόπο που εκφράζουµε τα συναισθήµατά µας. Αν για παράδειγμα, θα είµαστε σκληροί µε τον εαυτό µας και µε τους άλλους ή αν θα είµαστε τρυφεροί και λιγότερο κοινωνικοί. Όταν έρχεται η στιγµή να ταιριάξουµε αυτό το ρόλο µε έναν άλλον άνθρωπο, που προσδοκούμε να είναι ο σύντροφός µας, θα πρέπει να «κλειδώνει καλά» πάνω στο συμπληρωματικό ρόλο του έτερου ηµίσεως, για να µπορέσει να λειτουργήσει µε επιτυχία.

Ένας αισιόδοξος ρόλος, για παράδειγµα, µπορεί να επιλέξει έναν απαισιόδοξο. Μια γυναίκα «σωτήρας» θα διαλέξει έναν άντρα που θέλει να τον «σώσουν». Ένα «δυνατό» αντρικό σενάριο θα αναζητήσει ένα αντίστοιχο «αδύνατο» γυναικείο». Μπορεί στη ζωή να µην είναι τόσο ξεκάθαρα τα όρια αυτών των ρόλων, ούτε να είναι τόσο εύκολο να τα διακρίνουμε. Γι’ αυτό πολλές φορές δεν είναι τόσο σαφής, σε ένα ζευγάρι, ο λόγος που είναι µαζί. Τ

α περισσότερα ζευγάρια εξηγούν το λόγο που επέλεξαν να δεσμευτούν λέγοντας: «περνάµε καλά», «υπάρχει κατανόηση», «είµαστε διαφορετικοί χαρακτήρες και συμπληρώνουμε ο ένας τον άλλο», «ήταν κεραυνοβόλος έρωτας», «δεν υπάρχει ρουτίνα στη σχέση µας». Όµως, η πραγματική αιτία που µια σχέση δένει τους δύο συντρόφους σε µια κοινή ζωή είναι η δυνατότητα να ταιριάξουν αυτούς τους τόσο προσωπικούς τους ρόλους ώστε να κατακτήσουν τελικά το βασικότερο πολλές φορές ζητούμενο: τη συναισθηματική ασφάλεια.

Αναζητώντας λύσεις  Αυτό το «συμβόλαιο» όµως συχνά µπορεί να εγγυηθεί µόνο ένα σταθερό γάµο ή µια σταθερή σχέση, όχι όµως και έναν καλό γάµο ή µια ευτυχισμένη σχέση. Έτσι, κάποια ζευγάρια, ενώ µοιάζουν να έχουν βρει τον άνθρωπό τους, ζουν µια κοινή συντροφική ζωή που από τη µια τούς καλύπτει πολύ βασικές ανάγκες αλλά από την άλλη τούς αφήνει ανικανοποίητους. «Μπορεί κάποιος να µην ικανοποιείται από τη σχέση που έχει, αλλά να φοβάται να χάσει την ασφάλεια που του δίνει ή να µένει από συνήθεια ή ακόµα και να µην πιστεύει πως µπορεί να καταφέρει να αλλάξει τη ζωή του προς το καλύτερο», µας εξηγεί η Λητώ Κατάκη. Σε κάθε περίπτωση, όταν κάποιος βρίσκεται σε ένα παρόµοιο «αδιέξοδο», δεν µπορεί παρά να αναζητά κάποιες δυνατές λύσεις:

Α) Θα ήταν καλό να αναζητήσει και άλλους εναλλακτικούς ρόλους στη ζωή του. Είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, µε ένα ρόλο να βρούµε την ικανοποίηση που θέλουµε στη ζωή µας. Για παράδειγμα, µπορεί να µην έχουµε µάθει να ζητάµε κάτι όταν το θέλουμε επειδή ο ρόλος µας υπαγορεύει µόνο να το υπονοούµε. Με αυτό τον τρόπο θα µπορούµε να παίρνουµε από τους άλλους µόνο όταν εκείνοι έχουν m δυνατότατα να το υποψιαστούν. Αν όµως µπορέσουµε να εκφράσουµε τα «θέλω» µας και µε άλλους τρόπους, τότε έχουµε περισσότερες πιθανότητες να πάρουµε αυτό που έχουµε ανάγκη.

