ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗΣ


Γιάννης Μακριδάκης, o μεταμορφωτής λογοτέχνης

10:04, 25 Απρ 2011 | tvxsteam tvxs.gr/node/58956

Έχει υποστεί επανειλημμένα αστυνομικές αυθαιρεσίες, παράνομες σωματικές έρευνες, στοχοποίηση, παρακολουθήσεις, κατηγορίες, δυσφημίσεις, αλλά και στυγνή αστυνομική βία με τα όπλα στον κρόταφο. Αυτά είναι τα… βραβεία, που έχει πάρει ο συγγραφέας Γιάννης Μακριδάκης από το ελληνικό κράτος για την 15ετή ιστορική, πολιτιστική και ανθρωπολογική έρευνα, για το αρχείο τεκμηρίων του Κέντρου Χιακών Μελετών και του περιοδικού Πελινναίο που είναι ιδρυτής, διευθυντής και εκδότης, αλλά και για τα ιστορικά και λογοτεχνικά βιβλία του. Παρόλ’ αυτά, ο εν λόγω… sui generis ανθρωπολογικός τύπος, έχει καταδείξει ήδη με το έργο του ότι δεν εμφανίστηκε στην πνευματική ζωή αυτού του τόπου για να μεταμορφώσει μόνο τη ζωή στη Χίο, αλλά και τη… ζωή στην ελληνική λογοτεχνία. Συνέντευξη στην Κρυσταλία Πατούλη.

Θυμίζοντας την «Άλωση της Κωσταντίας», το τελευταίο σου μυθιστόρημα που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία, τι συνέβαινε στο γενεαλογικό σου δέντρο πριν γεννηθείς; Ποια ήταν δηλαδή η «Άτροπος» που κληρονόμησες, το μερίδιο της μοίρας κατά τους αρχαίους προγόνους, που δεν αλλάζει;

Οι παππούδες μου ήταν όλοι στη Μικρά Ασία, εκτός από μία γιαγιά που ήταν από τη βορειοδυτική Χίο, από ένα χωριό που ζούσαν μόνο 3-4 οικογένειες. Ο παππούς μου (πατέρας της μητέρας μου) έφυγε το 1922 από τη Μικρά Ασία, ήρθε στη Χίο, ενώ η Χιώτισσα γιαγιά μου κατέβηκε εννέα χρονών από εκείνο από το χωριουδάκι, τον Άγιο Γιάννη, που είναι εγκαταλελειμμένο από το 1960, για να πάει δούλα σε έναν εργοστασιάρχη βυρσοδέψη. Ο παππούς παράλληλα έπιασε δουλειά εκεί, στα Ταμπάκικα και έτσι γνωρίστηκαν, παντρεύτηκαν και έζησαν όλη τους τη ζωή σε ένα παράσπιτο μέσα στο περιβόλι του εργοστασίου, ο παππούς ως φύλακας και εργάτης και η γιαγιά ως η γυναίκα που φρόντιζε τον εργένη βυρσοδέψη. Το 1949 γέννησαν τη μάνα μου που είναι μοναχοκόρη. Οι γονείς του πατέρα μου ήρθαν στο νησί από την Αγία Παρασκευή της Μικράς Ασίας με τον διωγμό και έζησαν στον προσφυγικό συνοικισμό των αλιέων, στο Καστέλο της Χίου ως ψαράδες. Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1939, αλλά ο πατέρας του, ο παππούς μου δηλαδή ο Γιάννης -που πήρα το όνομά του- είχε χαθεί ήδη σε ένα ναυάγιο πριν ακόμη γεννηθεί ο γιος του. Άρα, είμαι ένας Χιώτης άπατρις! Γιατί τα ¾ της καταγωγής μου είναι μικρασιάτικα και το ¼ είναι από ένα μέρος της Χίου το οποίο δεν κατοικείται εδώ και 40 χρόνια. Το 1971 γεννήθηκα κι εγώ σε μια οικογένεια νεομεσοαστών όπως ήμασταν εκεί όλες οι οικογένειες: Όλη η τάξη του δημοτικού σχολείου είχε πατεράδες ναυτικούς, από καπετάνιους όπως ήταν και ο πατέρας μου, μέχρι κατώτερα πληρώματα, και ζούσαμε όλοι σε μητριαρχική οικογένεια: Δηλαδή η μητέρα ήταν η μοναδική αρχή και ο μοναδικός άνθρωπος που ξέραμε ότι θα απευθυνθούμε σε ότι θέλαμε, πρόβλημα, χαρά ή οτιδήποτε.

Ποια είναι πρώτη-πρώτη ανάμνηση της ζωής σου, που σου έρχεται στο μυαλό;

Καλοκαίρι κάπου το 1975, δεν έχω πάει ακόμη σχολείο, είμαστε στο φορτηγό πλοίο «Βυζάντιο» μαζί με τη μάνα μου και κάνουμε ταξίδια με τον πατέρα μου για τρεις μήνες στο Αλγέρι και στη Μασσαλία. Αυτό το μπάρκο το θυμάμαι πάρα πολύ καλά. Μέσα στο καράβι γίναν τα χίλια μύρια! Υπήρχε ο Τσαντσάλ, ένας ινδός ναύτης, που είχε μακρύ μαύρο μαλλί και μ’ άρεσε όταν είχε βάρδια στο τιμόνι να με βάζει να το κρατάω και να κάνω δήθεν πως οδηγώ το καράβι και το πάω στη Μασσαλία! Ένα τέτοιο απόγευμα του λέω «άσε μου το τιμόνι!» και αυτός τελείως αυθόρμητα μου απαντά «εντάξει πάρ’ το, αλλά πρόσεξε ο δείκτης της πυξίδας να μη φεύγει ανάμεσα από αυτά τα δύο νούμερα». Οδήγησα έτσι το πλοίο καμιά ώρα με τον Τσαντσάλ δίπλα μου, αλλά κάποια στιγμή μάλλον βαρέθηκα και γύρισα το τιμόνι απότομα κι έσπασε η πυξίδα! Πανικός! Ανέβηκε πάνω ο καπετάνιος (πατέρας μου), φωνές, χαμός! Αυτή ήταν μια από τις πολλές αταξίες που έκανα κι ο πατέρας μου κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό -πως δεν τον χάσαμε!

Πιστεύεις ότι μας καθορίζουν τα παιδικά μας χρόνια; Τα δικά σου παιδικά χρόνια στη Χίο πως ήταν;

Η πατρίδα μας είναι τα παιδικά χρόνια! Τα δικά μου ήταν και σκληρά και ανέμελα και ξένοιαστα και όμορφα. Επαρχία των δεκαετιών 70 και 80. Μεγάλωνα μέσα στα χωράφια και στη θάλασσα, με παιχνίδια άπειρα, χειμώνα καλοκαίρι έξω από το σπίτι. Θυμάμαι ότι από την τρίτη Δημοτικού και μετά δεν ακολούθησα τους γονείς μου ποτέ και πουθενά. Φεύγαν, πηγαίναν μια εκδρομή ή μια βόλτα κάπου και εγώ ήμουν στη γειτονιά και έπαιζα. Από τότε ήμουν τελείως αυτόνομο παιδί με πολύ έλεγχο βέβαια της μάνας στο σχολείο. Δεινοπάθησα! Μου έσκιζε τα φύλλα από τα τετράδια της αντιγραφής, ήταν πολύ απαιτητική. Στο δημοτικό είχαμε και την κυρία Ρούλα τη δασκάλα και κάθε μεσημέρι περνούσε κάτω από το σπίτι μας για να πάει στο δικό της και άμα έβλεπε τη μάνα μου στο μπαλκόνι έβαζε κλάματα γοερά και της έλεγε: «Αχ κυρία Μαρία μου, τι παιδί έκανες, διάβολος, όλοι-όλοι αντάμα και ο ψωριάρης χώρια, τον έχω τελευταίο θρανίο και μόνο του!» και η καημένη η μάνα μου τι να πει; «Συγγνώμη» της έλεγε.

Ποια ήταν τα αγαπημένα σου παιχνίδια και ασχολίες;

Παίζαμε πολύ ποδόσφαιρο στη γειτονιά και είχαμε πολλά πάρε-δώσε με την αστυνομία τότε γιατί ήμασταν διαβόλοι και οι γείτονες έφερναν συνέχεια το περιπολικό. Κάθε απόγευμα είχαμε έναν τσιλιαδόρο και φώναζε και τρέχαμε στα χωράφια, γιατί κλέβαμε δοκάρια από μια οικοδομή και τα κάναμε τέρματα! Χτυπούσαμε σε σπίτια γειτόνων, έφερναν την αστυνομία, παίζαμε πετροπόλεμους. Με είχανε βάλει τιμωρία θυμάμαι μετά από έναν πετροπόλεμο γιατί είχα σκίσει το φρύδι ενός παιδιού –κόντεψα να του βγάλω το μάτι! Το καλοκαίρι παίζαμε ινδιάνους μέσα στα χωράφια, στήναμε σκηνές, σε δύο στρατόπεδα, κάναμε βέλη, τόξα, κόβαμε καλάμια, κλέβαμε μποστάνια, σταφύλια, ντομάτες από τους ανθρώπους και μας κυνηγούσανε. Ήμασταν δηλαδή ένα ινδιάνικο χωριό αυτοσυντηρούμενο!

Πότε αποφάσισες να σπουδάσεις μαθηματικός;

Στο Γυμνάσιο και τελικά πέρασα στο μαθηματικό Πάτρας. Την πρώτη μέρα στο Παν/μιο, το Σεπτέμβρη του ’88, ήμασταν στο αμφιθέατρο 250 φοιτητές, οι μισοί όρθιοι, και μπαίνει ένας καθηγητής μέσα και λέει: «τι λέτε ρε παιδιά, τόσοι πολλοί; Αν το ελληνικό κράτος είχε λεφτά να σας σπουδάζει όλους, στο Μαθηματικό θα ήταν υποχρεωτικές οι παρακολουθήσεις και όχι προαιρετικές. Να μη ξανάρθετε!». Και όπως το λέει αυτό σηκώνομαι και φεύγω. Δεν ξαναπάτησα ποτέ στην Πάτρα. Πήγαινα μόνο Σεπτέμβρη, Φλεβάρη και Ιούνιο να γράψω εξεταστική, αλλά δεν μπήκα ποτέ σε αίθουσα μέσα να ακούσω μία λέξη από έναν καθηγητή! Και όταν ήμουν στο 3ο έτος, μετακόμισε το Μαθηματικό κατά τη διάρκεια της χρονιάς, αλλά εγώ δεν το ήξερα και πήγα να γράψω εξετάσεις και βρέθηκα με τις νηπιαγωγούς!

Πήρες όμως το πτυχίο.

Στα 5 χρόνια. Δούλευα στην Αθήνα και διάβαζα από σημειώσεις που μου έστελναν από Πάτρα διάφοροι φίλοι.

Πού δούλευες;

Στην εξπρές σέρβις και έκανα συμβόλαια στο δρόμο αλλά με έναν δικό μου τρόπο, χύμα. Σταματούσα τα αυτοκίνητα και έμπαινα μέσα και γελούσαμε με τους οδηγούς μέχρι να κατέβω κάτω. Άλλα χρόνια τότε στην Αθήνα. Τέλος πάντων έγινα μάνατζερ σε δύο μήνες στην εταιρία. Όταν είδαν οι γραβατωμένοι προϊστάμενοι ότι ο τρόπος που έχω «πιάνει», αφού ξεπερνούσα τους στόχους κάθε μήνα, με βάλανε να κάνω σεμινάρια «χύμα τακτικής» στους νέους πωλητές! Αυτό που θυμάμαι τώρα και μου κάνει τρομερή εντύπωση, σε σχέση με τη μελλοντική δουλειά που έκανα με τις αφηγήσεις των ανθρώπων, είναι μια βραδιά στο Ledra Marriott, που ήθελε να μας δείξει ο γενικός δ/ντής πώς μπορεί από στόμα σε στόμα, κάποιο συμβάν να παραποιηθεί και να γίνει δυσφήμιση της εταιρείας. Ήταν γεμάτη η αίθουσα, ζήτησε 5 εθελοντές και σήκωσα εγώ το χέρι μου, και άλλοι τέσσερις. Λέει στους άλλους τέσσερις: «βγείτε έξω από την αίθουσα» και έμεινα εγώ μέσα να ακούσω πρώτος την ιστορία, την οποία έπρεπε να την αφηγηθώ όπως την άκουσα στον επόμενο και ου το κάθε εξής. Αρχίζει να μου λέει λοιπόν μια ιστορία 5λεπτη ενός τρακαρίσματος με πολλά στοιχεία. Στη συνέχεια μπαίνει ο επόμενος και αρχίζω να του την αφηγούμαι. Τότε ο δ/ντής μένει έκπληκτος και λέει «Αν και οι υπόλοιποι τα πούνε σαν εσένα, δεν θα πετύχει το πείραμα!».