Β) Να αναζητήσει εναλλακτικές πηγές ασφάλειας στο περιβάλλον αλλά και µέσα του:  Για παράδειγμα, να γίνει πιο κοινωνικός, να φροντίσει τις φιλίες του, να ασχοληθεί περισσότερο µε τα οικονοµικά και τη δουλειά του αλλά και να αναζητήσει µέσα του τι είναι αυτό που πραγματικά τον ευχαριστεί, σε όλους τους τοµείς της ζωής του, προσπαθώντας να το πετύχει ακόμη και µε τη βοήθεια ενός ειδικού.

Γ) Να αποφασίσει τι είναι αυτό που πραγματικά θέλει να αλλάξει στη ζωή του και τι τον ευχαριστεί: Αν κάποια γυναίκα, για παράδειγμα, αναζητήσει όλους εκείνους τους παράγοντες που θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν να νιώσει καλά και µε τον εαυτό της µε τους άλλους αλλά και µε το σύντροφό της, ίσως να κατέληγε πως δεν έφταιγε η σχέση της που είχε πρόβληµα αλλά ο τρόπος µε τον οποίο τη χειριζόταν. Ή, αν παραδεχτεί τελικά πως η σχέση που έχει δεν µπορεί να την ικανοποιήσει, αλλά ούτε µπορεί και να διορθωθεί, τότε ίσως καταφέρει να κόψει αυτό το «γόρδιο δεσµό» και να συνεχίσει τη ζωή της. Ο δρόµος που µας φαίνεται πιο γνωστός µπορεί να µοιάζει περισσότερο ασφαλής και γι’ αυτό είναι δύσκολο να τον προσπεράσουμε αναζητώντας άλλον. Όµως αν η σχέση µας κάνει τη… ζωή δύσκολη και δεν µας αφήνει να τη χαρούµε, είναι στο χέρι µας να αναζητήσουμε και να δοκιµάσουµε και άλλους δρόµους, ανακαλύπτοντας εκεί­νους που θα µας βοηθήσουν να είµαστε και καλά και µαζί!

*Συνεργασία με τη Λητώ Κατάκη, κλινική ψυχολόγο – ψυχοθεραπεύτρια.

Περιοδικό «Εγώ», Εκδόσεις Λυμπέρη

ΑΡΝΗΤΙΚΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ; ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΘΕΤΙΚΑ

Ανακαλύψτε τη θετική πλευρά πίσω από τα δυσάρεστα συναισθήματα

Από την Κρυσταλία Πατούλη

Αν υπήρχε ένα µαγικό κόλπο να εξαφανίσουμε κάθε δυσάρεστο συναίσθηµα θα χαρίζαµε γη και ύδωρ για να το ανακαλύψουμε! Ποιος ξυπνάει το πρωί λέγοντας: «Σήµερα έχω την επιθυµία να νιώσω άσχηµα»; Οι λέξεις θλίψη, απώλεια, προδοσία, καταπίεση, θυµός, πρoσβολή, πίκρα ή παράπονο θα θέλα­µε να ήταν άγvωστες όχι µόνο στο δικό µας λεξιλόγιο αλλά και σε όλα τα λεξικά του πλανητικού µας συστήματος. Όλοι θα ευχόμασταν να ζούσαµε σε έναν κόσµο αγγελικά πλασµένο, µε ευ­χάριστους ανθρώπους και µε πληρότητα θετικής ενέργειας! Όµως, παρόλο που οι προθέσεις µας είναι κατά κύριο λόγο καθοδηγηµένες από αυτήν, συμβαίνει το αναπάντεχο! να νοιώθουµε δυσάρεστα συναισθήµατα. Με διάθεση να τα ξορκί­σουµε, τα ονοµάζουµε αρνητικά, και κά­νουµε τα πάντα για να τα εξαφανίσου­µε. Kάποιες φορές, µάλιστα, κάνουµε και πως δεν υπάρχουν . Τα τοποθετούμε κά­που στο πίσω µέρος του µυαλού µας και αρνούµαστε να ασχοληθoύµε μαζί τους, ή άλλες φορές σαν την στρουθοκάμηλο νοµίζουµε πχ ότι αναβάλλοντας την διαχείρισή τους θα… βαρεθούν και θα φύγουν!

«Τα συναισθήµατα, είτε είναι δυσάρε­στα είτε ευχάριστα, είναι οι πολύτιµοι οδηγοί µας για κάθε αλλαγή» µας ανα­φέρει η Ελένη Νίνα, κλινικός ψυχολόγος -ψυχοθεραπεύτρια. Μάλιστα, αν κά­ποια από αυτά τα αποφεύγουμε συστηµατικά, πρώτον, δεν σηµαίνει ότι δεν υπάρχουν και, δεύτερον, χάνουµε την ευ­καιρία να µας µάθουν κάτι για τον εαυτό µας και τους άλλους.

Πρέπει ή δεν πρέπει να τα αισθανόμαστε;

«‘Οσο και να κλάψω επειδή έφυγε, δεν θα τον κάνω να γυρίσει. Δεν πρέπει να στενοχωριέµαι!» ακούμε κάποια γυναίκα να λέει, ενώ έχει χωρίσει από μια σχέση χρόνων.  Όµως «τα ευχάριστα και τα δυ­σάρεστα συναισθήµατα υπάρχουν – θέ­λουµε δεν θέλουµε- και είναι ισότιµα σε αξία. Δεν µπορούµε λοιπόν να τα χωρίσουµε σε εκείνα που πρέπει να αισθα­νόµαστε και σε εκείνα -που δεν πρέπει» µας εξηγεί η Ελένη Νίνα. «Κάθε µέρα βιώνουµε µικρές ή µεγάλες µαταιώσεις και καλούµαστε να τις χειριστούµε για το καλύτερο». Δεν υπάρχει κάποια σύνθετη ανάλυ­ση για την εξήγηση αυτού του φαινο­µένου. Η ζωή επιφυλάσσει µικρές ή µε­γάλες δυσκολίες από το να χάσουµε το πορτοφόλι µας µέχρι να χάσουµε ένα αγαπηµένο µας πρόσωπο ή µια καλή δουλειά, και από το να αρρωστήσουµε µε γρίπη µέχρι να µαλώσουµε µε τον αγαπημένο µας. Χωρισµοί, δυσκολίες, αντιθέσεις, τσακωμοί, ασθένειες, σημαντικές απώλειες. Μα αυτή δεν είναι η ζωή; Πώς να πούμε ότι δεν πρέπει να την αισθανόμαστε;

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

Άλλωστε, κάθε φορά που βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα δυσάρεστο γεγονός βρισκόμαστε συγχρόνως μπροστά σε μια κρυφή πρόκληση: να το αισθανθούμε, να ωριμάσουμε από την εμπειρία του, να δώσουμε την ευκαιρία στον εαυτό μας μέσα από αυτό να εξελιχθούμε και συγχρόνως να προετοιμάσουμε καλύτερα τον εαυτό μας για μια ενδεχόμενη δύσκολη μελλοντική δοκιμασία.

Αν βλέπουμε τα δυσάρεστα συναισθήματά στους άλλους αλλά και στον εαυτό μας σαν μια κακιά αρρώστια που «ε, πού θα πάει; Θα περάσει», ή αν τα καταπίνουμε χωρίς να τα επεξεργαστούμε, τότε μακροπρόθεσμα θα χάσουμε την ευκαιρία να κάνουμε ακόμα καλύτερη τη ζωή μας, εξηγούν οι ειδικοί.

4 μύθοι για τα συναισθήματα.

Καιρός είναι να καταρρίψουμε τους μύθους που παραμορφώνουν την πραγματικότητα και κάνουν το κάθε δύσκολο να φαντάζει ακόμα πιο δύσκολο.