Πότε γύρισες στη Χίο από την Αθήνα και τι έκανες;

Το 1993, και πήγα στο στρατό χωρίς να πάρω ποτέ όπλο στα χέρια μου –γιατί είχα και μια άσχημη εμπειρία μικρός και δεν τα μπορώ τα όπλα. Μετά απολύθηκα και δούλεψα κάπου δύο χρόνια ως καθηγητής, σε φροντιστήρια στη Χίο και με ιδιαίτερα, μέχρι που μία μέρα είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και είπα «δεν πρόκειται να περάσεις έτσι τη ζωή σου!». Τα παράτησα όλα και από τότε έγινα ένας άλλος άνθρωπος. Τώρα τα θυμάμαι, αλλά νομίζω ότι τα έχει περάσει κάποιος άλλος και μου τα διηγείται. Έγινα ο Γιάννης ο οποίος θα κάνει αυτό που θέλει: Δηλαδή δεν θα ξαναδουλέψει ποτέ έτσι, δεν θα βάλει στο κεφάλι του ούτε αφεντικά, ούτε πελάτες, ούτε ωράρια, και θα κάνει αυτό που του λέει η ψυχούλα του. Δηλαδή να γυρίζω το νησί και να κάνω όλα αυτά που κάνω.

Πότε κατάλαβες ότι θέλεις να γράψεις;

Όταν ήμουν ακόμα σ’ αυτή την κατάσταση, του μαθηματικού και του νοικοκύρη, υπήρχε ένα σήριαλ στην τηλεόραση που λεγόταν «το τελευταίο αντίο». Καθόμουνα τα βράδια για να το δω και έβλεπα τον Κιμούλη που καθόταν σε ένα γραφείο και ήταν συγγραφέας και ένιωθα ότι κι εγώ αυτό θα ήθελα να κάνω! Αλλά είχα και το μύθο μέσα στο κεφάλι μου ότι οι συγγραφείς είναι νεκροί και ότι δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος πια που είναι συγγραφέας, γιατί από το σχολείο μαθαίναμε ότι οι συγγραφείς είναι όλοι πεθαμένοι. Κι εγώ δεν διάβαζα καθόλου τότε. Αν με ρωτήσεις τι διάβασες από λογοτεχνία μέχρι τα 25 σου, θα σου πω τον Ζορμπά: «Εύρων πρασίνη πέτρα ωραιοτάτη, ελθέ αμέσως!», αυτό μού κανε κλικ. Ή αυτό που έλεγε ότι οι πέτρες ζωντανεύουνε στην κατηφόρα! Και βέβαια αυτά με τη Μαντάμ Ορτάνς, με τις γυναίκες που είναι αμαρτία να μη τις ικανοποιείς άμα σε θέλουνε. Του Ζορμπά ο βίος δηλαδή! Αλλά το πρώτο σκίρτημα ήρθε από τον Κιμούλη που υποδυόταν τον συγγραφέα, το οποίο βέβαια πέρασε δίχως να το αξιολογήσω τότε, όπως πέρασε και το «πείραμα» στο Ledra Marriott, που όταν συνέβη δεν του έδωσα επίσης καμία σημασία.

Πώς αποφάσισες να ιδρύσεις το Κέντρο Χιακών Μελετών και να εκδώσεις το περιοδικό Πελινναίο;

Γνώρισα ανθρώπους που είχαν φτιάξει ένα σύλλογο περιβάλλοντος-οικολογίας και ασχολούνταν με τον τόπο από μεράκι, έκαναν παρεμβάσεις πολιτικές για την μη «ανάπτυξη», τη μη τσιμεντοποίηση, τον μη γιγαντισμό, την εναλλακτική ανάπτυξη, την αειφόρο ανάπτυξη κλπ. Ήμουν εγώ τότε στα 27 μου και εκείνοι 40-45. Αυτοί με δίδαξαν με τη στάση της ζωής τους και με βοήθησαν ακούσια να συγκεκριμενοποιήσω τι πραγματικά θέλω και επειδή ήταν και μεγάλη η αγάπη μου για τον τόπο, είπα «θα κάνεις ένα περιοδικό το «Πελινναίο», το οποίο θα γνωρίσει στους Χιώτες τη Χίο!». Όταν βγήκε το πρώτο τεύχος, μού παν όλοι «την έκανες την τρέλα σου και τώρα θα το κλείσεις». Αλλά εγώ είχα πολύ μεγάλο πάθος. Μετά μου λέγανε «πόσα τεύχη θα βγάλεις; Αφού η Χίος είναι πεπερασμένη σε θέματα». Αλλά εγώ είχα την άποψη, και την έχω ακόμα, ότι και τρεις ζωές να είχα θα μπορούσα να έβγαζα το Πελινναίο. Το θέμα δεν είναι τι έχει γύρω σου. Το θέμα είναι τι έχεις εσύ μέσα σου! Ξεκίνησα να δουλεύω ψάχνοντας, φωτογραφίζοντας, ηχογραφώντας, μελετώντας παλιά βιβλία ιστορικά, και η ζωή μου άρχισε να παίζεται μεταξύ βιβλιοθήκης Κοραή, φύσης και χωριών που έβρισκα ανθρώπους να μου αφηγούνται μαρτυρίες. Τα πρώτα 8 χρόνια ήτανε όμως πάρα πολύ δύσκολα: ανέχεια οικονομική και το περιοδικό ζούσε μόνο από το πάθος μου, το οποίο τα ’κανε όλα, δηλαδή να βρει θεματολογία, να βρει συνεργασίες ανθρώπων, να φροντίσει αυτοί οι άνθρωποι επειδή γράφανε από το μεράκι τους, να είναι συνεπείς στις ημερομηνίες που χρειαζόμουν τα κείμενα, να τα πάρω μετά για να τα δαχτυλογραφήσω, να σκανάρω φωτογραφίες, να κάνω όλη τη στοιχειοθεσία του περιοδικού, να είμαι κοντά στο τυπογραφείο, να τα φακελώσω, να τα στείλω στους συνδρομητές, να μαζέψω συνδρομές, να κάνω επαφές κάθε είδους. Άπαντα! Το Πελινναίο ξεκίνησε το 1997 το Μάρτιο με το πρώτο τεύχος, κάθε τρεις μήνες έβγαινε και ένα περιοδικό, και μέχρι το τεύχος 40 για δέκα χρόνια δηλαδή, τα έκανα όλα αυτά μόνος μου. Από το 40 τεύχος και μετά, φάνηκε πάρα πολύ η δουλειά, αλλά εν τω μεταξύ είχα αρχίσει να ασχολούμαι και με άλλα… Δηλαδή έβγαλα τη σειρά «Τετράδια μνήμης: Χίος 1940», που ήτανε τα νέα της Χίου μέσα από τις εφημερίδες της εποχής κάθε χρόνο, πήγαινα στη βιβλιοθήκη κάθε πρωί και αντέγραφα τις ειδήσεις και έφτιαχνα αυτά τα μικρά βιβλιαράκια που τα εξέδιδα περίπου κάθε δύο μήνες, έπιασα και έκανα την έρευνα για τους πρόσφυγες της Μέσης Ανατολής, τους Συρματένιους, έκανα συνεργασίες με νέα παιδιά του νησιού που κάνανε μελέτες κλπ. Φάνηκε κάποια στιγμή όλος ο όγκος της δουλειάς και ήρθανε κοντά κάποιοι ευκατάστατοι Χιώτες από το Λονδίνο, και άρχισαν να επιχορηγούν, έτσι ώστε να μπορούμε να καλύπτουμε τα έξοδα και να ζούμε και να βγαίνει το περιοδικό. Πριν περάσουν όμως αυτά τα δέκα χρόνια και κυρίως στην αρχή, υπήρχανε φοβερά προβλήματα!

Τι προβλήματα δηλαδή;

Όταν ένας 27χρονος μαθηματικός ο οποίος βγάζει 700.000 δραχμές το μήνα από τα ιδιαίτερα σε μια αστική κοινωνία της Χίου ακριτική, ξαφνικά σταματάει να δουλεύει και αρχίζει να κυκλοφορεί στα χωριά, να βγάζει φωτογραφίες και να ηχογραφεί γέρους, αυτό η κοινωνία δεν το αναγνωρίζει! Δεν το κατανοεί δηλαδή. Δεχόταν ο κόσμος μια πληροφορία την οποία οι εγκέφαλοι δεν την αναγνώριζαν. Οι σχολές πολιτισμικής τεχνολογίας και κοινωνικής ανθρωπολογίας δεν είχαν εμφανιστεί ακόμα στην Ελλάδα. Δεν υπήρχε ούτε καν ένας επίσημος φορέας που να μπορώ να πω ότι εγώ κάνω πράγματα τα οποία υποστηρίζονται από αυτόν. Ήμουν ένας άνθρωπος ο οποίος σκέφτηκε κάτι και το έκανε, σκέφτηκε και τον «επίσημο φορέα» και τον δημιούργησε μόνος του! Έχοντας λοιπόν αφήσει ένα «καταξιωμένο» – επικερδές επάγγελμα και κάνοντας κάτι το οποίο κανείς δεν καταλάβαινε ακριβώς τι είναι, έγινα στόχος αμέσως! Έγινα στόχος και από την κοινωνία που με θεωρούσε τρελό, αλλά και από το κράτος που με θεωρούσε επικίνδυνο! Επειδή ήμουν και ένας άνθρωπος, πολιτικό ον, ο οποίος εξέφραζε τις απόψεις του χωρίς να φοβάται, και κυρίως είχα απόψεις ενάντια στην κακώς εννοούμενη ανάπτυξη του νησιού και αρθρογραφούσα, με πολεμούσαν όλο και περισσότερο. Κάποια στιγμή στη Χίο ήταν και ένας έμπορος Τούρκος, ο Μουσταφά, που είχε παντρευτεί μια ρωμιά της Κωνσταντινούπολης με καταγωγή από τη Χίο, και αποφασίσαμε να με μαθαίνει εκείνος τουρκικά και εγώ ελληνικά και έτσι ερχόταν μία φορά την εβδομάδα στο γραφείο του περιοδικού για μάθημα. Τότε άρχισαν πλέον να με παρακολουθούν συστηματικά η ΕΥΠ και η Ασφάλεια! Επειδή είναι και μικρή κοινωνία εκεί και οι άνθρωποι γνωρίζονται, έφταναν στα αυτιά μου ότι με παρακολουθούν και ότι με θεωρούν κατάσκοπο της Τουρκίας! Αλλά δεν έδινα σημασία, μέχρι που κάποια στιγμή έγινε το μπαμ!