  1. Υπάρχουν θετικά και αρνητικά συναισθήματα  Δεν είναι έτσι. Δυσάρεστα ή ευχάριστα, είναι εξίσου φυσιολογικό να τα νιώθουμε ανάλογα με τα βιώματά μας.
  2. Είναι στο χέρι μας να νιώθουμε μόνο ευχάριστα συναισθήματα

Αυτός είναι ο φόβος για τις δυσκολίες από τις οποίες πηγάζουν δυσάρεστα συναισθήματα. Αντίστοιχα, κάποιοι διαιωνίζουν τα δυσάρεστα αντί να τα διαχειρίζονται, χάνοντας τη δυνατότητα να απολαύσουν τις χαρές της ζωής.

3 . Τα δυσάρεστα συναισθήματα μπορούμε να μην τα νιώθουμε

Οι άνθρωποι που μονίμως απωθούν τα δυσάρεστα συναισθήματα συνήθως εμφανίζουν κάποια ψυχολογική παθολογία: δημιουργούν εμμονές, δεν μπορούν εύκολα να ελιχθούν μέσα στις αντιξοότητες και με αυτόν τον τρόπο -εκτός των άλλων- δεν ωριμάζουν και δεν έχουν τη δυνατότητα να σχετιστούν σε βάθος.

  1. Αν δεν ασχοληθούμε μαζί τους, θα τα ξεπεράσουμε

<<‘Όταν δεν έχουμε επαφή με τα συναισθήματά μας και δεν τα βιώνουμε, τότε τους δίνουμε πολύ χώρο μέσα μας να αναπτυχθούν. Και αυτό γιατί κάτι που φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε, χωρίς να το θέλουμε το μεγαλοποιούμε» εξηγεί ο Μάριος Κηρυττόπουλος, κλινικός ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής. Ο τρόπος να ξεπεράσουμε ένα δυσάρεστο συναίσθημα είναι να το βιώσουμε, να το επεξεργαστούμε και να το χειριστούμε με τρόπο ώστε να το λύσουμε βγαίνοντας από αυτό με επιτυχία. Διαβεβαιώνοντας έτσι άλλη μια φορά τα λόγια του Νίτσε: <<‘Ο,τι δεν μας σκοτώνει μας κάνει πιο δυνατούς».

Η χαρά που νιώθουμε όταν όλα πάνε καλά πηγάζει και από την επίγνωση των δυσκολιών που ξεπεράσαμε και είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε στο μέλλον

ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΘΕΤΙΚΑ

Ο Λάρι Κινγκ, διάσημος δημοσιογράφος και τηλεπαρουσιαστής, όταν ήταν στο Δημοτικό δεν ήταν και τόσο καλός μαθητής. Τότε, ο προβληματισμένος πατέρας του πήγε στο διευθυντή του σχολείου και του ζήτησε να αναθέσουν στο Λάρι το ρόλο του συντονιστή του πίνακα, ένα ρόλο όχι τόσο τιμητικό για την εποχή. Ο Λάρι Ζέικερ, όμως, αν και ανέπνεε κάθε μέρα το νέφος από την κιμωλία, θεώρησε τη νέα του ευθύνη ως προαγωγή! Όλοι έχουμε διαβάσει βιογραφίες μεγάλων ανθρώπων της τέχνης, της πολιτικής, ή της επιστήμης που βίωσαν δύσκολες καταστάσεις και που όπως ισχυρίζονται, τους ώθησαν να δημιουργήσουν ό,τι καλύτερο στη ζωή τους. «Η ζωή έχει μεγαλύτερη φαντασία από τα όνειρά μας», κατέληξε να πει και ο Χριστόφορος Κολόμβος. Ας την ανακαλύψουμε λοιπόν μέσα από τις εμπειρίες και, κυρίως, ας τις ζήσουμε και από τη θετική τους πλευρά. Άλλωστε, η χαρά που νοιώθουμε όταν όλα πάνε καλά πηγάζει και από την επίγνωση των δυσκολιών που ξεπεράσαμε και που είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε στο μέλλον.

Συνεργασία με την Ελένη Νίνα και τov Μάριο Κηρυττόπουλο, κλινικούς ψυχολόγους¬ ψυχοθεραπευτές.

Άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό «Εγώ», Εκδόσεις Λυμπέρη