Τι εννοείς, «μπαμ»;

Ήταν η πρώτη ανοιχτή επίθεση. Δηλαδή ένα μεσημέρι, μάλλον το 2000, εισέβαλαν βίαια στο σπίτι μου με τα όπλα, σε ένα παλιό σπίτι της γιαγιάς μου που έμενα εκείνο τον καιρό, έσπασαν την πόρτα με κλωτσιά, με άρπαξαν από το κρεβάτι με έσυραν στο περβάζι και με ανοιχτά τα πόδια και τα χέρια και τα όπλα στον κρόταφο, μου έκαναν ανάκριση επί ένα τέταρτο: «Τίνος είναι το σπίτι, τίνος είναι τα ρούχα, τίνος είναι τα παπούτσια» (ήταν κάτι παπούτσια του παππού μου από τα περιβόλια!). Συγχρόνως έψαχναν και το σπίτι για να δούνε τι κρύβω! Και βέβαια δεν βρήκαν τίποτα παρά μόνο μια κοπέλα που είχαμε σχέση τότε. Αυτό το γεγονός, ήταν το πιο βίαιο και επικίνδυνο που προκάλεσαν. Επικίνδυνο, γιατί οι άνθρωποι αυτοί ήταν απλοί αστυνομικοί της Χίου και θα μπορούσαν να με είχαν καθαρίσει κατά λάθος, από το φόβο τους και μόνο, γιατί δεν ήξεραν μάλλον τι τους στέλνουν για να ανακαλύψουν και τρέμανε τα χέρια τους από τον φόβο. Αυτό το γεγονός αλλά και τα επόμενα που μου συνέβησαν με πείσμωναν και με εξόργιζαν. Όχι ενάντια στην κοινωνία. Ενάντια στο κράτος και ενάντια στους ανίδεους πολιτικούς του παράγοντες. Στην αναξιοπρέπεια δηλαδή των περισσότερων πολιτικών. Στην αμορφωσιά: Ανιστόρητοι άνθρωποι, ρηχοί, άσχετοι. Συνέβησαν και άλλα ανάλογα γεγονότα;
Με αφορμή, το 1998, που είχε καεί ένα περιαστικό δάσος της Χίου πήγαμε μαζί με έναν φίλο μου και κόψαμε καμένους κορμούς και τους κατεβάσαμε στη πλατεία της πόλης με ένα πανό που έγραφε: «Τα δέντρα δεν ψηφίζουν γι αυτό μας χρειάζονται και πρέπει να κάνουμε μία εθελοντική ομάδα δασοπροστασίας». Στη συνέχεια, δώσαμε ένα ραντεβού σε ένα μοναστήρι εντός της καμένης περιοχής και μαζεύτηκαν 120 άνθρωποι, και ξεκινήσαμε μία εθελοντική ομάδα η οποία ξεκίνησε το 1998, αυτή τη στιγμή υπάρχει ακόμα και λέγεται ομάδα Ο (Όμικρον) έχει πάνω από 70 ενεργά μέλη, δικό της πυροσβεστικό όχημα, και κάθε καλοκαίρι κάνει περιπολίες στα δάση και συμμετέχει σε όλες τις πυρκαγιές υπό τις διαταγές της πυροσβεστικής. Όταν λοιπόν ήρθε ο πρωθυπουργός Σημίτης το 2001 το Μάιο στη Χίο, είχε βγάλει μία ανακοίνωση η Πυροσβεστική ότι χρειάζονται κάποιους εθελοντές για να φυλάξουν τα δάση του νησιού, μη τυχόν και γίνει προβοκάτσια, και μπει καμιά φωτιά όσο είναι ο πρωθυπουργός στη Χίο. Πήγα λοιπόν εγώ και άλλοι τρεις σαν εθελοντές. Το Σάββατο όλη την ημέρα ήμουν σε ένα πυροφυλάκιο σε ένα βουνό. Την Κυριακή ήταν η κεντρική ομιλία του πρωθυπουργού στο Ομήρειο Πνευματικό κέντρο του Δήμου της Χίου. Ως εκδότη περιοδικού μου είχε στείλει η περιφερειάρχης βορείου Αιγαίου πρόσκληση να παραβρεθώ στην ομιλία. Δεν είχα σκοπό να παραβρεθώ αλλά υπήρχε ένας δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας ο Στρατής Μπαλάσκας και θέλαμε να μιλήσουμε για ένα θέμα περιβαλλοντικό που ήταν να γράψει, και γι αυτό πήγα να τον συναντήσω.
Στην είσοδο όμως, με σταμάτησαν οι άνθρωποι της φρουράς του πρωθυπουργού, μου είπαν «Είσαι ανεπιθύμητος» και χωρίς αιτιολογία με συνέλαβαν και με πήγαν στο τμήμα παρόλο που είχα πρόσκληση στην τσέπη! Το βράδυ μάλιστα υπήρχε ένα αθηναϊκό κανάλι που με έδειχνε να με σέρνουν οι αστυνομικοί και είχε τίτλο: «επίσκεψη του πρωθυπουργού στη Χίο με επεισόδια»! Την επόμενη μέρα η τοπική εφημερίδα είχε τίτλο «Η μια υπηρεσία τον ευχαριστεί και η άλλη τον συλλαμβάνει!» και δημοσίευε την είδηση της σύλληψής μου κι από κάτω το ευχαριστήριο της Πυροσβεστικής! Γι’ αυτό λέω ότι ήτανε Αρχές και κοινωνία πολύ μπερδεμένοι με την ύπαρξή μου και τη δράση μου αυτά τα πρώτα χρόνια. Δεν κατανοούσαν τι κάνω, τι είναι αυτό το νέο που είχα στο μυαλό μου και έφερνα στον τόπο. Η τρίτη γκάφα τους, ήταν όταν είχα σχέση με μια κοπελίτσα στη Σμύρνη και πηγαινοερχόμουνα. Ε, εκεί πια… κορυφώθηκε η υποψία τους ότι είμαι πράκτορας! Οπότε άρχισαν να με παρακολουθούν στενά, να ενοχλούν τον καπετάνιο από το καραβάκι της γραμμής Χίου-Τσεσμέ για να τους ρουφιανεύει πότε πάω και πότε έρχομαι και γενικά ήταν κολλιτσίδες γύρω μου συνεχώς. Μέχρι που μου την έπεσε μια πρακτόρισσα της ΕΥΠ ένα βράδυ, στο γραφείο του Πελινναίου, υποκρινόμενη την πελάτισσα που ενδιαφέρεται για το περιοδικό, αλλά ουσιαστικά μου έκανε προσωπική ανάκριση.
Την επόμενη μέρα έκανα καταγγελία για τα πρακτοριλίκια τους και την ξεμπρόστιασα μέχρι που της έδωσαν δυσμενή μετάθεση και έφυγε από το νησί. Τότε, γινόντουσαν διάφορες ΕΔΕ (ένορκες διοικητικές εξετάσεις) για την περίπτωσή μου: Στην αστυνομία, στο λιμεναρχείο, στην ΕΥΠ κλπ., σε όποια υπηρεσία δηλαδή ασχολιόταν μαζί μου, γινόταν και μία ΕΔΕ, για να καταλογιστούν οι ευθύνες σ’ αυτούς που δεν κάναν καλά τη δουλειά τους. Το 2001, όταν ο Γ. Παπανδρέου ήταν Υπουργός Εξωτερικών και έλεγε ότι την εξωτερική πολιτική δεν την ασκούν οι υπουργοί αλλά ο κάθε πολίτης προσωπικά, του έστειλα μια επιστολή που δεν πήρα βέβαια ποτέ απάντηση. Όλα ξεκίνησαν με αφορμή αυτή τη σχέση που είχα με την κοπέλα στη Σμύρνη, αλλά και από την αρθρογραφία μου σε μια εφημερίδα για τις σχέσεις μας ως λαοί με την Τουρκία και έγραψα ένα κείμενο που έλεγα «έλεος πια με τις εθνικές γιορτές και τις παρελάσεις». Τότε τα γεγονότα κορυφώθηκαν, γιατί πήρε τηλέφωνο ο διοικητής της ΕΥΠ στον δ/ντή της εφημερίδας και του είπε «να τον απολύσετε, γράφει αντεθνικά κείμενα, τα στέλνουμε στο Υπουργείο εξωτερικών για να μας πουν τη γνώμη τους» κλπ, και πλέον εξοργίστηκα ακόμη μια φορά και μάζεψα έναν φάκελο με όλα τα παθήματά μου από το κράτος και ήρθα στην Αθήνα, βρήκα τον δημοσιογράφο Δημήτρη Τρίμη, στον Ιό της Ελευθεροτυπίας, και δημοσίευσε ένα κείμενο δισέλιδο σε ένα σαββατιάτικο φύλλο με τίτλο «οι μυστικοί κονδυλοφόροι της ΕΥΠ».

Πόσα χρόνια συνέβαιναν όλα αυτά;

Τα πρώτα 5 χρόνια της έκδοσης του περιοδικού ήταν τρομακτική η κατάσταση. Μετά από αυτό το άρθρο στην Ελευθεροτυπία σταμάτησαν να με ενοχλούν ανοιχτά, γιατί μάλλον φοβόνταν και ότι κάνουν πάντα γκάφες και εκτίθενται. Αλλά δεν σταμάτησαν να με παρακολουθούν. Και ένιωθα ότι με έχουν από κοντά, μέχρι που 3-4 χρόνια μετά άρχισε να φαίνεται η δουλειά μου, να έρχονται κάποια εφοπλιστικά ονόματα όπως είπα και να με στηρίζουν, και επίτηδες έβαλα στο οπισθόφυλλο του περιοδικού όλους αυτούς τους χορηγούς, και από τότε σταμάτησαν και να με παρακολουθούν, τουλάχιστον ανοιχτά και τουλάχιστον στη Χίο. Αυτό που συνεχίζει να γίνεται όμως, αν και έχει να γίνει περίπου ενάμιση χρόνο τώρα, είναι πώς όταν ξεκίνησα να γράφω λογοτεχνία και να με καλούν διάφορα βιβλιοπωλεία στην ελληνική περιφέρεια για παρουσιάσεις, όπως στην Πάτρα, στο Βόλο, στη Μυτιλήνη, στο Ηράκλειο, και δεν θυμάμαι που αλλού, μου έκαναν σωματική έρευνα και εξακρίβωση στοιχείων, ασφαλίτες με πολιτικά μες στο δρόμο. Δηλαδή πήγαινα από το ξενοδοχείο στο βιβλιοπωλείο και με σταματούσαν, έβγαζαν μια ταυτότητα μου την έδειχναν στα πεταχτά, και μου έλεγαν άνοιξε το σακίδιο σου, άδειασε τις τσέπες σου, δώσε μας τα χαρτιά σου, και μου έκαναν σωματικό έλεγχο και έρευνα, έπαιρναν στην Ασφάλεια τηλέφωνο και έδιναν τα στοιχεία μου να γίνει διασταύρωση κλπ. Τα οποία είναι μια τακτική παρακράτους, τελείως παράνομη και ποτέ βέβαια δεν μου έδωσε κανείς μια έκθεση έρευνας. Αν μου έδιναν, θα έκανα μια μεγάλη συλλογή από πολλά αστυνομικά τμήματα!

Δεν ήταν υποχρεωμένοι να σου δώσουν έκθεση έρευνας;

Θα υποχρεούνταν αν ήταν νόμιμες αυτές οι έρευνες! Ο Γιώργος ο Καμίνης πριν γίνει Δήμαρχος Αθήνας, όταν ήταν Συνήγορος του Πολίτη και είχα απευθυνθεί σε αυτόν, μου είχε πει ότι μόνο εξατομικευμένη και για συγκεκριμένο αδίκημα υποψία, μπορεί να δικαιολογήσει κάποια προσαγωγή. Η σωματική έρευνα στο δρόμο για έλεγχο στοιχείων δεν είναι σύννομη! Οπότε κάνοντας κάτι παράνομο, μέσα στο δρόμο, άνδρες μόνο με πολιτικά, πώς μπορούν να δώσουν αναφορά; Παρεμπιπτόντως ποτέ δεν με άφησαν να δω τα στοιχεία τους, στην ταυτότητα που μου έδειχναν. Αλλά και εγώ δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Δηλαδή είναι ψυχολογική βία υπέρτατου βαθμού, γιατί νιώθεις ανυπεράσπιστος μεταξύ δύο ή τριών ατόμων με πολιτικά που ισχυρίζονται ότι είναι ασφαλίτες, και δεν ξέρεις τι έχουν πάνω τους και μπορούν να σε κατηγορήσουν ότι το έχεις εσύ, ανά πάσα στιγμή! Τέλος πάντων, σταμάτησαν αυτά εδώ και λίγο καιρό, δεν τους δίνω πλέον σημασία, αν και θα ’πρεπε να τους έδινα περισσότερη. Θα μπορούσα για παράδειγμα να έχω πάρει μια γερή αποζημίωση και να ζω με χορηγία της ελληνικής αστυνομίας από το 2001 που μπουκάρανε με τα όπλα και δίχως ένταλμα στο σπίτι μου αλλά δεν το έκανα, καλώς ή κακώς. Ήθελα και να προστατέψω την κοπέλα που ήταν μαζί μου σε εκείνο το συμβάν, για να μην εκτεθεί.

Και συγχρόνως με τις επιθέσεις, τις παρακολουθήσεις, την ψυχολογική βία και τις συνεχείς ενοχλήσεις, εσύ δούλευες με τις έρευνες για το περιοδικό και τα βιβλία;

Παράλληλα με όλα αυτά τα ευτράπελα, γινόταν και η δουλειά. Πάθος, μεράκι, αφέλεια. Πολύ πάθος. Το περιοδικό ήταν το μόνο πράγμα που υπήρχε στη ζωή μου. Δεν σκεφτόμουν τίποτε άλλο! Να ξυπνάω για παράδειγμα το πρωί στις 4 ή στις 5, να πρέπει να πάω στο τάδε χωριό, χιλιόμετρα μακριά, που κάποιος γέρος έκανε καμίνι να φτιάξει κάρβουνα, και έπρεπε το καμίνι να το φτιάξει το πρωί πριν ξημερώσει, και εγώ να είμαι εκεί. Για να δω, να μάθω, να μου πει, να φωτογραφήσω. Τέτοια πράγματα, για να βγει το περιοδικό.

Πότε άρχισαν να καταλαβαίνουν όλα αυτά που έκανες;

Μετά από το 2008. Είχε μάθει πια η κοινωνία να αναγνωρίζει, ότι κι αυτό το πράγμα μπορεί να συμβαίνει! Σκεφτόμουν τον Στυλιανό Βίο που έζησε το 1900 στη Χίο, και έκανε καταγραφή μαρτυριών από επιζώντες της Σφαγής της Χίου. Και φαντάζομαι τι θα έλεγαν και γι αυτόν τον άνθρωπο! Τι θα είχε περάσει… Αλλά αυτός ήταν καθηγητής εν ενεργεία, αποδεκτός από την κοινωνία.

Το 2001 που συνέβη το γεγονός με την ένοπλη εισβολή στο σπίτι σου, πόσα τεύχη του Πελινναίου είχαν κυκλοφορήσει;

Είκοσι τεύχη θα χα βγάλει, κάπου εκεί. Και με την αρθογραφία μου και τον ακτιβισμό. Κάναμε πολλά. Δεν μπορώ να τα απαριθμήσω. Αλλά έχουμε αποτρέψει σχέδια που θα άλλαζαν το τοπίο στη Χίο.

Οι πιο σημαντικές ακτιβιστικές δραστηριότητες; Κάποια παραδείγματα;

Στον Ανάβατο που ήθελαν να κάνουν συνεδριακά κέντρα και είχαν κάτι εκατομμύρια ευρώ να… φαγωθούνε. Είχαν έρθει και στη Χίο να μας αναπτύξουν το σχέδιο που θα μετέτρεπε τον Ανάβατο από μνημείο σε τσίρκο! Αντιδράσαμε με διαμαρτυρίες και δεν έγινε το έργο. Ή με τα ξενοδοχεία στα Μαύρα Βόλια, την επέκταση του αεροδρομίου μες στην πόλη, το διαμετακομιστικό κέντρο κοντέινερς στη δυτική Χίο και τόσα άλλα. Δεν γίνανε. Αντιδρούσαμε και σε ιδιώτες και σε κράτος. Κάναμε πάρα πολλά και κάνουμε ακόμα. Όπως τώρα με τις ανεμογεννήτριες, τις πράσινες μπίζνες που θέλουν να μετατρέψουν το νησί σε εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρισμού. Ήμασταν τότε ως σύλλογος οικολογίας, αλλά εγώ αρθογραφούσα και επώνυμα, εμφανιζόμουν στα συμβούλια. Οπότε ξεκίνησαν και όλα αυτά εναντίον μου.

Έλαβες πρόσφατα και μία μήνυση από τον πρώην δήμαρχο της Χίου με κατηγορίες -ούτε λίγο ούτε πολύ- ότι κατέστρεψες την πολιτική του καριέρα;

Αυτό είναι γελοίο ζήτημα. Με μήνυσε ο τέως Δήμαρχος για δήθεν πολιτικά μου άρθρα σε μπλογκ που κατέστρεψαν, λέει, την πολιτική του σταδιοδρομία αφού εξ αιτίας τους έχασε ο συνδυασμός του στις εκλογές της Περιφέρειας Β.Α. !

Πότε αποφάσισες να πάρεις το κασετόφωνο και να πάρεις την πρώτη συνέντευξη καταγράφοντας μνήμες και μαρτυρίες για ιστορικά γεγονότα;

Το 1996 τα Χριστούγεννα. Πριν ακόμα ξεκινήσω το περιοδικό. Η πρώτη συνέντευξη ήταν από την κυρά Ρήνη, μια γιαγιά σε ένα χωριό, η οποία ήταν πρόσφυγας από το Μελί της Μικράς Ασίας.

Και ποια ήταν η αφορμή για να της πάρεις συνέντευξη;

Η κυρά Ρήνη, ήτανε καφετζού. Άκουγα τους ανθρώπους που πήγαινα στα χωριά, που καθόμουν στο καφενείο μαζί τους. Και μου άρεσε όπως μιλούσανε! Και ξαφνικά άρχισα να λέω ότι αυτά που λένε, πρέπει να τα κρατήσω. Το ’νιωσα, έτσι, απλά.

Η κυρά Ρήνη εκείνη τη μέρα, αυτά που σου είπε, τι θέμα είχαν;

Το πώς φύγανε από τη Μικρά Ασία, το πώς τους φέρθηκαν οι Χιώτες στα χωριά όταν έφτασαν πρόσφυγες, πού μένανε τον πρώτο καιρό, η ζωή δηλαδή των προσφύγων μόλις εγκαταστάθηκαν στη Χίο και το πώς σιγά σιγά πήραν τα πάνω τους, έφτιαξαν το καφενείο με τον άντρα της κλπ. Κι από τότε μου έγινε έμμονη ιδέα! Δηλαδή ηχογραφούσα έναν άνθρωπο και σκεφτόμουν ποιοι άλλοι κινδυνεύουν λόγω γηρατειών να πεθάνουν αυτή τη στιγμή και πρέπει να βιαστώ να τους πάρω συνέντευξη! Άρχισα να αγχώνομαι και να παθιάζομαι, και να γυρίζω σαν τη σβούρα για να τους… προλάβω! Και μου λέγανε ηρέμησε, κούλαρε, δεν μπορείς να τα κάνεις όλα, αλλά εγώ ήμουν σε μια ηλικία, σε μια φάση που έλεγα «τα κάνω όλα και τι λέτε εσείς…». Βέβαια δεν τα έκανα όλα ούτε πρόκειται κανείς να τα κάνει όλα.

Για τα αποτελέσματα όλης αυτής της εργασίας ενδιαφέρθηκε κανείς από την Πανεπιστημιακή κοινότητα; Ιστορικοί, ανθρωπολόγοι κλπ; Μόλις πρόσφατα, από ότι γνωρίζω, σε κάλεσαν να συμμετέχεις πρώτη φορά σε κάποιο συνέδριο;

Δεν θεώρησα αναγκαίο να τα κοινοποιήσω παραπάνω. Για μένα έφτανε να κάνω τις έρευνες, να τα αρχειοθετώ, να γράφω τα ανάλογα άρθρα στο περιοδικό και να εκδίδω τα βιβλία.

Μετά από τα τόσα χρόνια δουλειάς του Κέντρου Χιακών μελετών και του περιοδικού Πελινναίο και της καταγραφής τόσων ιστορικών γεγονότων και μαρτυριών, όλη αυτή η εργασία, τι καρπούς απέδωσε;

Απέδωσε ένα τεράστιο αρχείο μαρτυριών που οι περισσότερες τώρα πια είναι ιστορικές για τη Χίο, ένα αρχείο από φωτογραφίες και ήχο, απέδωσε 56 τεύχη περιοδικού που είναι μια εγκυκλοπαίδεια για τα τεκμήρια της Χίου σε τεύχη. Επίσης, απέδωσε ότι από το ’97 που βγήκε το Πελινναίο και μετά, άρχισε ο κόσμος σιγά σιγά να αλλάζει και να δίνει σημασία στη φύση, στα ανθρώπων έργα, στην ιστορία, αν και οι Αρχές του τόπου δεν μας δέχτηκαν ποτέ. Το περιοδικό 15 χρόνια δεν είχε ποτέ συνδρομητή ούτε το Δήμο, ούτε τη Νομαρχία. Μεγάλη τιμή το θεωρώ αυτό. Αλλά δημιουργήθηκε μια βάση ανθρώπων στη Χίο, πολύ δυναμική, πολύ ισχυρή και πολυπληθής, που αυτή τη στιγμή υποστηρίζει τη νοοτροπία που δείξαμε εμείς μέσα από το περιοδικό. Και τέλος, το βασικό που απέδωσε για μένα προσωπικά είναι τα βιβλία για την ιστορία της Χίου αλλά και την ίδια τη λογοτεχνία.

Πόσοι περίπου ήταν οι συνδρομητές του περιοδικού;

Χίλιοι για κάθε τεύχος.

Κάποιος που σου έκανε εντύπωση επειδή γράφτηκε συνδρομητής;

Πιο πολύ εντύπωση μου κάνει κάποιος που δεν γράφτηκε! Αλλά, ναι, υπάρχει ένα παιδί, που δουλεύει από το πρωί στις 5 μέχρι τα μεσάνυχτα σε μια μεταφορική εταιρεία και κουβαλάει κιβώτια και όποτε με δει στο δρόμο μου λέει «πότε θα βγάλεις βιβλίο γιατί θέλω να το διαβάσω;». Τα χει όλα τα περιοδικά και όλα τα βιβλία. Και του λέω «καλά πότε διαβάζεις;». Και μου λέει «διαβάζω, μην ανησυχείς», ενώ δουλεύει χαμάλης! Η Χίος είναι μια αστική κοινωνία, με καταβολές αστικές πριν από τον πόλεμο και έχει πάρα πολύ κόσμο που καταλαβαίνει. Το ότι δεν κατάλαβαν ακόμη οι διοικούντες τον τόπο και η πλειονότητα του κόσμου, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και ένα υψηλό ποσοστό ανθρώπων που καταλάβαιναν τι συμβαίνει και στήριζαν την προσπάθεια αυτή είτε με τη συνδρομή τους, είτε με τη συνεργασία τους. Γιατί αν δεν υπήρχαν αυτοί οι άνθρωποι δεν θα γινόταν τίποτα. Και από όσες επαρχίες έχω ταξιδέψει, έχω καταλάβει ότι στο νησί αυτό έχει ένα υψηλό ποσοστό ανθρώπων με ποιότητα, με κουλτούρα, με μόρφωση και με καλλιέργεια. Αλλά και σε αυτούς που λείπουν είναι ακόμη πιο υψηλό το ποσοστό. Έχει λοιπόν το νησί ψυχή! Και βέβαια οι περισσότεροι άνθρωποι είναι μοναχικοί, είναι άνθρωποι δημιουργικοί που κάνουν τα δικά τους, δεν ασχολούνται με τα κοινά, κι γι αυτό όπως είναι γνωστό σε όλη την Ελλάδα έχουμε αυτή την δεινή κατάσταση της διοίκησης.

Το Πελινναίο τώρα σε τι φάση βρίσκεται;

Το περιοδικό έχει κλείσει ήδη μια 15ετία σκληρής δουλειάς και εγώ εν τω μεταξύ έχω φορτωθεί με πάρα πολλά άλλα πράγματα και νιώθω ότι έχει κλείσει πλέον ο κύκλος του περιοδικού μέσα μου. Με στεναχωρεί αυτό, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι διαφορετικό. Έτσι, θα έλεγα ότι αυτή τη στιγμή το Πελινναίο βρίσκεται σε φάση μεταβατικής περιόδου: Ή θα βρεθεί κάποιος να το αναλάβει με το ίδιο πάθος για να το πάει παρακάτω και εγώ θα είμαι μεν κοντά αλλά χωρίς να απασχολούμαι ή δεν θα πάει παρακάτω πια. Το Κέντρο Χιακών Μελετών βέβαια θα υπάρχει, όπως και η εταιρεία των εκδόσεων Πελινναίο και ο συνεχής εμπλουτισμός του υπάρχοντος αρχείου από εμένα τον ίδιο, αλλά το περιοδικό αν δεν βρεθεί κάποιος να το αναλάβει δεν θα εκδίδεται.

Το αρχείο του Κέντρου Χιακών μελετών μέχρι τώρα τι περιέχει;

Φωτογραφικό και ηχητικό υλικό από τεκμήρια της Χίου που τα περισσότερα πια έχουν καταστραφεί ή αφηγήσεις, μαρτυρίες, ιστορικές στιγμές, από ανθρώπους που έχουν πεθάνει οι περισσότεροι, φωτογραφικό υλικό και σχεδιαγράμματα, σκαριφήματα αρχιτεκτονικά, φωτογραφικό υλικό από σπίτια, οροφογραφίες από όλα τα σπίτια της Χίου, ταφικά μνημεία, χαρτογραφήσεις σπηλαίων, διαδρομών πεζοπορικών, κλπ. Κάθε τρύπα της γης είναι χαρτογραφημένη πλέον με επιστημονική – επαγγελματική δουλειά, από σπηλαιολόγους, τοπογράφους κλπ. Όπως επίσης, έχουμε κάνει αποτύπωση και σχεδιασμό ενός παλαιοντολογικού πάρκου, το οποίο είναι σε ένα βουνό με απολιθώματα 250.000.000 ετών, αμωνίτες, το οποίο θα μπορούσε να γίνει ένα κόσμημα αν έδιναν σημασία οι τοπικοί φορείς σε αυτή την πρόταση, αλλά αντ’ αυτού εκείνοι δεν έχουν κάνει ούτε καν περίφραξη του χώρου για να μην πατάνε τα κατσίκια τα απολιθώματα! Είχαμε κάνει τότε και μία ημερίδα, με καλεσμένο έναν έλληνα παλαιοντολόγο ο οποίος έχει κάνει το διδακτορικό του πάνω στα απολιθώματα της Χίου, σε Πανεπιστήμιο της Γερμανίας. Αλλά δεν έδωσαν οι αρχές καμία σημασία!

Έχετε πραγματοποιήσει και άλλες τέτοιες έρευνες;

Όλες οι έρευνες που έχουν γίνει είναι σημαντικές, αλλά για το συγκεκριμένο παλαιοντολογικό πάρκο, προχωρήσαμε και στα σχέδια, δηλαδή σε μια ολοκληρωμένη, έτοιμη πρόταση για το Δήμο Χίου, ώστε να την πάρει και να την αξιοποιήσει. Σε άλλες έρευνες κάναμε την πρωτογενή δουλειά, και για να την πάει κάποιος φορέας παρακάτω χρειάζεται να ασχοληθεί.

Όλες αυτές οι έρευνες, οι καταγραφές μαρτυριών, το περιοδικό, το αρχείο, πόσο σε αφορούν προσωπικά;

Με αφορούν προσωπικά σε σχέση με τη Χίο, διότι έχω μια σχέση με το νησί πολύ παράξενη. Τη βλέπω σαν Ιδέα τη Χίο. Το νησί με αφορά προσωπικά. Για παράδειγμα, κακομεταχειρίζονται το νησί, το βλέπουν ως αποικιοκράτες και εγώ πονάω! Όλα από την αγάπη μου για τη Χίο ξεκίνησαν γιατί αν ήμουν σε κάποιο άλλο μέρος δεν θα έκανα τίποτε ανάλογο.

Και η αγάπη για την ιστορία και το παρελθόν; Στο δεύτερο βιβλίο σου «10.516 μέρες» γράφει ότι «είναι η ιστορική πορεία της Χίου κατά τα πρώτα είκοσι εννέα χρόνια του νέου της βίου, μετά την 11η Νοεμβρίου 1912, ως “Ελληνίδα” πλέον, μέχρι την 28η Οκτωβρίου 1940, που η Ελλάδα μπήκε στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»…

Δεν είναι τόσο αγάπη για την ιστορία, είναι αγάπη για την λογοτεχνία που μιλάνε οι άνθρωποι, είναι μια περιέργεια για το πώς ήταν τα πράγματα την εποχή που ζούσαν εκείνοι, το τι πέρασαν, πώς τα βίωσαν. Από την αγάπη για τον άνθρωπο είναι. Από αγάπη για τα βιώματα των ανθρώπων, όχι για τα ιστορικά γεγονότα αυτά καθαυτά. Απλά, μέσα από τα βιώματα των ανθρώπων περιγράφονται και τα ιστορικά γεγονότα. Και αγάπη για το νησί πάνω από όλα! Δηλαδή το βιβλίο «10.516 μέρες», το οποίο είναι ένα ιστορικό αφήγημα και όχι μόνο καταγραφή γεγονότων, βγήκε επειδή ήθελα να δω τι συνέβαινε στο νησί πριν από μένα. Έβλεπα γύρω μου το μιναρέ, το δημαρχείο, την πλατεία, και έλεγα «αυτά πότε έγιναν;». Δεν αναρωτιέται κανείς σύγχρονος τι ιστορία έχουν όλα αυτά και ποιος τα έκανε; Τι «είδαν» αυτά τα κτίσματα; Τα δέντρα που είναι φυτεμένα στην πλατεία τόσα χρόνια τι «είδανε»; Και ξεκίνησα να διαβάζω όλες τις εφημερίδες και να καταγράφω όλα τα σημαντικά γεγονότα με σκοπό να κάνω έναν συνολικό τόμο. Αλλά μου φαίνονταν όλα τα γεγονότα που διάβαζα σημαντικά! Θυμάμαι πάρα πολύ καλά που είχα αρχίσει να διαβάζω και ξαφνικά μέσα από τις πρώτες ειδήσεις στις πρώτες σελίδες, έλεγε ότι «ο λούστρος Δημητράκης έπεσε από τη συκαμιά στη πλατεία Βουρνακίου, που είχε ανέβει για να φάει συκάμινα και σκοτώθηκε». Και αυτή η είδηση εμένα μου φαινότανε πολύ σημαντική γιατί σκεφτόμουν ότι η πλατεία τότε είχε συκαμιές ενώ τώρα όχι. Και λέω αυτό είναι σημαντικό ή δεν είναι; Και αποφάσισα ότι όλα είναι σημαντικά! Γι αυτό δημιούργησα ένα αρχείο word χιλιάδων σελίδων. Είχα φτάσει στο σημείο να κάνω χάρτη της πόλης μέσα στο μυαλό μου και να ξέρω τα μαγαζιά του 1920. Όσα μπορούσα να βρω από διαφημίσεις παλιές και από συμφραζόμενα ειδήσεων. Αυτό ήταν πολύ ενδιαφέρον αλλά δεν το προχώρησα, γιατί ήθελα να ολοκληρώσω το συγκεκριμένο βιβλίο που το εξέδωσα το 2007, έκανα την καταγραφή των γεγονότων, μετά την ομαδοποίηση (από πληροφορίες που συλλέχθηκαν κυρίως μετά από μελέτη έντεκα χιλιάδων διακοσίων πενήντα φύλλων εφημερίδων) και στο τέλος έγραψα τα κείμενα, την ιστορική αφήγηση. Είναι δηλαδή ένα αφήγημα της ζωής στη Χίο, τα 30 αυτά χρόνια σε όλους τους τομείς ενδιαφέροντος, στα πρότυπα του βιβλίου Νεοελληνική ιστορία της αρχαίας Ελλάδας του Βασίλη Ραφαηλίδη.

Στο οπισθόφυλλο του πρώτου βιβλίου σου «Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι, Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Αφηγήσεις 1941-1946» γράφει: «Οι μαρτυρίες που παρουσιάζονται καταγράφουν τις δύσκολες καταστάσεις που πέρασαν χιλιάδες Χιώτες, οι οποίοι εγκατέλειψαν την πατρίδα τους ως πρόσφυγες κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής… πορεία ζωής για ανθρώπους οι οποίοι δεν μπορούσαν καν να τη φανταστούν. Ευτυχώς πολλοί από αυτούς κατάφεραν να επιστρέψουν και μερικοί δέχτηκαν να καταγραφούν οι ενθυμήσεις τους. Ίσως κάποτε χρησιμεύσουν ως “πιλότοι” στις ζωές άλλων». Πώς λοιπόν, ξεκίνησες να γράφεις το… πρωτότοκό σου;

Κατά τύχη. Γνώρισα ένα απόγευμα έναν ηλικιωμένο 85χρονο και μου είπε την ιστορία της ζωής του στη Μέση Ανατολή. Δεν είχα ακούσει ποτέ για Μέση Ανατολή μέχρι τότε, δηλαδή έως το 1998. Μου έκανε τρομερή εντύπωση. Και όταν κατάλαβα ότι το μισό νησί εκείνη την περίοδο είχε φύγει, άρχισα να ψάχνω ανθρώπους που είχαν περάσει ανάλογες εμπειρίες εκείνη την περίοδο για να ηχογραφήσω τις μαρτυρίες τους. Και έτσι το 2006 έβγαλα –όπως συνηθίζω να λέω- το πρώτο… αντικείμενο σε σχήμα βιβλίου που είχε πάνω το όνομά μου.

Και μετά την έκδοση των «Συρματένιοι-ξεσυρματένιοι» και «10516 μέρες», τι ακολούθησε;

Ακολούθησε η εισαγωγή μου σε νοσοκομείο γιατί είχα ζαλάδες και δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου! Προφανώς ήταν από υπερκόπωση. Για το 10516 μέρες, χρειάστηκε πολύ σκληρή δουλειά για να ολοκληρωθούν οι 771 σελίδες του. Μόνο για το ευρετήριο όρων και ονομάτων, που έχει πίσω, εργάστηκα επί έναν μήνα με δεκάωρη καθημερινή δουλειά. Και μόλις τελείωσε το ευρετήριο και πήγε το βιβλίο στο τυπογραφείο, πήγα για αξονική στο κεφάλι. Αλλά μόλις τέλειωσα και από αυτή την ιστορία, αυτά τα δύο βιβλία είχαν γίνει χωρίς να το γνωρίζω η βάση για την λογοτεχνία. Οι Συρματένιοι μου δώσανε αφηγηματικούς τρόπους, και το 10516 μέρες μου έδωσε ιδέες. Από το «10516 μέρες» βγήκε ο «Ανάμισης ντενεκές» και ο «Ήλιος με δόντια». Ο «Ανάμισης ντενεκές» κυκλοφόρησε το 2008, μετά από την έρευνα που είχα κάνει για τον Πέτικα στα χωριά, μάζεψα μαρτυρίες ανθρώπων και όσο καιρό μάζευα αυτές τις μαρτυρίες, όλα αυτά που μάθαινα και ζούσα μου άρεσαν πάρα πολύ και τα έλεγα στις παρέες, μέχρι που είπα «ας τα γράψω για να τα διαβάζουν για να μην αναγκάζομαι να τους τα λέω εγώ». Το έγραψα το βιβλίο αλλά όταν το τελείωσα ενώ μου άρεσε δεν ήξερα τι είναι. Δεν ήξερα ότι γράφω λογοτεχνικό κείμενο. Επειδή όμως κάτι με τσιγκλούσε μέσα μου, είπα να το στείλω σε κάποιον εκδότη στην Αθήνα, πριν το τυπώσω στη Χίο, για να δω τι θα μου πούνε. Και σκέφτηκα ότι επειδή είμαι και εγώ εκδότης περιοδικού και βιβλίων, να μη το στείλω σε κάποιον που είναι μικρός εκδότης, αλλά να το στείλω κατευθείαν σε κάποιους μεγάλους. Διότι αν είναι να το στείλω σε μικρό εκδοτικό οίκο, μπορούσα να το εκδώσω και μόνος μου! Έτσι το έστειλα σε 4 γνωστούς εκδοτικούς οίκους, και «έφαγα» 3 πόρτες αλλά βρήκα και μία ορθάνοιχτη! Και ευτυχώς ήταν στην «Εστία» η ορθάνοιχτη, που ταιριάζουν τα χνώτα μας πολύ, όπως και η αντιμετώπισή μας στην πραγματικότητα.

Ο «Aνάμισης ντενεκές» είναι η ιστορία του Πέτικα που όπως λέει και στο βιβλίο «πέρασε στην παρανομία για ένα έγκλημα πάθους… Μια μυθοπλασία εμπνευσμένη από την ιστορική μνήμη και τη λαϊκή αφήγηση». Σε αυτό το βιβλίο διακρίνεται ήδη το ταλέντο εν-συν-αίσθησης που παρατηρούμε και σε επόμενα βιβλία σου. Δηλαδή το να μπαίνεις μέσα στα παπούτσια του ήρωα που αφηγείσαι αλλά να έχεις και το ταλέντο να βρίσκεσαι συγχρόνως δίπλα του ώστε να μπορείς να βλέπεις όλη την εικόνα της ζωής του από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Πόσες εκδόσεις έχει κάνει μέχρι τώρα ο Πέτικας;

Πρέπει να είναι στην 7η ή 8η χιλιάδα μάλλον και έχει μεταφραστεί στην Τουρκία. Μόλις κυκλοφόρησε και είδα μια καλή αποδοχή του κόσμου, ότι γράψανε οι αθηναϊκές εφημερίδες αμέσως, οι κριτικοί ασχολήθηκαν, και από τους Χιώτες ενώ τόσα χρόνια για το περιοδικό και για τις μελέτες που έκανα είχα λίγες αντιδράσεις, είδα ξαφνικά ανθρώπους που δεν τους ήξερα να μου μιλάνε, να μου λένε για τον “Ανάμιση ντενεκέ”, κατάλαβα ότι υπάρχει κόσμος στο νησί που διαβάζει λογοτεχνία και εγώ ήμουν αλλού τόσα χρόνια. Τότε, πρώτη φορά είπα Γιάννη, αφού σου λένε ότι μπορείς να γράφεις λογοτεχνία κι αφού σ’ αρέσει κι εσένα, γράφε. Ήταν η πρώτη φορά που είπα «θα γράψω ένα βιβλίο». Όλα μέχρι τότε είχαν βγει χωρίς να το καταλάβω. Κι αυτό το βιβλίο ήταν το Ράσο.

«Η δεξιά τσέπη του ράσου» ήταν η πρώτη σου νουβέλα, που εκτός από τα πολιτικά σχόλια, το βιβλίο προκαλεί και για φιλοσοφικούς όσο και υπαρξιακούς προβληματισμούς, φτάνοντας να αγγίζει θέματα όπως την ουσία, το νόημα της ζωής ή το τι διαλέγουμε να… φυλάμε και να προστατεύουμε μέσα στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου μας, στην ψυχή μας δηλαδή. Νομίζω ότι ο Ίρβιν Γιάλομ ως σύγχρονος υπαρξιστής αλλά και άλλοι φιλόσοφοι, ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι αν το διάβαζαν θα το θαύμαζαν γι αυτή του την πλευρά. Ακόμη, όπως και στα επόμενα λογοτεχνικά σου βιβλία, γράφεις στην… παγκόσμια γλώσσα, εκείνη του συναισθήματος, γι αυτό προσωπικά πιστεύω ότι θα μεταφραστείς σε πολλές γλώσσες στο μέλλον. Πώς δημιουργήθηκε, λοιπόν, το ράσο και τι είναι για σένα;

Το ράσο είναι το χαϊδεμένο μου, γιατί εκτός των άλλων το έχει αγαπήσει πολύ ο κόσμος. Μου ξύπνησε μέσα μου το μοναστήρι που από μικρό παιδί μου άρεσε και με ενέπνεε όλη αυτή η φύση εκεί, και άρχισα να πηγαίνω κάθε μέρα επί τρεις μήνες και να μαζεύω ήχους, ομιλίες, λόγους, μυρωδιές, εικόνες για να γράψω το βιβλίο. Και όταν ένιωσα έτοιμος ότι έχω πολύ υλικό μαζέψει μέσα μου, αποσύρθηκα και πήγα και σκεφτόμουν ποια θα είναι η ιστορία που θα μπει για να τα συνδέσει όλα αυτά τα πράγματα που είχα μαζέψει, και ξαφνικά πέθανε ο Χριστόδουλος και μού δωσε τη φλασιά! Το ράσο είναι το βιβλίο, άλλωστε, που με έχει σημαδέψει σε σχέση με την εικόνα που έχουν για μένα οι αναγνώστες και σήμερα είναι στην 11η χιλιάδα ή στην 12η.

Στη… δεξιά τσέπη του ράσου του ο Μακριδάκης τι έχει φυλαγμένο;

Την ψυχή μου φαντάζομαι ότι έχω φυλαγμένη εκεί. Την ψυχή μου, την αφέλειά μου και το πάθος μου. Αυτά, που δεν με αφήνουν να συμμορφωθώ με την κοινωνία. Που είμαι 40 χρονών και δεν θυμάμαι ποτέ να είδα μια διαφήμιση στην τηλεόραση και να είπα ότι με αφορά. Μα ποτέ. Τα ‘βλεπα όλα σαν ένας παρατηρητής που βλέπει πράγματα που αφορούν μόνο τους άλλους. Και όχι μόνο στις διαφημίσεις. Σε όλα. Λες και είμαι αλλού. Αυτό. Φυλάω τη μοναχικότητά μου. Ύμνος στη μοναχικότητα είναι το ράσο. Και στην αγνή αγάπη. Στην αγνή πίστη.

Στο επόμενο βιβλίο σου «Ήλιος με δόντια» ενώ στο φόντο διαδραματίζονται σημαντικά ιστορικά γεγονότα, ο ήρωας είναι ένα πολυτραυματικό άτομο που μετά από ένα σοκ χάνει ουσιαστικά την επαφή του με την πραγματικότητα. Είναι μάλλον το πιο πλήρες μυθιστορηματικό σου έργο με ανατροπές και σασπένς και σε αυτό το βιβλίο, εκτός των άλλων, διαφαίνεται η μοναδική σου ικανότητα να ψυχογραφείς. Προσωπικά, κυρίως γι αυτό το λόγο θα σε συνέκρινα με τον Βιζυηνό ή τον Παπαδιαμάντη, δηλαδή τον έλληνα Ντοστογιέφσκι, όπως πολλοί τον έχουν ονομάσει, κι όχι για τις περιγραφές ή το γλωσσικό ιδίωμα, που τα χρησιμοποιείς άλλωστε, με διαφορετικό τρόπο. Πώς γράφτηκε κι αυτό το βιβλίο;

Ο Κωνσταντής, ο ήρωας του βιβλίου, ξεπήδησε από μέσα μου μόνος του, γιατί άλλο πράγμα είχα στο μυαλό μου να γράψω και άλλο βγήκε όταν ξεκίνησα να γράφω. Στην αρχή είχα σκεφτεί να γράψω ένα μυθιστόρημα πάνω στο ιστορικό γεγονός του βομβαρδισμού του Βίριλ, του δυστυχήματος, και σκεφτόμουν να κάνω ένα μυθιστόρημα εποχής μέσα στην κατοχή. Είχα διαβάσει και το «Μόνος στο Βερολίνο» που μου άρεσε πολύ και είχα κάνει και ένα προσχέδιο του βιβλίου με κάποιους ήρωες και τους ρόλους τους και όταν άνοιξα τον υπολογιστή ένα πρωί και ξεκίνησα να γράφω, άρχισε να μου βγαίνει κάτι άλλο. Ένα πρωτοπρόσωπο κείμενο, ενός ανθρώπου που δεν ήξερα ούτε ξέρω ποιος είναι, το οποίο όμως έρεε, έβγαινε, κι αφού πήγαινε, είπα Γιάννη γράφε. Ειλικρινά δεν έκανα τίποτα. Νιώθω ότι βγήκε μόνος του! Αφού όταν τελείωσε η αφήγηση του Κωνσταντή, που τώρα είναι 180 σελίδες του βιβλίου, έμεινα ενεός! Είπα τώρα τι είναι αυτό; Ήμουν πολύ ικανοποιημένος με αυτή την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αλλά δεν ήξερα τι να την κάνω! Είπα δεν έχει κανένα νόημα. Δεν μπορεί να εκδοθεί. Γιατί ποιος είναι αυτός; Και τι είναι, και που είναι το τέλος; Και τότε έστυψα το κεφάλι μου πρώτη φορά και έφτιαξα την ιστορία με τις μπομπίνες, και τους άλλους δύο ήρωες που δίνουν τη λύση.

Είναι σαν αυτό που έχει πει ο Μιχαήλ Mπαχτίν για τις πολλές «φωνές» που συνυπάρχουν σε ένα μυθιστόρημα, άρα στον συγγραφικό-αφηγηματικό εαυτό;

Δεν νομίζω ότι μπορεί κάποιος να γράψει πολλά πρωτοπρόσωπα βιβλία. Γιατί πόσοι άνθρωποι είναι μέσα του; Πάντως προς το παρόν δεν μπορώ να γράψω άλλο πρωτοπρόσωπο. Θα δούμε. Μέχρι στιγμής έχουμε ένα μυθιστόρημα, μία νουβέλα, ένα μυθιστόρημα, μία νουβέλα. Πάνε εναλλάξ τα βιβλία. Και οι νουβέλες είναι άκρως πολιτικά κείμενα, άκρως πολιτική λογοτεχνία, δηλαδή έχουν σαφή πολιτική τοποθέτηση για τη στάση ζωής των ανθρώπων. Τα μυθιστορήματα έχουν και αυτά τοποθέτηση, αλλά έχουν και άλλα στοιχεία, είναι πιο ελαφριά. Οι νουβέλες όμως μπορεί να πει κανείς είναι σχόλια πάνω στο σήμερα. Γιατί τα δυο μυθιστορήματα είναι παρελθοντικού χρόνου, ενώ οι νουβέλες είναι σχόλια επί της σημερινής πολιτικοκοινωνικής κατάστασης.

Έχεις βιώσει αγάπη χωρίς δόντια; Ή τελικά όλοι οι… ήλιοι στη ζωή μας έχουν δόντια;

Όλοι έχουν δόντια. Ο καθένας αγαπάει για να τον αγαπήσεις, για να νιώθει ασφαλής. Αγαπάει πρώτα τον εαυτό του και μετά εσένα. Οπότε όλοι οι ήλιοι έχουν δόντια. Μέχρι και η μάνα σου έχει δόντια. Γιατί προτιμάει να πεθάνει πριν από σένα, για να μη πονέσει αν σε χάσει. Αγαπάει τον εαυτό της. Εγώ δεν πιστεύω ότι υπάρχουν πάρα πολλές μάνες που κάνουν παιδί για να φέρουν έναν άνθρωπο στη ζωή. Κάνουν παιδί επειδή αγαπάνε τον εαυτό τους και γουστάρουν να έχουν ένα παιδί, να το ζήσουν, να το μεγαλώσουν, να ευτυχήσουν οι ίδιες, να το χουν στήριγμα στα γεράματά τους. Άρα, ο κάθε άνθρωπος είναι μόνος. Και τα κάνει όλα για τον εαυτό του. Καμιά αγάπη δεν είναι αγάπη ανιδιοτελούς προσφοράς. Είναι όλες αγάπες αποδοχής.

Τι έχεις να πεις στους αναγνώστες σου για το νέο βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε, «Η άλωση της Κωσταντίας»; Για μένα, ίσως είναι και η πιο ευφυής ιστορία σου.

Αυτό που μπορώ να πω εγώ είναι ότι και η Κωσταντία είναι κι αυτή στο σήμερα γραμμένη. Είναι πολιτικό μυθιστόρημα για το πώς αντιμετωπίζουμε τον άλλον, τον διαφορετικό σε θρήσκευμα, σε κουλτούρα και εθνικότητα. Κι ας είναι αυτός ο «άλλος», ο διαφορετικός, και μέσα στο σπίτι μας; Ναι. Είναι όλο αυτό το περιθώριο που έζησα στη Χίο, και το βίωσα πάρα πολύ έντονα. Και γι’ αυτό και όλοι μου οι ήρωες είναι περιθωριακοί. Προφανώς φαίνεται η ψυχολογία μου, το πώς με αντιμετώπισε η κοινωνία στο νησί. Το βιβλίο βγήκε από μία μακροχρόνια επίσκεψη και παραμονή μου στην Κωνσταντινούπολη. Που έκανα μια έρευνα πάνω στους ρωμιούς της Πόλης και τους Τούρκους εκεί που γνώρισα, και κατάλαβα ότι ένα ζήτημα που απασχολεί, τη μειονότητα την ελληνική είναι οι μικτοί γάμοι, γι αυτό εμπνεύστηκα έναν ήρωα που είναι έλληνας γαμπρός μιας ρωμιάς της Κωνσταντινούπολης, της Κωσταντίας, που με κάποια τυχαία περιστατικά και με τρόπο βήμα προς βήμα ερευνητικό αποδεικνύεται ότι είχε πατέρα Κωνσταντινοπολίτη Τούρκο και είναι υιοθετημένος στην Ελλάδα. Η Κωσταντία διαβάζει με τη φίλη της τη Βαγγελία, το γράμμα που στέλνει ο γαμπρός από την Ελλάδα, για να τους πει αυτό το νέο, για να μη το μάθουνε από άλλους. Και βλέπουμε τις αντιδράσεις των δύο γυναικών, πάνω σε αυτό το ζήτημα, διαβάζοντας την ιστορία που τους αφηγείται ο γαμπρός. Πριν από το «Λαγού μαλλί» είχα γράψει την Κωσταντία, αλλά κάναμε ένα πήδημα εκδοτικό με αυτά τα δύο. Και αν δεν είχα γράψει την Κωσταντία δεν θα είχα φτάσει στο «Λαγού μαλλί». Η Κωσταντία είναι το σκαλί που με οδήγησε σε αυτό. Και γι αυτό την αγαπώ ιδιαίτερα.

Για το “Λαγού μαλλί” που κυκλοφόρησε στο τέλος του 2010, έχουν γραφτεί μέχρι στιγμής πολλές σημαντικές κριτικές. Προσωπικά πιστεύω ότι είναι ένα λογοτεχνικό αριστούργημα πάνω στον αποχαιρετισμό, στην τιμή μιας ζωής, αλλά και ενός τρόπου ζωής. Ειδικά η τελική στιγμή της κηδείας, εκεί που μπλέκεις ζωή και θάνατο (σαν ψάρια που πιάνονται μέσα στα ίδια δίχτυα!) ή εκεί που θέτεις τη ζωή στο παρελθόν, στη θύμηση των φίλων, και το θάνατο στο παρόν, στις στιγμές της ταφής, και βέβαια στο κορυφαίο σημείο που κεντάς στην κυριολεξία με τις ίδιες ακριβώς λέξεις… από τη μια τη ζωή του ήρωα και από την άλλη τη νεκρώσιμη τελετή, στον ίδιο συγγραφικό χρόνο.

Στο λαγού μαλλί λέω αυτά που θέλω να πω με έναν τρόπο που ούτε πίστευα ότι θα μπορούσα να τον βρω ποτέ. Είναι αυτό που έγραψε ο Παπανικολάου στα Νέα, δηλαδή ένα μονοπλάνο, μια κάμερα, που γυρίζει στα πρόσωπα που στέκονται πάνω από το νεκρό και ο καθένας με τη σκέψη του συνθέτει την προσωπικότητα του πεθαμένου. Είμαστε στο παρόν του θανάτου και ταξιδεύουμε στο παρελθόν της ζωής ακούγοντας την νεκρώσιμη ακολουθία. Πιστεύω δεν έχει φλυαρία, έχει σαφή πολιτικά μηνύματα και είναι ένας ύμνος στην ελεύθερη ψυχή.

Αυτό που έχει είπε πρόσφατα η Φωτεινή Τσαλίκογλου για την δύναμη της απώλειας ότι δηλαδή πίσω από κάθε δημιουργία, λογοτεχνική, καλλιτεχνική κλπ, μάλλον βρίσκεται μια έλλειψη, μια απώλεια, το πιστεύεις;

Το νιώθω και εγώ αυτό. Ότι η τέχνη βρίσκεται στην απώλεια. Δεν έχω βιώσει απώλειες σοβαρές, αλλά έχω νιώσει στο συγγραφικό βίο μου απώλειες. Δηλαδή βάζω τον εαυτό μου μπροστά σε μια απώλεια. Ο θάνατος του καπτα Σίμου ή ο θάνατος του Χριστόδουλου, εμένα μου δώσανε την ατμόσφαιρα για να μπορέσω να δημιουργήσω.

Ποια νομίζεις ότι ήταν η σημαντικότερη προσωπική σου απώλεια που σαν κίνητρο, πιθανά, σε έκανε να γράψεις;

Αυτό που δεν υπάρχει πια γύρω μου. αυτό που υπήρχε όταν ήμουν μικρός και δεν υπάρχει πια. Η απώλεια της παρελθοντικής ζωής. Με τραβάει, με έλκει. Δεν μπορώ να αποδεχτώ τη σύγχρονη γκλαμουριά και τη σύγχρονη πεζή πραγματικότητα. Είναι το μυαλό μου και η ψυχή μου πίσω. Στις απώλειες γενικά. Που δεν βιώνω πια το κοτέτσι της γιαγιάς μου, το εργοστάσιο το ταμπάκικο που ήταν οι εργάτες, και δουλεύανε, τις μυρωδιές. Που είχε τη μπουρού και καλούσε τους εργάτες να πάνε να δουλέψουν. Όλα αυτά είναι απώλεια για μένα. Δεν έχω βιώσει άλλους θανάτους. Εντάξει. Του παππού μου ή της γιαγιάς μου η οποία με περίμενε για να παραδώσει την ψυχή της. Αλλά προχωράει η ζωή και έτσι είναι. Νομίζω ότι αν δεν πέθαινε ο άνθρωπος θα τρελαινότανε. Δεν τίθεται θέμα!

Το λαγού μαλλί όπως είπα πριν, είναι εκτός των άλλων, ένας ύμνος στην τιμή απέναντι σε κάποιον που φεύγει… Που στο καλό έμαθες να αποχαιρετάς έτσι;

Ίσως είναι η ψυχολογία του νησιώτη. Από μικρό παιδί θυμάμαι να αποχαιρετάω τις παρέες μου κάθε Αύγουστο στο νησί. Και να κλαίμε επειδή θα ξαναειδωθούμε πια του χρόνου. Τα παιδιά, τους φίλους, τη γειτονιά, τα κορίτσια, τους έρωτες. Θυμάμαι τον εαυτό μου στο λιμάνι και να φεύγει το καράβι, και μετά από δυο μέρες να αρχίζει το σχολείο, και να μη ξέρω η κοπελίτσα ή ο τάδε φίλος μου πού πάνε, τι κάνουνε στην Αθήνα. Η Αθήνα ήταν κάτι που δεν το ήξερα. Πρώτη φορά ήρθα στην Αθήνα 18 χρονών. Απλά ξέραμε ότι πάνε στη μεγάλη πόλη και ότι θα έρθουν πάλι του χρόνου. Και πάντα ο νησιώτης έχει μια μελαγχολία στα τέλη του Αυγούστου. Εμένα αυτή η μελαγχολία με ζει. Με εμπνέει. Με διεγείρει να γράψω. Και βέβαια τον πατέρα μου που αποχαιρετούσαμε για να φύγει και δεν ξέραμε αν θα τον ξαναδούμε… Αλλά βασικά η εφηβική ζωή με τους φίλους που έφευγαν. Ήταν του Αγίου Φανουρίου 27 Αυγούστου και αντί να μας φανερώνει, μας έπαιρνε τους φίλους μας. Είχαμε μια εκκλησία στη γειτονιά, κι όποτε ήτανε η χάρη του, εγώ ψυχοπλακωνόμουνα. Έλεγα τέλος. Αδειάζει το νησί.

Από αυτά που έχουν πει ή έχουν γράψει για τα βιβλία σου τι σου έχει κάνει εντύπωση; Δηλαδή σε σχέση με αυτό που γνωρίζουμε ότι τελικά οι άλλοι, συνήθως, προβάλουν κάτι δικό τους σε αυτό που ερμηνεύουν ή σχολιάζουν στους άλλους;

Μου έχουν κάνει εντύπωση κάποια, αλλά είναι μεμονωμένα περιστατικά. Πράγματα δηλαδή που έγραψα και κάποιοι τα εισέπραξαν εντελώς διαφορετικά. Με μια πονηριά κυρίως. Έναν πονηρό δηλαδή τρόπο ερμηνείας. Χωρίς να το έχω εγώ στο μυαλό μου καθόλου. Τέτοια. Αλλά λεπτομέρειες.

Για το άρθρο του Καθηγητή φιλοσοφίας Χρήστου Γιανναρά στην Καθημερινή που έγραφε ότι είσαι ένας από εκείνους που θα έδινε «βραβείο ιδιωτικής αντίστασης… για να σωθεί η ελληνικότητα, τώρα που τελειώνει ο Ελλαδισμός» τι έχεις να πεις;

Ο Γιανναράς είναι αναμφισβήτητα ένας άνθρωπος πνευματικός, και ήταν πάρα πολύ τιμητικό αυτό που έγραψε για μένα. Και αφού μιλάμε για βραβεία, θα σου πω ότι για μένα επιβράβευση είναι το μυρωδάτο πεπονάκι που θα βγάλω τώρα το καλοκαίρι από το χωράφι μου και βέβαια το ότι μπορώ να επικοινωνώ με πολλούς ανθρώπους ευκολότερα από ότι πριν. Για παράδειγμα, όταν πέθανε ο Νίκος Παπάζογλου, ο πόνος μου ο άφατος γλύκανε διότι αμέσως τον μοιράστηκα με χιλιάδες ανθρώπους. Έγραψα έναν αποχαιρετισμό στον αγαπημένο Νικόλα και το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε αμέσως στο tvxs και στην Ελευθεροτυπία. Είναι ή δεν είναι επιβράβευση το να ζεις μακριά από τον κόσμο, στη Βολισσό της Χίου, αλλά να γράφεις κάτι και να είναι αμέσως ευπρόσδεκτο προς δημοσίευση από καταξιωμένα ΜΜΕ; Τι άλλο να θέλω λοιπόν; Αφού έχω τη γη, τη θάλασσα, την έκφραση, την επικοινωνία, και την τιμή από ανθρώπους όπως ο Γιανναράς, τα έχω όλα.

Και γι αυτά που έγραψε η Ελισάβετ Κοτζιά εξ αφορμής του βιβλίου “Λαγού μαλλί”: «Η γλώσσα του Μακριδάκη διαθέτει μια ευλογημένη προφορικότητα. Καμιά ενόχληση δεν δημιουργεί η υπερβάλλουσα χρήση του τοπικού ιδιώματος, που όχι μόνον δεν επιβαρύνει το κείμενο αλλά και του προσδίδει αυθεντικότητα. Είναι τόση η πλαστικότητα της φράσης έτσι όπως βαδίζει απρόσκοπτα, κι είναι τόση η παραστατικότητα της αφηγηματικής φωνής, που αυτόματα μας στέλνει στο λιμάνι της Χίου» και συνεχίζοντας τελειώνει «δεν θα βρούμε ούτε ιδεολογήματα για την ελληνικότητα, ούτε εύκολα λόγια για την απόδοση κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά τη βαθιά αίσθηση ενός ξεχασμένου ήθους» από το άρθρο της με τίτλο τις δύο τελευταίες λέξεις του, τι θα σχολίαζες;

Εντύπωση μου έκανε το άρθρο της και με συγκίνησε πάρα πολύ! Δεν την ξέρω, δεν την έχω συναντήσει ποτέ, αλλά έχω διαβάσει διάφορα κείμενά της και δεν περίμενα ότι θα εκφραστεί τόσο ενθουσιωδώς. Ίσως να τη γνωρίσω μια μέρα, να της το πω και από κοντά.

Συνηθίζεις να λες, και το έχεις κάνει και τίτλο σε άρθρο σου «η νουβέλα γράφτηκε επειδή υπάρχει ήδη σαν λογοτεχνία άγραφη». Έχεις να συμπληρώσεις κάτι;

Η Λογοτεχνία γύρω μας μιλιέται. Η τέχνη του λόγου των ανθρώπων που βιώνουν τη ζωή, που μοχθούν πάνω στη γη και μες στη θάλασσα, μία φράση, μία λέξη τους, εμένα με βάζει στην πρίζα, παθαίνω σοκ, ανατριχιάζω. Μιλάει στην ψυχή μου. Γύρω μας υπάρχουν λογοτέχνες άπειροι. Και μια μέρα το είπα αυτό σε μια συνέντευξη και η στοιχειοθεσία της εφημερίδας έβαλε τίτλο: υπάρχουν γύρω μας άπειροι συγγραφείς, και όταν το βλέπω τσαντίζομαι. Ότι ο Μακριδάκης είπε πως υπάρχουν γύρω μας άπειροι συγγραφείς. Ενώ στο κείμενο γράφει ότι υπάρχουν άπειροι λογοτέχνες που ποτέ δεν θα γράψουν τίποτα, στον τίτλο λέει πως υπάρχουν άπειροι συγγραφείς. Και τρελαίνομαι όταν το βλέπω!

Στα βιβλία σου, παρατηρείται μία οπτική «Συν-χώρεσης». Δηλαδή σα να παίρνεις τους ανθρώπους και να λειαίνεις τις… γωνίες τους, κάτι που μάλλον το έχει σχολιάσει και ο Κούρτοβικ, όχι θετικά. Προσωπικά, θα έλεγα ότι είναι μια προσπάθεια να θέσεις όλους αυτούς τους ήρωες μέσα στο «όλον» πέρα από ημερολογιακά και ιστορικά ή πολιτικά και προσωπικά πλαίσια, με μια αισθητική οπτικής, συμβολικά, σαν των αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων που πέρα από την τεχνική τους εκείνο που εκπέμπουν είναι και κάτι διαχρονικό, ανώτερο ίσως κι από την ίδια τη θνητή ζωή, που περνά στην… αιωνιότητα. Κάπως έτσι θα ‘λεγα ότι το νιώθω.

Συνήθως βγάζω ότι δε μ αρέσει από τον άνθρωπο. Και βάζω ότι μ αρέσει. Μου αρέσουν οι αγνές ψυχές. Με οδηγούν. Βγάζω αυτό που διαχωρίζεται από την αγνότητα. Παπ! Έξω! Αλλιώς θα ήταν καταγγελία ή δημοσιογραφία. Η λογοτεχνία έχει λόγο ύπαρξης όταν δημιουργείς συναισθήματα στον αναγνώστη. Όχι να του αποτυπώνεις ξερά μια πραγματικότητα που γνωρίζει. Όλοι μου οι ήρωες είναι άνθρωποι τους οποίους τους έχω δει να υπάρχουν συμπεριφορικά αλλά τους έχω κάνει αγνούς. Έχω βγάλει από πάνω τους όλη την ανθρώπινη πονηριά και μικρότητα και ξεφτίλα της ανθρώπινης ύπαρξης. Τους έχω βάλει στη θέση τους, μια αγνή ψυχή. Ο καλόγερος δεν θα έβαζε το σκυλάκι στο ράσο, δεν θα έκανε αυτά που τον έβαλα να κάνει, ο Πέτικας οπωσδήποτε θα ήτανε μια σκληρή φύση, που βγαίνει από το βιβλίο αλλά τον έχω φέρει λίγο προς τα δικά μου δεδομένα. Τους βγάζω όσα ρούχα δεν μου αρέσουν και τους βάζω άλλα. Συμπληρώνω ψυχή για να ολοκληρωθούνε.

Ο Κώστας Κατσουλάρης έχει πει για σένα: «Δυσκολεύομαι να φέρω στο μυαλό μου άλλον νέο Έλληνα συγγραφέα ο οποίος μέσα σε μόλις τρία χρόνια να έχει εκδώσει τρία τόσο άρτια πεζογραφικά έργα». Είναι αυτό που έχει λεχθεί ότι δηλαδή ένας συγγραφέας, έχει «γράψει» πάρα πολλά πριν τελικώς γράψει ένα βιβλίο;

Αυτό το απάντησε η Ελισάβετ Κοτζιά στο άρθρο της. Ότι έχει δεκαπενταετές υπόβαθρο η λογοτεχνία του Μακριδάκη.

Η Λώρη Κέζα επίσης, έχει γράψει στο Βήμα για τον «ήλιο με δόντια»: «Η δομή του βιβλίου θυμίζει Παύλο Μάτεση, η γραφή και η συνομιλία με την Ιστορία θυμίζουν Θανάση Βαλτινό και Ρέα Γαλανάκη, η τεκμηρίωση και ο πλούτος της πληροφορίας παραπέμπουν σε Νίκο Θέμελη και Αθηνά Κακούρη» και συγχρόνως πολλοί όπως ήδη ανέφερα, σε έχουν πει Παπαδιαμαντικό, ο καθένας για δικό του μάλλον λόγο.

Παρθενογενέσεις φυσικά δεν υπάρχουνε. Η τέχνη που κάνουμε την έχουν κάνει κι άλλοι στο παρελθόν. Άρα θα μοιάζουν τα πράγματα μεταξύ τους, δεν είναι άπειρες οι μορφές. Στοιχεία από τον καθένα, μπορείς να βρεις στο έργο του καθενός. Ο ήλιος με δόντια όντως θυμίζει τη μητέρα του σκύλου, και το ένιωθα και τότε που το έγραφα αυτό, ότι το βιβλίο συνομιλεί με το βιβλίο του Μάτεση και του το έχω πει και του ίδιου. Απλά πιστεύω ότι δεν συνομιλεί μέχρι το τέλος, συνομιλεί μέχρι την 180 σελίδα. Από εκεί και ύστερα έχω κάνει κάτι άλλο, γιατί ο καθένας που έρχεται μετά από τον άλλον, προσπαθεί να βάλει τη δική του σφραγίδα. Άσχετα αν είναι καλύτερο ή χειρότερο στο τέλος. Το ίδιο πράγμα συνέβη και με τη δεξιά τσέπη του ράσου που συνομιλεί με το βιβλίο «Ο άγγελος στο πηγάδι» του Πρεβελάκη, μέχρι ένα σημείο και αυτό. Το λαγού μαλλί όμως δεν συνομιλεί με τίποτα που εγώ τουλάχιστον έχω διαβάσει. Δεν ξέρω δηλαδή κάτι που να του μοιάζει.

Αλλά είναι απόσταγμα της ζωής σου;

Και η τεχνοτροπία, και η γλώσσα, και η ιστορία του λαγού μαλλί, αλλά και όλων των βιβλίων μου, είναι απόσταγμα των ερευνών και των λογοτεχνών που έχω συναναστραφεί στη ζωή μου. Των λογοτεχνών που δεν έχουν γράψει τίποτα!

Πώς γίνεται συγχρόνως να είσαι εκτός από μαθηματικός, αυτοδίδακτος: συγγραφέας, ιστορικός, ανθρωπολόγος, δημοσιογράφος, ερευνητής, …ψυχολόγος, εκδότης, creative art director, λογοτέχνης, πολιτικός ακτιβιστής και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο!

Δεν αποδέχομαι τίποτα από όλα αυτά. Μόνο το μαθηματικός και το αυτοδίδακτος λογοτέχνης αποδέχομαι. Τα άλλα μπορεί ασυνείδητα να βγαίνουν αλλά δεν τα έχω συνειδητοποιήσει και δεν τα δέχομαι. Ούτε διεκδικώ κανέναν τίτλο γενικά.

Έχεις μέσα σου κάτι που σε τραβάει μπροστά ή σε πάνε τα βιβλία; Είναι κάποια έμπνευση δηλαδή που την… πηγαίνεις εσύ ή εκείνη σε πηγαίνει;

Θέλω να ζω δημιουργικά. Αυτό με τραβάει. Το μόνο ταλέντο που έχω είναι αυτό νομίζω. Οπότε θέλω πάντα να βρίσκομαι μέσα σε μια ιστορία. Και το βιβλίο ως αντικείμενο αλλά και ως ιδέα, ότι κάποιος δημιουργεί δηλαδή βιβλία, το θεωρώ ύψιστο! Θεωρώ ότι είναι η ύψιστη μορφή δημιουργίας να φτιάχνεις ένα βιβλίο, παρόλο που το χουνε ξευτιλίσει τελευταία. Αλλά ακόμα και τώρα που για μένα δεν είναι πια μόνο ένας μύθος στο κεφάλι μου, η ιδέα του να γράφω ένα βιβλίο με συναρπάζει.

Και αυτό που πιθανά δεν έχει ειπωθεί ακόμη; Δηλαδή αυτό που πίστευες ότι θα καταλάβει ο κόσμος μέσα από ένα βιβλίο σου, και δεν το πήρε είδηση ποτέ; Υπάρχει κάτι τέτοιο;

Όχι δεν νομίζω. Οι αναγνώστες έχουν κατανοήσει πολλά πράγματα, και έχουν νιώσει και πολλά περισσότερα από όσα συνειδητά ήθελα να πω. Πολλές φορές συνέβη αυτό. Με τα σχόλια του κόσμου για ένα βιβλίο, κατανοώ και εγώ τι έχω γράψει πολλές φορές.

Άρα ο συγγραφικός εαυτός είναι πιο μπροστά από αυτόν που γράφει;

Έτη φωτός!

Τι σου έχει κάνει εντύπωση από αυτά που σου έχουν πει, που έχουν νιώσει μέσα στα βιβλία σου;

Ήταν πράγματα που τα είχα αντιληφθεί αλλά δεν τα είχα βάλει σε λέξεις. Όταν π.χ. έγραψα το ράσο ήξερα ότι έχω γράψει ένα ωραίο βιβλίο, που έχει μια ατμόσφαιρα, έχει μια παρηγοριά, έχει μια πολιτική στάση κλπ. Όταν βγήκε ο Ραπτόπουλος, και μετά διάφοροι ανώνυμοι αναγνώστες, που είπαν αυτό για τη δεξιά μας τσέπη που κρύβει ο καθένας την ελπίδα του η οποία τον πάει παρακάτω, τότε το έβαλα σε λέξεις! Άρα σημαίνει ότι με πήγανε μπροστά αυτοί οι άνθρωποι. Τους πήγα εγώ, και με ξαναπήραν και με ξαναπήγαν κι αυτοί. Και αυτό συμβαίνει σε κάθε βιβλίο!

Για το μέλλον, έχεις κάτι στο μυαλό σου; Νομίζω πως έχω μια ιδέα να γράψω μια νουβέλα η οποία θα είναι ένα σχόλιο για την σημερινή οικονομική κατάσταση που ζούμε, την οικονομική ύφεση, και θα έχει τα χαρακτηριστικά του λαγού μαλλί αλλά θα έχει να κάνει με έναν άνθρωπο της γης και όχι με έναν άνθρωπο της θάλασσας. Θα είναι δηλαδή το δεύτερο βιβλίο επί της οικονομικής κρίσης αλλά θα αφορά γήινο άνθρωπο και όχι θαλασσινό. Ίσως να γίνει στο τέλος και ένα τρίτο και να ολοκληρώσω έτσι μια τριλογία. Θα δούμε.

Σε νέους ανθρώπους που θα θελαν να γράψουν τι θα έλεγες;

Για να γράψεις πρέπει μάλλον να μη το χεις σκοπό! Να λένε λοιπόν, ότι ο μόνος σκοπός που μπορώ να χω είναι να ζω τη ζωή μου συνεχώς με πάθος και με ελεύθερη ψυχή. Να ακολουθώ την ψυχή μου, να μη την καταπιέζω. Άμα είσαι τόσο δυνατός ώστε να μπορείς να πηγαίνεις κόντρα στη ψυχή σου, με το μυαλό, και να καταπιέζεσαι, δεν πρόκειται να γράψεις καλή λογοτεχνία ποτέ. Και αν μέσα σε όλο αυτό το πράγμα, έχεις και την τάση να λες «εγώ θα γράψω», ε τότε δεν θα γράψεις τίποτα. Η λογοτεχνία βγαίνει. Έρχεται. Δεν το βάζεις πρόγραμμα. Έρχεται με την ωριμότητα, με την ηλικία, με τις εμπειρίες.

Έχεις πει ότι τελικά, το μοναδικό έργο τέχνης που καλούμαστε να φιλοτεχνήσουμε μέρα με τη μέρα είναι ο εαυτός μας. Το πιστεύεις πάντα;

Πάντα με ενδιαφέρει. Αλλά όχι σε θεωρητικό επίπεδο. Στο επίπεδο της πράξης. Δηλαδή στο να μην προδίδουμε την ψυχή μας και την αξιοπρέπειά μας. Να καταλήξουμε το βίο μας αξιοπρεπείς, ελεύθεροι και με ψυχή, να εμπνέουμε τους νεώτερους.

————————

Το νέο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη «Η άλωση της Κωσταντίας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία.

———————–